Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022

Περίληψη: Εργασία καθ’ υπέρβαση των ανωτάτων ορίων ημερήσιας απασχόλησης. Πώς αμείβεται. Παροχή εργασίας κατά το Σάββατο ως έκτη ημέρα της εβδομάδας. Για να είναι ορισμένη η αγωγή με την με την οποία ζητείται αμοιβή για υπερεργασία ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία, πρέπει, για τον προσδιορισμό των ωρών αυτών, να αναφέρεται τόσο η ημερήσια, όσο και η εβδομαδιαία απασχόληση, από όπου προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνεπώς οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας. Είναι επίσης επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα. Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η γενική παραπομπή στο όλο κείμενο των προτάσεων που είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη συζήτηση (πχ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) στις προτάσεις μεταγενέστερης συζήτησης της υπόθεσης (πχ στο Εφετείο), χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων, που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών. Οδηγός φορτηγού. Κρίση ότι εργαζόταν πέραν του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου. Απορρίπτει ισχυρισμό περί εξόφλησης. Απορρίπτει ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος λόγω μη νομότυπης επαναφοράς αυτής ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Με όσα διέλαβε ο εναγόμενος σε εξώδικη δήλωση που επέδωσε στον ενάγοντα και σε έγγραφό του προς το ΣΕΠΕ, με τα οποία εμφάνισε αυτόν ως υπεξαιρέτη των ταχογράφων και βιβλίου δρομολογίων, προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του, ως στοιχείων της προσωπικότητας του και προξένησε σε αυτόν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Δέχεται την έφεση του εργαζόμενου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 57.862,56 Ευρώ.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

4ο Πολιτικό Τμήμα

Αριθμός αποφάσεως

1952/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από την Δικαστή Βασιλική Κατσούλα, Εφέτη που ορίστηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Εφετείου και από τον Γραμματέα Κωνσταντίνο Φλώρο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27-11-2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του εκκαλούντος- εφεσίβλητου: …… …… του ……, κατοίκου Αθηνών, οδός …… (ΑΦΜ ……), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Του εκκαλούντος- εφεσίβλητου: …… …… του ……, κατοίκου ……, …… και διατηρούντος υποκατάστημα στην Αθήνα, οδ. …… … (ΑΦΜ ……), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαθεοδωρόπουλο με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητος της δεύτερης έφεσης, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 16-5-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2016) αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, η υπ’ αριθμ. 1910/2017 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που έκανε εν μέρει δεκτή την ως άνω αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου α) ο ενάγων με την από 28-2-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2018 έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο και β) ο εναγόμενος με την από 8-3-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2018 έφεσή του, η οποία προσδιορίσθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση: 1) Η από 28-2-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……/2018 έφεση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος κατά της οριστικής υπ’ αριθμ. 1910/2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών (περιουσιακών) διαφορών και 2) η από 8-3-2018 και αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……/2018 έφεση του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος, κατά της ίδιας ως άνω απόφασης, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (αρ. 495 παρ. 1 και 2, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Οι εφέσεις αυτές πρέπει να συνεκδικαστούν (αρ. 524, 246 ΚΠολΔ) εφόσον υπάγονται στην ίδια διαδικασία και κατά την κρίση του δικαστηρίου διευκολύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων, να γίνουν δεκτές κατά το τυπικό τους μέρος και να ερευνηθούν κατά την ίδια διαδικασία, για να κριθούν ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων τους.

Στην από 16-5-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2016) αγωγή του ο ενάγων και ήδη εκκαλών της πρώτης έφεσης και εφεσίβλητος της δεύτερης εξέθετε, ότι προσλήφθηκε στις 10-4-2006 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εναγόμενο, προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου σε χερσαίες οδικές μεταφορές εντός του Νομού Αττικής, με καθεστώς πενθήμερης εργασίας και αντί των αναφερομένων στην αγωγή μηνιαίων αποδοχών και ότι εργάσθηκε μέχρι τις 17-11-2015 οπότε και ο εναγόμενος κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας. Ότι καθόλο το χρονικό διάστημα της εργασίας του ο ενάγων εργαζόταν πέραν του νομίμου και συμβατικού ωραρίου του, πλην όμως ο εναγόμενος δεν του κατέβαλε την αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, υπερεργασία, εργασία την 6η ημέρα και τις Κυριακές κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή. Ότι ο εναγόμενος τόσο με την από 30-11-2015 εξώδικη διαμαρτυρία που κοινοποίησε στον ίδιο όσο και με το από 8-2-2016 έγγραφο που κατέθεσε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας τον κατηγόρησε ότι αφαίρεσε τους ταχογράφους του οχήματος που οδηγούσε ως εργαζόμενος με αποτέλεσμα την προσβολή της προσωπικότητάς του και την ηθική του βλάβη προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται το ποσό των 5.000 ευρώ, επιφυλασσόμενος ως προς το ποσό των 44,00 ευρώ για το νομότυπο της παραστάσεως του ως πολιτικώς ενάγοντος στη σχετική ποινική διαδικασία. Ζήτησε δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες που αφορούν την αμοιβή του για υπερωριακή απασχόληση, υπερεργασία, εργασία το Σάββατο και Κυριακές για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 17-11-2015, καθώς και για χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, το συνολικό ποσό των 149.399,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας με την απειλή χρηματικής ποινής 500,00 ευρώ, να απαγγελθεί προσωπική κράτηση σε βάρος του εναγόμενου ως μέσου αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να επιβληθούν σε βάρος του εναγομένου τα δικαστικά του έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλες τις αξιώσεις, πλην α) της αξίωσης για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία έκανε εν μέρει δεκτή και β) της υποχρέωσης του εναγομένου να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ για κάθε άρνηση συμμόρφωσής του στην διάταξη αυτή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι διάδικοι της πρωτοβάθμιας δίκης με τις κρινόμενες εφέσεις τους, για τους αναφερόμενους σε καθεμία λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν ο μεν ενάγων να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τις απορριπτικές της διατάξεις ώστε να γίνει καθ’ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή του, ο δε εναγόμενος να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του ως προς όλα τα αιτήματά της.

Ι. Κατά το άρθ. 1 παρ. 1 και 2 Ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβής για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίσης προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους. Εξάλλου με το άρθ. 6 της από 14/2/1984 Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης Εργασίας που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την 11770/20-2-1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 81), η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1/1/1984 σε 40 ώρες. Για την απασχόληση δε πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθ. 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, που κυρώθηκε με το άρθ. 29 Ν. 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει: α) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχόλησης του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέρα των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέρα των εννέα ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθ. 6 της από 26/2/1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου και β) ότι στην περίπτωση της υπερεργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Επομένως μετά την 1/1/1984 αν ο μισθωτός δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχόλησης του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Ακολούθως με τη διάταξη του άρθ. 4 Ν. 2874/2000 ορίστηκε ότι από την 1/4/2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε ωρών την εβδομάδα και ρυθμίστηκε η αμοιβή της υπερωριακής απασχόλησης (ΑΠ 132/2016 ΤρΝομΠλ ΔΣΑ). Στη συνέχεια με το άρθ. 1 Ν. 3385/2005 (του οποίου η ισχύς κατά το άρθ. 15 του ίδιου νόμου άρχισε από την 1/10/2005) το παραπάνω άρθ. 4 Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: “1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 5. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 6. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%”. Ήδη με το άρθ. 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010 (του οποίου η ισχύς κατά το άρθ. 76 του ίδιου νόμου άρχισε από τις 15/7/2010) τα ποσοστά 25% της παραγράφου 1, 50% και 75% της παραγράφου 3 και 100% της παραγράφου 5 μειώθηκαν σε 20%, 40%, 60% και 80% αντίστοιχα. Ως προς την παροχή εργασίας κατά το Σάββατο ως έκτη ημέρα, στην περίπτωση που εφαρμόζεται το σύστημα της 5θήμερης απασχόλησης, αυτή είναι άκυρη, ως αντικείμενη σε διατάξεις δημοσίας τάξεως, ο δε μισθωτός έχει απαίτηση για την εργασία που παρείχε κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, δηλαδή ποσό ίσο με το ποσό που ο εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος (χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι λοιπές προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου), αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο καθίσταται ο εργοδότης πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία. Τα ανωτέρω, ως προς την εργασία του Σαββάτου, ισχύουν ως τις 7-5-2010, ημερομηνία κατά την οποία δημοσιεύθηκε ο Ν. 3846/10, στο άρθ. 8 οποίου προβλέπεται ότι η εργασία της έκτης ημέρας αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% (ΑΠ 288/2018, ΑΠ 732/2018, ΑΠ 2116/2017, ΑΠ 1317/2015 δημ. ΝΟΜΟΣ).

ΙΙ. Περαιτέρω, για να είναι ορισμένη η αγωγή με την με την οποία ζητείται αμοιβή για υπερεργασία ή ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και αποζημίωση για παράνομη υπερωριακή εργασία, πρέπει, για τον προσδιορισμό των ωρών αυτών, να αναφέρεται τόσο η ημερήσια, όσο και η εβδομαδιαία απασχόληση, από όπου προκύπτουν οι ώρες εργασίας και συνεπώς οι ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας. Είναι επίσης επιτρεπτό να προσδιορίζονται οι ώρες αυτές και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα. Επίσης απαιτείται αναφορά στο αγωγικό δικόγραφο των συνολικών κατά μήνα καταβαλλόμενων αποδοχών του μισθωτού, βάσει των οποίων καθορίζεται η πρόσθετη αμοιβή της παρασχεθείσας υπερεργασίας και υπερωρίας, χωρίς όμως να απαιτείται και ανάλυση των επιμέρους κονδυλίων των εν λόγω αποδοχών (ΑΠ 1409/2014 Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 526/2013 ΔΕΕ 2013.1196, ΑΠ 573/2011 ΔΕΝ 2011.1320). Εξ άλλου, για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα, πλην άλλων, και την καταβολή αμοιβής για εργασία που παρασχέθηκε τα Σάββατα (ως έκτη ημέρα επί πενθημέρου εργασίας) και τις Κυριακές συγκε­κριμένου χρονικού διαστήματος, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, ο αριθμός των Σαββάτων και Κυριακών, κατά τις οποίες εργάσθηκε ο μισθωτός, ο αριθμός των ωρών που εργάσθηκε κάθε Σάββατο και Κυριακή καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι ημέρες και ώρες εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των ημερών που εργάσθηκε Σάββατα και Κυριακές με ακριβείς χρονολογίες (ΑΠ 1261/2009 ΔΕΝ 2010.491, ΑΠ 184/2007 ΝοΒ 2007.1394).

