Περίληψη: Επίσχεση εργασίας. Ως καταχρηστικώς ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη. Ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επισχέσεως, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης. Η σύναψη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη εκ μέρους του εργαζομένου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγουμένου. Μεταβίβαση επιχείρησης. Κριτήρια και αξιολόγησή τους. Ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στον νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας. Η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους των εναγόντων δεν ήταν καταχρηστική. Δέχεται ισχυρισμό των εναγόντων περί μεταβίβασης επιχείρησης. Δέχεται την έφεση των εργαζόμενων. Επιδικάζει στους εργαζόμενους σε βάρος του διάδοχου εργοδότη το συνολικό ποσό των 117.755,34 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός 1320/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑ 5ο)

Αποτελούμενο από το Δικαστή Νικόλαο Μήλιο, Εφέτη, τον οποίο όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Θεώνη Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα, την 26η Οκτωβρίου 2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ:    1)……. του ……, κατοίκου …….. (οδός …..), 2)……. του ……., κατοίκου ……. (οδός ……), 3)…… του ……., κατοίκου …… (οδός ……….), 4)……. του …….., κατοίκου …….. (οδός ……), 5)…… του ….., κατοίκου ……. (οδός …..), 6)…….. του …….., κατοίκου …….. (οδός ….), οι οποίοι στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βλαχόπουλο, βάσει δηλώσεως.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….», που έχει την έδρα της στην ……. (οδός …… και …… και ήδη οδός …….) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γραμμένο, 2)της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «…….», που έχει την έδρα της στην …… (λεωφ. ……) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Περσεφόνη Μπούνα.

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……..», που έχει την έδρα της στην …….. (οδός …..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευστάθιο Γραμμένο.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1)……. του ……., κατοίκου …….. (οδός …….), 2)……. του ……., κατοίκου ……… (οδός ….), 3)……. του ……, κατοίκου …… (οδός …….), 4)……. του …….., κατοίκου ……. (οδός …..), 5)…… του ……, κατοίκου …….. (οδός …….), 6)…….. του ……., κατοίκου …….. (οδός …..), οι οποίοι στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Βλαχόπουλο, βάσει δηλώσεως.

Οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες-εφεσίβλητοι, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 7.1.2016 (με αριθμό κατάθεσης …./…./2016) αγωγή και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, με την υπ’ αριθ. 2486/2019 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη.

Ήδη τόσο οι εκκαλούντες-ενάγοντες, με την από 22.6.2020 (με αριθμό κατάθεσης …./……/2020) έφεσή τους, που κατέθεσαν στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όσο και η εκκαλούσα-πρώτη εναγόμενη, με την από 16.12.2020 (με αριθμό κατάθεσης ……/…./2020), προσέβαλαν την απόφαση αυτή και οι οποίες προσδιορίστηκαν να συζητηθούν αρχικά για τις 24.11.2020 και για τις 16.3.2021, αντίστοιχα, οπότε και η συζήτησή της πρώτης από αυτές αναβλήθηκε για τις 16.3.2021, οπότε και η συζήτησή τους ματαιώθηκε λόγω της αναστολής λειτουργίας και των Πολιτικών Δικαστηρίων και προσδιορίστηκαν οίκοθεν κατ’ άρθρο 83 παρ. 2,3 του ν. 4790/2021 για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκαν στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση την υποθέσεων στο ακροατήριο, κατά την οποία εκφωνήθηκαν νόμιμα με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των εφεσίβλητων της από 22.6.2020 έφεσης και της εκκαλούσας της από 16.12.2020 έφεσης αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος των εκκαλούντων της από 22.6.2020 έφεσης και των εφεσίβλητων της από 16.12.2020 έφεσης ύστερα από μονομερείς δηλώσεις του, που έγιναν σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 1649/1986, δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση των υποθέσεων στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι δύο υπό κρίση, από 22.6.2020 (με αριθμό κατάθεσης …../……/2020) και από 16.12.2020 (με αριθμό κατάθεσης …./…../2020), εφέσεις κατά της υπ’ αριθμ. 2486/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 7.1.2016 (με αριθμό κατάθεσης …../……/2016) αγωγή των εκκαλούντων-εφεσίβλητων εναντίον των εφεσίβλητων-εκκαλούσας έχουν ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1 β, 516, 518 παρ.1, 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται επίδοση της εκκαλουμένης ούτε προσκομίζουν σχετική έκθεση επίδοσης ενώ εξάλλου από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (30.12.2019) μέχρι και την άσκηση των εφέσεων (στις 22.6.2020 και στις 20.12.2020, αντίστοιχα) δεν έχει παρέλθει διετία. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτές και πρέπει να εξεταστούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων τους κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.

ΙΙ. Με την από 7.1.2016 αγωγή, οι ενάγοντες ιστορούσαν ότι προσελήφθησαν από την πρώτη εναγόμενη, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και στις αναφερόμενες στην αγωγή ημερομηνίες ο καθένας από αυτούς, προκειμένου να της παρέχουν τις υπηρεσίες τους ως υπάλληλοι και με τα ειδικότερα καθήκοντα που περιγράφονται στην αγωγή για τον καθένα από αυτούς, έναντι μηνιαίου μισθού (οι 1ος, 3ος, 5η) και έναντι ημερομισθίου (οι 2°ς, 4ος, 6ος), κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην αγωγή. Ότι παρείχαν τις ως άνω υπηρεσίες τους μέχρι τις 10.3.2015 (ο 1ος) και μέχρι τις 22.5.2015 (οι λοιποί), οπότε και προέβησαν σε επίσχεση εργασίας λόγω οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών τους από την πρώτη εναγόμενη. Ότι μετά από αναγκαστική εκτέλεση της αναφερόμενης στην αγωγή διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου εισέπραξαν το μεγαλύτερο μέρος των οφειλόμενων σε αυτούς ποσών στις αρχές Νοεμβρίου του 2015. Ότι στις 17.11.2015 (ο 1ος) και στις 11.11.2015 (οι λοιποί) κάλεσαν με εξώδικες δηλώσεις την πρώτη εναγόμενη να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους πλην όμως η τελευταία αρνήθηκε να πράξει αυτό. Ότι στις 24.11.2015 η πρώτη εναγόμενη τους δήλωσε με εξώδικη δήλωση ότι η ανωτέρω επίσχεση εργασίας ήταν καταχρηστική και ότι οι συμβάσεις εργασίας τους είχαν λυθεί λόγω καταγγελίας από τους ενάγοντες κατά το χρόνο άσκησης της επίσχεσης και της αδικαιολόγητης απουσίας τους από την εργασία τους από την έναρξη της επίσχεσης και μετά. Ότι η άρνηση της πρώτης εναγόμενης να αποδεχθεί τις υπηρεσίες τους συνιστά καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους από αυτή, που έγινε άτυπα και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Ότι τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης και ένα ακόμα πρόσωπο που αναφέρονται στην αγωγή είχαν ιδρύσει τη δεύτερη εναγόμενη, η οποία συνέχισε την επιχειρηματική λειτουργία της πρώτης εναγόμενης με τη μεταβίβαση σε αυτή των αναφερόμενων στην αγωγή στοιχείων. Ότι ενόψει των ανωτέρω η πρώτη εναγόμενη μεταβιβάστηκε στις 30.11.2015 στη δεύτερη εναγόμενη. Ζήτησαν, λοιπόν και με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις και όπως περιορίστηκαν τα αιτήματα της αγωγής στον πρώτο βαθμό: α)να αναγνωριστεί ότι η άσκηση της επίσχεσης εργασίας τους ήταν νόμιμη, β)να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 24.11.2015 καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, γ)να αναγνωριστεί ότι συνδέονται με τη δεύτερη εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δ)να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει ως δεδουλευμένες αποδοχές και ως αποδοχές υπερημερίας από 1.5.2015 έως 31.12.2017, στον 1° 21.109,06 ευρώ, στον 2° 25.949,08 ευρώ, στον 3° 14.046,08 ευρώ, στον 4° 9.262,94 ευρώ, στην 5η 25.188,26 ευρώ και στον 6° 23.142,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, ε)να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει, σε ολόκληρο με τη δεύτερη εναγόμενη, ως μέρος των ανωτέρω ποσών από 1.5.2015 έως 30.11.2015 (χρόνος υλοποίησης της ανωτέρω μεταβίβασης), στον 1° 5.728,95 ευρώ, στον 2° 8.413,77 ευρώ, στον 3° 5.728,95 ευρώ, στον 4° 4.214,07 ευρώ, στην 5η 6.994,70 ευρώ και στον 6° 6.899,64 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής, στ)να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνηθείσες υπηρεσίες τους, επ’ απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της με την υποχρέωσή της αυτή και επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι συμβάσεις εργασίας τους είχαν λυθεί ή είναι άκυρες, 1)να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να καταβάλουν ως αποζημίωση απόλυσης, σε ολόκληρο η καθεμία, στον 1° το ποσό των 4.783,33 ευρώ, στον 2° 6.589,92 ευρώ, στον 3° 4.783,33 ευρώ, στον 4° 7.128,33 ευρώ, στην 5η 9.053,33 ευρώ και στον 6° 8.881,60 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 24.11.2015 διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής και 2)να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να τους χορηγήσουν πιστοποιητικά εργασίας, επ’ απειλή εναντίον τους χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε μέρα άρνησης συμμόρφωσής τους με την υποχρέωση αυτή. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών      διαφορών, με την εκκαλουμένη απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη. Κατά της παραπάνω αποφάσεως παραπονούνται με τις ένδικες εφέσεις τους τόσο οι εκκαλούντες-ενάγοντες όσο και η εκκαλούσα-πρώτη εναγόμενη για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου, όσον αφορά την έφεση των εναγόντων, να γίνει δεκτή στο σύνολό της η ως άνω αγωγή και όσον αφορά την έφεση της πρώτης εναγόμενης να απορριφθεί στο σύνολό της η ως άνω αγωγή.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) λήφθηκαν “μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου”. Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως “μεταβίβαση” θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων  με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως “μεταβιβάζων” (“εκχωρητής”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως “διάδοχος” (“εκδοχέας”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η “υπόστασή” τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το “περιεχόμενο” τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της “μεταβίβασης” ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια “οικονομική οντότητα”. Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άϋλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ.) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1850/2006). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ’ αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 Klarenberg). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 “περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ” (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018). Επομένως ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998). Οι ως άνω διατάξεις του άρθρου 4 παρ.1 και 2 του Π.Δ/τος 178/2002 συνιστούν διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, αποσκοπώντας στην προστασία του περιεχόμενου της εργασιακής σχέσης, και συνακόλουθα είναι άκυρη η συμφωνία μεταξύ του μεταβιβάζοντος και των εργαζομένων, βάσει της οποίας οι τελευταίοι παραιτούνται από συμβατικές τους αξιώσεις, όταν η συμφωνία αυτή έχει ως αιτία τη μεταβίβαση και στοχεύει στο ν’ αποτραπεί η υπεισέλευση του νέου φορέα στο σύνολο των υφισταμένων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έναντι των εργαζομένων. Εξ άλλου σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθ’ εαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Αυτό, βέβαια, δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, όσες απολύσεις είναι αναγκαίο να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανωτικούς, που συνεπάγονται μεταβολές του εργατικού δυναμικού (παρ. 1 εδ. β’). Σε κάθε περίπτωση, όμως, αν η σύμβαση ή η σχέση εργασίας καταγγελθεί, λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζόμενου, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι εργαζόμενοι, των οποίων λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ. οι θέσεις εργασίας παύουν να υφίστανται στην υπηρεσία του μεταβιβάζοντος, οφείλουν, κατ’ αρχήν, να συνεχίσουν την παροχή της εργασίας τους με τους ίδιους όρους στην υπηρεσία του διαδόχου, στην οποία μεταφέρονται οι θέσεις εργασίας (που εκ των πραγμάτων είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οικονομική δραστηριότητα που μεταβιβάζεται). Όπως αναφέρθηκε όμως, η μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ. επέρχεται με πρωτοβουλία του εργοδότη, χωρίς να είναι αναγκαία η συναίνεση των εργαζομένων. Ως εκ τούτου, συνιστά μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας (ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017) και κατά συνέπεια, εάν η μεταβολή αυτή είναι βλαπτική των όρων εργασίας του εργαζομένου, ο τελευταίος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2112/1920 έχει όλα τα πλεονεκτήματα που θα είχε, εάν στην καταγγελία προέβαινε ο ίδιος ο εργοδότης (βλ. σχετικά με όλα τα παραπάνω Α.Π. 444/2019 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr). Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (και εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Το δικαίωμα όμως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για το οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (βλ. σχετικά με τα παραπάνω Α.Π. 1248/2015 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr). Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ( ΑΠ 324/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010, ΑΠ 1153/2009). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους. Περαιτέρω, όταν ο μισθωτός απέχει από την εργασία του, ύστερα από νόμιμη δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει δικαίωμα να θεωρήσει λυμένη την σύμβαση (εργασίας) και εφόσον αποκρούει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου, χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης), καθίσταται υπερήμερος (ΑΠ 1203/1998 ΕλΔ 41.92). Η άρση της επισχέσεως γίνεται αυτοδικαίως είτε με την εκπλήρωση της υποχρεώσεως του εργοδότη, η οποία πρέπει να είναι πραγματική είτε με συμφωνία εργοδότη και εργαζομένου. Ο εργοδότης μισθωτού, εργαζόμενου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου που έχει ασκήσει δικαίωμα επισχέσεως, δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο τελευταίος εγκατέλειψε αυθαίρετα τη θέση του και να συναγάγει εξ αυτού ότι ο εργαζόμενος κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε να απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης απολύσεως ν. 2112/20 και του ν. 3198/55 (ΑΠ 1803/1987 ΕΕΔ 48.176, ΑΠ 1412/1986 ΕΕΔ 46.817, βλ. σχετικά με τα παραπάνω Α.Π. 1114/2017 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr). Τέλος, η σύναψη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη εκ μέρους του εργαζομένου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγουμένου, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ. β του ΑΚ δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του. Ωσαύτως η αναζήτηση και ανεύρεση άλλης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, που επιβάλλεται άλλωστε για λόγους βιοπορισμού αυτού, δεν καθιστά καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ τη συνέχιση της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών εκ μέρους του προηγούμενου εργοδότη και κατά συνέπεια δεν αίρει την υπερημερία του τελευταίου (βλ. σχετικά με τα αμέσως παραπάνω Α.Π. 324/2017 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr).

IV. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, της από 27.9.2016 ένορκης βεβαίωσης του ……… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών -η οποία ελήφθη μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη, κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κλήτευση των εναγομένων από τους ενάγοντες να παραστούν σε αυτή (βλ. σχετικά τις υπ’ αριθ. 6098 …../.9.2016 και ……/22.9.2016 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι ενάγοντες)- της από 11.4.2017 ένορκης βεβαίωσης του …….. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών -η οποία ελήφθη εντός της προθεσμίας αντίκρουσης των ισχυρισμών των διαδίκων μετά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κλήτευση των εναγομένων από τους ενάγοντες να παραστούν σε αυτή (βλ. σχετικά τη γνωστοποίηση που έγινε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και η οποία καταχωρήθηκε στα από 6.4.2017 ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά)- της από 5.4.2017 ένορκης βεβαίωσης του …….. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Αγγελικής Ψημίτη -η οποία ελήφθη μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κλήτευση των εναγόντων να παραστούν σε αυτή (βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. …../31.3.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Μιχαήλ Γεωργάκη, που προσκομίζει και επικαλείται η πρώτη εναγόμενη- και της από 11.4.2017 ένορκης βεβαίωσης του ……. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθήνας Αγγελικής Ψημίτη -η οποία ελήφθη εντός της προθεσμίας αντίκρουσης των ισχυρισμών των διαδίκων μετά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη, κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., κλήτευση των εναγόντων να παραστούν σε αυτή (βλ. σχετικά τη γνωστοποίηση που έγινε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της δεύτερης εναγόμενης κατά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό και η οποία καταχωρήθηκε στα από 6.4.2017 ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά)- σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία εδρεύει στην …… και δραστηριοποιείται στον τομέα της εμπορίας αυτοκινήτων και των μεταφορών. Ειδικότερα, η πρώτη εναγόμενη συνεστήθη στις 19.12.1972 από τις οικογένειες ………, όταν η μάρκα ……… εξαγοράσθηκε από τον όμιλο ……, αποτελεί συνέχεια της εταιρείας «………», που από το 1962 και μετά δραστηριοποιήθηκε στην εισαγωγή και αντιπροσωπεία των αυτοκινήτων ….. στην Ελλάδα, η διάρκεια της ορίσθηκε σε πενήντα (50) χρόνια και σκοπός της είναι : α) η αντιπροσώπευση στην Ελλάδα βιομηχανιών του εξωτερικού η του εσωτερικού, που παράγουν πάσης φύσεως αυτοκίνητα, ή οχήματα, επιβατικά, φορτηγά, η για αγροτική χρήση, λέμβους αλιείας ή αναψυχής, ανταλλακτικά αυτών ως και πάσης φύσεως μηχανήματα, β) η εισαγωγή και εμπορία πάντων των ανωτέρω ειδών στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή, γ) η ίδρυση βιομηχανιών ή βιοτεχνιών κατασκευής, συναρμολογήσεως, διασκευής και επισκευής των ανωτέρω ειδών και η εμπορία τούτων στην Ελλάδα και στην αλλοδαπή και δ) η συμμετοχή της εταιρείας σε οποιαδήποτε εταιρικού τύπου και οποιαδήποτε μορφής, ημεδαπής ή αλλοδαπής υφιστάμενα ή που πρόκειται να συσταθούν πρόσωπα που επιδιώκουν τους ανωτέρω ή συναφείς προς τούτους σκοπούς ή και η συνεργασία μετ’ ατόμων προς επίτευξη των άνω σκοπών. Το έτος 1998, στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης του δικτύου ……. στην Ελλάδα, η εταιρεία ανέλαβε την εμπορία αυτοκινήτων και ανταλλακτικών μάρκας ….., …… (επιβατικά και επαγγελματικά) και …… και αργότερα, το 2010 και ……, την παροχή υπηρεσιών τεχνικής εξυπηρέτησης μετά την πώληση («after sales») και τη (χονδρική και λιανική) πώληση ανταλλακτικών για τα εν λόγω αυτοκίνητα. Οι ενάγοντες προσελήφθησαν από την πρώτη εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου πλήρους απασχόλησης για να παρέχουν την εργασία τους σε αυτή με πλήρες ωράριο, ήτοι 8 ώρες ημερησίως και 40 ώρες κάθε εβδομάδα και με το σύστημα της πενθήμερης απασχόλησης. Ειδικότερα, ο πρώτος των εναγόντων προσελήφθη στις 5.6.2007 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του αποθηκάριου στο τμήμα ανταλλακτικών και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του, που συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε μήνα ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των 820 ευρώ. Ο δεύτερος των εναγόντων τυγχάνει από του έτους 1994 κάτοχος πτυχίου ηλεκτρολόγου-ειδικότητα ηλεκτρικού συστήματος αυτοκινήτων (βλ. σχετ. προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου ……./1994 αντίγραφο πτυχίου της Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αγίων Αναργύρων), προσελήφθη στις 19.6.2006 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου αυτοκινήτων, το νόμιμο ημερομίσθιό του ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των 43,45 ευρώ και οι δεδουλευμένες αποδοχές του συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα. Ο τρίτος των εναγόντων προσελήφθη στις 12.2.2007 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του αποθηκάριου στο τμήμα ανταλλακτικών και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές του, που συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε μήνα ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των οκτακόσιων είκοσι ευρώ 820 ευρώ. Ο τέταρτος των εναγόντων τυγχάνει από του έτους 1995 κάτοχος πτυχίου μηχανολόγου-ειδικότητα μηχανών αυτοκινήτου (βλ. σχετ. το προσκομιζόμενο με αριθμό πρωτοκόλλου …./1995 αντίγραφο πτυχίου της Τεχνικής Επαγγελματικής Σχολής Αγίου Δημητρίου), προσελήφθη στις 11.6.2007 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του μηχανοτεχνίτη αυτοκινήτων, το δε νόμιμο ημερομίσθιό του ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των 47 ευρώ και οι δεδουλευμένες αποδοχές του συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα. Η πέμπτη των εναγόντων προσελήφθη στις 25.11.2002 για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος γραφείου στο συνεργείο της πρώτης εναγόμενης και οι μικτές μηνιαίες αποδοχές της, που συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε μήνα ανέρχονταν για το επίδικο χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των 970 ευρώ. Ο έκτος των εναγόντων προσελήφθη στη 1.8.2003 για να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του πλύντη, το δε νόμιμο ημερομίσθιό του ανέρχονταν για το επίδικο

χρονικό διάστημα (έτος 2015 και εφεξής) στο ποσό των 36,60 ευρώ και οι δεδουλευμένες αποδοχές του συμφωνήθηκε να καταβάλλονται την 16η και 30η ημέρα κάθε ημερολογιακού μήνα (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα συμβάσεων εργασίας των εναγόντων, καταστάσεων λογαριασμών ασφαλισμένων και πίνακα προσωπικού της πρώτης εναγόμενης). Συνεπεία των ανωτέρω, ο δεύτερος και ο τέταρτος των εναγόντων κατά το χρόνο της πρόσληψής τους κατείχαν την απαιτούμενη επαγγελματική άδεια για την εκτέλεση της εργασίας που τους ανατέθηκε και ως εκ τούτου ο ισχυρισμός των εναγομένων περί ακυρότητας των συμβάσεων εργασίας τους λόγω αντίθεσης σε απαγορευτική διάταξη νόμου και σύνδεσης με την πρώτη εναγόμενη με απλή σχέση εργασίας πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Σε εκτέλεση των όρων των ανωτέρω συμβάσεων, που αναγγέλθηκαν στον Ο.Α.Ε.Δ., στις 5.6.2007, 19.6.2006, 12.2.2007, 11.6.2007, 25.11.2007 και στη 1.8.2003 αντίστοιχα (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα αναγγελιών πρόσληψης), οι ενάγοντες παρείχαν στην πρώτη εναγόμενη την εργασία τους με συνέπεια, ευσυνειδησία, υπευθυνότητα, συμμορφούμενοι στις εκάστοτε οδηγίες και υποδείξεις των ιεραρχικά προϊσταμένων τους και χωρίς να προκύψει ότι διατυπώθηκαν παράπονα και συστάσεις σχετικά με τον τρόπο εκτέλεσης της εργασίας τους και των ανατεθειμένων σε καθένα από αυτούς καθηκόντων. Παρά ταύτα, από το τέλος του έτους 2011 και εφεξής η πρώτη εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και να προβαίνει σε μη καθορισμένα χρονικά διαστήματα σε μερικές καταβολές έναντι των οφειλομένων. Συνεπεία τούτου, στις 10.3.2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη από τον πρώτο ενάγοντα (βλ. σχετ. τη με αριθμό …./10.3.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιώς Δημητρίου Τσανά) εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση, με την οποία γνωστοποίησε σε αυτή ότι είχε περιέλθει σε υπερημερία ως προς την καταβολή μέρους των αποδοχών του για τους μήνες Ιούλιο και Σεπτέμβριο του 2014 και Ιανουάριο του 2015 καθώς και ως προς το σύνολο των αποδοχών του για τους μήνες Αύγουστο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του 2014 και Φεβρουάριο του 2015, ότι του οφειλόταν για την ανωτέρω αιτία το ποσό των 4.567,08 ευρώ και ότι από την επόμενη της επίδοσης της εξώδικης δήλωσης θα ασκούσε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων αποδοχών του και την απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών που αναλογούν σε αυτές στον ασφαλιστικό του φορέα (βλ. αντίγραφο της από 10.03.2015 εξώδικης διαμαρτυρίας- πρόσκλησης-άσκησης δικαιώματος επίσχεσης εργασίας). Επίσης, στις 14.5.2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη από τους λοιπούς ενάγοντες (βλ. σχετ. τη με αριθμό …./14.5.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση, με την οποία κάλεσαν την πρώτη εναγόμενη εντός 7 ημερών από την επίδοση της να καταβάλει τις οφειλόμενες σε καθένα από αυτούς δεδουλευμένες αποδοχές, ποσού 7.885,71 ευρώ για τον δεύτερο ενάγοντα, 5.157,52 ευρώ για τον τρίτο ενάγοντα, 9.700 ευρώ για τον τέταρτο ενάγοντα, 6.306,72 ευρώ για την πέμπτη ενάγουσα και 7.000 ευρώ για τον έκτο ενάγοντα, ως αναλυτικά υπολογίζονται στην εξώδικη δήλωση, άλλως δήλωσαν ότι επρόκειτο να ασκήσουν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας (βλ. αντίγραφο της από 12.5.2015 εξώδικης διαμαρτυρίας-πρόσκλησης και δήλωσης). Η πρώτη εναγόμενη δεν εξόφλησε τις δεδουλευμένες αποδοχές των εναγόντων εντός της ταχθείσης από αυτούς προθεσμίας και για το λόγο αυτό άσκησαν επίσχεση εργασίας ο πρώτος από αυτούς την 11.3.2015 και οι λοιποί ενάγοντες την 22.5.2015, δηλαδή μετά την πάροδο της επταήμερης ταχθείσης προθεσμίας, το οποίο γνωστοποίησαν στην εργοδότρια με την από 22.5.2015 εξώδικη διαμαρτυρίας-πρόσκληση και δήλωση, που επιδόθηκε σε αυτή αυθημερόν (βλ. σχετ. τη με αριθμό …../22.5.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Περαιτέρω, οι ενάγοντες προσέφυγαν στην Επιθεώρηση Εργασίας και κατέθεσαν αίτηση στις 12.3.2015 οι πρώτος και τρίτος εξ αυτών και στις 6.3.2015 οι λοιποί ενάγοντες για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς λόγω δεδουλευμένων αποδοχών. Η εργατική διαφορά συζητήθηκε στις 5.5.2015 πλην όπως δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση, διότι η πρώτη εναγόμενη αν και αναγνώρισε της υφιστάμενες κατά το χρόνο εκείνο οφειλές των εργαζομένων και ζήτησε πίστωση χρόνου προκειμένου να καταθέσει έγγραφο υπόμνημα με το ακριβές ύψος της οφειλής για καθένα από τους ενάγοντες και πρόταση διακανονισμού για την εξόφληση τους, από τα έγγραφα που προσκομίσθηκαν δεν προέκυψε ότι διατυπώθηκε πρόταση της για τον τρόπο εξόφλησης των οφειλομένων (βλ. τα με αριθμούς …./6.3.2015 και …/12.3.2015 δελτία εργατικής διαφοράς του Τμήματος Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Νέας Ιωνίας και τα συνημμένα σε καθένα από αυτά έγγραφα-αιτήσεις διενέργειας εργατικής διαφοράς και καρτέλες λογαριασμού). Κατόπιν τούτου, στις 2.6.2015 οι ενάγοντες κατέθεσαν στο Ειρηνοδικείο Αμαρουσίου αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος της πρώτης εναγόμενης. Η αίτηση των εναγόντων έγινε δεκτή και στις 9.6.2015 εκδόθηκε η με αριθμό 420/2015 διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, με την οποία η πρώτη εναγόμενη διατάχθηκε να καταβάλει: Στον πρώτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 5.287,28 ευρώ, β)στον δεύτερο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 7.869,11 ευρώ, γ)στον τρίτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 5.148,31 ευρώ, δ)στον τέταρτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 9.390,22 ευρώ, ε)στην πέμπτη των εναγόντων το συνολικό ποσό των 6.206,72 ευρώ, στ)στον έκτο των εναγόντων το συνολικό ποσό των 6.981,23 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην ανωτέρω διαταγή πληρωμής. Στη συνέχεια, οι ενάγοντες επίσπευσαν αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της πρώτης εναγόμενης και στις 6.11.2015 ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους και ορισθείς με τις ανωτέρω εξώδικες δηλώσεις ως δεκτικός καταβολής εισέπραξε δυνάμει του από 17.6.2015 κατασχετηρίου που επιβλήθηκε στις τράπεζες και σε συνεργάτες-πελάτες της πρώτης εναγόμενης το ποσό των 53.891,24 ευρώ και το ποσό των 6.426,09 ευρώ με τραπεζικές επιταγές της τράπεζας ………… (βλ. αντίγραφα των από 6.11.2015 αιτήσεων έκδοσης τραπεζικής επιταγής). Στη συνέχεια, στις 13.11.2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη η από 11.11.2015 εξώδικη δήλωση και πρόσκληση των δεύτερου, τρίτου, τετάρτου, πέμπτης και έκτης των εναγόντων (βλ. σχετ. τη με αριθμό …./13.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), με την οποία γνωστοποίησαν σε αυτή ότι έθεταν τις υπηρεσίες τους στις διάθεση της και την κάλεσαν να τις αποδέχεται εφεξής σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων εργασίας τους. Επίσης, στις 18.11.2015 επιδόθηκε στην πρώτη εναγόμενη (βλ. σχετ. τη με αριθμό …../18.11.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), εξώδικη δήλωση του πρώτου ενάγοντος με το ανωτέρω περιεχόμενο. Στις 24.11.2015 επιδόθηκε στους ενάγοντες (βλ. σχετ. τις με  αριθμούς ……/24.11.2015, ……./24.11.2015, ………/24.11.2015, ………../24.11.2015, ………/24.11.2015 και ……/24.11.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Πειραιά Νικολάου Χρόνη —η 1η, η 4η και η 6η από αυτές-, του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σωτηρίου Σκευοφύλακα -η 2η και η 3η από αυτές- και της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Πρωτοδικείου Αθηνών Χριστίνας Πολυχρονοπούλου – η 5η από αυτές- αντίστοιχα) η από 23.11.2015 εξώδικη δήλωση-διαμαρτυρία της πρώτης εναγόμενης, με το κάτωθι περιεχόμενο : «…… Συνδεθήκαμε μαζί σας με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Έκαστος εξ’ υμών απασχολήθηκε στην εταιρεία μας σύμφωνα με την ειδικότητά του και του συμφωνημένους όρους των συμβάσεων εργασίας που μας συνέδεαν. Παρά το γεγονός ότι άπαντες εξ’ υμών γνωρίζατε άριστα τα πλείστα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε (και ακόμη αντιμετωπίζει) η εταιρεία μας και τις υπεράνθρωπες προσπάθειες που καταβάλλουμε προκειμένου αφ’ ενός να διασωθεί αυτή, αφ’ ετέρου να διατηρήσουμε τις θέσεις εργασίας του προσωπικού, ο πρώτος από εσάς στις 11-3-2015, οι δε λοιποί εξ’ υμών στις 22-5-2015 προβήκατε όλως καταχρηστικώς στην άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας σας, γεγονός το οποίο έπληξε ακόμη περισσότερο την ήδη προβληματική κατάσταση της επιχείρησής μας. Έχοντας λοιπόν καταχρηστικώς ασκηθεί το δικαίωμά σας οι συμβάσεις εκάστου εξ’ υμών ελύθησαν δια των εκ μέρους σας καταγγελιών αυτών, αποχωρώντας ουσιαστικά υμείς από την εταιρεία από το χρονικό σημείο άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, εκλαμβάνοντας τις συνεχείς και αδικαιολόγητες απουσίες σας ως οικειοθελή αποχώρησή σας από την εργασία σας. Κατόπιν τούτο η προσφορά της εργασίας σας τη Δευτέρα, 23-11-2015, ως προδήλως προσχηματική, δεν είναι δυνατόν να γίνει αποδεκτή. Επειδή και με την παρούσα διαμαρτυρόμαστε προς εσάς για την συμπεριφορά σας αυτή με τον πιο πανηγυρικό τρόπο,

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

επιφυλασσόμαστε παντός νομίμου δικαιώματος μας Διαμαρτυρόμαστε και με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο προς υμάς για την μέχρι σήμερα συμπεριφορά σας. Σας δηλώνουμε ότι η σύμβαση εργασίας εκάστου εξ’ υμών έχει ήδη λυθεί εξ’ υπαιτιότητάς σας και δη με την καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως της εργασίας σας και από το χρονικό σημείο ασκήσεως αυτής, εκλαμβάνοντας τις συνεχείς και αδικαιολόγητες απουσίες σας ως οικειοθελή αποχώρησή σας από την εργασία σας…….». Ο ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι είχε γνωστοποιήσει στους ενάγοντες τη λύση των συμβάσεων εργασίας τους ήδη κατά το χρόνο που άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης δεν επιρρωνύεται από κανένα στοιχείο και κρίνεται απορριπτέος. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους των εναγόντων δεν ήταν καταχρηστική, διότι αποδείχθηκε ότι υπήρχε χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης της συμβατικής υποχρέωσης της εργοδότριας για καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους και διότι πέρασε μεγάλο χρονικό διάστημα με καταβολές έναντι των αποδοχών τους, περιστατικά που δεν οφείλονταν σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία της εργοδότριας, δοθέντος ότι η ίδια στις προτάσεις της αναφέρει ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα ήδη από το έτος 2012 και συνεχώς μέχρι και το έτος 2015 (βλ. σχετ. σελίδες 13-31 των προτάσεων της πρώτης εναγόμενης στην παρούσα δίκη και σελίδες 11-29 των προτάσεων της πρώτης εναγόμενης στην πρωτοβάθμια δίκη). Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι η άσκηση επίσχεσης εργασίας εκ μέρους των εναγόντων προξένησε στην πρώτη εναγόμενη δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ενόψει του ότι η εταιρία συνέχισε τη δραστηριότητα της, ούτε ότι ασκήθηκε για ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ενόψει του ύψους των οφειλομένων αποδοχών, ως προαναφέρθηκε, ώστε να θεωρηθεί ότι η άσκηση του δικαιώματος εκ μέρους των εναγόντων ήταν αντίθετη στις αρχές της διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ., σύμφωνα και με τα  προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Εξάλλου, υπό την επίκληση της οικονομικής δυσπραγίας που αντιμετωπίζει μία επιχείρηση και μάλιστα όταν αυτή διαρκεί για σημαντικό διάστημα, όπως εν προκειμένω, δεν μπορεί να αξιωθεί από τους εργαζόμενους να συνεχίσουν να παρέχουν την εργασία τους επί σειρά μηνών, χωρίς να καταβάλλονται σε αυτούς οι αποδοχές αυτών, που κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής (άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ.) αποτελούν το μοναδικό πόρο βιοπορισμού αυτών και των οικογενειών τους, αφού υπό την εκδοχή αυτή το μισθολογικό κόστος λειτουργίας της επιχείρησης θα μετακυλιόταν σε βάρος των εργαζομένων. Αντιθέτως, ο εργοδότης οφείλει στο πλαίσιο της επιχειρηματικής του δραστηριότητας να προβεί στις ενδεδειγμένες ενέργειες προκειμένου να προβεί στη μείωση του κόστους λειτουργίας της επιχείρησής του και ειδικότερα του μισθολογικού, στην περίπτωση που αυτό είναι ο αποφασιστικός παράγων για διαδοχικές ζημιογόνες χρήσεις, περιλαμβανομένων, εφόσον τούτο ήθελε κριθεί αναγκαίο, και των μέτρων εφαρμογής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ή, τέλος, καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας μέρους του προσωπικού της επιχείρησης (βλ. σχετικά με τα αμέσως παραπάνω ΑΠ 145/2019 δημοσιευμένη στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr), ενέργειες στις οποίες δεν προέκυψε ότι προέβη η πρώτη εναγόμενη. Ο δε ισχυρισμός της πρώτης εναγόμενης ότι προκειμένου να διατηρήσει την βιωσιμότητα της και να ρυθμίσει τις οφειλές της κατέθεσε την 30:11.2015 αίτηση εξυγίανσης-άμεσης επικύρωσης συμφωνίας του άρθρου 99 του νόμου 3588/2007, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει καθώς επίσης και αίτηση ασφαλιστικών μέτρων περί λήψεως προληπτικών μέτρων δεν ασκεί έννομη επιρροή, διότι η κατάθεση αίτησης για τη λήψη μέτρων εξυγίανσης δεν καθιστά καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, δεν αίρει την υπερημερία του εργοδότη και συνεπώς διατηρούνται οι συνέπειες από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, αφού οι συμβάσεις εργασίας των εναγόντων δεν λύονται από το λόγο αυτό και απαιτείται καταγγελία από τον εργοδότη ήτοι την πρώτη εναγόμενη και ως εκ τούτου οι τελευταίοι νομίμως αξιώνουν αποδοχές υπερημερίας μέχρι την ως άνω ημερομηνία από την πρώτη εναγόμενη, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Περαιτέρω και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, στην περίπτωση που ο εργαζόμενος απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από το μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολύ δε περισσότερο αν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη σε επίσχεση, όπως στην προκειμένη περίπτωση που οι ενάγοντες με τις εξώδικες διαμαρτυρίες τους δήλωσαν στην εργοδότριά τους και πρώτη εναγόμενη ότι ασκούν το δικαίωμα επίσχεσης μέχρι την εξόφληση των δεδουλευμένων και αμέσως μετά το γεγονός αυτό προσέφεραν εκ νέου τις υπηρεσίες τους. Συνεπεία τούτου, η πρώτη εναγόμενη που θεώρησε τις συμβάσεις εργασίας των εναγόντων λυθείσες εκ μέρους τους, την οποία εσφαλμένα συνήγαγε από τη διαρκή απουσία εκ της εργασίας τους, η οποία ήταν δικαιολογημένη, ως προαναφέρθηκε, λόγω της νόμιμης άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων, απέκρουσε την προσφορά των υπηρεσιών των τελευταίων και δεν προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, τηρουμένων των νομίμων διατυπώσεων (έγγραφη καταγγελία και ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης), κατέστη υπερήμερη, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, από κανένα, δε, στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτή προέβη μεταγενέστερα σε ενέργειες προς άρση της υπερημερίας της, δηλαδή είτε αποδοχή της εργασίας των εναγόντων, άλλως δήλωση ότι αποδέχεται εφεξής τις προσφερόμενες υπηρεσίες τους είτε λύση των συμβάσεων εργασίας τους με καταγγελία, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση της τήρησης των κατά νόμο διατυπώσεων (τήρηση έγγραφου τύπου και ταυτόχρονη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης). Επομένως, η πρώτη εναγόμενη υποχρεούται λόγω της υπερημερίας της να καταβάλει στους ενάγοντες αποδοχές υπερημερίας για το αιτούμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα, όπως περιορίσθηκε (άρθρα 106 και 111 του Κ.Πολ.Δ.), δηλαδή για μέρος του μηνός Ιουνίου του έτους 2015 και έως την 30.11.2015, χωρίς να απαιτείται πραγματική προσφορά των υπηρεσιών εκ μέρους τους. Συνακόλουθα, η πρώτη εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει για την ανωτέρω αιτία, αφαιρουμένων των ποσών που οι ενάγοντες ωφελήθηκαν από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη, από τα οποία παραιτήθηκαν πριν από την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης (η σύναψη, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη, σύμβασης εργασίας με άλλον εργοδότη δεν αίρει την υπερημερία του προηγούμενου, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας), τα κάτωθι ποσά : Α) Στον πρώτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 449,52 ευρώ ήτοι: (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 370,48 ευρώ που καταβλήθηκαν = 449,52 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.100 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ X 5 μήνες = 4.100 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 410 ευρώ (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 1/2 = 410 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 769,43 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ : 25 = 32,80 X 2 = 65,60 ευρώ [2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] X 11,26 [214 ημέρες από την 1.5.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 738,66 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 30,77 ευρώ = 769,43 ευρώ) και συνολικά το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ). Β) Στον δεύτερο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 1.068,92 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (1.129,70 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 60,78 ευρώ που καταβλήθηκαν = 1.068,92 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 5.648,50 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (1.129,70 ευρώ X 5 μήνες = 5.648,50 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 564,85 ευρώ (43,45 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 13 ημερομίσθια = 564,85 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 1.019,27 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (43,45 ευρώ X 2 [2 ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] = 86,90 ευρώ X 11,26 [214 ημέρες από την 1.5.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] – 978,50 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 40,77 ευρώ = 1.019,27 ευρώ) και συνολικά το ποσό των οκτώ χιλιάδων τριακοσίων ενός ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (8.301,54 ευρώ). Γ) Στον τρίτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 449,52 ευρώ ήτοι : (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 370,48 ευρώ που καταβλήθηκαν = 449,52 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.100 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ X 5 μήνες = 4.100 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 410 ευρώ (820 ευρώ μηνιαίες αποδοχές Χ1/2 = 410 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 769,43 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (820 ευρώ: 25 = 32,80 X 2 = 65,60 ευρώ [2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] X 11,26 [214 ημέρες από την 1.5.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 738,66 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 30,77 ευρώ = 769,43 ευρώ) και συνολικά το ποσό των πέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (5.728,95 ευρώ). Δ) Στον τέταρτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 818,85 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 403,15 ευρώ από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη = 818,85 ευρώ), 2) για υπόλοιπο μηνός Ιουλίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη = 305,75 ευρώ), 3) για υπόλοιπο μηνός Αυγούστου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη = 305,75 ευρώ), 4) για υπόλοιπο μηνός Σεπτεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι: (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη= 305,75 ευρώ), 5) για υπόλοιπο μηνός Οκτωβρίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη= 305,75 ευρώ), 6) για υπόλοιπο μηνός Νοεμβρίου του έτους 2015 το ποσό των 305,75 ευρώ ήτοι : (1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 916,25 ευρώ από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη = 305,75 ευρώ), 7) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 611 ευρώ (47 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 13 ημερομίσθια = 611 ευρώ) και 8) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 1.102,54 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (47 ευρώ X 2 [2 ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] = 94 ευρώ X 11,26 [214 ημέρες από την 1.5.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 1.058,44 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 44,10 ευρώ = 1.102,54 ευρώ) και συνολικά το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξήντα ενός ευρώ και δέκα τεσσάρων λεπτών (4.061,14 ευρώ). Ε) Στην πέμπτη ενάγουσα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 749,52 ευρώ ήτοι : (970 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 220,48 ευρώ που καταβλήθηκαν = 749,52 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.850 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (970 ευρώ X 5 μήνες = 4.850 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 485 ευρώ (970 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 1/2= 485 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 910,18 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (970 ευρώ : 25 = 38,80 Χ2 = 77,60 ευρώ [2/25 του μηνιαίου μισθού για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης] X 11,26 [214 ημέρες από την 1.5.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 873,78 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 36,40 ευρώ = 910,18 ευρώ) και συνολικά το ποσό των έξι χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα λεπτών (6.994,70 ευρώ). ΣΤ) Στον έκτο ενάγοντα : 1) για υπόλοιπο μηνός Ιουνίου του έτους 2015 το ποσό των 712,72 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (951,60 ευρώ μηνιαίες αποδοχές – 238,88 ευρώ που καταβλήθηκαν = 712,72 ευρώ), 2) για τους μήνες Ιούλιο έως και Νοέμβριο του έτους 2015 το ποσό των 4.758 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (951,60 ευρώ X 5 μήνες = 4.758 ευρώ), 3) για επίδομα αδείας του έτους 2015 το ποσό των 475,80 ευρώ (36,60 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 13 ημερομίσθια = 475,80 ευρώ) και 4) για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2015 το ποσό των 858,58 ευρώ ήτοι αναλυτικά : (36,60 ευρώ X 2 [2 ημερομίσθια για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής σχέσης από 1.5.2015 έως 30.11.2015] = 73,20 ευρώ X 11,26 [214 ημέρες από την 1.5.2015 έως την 30.11.2015 : 19 = 11,26] = 824,24 X 0,04166 [προσαύξηση επιδόματος αδείας] εκ 34,34 ευρώ = 858,58 ευρώ) και συνολικά το ποσό των έξι χιλιάδων οκτακόσιων πέντε ευρώ και δέκα λεπτών (6.805,10 ευρώ). Επίσης αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη διατηρούσε εκθέσεις αυτοκινήτων, συνεργεία, φανοποιεία σε εννέα σημεία εντός του νομού …….. Ένα εκ των ως άνω υποκαταστημάτων βρισκόταν στην …., επί της Λεωφ. …….. αριθμ. …, χρησιμοποιώντας την τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό ……….. Το δε Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγόμενης απαρτίζεται από τους ………, Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, ………, ….. σύζ. …….. το γένος ………., ………, …….. και ……., μέλη, μέτοχοι δε αυτής είναι η ως άνω ……. σε ποσοστό 57,40%, ο ανωτέρω …… σε ποσοστό 22,87%, ο …….. σε ποσοστό 7,90%, η ……… σε ποσοστό 7,46% και η ….. σε ποσοστό 4,37%. Η πρώτη εναγόμενη έγινε ευρέως γνωστή στο αγοραστικό κοινό, καθόσον εμπορευόταν ιταλικής προέλευσης αυτοκίνητα του ομίλου ……, και δη μάρκας ….., …….., …….., ενώ μέχρι το έτος 2009 εμπορευόταν και οχήματα μάρκας …….. Περαιτέρω, η δεύτερη εναγόμενη συστήθηκε στις 17.1.2014 και σκοπός της σύμφωνα με το καταστατικό της είναι μεταξύ άλλων «α) Η αντιπροσώπευση στην Ελλάδα βιομηχανιών του εξωτερικού ή του εσωτερικού που παράγουν πάσης φύσεως αυτοκίνητα ή οχήματα, επιβατικά, φορτηγά ή για αγροτική χρήση, λέμβους αλιείας ή αναψυχής, ανταλλακτικά και εξαρτήματα αυτών καθώς και πάσης φύσεως μηχανήματα, β) η εισαγωγή και εμπορία όλων των ανωτέρω ειδών στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, γ) η ίδρυση βιομηχανιών ή βιοτεχνιών κατασκευής συναρμολογήσεως, διασκευής και επισκευής των ανωτέρω ειδών και η εμπορία αυτών στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή». Έδρα της εταιρίας ορίστηκε το επί της Λεωφ. ……. στην ……… κατάστημα ενώ – ως υποκατάστημα αυτής ορίστηκε το ευρισκόμενο επί της Λεωφ. …….αριθμ. ….. στην Αθήνα κατάστημα. Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο της ως άνω εταιρίας αποτελούσαν οι …… το γένος …….. ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος, ……… και ……… ως μέλη, οι οποίοι και κατέχουν το σύνολο των μετοχών αυτής σε ποσοστό 70%, 20% και 10% αντίστοιχα. Ο ………… αντικαταστάθηκε στις 16.12.2016 από το ……. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι ενόψει των προβλημάτων ρευστότητας που αντιμετώπιζε η πρώτη εναγόμενη και με προφανή πρόθεση να αποκοπεί σταδιακά από τη μέχρι τότε δραστηριότητά της, προέβη στην εν τοις πράγμασιν μεταφορά των εργαζομένων σε αυτή (πωλητών, τεχνιτών αυτοκινήτου, υπαλλήλων γραφείου, αποθηκάριων, όπως ενδεικτικά των ……, …….., ………, ………, ………., ……., ……., ……) στη δεύτερη εναγόμενη, αναλαμβάνοντας η τελευταία -από το Μάρτιο του 2015 και μετά- τη μισθοδοσία αυτών (βλ. σχετικά αντίγραφο κινήσεων λογαριασμού στην τράπεζα …….. εργαζομένων αρχικά στην πρώτη εναγόμενη, των οποίων τη μισθοδοσία από το Μάρτιο του 2015 ανέλαβε η δεύτερη εναγόμενη) οι οποίοι – όπως και οι ……, ……, ……., ……… και ……..- τυπικά εξακολουθούσαν να αποτελούν προσωπικό της πρώτης εναγόμενης αλλά στην πραγματικότητα παρείχαν τις ανωτέρω υπηρεσίες τους στον τόπο και στο χρόνο που μέχρι τότε τους είχε καθοριστεί. Ακόμη, αποδείχθηκε ότι ο εξοπλισμός (μηχανήματα και εργαλεία) των συνεργείων της πρώτης εναγόμενης περιήλθε, μετά την παύση της λειτουργίας της στις 30.11.2015, στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία και τον χρησιμοποιεί έκτοτε. Είναι δε σαφής και η προς το αγοραστικό κοινό ήτοι προς τους υποψήφιους πελάτες συνέχιση της δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης από τη δεύτερη εναγόμενη μέσω συγκεκριμένων διαφημίσεων και αναρτήσεων στο διαδίκτυο. Ειδικότερα, η ίδια η δεύτερη εναγόμενη διαφημίζει στον ιστότοπό της αλλά και σε ιστότοπους αναζήτησης πληροφοριών (ενδεικτικά www.xo.gr) την επί πενήντα (50) έτη παρουσία της και εμπειρία της στο χώρο πώλησης αυτοκινήτου (καίτοι η ίδια συστήθηκε μόλις το έτος 2014) διαφημίζει την εμπορία αυτοκινήτων με πάνω από 8 μάρκες και όχι μόνο με την ……… -με την οποία, όπως η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίζεται, έχει σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας με ρήτρα αποκλειστικότητας- ενώ παράλληλα διαφημίζει και τη μεγάλη πελατειακή βάση που έχει δημιουργήσει στη διάρκεια όλων των ετών εμφάνισής της στην αγορά της εμπορίας αυτοκινήτων. Επομένως, στις 30.11.2015 μεταβιβάστηκε το σύνολο του αντικειμένου δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης στη δεύτερη εναγόμενη. Για την κρίση του αυτή το Δικαστήριο συνεκτίμησε: α) το ότι το μοναδικό υποκατάστημα της δεύτερης εναγόμενης βρίσκεται στο κείμενο επί της ……. αριθ. …….. στην ……… κατάστημα, το οποίο αποτελούσε υποκατάστημα της πρώτης εναγόμενης εταιρίας χρησιμοποιεί δε την αυτή τηλεφωνική σύνδεση με αριθμό ………, που χρησιμοποιούσε και η πρώτη εναγόμενη για επικοινωνία με τους πελάτες της, β) το ότι η δεύτερη εναγόμενη χρησιμοποιεί το σύνολο του προϋπάρχοντος ήδη από τη λειτουργία της πρώτης εναγόμενης στο ως άνω υποκατάστημα (επί της …… αριθμ. ..) υλικού εξοπλισμού, γ) το ότι στη δεύτερη εναγόμενη μεταφέρθηκε το σύνολο των εργαζομένων που απασχολούσε η πρώτη εναγόμενη, δ)την ταυτότητα της δραστηριότητας των δύο εναγόμενων εταιριών, ε) την παύση της δραστηριότητας της πρώτης εναγόμενης στις 30.11.2015 -την οποία έκτοτε συνεχίζει η δεύτερη εναγόμενη- με την κατάθεση εκ μέρους της στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών της από 30.11.2015 αίτησης εξυγιάνσης-άμεσης επικύρωσης συμφωνίας κατ’ άρθρ. 99 επ. του ν. 3588/2007, όπως ισχύουν, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, στ)το γεγονός ότι όλοι οι εργαζόμενοι υπολάμβαναν καθ’ όλο το χρονικό διάστημα απασχόλησής τους ένα φυσικό πρόσωπο ως εργοδότη τους, την ανωτέρω …….. το γένος ………, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κατέχει την πλειοψηφία των μετοχών των εναγόμενων εταιρειών (με ποσοστό 57,40% των μετοχών της πρώτης εναγόμενης και με ποσοστό 70% των μετοχών της δεύτερης εναγόμενης) και μετέχει στα Διοικητικά Συμβούλια και των δύο εναγόμενων εταιρειών και δη ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της πρώτης εναγόμενης και ως Πρόεδρος και Διευθύνουσα Σύμβουλος της δεύτερης εναγόμενης. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγόμενη μεταβίβασε στις 30.11.2015 στη δεύτερη εναγόμενη το πελατολόγιό της, τον πυρήνα των εργαζομένων της και το σημαντικότερο μέρος του εξοπλισμού της, ήτοι τα βασικότερα στοιχεία της επιχείρησης (αντιπροσώπευση, εισαγωγή στην Ελλάδα και εμπορία πάσης φύσεως αυτοκινήτων ή οχημάτων και λεμβών αλιείας ή αναψυχής) και δη αυτά που ήταν αναγκαία προκειμένου να διατηρηθεί η οικονομική της ενότητα και να συνεχίσει να επιδιώκεται ο ίδιος οικονομικός σκοπός, με συνέπεια η δεύτερη εναγόμενη να είναι διάδοχος εταιρεία της ανωτέρω μεταβιβαζόμενης, να ευθύνεται για τις υποχρεώσεις της και να νομιμοποιείται παθητικά, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Επομένως, με δεδομένο ότι η ως άνω υπερημερία της πρώτης εναγόμενης συνεχίζεται από τη δεύτερη εναγόμενη, διάδοχο της πρώτης εναγόμενης από τις 30.11.2015, η τελευταία οφείλει ως αποδοχές υπερημερίας στους ενάγοντες από 1.5.2015 έως τις 6.4.2017 (αρχική ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας, τα πιο κάτω ποσά:         1)Στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των [(820 ευρώ μηνιαίες αποδοχέςΧ23 μήνες από 1.5.2015 έως 1.4.2017=18.860)+ (820 ευρώΧ3,5 μήνες ως επίδομα αδείας του 2015, Δώρο Χριστουγέννων του 2015, Δώρο Πάσχα του 2016, επίδομα αδείας του 2016, Δώρο Χριστουγέννων του 2016=2.870) + (820 ευρώ:25Χ5 = 164 ως αναλογία αποδοχών Απριλίου του 2017) +(820:2=410:15=27,33X96 ημέρες διάρκειας της σύμβασης εργασίας από 1.1.2017 έως 6.4.207:8= 327,96    ως αναλογία Δώρου Πάσχα του 2017)] 22.221.96 ευρώ -1.190,48 ευρώ που του έχουν καταβληθεί έναντι αυτών=21.031,48 ευρώ. 2)Στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των [(1.129,70 ευρώ μηνιαίες αποδοχέςΧ23 μήνες από 1.5.2015 έως 1.4.2017=25.983,10)+ (1.129,70 ευρώ X 3,5 μήνες ως επίδομα αδείας του 2015, Δώρο Χριστουγέννων του 2015, Δώρο Πάσχα του 2016, επίδομα αδείας του 2016, Δώρο         Χριστουγέννων του 2016=3.953,95)+(1.129,70 ευρώ:25Χ5=225,94 ως αναλογία αποδοχών Απριλίου του2017)+(1.129,70:2=564,85:15=37,66X96 ημέρες διάρκειας της σύμβασης εργασίας από 1.1.2017 έως 6.4.2017:8=451,92 ως αναλογία Δώρου Πάσχα του 2017)] 30.614,91 ευρώ-1.190,48 ευρώ που του έχουν καταβληθεί έναντι αυτών-3.713,08 ευρώ που έχει λάβει από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη=25.711,35 ευρώ. 3)Στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των [(820 ευρώ μηνιαίες αποδοχέςΧ23 μήνες από 1.5.2015 έως 1.4.2017=18.860)+ (820 ευρώΧ3,5 μήνες ως επίδομα αδείας του 2015, Δώρο Χριστουγέννων του 2015, Δώρο Πάσχα του 2016, επίδομα αδείας του 2016, Δώρο Χριστουγέννων του 2016=2.870) + (820 ευρώ:25Χ5 = 164 ως αναλογία αποδοχών Απριλίου του 2017) +(820:2=410:15=27,33X96 ημέρες διάρκειας της σύμβασης εργασίας από 1.1.2017 έως 6.4.207:8= 327.96 ως αναλογία Δώρου Πάσχα του 2017)] 22.221.96 ευρώ -1.190,48 ευρώ που του έχουν καταβληθεί έναντι αυτών-7.062,98 ευρώ που έχει λάβει από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη=13.968,50 ευρώ. 4)Στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των [(1.222 ευρώ μηνιαίες αποδοχέςΧ23 μήνες από 1.5.2015 έως 1.4.2017=28.106)+(1.222 ευρώ Χ3,5 μήνες ως επίδομα αδείας του 2015, Δώρο Χριστουγέννων του 2015, Δώρο Πάσχα του 2016, επίδομα αδείας του 2016, Δώρο Χριστουγέννων του 2016=4.277)+(1.222:25X5=244,40 ως αναλογία αποδοχών   Απριλίου του 2017)+(1.222:2=611:15=40,73X96 ημέρες διάρκειας της σύμβασης εργασίας από 1.1.2017 έως 6.4.2017:8=488,76 ως αναλογία Δώρου Πάσχα του 2017)] 33.116,16 ευρώ-1.190,48 ευρώ που του έχουν καταβληθεί έναντι αυτών-22.919,98 ευρώ που έχει λάβει από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη=9.005,70 ευρώ. 5)Στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των [(970 ευρώ μηνιαίες αποδοχέςΧ23 μήνες από 1.5.2015 έως1.4.2017=22.310)+(970 ευρώΧ3,5 μήνες ως επίδομα αδείας του 2015, Δώρο Χριστουγέννων του 2015, Δώρο Πάσχα του 2016, επίδομα αδείας του 2016, Δώρο Χριστουγέννων του 2016=3.395)+(970:25Χ5 = 194 ως αναλογία αποδοχών Απριλίου του 2017)+(970:2=485:15=32,33X96 ημέρες διάρκειας της σύμβασης εργασίας από 1.1.2017 έως 6.4.2017:8=387,96 ως αναλογία Δώρου Πάσχα του 2017)] 26.286,96 ευρώ-1.190,48 ευρώ που της έχουν καταβληθεί έναντι αυτών=25.096,48 ευρώ. 6)Στον έκτο ενάγοντα το ποσό των [(951,60 ευρώ μηνιαίες αποδοχέςΧ23 μήνες από 1.5.2015 έως 1.4.2017=21.886,80)+(951,60X3,5 μήνες ως επίδομα αδείας του 2015, Δώρο Χριστουγέννων του 2015, Δώρο Πάσχα του 2016, επίδομα αδείας του 2016, Δώρο Χριστουγέννων του 2016=3.330,60)+(951,60:25X5=190,32 ως αναλογία αποδοχών Απριλίου του 2017)+(951,60:2=475,80:15=31,72 X 96 ημέρες διάρκειας της σύμβασης εργασίας από 1.1.2017 έως 6.4.2017:8=380,64 ως αναλογία Δώρου Πάσχα του 2017)] 25.788,36 ευρώ -1.190,48 ευρώ που του έχουν καταβληθεί έναντι αυτών-1.656,05 ευρώ που έχει λάβει από την παροχή εργασίας σε άλλο εργοδότη=22.941,83 ευρώ.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι η άσκηση του ανωτέρω δικαιώματος επίσχεσης των εναγόντων είναι νόμιμη, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Πρέπει επομένως, να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο περί του αντιθέτου μοναδικός λόγος της δεύτερης υπό κρίση, από 16.12.2020, έφεσης, όπως πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση, από 16.12.2020, έφεση στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων της ως άνω έφεσης, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος τους (άρθρο 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), βαρύνουν την εκκαλούσα της ως άνω έφεσης λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. Επίσης, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που υποχρέωσε την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 8.301,54 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 4.061,14 ευρώ και στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 6.805,10 ευρώ, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Πρέπει επομένως,       να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της πρώτης υπό κρίση, από 22.6.2020, έφεσης.

Ωστόσο το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε περαιτέρω την από 7.1.2016 αγωγή κατά της δεύτερης εναγόμενης ως ουσιαστικά αβάσιμης και έκρινε ότι έλαβε χώρα περιορισμός του αιτήματος της ως άνω αγωγής για επιδίκαση στους ενάγοντες αποδοχών υπερημερίας από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό χωρίς όμως να έχει γίνει τέτοιος περιορισμός όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά αλλά και από τις προτάσεις των εναγόντων στον πρώτο βαθμό, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει να γίνουν δεκτοί ως ουσιαστικά βάσιμοι οι πρώτος και τρίτος λόγοι της πρώτης υπό κρίση, από 22.6.2020, έφεσης.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η πρώτη, υπό κρίση, από 22.6.2020, έφεση ως βάσιμη και κατ’ ουσία, να εξαφανιστεί ως προς τους ενάγοντες και τη δεύτερη εναγόμενη η εκκαλουμένη, να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και ερευνηθεί κατ’ ουσία (άρθρο 535 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), να γίνει εν μέρει δεκτή η από 7.1.2016 αγωγή κατά την κύρια βάση της ως βάσιμη και κατ’ ουσία και: 1)Να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τη δεύτερη εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 2)να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 21.031,48 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 25.71 1,35 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 13.968,50 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 9.005,70 ευρώ, στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των 25.096,48 ευρώ και στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 22.941,83 ευρώ, όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και δη από την πρώτη του επόμενου μήνα εκείνου που αφορά η κάθε μηνιαία αξίωση για τις αποδοχές υπερημερίας, για τα επιδικασθέντα επιδόματα Δώρου Χριστουγέννων από την επόμενη της 31.12 του έτους που οφείλονται, για τα επιδικασθέντα επιδόματα Δώρου Πάσχα από την επόμενη της 30.4 του έτους που οφείλονται και για τα επιδικασθέντα επιδόματα αδείας από την 1.1 του επόμενου έτους που έκαστο αφορά (βλ. σχετικά με τα παραπάνω ΟλΑ.Π 39,40/2002 δημοσιευμένες στην επίσημη ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου areiospagos.gr) μέχρι την εξόφληση και 3)να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων υπηρεσίες αυτών, επ’ απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής 200 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής συμμόρφωσής της με την ανωτέρω υποχρέωσή της. Μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνει τη δεύτερη εναγόμενη (άρθρα 178 παρ. 1, 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 22.6.2020 έφεση των ……. του ……… κλπ. κατά της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «….» κλπ. και την από 16.12.2020 έφεση της εταιρείας με την επωνυμία «……» κατά …….. του ….. κλπ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την από 16.12.2020 έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσία.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας της από 16.12.2020 έφεσης τα δικαστικά έξοδα των εφεσίβλητων αυτής για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και ουσιαστικά την από 22.6.2020 έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθ. 2486/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών Εργατικές Διαφορές) και δη ως προς τους ενάγοντες και τη δεύτερη εναγόμενη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «…..».

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση.

ΔΙΚΑΖΕΙ επί της από 7.1.2016 αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς τους ενάγοντες και τη δεύτερη εναγόμενη.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι οι ενάγοντες συνδέονται με τη δεύτερη εναγόμενη με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει: 1 )στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των είκοσι ενός χιλιάδων τριάντα ενός ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (21.031,48 ευρώ), 2)στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων επτακοσίων έντεκα ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (25.71 1,35 ευρώ), 3)στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων εννιακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και πενήντα λεπτών (13.968,50 ευρώ), 4)στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των εννέα χιλιάδων πέντε ευρώ και εβδομήντα λεπτών (9.005,70 ευρώ), 5)στην πέμπτη ενάγουσα το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων ενενήντα έξι ευρώ και σαράντα οκτώ λεπτών (25.096,48 ευρώ) και 6)στον έκτο ενάγοντα το ποσό των είκοσι δύο χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα ενός ευρώ και ογδόντα τριών λεπτών (22.941,83 ευρώ), όλα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που έγιναν στο σκεπτικό της παρούσας μέχρι την εξόφληση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις σύμφωνα με τους όρους των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων υπηρεσίες αυτών.

ΑΠΕΙΛΕΙ σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης χρηματική ποινή ύψους διακοσίων (200) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στην ανωτέρω υποχρέωσή της για πραγματική απασχόληση καθενός των εναγόντων.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγόντων και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων πεντακοσίων (3.500) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 14/3/2022.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies