Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη:
Σύμβαση μερικής απασχόλησης που υποκρύπτει σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Δέχεται την έφεση του εργαζόμενου κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που απέρριψε την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 6.377,00 Ευρώ για διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας και υπερεργασία.

Αριθμός 1397/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία Παπαδημητρίου, Εφέτη, που ορίστηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, για να δικάσει την παρακάτω υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος ….. ….. του ….., κατοίκου ….. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρο Δημητρίου Βλαχόπουλου κατά

Του εφεσίβλητου ….. ….. του ….., κατοίκου ….., ο οποίος παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου του Ζωής Θανοπούλου.

Ο ενάγων, με την από 7-2-2018 και με αριθμό κατάθεσης …/2018 αγωγή του, που απηύθυνε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, εξέδωσε την 632/2019 οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο ενάγων με την 13-5-2019 (αρ.κατ. …/2019) έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, δικάσιμος της οποίας ορίστηκε η αναφερομένη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Κατά τη συζήτηση αυτής στο ακροατήριο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν προτάσεις και ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα αναφερόμενα σε αυτές.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση κατά της 632/2019 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης και από τη δημοσίευσή της (14-3-2019) έως την άσκηση της έφεσης (13-5-2019) δεν παρήλθε η νόμιμη προθεσμία (άρθρα 495 επ., 511, 513, παρ.1 εδ. β’, 516, 517, 518 παρ. 2 και 520 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία (άρθρ. 533 παρ. 1).

Ο ενάγων ισχυρίζεται με την αγωγή του ότι προσελήφθη από τον εναγόμενο, στις 22-8-2011 με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, στην επιχείρηση καθαρισμού ενδυμάτων που διατηρούσε ο εναγόμενος στα ….. Αττικής, όπου εργάστηκε έως τις 10-11-2017, οπότε ο εναγόμενος προέβη σε καταγγελία της συμβάσεως εργασίας. Ότι η ως άνω καταγγελία εργασίας ήταν άκυρη διότι ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε τη νόμιμη αποζημίωση και επικουρικά, ως καταχρηστική, διότι ο εναγόμενος προέβη σε αυτήν διότι ο ενάγων διαμαρτυρόταν για την μη καταβολή σε αυτόν των δεδουλευμένων αποδοχών του. Περαιτέρω ισχυρίζεται ότι ο εναγόμενος δεν του κατέβαλλε επιδόματα εορτών, αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και επιδόματα άδειας και αμοιβή για υπερεργασία και παράνομη υπερωρία, για τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα. Υπό την επίκληση των ανωτέρω α) ζητεί να του επιδικαστούν τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, για τις ως άνω αιτίες και β) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τον αποδέχεται τις υπηρεσίες του, καθώς και να του καταβάλει τους αναφερόμενους στην αγωγή μισθούς υπερημερίας. Επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν έγκυρη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά α) για τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, β) για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας έτους 2017 και γ) επίδομα άδειας 2017. Τέλος, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ο εκκαλών-ενάγων, με την κρινόμενη έφεσή του, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητά την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της.

Από της εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της ένορκης βεβαίωσης …/4-1-2019, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου, η λήφθηκε μετά από νόμιμη κλήτευση (βλ. την …/31-12-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Κυριακής Δανιγγέλη) και των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο δυνάμει συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας στις 19-9-2013 ως υπάλληλος, στην επιχείρηση που διατηρεί ο εναγόμενος στα ……….., με αντικείμενο τον καθαρισμό κλωστοϋφαντουργικών και γούνινων προϊόντων. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι προσελήφθη από τον εναγόμενο το έτος 2011 δεν αποδεικνύεται από κάποιο στοιχείο, δεδομένου μάλιστα ότι ο μάρτυράς του δεν έχει ιδία γνώση, εφ’ όσον, καταθέτει μεν ότι γνωρίζει τον ενάγοντα από το έτος 2011, πλην όμως, υπήρξε συνάδελφος μαζί του το έτος 2017 και για χρονικό διάστημα μόνο δύο μηνών, οπότε δεν έχει ιδία γνώση για το γεγονός της πρόσληψης του ενάγοντος. Η σύμβαση, αρχικά, ήταν ορισμένου χρόνιου, με διάρκεια δύο μηνών, ενώ στη συνέχεια, κατέστη αορίστου χρόνου. Από τα στοιχεία της επιχείρησης του εναγομένου προκύπτει ότι ο ενάγων εργαζόταν είκοσι ώρες την εβδομάδα με μηνιαίο μισθό ύψους 255 ευρώ, πλην όμως στην πραγματικότητα είχαν συμφωνήσει να εργάζεται οκτώ ώρες ημερησίως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 15-11-2017 ο ενάγων ζήτησε αναρρωτική άδεια δύο εβδομάδων και έκτοτε δεν επέστρεψε στην εργασία του. Δεν αποδείχθηκε ότι την ημέρα εκείνη διημείφθη οιοδήποτε περιστατικό μεταξύ των διαδίκων ούτε ότι ο εναγόμενος του είπε να μην ξαναπάει στην εργασία του. Η κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου, η οποία ήταν εργαζόμενη στην ίδια επιχείρηση και παρούσα στο ως άνω γεγονός, είναι σαφής στην ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου ένορκη βεβαίωσή της. Αντίθετα ο μάρτυρας του ενάγοντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, γνωρίζει μόνο όσα του είπε ο ενάγων τηλεφωνικά. Ο ενάγων την 1η-12-2017 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας όπου υπέβαλε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο α) την επαναπρόσληψή του, ισχυριζόμενος ότι ο εναγόμενος τον απέλυσε στις 10-11-2017, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και β) την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Την 1η Δεκεμβρίου επιδόθηκε στον εναγόμενο πρόσκληση για παράστασή του στην επιθεώρηση εργασίας, μετά την προσφυγή σε αυτήν του ενάγοντος. Ακολούθως, ο εναγόμενος, στις 4 Δεκεμβρίου έστειλε μήνυμα, μέσω κινητής τηλεφωνίας, αναφέροντάς του ότι τον αναζητά από την προηγούμενη εβδομάδα, ενώ δεν προκύπτει σχετική απάντηση του ενάγοντος ούτε επάνοδός του στην εργασία. Στις 4 Ιανουαρίου 2018, ο εναγόμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση-δήλωση, με την οποία, πλην άλλων, τον καλεί να επιστρέψει στην εργασία του. Ο ενάγων όμως δεν επέστρεψε. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αλλά ότι ήταν επιλογή του τελευταίου να αποχωρήσει από την επιχείρηση του εναγομένου, διότι έστω και αν υπήρξε οιαδήποτε διαφωνία τους, ο ενάγων είχε την δυνατότητα να επιστρέψει στην εργασία του. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν στην επιχείρηση του εναγομένου, πέντε ημέρες την εβδομάδα και για εννέα ώρες την ημέρα, ενώ το κατά το νόμο ωράριό του ήταν οκτώ ώρες την ημέρα. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι είχε συμφωνηθεί συγκεκριμένη αμοιβή για την πενθήμερη και επί οκτώ ώρες ημερησίως του ενάγοντος. Επομένως, θα ληφθεί υπόψη ο νόμιμος μισθός του, ο οποίος ανερχόταν, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, στο ποσό των 586,08 ευρώ, που αντιστοιχεί στο βασικό μισθό, χωρίς προϋπηρεσία και επιδόματα, για το χρονικό διάστημα που εργάστηκε ο ενάγων στην επιχείρηση του εναγομένου (Ν. 4046/2012). Επομένως, τα επιδόματα εορτών και αδείας του ενάγοντος έπρεπε να υπολογίζονται σύμφωνα με το ποσό αυτό. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δεν του καταβλήθηκε οιοδήποτε ποσό για τα δικαιούμενα από αυτόν επιδόματα, πλην όμως, στην αγωγή του αφαιρεί από τα ποσά που ισχυρίζεται ότι δικαιούται τα ποσά που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έχει καταβάλει. Οπότε δικαιούται το υπόλοιπο και συγκεκριμένα, 1) για επίδομα Χριστουγέννων 2013 δικαιούται το ποσό των 257,02 ευρώ, πλην όμως του καταβλήθηκε το ποσό των 266,11 ευρώ, οπότε ουδέν δικαιούται, 2) για επίδομα Πάσχα 2014 δικαιούται το ποσό των 305,21 ευρώ και δεδομένου ότι του καταβλήθηκε το ποσό των 133,06 ευρώ, δικαιούται το ποσό των 172,15 ευρώ, 3) για επίδομα Χριστουγέννων 2014, το ποσό των 610,42 ευρώ και αφού έλαβε 266,11 ευρώ δικαιούται 344,31 ευρώ, 4) για επίδομα Πάσχα 2015, το ποσό των 166,83 ευρώ, 5) για επίδομα Χριστουγέννων 2015, το ποσό των 344,31 ευρώ, 6) για επίδομα Πάσχα 2016, το ποσό των 166,83 ευρώ, 7) για επίδομα Χριστουγέννων 2016 το ποσό των 344,31 ευρώ, 8) για επίδομα Πάσχα 2017 το ποσό των 166,83 ευρώ και 9) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2017, δικαιούτο το ποσό των 508,89 ευρώ και αφού έλαβε το ποσό των 266,11, δικαιούται το ποσό των 266,11 ευρώ. Επομένως, για επιδόματα εορτών δικαιούται το ποσό των 1971,68 ευρώ. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων ζήτησε την ετήσια άδεια αναψυχής και αυτή δεν του χορηγήθηκε. Οπότε το σχετικό κονδύλιο είναι ουσιαστικά αβάσιμο. Πλην όμως, δικαιούται το επίδομα άδειας, σύμφωνα με το νόμιμο βασικό μισθό. Για το έτος 2013 δικαιούται αναλογία επιδόματος ύψους 73,25 ευρώ, για το έτος 2014, το ποσό των 293 ευρώ και αφού έλαβε το ποσό των 127,74 ευρώ, δικαιούται 165,26 ευρώ, ποσό το οποίο δικαιούται και για τα έτη 2015 και 2016 και συνολικά για επίδομα άδειας δικαιούται το ποσό των 569,03 (73,25 + 165,26 X 3 έτη) ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα εργαζόταν εννέα ώρες ημερησίως και συγκεκριμένα από τις 8.00 έως τις 17.00 και, ως εκ τούτου πραγματοποιούσε υπερεργασία πέντε ωρών την εβδομάδα, εφ’ όσον εργαζόταν 45 ώρες την εβδομάδα, ενώ θα έπρεπε να εργάζεται 40 ώρες, ως εργαζόμενος πενθήμερο. Δεν του κατεβλήθη όμως οιαδήποτε αμοιβή για την εργασία του αυτή. Το ωρομίσθιό του ανερχόταν στο ποσό των 2,93 ευρώ, το οποίο πρέπει να προσαυξηθεί για τον υπολογισμό κάθε ώρας υπερεργασίας κατά ποσοστό 20 % και ως εκ τούτου στο ποσό των 3,52 (2,93 + 2,93 X 20 %) ευρώ. Α) Για το έτος 2013 εργάστηκε 20 εβδομάδες και συνολικά πραγματοποίησε 100 ώρες υπερεργασίας και δικαιούται το ποσό των 352 ευρώ. Β) Για τα έτη 2014, 2015 και 2016 εργάστηκε συνολικά 156 (52 X 3 έτη) εβδομάδες και πραγματοποίησε 780 ώρες υπερεργασίας (156 X 5 ώρες) και δικαιούται το ποσό των 2.745,60 (780 X 3,52 ευρώ) ευρώ. Τέλος, το έτος 2017 εργάστηκε συνολικά 42 εβδομάδες, ήτοι 210 ώρες και δικαιούται το ποσό των 739,20 ευρώ. Συνεπώς, για πραγματοποίηση υπερεργασίας δικαιούται το συνολικό ποσό των 3.836,80 ευρώ. Συνολικά δε, δικαιούται το ποσό των 6.377,51 (1971,68 + 569,03 + 3836,80) ευρώ. Δεν αποδείχθηκε όμως ότι ο ενάγων πραγματοποίησε κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και το σχετικό κονδύλιο είναι ουσιαστικά αβάσιμο. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε διαφορετικά, ως προς την καταβολή των επιδομάτων και την πραγματοποίηση υπερεργασίας, έσφαλε. Ως εκ τούτου, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν η έφεση και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, για την ενότητα της εκτέλεσης (AΠ 874/2013 ΤρΝομΠλΔΣΑ, ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 1985,642, Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, έκδ.2003, παρ. 1143, σελ. 430) και αναγκαίως και ως προς τη διάταξή της περί δικαστικών εξόδων. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ) κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 6.377,51 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή. Η δικαστική δαπάνη του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί εις βάρος της εναγομένου (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει τη με αριθμό 632/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 7-2-2018 (αρ.κατ. …/2018) αγωγή.

Δέχεται εν μέρει αυτήν.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων επτακοσίων εβδομήντα επτά (6.377) ευρώ και πενήντα ενός (0,51) λεπτών, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωση κατέστη απαιτητή.

Καταδικάζει τον εναγόμενο στη δικαστική δαπάνη του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε, στις 28 Φεβρουαρίου 2020, στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies