Περίληψη: Ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής. Αίτηση αναστολής κατ’ άρθρο 632 παρ. 3 ΚΠολΔ. Προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής είναι: α) η εμπρόθεσμη άσκηση της, κατ’ αυτής, ανακοπής, η οποία ασκείται με κατάθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου αυτής προς τον καθ’ ου στρέφεται εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την επομένη της επίδοσης της διαταγής πληρωμής, β) πιθανολόγηση της ευδοκίμησης ενός τουλάχιστον λόγου της ασκηθείσας ανακοπής και γ) πιθανολόγηση ότι με την άμεση εκτέλεση της διαταγής πληρωμής δημιουργείται κίνδυνος να υποστεί ο αιτών ανεπανόρθωτη βλάβη. Αίτηση αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης κατ’ άρθρο 938 ΚΠολΔ. Μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 60 του ν. 4842/2021 και, σύμφωνα με την παρ. 6γ του άρθρου 116 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η-1-2022. Αναστολή μπορεί να χορηγηθεί και επί έμμεσης εκτέλεσης που πραγματοποιείται δια κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, με κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, με αναγκαστική διαχείριση ή και με προσωπική κράτηση, όταν πρόκειται για εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης. Εφόσον όμως δεν γίνεται σχετική διάκριση, εάν πρόκειται για έμμεση εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η αναστολή μπορεί να δοθεί ήδη όταν προσβάλλεται με ανακοπή μόνον η επιταγή προς πληρωμή, δηλαδή η προδικασία της εκτέλεσης, και πριν ακόμη επιλεγεί το ειδικότερο μέσο εκτέλεσης που θα χρησιμοποιηθεί από τον επισπεύδοντα. Για τη χορήγηση της αναστολής απαιτείται πιθανολόγηση του δικαστηρίου: α) ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι θα ευδοκιμήσει η ανακοπή. Αντικείμενο της αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας και δεν αποδυναμώνει ούτε με οποιονδήποτε τρόπο επηρεάζει τον εκτελεστό τίτλο με τον οποίο είναι εξοπλισμένη η απαίτηση του δανειστή. Αντιθέτως, αντικείμενο της αναστολής του άρθρου 632 παρ. 3 είναι η ισχύς (η εκτελεστότητα) του εκτελεστού τίτλου, την οποία αποδυναμώνει. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β’ και γ’ του ν. 4194/2013, τα δικαστικά έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος την αναστολή εκτέλεσης, ανεξαρτήτως της ευδοκίμησης ή απόρριψης της αίτησης. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 Ν. 4335/2015, οι ισχυρισμοί οι οποίοι αφορούν την απόσβεση της απαίτησης, για ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία. Κατά το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4335/2015, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παρ. 2 εδ. γ’ αντίστοιχα. Κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα που δύναται να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ συνάγεται ότι οι προϋποθέσεις του μονομερούς συμψηφισμού είναι: α) η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, β) το ομοειδές του αντικειμένου των απαιτήσεων αυτών, γ) το έγκυρο, νομικώς τέλειο και ληξιπρόθεσμό τους και δ) το επιτρεπτό του συμψηφισμού. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον του δικαστηρίου, με τη μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (ΑΚ 442). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξοφλήσεως διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο. Για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από τη σχέση εργασίας, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να μνημονεύονται και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων. Απορρίπτει ισχυρισμό περί συμψηφισμού λόγω έλλειψης αμοιβαιότητας απαιτήσεων, δεδικασμένου, αοριστίας επειδή δεν εξειδικεύεται από την αιτούσα ποια συγκεκριμένη απαίτηση της καθ’ ης, εκ των περιλαμβανόμενων στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής εξοφλήθηκε διά του συμψηφισμού. Απορρίπτει ένσταση εξόφλησης των απαιτήσεων της καθ’ ης διά συμψηφισμού με ανταπαίτηση της αιτούσας από αποζημίωση χρήσης επειδή δεν αποδεικνύεται αμέσως (παραχρήμα) η βασιμότητά της, με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία της καθ’ ης. Απορρίπτει την αίτηση αναστολής επειδή δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση του μοναδικού λόγου της ανακοπής, ανεξαρτήτως πιθανολόγησης ανεπανόρθωτης βλάβης.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
14/2024
ΤΟ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟ ΚΑΛΛΙΘΕΑΣ
(Διαδικασία Ασφαλιστικών Μέτρων)
Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη, Μάρθα Τραχανή και τη Γραμματέα, Παρασκευή Μαραγκού.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Ιανουαρίου 2024, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αιτούσας: ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… αρ. …, με Α.Φ.Μ. ………, τελούσας υπό πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, νομίμως εκπροσωπούμενης από τη δικαστική συμπαραστάτριά της, ……… του ………, κάτοικο ……… Αττικής, οδός ……… αρ. …, με Α.Φ.Μ. ………, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Ιωάννη Χατζόπουλου, (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 8050), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα.
Της καθ’ ης η αίτηση: ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… αρ. …, με Α.Φ.Μ. ………, η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 29922), ο οποίος κατέθεσε σημείωμα.
Η αιτούσα ζητά να γίνει δεκτή η από 20-12-2023 αίτησή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αρ. έκθ. κατ. …/…/20-12-2023 και η συζήτηση της οποίας προσδιορίσθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, που έγινε δημόσια στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί τους και όσα αναφέρονται στα έγγραφα σημειώματα που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 3 ΚΠολΔ, η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το Δικαστήριο, όμως, ο δικαστής του οποίου εξέδωσε τη διαταγή πληρωμής, μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση για την ασκηθείσα ανακοπή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής είναι: α) η εμπρόθεσμη άσκηση της, κατ’ αυτής, ανακοπής, η οποία ασκείται με κατάθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου αυτής προς τον καθ’ ου στρέφεται εντός δεκαπέντε (15) εργασίμων ημερών από την επομένη της επίδοσης της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 888/2003, ΑΠ 887/2003, ΑΠ 695/2003), β) πιθανολόγηση της ευδοκίμησης ενός τουλάχιστον λόγου της ασκηθείσας ανακοπής (ΜονΠρΘεσ 17404/2013 αδημ, ΜονΠρΘες δημ Νόμος, ΜΠρΛαρ 1021/2000 ΑρχΝ 2000. 686, ΤΖΙΦΡΑΣ Ασφαλιστικά Μέτρα εκδ. 1995 σελ. 517-518) και γ) πιθανολόγηση ότι με την άμεση εκτέλεση της διαταγής πληρωμής δημιουργείται κίνδυνος να υποστεί ο αιτών ανεπανόρθωτη βλάβη (ΜονΠρωτΘεσ 17404/2013 αδημ, ΜονΠρΘεσ 28805/2012 αδημ, ΜΠρΘεσ 4040/2007 αδημ, Βαθρακοκοίλης ΕρμΚΠολΔ στο άρθρο 632 αριθμ. 37). Συνεπώς, εκτός από το νόμω βάσιμο της ανακοπής, η διάταξη του ως άνω άρθρου απαιτεί συμπλεκτικώς τη συνδρομή δύο προϋποθέσεων αυτοτελών για τη χορήγηση της αναστολής, δηλαδή και την πρόκληση ανεπανόρθωτης βλάβης στον αιτούντα από την ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία δεν ταυτίζεται ουσιαστικά με τη βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής. Έτσι, αν δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής, δεν νοείται βλάβη και κατ’ ακολουθίαν αναστολή. Αν πιθανολογείται η ευδοκίμηση ενός τουλάχιστον λόγου ανακοπής, τότε θα ερευνηθεί η ύπαρξη ή όχι βλάβης (ΜονΠρΠειρ 1506/2020, ΜονΠρΑΘ 2521/2012 δημ. Νόμος).
Με το νέο άρθρο 938 ΚΠολΔ (το οποίο είχε καταργηθεί με τον ν. 4335/2015), όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 60 του ν. 4842/2021 και, σύμφωνα με την παρ. 6γ του άρθρου 116 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η-1-2022, επαναφέρεται περιορισμένα η δυνατότητα αναστολής της εκτέλεσης από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, στο οποίο εκκρεμούν οι ανακοπές των άρθρων 933 ή 936 κατά του κύρους εκτέλεσης, χωρίς διάκριση πλέον μεταξύ άμεσης και έμμεσης εκτέλεσης. Επί άμεσης εκτέλεσης η δυνατότητα τέτοιας αναστολής προβλεπόταν από το προϊσχύον άρθρο 937 παρ. 1 περ γ’. Μετά την παραπάνω μερική επαναφορά του άρθρου 938 παρέχεται δυνατότητα υποβολής αίτησης αναστολής και επί έμμεσης εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, με μόνες ρητώς καθοριζόμενες εξαιρέσεις την κατάσχεση ακινήτων και κινητών που υπόκεινται σε φθορά. Επομένως, αναστολή μπορεί να χορηγηθεί και επί έμμεσης εκτέλεσης που πραγματοποιείται δια κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, με κατάσχεση ειδικών περιουσιακών στοιχείων, με αναγκαστική διαχείριση ή και με προσωπική κράτηση, όταν πρόκειται για εκτέλεση τελεσίδικης απόφασης. Εφόσον όμως δεν γίνεται σχετική διάκριση, εάν πρόκειται για έμμεση εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η αναστολή μπορεί να δοθεί ήδη όταν προσβάλλεται με ανακοπή μόνον η επιταγή προς πληρωμή, δηλαδή η προδικασία της εκτέλεσης, και πριν ακόμη επιλεγεί το ειδικότερο μέσο εκτέλεσης που θα χρησιμοποιηθεί από τον επισπεύδοντα. Η χορηγούμενη, βάσει του άρθρου 938 παρ. 1, αναστολή θα αφορά αναγκαίως, ενόψει των προβλεπόμενων εξαιρέσεων, τα μέσα εκτέλεσης, στα οποία περιορίζεται η δυνατότητα του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να τη διατάξει, είτε αυτό ορίζεται ρητώς στην εκδιδόμενη απόφαση είτε όχι. Η αίτηση αναστολής δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. ΚΠολΔ και για τη χορήγηση της αναστολής απαιτείται να συντρέχουν δύο προϋποθέσεις και συγκεκριμένα πιθανολόγηση του δικαστηρίου: α) ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και β) ότι θα ευδοκιμήσει η ανακοπή. Αντικείμενο της αναστολής της αναγκαστικής εκτέλεσης είναι η αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας και δεν αποδυναμώνει ούτε με οποιονδήποτε τρόπο επηρεάζει τον εκτελεστό τίτλο με τον οποίο είναι εξοπλισμένη η απαίτηση του δανειστή. Αντιθέτως, αντικείμενο της αναστολής του άρθρου 632 παρ. 3 είναι η ισχύς (η εκτελεστότητα) του εκτελεστού τίτλου, την οποία αποδυναμώνει.
Εν προκειμένω, με την κρινόμενη αίτηση η αιτούσα, νομίμως εκπροσωπούμενη από τη δικαστική συμπαραστάτριά της, εκθέτει ότι σε βάρος της εκδόθηκε, κατόπιν αίτησης της καθ’ ης, η υπ’ αριθμ. 609/2023 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η αίτηση το ποσό των 14.609,94 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων. Ότι αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με την από 19-12-2023 επιταγή προς εκτέλεση της επιδόθηκε στις 19-12-2023. Ότι κατά της ανωτέρω διαταγής πληρωμής και της ανωτέρω επιταγής προς εκτέλεση άσκησε τη με αρ. έκθ. κατ. …/…/20-12-2023 ανακοπή της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία ζητεί, για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτήν, την ακύρωση της ως άνω διαταγής πληρωμής και της από 19-12-2023 επιταγής προς εκτέλεση. Με βάση τα παραπάνω, επικαλούμενη ότι πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής της και ότι τυχόν εκτέλεση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής και επιταγής προς εκτέλεση θα έχει ως συνέπεια να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αίτηση, ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθμ. 609/2023 Διαταγής Πληρωμής της Δικαστή του Δικαστηρίου αυτού, ώσπου να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της ασκηθείσας ανακοπής της και να καταδικαστεί η καθ’ ης η αίτηση στη δικαστική δαπάνη της. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αίτηση παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 632 παρ. 3 και 938 παρ. 1 ΚΠολΔ), για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. του ΚΠολΔ). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 3 και 938 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 60 του ν. 4842/2021, το οποίο, σύμφωνα με την παρ. 6γ του άρθρου 116 του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται, εν προκειμένω, καθώς η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η-1-2022. Ωστόσο, μη νόμιμο και ως εκ τούτου, απορριπτέο κρίνεται το αίτημα για καταδίκη της καθ’ ης στα δικαστικά έξοδα της αιτούσας, διότι επί αιτήσεων αναστολής εκτέλεσης τα δικαστικά έξοδα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β’ και γ’ του ν. 4194/2013, επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος την αναστολή εκτέλεσης, ανεξαρτήτως της ευδοκίμησης ή απόρριψης της αίτησης. Περαιτέρω, η ανωτέρω από 20-12-2023 και με αρ. έκθ. κατ. …/…/20-12-2023 ανακοπή έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 632 παρ. 2 ΚΠολΔ, αφού αντίγραφο της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στην ανακόπτουσα στις 19-12-2023 (βλ. την με ίδια ημερομηνία επισημείωση του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη επί του αντιγράφου της διαταγής πληρωμής που επέδωσε η καθ’ ης στην αιτούσα, το οποίο επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία), το δε δικόγραφο της ανακοπής επιδόθηκε στην καθ’ ης στις 21-12-2023, ήτοι εντός της οριζόμενης από το άρθρο 632 παρ. 2 εδ. α’ ΚΠολΔ προθεσμίας των δεκαπέντε εργάσιμων ημερών. Επομένως, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν ως προς την πιθανολόγηση της ευδοκίμησης των κατ’ ιδίαν λόγων της ανακοπής. Επομένως, κατά το μέρος που η αίτηση κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ, ως ισχύει με την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 άρθρο όγδοο παρ. 2 Ν. 4335/2015, οι ισχυρισμοί οι οποίοι αφορούν την απόσβεση της απαίτησης, για ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, πρέπει να αποδεικνύονται μόνο με έγγραφα ή με δικαστική ομολογία, ενώ η προηγούμενη διατύπωση όριζε ότι οι ισχυρισμοί οι οποίοι αφορούν την απόσβεση της απαίτησης, για την ικανοποίηση της οποίας γίνεται η εκτέλεση, πρέπει να αποδεικνύονται αμέσως (παραχρήμα), διαφορετικά απορρίπτονται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτοι. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο και τον σκοπό της, αλλά και από το γεγονός ότι αφορά δίκες περί την εκτέλεση, όπου οι απαιτήσεις είναι εξοπλισμένες με εκτελεστό τίτλο, άμεση απόδειξη δεν σημαίνει απλώς προαπόδειξη, με την οποία, αν και την προϋποθέτει, δεν ταυτίζεται εννοιολογικώς, αλλά απόδειξη των αποσβεστικών της εκτελούμενης απαίτησης ισχυρισμών κατά την υποβολή τους μόνο με έγγραφα ή δικαστική ομολογία, γιατί αλλιώς κινδυνεύει να φαλκιδευθεί και το δικαίωμα του αντιδίκου για ανταπόδειξη, σε κάθε περίπτωση, είτε δηλαδή ο επικαλούμενος αποσβεστικός λόγος ανάγεται σε χρόνο πριν από την έκδοση της εκτελούμενης διαταγής πληρωμής, είτε σε μεταγενέστερο (ΑΠ 115/2001, ΑΠ 622/1999). Άμεση δε απόδειξη, κατ’ άρθρο 445 ΚΠολΔ, παρέχουν και τα ιδιωτικά έγγραφα, τα συνταγμένα σύμφωνα με τους νομίμους τύπους, εφόσον η γνησιότητά τους αναγνωρίστηκε ή αποδείχθηκε, ως προς το ότι η δήλωση που περιέχουν προέρχεται από τον εκδότη του εγγράφου, επιτρέπεται όμως σε αυτό ανταπόδειξη (ΑΠ 253/2002). Ειδικότερα ως έγγραφο, που αποδεικνύει αμέσως, νοείται όχι μόνο το συμβολαιογραφικό έγγραφο, αλλά και το ιδιωτικό, εφόσον, όμως, προέρχεται από τον επισπεύδοντα την εκτέλεση ή ενδεχομένως και από τρίτο, αν είναι έγγραφο διάθεσης και όχι έγγραφο μαρτυρίας, όπως είναι το περιέχον βεβαίωση ή μαρτυρία του εκδότη έγγραφο για κάποιο περιστατικό ευρισκόμενο εκτός αυτού. Στην έννοια δε της ομολογίας δεν υπάγεται η έμμεση ομολογία, την οποία συνάγει ο Δικαστής, κατ’ άρθρο 261 ΚΠολΔ, από τη μη αμφισβήτηση ειδικά ισχυρισμού, απόκειται δε στη διακριτική του ευχέρεια. Συνεπώς, για την απόδειξη των ανωτέρω ισχυρισμών των αποσβεστικών της απαίτησης, όπως είναι οι ισχυρισμοί για την εξόφληση της απαίτησης, για τη δόση αντί καταβολής, για την ύπαρξη ανανέωσης, για τον συμβιβασμό, για την ύπαρξη συμφωνίας άφεσης χρέους, για την ύπαρξη συμφωνίας συμψηφισμού κ.λπ., δεν επιτρέπονται αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους της ως άνω διάταξης, ούτε ένορκες βεβαιώσεις, ούτε εξέταση μαρτύρων, ούτε επαγωγή όρκου, γιατί τα μέσα αυτά θεωρούνται ως μη παρέχοντα “παραχρήμα” απόδειξη. Η αδυναμία “παραχρήμα” απόδειξης δεν άγει σε ουσιαστική απόρριψη των αποσβεστικών ισχυρισμών, αλλά σε απόρριψη τους ως απαράδεκτων και αυτεπαγγέλτως (βλ. σχετ. ΟλΑΠ 10/1993, ΕλλΔ/νη 1994/1242, ΑΠ 374/2013 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 363/2014 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1051/2010, ΕλλΔ/νη 2011/755, ΑΠ 1856/2005, ΕλλΔ/νη 2006/473, ΕφΑθ 3091/2007, ΕφΑΔ 2008/810, ΕφΘεσ 20/2012, Αρμ 2013/1511, ΜΠρθεσ 24547/2012, ΕΠολΔ 2012/768, ΜΠρΠατρ 166/2015, ΕλλΔ/νη 2016/1452). Κατά δε το άρθρο 933 παρ. 4 ΚΠολΔ, ως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 4335/2015, αν ο εκτελεστός τίτλος είναι δικαστική απόφαση ή διαταγή πληρωμής, οι αντιρρήσεις είναι απαράδεκτες στην έκταση που ισχύει το δεδικασμένο, σύμφωνα με τα άρθρα 330 και 633 παρ. 2 εδ. γ’ αντίστοιχα. Κατά την έννοια δε των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το κριθέν δικαίωμα και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση. Δεδικασμένο παράγεται και από τελεσίδικη απόφαση που εκδίδεται επί αναγνωριστικής αγωγής, αφού και στην περίπτωση αυτή η απόφαση τέμνει τη διαφορά όπως και στην περίπτωση της καταψηφιστικής αγωγής, η έκταση δε αυτού προσδιορίζεται από το περιεχόμενο του αιτήματος που απευθύνθηκε προς το δικαστήριο (βλ. και ΟλΑΠ 959/1985,ΑΠ 1520/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 330 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στις ενστάσεις που προτάθηκαν, καθώς και σε εκείνες, που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν. Από τις ενστάσεις που δεν προτάθηκαν εξαιρούνται οι στηριζόμενες σε αυτοτελές δικαίωμα που δύναται να ασκηθεί και με κύρια αγωγή. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο όλες οι προταθείσες ενστάσεις, ασχέτως της νομικής τους θεμελίωσης. Από εκείνες που δεν προτάθηκαν, καλύπτονται: α) όλες οι ενστάσεις εκτός δικονομικού δικαίου, β) όλες οι καταχρηστικές ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που στηρίζονται επί απλών πραγματικών περιστατικών και γ) όλες οι γνήσιες αυτοτελείς ή αυθύπαρκτες ενστάσεις, δηλαδή εκείνες που, όπως και οι καταχρηστικές στηρίζονται επί απλού πραγματικού γεγονότος, αλλά περαιτέρω στηρίζουν διαπλαστικό δικαίωμα του εναγομένου, ώστε να αποτελούν παραλλήλως και ενστάσεις υπό ουσιαστική έννοια. Όλες αυτές οι ενστάσεις, είτε αφορούν στις διαδικαστικές προϋποθέσεις, είτε αφορούν στο κατ’ ουσίαν βάσιμο της αγωγής, καλύπτονται από το δεδικασμένο. Η μη προταθείσα ένσταση καλύπτεται από το δεδικασμένο, εφόσον ήταν δυνατόν να προταθεί κατά την διάρκεια προηγουμένης δίκης, εφόσον δηλαδή υπήρχαν έκτοτε όλα τα απαιτούμενα για την θεμελίωσή της γεγονότα, έστω και αν ο διάδικος τα αγνοούσε υπαιτίως ή ανυπαιτίως (ΑΠ 243/2018, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 1017/2001). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 440 και 441 ΑΚ συνάγεται ότι το διαπλαστικό δικαίωμα της προτάσεως του συμψηφισμού δημιουργείται από τη στιγμή που δύο αντίθετες απαιτήσεις που πληρούν τις προϋποθέσεις του συμψηφισμού θα συνυπάρξουν. Ο δικαιούχος της κάθε απαίτησης έχει, συνεπώς, από το χρονικό αυτό σημείο το δικαίωμα να αποσβέσει την απαίτηση του δανειστή του, προτείνοντας την ανταπαίτησή του σε συμψηφισμό. Με την πρότασή του αυτή επέρχεται απόσβεση των αμοιβαίων απαιτήσεων, στο μέτρο κατά το οποίο καλύπτονται, αναδρομικώς, ανεξάρτητα από το αν θα γίνει ή όχι αποδεκτή από εκείνον στον οποίο απευθύνεται. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι οι προϋποθέσεις του μονομερούς συμψηφισμού είναι: α) η αμοιβαιότητα των απαιτήσεων, β) το ομοειδές του αντικειμένου των απαιτήσεων αυτών, γ) το έγκυρο, νομικώς τέλειο και ληξιπρόθεσμό τους και δ) το επιτρεπτό του συμψηφισμού. Ειδικότερα, ως προς την αμοιβαιότητα των απαιτήσεων σημειώνεται ότι ο δανειστής της μιας απαίτησης πρέπει να είναι ο οφειλέτης της απαίτησης, κατά της οποίας προτείνεται ο συμψηφισμός και αντιστρόφως, ο δανειστής της δεύτερης απαίτησης πρέπει να είναι οφειλέτης της πρώτης (ΑΠ 844/2021 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι απαιτήσεις που συμψηφίζονται πρέπει να είναι ληξιπρόθεσμες, γίνεται, όμως, δεκτό ότι ληξιπρόθεσμη πρέπει να είναι η ανταπαίτηση, όχι και η απαίτηση, ενώ δεν επιβάλλεται να είναι εκκαθαρισμένες. Αυτονόητο είναι ότι βασικό στοιχείο του συμψηφισμού είναι η ύπαρξη και η εγκυρότητα των συμψηφιζομένων απαιτήσεων. Έτσι, αν μία από τις απαιτήσεις δεν υπάρχει ή η σχετική σύμβαση από την οποία πηγάζει είναι άκυρη, ο συμψηφισμός δεν επιφέρει απόσβεση της άλλης απαιτήσεως. Η πρόταση του συμψηφισμού μπορεί να λάβει χώρα είτε εξώδικα είτε ενώπιον του δικαστηρίου, με τη μορφή ενστάσεως, με την οποία και μόνο ενεργεί (ΑΚ 442). Όταν ο εναγόμενος επικαλείται, κατά τη διάρκεια της δίκης, συμψηφισμό που έχει λάβει χώρα εξώδικα, πριν από την έναρξη της δίκης, δεν υπάρχει ουσιαστικά ένσταση συμψηφισμού, αλλά απλή ένσταση εξοφλήσεως διά του συμψηφισμού, η οποία υπάγεται στη ρύθμιση των κοινών ενστάσεων κατά το δικονομικό δίκαιο (ΑΠ 1454/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση, όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, άλλως απορρίπτεται και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Επομένως, για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαίτησης που έχει ως βάση είτε περισσότερες της μιας καταβολές, είτε τον συμψηφισμό περισσότερων της μιας ανταπαιτήσεων του ενιστάμενου κατά του ενάγοντος, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικά τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό (ΑΠ 381/2014, ΑΠ 1522/2011) και ειδικά για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από τη σχέση εργασίας, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να μνημονεύονται και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αιτούσα με τον μοναδικό λόγο της ανακοπής της εκθέτει ότι με την από 29-8-2023 εξώδικό της, που επέδωσε στην καθ’ ης την 30η-8-2023, πρότεινε προς συμψηφισμό οικονομικές απαιτήσεις που διατηρεί κατ’ αυτής και συγκεκριμένα: α) απαιτήσεις συνολικού ποσού 3.750,00€ από δικαστική δαπάνη που έχει επιδικασθεί υπέρ της, βάσει των αναφερόμενων στο δικόγραφο δικαστικών αποφάσεων, β) απαίτηση ποσού 58.604,11€ από οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης για το διάστημα από 1-3-2016 έως και 31-8-2023, λόγω της αυθαίρετης και παρά την εκπεφρασθείσα αντίθεση της αιτούσας, χρήση του ακινήτου της τελευταίας από την καθ’ ης, ως οικίας της, κείμενου τούτου στην ……… Αττικής και γ) απαίτηση ποσού 281.913,00€ από παράνομη εκ μέρους της καθ’ ης ανάληψη χρημάτων από κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί με τον αδερφό της, ο οποίος περιείχε κοινά με την αιτούσα χρήματα και παράνομη ιδιοποίηση του ως άνω ποσού, πράξη για την οποία ο αδερφός της έχει καταθέσει κατά της καθ’ ης την από 20-4-2017 έγκλησή του και η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης. Ότι οι ως άνω απαιτήσεις της κατά της καθ’ ης είναι υπέρτερες των απαιτήσεων που διατηρεί η τελευταία κατ’ αυτής, συνολικού ποσού 42.415,86€, προερχόμενων εξ εργατικών απαιτήσεων της, που της επιδικάσθηκαν με την υπ’ αριθμ. 3805/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας (για το αναγνωριστικό της σκέλος και για το ποσό των 14.609,94 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων) εκδόθηκε η ανακοπτόμενη υπ’ αριθμ. 609/2023 διαταγή πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας και συνεπώς αυτές έχουν εξοφληθεί στο σύνολό τους, διά συμψηφισμού.
Από τις χωρίς όρκο επ’ ακροατηρίω καταθέσεις της δικαστικής συμπαραστάτριας και της καθ’ ης, από όλα τα έγγραφα, που νομίμως προσάγουν και επικαλούνται οι διάδικοι, εκ των οποίων άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, πιθανολογούνται τα ακόλουθα: Με την υπ’ αριθμ. 3805/2023 απόφασή του το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, αφού εξαφάνισε την υπ’ αριθμ. 314/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών – εργατικών διαφορών), κρατώντας και δικάζοντας την από 23-6-2016 αγωγή της καθ’ ης η αίτηση κατά της αιτούσας, δέχθηκε αυτή εν μέρει, υποχρέωσε την αιτούσα να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 9.890,76€ νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή και αναγνώρισε ότι η αιτούσα υποχρεούται να καταβάλει στην καθ’ ης το ποσό των 9.359,94€, που αφορά οφειλόμενα επιδόματα αδείας και την 100% προσαύξηση των αποδοχών αδείας και το ποσό των 5.250,00€, το οποίο αφορά οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, ήτοι το συνολικό ποσό των 14.609,94€, νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση αυτή. Ακολούθως, δυνάμει της ως άνω απόφασης και του αναγνωριστικού σκέλους αυτής, η καθ’ ης κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής, εξεδόθη δε η ανακοπτόμενη υπ’ αριθμ. 609/2023 Διαταγή Πληρωμής της Δικαστή του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας, με την οποία η αιτούσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ ης η αίτηση το ποσό των 14.609,94 ευρώ, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων και ακολούθως, αντίγραφο εξ απογράφου πρώτου εκτελεστού της ανωτέρω διαταγής πληρωμής με την από 19-12-2023 επιταγή προς εκτέλεση τής επιδόθηκε στις 19-12-2023. Όσον αφορά το πρώτο σκέλος του λόγου της ανακοπής, περί εξόφλησης διά συμψηφισμού της απαίτησης της καθ’ ης με επιδικασθέντα υπέρ της αιτούσας δικαστικά έξοδα, δυνάμει δικαστικών αποφάσεων, πιθανολογείται ότι: Δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1461/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, δημοσιευθείσας την 22α-3-2023, η καθ’ ης αίτηση καταδικάσθηκε στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, ποσού 500,00€, δυνάμει των υπ’ αριθμ. 2904/2020 και 3050/2020 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, η καθ’ ης υποχρεώθηκε να καταβάλει στην αιτούσα το ποσό των 44,00€ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη και τέλος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. 473/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, δημοσιευθείσας την 22α-3-2022, η καθ’ ης αίτηση καταδικάσθηκε στη δικαστική δαπάνη της αιτούσας, ποσού 2.300,00€. Όσον αφορά δε την επικαλούμενη από την αιτούσα υπ’ αριθμ. 262/2020 απόφαση του Αρείου Πάγου και την επιδικασθείσα με αυτή δικαστική δαπάνη, ποσού 500,00€, πιθανολογείται ότι απαραδέκτως προβλήθηκε η σχετική απαίτηση προς συμψηφισμό κατά της καθ’ ης, καθ’ όσον διάδικος στη σχετική δίκη, αντίδικος της αιτούσας και ως εκ τούτου οφειλέτης της σχετικής αξίωσης της αιτούσας εκ δικαστικής δαπάνης δεν ήταν η καθ’ ης, αλλά έτερο πρόσωπο. Ο ισχυρισμός της αιτούσας περί εξόφλησης της απαίτησης της καθ’ ης, για μέρος της οποίας εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής, διά συμψηφισμού με τις ανωτέρω ανταπαιτήσεις της ιδίας, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως απαράδεκτος. Τούτο δε διότι, όσον αφορά τις απαιτήσεις δικαστικής δαπάνης της αιτούσας εκ των υπ’ αριθμ. 2904/2020 και 3050/2020 αποφάσεων του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και εκ της υπ’ αριθμ. 473/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, δημοσιευθείσας την 22α-3-2022, απαραδέκτως προτείνεται η σχετική ένσταση, καθ’ όσον αυτή ήταν δυνατό να προταθεί κατά τη διάρκεια της δίκης ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών την 1η-11-2022, ότε και συζητήθηκαν (κατόπιν της εκδοθείσας υπ’ αριθμ. 473/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθμ. 6443/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών) οι εφέσεις που είχαν ασκήσει αμφότερες οι διάδικοι κατά της υπ’ αριθμ. 314/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατόπιν εξαφάνισης της τελευταίας, δικάσθηκε η από 23-6-2016 αγωγή της καθ’ ης κατά της αιτούσας και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της αιτούσας να της καταβάλει το ποσό των 14.609,94€, νομιμοτόκως, για το οποίο, ακολούθως, εξεδόθη η ανακοπτόμενη διαταγή, δεδομένου ότι υπήρχαν έκτοτε (1-11-2022) όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωση της σχετικής ανταπαίτησης της αιτούσας την αναστολή γεγονότα, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα και στις νομικές σκέψεις της παρούσας. Κατά συνέπεια, η μη προταθείσα ένσταση εξόφλησης καλύπτεται από το δεδικασμένο, κατ’ άρθρ. 330 ΚΠολΔ, που απορρέει από την υπ’ αριθμ. 3805/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε τελεσιδίκως η ύπαρξη της επίδικης απαίτησης της καθ’ ης, για την οποία (για το αναγνωριστικό σκέλος αυτής) εξεδόθη ακολούθως η ανακοπτόμενη διαταγή. Όσον αφορά δε την ένσταση εξόφλησης που προέβαλε, κατά το μέρος που αφορά τον συμψηφισμό της απαίτησής της για δικαστική δαπάνη ποσού 500,00€, που της επιδικάσθηκε δυνάμει της υπ’ αριθμ. 1461/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία δεν καλύπτεται από το δεδικασμένο, αυτή πιθανολογείται, ομοίως, ότι θα απορριφθεί ως απαράδεκτη, λόγω της αοριστίας της, δοθέντος ότι, όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη της παρούσας, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται για τη θεμελίωση της ένστασης, κατά τρόπο γενικό, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό, αλλά πρέπει να μνημονεύονται τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία, εν προκειμένω δε δεν εξειδικεύεται από την αιτούσα ποια συγκεκριμένη απαίτηση της καθ’ ης, εκ των περιλαμβανόμενων στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής (προσαύξηση αποδοχών αδείας, αποζημίωση απόλυσης, οι οποίες, σημειωτέον, δεν είναι ακατάσχετες και επιτρέπεται γι’ αυτές ο συμψηφισμός), εξοφλήθηκε διά του συμψηφισμού με την ως άνω ανταπαίτηση της ίδιας. Αναφορικά με την ένσταση εξόφλησης των απαιτήσεων της καθ’ ης διά συμψηφισμού με ανταπαίτηση της αιτούσας, ποσού 58.604,11€ από οφειλόμενη αποζημίωση χρήσης για το διάστημα από 1-3-2016 έως και 31-8-2023, λόγω της αυθαίρετης και παρά την εκπεφρασθείσα αντίθεση της αιτούσας, χρήση του ακινήτου της τελευταίας του ευρισκόμενου στην ……… Αττικής από την καθ’ ης, ως οικίας της, αυτή πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι, παρότι συνιστά αποσβεστικό της κύριας απαίτησης λόγο, δεν αποδεικνύεται αμέσως (παραχρήμα) η βασιμότητά του, με έγγραφο ή με δικαστική ομολογία της καθ’ ης, όπως επιτάσσει η διάταξη του άρθρου 933 παρ. 5 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω, αφού στην προκείμενη περίπτωση η καθ’ ης δεν ομολογεί την επικαλούμενη απόσβεση της απαίτησής της με συμψηφισμό ανταπαίτησης της αιτούσας έναντι αυτής, ενώ ουδόλως προσκομίζονται έγγραφα, προερχόμενα από την καθ’ ης – επισπεύδουσα την εκτέλεση, που να αποδεικνύουν αμέσως τον ισχυρισμό της αιτούσας περί απόσβεσης των απαιτήσεων της καθ’ ης. Τέλος, όσον αφορά την προταθείσα ένσταση εξόφλησης διά συμψηφισμού με απαίτηση της αιτούσας, ποσού 281.913,00€, από παράνομη εκ μέρους της καθ’ ης ανάληψη χρημάτων από κοινό τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί η αιτούσα με τον αδερφό της, ο οποίος περιείχε, κατά τους ισχυρισμούς της, κοινά με αυτή χρήματα και παράνομη ιδιοποίηση του ως άνω ποσού, πράξη για την οποία ο αδερφός της έχει καταθέσει κατά της καθ’ ης έγκληση και η υπόθεση εκκρεμεί στο στάδιο της ανάκρισης, αυτή, ομοίως, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί ως απαράδεκτη, προεχόντως για τον λόγο ότι εξ ουδενός στοιχείου δεν πιθανολογείται η ύπαρξη αμοιβαιότητας των σχετικών απαιτήσεων, ήτοι ότι ο οφειλέτης της μίας είναι ο δανειστής της άλλης, αφού από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αιτούσα ήταν δικαιούχος των χρημάτων που κατά τους ισχυρισμούς της φέρεται να ιδιοποιήθηκε παράνομα η καθ’ ης.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν πιθανολογείται η ευδοκίμηση του μοναδικού λόγου της ασκηθείσας ανακοπής κατά της εκδοθείσας σε βάρος της αιτούσας διαταγής πληρωμής, της οποίας ζητείται η αναστολή, πρέπει, ανεξαρτήτως πιθανολόγησης ανεπανόρθωτης βλάβης αυτής, η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της αιτούσας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 εδάφιο τελευταίο του νόμου 4194/2013 «Κώδικας Περί Δικηγόρων» και αυτή του άρθρου 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της αιτούσας τα δικαστικά έξοδα της καθ’ ης η αίτηση, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εκατόν εβδομήντα (170,00) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στην Καλλιθέα, την 27 Φεβρουάριου 2024, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