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση, στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν. Οι προτάσεις της προηγούμενης συζήτησης προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η γενική παραπομπή στο όλο κείμενο των προτάσεων που είχαν υποβληθεί σε προηγούμενη συζήτηση (πχ στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο) στις προτάσεις μεταγενέστερης συζήτησης της υπόθεσης (πχ στο Εφετείο), χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες των ισχυρισμών που επαναφέρονται σε σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρώτων, που τους περιέχουν, δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς των ισχυρισμών (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 239/2017, ΑΠ 224/2016 Δημ. ΝΟΜΟΣ).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του άνω Δικαστηρίου, τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τις υπ’αριθμ. ……, …… και ……/20.10.2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Τσούμα και τις υπ’αριθμ. ……/18-10-2017 και ……/19-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφο Κεφαλληνίας Άννας Γιαννακοπούλου – Κεκάτου, που προσκομίζει ο εναγόμενος και λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη (προ τουλάχιστον 2 εργάσιμων ημερών – άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως προστέθηκε με το άρθρο 1 άρθρο δεύτερο παρ. 3 Ν. 4335/2015) κλήτευση του ενάγοντος (βλ. την υπ’αριθμ. ……/12-10-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή περιφέρειας Εφετείου Αθηνών Παναγιώτη Κοντογιάννη) και τις ομολογίες των διαδίκων που περιέχονται στα δικόγραφά τους (261 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ο εναγόμενος εκμεταλλεύεται επιχείρηση οδικών χερσαίων μεταφορών, η οποία έχει την έδρα της στην …… και διατηρεί υποκατάστημα (πρακτορείο) στην Αθήνα, επί της οδού …… αρ. …. Στις 10-4-2006 προσέλαβε τον ενάγοντα, ο οποίος είναι κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδήγησης οχημάτων Γ’ κατηγορίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου Α’ κατηγορίας και ειδικότερα προκειμένου να εκτελεί δρομολόγια μεταφοράς εμπορευμάτων εντός του Νομού Αττικής, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως (από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00), αντί μηνιαίου μισθού που από 1-1-2001 και εφεξής ανήλθε στο ποσό των 1.502,47 ευρώ. Στην επιχείρηση του εναγομένου εργάσθηκε ο ενάγων έως την 17-11-2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του και του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απολύσεως. Το παραπάνω ωράριο των 8 ωρών ημερησίως, δεν τηρήθηκε ωστόσο, με αποτέλεσμα ο ενάγων να εργάζεται πέραν του συμβατικού και νόμιμου αυτού ωραρίου του. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι πέραν του καθημερινού δρομολογίου, που διαρκούσε από τις 9.00 έως τις 16.00, ο ενάγων πολλές φορές προσερχόταν στην επιχείρηση του εναγομένου στις 7.00 το πρωί ως υπεύθυνος για την παραλαβή των εμπορευμάτων, μετά δε τη λήξη του δρομολογίου περί της 16.00, είτε παρέμενε στον χώρο της εργασίας, είτε μετέβαινε με το φορτηγό σε διάφορους προορισμούς (κυρίως οικίες) για να παραλάβει αντικείμενα, τα οποία μετέφερε στο πρακτορείο, προκειμένου να μεταφερθούν με φορτηγά στην ……. Ωστόσο, δεδομένου ότι τους χειμερινούς μήνες η επιχείρηση δεν λειτουργούσε με τους ίδιους ρυθμούς, όπως τους καλοκαιρινούς, αυτό δεν συνέβαινε πάντοτε, με αποτέλεσμα οι ώρες που ο ενάγων εργαζόταν πέραν του συμβατικού ωραρίου του να μην είναι σταθερές, πάντως κατά μέσο όρο, εργαζόταν επί 3 ώρες επιπλέον ημερησίως. Και ο ίδιος άλλωστε στην αγωγή του ανέφερε ότι υπήρξαν ημέρες που εργαζόταν λιγότερες ώρες και άλλες (κυρίως την θερινή περίοδο) περισσότερες. Ο ισχυρισμός του ότι βοηθώντας και στην φόρτωση των εμπορευμάτων εργαζόταν επί 15 ώρες ημερησίως, ήτοι από τις 6.00 έως τις 21.00 δεν αποδείχθηκε, αφού για την εργασία αυτή υπήρχαν και άλλοι εργαζόμενοι, όπως ο υιός του …… ……, ο οποίος με αγωγή που άσκησε κατά του εναγομένου ισχυρίσθηκε ακριβώς ότι ως φορτοεκφορτωτής εργαζόταν τις απογευματινές ώρες. Επιπλέον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν και δύο Σάββατα το μήνα επί 8ωρο. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, προαναφερομένου υιού του ενάγοντος, ο οποίος επίσης απασχολούνταν στο υποκατάστημα του εναγομένου ως φορτοεκφορτωτής για περίπου ένα έτος (2014-2015) και έχει εξ αυτού του λόγου, αλλά και λόγω της σχέσης του με τον ενάγοντα (για το λοιπό διάστημα), άμεση γνώση και ιδία αντίληψη ως προς τον χρόνο έναρξης και λήξης της εργασίας του και του οποίου η κατάθεση κρίνεται περισσότερο πειστική από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υιού του εναγομένου, και τις καταθέσεις των μαρτύρων που περιλαμβάνονται στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, που ο εναγόμενος νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει. Περαιτέρω το ότι ο ενάγων απασχολήθηκε καθ’ υπέρβαση του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου, αντίθετα με τα ισχυριζόμενα από τον εναγόμενο, που αρνείται οποιαδήποτε τέτοια υπέρβαση του ωραρίου του ενάγοντος, προκύπτει και από την προσκομιζόμενη από 22-9-2015 υπεύθυνη δήλωση του ιδίου, που δόθηκε καθ’ υπόδειξη του εναγομένου (από το λογιστήριο όπως κατέθεσε πρωτοδίκως ο μάρτυρας υιός του εναγομένου), στην οποία αναφέρει ότι έλαβε για επιπλέον εργασίες του που αφορούν υπερωρίες έως 31-7-2015 το ποσό των 1.100 ευρώ, ενώ δεν κρίνεται πειστική η εξήγηση που έδωσε για το έγγραφο αυτό ο υιός του εναγομένου ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι αναφερόταν σε τυχόν υπερωρίες που θα έκανε ο ενάγων, αν και στη συνέχεια ανέφερε «μπορεί να έχει κάνει μία». Εξάλλου προς ενίσχυση του ισχυρισμού του ότι ο ενάγων ουδέποτε εργάστηκε καθ’ υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου του, ο εναγόμενος επικαλέσθηκε ότι το ωράριο λειτουργίας του πρακτορείου του, ήταν από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16.00 και ότι μόνο κατ’αυτές τις ώρες λειτουργίας του, εργαζόταν και ο ενάγων. Ωστόσο στις προσκομιζόμενες εκτυπώσεις από την ιστοσελίδα στο διαδίκτυο της επιχείρησης του εναγομένου, το ωράριο λειτουργίας του πρακτορείου αναγράφεται άλλοτε από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 16:00, άλλοτε από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και άλλοτε από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00, σε κάθε δε περίπτωση το ότι το πρακτορείο της επιχείρησης ήταν ανοικτό για τους πελάτες της και δη για την παραλαβή ή παράδοση εμπορευμάτων κατά τις ώρες αυτές, δεν σημαίνει και ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν επιπλέον ώρες σε άλλες βοηθητικές εργασίες, με τον τρόπο που προαναφέρθηκε, γεγονός που δικαιολογείται και από το εύρος εργασιών της συγκεκριμένης επιχείρησης, η οποία απασχολούσε 25 εργαζομένους και εκμεταλλευόταν στόλο 25 οχημάτων που πραγματοποιούσε συνεχή δρομολόγια προς και από ……, ιδίως την θερινή περίοδο. Ως προς την εργασία κατά το Σάββατο, καίτοι ο εναγόμενος και οι μάρτυρες αυτού ισχυρίσθηκαν ότι το πρακτορείο ήταν πάντοτε κλειστό το Σάββατο, στην ατομική σύμβαση εργασίας του υιού του ενάγοντος αναγράφηκε ότι θα εργάζεται από Δευτέρα έως Σάββατο, το ίδιο δε δηλώθηκε και στην Επιθεώρηση Εργασίας, στην οποία προσέφυγε ο ανωτέρω (βλ. το από 15-9-2015 δελτίο εργατικής διαφοράς). Ο δε υιός του εναγομένου και μάρτυρας ισχυρίσθηκε μη πειστικά ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ότι οι ανωτέρω δηλώσεις περί εργασίας το Σάββατο του υιού του ενάγοντος, έγιναν από λάθος του λογιστή και του δικηγόρου. Επιπλέον σε μία εκ των εκτυπώσεων της ιστοσελίδας της επιχείρησης του εναγομένου που προσκομίζεται από τον ενάγοντα, αναγράφεται ότι «η εταιρεία μας λειτουργεί από Δευτέρα έως Σάββατο». Συνεπώς αποδείχθηκε κατά την κρίση του Δικαστηρίου η απασχόληση του ενάγοντος πέραν του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου του και συγκεκριμένα επί 55 ώρες εβδομαδιαίως κατά μέσο όρο, καθώς και η εργασία του δύο Σάββατα το μήνα. Αντίθετα από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε και εργασία του δύο Κυριακές το μήνα, κατά τις οποίες κατά τους ισχυρισμούς του πραγματοποιούσε εκφορτώσεις και μετακίνηση εμπορευμάτων, αφού και ο υιός του, που ήταν κυρίως επιφορτισμένος με την εργασία αυτή ως φορτοεκφορτωτής, τόσο στην Επιθεώρηση Εργασίας όσο και στην αγωγή που άσκησε κατά του εναγομένου δεν ισχυρίσθηκε ότι εργαζόταν τις Κυριακές. Κατά εσφαλμένη συνεπώς εκτίμηση των αποδείξεων έγινε δεκτό με την εκκαλουμένη απόφαση ότι δεν αποδείχθηκε με πλήρη δικανική πεποίθηση ότι ο ενάγων πραγματοποίησε υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση κατά τα Σάββατα, κεφάλαια ως προς τα οποία η αγωγή ήταν επαρκώς ορισμένη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εναγομένου, δεδομένου ότι αναφερόταν σε αυτήν η εργασιακή σχέση, οι όροι αυτής, οι καταβαλλόμενες αποδοχές, καθώς και η διάρκεια της ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος, από την οποία συνάγονται οι ώρες εργασίας και συνακόλουθα οι υπερωρίες, οι οποίες άλλωστε εκτίθονταν και είναι άλλωστε δυνατόν να προσδιορίζονται και κατά μέσο όρο την εβδομάδα ή το μήνα, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην παραπάνω με στοιχεία II νομική σκέψη. Θα πρέπει συνεπώς ο σχετικός πρώτος λόγος της πρώτης έφεσης να γίνει εν μέρει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος. Βάσει των ανωτέρω και ενόψει του ότι οι 40 ώρες αποτελούσαν το συμβατικό ωράριο του ενάγοντος, οι πέντε επόμενες (από 41η μέχρι και την 45η) υπερεργασία και οι 10 επόμενες (από την 46η μέχρι και την 55η) υπερωρία, η οποία είχε τον χαρακτήρα της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, διότι ο εναγόμενος δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, ο ενάγων δικαιούται για κάθε ώρα υπερεργασίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 20%, για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 80% και για την απασχόλησή του κατά ημέρα Σάββατο, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 30%, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη παραπάνω με στοιχεία I νομική σκέψη. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα και ενόψει του ότι α) όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο βιβλίο αδειών του εναγομένου, ο ενάγων δεν έλαβε κατά τα έτη 2011-2014 άδεια, αλλά αποζημίωση αδείας και β) το ημερομίσθιο του ενάγοντος ανερχόταν κατά το επίδικο διάστημα στο ποσό των 60,10 ευρώ (1.502,47 ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές: 25) και το ωρομίσθιό του στο ποσό των 9,01 ευρώ (1.502,47 ευρώ X 6/25: 40), δικαιούται για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 17-11-2015: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 13.458,45 ευρώ (249 εβδομάδες (για τις οποίες ζητεί αμοιβή ο ενάγων αφαιρώντας 5 εβδομάδες του έτους 2015 κατά τις οποίες απουσίαζε με άδεια) X 5 ώρες ανά εβδομάδα X 10,81 ευρώ (ήτοι 9,01 ευρώ ωρομίσθιο + 1,80 ευρώ προσαύξηση 20%) β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 35.262,90 ευρώ [40.362,90 ευρώ (249 εβδομάδες X 10 ώρες ανά εβδομάδα X 16,21 ευρώ (ήτοι 9,01 ευρώ ωρομίσθιο + 7,20 ευρώ προσαύξηση 80%), – 5.100 ευρώ που ο ίδιος ο ενάγων αφαιρεί από το συνολικά οφειλόμενο, αφού όπως συνομολογεί το έλαβε για υπερωριακή απασχόληση όλου του παραπάνω διαστήματος] και γ) για την απασχόλησή του κατά τα Σάββατα, το συνολικό ποσό των 9.141,21 ευρώ, [(2 Σάββατα ανά μήνα X 58,5 μήνες X 78,13 ευρώ (ήτοι 1.502,47 ευρώ μισθός : 25 ημέρες = 60,10 ευρώ ημερομίσθιο + 18,03 προσαύξηση 30%- άρθ. 8 Ν. 3846/2010= 78,13 ευρώ)]. Ήτοι συνολικά για όλες τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 57.862,56 ευρώ (13.458,45 + 35.262,90 + 9.141,21), με το νόμιμο τόκο α) από το τέλος κάθε μήνα που αφορά κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση για την υπερεργασία ως προς το ποσό των 13.458,45 ευρώ και β) από την επίδοση της αγωγής ως προς το συνολικό ποσό των 44.404,11 ευρώ (35.262,90 + 9.141,21) που αφορά αμοιβή κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης και εργασίας κατά τα Σάββατα, αφού ως προς τις αξιώσεις αυτές που δεν αποτελούν νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία, δεν υπάρχει δήλη ημέρα καταβολής (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ 796/2011 Δημ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 750/2010 ΕΕργΔ 2010.1336). Ο εναγόμενος τόσο πρωτοδίκως όσο και με τις προτάσεις του ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αρνήθηκε οποιαδήποτε απασχόληση του ενάγοντος πέραν του ωραρίου του και προέβαλε τον ισχυρισμό ότι για την απασχόλησή του ο ενάγων έχει εξοφληθεί ολοσχερώς, υπογράφοντας προς τούτο και σχετική υπεύθυνη δήλωση. Ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά ένσταση εξόφλησης, δεδομένου ότι ο εναγόμενος αρνήθηκε οποιαδήποτε απασχόληση του ενάγοντος πέραν του ωραρίου του, καθώς και τα Σάββατα και τις Κυριακές, σε κάθε δε περίπτωση κρίνεται απορριπτέος, αφού δεν προσδιορίζονται τα ποσά που δόθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών (βλ. ΑΠ 1069/2014 Δημ. ΝΟΜΟΣ), αλλά ούτε και αποδείχθηκε εξόφλησή τους. Η δε υποκρυπτόμενη παραίτηση στην από 22-9-2015 υπεύθυνη δήλωση που υπέγραψε ο ενάγων στην οποία αναφέρει ότι «έχω λάβει για επιπλέον εργασίες που αφορούν υπερωρίες μου έως 31-7-2015 το ποσό των 1.100 ευρώ και δεν έχω καμία άλλη απαίτηση εκτός από τη νόμιμη άδειά μου 2014-2015 που δεν την έχω λάβει», είναι ανίσχυρη και μη παράγουσα έννομες συνέπειες ως αντιβαίνουσα σε δικαιώματα που προκύπτουν από κανόνες δικαίου αναγκαστικού χαρακτήρα (I. Ληξουριώτης, Αρχή απαγόρευσης παραίτησης από εργασιακά δικαιώματα – παραίτηση από μισθούς υπερημερίας, ΔΕΕ 2006.949). Περαιτέρω αν και πρωτοδίκως ο εναγόμενος προέβαλε την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του ενάγοντος, δεν επανέφερε αυτήν νομότυπα ενώπιον αυτού του δικαστηρίου. Ειδικότερα ανέφερε στις προτάσεις του ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου, ότι «αναφερόμενος προς αποφυγήν επαναλήψεων στις πρωτοδίκως υποβληθείσες προτάσεις μου, επαναφέρω τις ενστάσεις μου περί αοριστίας της αγωγής, καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος και εξοφλήσεως». Πλην όμως η επαναφορά αυτή δεν έγινε με τον οριζόμενο στην παραπάνω αναφερόμενη (υπό στοιχεία III) νομική σκέψη διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔ τρόπο και συνεπώς θεωρείται ότι δεν έχει υποβληθεί ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος στις 17-11-2015 και μετά την προσφυγή του τελευταίου στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 18-11-2015, ο εναγόμενος με την από 30-11-2015 εξώδικη δήλωση που κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 2-12-2015, καταλόγισε σε αυτόν αφαίρεση και ιδιοποίηση των ταχογράφων και του βιβλίου δρομολογίων του φορτηγού που οδηγούσε, αιτίαση που επανέλαβε με το με αριθμ. ……/8.2.2016 έγγραφο του ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας και επαναλαμβάνει και με τις προτάσεις του τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι ο ενάγων αφαίρεσε τα ανωτέρω, διότι δεν του χρησιμεύουν στην απόδειξη της αγωγής του. Ωστόσο η αιτίαση αυτή δεν είναι βάσιμη, καθόσον δεν προέκυψε ότι ο ενάγων πράγματι αφαίρεσε τους ταχογράφους και το βιβλίο δρομολογίων του οχήματος που οδηγούσε. Στο συμπέρασμα αυτό άγεται το Δικαστήριο από το ότι σε άλλα έγγραφά του, ο εναγόμενος δεν ισχυρίσθηκε κλοπή ή υπεξαίρεση, αλλά απώλεια των ανωτέρω (βλ. πχ το από 1-2-2016 έγγραφό του προς το ΣΕΠΕ), ομοίως δεν ισχυρίσθηκε κλοπή κατά την συζήτηση της εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 11-1-2016, αλλά ούτε και στην από 24-11-2015 έγγραφη γνωστοποίηση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος δεν επικαλέσθηκε ότι αυτός αφαίρεσε τα ανωτέρω έγγραφα. Περαιτέρω, καίτοι η Επιθεώρηση Εργασίας ζήτησε από τον εναγόμενο στα πλαίσια της εργατικής διαφοράς να προσκομίσει τους ταχογράφους όλων των οχημάτων της επιχείρησης της τελευταίας 2ετίας, αυτός προσκόμισε ταχογράφους μόνο για 4 οχήματα και για τον λόγο αυτό του επιβλήθηκε πρόστιμο 12.000 ευρώ με την από 29-7-2016 πράξη επιβολής προστίμου της Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Αθηνών, η οποία ακυρώθηκε μεν μετά από προσφυγή του ενάγοντος με την υπ’αριθμ. πρωτ. ……/31-8-2016 απόφαση της Περιφερειακής Διεύθυνσης Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Αθηνών, πλην όμως στη συνέχεια μετά από εισήγηση για επανεξέταση της υπόθεσης από την Επιθεωρήτρια Εργασίας, η άνω υπηρεσία ενέμεινε στην πρώτη απόφαση και επέβαλε πρόστιμο 12.000 ευρώ στην επιχείρηση του εναγομένου με την υπ’αριθμ. πρωτ. ……/29-9-2016 πράξη επιβολής προστίμου. Εφόσον συνεπώς δεν προσκομίσθηκαν ταχογράφοι και άλλων οχημάτων, πλην αυτού που οδηγούσε ο ενάγων, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι ήταν αβάσιμη η κατηγορία που απέδωσε ο εναγόμενος στον ενάγοντα. Ενόψει δε των όσων έγιναν δεκτά ανωτέρω περί της πράγματι απασχόλησης του ενάγοντος πέραν του νομίμου ωραρίου του, αυτός και όχι ο εναγόμενος θα είχε συμφέρον στην προσκόμισή τους, ο τελευταίος δε ισχυρίσθηκε τα ανωτέρω με σκοπό να δυσχεράνει την απόδειξη των ωρών εργασίας του ενάγοντος. Συνεπώς με όσα διέλαβε υπαίτια και εν γνώσει του ο εναγόμενος στην προαναφερόμενη εξώδικη δήλωση που επέδωσε στον ενάγοντα και στο έγγραφό του προς το ΣΕΠΕ, με τα οποία εμφάνισε αυτόν ως υπεξαιρέτη των ταχογράφων και βιβλίου δρομολογίων, προσέβαλε την τιμή και την υπόληψη του, ως στοιχείων της προσωπικότητας του, αφού προσβολή αυτής μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. (ΑΠ 306/2016 Δημ. ΝΟΜΟΣ) και προξένησε σε αυτόν ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση (ΑΚ 57, 59, 932). Με βάση τις συνθήκες υπό τις οποίες τελέσθηκε η παραπάνω πράξη, το είδος της προσβολής που υπέστη ο ενάγων, το βαθμό του πταίσματος του εναγομένου, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών εκ των οποίων ο ενάγων είναι άνεργος, ο δε εναγόμενος επιχειρηματίας με οικονομική επιφάνεια, η εύλογη χρηματική ικανοποίηση που πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα για την προαναφερθείσα αιτία ανέρχεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 2.000 ευρώ, όπως κρίθηκε και από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων συνεπώς ως ουσιαστικά αβάσιμων α) του δεύτερου λόγου έφεσης του ενάγοντος, με τον οποίο υποστηρίζει ότι θα έπρεπε να του επιδικαστεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000 ευρώ και β) του πρώτου λόγου της έφεσης του εναγομένου που υποστηρίζει ότι δεν υφίσταται στην προκειμένη περίπτωση αξίωση του ενάγοντος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Περαιτέρω απορριπτέος κρίνεται και ο δεύτερος λόγος της έφεσης του εναγομένου, με τον οποίο ισχυρίζεται ότι ουδέποτε αρνήθηκε να χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ στον ενάγοντα και συνεπώς εσφαλμένα με την εκκαλουμένη απόφαση υποχρεώθηκε να το παράσχει, δεδομένου ότι αν πράγματι δεν είχε αρνηθεί, κάτι που δεν κρίνεται πειστικό ενόψει και της σφοδρής αντιδικίας των διαδίκων, δεν θα είχε λόγο ο ενάγοντας να συμπεριλάβει και το αίτημα αυτό στην αγωγή του.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1047 παρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ, προσωπική κράτηση ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως μπορεί να διαταχθεί και για απαιτήσεις από αδικοπραξία, ενώ κατά την παρ.2 εδ. β’ του ίδιου άρθρου, όπως η διάταξη αυτή ίσχυε πριν από την τροποποίησή της με το άρθρο 62 παρ.2 του ν. 3994/2011, δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση μικρότερη των 1.500 ευρώ. Με την ως άνω διάταξη (άρθρο 62 παρ. 2 ν. 3994/2011) το εν λόγω χρηματικό όριο αυξήθηκε σε 30.000 ευρώ (ΑΠ 26/2018 ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων με τον τρίτο λόγο της έφεσής του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι κατ’εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων άφησε αδίκαστο άλλως απέρριψε σιγή το αίτημά του περί απαγγελίας προσωπικής κράτησης σε βάρος του εναγομένου ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, λόγω της αδικοπραξίας (όπως προσδιόρισε ειδικότερα με την έφεσή του ότι το αίτημα αυτό αφορούσε την αδικοπραξία σε βάρος του). Ωστόσο ενόψει του ότι με την αγωγή του ο ενάγων ζητούσε το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το αίτημα αυτό δεν ήταν νόμιμο, αφού υπολειπόταν του ποσού των 30.000 ευρώ, σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτιθέμενα. Ως προς δε τις λοιπές ενοχικές απαιτήσεις του ενάγοντος, δεν αποδείχθηκε αφερεγγυότητα και μη δυνατότητα εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου (ΟλΑΠ 23/2005, ΑΠ 1232/2014, ΑΠ 1945/2014, ΑΠ 33/2011, ΑΠ 272/2011, ΑΠ Δημ. ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο σιγή απέρριψε το ως άνω αίτημα, δεν έσφαλε και ο λόγος αυτός της έφεσης του ενάγοντος είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 450 παρ. 2 και 451 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι κάθε διάδικος υποχρεούται να επιδείξει τα έγγραφα, τα οποία κατέχει και που μπορούν να χρησιμεύσουν για απόδειξη, ο δε αντίδικος του κατέχοντος το έγγραφο, εφ’ όσον δικαιολογεί έννομο συμφέρον, μπορεί να ζητήσει την επίδειξη του εγγράφου με τις προτάσεις του ακόμη και για πρώτη φορά ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου. Η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αποφανθεί στην αίτηση για επίδειξη εγγράφων θεμελιώνει τον από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αυτή ήταν παραδεκτή και σύννομη, τουτέστιν να γίνεται επίκληση της κατοχής του εγγράφου από τον αντίδικο, να προσδιορίζεται σαφώς το έγγραφο και το περιεχόμενο του και να εκτίθενται περιστατικά από τα οποία να προκύπτει το έννομο συμφέρον του αιτούντος, δηλαδή ότι το έγγραφο είναι πρόσφορο προς άμεση ή έμμεση απόδειξη λυσιτελούς ισχυρισμού του αιτούντος ή προς ανταπόδειξη τέτοιου ισχυρισμού του αντιδίκου του (ΑΠ 2035/2009 ΧρΙΔ 2010.694, ΑΠ 1402/2008 ΝοΒ 2009.423). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων – εκκαλών τόσο πρωτοδίκως στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά της εκκαλουμένης όσο και με την έφεσή του υπέβαλε το αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να προσκομίσει τους ταχογράφους του υπ’ αριθμ. …… φορτηγού οχήματος καθώς και τα βιβλία δρομολογίων των ετών 2011-2015, τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του. Το ως άνω αίτημα κρίνεται απορριπτέο, αφού, εκτός του ότι ο εναγόμενος αρνείται ότι τα κατέχει, αφού μάλιστα ισχυρίζεται τα έχει αφαιρέσει ο ενάγων, τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους αρκούν για το σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης.

Κατόπιν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι έφεσης, πρέπει α) να απορριφθεί η έφεση του εναγομένου ως ουσιαστικά αβάσιμη καθώς και το αίτημα επαναφοράς στην προτέρα κατάσταση που υπέβαλε με τις προτάσεις του ο τελευταίος, ως άνευ αντικειμένου και β) να γίνει δεκτή η έφεση του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμη. Στη συνέχεια, αφού εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς τα κεφάλαια που αφορούν τις αξιώσεις του ενάγοντα για αμοιβή του για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση και απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το δικαστήριο κατά το ίδιο μέρος, να δικαστεί η ουσία της και α) να απορριφθεί η αξίωση του ενάγοντος για αμοιβή για εργασία του κατά τις Κυριακές ως ουσιαστικά αβάσιμη καθώς και ότι κρίθηκε απορριπτέο και β) να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή, ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την κύρια βάση της και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 57.862,56 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, όπως ορίζεται στο διατακτικό. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος- εκκαλούντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου-εκκαλούντος, συμψηφιζομένων κατά τα λοιπά, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας κάθε διαδίκου και κατά την έκταση της νίκης και ήττας αυτών (άρθρα 183, 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων α) την από 28-2-2018 και με  αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2018 έφεση και β) την από 8-3-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……/ ……/2018 έφεση.

Δέχεται τυπικά τις εφέσεις.

Απορρίπτει κατ’ουσίαν την από 8-3-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2018 έφεση.

Δέχεται κατ’ουσίαν την από 28-2-2018 και με αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2018 έφεση.

Εξαφανίζει εν μέρει την υπ’ αριθμ. 1910/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαια.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 16-5-2016 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2016) αγωγή κατά το ίδιο μέρος.

Απορρίπτει ότι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα δύο ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (57.862,56), με το νόμιμο τόκο α) ως προς το ποσό των δέκα τριών χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα οκτώ ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (13.458,45) από το τέλος κάθε μήνα που αφορά κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση για την υπερεργασία και β) ως προς το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων τεσσάρων ευρώ και έντεκα λεπτών (44.404,11), από την επίδοση της αγωγής.

Επιβάλλει σε βάρος του εναγομένου μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800,00) ευρώ, συμψηφιζομένων αυτών κατά τα λοιπά.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 8 Απριλίου 2019 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies