βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίαςΜονομελές Εφετείο Αθηνών 1111/2024

Περίληψη: Μετά την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσης, οπότε συναναιρούνται. Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ’ αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως. Και στην περίπτωση αυτήν, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι. Υπερημερία εργοδότη. Ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος απόληψης μισθών υπερημερίας, λόγω κακόβουλης παράλειψης του ενάγοντος να βρει εργασία. Για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική. Τρόποι άρσης της υπερημερίας εργοδότη. Ο εργαζόμενος δεν έχει κατ’ αρχήν υποχρέωση να δεχτεί οποιαδήποτε άλλη εργασία ή να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας για να απαλλαγεί ο εργοδότης του από την πληρωμή των οφειλόμενων σ’ αυτόν μισθών υπερημερίας. Τι απαιτείται να επικαλεστεί και αποδείξει ο εργοδότης για την ευδοκίμησή της. Η σύναψη εκ μέρους του εργαζομένου, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία. Ο εργοδότης δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του. Κρίση ότι τα επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δεν μπορούν να θεμελιώσουν την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος απόληψης μισθών υπερημερίας, αφού ο ενάγων το επίδικο χρονικό διάστημα είχε βρει μόνιμη εργασία. Το γεγονός ότι η εργοδότρια, παρά τις αποφάσεις των δικαστηρίων, δεν προέβη σε καμία ενέργεια για να άρει την υπερημερία της, δεν μπορεί να αποβεί σε βάρος του εργαζομένου, δηλαδή δεν καθιστά από μόνη της καταχρηστική την προσφυγή του τελευταίου στα δικαστήρια και την αξίωση να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας, ακόμα και εάν αυτοί (μισθοί υπερημερίας) αφορούν μεγάλο χρονικό διάστημα, όπως εν προκειμένω (οκτώ έτη από την έναρξη της υπερημερίας). Ισχυρισμός εργοδότριας ότι, εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, οι μισθοί υπερημερίας του ενάγοντος πρέπει να αναπροσαρμοστούν στο μισό ενόψει του ότι συντρέχει περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των περιστατικών (άρθ. 288 και 388 ΑΚ). Απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμο. Δέχεται την έφεση του εργαζόμενου. Δέχεται εν όλω την αγωγή του. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 16.101,89 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

1111/2024

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 3ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ειρήνη Κατινιώτη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Νικόλαο Καλαντζή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Φεβρουαρίου 2024 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……… του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός ……… αρ. …, με ΑΦΜ ………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο του Γεωργίου- Μιχαήλ, με ΑΜ ΔΣΑ 29922.

ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………» και δ.τ. «……… Α.Ε.», που εδρεύει στη ……… Θεσσαλονίκης (………) και έχει ιδρύσει και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα (οδός ………, αριθμ. …), νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Μουντζουρώνη του Κωνσταντίνου, με ΑΜ ΔΣΑ 17807.

Ο ενάγων και ήδη καλών- εκκαλών, με την από 18-12-2014 (με γενικό και ειδικό αριθμ. κατ. δικ. …/…/2015) αγωγή του, που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγόμενης και ήδη καθ’ ης η κλήση – εφεσίβλητης, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 344/2017 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 18- 4-2017 έφεσή του προς το Δικαστήριο αυτό, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου με γενικό και ειδικό αριθμό κατάθεσης δικ. …/…/2017.

Επί της ανωτέρω εφέσεως, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2927/2019 οριστική απόφαση του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία.

Κατά της παραπάνω αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, ο ενάγων άσκησε την από 30-10-2020 αίτηση αναίρεσης (με γενικό και ειδικό αριθμό κατ. ενδ. μέσου …/…/2020), επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2115/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2′ Πολιτικό Τμήμα), η οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση (2927/2019 ) του Δικαστηρίου τούτου και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Ήδη δε, επαναφέρεται για συζήτηση, με την από 23-1-2023 (αρ. καταθ. δικ. …/…/2023) κλήση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος, η οποία προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 7ης-3-2023, οπότε και αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν ως ανωτέρω και κατέθεσαν εμπρόθεσμα έγγραφες προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ένδικη υπόθεση νόμιμα εισάγεται προς εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με την από 23-1-2023 κλήση του ενάγοντος- εκκαλούντος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 580 παρ. 3 και 581 παρ.1. ΚΠολΔ, μετά την έκδοση της με αριθμό 2115/2022 αποφάσεως του Αρείου Πάγου, με την οποία αναιρέθηκε η με αριθμό 2927/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου αυτού Εφετείου, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: «Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτήν ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν». Ακολούθως, στη διάταξη του άρθρου 581 παρ. 2 ΚΠολΔ, ορίζεται ότι: «Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β. ΚΠολΔ». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι μετά την παραδοχή της αιτήσεως αναιρέσεως οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή). Η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή ως προς τα κεφάλαιά της που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα κεφάλαια ως προς τα οποία χώρησε αναίρεση της αποφάσεως, οπότε συναναιρούνται. Τα παράπονα που είχαν διατυπωθεί ως λόγοι εφέσεως και ως αναιρετικοί λόγοι κατ’ αρχήν καλύπτονται από το δεδικασμένο της αναιρετικής αποφάσεως. Και στην περίπτωση αυτήν, αν είχαν γίνει δεκτά ως αναιρετικοί λόγοι, τότε το δικαστήριο της παραπομπής δεσμεύεται να τα δεχτεί και ως βάσιμους λόγους της εφέσεως, ενώ αν είχαν απορριφθεί ως αναιρετικοί λόγοι είναι ως λόγοι εφέσεως απαράδεκτοι (ΑΠ 251/2016, ΑΠ 1476/2012, ΑΠ 738/2012). Τέλος, το εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, εφόσον η αναιρετική απόφαση δεν ασχολήθηκε με το διαδικαστικό ζήτημα του εμπροθέσμου της εφέσεως ως προϋποθέσεως του παραδεκτού της, θα (επαν)εξετάσει την εν λόγω διαδικαστική προϋπόθεση (Εφ.Πειρ 650/2015, ΕφΑθ 7478/2013, ΕΑ 4924/2012, ΕφΑθ 2994/2006 δημ. ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Με την κρινόμενη από 18-12-2014 αγωγή, κατά το μέρος που εν προκειμένω ενδιαφέρει και ερευνάται με τους λόγους της έφεσης ο ενάγων ιστορούσε ότι δυνάμει της υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικης απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η εναγομένη – εργοδότριά του μετέβαλλε μονομερώς και βλαπτικά για τον ίδιο (ενάγοντα) τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, μη αποδεχόμενη δε, τις προσφερόμενες υπηρεσίες του με τους πριν την μεταβολή όρους, κατέστη υπερήμερη, οφείλοντάς του, μεταξύ άλλων, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Ακολούθως ισχυριζόταν ότι η εναγόμενη συνέχισε να τελεί σε κατάσταση υπερημερίας, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να προσφύγει εκ νέου στο δικαστήριο με την άσκηση δύο επιπλέον αγωγών, κατόπιν των οποίων εκδόθηκαν οι υπ’ αριθμ. 1790/2013 και 3642/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με τις οποίες η εναγομένη υποχρεώθηκε να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας για τα χρονικά διαστήματα από 27-10-2009 έως 26-12-2012 και από 27-12-2012 έως 17-10-2014. Με βάση το ιστορικό αυτό και με την πρόσθετη επίκληση ότι η εναγομένη δεν έχει εισέτι άρει την υπερημερία της και μετά το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς το ποσό των 24.307,74 ευρώ, το οποίο έλαβε από την εργασία του σε άλλο εργοδότη κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, το οποίο αφαιρεί από το αρχικώς αιτούμενο με την αγωγή ποσό, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 16.101,89 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στις μηνιαίες αποδοχές του (μισθούς υπερημερίας), καθώς και στις αποδοχές για τα δώρα εορτών και τα επιδόματα αδείας του χρονικού διαστήματος από 18-10-2014 έως 17-10-2016, με το νόμιμο τόκο, από το χρόνο που οι ως άνω μηνιαίες αποδοχές κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί στη δικαστική του δαπάνη. Κατόπιν της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 344/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενη την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που είχε προβάλει η εναγομένη. Κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονείτο ο ενάγων, με την από 18-4-2017 έφεσή του, που άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2927/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία, η έφεση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε στην ουσία. Κατά της ως άνω αποφάσεως, ο ενάγων άσκησε την από 30-10-2020 αίτηση αναίρεσης, κατόπιν της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2115/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2′ Πολιτικό Τμήμα), με την οποία απορρίφθηκε ο τέταρτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο ενάγων ισχυριζόταν, εν συνάψει, ότι από την υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών απέρρεε δεδικασμένο και ως προς το ύψος των μηνιαίων αποδοχών του, ενώ αντιθέτως κρίθηκαν βάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης. Πιο συγκεκριμένα, κρίθηκε ότι η προσβαλλομένη υπ’ αριθμ. 2927/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 1, 19 και 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όσον αφορά την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, ενώ δεν συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα που είχαν προσκομίσει οι διάδικοι, και συνακόλουθα η ανωτέρω απόφαση (2927/2019) του Δικαστηρίου αυτού, αναιρέθηκε στο σύνολό της και παραπέμφθηκε η υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο Δικαστή.

Ενόψει των ανωτέρω και με δεδομένη την επάνοδο των διαδίκων στην προ της συζητήσεως της εφέσεώς τους, μετά την οποία εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση, κατάσταση, πρέπει κατά το παρόν δικονομικό στάδιο, να επανελεγχθεί το τυπικά παραδεκτό της εφέσεως, η εκκρεμοδικία της οποίας αναβίωσε, εντός των ορίων της αναιρετικής απόφασης.

Η κρινόμενη από 18-4-2017 έφεση, με την οποία πλήττεται η με αριθμό 344/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 495, 499, 511, 513 παρ.1 εδαφ. β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ.2, 520 παρ.1 του ΚΠολΔ), με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 18.4.2017, πριν την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης, αφού τέτοια επίδοση δεν επικαλούνται οι διάδικοι, ούτε άλλωστε προκύπτει οίκοθεν από τα προσκομιζόμενα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά μέσα, εντός της προβλεπόμενης στη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προθεσμίας των δύο (2) ετών από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης, που έλαβε χώρα στις 6.3.2017. Συνεπώς, η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή. Ακολούθως, χωρίς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης κατά το σκέλος αυτού που αφορά τον ισχυρισμό ότι το δεδικασμένο που απορρέει από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση (4893/2012) καλύπτει και το ύψος των αποδοχών του ενάγοντος, επί τη βάση των οποίων υπολογίζονται οι αιτούμενοι μισθοί υπερημερίας, καθώς ο λόγος αυτός, όπως προαναφέρθηκε, προβλήθηκε και ως αναιρετικός λόγος και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμος και συνεπώς ως καλυπτόμενος από το δεδικασμένο της αναιρετικής απόφασης (κατά κυριολεξία ενδοδιαδικαστική δέσμευση), δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως το Δικαστήριο της παραπομπής. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν οι λοιποί λόγοι της έφεσης.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της άσκησής του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, εις τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει δυσμενείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Μόνη όμως η αδράνεια του δικαιούχου, έστω και μακροχρόνια, ακόμη και εάν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται καταφανώς των ορίων που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. Η δε κατά τα άνω επιχειρούμενη από τον δικαιούχο εκ των υστέρων ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης, απαιτείται να έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη, χωρίς να είναι απαραίτητο να προκαλούνται αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001, ΑΠ 308/2020). Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματος του (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 626/2020, ΑΠ 472/2020). Δεν είναι, όμως, νόμιμος ο ισχυρισμός περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατά το άρθρο 281 του ΑΚ, όταν ουσιαστικά τα επικαλούμενα περιστατικά δεν αναφέρονται στον τρόπο άσκησης του δικαιώματος, αλλά κωλύουν τη γέννηση ή καταλύουν το δικαίωμα, ώστε να πλήττουν αυτή την ίδια την ύπαρξη του δικαιώματος, το οποίο φέρεται ότι ασκείται καταχρηστικά, αφού στην περίπτωση αυτή ο ισχυριζόμενος τα ανωτέρω αρνείται απλά ή αιτιολογημένα την ύπαρξη του δικαιώματος και κατά συνέπεια δεν μπορεί να γίνει λόγος για καταχρηστική άσκηση αυτού από τον αντίδικό του (ΑΠ 1475/2022, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 1884/2013). Εξάλλου, κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013: «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις, ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού». Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ενστάσεως του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 223/2014). Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική ( ΑΠ 1331/2022, ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 394/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 142/2007). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 349, 350, 352, 648 και 656 του ΑΚ προκύπτει ότι η υπερημερία του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού παύει α) με την αποδοχή της εργασίας του εργαζομένου, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου υπό τους προϋφιστάμενους όρους της μεταξύ τους σύμβασης εξαρτημένης εργασίας γ) με την καθοιονδήποτε τρόπο λύση της σύμβασης εργασίας, περίπτωση που συντρέχει και όταν ο εργοδότης καταγγείλει εγκύρως τη σύμβαση εργασίας, τηρώντας τις νόμιμες διατυπώσεις (έγγραφο, καταβολή αποζημίωσης) και δ) με την περιέλευση του εργαζομένου για πραγματικούς ή νομικούς λόγους σε περίπτωση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 144/2019). Η σύναψη εκ μέρους του εργαζομένου, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγουμένου, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ. β’ του ΑΚ δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του (ΑΠ 2115/2022).

Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα ανταπόδειξης που εξετάστηκε νομοτύπως ενώπιον του ακροατήριου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και η οποία (κατάθεση) περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω δικαστηρίου, και από την επανεκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, τα οποία χρησιμεύουν είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι υπ’ αριθμ. …, …/26-1-2010, …/29-1-2010, …/20-2-2012 και …/26-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και οι οποίες έχουν ληφθεί στο πλαίσιο άλλων δικών μεταξύ των αυτών διαδίκων, μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη την 6η-3-1997 από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……… ΟΕ», που διατηρούσε ο πατέρας του και οι δύο αδελφοί του, η οποία παρήγε, εισήγε και εμπορευόταν πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη. Τον Ιανουάριο του έτους 2001 η παραπάνω εταιρεία άλλαξε εταιρική μορφή και μετατράπηκε σε Α.Ε με την επωνυμία «……… ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ – ………», ενώ την 19-5-2003 απορροφήθηκε από την εναγομένη εταιρεία που έτσι υπεισήλθε στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις της απορρροφηθείσης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και της συμβάσεως του ενάγοντος. Όταν ο τελευταίος, προσελήφθη από την προαναφερθείσα ΟΕ είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων στη ……………. Τεχνολογική Σχολή, αποκτώντας το σχετικό δίπλωμα, προσελήφθη δε αρχικά ως βοηθός Ηλεκτρολόγου και εργάσθηκε αρχικά στην παραγωγή μέχρι το έτος 2001. Από το έτος 2001 και εφεξής, ο ενάγων εργαζόταν στο τμήμα διανομών και μάλιστα ως προϊστάμενος του τμήματος τούτου, έχοντας ως καθήκοντα τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, τον προγραμματισμό των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, την παραγγελιοληψία δια της επικοινωνίας με όλο το πελατολόγιο της Νοτίου Ελλάδος και τον παράλληλο έλεγχο των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εναγομένης. Την ίδια ακριβώς θέση συνέχισε να κατέχει και μετά τη γενόμενη, κατά τα ανωτέρω, την 19-5-2003 απορρόφηση της «……… Α.Ε.Β.Ε.» από την εναγομένη Α.Ε. Πλην όμως η εναγομένη, όλως αιφνιδίως και ενώ ο ενάγων απουσίαζε από την εργασία του έχοντας λάβει κανονική άδεια, τοποθέτησε στην έως τότε θέση αυτού (ενάγοντος) τον μέχρι τότε υφιστάμενο του ………, ενέργεια της οποίας αυτός (ενάγων) έλαβε γνώση μετά την επιστροφή του περί την 27-10-2008 από τη χορηγηθείσα σ’ αυτόν κανονική άδεια, οπότε του ανακοινώθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της (εναγομένης) ότι η εναγομένη είχε μονομερώς αποφασίσει τη μεταφορά του, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη και μάλιστα στη θυγατρική της εταιρεία «……… ΑΒΕΕ» όπου θα παρείχε τις υπηρεσίες του σε χειρωνακτική εργασία ως εργάτης, μεταβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό μονομερώς και βλαπτικά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε άμεσα στην εναγόμενη για την προαναφερθείσα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, δηλώνοντάς της ότι αυτός εμμένει στην προσφορά των υπηρεσιών του, όπως προσέφερε αυτές και προ της συντελεσθείσας βλαπτικής μεταβολής και ότι αυτή θα περιέλθει σε υπερημερία μη αποδεχόμενη αυτές. Τα ανωτέρω διαγνώσθηκαν τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 4893/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως, από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, της από 27-11-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. …/…/1-12-2008) αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων και ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας, παράγεται, ως προς αυτά δεδικασμένο. Με την ίδια ανωτέρω απόφαση υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρνείται μέχρι σήμερα να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος (με τους προ της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής όρους), καθώς και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να είναι υπερήμερη. Η εναγομένη, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, την οποία επαναφέρει και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρο 240 ΚΠολΔ, με τις έγγραφες προτάσεις της. Προς θεμελίωση της ενστάσεως αυτής, (η εναγομένη) επικαλείται διάφορα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά εκτίμηση αυτών, συνοψίζονται στο ότι ο ενάγων: α) δεν διέθετε κάποια ιδιαίτερα προσόντα ή εξειδίκευση, και συνεπώς θα μπορούσε μέσα στο επίδικο χρονικό διάστημα και μετά από 6 έτη από την αποχώρησή του από την εναγομένη να εξεύρει άλλη θέση εργασίας και μάλιστα σε άλλους κλάδους πλην της αποθήκης ή σε εταιρείες με αποθήκες που δεν έχουν αντικείμενο το πλαστικό. Άλλωστε και άλλοι εργαζόμενοι της εναγομένης που αποχώρησαν περίπου το ίδιο χρονικό διάστημα με τον ενάγοντα, μεταξύ των οποίων και συγγενικά πρόσωπα του τελευταίου, κατάφεραν να ανεύρουν άμεσα εντός μηνός νέα θέση εργασίας, β) Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την ίδια αγγελίες, αλλά και λόγω του γεγονότος ότι η οικογένεια του (ενάγοντος) έχει ιστορία στην αγορά πλαστικού, διατηρώντας μεγάλη επιχείρηση με αυτό το αντικείμενο δραστηριότητας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, είχε την αντικειμενική δυνατότητα και τις κατάλληλες γνωριμίες να εξεύρει άμεσα, μια ισότιμη και ανάλογη θέση εργασίας, όπως άλλωστε έπραξαν και συγγενικά του πρόσωπα. Ωστόσο, ο ενάγων, όπως διατείνεται η εναγόμενη, δόλια και κακόβουλα απέφυγε να βρει άλλη εργασία, με σκοπό να επωφεληθεί των μισθών υπερημερίας και γ) έχει ήδη εισπράξει μισθούς υπερημερίας που αντιστοιχούν σε χρονικό διάστημα που ξεπερνά τα έξι χρόνια και ανέρχονται συνολικά στο ύψος των 110.000 ευρώ. Συνεπώς, η επίδικη αξίωση να λάβει και πάλι μισθούς υπερημερίας, χωρίς να έχει εργαστεί ούτε μια ημέρα, συνιστά συμπεριφορά που υπερβαίνει τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αφού οφείλεται σε κακοβουλία, αποτελώντας μια προσπάθεια να πλουτίσει σε βάρος της, επιβαρύνοντάς την υπέρμετρα και δυσανάλογα κατά τρόπο που υπερακοντίζει το σκοπό του δικαιώματος του για απόληψη μισθών υπερημερίας. Ως προς τους ανωτέρω ισχυρισμούς σημειώνονται τα ακόλουθα: Ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο εργαζόμενος δεν έχει κατ’ αρχήν υποχρέωση να δεχτεί οποιαδήποτε άλλη εργασία ή να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας για να απαλλαγεί ο εργοδότης του από την πληρωμή των οφειλόμενων σ’ αυτόν μισθών υπερημερίας, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η εναγομένη, το επίδικο χρονικό διάστημα, ο ενάγων δεν παρέμενε θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντος αδικαιολόγητα και κακόβουλα να ανεύρει γενικά άλλη εργασία, αφού όπως αναφέρει (και μάλιστα κατ’ αντιφατικό τρόπο) και η εναγομένη στην ανωτέρω ένστασή της, ο ενάγων, στο πλαίσιο συζήτησης της προηγούμενης από 13-8-2013 ομοίου περιεχομένου αγωγής του, δήλωσε ότι κατάφερε να βρει μόνιμη θέση εργασίας από τον Ιούλιο του έτους 2014, αφαιρώντας μάλιστα, εν συνεχεία, όπως προαναφέρθηκε, από τις επίδικες αξιώσεις, το ποσό που κέρδισε από την εργασία αυτή. Ως εκ τούτου, δεν καθίσταται σαφές που κατατείνουν οι ισχυρισμοί της εναγομένης που αναφέρονται ανωτέρω στο υπό στοιχείο α (δηλαδή ότι ο ενάγων κακόβουλα απέφυγε να ανεύρει (γενικά) μια θέση εργασίας), ήτοι, υπό ποία έννοια τα ανωτέρω επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά δύνανται να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, αφού ο ενάγων το επίδικο χρονικό διάστημα (18-10-2014 έως 17-10-2016) είχε ανεύρει μόνιμη εργασία. Ακολούθως, διευκρινίζεται ότι ο ενάγων δεν «αποχώρησε» το έτος 2008 από την εργασία του στην εναγομένη, όπως επίσης εσφαλμένως υπολαμβάνει η τελευταία, αλλά αντιθέτως, ως είχε εκ του νόμου δικαίωμα, προσέφερε τις υπηρεσίες του, με τους πριν τη μονομερή βλαπτική μεταβολή όρους, υπηρεσίες όμως τις οποίες δεν αποδέχθηκε και εξακολουθεί να μην αποδέχεται η εναγομένη, λόγος άλλωστε για τον οποίο κατέστη υπερήμερη. Το γεγονός δε, ότι η εναγομένη, παρά τις αποφάσεις των δικαστηρίων, δεν προέβη σε ουδεμία ενέργεια για να άρει την υπερημερία της, χωρίς μάλιστα να παρέχει κάποια εξήγηση για τη δικονομική αυτή συμπεριφορά της, δεν δύναται να αποβεί σε βάρος του ενάγοντος, δηλαδή δεν καθιστά από μόνη της καταχρηστική την προσφυγή του τελευταίου στα δικαστήρια και την αξίωση να του καταβληθούν μισθοί υπερημερίας, ακόμα και εάν αυτοί (μισθοί υπερημερίας) αφορούν μεγάλο χρονικό διάστημα και ο ενάγων έχει ήδη εισπράξει για την αιτία αυτή το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό. Επομένως, οι ισχυρισμοί της εναγομένης που αναφέρονται στο υπό στοιχ. γ δεν αρκούν από μόνοι τους να θεμελιώσουν την ένσταση του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή, με άλλα λόγια, δεν δύναται να αξιωθεί από τον ενάγοντα – εργαζόμενο να παύσει να διεκδικεί τους μισθούς υπερημερίας, όσο αδικαιολογήτως διαρκεί η υπερημερία του εναγομένου – εργοδότη και να θεωρηθεί ότι από μόνη την παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος παύει να ισχύει (αυτοδικαίως) η σύμβαση εργασίας του και οι αξιώσεις που απορρέουν από αυτή, όπως, εμμέσως πλην σαφώς, διατείνεται η εναγομένη. Περαιτέρω και επιπροσθέτως αναφέρονται τα ακόλουθα: Η εναγομένη προς απόδειξη του ισχυρισμού της ότι ο ενάγων μπορούσε ευχερώς να ανεύρει το επίδικο χρονικό διάστημα μια ισότιμη ή ανάλογη εργασία με αυτήν που παρείχε στην ίδια, επικαλείται και προσκομίζει αγγελίες αναρτημένες σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας, ενώ επιπροσθέτως επικαλείται την εμπορική δραστηριότητα που είχε αναπτύξει η οικογένεια του ενάγοντος στο χώρο της αγοράς πλαστικού, γεγονός που κατά την άποψη της εναγόμενης, εξασφάλιζε στον ενάγοντα την αντικειμενική δυνατότητα και τις κατάλληλες γνωριμίες να εξεύρει άμεσα, μια ισότιμη και ανάλογη θέση εργασίας, όπως άλλωστε έπραξαν και συγγενικά του πρόσωπα. Ωστόσο, οι ανωτέρω αγγελίες δεν συνιστούν ισότιμη ή ανάλογη προσφορά εργασίας, ενώ η εργασιακή συμπεριφορά και οι επιλογές των συγγενών του ενάγοντος, δεν δύναται να αποδείξουν ότι ο ενάγων αδικαιολόγητα και κακόβουλα απέφυγε να επιδιώξει την εύρεση ισότιμης ή ανάλογης εργασίας που θα του απέδιδε αντίστοιχες αποδοχές με αυτές που εισέπραττε από την εναγομένη. Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων το επίδικο χρονικό διάστημα παρείχε τις υπηρεσίες του σε άλλο εργοδότη, λαμβάνοντας μηνιαίως κατά μέσο όρο το ποσό των 800 ευρώ, χωρίς παράλληλα να αποδειχθεί ότι μπορούσε ευχερώς να εξεύρει ισότιμη ή ανάλογη απασχόληση που θα του απέφερε μηνιαίως το ποσό των 1.435,09 ευρώ που αποκόμιζε από την εργασία του στην εναγομένη. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη το επίδικο χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα και ότι το αιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό για μισθούς υπερημερίας θα είχε δυσμενείς συνέπειες για αυτήν, δεδομένου ότι από τα οικονομικά στοιχεία που προσκομίζει η εναγόμενη (βλ. ισολογισμούς) προκύπτει ότι η καθαρή θέση της εταιρείας στις 31-12-2014 ανερχόταν στο ποσό των 6.463.624,51 ευρώ και στις 31-12-2015 στο ποσό των 6.672.111,23 ευρώ. Συνοψίζοντας τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη, το επίδικο χρονικό διάστημα, δεν είχε επιδιώξει να παύσει την υπερημερία της, με κάποιο προβλεπόμενο από το νόμο τρόπο, ενώ η καταβολή των μισθών υπερημερίας που αξιώνει ο ενάγων δεν θα της επέφερε δυσμενείς επιπτώσεις, δεδομένου ότι η οικονομική της κατάσταση ήταν και είναι καλή, γεγονός άλλωστε που, επί της ουσίας, δεν αμφισβητεί ούτε η ίδια η εναγομένη. Ο ενάγων δε, απασχολείτο σε άλλη εργασία, αφαιρώντας μάλιστα από τις επίδικες αξιώσεις το ποσό που έλαβε από την εργασία του αυτή και συνεπώς δεν μπορεί να υποστηριχθεί βασίμως ότι παρέμεινε θεληματικά άνεργος αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας για να εισπράξει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται, ενώ επιπροσθέτως δεν αποδείχθηκε ότι μπορούσε ευχερώς να ανεύρει μια ισότιμη εργασία με τις αντίστοιχες αποδοχές με αυτές που εισέπραττε από την εναγομένη. Υπό τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, καθίσταται σαφές ότι δεν βρίσκει έδαφος εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτομένης ως ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης της εναγομένης. Ακολούθως ως προς το εριζόμενο ζήτημα του ύψους των μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος αναφέρονται τα ακόλουθα. Ο ενάγων υπολογίζει τους μισθούς υπερημερίας με βάση τις τελευταίες μηνιαίες αποδοχές που του κατέβαλε η εναγομένη το έτος 2008, οι οποίες, όπως προαναφέρθηκε, ανέρχονταν στο ποσό των 1.435,09 ευρώ. Η εναγομένη, επικαλούμενη επικουρικά τις διατάξεις των άρθρων 288 και 388 ΑΚ, ισχυρίζεται, εν συνόψει, ότι εξαιτίας της οικονομικής κρίσης που εκδηλώθηκε από το έτος 2010, οι μισθοί των εργαζομένων μειώθηκαν και συνεπώς ενόψει του ότι συντρέχει περίπτωση απρόοπτης μεταβολής των περιστατικών στα οποία στηρίχθηκαν τα μέρη, οι μισθοί υπερημερίας του ενάγοντος πρέπει να αναπροσαρμοστούν από το δικαστήριο στο ποσό των 700 με 800 ευρώ μηνιαίως. Ωστόσο, και ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης κρίνεται απορριπτέος, καθόσον αφενός κάποιοι από τους εργαζομένους που αναφέρει προς σύγκριση η εναγομένη (βλ. ………, ………) προσλήφθηκαν το έτος 2012 και 2013 αντίστοιχα, δηλαδή εν μέσω της οικονομικής κρίσης και μάλιστα όχι από την εναγομένη, αλλά από την θυγατρική της εταιρεία «………», αφετέρου όπως και η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται καταβάλει μισθούς ύψους 1400-1500 ευρώ σε υψηλόβαθμα στελέχη της εταιρείας με αυξημένα τυπικά προσόντα και με πολλά έτη θητείας στην εταιρεία, όπως ο Διευθυντής Πωλήσεων και ο Προϊστάμενος Λογιστηρίου, ενώ επιπροσθέτως, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μισθοδοτικές καταστάσεις Μαΐου 2016, η εναγομένη, παρά την επικαλούμενη οικονομική κρίση, κατέβαλε στον αναγραφόμενο ως (απλό) υπάλληλο της εταιρείας ……… αποδοχές ύψους 920,79 ευρώ (και συνολικά για το μήνα Μάιο το ποσό των 1.215,79 ευρώ) και στον οδηγό ……… αποδοχές ύψους 1.016,86 ευρώ και συνολικά για το μήνα Μάιο το ποσό των 1.466,86 ευρώ. Επομένως, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων -ο οποίος κατείχε τη θέση του Προϊσταμένου του τμήματος διανομέων, έχοντας εμπειρία στο χώρο που δραστηριοποιείτο η εναγομένη, προσληφθείς το έτος 1997- θα ελάμβανε το επίδικο χρονικό διάστημα, με τη συναίνεσή του το ποσό των 700-800 ευρώ, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εναγομένη. Σε κάθε δε περίπτωση, σημειώνεται ότι μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, στον οποίο, όπως προαναφέρθηκε, προέβη νομίμως ο ενάγων, ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγομένης προβάλλεται αλυσιτελώς, καθόσον τελικά, οι αιτούμενες μηνιαίες αποδοχές (υπερημερίας) του ενάγοντος, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, δεν υπερβαίνουν το ποσό των 654 ευρώ (πέραν της αναλογίας του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016, και των αποδοχών του Οκτωβρίου 2016, διαφορές όμως που είναι αμελητέες, υπό την έννοια ότι δεν αναιρούν τα ανωτέρω). Συνεπώς, στον ενάγοντα, οφείλονται για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 18-10-2014 έως 17-10-2016 τα ακόλουθα ποσά: Α) Για το έτος 2014: για το μήνα Οκτώβριο το ποσό των 654,24 ευρώ (1.435,09 : 25 =57,4 X 18 = 1.033,2 – 378,96 που έλαβε=654,24), για το μήνα Νοέμβριο το ποσό των 613,5 ευρώ (1.435,09 – 821,59 που έλαβε), για το μήνα Δεκέμβριο το ποσό των 606,17 (1.435,09 – 828,92 ευρώ). Για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων δεν οφείλεται κάποιο ποσό, καθόσον ο ενάγων αιτείται να του καταβληθεί για την αιτία αυτή το ποσό των 472,35 ευρώ, πλην όμως έχει λάβει από την άλλη εργασία του για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 543,31 ευρώ, ενώ δεν αιτείται με την αγωγή επίδομα αδείας. Συνεπώς, για το έτος 2014 του οφείλεται συνολικά το ποσό των 1.873,91 ευρώ. Για το έτος 2015: για μισθούς υπερημερίας το συνολικό χρηματικό ποσό των 7.000,29 ευρώ {ήτοι Ιανουάριος 1.435,09 ευρώ – 857,75= 577,34, Φεβρουάριος 1.435,09 – 826,75= 608,34, Μάρτιος 1.435,09 – 809,60= 625,49, Απρίλιος 1.435,09 – 796,08= 639,01, Μάιος 1.435,09 – 781,20= 653,89, Ιούνιος 1.435,09 – 857,75= 577,34, Ιούλιος 1.435,09 – 915,41= 519,68, Αύγουστος 1.435,09 – 872,92= 562,17, Σεπτέμβριος 1.435,09 -857,75= 577,34, Οκτώβριος 1.435,09 – 883,59= 551,5, Νοέμβριος 1.435,09 -852,56= 582,53 και Δεκέμβριος 1.435,09 – 909,43= 525,66 ευρώ}. Για δώρο Πάσχα το ποσό των 241,34 ευρώ (747,44 – 506,10), για δώρο Χριστουγέννων το ποσό των 645,45 ευρώ (1.494,88 – 849,43) και επίδομα αδείας το ποσό των 307,97 ευρώ (717,55 – 409,58) και συνολικά για το έτος 2015 το ποσό των 8.195,05 ευρώ και για το έτος 2016: για μισθούς υπερημερίας το συνολικό χρηματικό ποσό των 5.899,89 ευρώ {ήτοι Ιανουάριος 1.435,09 ευρώ – 895,63= 539,46, Φεβρουάριος 1.435,09 – 857,76= 577,33, Μάρτιος 1.435,09 – 909,43= 525,66, Απρίλιος 1.435,09 – 893,72= 541,37, Μάιος 1.435,09 – 895,63= 539,46, Ιούνιος 1.435,09 – 894,13= 540,96, Ιούλιος 1.435,09 – 857,75= 577,34, Αύγουστος 1.435,09 – 927,35= 507,74, Σεπτέμβριος 1.435,09 – 857,75= 577,34 και Οκτώβριος 1.435,09 – 461,86= 973,23}, για δώρο Πάσχα το ποσό των 214,03 ευρώ (747,44 – 533,41), για επίδομα αδείας το ποσό των 272,71 ευρώ (717,55 -444,84) και για αναλογία δώρου Χριστουγέννων το ποσό των 1.070,26 ευρώ και συνολικά για το έτος 2016 το ποσό των 7.456,89 ευρώ. Συνολικά δε, για όλες τις ως άνω αιτίες του οφείλεται το ποσό των 17.525,85 ευρώ, πλην όμως θα του καταβληθεί το αιτούμενο ποσό των 16.101,89 ευρώ. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος που προέβαλε η εναγομένη, έσφαλε κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και εκτίμησε πλημμελώς τις αποδείξεις, δεκτών γενομένων των σχετικών λόγων έφεσης και συνεπώς πρέπει να εξαφανιστεί και αφού κρατηθεί και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο η αγωγή πρέπει αυτή να γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των 16.101,89 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για μεν τα ποσά που αφορούν τους μισθούς υπερημερίας από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν, για τα δώρα Χριστουγέννων από την επόμενη ημέρα της τελευταίας ημέρας (31η Δεκεμβρίου) του οικείου έτους, ήτοι για το δώρο Χριστουγέννων 2015 και 2016 από την 1η Ιανουαρίου 2016 και 1η Ιανουαρίου 2017 αντίστοιχα, για τα Δώρα Πάσχα από την επομένη ημέρα της 30ης Απριλίου του έτους που αφορούν, ήτοι από την 1η Μαΐου 2016 και 1η Μαΐου 2017 αντίστοιχα και για το επίδομα αδείας 2015 και 2016 από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους, ήτοι από 1η Ιανουαρίου 2016 και 1η Ιανουαρίου 2017 αντίστοιχα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος – εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, κατόπιν σχετικού αιτήματος του τελευταίου, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης – εφεσίβλητης λόγω της ήττας της (176, 183, 191 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το άρθρο 63 επ. του ν. 4194/2013), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 18-4-2017 έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και εν μέρει κατ’ ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 344/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ την αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό χρηματικό ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εκατόν ένα ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (16.101,89), με το νόμιμο τόκο από τότε που καθένα από τα επιμέρους κονδύλια που το απαρτίζουν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας και μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγόμενης τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων είκοσι ευρώ (2.020).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαρτίου 2024 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies