Περίληψη: Επίσχεση εργασίας. Εφόσον ο εργοδότης καθυστερεί την καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών, ο εργαζόμενος δικαιούται να ασκήσει επίσχεση της παροχής της εργασίας του, αρνούμενος να εργασθεί έως ότου ικανοποιηθεί η αξίωση του, ήτοι μέχρι την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών. Κατά τον χρόνο της επισχέσεως της εργασίας, ο μισθωτός δικαιούται να λαμβάνει τις αποδοχές του, διότι κατά τον χρόνο αυτό ο εργοδότης τελεί εν υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας. Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν το σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως η προσφυγή του τελευταίου στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του ή η άσκηση επίσχεσης εργασίας. Τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία για την προσβολή του κύρους της καταγγελίας. Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Η μεταβίβαση επιχείρησης καθ’ εαυτή δεν συνιστά λόγο απόλυσης των εργαζομένων και, σε περίπτωση που ο εργαζόμενος, παρά την απαγόρευση, απολυθεί, η απόλυσή του είναι άκυρη. Σε περίπτωση που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του μισθωτού πριν από τη μεταβίβαση επιχείρησης και η καταγγελία αυτή ακυρώνεται, συνεχίζεται στο πρόσωπο του διαδόχου η υπερημερία, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους του. Άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Μισθοί υπερημερίας. Προσβλήθηκε η προσωπικότητα του ενάγοντος και η επαγγελματική τιμή και υπόληψή του και συνεπώς δικαιούται αυτός ως χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη. Δέχεται έφεση. Αναγνωρίζει ότι ο εργαζόμενος άσκησε νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του. Αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Αναγνωρίζει ότι συνδέεται με τον διάδοχο εργοδότη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 15.530,01 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

219/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 5ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Παγώνα Παναγιώτου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αγγελική Κυριαζή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Οκτωβρίου 2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……., κατοίκου …….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημήτριο Βλαχόπουλο.

ΤΗΣ ΚΑΘΗΣ Η ΚΛΗΣΗ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………» και διακριτικό τίτλο «………», που εδρεύει στη ………. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Δήμητρα Παπουτσάκη.

Ο ενάγων και ήδη καλών, με την από 12 Σεπτεμβρίου 2014 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……../2014, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 1956/2017 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 20 Δεκεμβρίου 2017 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/……../2017 και ……./…/2018.

Κατά την ορισθείσα δικάσιμο, η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε.

Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται και πάλι για συζήτηση, με την από 7 Οκτωβρίου 2019 κλήση του καλούντος, η οποία κατατέθηκε με αριθμό ……/……./2019, εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων με διαδοχικές υπουργικές αποφάσεις για τη λήψη έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID- 19, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως και ήδη με την ……./2020 πράξη του προϊσταμένου Διοίκησης του παρόντος Δικαστηρίου προσδιορίσθηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο της 12.10.2021.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7.10.2019 (με ΓΑΚ ……/7.10.2019 και ΕΑΚ ……/7.10.2019) κλήση του ενάγοντος ήδη εφεσίβλητου νομίμως επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη δικάσιμο της 25.2.2020, η από 20.12.2017 έφεση της καθ’ ης η κλήση-εναγομένης, με αρ.εκθ.καταθ. ενδίκου μέσου ……./……../2017 και δικογράφου ……/…./2018, μετά από ματαίωση κατά την δικάσιμο της 18.9.2018. Λόγω της αναστολής λειτουργίας των δικαστηρίων με διαδοχικές υπουργικές αποφάσεις για τη λήψη έκτακτων μέτρων προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19, κατά τις δικασίμους 26.5.2020, 24.11.2020, 20.4.2021, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε αυτεπαγγέλτως και ήδη με την ……./2020 πράξη του προϊσταμένου Διοίκησης του παρόντος Δικαστηρίου προσδιορίστηκε οίκοθεν για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (12.10.2021).

Η υπό κρίση έφεση της εκκαλούσας κατά της υπ’ αριθμ. 1956/2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, ερήμην των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 495 επ., 511, 513, 516 παρ.1, 518 παρ.1, 591 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι την 24.11.2017 έγινε η επίδοση της εκκαλουμένης και την 21.12.2017 ασκήθηκε η έφεση. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω από το Δικαστήριο τούτο, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο, κατά την ίδια διαδικασία, με την οποία εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της και μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτούς (άρθρα 19, 522, 533 παρ.1,2 ΚΠολΔ), ενώ δεν απαιτείται η κατάθεση εκ μέρους της εκκαλούσας του προβλεπόμενου, από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 3 εδ.α του ΚΠολΔ, παραβόλου, καθώς, σύμφωνα με το εδ.στ της παρ.3 του ίδιου άρθρου, από την υποχρέωση αυτή εξαιρούνται οι εργατικές διαφορές, στις οποίες εμπίπτει η ένδικη.

Με την από 12.9.2014 αγωγή (ΓΑΚ ……/2014 και ΕΑΚ ……/2014), όπως αυτή παραδεκτά περιορίστηκε, ο ενάγων ήδη εκκαλών ισχυρίζεται ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγομένη εταιρία «………», (που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει την εργασία του, ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη. Ότι λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του από τον Δεκέμβριο 2011, άσκησε εξωδίκως και νομίμως το δικαίωμα επίσχεσης από 13.2.2013. Ότι την ίδια ημέρα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και υπογράφηκε στις 28.3.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης ρύθμισης της διαφοράς, γι’ αυτό διέκοψε την επίσχεση εργασίας, πλην όμως την 29.3.2013, που επέστρεψε στην εργασία του, η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του από λόγους εκδίκησης, επειδή διεκδίκησε ως άνω τα νόμιμα δικαιώματά του. Ότι άσκησε επίσης την από 21.6.2013 αγωγή εναντίον της εργοδότριάς του, με την οποία ζήτησε μεταξύ άλλων την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας. Ότι ενώ η άνω εργοδότρια εταιρία τελούσε σε υπερημερία, λόγω της άκυρης ως άνω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, την 1.10.2013 η επιχείρηση αυτής μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του π.δ.178/2002 στη δεύτερη εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, που συστάθηκε την 7.8.2013, από τη βασική μέτοχο της πρώτης, με μοναδικό σκοπό να συνεχίσει τη δραστηριότητα της κατά τα ειδικότερα και να αποφύγει την εκ του νόμου μεταβίβαση των υποχρεώσεών της από τη σύμβαση εργασίας του και ως εκ τούτου συνεχίζεται σε αυτή (τη δεύτερη), ως διάδοχο η υπερημερία εργοδότη. Ζήτησε δε βάσει αυτών, και παραιτούμενος συγχρόνως από την άσκηση της προηγούμενης από 21.6.2013 αγωγής του κατά της πρώτης ως άνω εναγόμενης, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 29.3.2013 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, κυρίως ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του πδ 178/2002 και επικουρικά ως καταχρηστική, διότι έγινε από εκδικητικότητα εναντίον του, λόγω της επίσχεσης εργασίας που άσκησε και της προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας. Να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου. Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, λόγω επίσχεσης εργασίας και λόγω άκυρης καταγγελίας , το ποσό των 25.959,26 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα έως 31.12.2015 (πιθανολογούμενη ημερομηνία συζήτησης της αγωγής), [45.544,16 -19.584,90 ευρώ , που έλαβε από την εργασία του σε άλλους εργοδότες, κατά το ένδικο χρονικό διάστημα υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας] και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει εις ολόκληρον με τη δεύτερη , μέρος του ποσού αυτού , ήτοι 13.418,44 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας και λόγω άκυρης καταγγελίας, στο χρονικό διάστημα μέχρι 30.9.2013, που υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης. Την επιδίκαση των παραπάνω ποσών, ζήτησε ο ενάγων κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας και επικουρικά για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Επίσης ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν εις ολόκληρον εκάστη, το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη εξαιτίας της ως άνω υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς του, όλα δε τα παραπάνω ποσά να επιδικασθούν νομιμοτόκως, αφότου κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της προηγούμενης από 21.6.2013 αγωγής κατά της πρώτης , άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής. Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του από τη σύμβαση εργασίας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση. Επικουρικά, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη, να του χορηγήσει κατ’ άρθρον 678 παρ.1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικό εργασίας , επ’ απειλή χρηματικής ποινής 5.900 ευρώ , για την περίπτωση μη συμμόρφωσής της προς την απόφαση που θα εκδοθεί. Να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα δικαστικά έξοδά του. Επί της άνω αγωγής, εξεδόθη η εκκαλουμένη με αρ. 1956/13.11.2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ερήμην των εναγομένων, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή ως ουσία βάσιμη. Ειδικότερα αναγνωρίστηκε ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης , αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 29.3.2013 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από την πρώτη εναγομένη, κατά τον κύριο λόγο (παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 πρ.1 του π.δ.178/2002) , και ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη , ως διάδοχο της πρώτης, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγόμενη, ως διάδοχος της πρώτης, να καταβάλει το αιτούμενο ποσό των 29.959,26 ευρώ και υποχρεώθηκε η πρώτη εις ολόκληρον με τη δεύτερη, να καταβάλει το ποσό των 13.418,44 ευρώ. Υποχρεώθηκαν οι εναγόμενες εταιρίες να καταβάλουν στον ενάγοντα εις ολόκληρον το ποσό των 2.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής. Επίσης υποχρεώθηκε η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία του ενάγοντος , επ’ απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής του στην απόφαση , κηρύχθηκε η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και καταδικάστηκαν οι εναγόμενες σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος. Κατά της απόφασης αυτής, η οποία εκδόθηκε ερήμην των άνω εναγομένων, η δεύτερη εναγομένη, ήδη εκκαλούσα, άσκησε την κρινόμενη έφεσή της, με την οποία παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανισθεί η προσβαλλόμενη απόφαση , ώστε να απορριφθεί η αγωγή. Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση (άρθρ.532 ΚΠολΔ) και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση σύμφωνα με το άρθρο 528 ΚΠολΔ και ακολούθως αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, κατά το άρθρο 535 παρ.1 ΚΠολΔ, ερευνηθεί η αγωγή , ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα.

Με τη διάταξη του άρθρου 6. παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι “πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας”. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 1387/2015, ΑΠ 2234/2013, ΑΠ 624/2008ΑΠ 404/2008). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, για την έγερση (άσκηση) αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, η οποία λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και καταλαμβάνει κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 705/2013). Στον ίδιο δε χρονικό περιορισμό υπόκειται και η ένσταση ή αντένσταση περί ακυρότητας της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 624/2008). Η μη κοινοποίηση, δηλαδή, της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη μέσα στην παραπάνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ’ ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού. Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιουμένου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή ή ένσταση απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 705/2013). Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία, διακόπτεται με την έγερση της αγωγής, είτε αυτή είναι καταψηφιστική, είτε αναγνωριστική. Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. (ΑΠ 839/2019, ΑΠ 172/2018). Αν ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ’ άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης της αγωγής του, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού περί ακυρότητας της καταγγελίας με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ’ άρθρο 224 ΚΠολΔ, η βάση της αγωγής (ΑΠ 505/2021, ΑΠ 179/2016, 460/2013, ΑΠ 309/2011, ΑΠ 1323/2010, ΑΠ 548/2010, ΑΠ 624/2008). Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ την παραγραφή διακόπτει η άσκηση της αγωγής , ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε , αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσίδικα για λόγους μη ουσιαστικούς. Αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες , η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή. Αν η αγωγή ασκήθηκε για μέρος της αξίωσης , η επίδοσή της διακόπτει την παραγραφή μόνον για το μέρος αυτό (ΟλΑΠ 24/2003 ΝοΒ 2004.1180, ΑΠ 33/2013, ΑΠ 521/2008, ΑΠ 8/2007), έστω και αν είχε διατυπωθεί επιφύλαξη για δικαστική επιδίωξη και των άλλων αξιώσεων (ΑΠ 755/2005). Η διάταξη του άρθρου 261 ΑΚ δεν εφαρμόζεται επί αποσβεστικής προθεσμίας, αφού αυτή άπαξ διακοπείσα με την επίδοση της αγωγής , δεν τρέχει εκ νέου (ΑΠ 288/2010, ΑΠ 232/2006, ΑΠ 1688/2005). Ως επανέγερση της αγωγής νοείται η έγερση νέας αγωγής με τους ίδιους διαδίκους και με την ίδια ιστορική και νομική αιτία , ταυτότητα δε ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα περιστατικά, που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που στηρίζεται η πρώτη αγωγή είναι τα ίδια με αυτά που συνθέτουν το πραγματικό της νομικής διάταξης που στηρίζεται η νέα αγωγή. Ταυτότητα ιστορικής και νομικής αιτίας υπάρχει , όταν και στις δύο αγωγές το διαγνωστέο δικαίωμα πηγάζει από τα ίδια, κατά τα ουσιώδη στοιχεία, πραγματικά περιστατικά, ως γενεσιουργός, κατά νόμο, λόγος του δικαιώματος αυτού.

Στην προκειμένη περίπτωση ,ο ενάγων άσκησε την από 21.6.2013 (με ΓΑΚ/ΕΑΚ/………/……../25.6.2013) αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά την εναγομένης εταιρίας «………», με την οποία ζήτησε κυρίως: α) να αναγνωρισθεί ότι νομίμως άσκησε κατά της εναγομένης το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας στις 13.2.2013 έως 28.3.2013, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 29.3.2013 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του από την εργοδότρια εναγομένη, για τον κύριο λόγο ότι δεν του κατεβλήθη η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, και επικουρικά ως καταχρηστική, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης επειδή άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του, γ)να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα Πάσχα 2013, μισθούς υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας , μισθούς υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας από 30.3.2013 έως 13.2.2014, και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς του κατά την απόλυση, ποσού 5.000 ευρώ, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με τους όρους της σύμβασης εργασίας επ’ απειλή χρηματικής ποινής τουλάχιστον 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην απόφαση που θα εκδοθεί. Η εν λόγω αγωγή επιδόθηκε στην εναγομένη την 26.6.2013 (βλ.σχ. την αρ……. 26.6.2013 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) ήτοι εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας (άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955). Εν συνεχεία άσκησε την ένδικη από 12.9.2014 αγωγή , εναντίον της ιδίας ως άνω εναγομένης και της εταιρίας « ………..», με το προαναφερόμενο περιεχόμενο , όπου εκθέτει ότι τον συνέδεε σύμβαση εργασίας με την α’ εναγομένη, ότι άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας την 13.2.2013 λόγω της ως άνω καθυστέρησης των δεδουλευμένων αποδοχών του, την από 29.3.2010 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, τη μεταβίβαση της επιχείρησης της α’εναγομένης στην β’εναγομένη την 1.10.2013 κατά την έννοια των διατάξεων του πδ.178/2002, την ακυρότητα της από 29.3.2014 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κυρίως , ως αντικείμενης στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 π.δ. 178/2002, (διότι έγινε ενόψει της επί θύραις τότε μεταβίβασης , με σκοπό να αποφύγει η εργοδότριά του την εκ του νόμου μεταβίβαση των υποχρεώσεών της στη νέα εταιρία, η οποία επιχειρήθηκε να ξεκινήσει να λειτουργεί απαλλαγμένη από βάρη του παρελθόντος), επικουρικά ως καταχρηστικής, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης επειδή άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του. Ζήτησε δε, αφού δήλωσε ότι παραιτείται από το δικόγραφο της από 21.6.2013 πρώτης αγωγής του, α) να αναγνωρισθεί ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας κατά της α’ εναγομένης την 13.2.2013, β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 29.3.2010 καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του , με κύριο λόγο ακυρότητας την παράβαση της διάταξης του άρθρου 5 παρ.1 π.δ. 178/2002 και επικουρικά ως καταχρηστική (281ΑΚ), γ) να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εργασίας, δ) να υποχρεωθεί η β’ εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 45.544,16 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας και αποδοχές υπερημερίας λόγω της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας , για το χρονικό διάστημα από 30.3.2013 έως 31.12.2015, (μείον 19584,90 ευρώ που έλαβε από την εργασία του σε άλλους εργοδότες κατά το ένδικο χρονικό διάστημα της υπερημερίας από Οκτώβριο 2013 και εντεύθεν) η δε α’ εναγομένη, από το συνολικό αιτούμενο ποσό για τις άνω αιτίες, μέρος αυτού , και δη ποσό 13.418,44 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 30.3.2013 μέχρι 30.9.2013 (χρόνος υλοποίησης της μεταβίβασης της επιχείρησης), ε) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες εις ολοκληρον να του καταβάλουν 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με τον νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους παροχή κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της από 21.6.2013 αγωγής, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής και να υποχρεωθεί η β’ εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του. Η ένδικη αγωγή επιδόθηκε την 15.9.2014 στις εναγόμενες εταιρίες. Σε αμφότερες τις αγωγές ο ενάγων διαλαμβάνει αναγνωριστικό αίτημα της ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του. Στην ένδικη αγωγή επικαλείται νέο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, διαφορετικό από τους λόγους που επικαλείται στην από 21.6.2013 αγωγή, ήτοι την αντίθεσή της καταγγελίας στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 του π.δ. 178/2002, με βάση διαφορετικά πραγματικά περιστατικά, ήτοι η αγωγή κατά τούτο έχει διαφορετική νομική και ιστορική αιτία από την πρώτη ως άνω αγωγή. Η αγωγή ως προς τον λόγο αυτό ακυρότητας της συμβάσεως εργασίας ασκείται το πρώτον, η 3μηνη αποσβεστική προθεσμία δεν διακόπηκε με την πρώτη από 21.6.2013 αγωγή και θα έπρεπε να είχε ασκηθεί σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας , η οποία για τον συγκεκριμένο λόγο ακυρότητας δεν ξεκινά από την επομένη της καταγγελίας αλλά από την επομένη της υλοποίησης της μεταβίβασης της επιχείρησης την 1.10.2013, ήτοι θα έπρεπε να είχε ασκηθεί έως την 2.1.2014, πλην όμως ασκήθηκε την 15.9.2014 και γι’ αυτό είναι απαράδεκτη ως εκπρόθεσμη. Επίσης το αίτημα της αγωγής , περί καταψήφισης μισθών υπερημερίας λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που συνδέεται με τον κοινό στις δύο αγωγές λόγο ακυρότητας της καταγγελίας, ως καταχρηστικής (άρθρ.281 ΑΚ), δεν ταυτίζεται, αφού στην πρώτη αγωγή αφορά το χρονικό διάστημα από 30.3.2013 έως 13.2.2014, ενώ στην δεύτερη αγωγή το αίτημα είναι ευρύτερο και αφορά το χρονικό διάστημα από 30.3.2013 έως 31.12.2015, και συνεπώς κατά το μέρος που εκτείνεται πέραν της 13.2.2014, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 14.2.2014 έως 31.12.2015 , το σχετικό αίτημα είναι απορριπτέο ως απαράδεκτο διότι ασκείται εκπροθέσμως μετά το πέρας της 3μηνης αποσβεστικής προθεσμίας από 30.3.2013, δεδομένου ότι δεν έχει διακοπεί η προθεσμία αυτή με την πρώτη αγωγή, αφού δεν υπάρχει ταυτότητα αιτήματος. Επομένως ως προς τον κύριο λόγο ακυρότητας της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας και το συνδεόμενο με αυτή αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως απαράδεκτη, καθώς επίσης απορριπτέα ως απαράδεκτη είναι και η αξίωση επιδίκασης μισθών υπερημερίας που συνδέεται με την επικουρική βάση της άκυρης καταγγελίας ως καταχρηστικής , για το χρονικό διάστημα από 14.2.2014 έως 31.12.2015. Επομένως παραδεκτά ασκείται η ένδικη αγωγή, κατά τα λοιπά αιτήματα, λόγω της ταυτότητας θεμελίωσης των δύο αγωγών του αιτήματος, και της διακοπής ως προς αυτά , της 3μηνης αποσβεστικής προθεσμίας κατ’ άρθρον 263 ΑΚ, με την άσκηση της πρώτης αγωγής.

1. Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 174,180, 281, 288, 349, 350, 361, 648, 652, 656, 669 ΑΚ και 7 εδ. α ν. 2112/1920 προκύπτει ότι: Η καταγγελία συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και γι’ αυτό δεν είναι απαραίτητο να δικαιολογείται από τον καταγγέλλοντα. Αποτελεί όμως ενάσκηση δικαιώματος και κατά συνέπειαν είναι απαγορευμένη όταν γίνεται καταχρηστικά, δηλαδή υπό περιστάσεις οι οποίες στοιχειοθετούν προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλονται από την καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος. Στην περίπτωση αυτή η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε, ο δε εργοδότης, αρνούμενος να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην καταβολή του μισθού προς αυτόν. Η καταγγελία είναι καταχρηστική και όταν γίνεται από λόγους αντεκδικήσεως ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του εργαζόμενου, νόμιμης μεν αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, η οποία απέβλεπε αποκλειστικώς και μόνο στην προστασία με νόμιμο τρόπο των δικαιωμάτων του από τη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 258/2019)

2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν.2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου , οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 3 παρ.1 και 2 του β.δ/τος της 16/18.7.1920, αναφορικά με τους εργάτες και τους υπηρέτες , ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928 , αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων , μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης το άρθρο 6 παρ.2 του ν.3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας, όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως, για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) “μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/Εκ του Συμβουλίου”. Με το άρθρο 11 του π.δ. 178/ 2002, καταργήθηκε το προϊσχύσαν π.δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις διατάξεις της Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ (η οποία τροποποιήθηκε με την ως άνω και, τελικά, κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία (όπως και η ίδια η Οδηγία), αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων κλπ. Έτσι, οι διατάξεις του π.δ. 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή έκτου νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως “μεταβίβαση” θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ.1 στοιχείο β’ ). Ως “μεταβιβάζων” (“εκχωρητής”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως “διάδοχος” (“εκδοχέας”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η “υπόστασή” τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το “περιεχόμενό” τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης (απόφαση ΔΕΚ της 17-12-1987 υπόθεση 287/86 [Νγ Molle Kro], Συλλογή 1987, σ. 5465, 5479). Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή, ο οποίος ευνοεί την κατάφαση “μεταβίβασης” ακόμη και σε περιπτώσεις, στις οποίες αυτή εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί (ενδεικτικά: απόφαση ΔΕΚ της 2-12-1999 υπόθεση C-234/98 [Αllen κλπ] Συλλογή 1987 σ. 1-8643, απόφαση ΔΕΚ της 11-3-1997 υπόθεση C-13/1995 [Suzen] Συλλογή 1997 σ. 1-1259, απόφαση ΔΕΚ της 19-9-1995 υπόθεση C-48/94 [Rygaard] Συλλογή 1995 σ. I- 2745). Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια “οικονομική οντότητα”. Πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή ακόμη και ενός τμήματος επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.) (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1148/2017,ΑΠ 1850/2006). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητας της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θ’ αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 Klarenberg). Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [βλ. Ολ.Α.Π. 5/1994 ΕλλΔνη 35 (1994), 1252, Α.Π. 259/2006 ΕλλΔνη 48 (2007), 1405, Α.Π. 564/2005 ΕλΔ 48 (2007), 469, Α.Π. 1723/1995 ΕΕργΔ 1997]. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. (ΑΠ 1148/2017)

3. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του π.δ. 178/2002, δια της μεταβιβάσεως της επιχειρήσεως κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο (παρ.1 εδ. α’ ). Οπότε, επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του β.δ. της 16/18-7-1920 “περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ” (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ.2 του ν. 3239/1955). Η μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. (ΟλΑΠ 5/1994, ΑΠ 1148/2017,ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1002/2004 ΕλΔ 2005.445). Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιοσδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (βλ. ΑΠ 909/2010), ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 1154/1998). Επομένως ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται αυτοδικαίως στις υποχρεώσεις από τυχόν άκυρη απόλυση του μισθωτού από τον αρχικό εργοδότη και από την υπερημερία του τελευταίου που δεν έχει αρθεί με νόμιμο τρόπο, χωρίς να προσαπαιτείται συναίνεση οιουδήποτε ή προσφορά των υπηρεσιών του μισθωτού στο νέο εργοδότη ή κάποια άλλη ενέργεια, και συνακόλουθα ενέχεται για την καταβολή των αποδοχών υπερημερίας, αφού το προσωπικό της επιχείρησης, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο απολυθείς ακύρως από τον παλαιό εργοδότη εργαζόμενος, εντάσσεται ως σύνολο στην ενότητα που σχηματίζει η επιχείρηση που μεταβιβάστηκε (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1147/2017, ΑΠ 1378/2002, ΑΠ 1697/1998)

Για την εξασφάλιση των εργαζομένων, των οποίων οι θέσεις εργασίας μεταφέρονται στο νέο φορέα της επιχείρησης κλπ, ο μεταβιβάζων εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (άρθρο 4 παρ.1 εδ. β’ του π.δ. 178/2002). Μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ.2).

Τέλος από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648 και 672 του Α.Κ. 5 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι, αν η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 84/2010, ΔΕΕ 2011.500, ΑΠ 983/2009 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 876/2009 ΔΕΕ 2011.955)

Από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης, ……….., στο ακροατήριο, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, κατά τη συνεδρίαση της 9.3.2017, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τις με αρ. …., ……../2015 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που ελήφθησαν επιμελεία του ενάγοντος, μετά τη νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εδώ εναγομένης, καθώς και από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρ.336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρία με την επωνυμία « …….» , η οποία διατηρεί επιχείρηση βιομηχανικής παραγωγής ηλεκτρικών πινάκων διανομής και ηλεκτρονικών αυτοματισμών, προσέλαβε την 6.6.2011, τον ενάγοντα, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου , προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος , με την ειδικότητα του βοηθού ηλεκτροτεχνίτη ,επί πενθήμερο εβδομαδιαίως με πλήρες ωράριο, έναντι μηνιαίου μισθού ποσού 820 ευρώ, ο οποίος από 1.10.2012 ανήλθε στο ποσό των 1.020 ευρώ. Η εργασιακή του σχέση εξελίχθηκε ομαλά μέχρι τον Δεκέμβριο 2011, έκτοτε όμως διαταράχθηκε, αφού άρχισε η εργοδότρια εταιρία, να καθυστερεί συστηματικά την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του. Για τον λόγο αυτό ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα στον νόμιμο εκπρόσωπό της, ο οποίος όμως εξακολουθούσε να μην καταβάλει τις αποδοχές του, επικαλούμενος ταμειακή δυσχέρεια. Εξαιτίας του αξιόλογου της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών του και του ύψους αυτών, και έχοντας εξαντλήσει τα περιθώρια αντοχής του , ο ενάγων προς διασφάλιση των δικαιωμάτων του από τη σύμβαση εργασίας, με την από 5.12.2012 «εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση, δήλωση» , που επιδόθηκε στην άνω εργοδότρια εταιρία την 6.12.2012 (με την ……..6.12.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), εξέθεσε τις ληξιπρόθεσμες μέχρι τότε αξιώσεις του, ύψους 6.604,58 ευρώ (ήτοι 770,80 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Δεκεμβρίου 2011 +820 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Μαρτίου 212 + 493,78 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Απριλίου 2012 +820 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Μαΐου 2012 +820 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Ιουνίου 2012 +620 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές Ιουλίου 2012, +220 ευρώ για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές Αυγούστου 2012 +1020      ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Οκτωβρίου 2012 +1020 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Νοεμβρίου 2012). Κάλεσε δε την εργοδότριά του να τις ικανοποιήσει, τάσσοντας εύλογη προθεσμία 15 ημερών , με τη ρητή μνεία ότι μετά την παρέλευση απράκτου της άνω προθεσμίας θα ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας. Η άνω εργοδότρια εταιρία δεν ανταποκρίθηκε στις άνω συμβατικές υποχρεώσεις της, (πλην του μισθού Νοεμβρίου 2012 που κατέβαλε), οπότε ο ενάγων μετά την παρέλευση της άνω προθεσμίας, που είχε τάξει με την εξώδικη διαμαρτυρία-δήλωση, άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας από 13.2.2013 όπως είχε προμηνύσει. Την ίδια ημέρα στις 13.2.2013 ο ενάγων προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Ν.Ιωνίας) και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο την οφειλή των άνω δεδουλευμένων αποδοχών του. Μετά την έναρξη επίσχεσης εργασίας και μια ημέρα πριν από την προσδιορισθείσα ημέρα συζήτησης της εργατικής διαφοράς ενώπιον του Σ.Ε.Π.Ε., και συγκεκριμένα στις 28.3.2013, και ενώ η άνω εργοδότρια εξακολουθούσε να μην εκπληρώνει την ως άνω συμβατική της υποχρέωση, με πρωτοβουλία της, υπεγράφη μεταξύ αυτών, και άλλων εργαζομένων της εργοδότριας, προς τους οποίους όφειλε επίσης δεδουλευμένες αποδοχές (ήτοι τους ………… , …………. και ……….) το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης διευθέτησης της εργατικής διαφοράς, δυνάμει του οποίου η εργοδότρια εταιρία αναγνώρισε την οφειλή της, τη νομιμότητα και το κύρος της επίσχεσης εργασίας, κατέβαλε ένα μέρος των οφειλομένων μέχρι τότε αποδοχών (40%), ήτοι ποσό 2.564,82 ευρώ και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει το υπόλοιπο σε πέντε (5) ισόποσες μηνιαίες δόσεις, πληρωτέες την 30.4.2013 , 31.5.2013, 30.6.2013, 31.7.2013 και 31.8.2013          , αποδέχθηκε δε προς εξασφάλιση καταβολής των άνω δόσεων πέντε (5) ισόποσες συναλλαγματικές, που εξέδωσε εις διαταγήν του ο ενάγων, ποσού 769,45 ευρώ, πληρωτέα καθεμία στις αντίστοιχες προαναφερθείσες ημερομηνίες. Επιπλέον συμφωνήθηκε να καταβληθεί μέρος των εξόδων (αμοιβές του νομίμου παραστάτη του ενάγοντος, αμοιβές δικαστικών επιμελητών κλπ.), ποσού 632,20 ευρώ, εκ του οποίου, το ποσό των 316,10 ευρώ ήδη καταβλήθηκε , ενώ το υπόλοιπο εκ 316,10 ευρώ, συμφωνήθηκε να καταβληθεί στις 30.4.2013. Κατόπιν τούτου, ο ενάγων (όπως και οι άλλοι ως άνω εργαζόμενοι) καλόπιστα , διέκοψε την επίσχεση εργασίας , με ρητή επιφύλαξη για την περίπτωση μη τήρησης εκ μέρους της εργοδότριας του ως άνω χρονοδιαγράμματος και υπό τη διαλυτική αίρεση πληρωμής εκάστης δόσεως -συναλλαγματικής, άμα τη εμφανίσει, και σε περίπτωση οιασδήποτε καθυστέρησης , να θεωρείται το άνω συμφωνητικό ως μη γενόμενο και τα πράγματα να επανέρχονται στην κατάσταση προ της υπογραφής αυτού. Την επόμενη ημέρα , ήτοι την 29.3.2013, ο ενάγων μετέβη στην Επιθεώρηση Εργασίας και ανακάλεσε την αίτησή του για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς , δηλώνοντας ότι επιτεύχθηκε η ως άνω εξώδικη διευθέτηση της υπόθεσης. Την ίδια ημέρα όπως είχε συμφωνηθεί , εμφανίστηκε στον τόπο εργασίας του, προκειμένου να αναλάβει εργασία, πλην όμως ο νόμιμος εκπρόσωπος της εργοδότριας εταιρίας «……….», αφού βεβαιώθηκε ότι ο ενάγων ανακάλεσε την αίτησή του για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, ενώπιον του ΣΕΠΕ, εκδίωξε αυτόν από την εργασία του, κατά παράβαση του από 28.3.2013 ιδιωτικού συμφωνητικού , και λίγες ώρες αργότερα, την ίδια ημέρα, του κοινοποίησε την από 29.3.2013 έγγραφη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, προσφέροντας σε αυτόν το ποσό των 3.760,36 ευρώ, ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης . Επίσης η «………» κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας και των εργαζομένων ………. και …………., που είχαν και αυτοί προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας. Μετά την ως άνω καταγγελία, και δη την 2.4.2013 ο ενάγων προσέφυγε και πάλι στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας και δήλωσε ότι η εργοδότρια εταιρία τον απέλυσε από λόγους εκδίκησης στο πρόσωπό του, επειδή άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και προσέφυγε στην Επιθεώρηση εργασίας. Την 17.5.2013 κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς στην Επιθεώρηση Εργασίας, η άνω εργοδότρια, νόμιμα εκπροσωπούμενη, αρνήθηκε τα καταγγελλόμενα και ισχυρίστηκε ότι κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Στη συνέχεια ο ενάγων άσκησε την από 21.6.2013 αγωγή (ΓΑΚ ………../2013) , με το προαναφερόμενο περιεχόμενο. Ωστόσο η ως άνω καταγγελία δεν συνδέεται με το καλώς εννοούμενο (αντικειμενικό) συμφέρον της επιχείρησης της «……….» και δη δεν οφείλεται σε οικονομοτεχνικούς λόγους όπως αβάσιμα ισχυρίστηκε η εργοδότρια. Αντίθετα υπαγορεύθηκε από ταπεινά ελατήρια , που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος , και δη από εμπάθεια και εκδικητικότητα στο πρόσωπο του ενάγοντος, συνεπεία της προηγηθείσας νόμιμης άσκησης εκ μέρους αυτού του δικαιώματος επίσχεσης της εργασίας του, και της προσφυγής του στην Επιθεώρηση Εργασίας, συμπεριφοράς δηλαδή αντίθετης προς τα συμφέροντα της εργοδότριας και μη αρεστής στη διοίκηση αυτής. Σχετικά περί τούτου κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης ………., ότι προ της προσφυγής στην Επιθεώρηση Εργασίας, όταν ο ενάγων δήλωσε ότι θα αναγκαστεί να «βγει σε επίσχεση» , τον απείλησε ότι «άμα θα το κάνεις θα σε διώξω» και ότι όταν τον απέλυσε του είπε «δεν δέχομαι τις μαγκιές και στο είπα και πριν ότι αν ασκήσεις τα δικαιώματά σου δηλαδή καταγγελία επιθεώρηση εργασίας επίσχεση και λοιπά, θα σε έδιωχνα». Επίσης η χρονική εγγύτητα μεταξύ της ασκήσεως της επισχέσεως (13.2.2013) , της υπογραφής του μεταξύ τους συμφωνητικού ρύθμισης της διαφοράς (28.3.2013) , της συζήτησης της εργατικής διαφοράς ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας (29.3.2013, ώρα 9.00 το πρωί) και της απόλυσης του ενάγοντος (το μεσημέρι της ίδιας ημέρας),ενισχύουν την παραδοχή ότι η απόλυση έγινε από αντεκδίκηση επειδή ο ενάγων προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, καθώς δεν δικαιολογείται την προηγουμένη να διευθετείται ως άνω η διαφορά και την επομένη να απολύεται ο ενάγων. Με τα δεδομένα αυτά η εν λόγω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη , τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος καταγγελίας και ως εκ τούτου είναι άκυρη , (άρθρ.281 ΑΚ, 174,180 ΑΚ) σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην οικεία νομική σκέψη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εργοδότρια εταιρία «………» ήταν στην πραγματικότητα οικογενειακή επιχείρηση, η οποία είχε συσταθεί το έτος 1997 από τον …….., πρόεδρο του διοικητικού συμβουλίου της , ενώ στη μετοχική σύνθεση και στο δ.σ. της , ως Αντιπρόεδρος, μετείχε επίσης η θυγατέρα του ………. Σύμφωνα με το καταστατικό της εταιρίας «……..» ο σκοπός της είναι: 1) Η ανάπτυξη, μελέτη , έρευνα , κατασκευή, επεξεργασία , παραγωγή, συναρμολόγηση, τροποποίηση, επισκευή και συντήρηση κάθε είδους ηλεκτρολογικού, ηλεκτροβιομηχανικού, ηλεκτρονικού και επικοινωνιακού υλικού και εξοπλισμού , 2) η εκπόνηση μελετών, η εγκατάσταση και τοποθέτηση , η παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης (service) για κάθε είδους ηλεκτρολογικό, ηλεκτροβιομηχανικό, ηλεκτρονικό και επικοινωνιακό υλικό και εξοπλισμό , 3) η ανάληψη και εκτέλεση έργων από δημόσιους ή ιδιωτικούς φορείς στην Ελλάδα ή το εξωτερικό , η συμμετοχή σε διαγωνισμούς του Δημοσίου για την ανάδειξη εργοληπτών, προμηθευτών ή χορηγών για τα αντικείμενα ή τις υπηρεσίες που εμπίπτουν στους εταιρικούς σκοπούς καθώς και την εκτέλεση τέτοιων έργων προμήθειας, 4) η διενέργεια διανομών, εισαγωγών και εξαγωγών των ανωτέρω ειδών και η αντιπροσώπευση οίκων της ημεδαπής και της αλλοδαπής που κατασκευάζουν ή εμπορεύονται τα ανωτέρω είδη, 5) η δημιουργία ηλεκτροπαροχικών και ηλεκτροπαραγωγικών συγκροτημάτων-μονάδων , με την απορρέουσα από αυτά πάσης φύσεως παροχή υπηρεσιών και προϊόντων καθώς και η συμμετοχή και συνεργασία με οποιοδήποτε τρόπο σε εταιρίες ή επιχειρήσεις που υφίστανται ή θα ιδρυθούν μελλοντικά , ημεδαπές ή αλλοδαπές, που έχουν τον ίδιο ή παρεμφερή σκοπό , τηρουμένων των διατάξεων του ν.2244/1994 (βλ,σχ.ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ ………). Η ………. είναι ηλεκτρολόγος μηχανικός και μηχανικός Η/Υ του ΕΜΠ , κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στα Τεχνοοικονομικά Συστήματα Τεχνολογίας ( ΕΜΠ) και έχει εκπονήσει διδακτορική διατριβή με τίτλο «………..« (ΕΜΠ) . Παράλληλα έχει παρακολουθήσει πρόγραμμα σπουδών FINANCE FOR SENIOR EXECUTIVES στο EXECUTIVE EDUCATION HARVANT BUSINESS SCHOOL και διαθέτει Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.) σε ηλεκτρομηχανολογικά, υδραυλικά υπό πίεση καθώς και σε βιομηχανικά -ενεργειακά έργα. Λόγω του αντικειμένου των σπουδών της , που συνέπιπτε με αυτό της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εταιρίας «……..», και της σχέσεως που τη συνέδεε με τον ιδρυτή της, ξεκίνησε να εργάζεται σε αυτή, στην αρχή ως μελετητής και σχεδιαστής των πινάκων χαμηλής και μέσης τάσης, που κατασκεύαζε η άνω εταιρία, καθώς και ως υπεύθυνη ποιότητας (ISO κλπ.) των προϊόντων και υπηρεσιών της, που απαιτούνται για τη συμμετοχή σε δημόσιους διαγωνισμούς ενώ εν συνεχεία ανέλαβε την εποπτεία των πωλήσεων και των έργων που αναλάμβανε η ίδια εταιρία , για λογαριασμό ιδιωτικών και δημοσίων φορέων (κατασκευή και προμήθεια τηλεπικοινωνιακού υλικού, ηλεκτροπαροχικών προϊόντων και συστημάτων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας), την εποπτεία των δικτύων πωλήσεων Ελλάδας, Αλβανίας , Ρουμανίας , Βουλγαρίας και Σλοβενίας καθώς και την εποπτεία σε θέματα marketing (διοργάνωση εκθέσεων) , εξωτερικής πολιτικής και νέων τεχνολογιών. Παράλληλα η ……… ήταν βασική μελετητής της εταιρίας αυτής καθώς εκπονούσε για λογαριασμό της τα σχέδια και τις μελέτες. Η εγγραφή της «……….» στο Μητρώο Εργοληπτικών Επιχειρήσεων (Μ.Ε.ΕΠ) όσο και στο Μητρώο Εμπειρίας Κατασκευαστών (Μ.Ε.Κ.), οφείλεται στα πτυχία της ………. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η «………» στα πλαίσια των δραστηριοτήτων της συνεργαζόταν τόσο με φορείς του Δημοσίου όσο και με ιδιωτικούς φορείς, συνάπτοντας είτε διαρκείς συμβάσεις συνεργασίας, είτε συμβάσεις έργων. Μεταξύ των πελατών της συμπεριλαμβάνονται Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα , Ανώτερα Τεχνολογικά Ιδρύματα, Υπουργεία , επιχειρήσεις και οργανισμοί, ξενοδοχεία, τεχνικές κατασκευαστικές εταιρίες, μεταξύ των οποίων οι ………., ………., ………., ………, ………. , ………, …….., ………., ………, ………, …….., ……….., ………… , ……..,………, ……….. Επιπλέον είχε καταρτίσει συμβόλαια συντήρησης με τις εταιρίες «………, …………, ………. , …….., ενώ είχε αναλάβει έργα σε μεγάλες εγκαταστάσεις (εργοστάσιο ……… Γρεβενών, εργοστάσιο …….. Λαμία ,…….. Θεσσαλονίκης, Λάρισας και Παλλήνης ,……… Μεταμόρφωσης, ……. , …………. Θήβας), σε βιολογικούς καθαρισμούς (………. ……. , …….., ………. , …….., ……… , ……….., ……….., Κλινική ………, Κλινική ……., ….. Νοσοκομείο ………, Νοσοκομείο ………., Νοσοκομείο ………., Νοσοκομείο …….. « ……….») , σε σταθμούς ΗΣΑΠ καθώς και σε ολυμπιακά έργα (……….. «…….» , ………. (…….), ……….., ………. , ………., κολυμβητήρια ………, ………….. κ.α.α). Η διοίκηση της άνω εταιρίας ανήκε τυπικά και ουσιαστικά ανέκαθεν στον ………, πατέρα της …….., μέχρι το έτος 2013 που αποσύρθηκε για λόγους υγείας και τελικά απεβίωσε την 21.12.2014, έκτοτε δε η «……….» σταμάτησε την δραστηριότητά της. Η ……. ως αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος υπέγραφε αντί του ………., κατόπιν εξουσιοδοτήσεως ή κατόπιν αποφάσεως του δ.σ. της «……..». Περί τούτου θα γίνει λόγος και παρακάτω. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι την 7.8.2013 η …….., δυνάμει της με αρ. …./7.8.2013 πράξης σύστασης του Συμβολαιογράφου Αθηνών ………., ίδρυσε την ήδη εκκαλούσα εταιρία με την επωνυμία «………», με τον διακριτικό τίτλο «……….», με μοναδικό μέτοχο την ίδια και μετοχικό κεφάλαιο 24.000 ευρώ. Το διοικητικό της συμβούλιο αποτελούνταν από τους : 1) ……., 2) ………. του ……., ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο και 3) …….. του ………. Οι σκοποί της εταιρίας αυτής , που εδρεύει όπως και η «……..», επί της οδού …….. στο Δήμο ……. Αττικής, ταυτίζονται απολύτως με αυτούς της τελευταίας (βλ.σχ. το ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ & ΕΠΕ με αρ. …..). Επίσης η εγγραφή της «…….» στο Μ.Ε.ΕΠ. και στο Μ.Ε.Κ. στηρίζεται στα πτυχία που διέθετε η ………., ώστε αυτή να συμμετέχει σε δημόσιους διαγωνισμούς και αναλαμβάνει δημόσια έργα. Δηλαδή η εταιρία «…………» , ασκεί την ίδια ακριβώς επιχειρηματική δραστηριότητα με την «……..» , εδρεύει και λειτουργεί στις ίδιες με την «………» κτιριακές εγκαταστάσεις, χρησιμοποιεί τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ), τόσο στην έδρα της όσο και στο υποκατάστημα που διατηρεί στην ………… Βέβαια η «……….» ισχυρίζεται ότι συστεγάζεται με την «……..» καθώς με το από 5.9.2013 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης, 12ετούς διάρκειας από 5.9.2013 , έχει μισθώσει μέρος των άνω εγκαταστάσεων στο άνω ακίνητο, αντί μηνιαίου μισθώματος 2.500,00 ευρώ, και ότι έχει προκαταβάλει τα μισθώματα της πρώτης πενταετίας στην εκμισθώτρια, ήτοι συνολικά 150.000 ευρώ. Εν τούτοις είναι δυσεξήγητο πως μια νέα επιχείρηση με μετοχικό κεφάλαιο 24.000 ευρώ, κατέβαλε το άνω υψηλό ποσό για μισθώματα πέντε (5) ετών, ενώ ακόμα δεν έχει εκκινήσει την επιχειρηματική της δραστηριότητα. Επίσης στην «…..» μεταβιβάστηκε ατύπως το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού (μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας κλπ.), όπως προκύπτει και από τη με αρ……./……/……/……./29-10-2013 Απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων , (που αφορά προμήθεια ηλεκτρολογικού υλικού στο Αεροδρόμιο Μυτιλήνης) όπου η ανάδοχος του αναφερομένου σε αυτή έργου εναγόμενη «………», αναλαμβάνει να εκτελέσει το έργο με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της «……….». Επίσης επίσημα φέρεται να έχει αγοράσει η «………», δύο φορτηγά αυτοκίνητα από την «……..». Επίσης η «………» εμφανίζεται στις συναλλαγές ως διάδοχος της «………..», συνεχίζοντας την εκτέλεση εκκρεμών συμβάσεων και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της τελευταίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην με αρ…. /10.2.2014 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου ……., με την οποία ανατέθηκαν στην εταιρία «……….» , ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του νοσοκομείου που είχε εγκαταστήσει η «……….», χαρακτηρίζεται η «………..» , ως διάδοχος της «………». Επίσης στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο, η β’εναγομένη «……….» αναφέρει ότι σχεδιάζει, παράγει και διανέμει ένα ευρύ φάσμα ενεργειακών /ηλεκτρονικών προϊόντων και λύσεων, στηρίζεται δε στην πολυετή τεχνογνωσία , στο πλούσιο πελατολόγιο και στην «μακρόχρονη πείρα ως «κληρονομιά» της «……….». Αναφέρεται επίσης ότι η «……..» γεννήθηκε από τα σπλάχνα της «………..» και ως εκ τούτου αυτοπροσδιορίζεται ευθέως ως διάδοχος της τελευταίας , ενώ και οι διακριτικοί τίτλοι αμφοτέρων των εταιριών, «……..» και «……….» προσομοιάζουν, λεκτικά και απεικονιστικά (η γραμματοσειρά και ο χρωματισμός). Στην ίδια ιστοσελίδα (της «…..» ) στο διαδίκτυο , παρουσιάζει τα …… Συστήματά της(…….), αναφέροντας ότι αυτά έχουν δοκιμασθεί στο πεδίο για μεγάλο χρονικό διάστημα στα πλαίσια συμβάσεως με την εταιρία «……….» (……….. 2011-2014) , μολονότι η εν λόγω σύμβαση είχε καταρτισθεί με την «……….» και δεν προκύπτει η καταγγελία της. Αρχικά τα έσοδά της «……..» ήταν μηδενικά , ενώ τον Οκτώβριο έως Δεκέμβριο 2013 τα συνολικά της έσοδα είναι 32.000 ευρώ. Τον Μάρτιο 2014 ο κύκλος εργασιών της ανέρχεται περί τα 1.000.000 ευρώ. Δηλαδή η «……….» εντός μικρού χρονικού διαστήματος από τη σύστασή της, ανέλαβε έργα με φορείς του Δημοσίου αλλά και του ευρύτερου δημοσίου τομέα, όπως 1)Σύμβαση ανάθεσης προμήθειας τροφοδοτικών για τον Τηλεοπτικό Σταθμό ………. (με αρ.πρωτ……/…/……9.12.2013), 2 ) σύμβαση με τη Δημοτική Επιχείρηση ……….., 3) σύμβαση με τη Δημοτική Επιχείρηση ……….. , 4) σύμβαση με Περιφέρεια …….. (βλ.την αρ.πρωτ.Οικ: ………/7.7.2014 απόφαση του Αντιπεριφερειάρχη ) 5) σύμβαση με το Γενικό Νοσοκομείο …… « ……….» (βλ. το …° Πρακτικό της 20ης Νοεμβρίου 2014 Έκτακτης Συνεδρίασης του ΔΣ του άνω νοσοκομείου), 6) σύμβαση προμήθειας με το Γενικό Νοσοκομείο ………. (με την αρ.πρω τ. …./17.12.2014 απόφαση ανάληψης του άνω νοσοκομείου για προμήθεια UPS), 7) σύμβαση με το …… Πανεπιστήμιο …. ( με το αρ.πρωτ. ……../17.12.2014 απόσπασμα πρακτικού της Συγκλήτου του άνω Πανεπιστημίου περί εγκρίσεως της κατακύρωσης του πρόχειρου μειοδοτικού διαγωνισμού για την «…….»). Για την υλοποίηση των έργων που αναλάμβανε διατείνεται ότι χρησιμοποιούσε εξωτερικούς συνεργάτες, πλην όμως δεν προσκομίζει σχετικές συμβάσεις. Εξάλλου θα ήταν αδύνατον να ανταποκριθεί στις επιχειρηματικές της υποχρεώσεις, εάν απασχολούσε μόνον δύο εργαζόμενους ως υπαλλήλους γραφείου, έως τον Ιούνιο 2014 όπως φαίνεται επισήμως (βλ. τον με αρ.πρωτ.καταθ. ……../10.6.2014 και τον ……../19.10.2015 Πίνακα Προσωπικού), ενώ είναι βέβαιο ότι χρησιμοποιούσε εξειδικευμένο προσωπικό , όπως εξάλλου διατείνεται και στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο και μάλιστα χρησιμοποιούσε προσωπικό της «…….» , ανεξάρτητα από την τυπική έννομη σχέση που επιλεγόταν να τους συνδέει. Ενδεικτικά η εταιρία «……..» φέρεται ότι συνήψε δύο συμβάσεις δανεισμού εργαζομένων με την εταιρία «……….» , την από 8.10.2014 και την από 1.12.2014, που αφορούσαν τον εργαζόμενο της «……….» ………, ηλεκτροτεχνίτη, δυνάμει των οποίων (συμβάσεων) ο ανωτέρω εργαζόμενος παρέσχε τις υπηρεσίες του στην δανειζόμενη εταιρία «………..» για το χρονικό διάστημα από 9.10.2014 έως 31.12.2015. Πλην όμως ο ανωτέρω εργαζόμενος ……….. ήγειρε αγωγή εναντίον και των δύο ως άνω εταιριών, με την οποία ισχυρίστηκε ότι από 1.10.2013 , έλαβε χώρα η μεταβίβαση της επιχείρησης της εργοδότριάς του «……..» στην «……….», στην οποία προσέφερε εν τοις πράγμασι την εργασία του και η αγωγή του έγινε δεκτή τελεσιδίκως. Επί της υποθέσεως αυτής θα γίνει λόγος παρακάτω. Επίσης χωρίς την μεταβίβαση του υλικοτεχνικού εξοπλισμού και της τεχνογνωσίας της «……..» προς την «…….» , θα ήταν αδύνατη η άσκηση της δραστηριότητας της τελευταίας και η εδραίωσή της στον κλάδο όπου δραστηριοποιείται μέσα σε ελάχιστο χρόνο από την ίδρυσή της, καθώς και η εκτέλεση και εκπλήρωση συμβάσεων μεγάλου οικονομικού αντικειμένου που ανέλαβε σε όλη την επικράτεια. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η επιχείρηση της «…….» συνέχισε τη λειτουργία της και διατήρησε την ταυτότητά της υπό τον νέο της φορέα , την εναγόμενη «………» , η οποία λειτουργεί στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις , που στεγάζεται η «…….» , της έχουν παραδοθεί και χρησιμοποιεί τα μηχανήματα, οχήματα και τον τεχνολογικό εξοπλισμό της , προκειμένου να εκπληρώνει υποχρεώσεις της από τις συμβάσεις έργου που αναλαμβάνει. Επίσης, το πελατολόγιο της «…….» μεταβιβάστηκε στην «……..», η οποία χρησιμοποιεί και εκμεταλλεύεται την τεχνογνωσία και τη φήμη της «……….» στην αγορά. Υπό τα ανωτέρω περιστατικά επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των άρθρων 1,2 παρ.1 , 3 παρ.1, 4 παρ.1 και 2 του ΠΔ 178/2002, καθώς και διαδοχή μεταξύ της εργοδότριας του ενάγοντος «…….» και της β’εναγομένης «………, η οποία υπεισήλθε στη θέση της πρώτης, υποκαθιστώντας αυτοδικαίως αυτή στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, η οποία λόγω της ως άνω ακυρότητας της καταγγελίας, δεν λύθηκε, παραμένει ισχυρή και ενεργός, οι δε αξιώσεις που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας και υφίσταντο κατά τον χρόνο μεταβίβασης την 13.10.2013 , βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής και τη διάδοχο β’εναγομένη «……….». Η κρίση περί της μεταβίβασης της «………….» στην «…..» ενισχύεται και από τα ακόλουθα : Προ της ιδρύσεως της εταιρίας «……» , πολλοί εργαζόμενοι της «………» ασκούσαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών τους (…….., …….., ………., ………., ………, …….., ………, ……… και ……….). Επίσης την 10.12.2012 οι εργαζόμενοι (της «……..» ) ……., ………, ………. , ………, άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας λόγω μη πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών τους και στη συνέχεια άσκησαν εναντίον της άνω εργοδότριάς τους την από 19.12.2012 αγωγή, για οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές τους και αποδοχές υπερημερίας λόγω της επίσχεσης εργασίας, (βλ.σχ. την 6549/2014 απόφαση του Μον.Εφετείου Αθηνών). Περαιτέρω η «………» προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης σε εργαζομένους της, υπέβαλε σε βάρος αυτών, τις κάτωθι εγκλήσεις : Α) την 9.5.2013 (ΑΒΜ ……./…….) έγκληση σε βάρος των εργαζομένων, …….., ………, …….., ………. , ……… και ………, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρίας από κοινού, (άρθρ.364 ΠΚ), τελούμενο με ανάρτηση στο διαδίκτυο, σε βάρος της, την 3.4.2013. Την άνω έγκληση κατέθεσε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών, η ……., δυνάμει πρακτικού του δ.σ. της «………» . Σημειωτέον ότι κατά τον άνω χρόνο υποβολής της εγκλήσεως, οι άνω εργαζόμενοι ασκούσαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, λόγω οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών , ενώ μετά την υποβολή της άνω εγκλήσεως και δη την 14.5.2013 η «……..» , κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας τους, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Η άνω έγκληση ήταν προσχηματική, προκειμένου να διακόψει την υπερημερία της και να αποφύγει την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Με βάση την έγκληση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη σε βάρος των άνω εργαζομένων για την καταγγελλόμενη αξιόποινη πράξη από κοινού. Με την ΖΜ7623/15.11.2018 απόφαση του Ζ’ Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι ανωτέρω εργαζόμενοι κηρύχθηκαν αθώοι καθώς κρίθηκε ότι δεν τέλεσαν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω αδικήματος. , Β) κατά άλλης ομάδας εργαζομένων, (……… , ……… , ………., ………. και ……….. ), και ενώ αυτοί ασκούσαν το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας λόγω καθυστερούμενών δεδουλευμένων αποδοχών, η εργοδότρια «…….» υπέβαλε την από 5.7.2013 και με στοιχεία ΑΒΜ …../….. έγκληση, για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμισης, (και αυτή την έγκληση την υπέβαλε για λογαριασμό της «………» η ……. δυνάμει πρακτικού του δ.σ. της εγκαλούσας εταιρίας). Εν συνεχεία η «……….» κατήγγειλε τις συμβάσεις εργασίας των άνω εργαζομένων, χωρίς να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Η άνω έγκληση απορρίφθηκε με την ΕΓ/……/……/…… /03-08-2014 διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών , ως εντελώς αβάσιμη (άρθρ.47 παρ.2 ΚΠοινΔ), και στη συνέχεια λόγω μη ασκήσεως προσφυγής, η δικογραφία ετέθη στο αρχείο κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ. , Γ) Σε βάρος των εργαζομένων της …….., …….., ………., και ………, υπέβαλε την από 2.9.2013 έγκληση για το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης σε βάρος της. Η εν λόγω έγκληση την οποία κατέθεσε για λογαριασμό της «………» η ………, νόμιμα εξουσιοδοτημένη, απορρίφθηκε με την ΕΓ ……/……./……/… Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών, κατ’ άρθρο 47 παρ.1,2 ΚΠΔ, καθώς δεν προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την τέλεση του αδικήματος. Επίσης προ της ιδρύσεως της «……..», απολύθηκαν πολλοί εργαζόμενοι της «…….». Ορισμένοι εξ αυτών μετά τη λύση της συμβάσεως εργασίας τους, άσκησαν αγωγές κατά της «………» , και της «…….» , ως διαδόχου της πρώτης, κρίθηκε δε με αποφάσεις του παρόντος Δικαστηρίου, ότι η ίδρυση της «………» μεθοδεύτηκε λόγω των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η «………», με σκοπό να απαλλαγεί η «…….», από οφειλές για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας σε εργαζόμενους της, ώστε να συνεχίσει η «……….» τη δραστηριότητα αυτής, χωρίς υποχρεώσεις. Επίσης με δικαστικές αποφάσεις κρίθηκε ότι η «……….» προέβη σε καταγγελίες συμβάσεων εργασίας , χωρίς να καταβάλει αποζημίωση απόλυσης στους εργαζόμενους, υποβάλλοντας προηγουμένως ψευδείς εγκλήσεις κατ’ αυτών για αξιόποινες πράξεις που δήθεν τέλεσαν σε βάρος της, ώστε να αποφύγει την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Ειδικότερα: 1. επί της από 5.9.2014 αγωγής που άσκησε ο εργαζόμενος …….., (ο οποίος είχε ασκήσει και αυτός το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας λόγω μη καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του, και είχε επανέλθει στην εργασία), με την 551/2017 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κρίθηκε ότι η «………» κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του την 11.7.2013 καταχρηστικά και χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης , λόγω ασκήσεως της από 5.7.2013 εγκλήσεως για συκοφαντική δυσφήμηση ανώνυμης εταιρίας, η οποία όμως ήταν προσχηματική και ψευδής, καθώς απορρίφθηκε ως προφανώς αβάσιμη και εν συνεχεία τέθηκε στο αρχείο κατ’ άρθρο 47 ΚΠοινΔ. Ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του άνω εργαζομένου είναι άκυρη για τον επιπλέον λόγο ότι αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 5 παρ.1 ΠΔ 178/2002, καθώς η «…….» προέβη στην καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης αυτής στην «……….» , με μοναδικό σκοπό να απαλλαγεί η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση από οφειλές για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας., 2. Επί της από 28.4.2014 αγωγής του ……., με την 2631/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, επικυρώθηκε η με αρ.1383/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και κρίθηκε άκυρη η από 14.5.2013 καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, ως καταχρηστική, διότι έγινε με το πρόσχημα υποβολής σε βάρος του της από 10.5.2013 εγκλήσεως για συκοφαντική δυσφήμηση εναντίον της, (εγκαλούμενοι ήταν 6 συνολικά εργαζόμενοι), η οποία ήταν προφανώς αβάσιμη, αναγνωρίστηκε δε ότι συνδέεται με την «………», με σύμβαση εργασίας , συνεπεία της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, και της υπερημερίας της «……….» , η οποία συνεχίστηκε στο νομικό πρόσωπο της «……….» που την διαδέχθηκε και υποχρεώθηκε να καταβάλει η «………» , το ποσό των 29.669,36 ευρώ για οφειλόμενες μισθούς ,μισθούς υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας και της ακυρότητας της απόλυσης μέχρι την 31.12.2014, από το οποίο (ποσό), το ποσό των 20.845,74 ευρώ, εις ολόκληρον με την «………» . Περαιτέρω επί της από 8.9.2014 αγωγής που άσκησε η ……… , εργαζόμενη της «…….» η οποία ,λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών και μετά από μείωση των αποδοχών της και μονομερή επιβολή εκ περιτροπής εργασίας, από 20.5.2013, και από 1.1.2014 άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας από 21.5.2014, εξεδόθη η με αρ.3051/2019 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που επικύρωσε την πρωτόδικη με αρ.385/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αγωγή αυτή έγινε δεκτή και κρίθηκε μεταξύ άλλων ότι η «………» είναι διάδοχος της εργοδότριάς της άνω εργαζόμενης, και υποχρεώθηκε ως διάδοχος αυτής, να της καταβάλει 42.230,54 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, λόγω επίσχεσης εργασίας, ενώ υποχρέωσε την «……..» να της καταβάλει εις ολόκληρον με την «………..» , εκ του συνολικού ως άνω ποσού , το ποσό των 9381,32 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα έως την 30.9.3023, οπότε υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης της «…….» στην «……….». Επίσης επί της από 17.10.2016 αγωγής που άσκησε ο ……….. κατά της «……..», της «……….» και της …….., εξεδόθη η 2080/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την 2924/2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Ο ενάγων ιστορούσε στην αγωγή του, ότι ήταν εργαζόμενος στην «……..», ότι από 1.10.2013 η «………» μεταβιβάστηκε κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ.178/2002 στην «…………» στην οποία συνέχισε να παρέχει εν τοις πράγμασι τις υπηρεσίες του. Ότι του οφείλονται δεδουλευμένες αποδοχές από Δεκέμβριο 2011 έως Δεκέμβριο 2015, και αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, που άσκησε την 10.12.2015, εκ των οποίων το ποσό των 6.302,20 ευρώ αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα μέχρι την 1.10.2013, οπότε και έγινε η ως άνω μεταβίβαση της επιχείρησης, και ευθύνονται εις ολόκληρον οι τρεις εναγόμενες, ενώ για τις υπόλοιπες δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης εργασίας, ευθύνονται εις ολόκληρον η «……..» και η …….., ενεχόμενη προσωπικά, λόγω κατάχρησης της νομικής προσωπικότητας των δύο εναγομένων εταιριών με πρόθεση καταστρατήγησης του νόμου. Η αγωγή έγινε δεκτή εν μέρει και ως βάσιμη και κατ’ουσίαν, με την 2080/2017 απόφαση, καθότι κρίθηκε ότι πράγματι την 1.10.2013 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης της «……..», στην «……….», ότι ο άνω ενάγων συνδέεται με σύμβαση εργασίας με την «……….» , ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης ο ενάγων και υποχρεώθηκαν η «……..» και η ………., να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον εκάστη , κατόπιν άρσης της αυτοτέλειας του νομικού προσώπου, το ποσό των 7.322,01 ευρώ και η «………. εις ολόκληρον με τις δύο άλλες εναγόμενες να καταβάλει από το άνω ποσό το ποσό των 6302,20 ευρώ , νομιμοτόκως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η «…….» ζήτησε με την από 23.4.2013 με αρ.εκθ.καταθ……./……/25.4.2013 αίτηση έναρξης διαδικασίας συνδιαλλαγής, που κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την υπαγωγή της στη διαδικασία εξυγίανσης (άρθρ.99 του ν.3588/2007), η οποία αρχικά προσδιορίστηκε να συζητηθεί την 12.6.2013 , αναβλήθηκε για 9.10.2013. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής η «……» άσκησε την από 29.4.2013 αυτοτελή αίτηση λήψεως προληπτικών μέτρων (άρθρ.103 ΠτΚ) και της χορηγήθηκε η από 30.4.2013 προσωρινή διαταγή και διατάχθηκε η αναστολή ατομικών διώξεων και μέτρων εκτέλεσης των πιστωτών της μέχρι τη συζήτηση της αίτησης την 23.8.2013. Εν τέλει δεν υπήχθη στη διαδικασία συνδιαλλαγής. Ακολούθως η «………..» ,με την από 27.12.2013 αίτηση πτώχευσης-δήλωσή της περί παύσεως πληρωμών, ζήτησε την κήρυξή της σε κατάσταση πτώχευσης ,επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει από 24.12.2013 σε παύση πληρωμών και πλήρη αδράνεια, λόγω μόνιμης και γενικής αδυναμίας να πληρώσει ληξιπρόθεσμες οφειλές της, συνολικού ποσού 11.203.961,60 ευρώ. Στην άνω πτωχευτική δίκη παρενέβησαν κυρίως είκοσι δύο (22) εργαζόμενοι της «…….», και ζήτησαν την απόρριψη της άνω αιτήσεως. Η άνω αίτηση πτώχευσης απερρίφθη με την 49/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως καταχρηστικά ασκηθείσα (άρθρ.6 παρ.3 του ν.3588/2007), καθώς κρίθηκε ότι ασκήθηκε προς τον σκοπό δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών της, λαμβανομένης υπόψη της απαγορευμένης απολήψεως από το εταιρικό ταμείο του ποσού των 2.610.850,10 ευρώ, για τα μέλη της διοίκησης της και της μεθοδευμένης ιδρύσεως της «……….. Ειδικότερα κατά τον ισολογισμό του έτους 2011 η «……….» είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) ύψους 11.544.679,70 ευρώ, και διαθέσιμα (ταμείο και καταθέσεις) ύψους 301.817,84 ευρώ. Σύμφωνα με τις παρατηρήσεις επί του ισολογισμού αυτού, του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ………., η αξία κτήσεως των μηχανημάτων της ανωτέρω εταιρίας προσαυξήθηκε, πέραν του κόστους κατασκευής τους, με υπόλοιπο λογαριασμών απαιτήσεων ποσού 2.610.850,10 ευρώ, με συνέπεια το κονδύλιο του ισολογισμού «μηχανήματα» να εμφανίζεται αυξημένο κατά 5.294.677,97 ευρώ, ενώ οι απαιτήσεις της εταιρίας μειωμένες κατά 2.610.850,10 ευρώ και τα αποτελέσματα χρήσης και ίδια κεφάλαια ισόποσα αυξημένα κατά 2.683.827,87 ευρώ. Οι ως άνω δε απαιτήσεις ύφους 2.610.850,10 ευρώ, αφορούν απολήψεις μελών της διοικήσεως και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του ν.2190/1920. Κατά την από 29.4.2014 έκθεση ευρημάτων από τη διενέργεια προσυμφωνημένων διαδικασιών της εταιρίας «………..» , του Ελεγκτή ………., διενεργήθηκαν στον ισολογισμό οι κατάλληλες λογιστικές εγγραφές, με τις οποίες μειώθηκε κατά το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ο λογαριασμός «μηχανήματα» και προσαυξήθηκε ισόποσα ο λογαριασμός απαιτήσεων της εταιρίας από τα όργανα της Διοίκησης. Από το ανωτέρω ποσό ένα μέρος και ειδικότερα ποσό 1.404.641,84 ευρώ συμψηφίστηκε, κατά την ως άνω έκθεση με υποχρεώσεις της «………» προς τα όργανα της Διοίκησης από προηγούμενες χρήσεις , το δε υπόλοιπο ποσό , ύψους 1.206.208,26          ευρώ , επιβάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης. Περαιτέρω στην ίδια έκθεση ευρημάτων, στην οποία ρητά αναφέρεται ότι δεν αποτελεί έλεγχο ή επισκόπηση, σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου ή τα Διεθνή Πρότυπα Ανάθεσης Εργασιών Επισκόπησης, επισημαίνεται ότι η δαπάνη των 1.206.208,26 ευρώ, δεν αναγνωρίζεται και δεν εκπίπτει από τα έσοδά της. Η εναγομένη αρνείται το ως άνω συμπέρασμα των ορκωτών ελεγκτών και προσκομίζει προς αντίκρουση αυτών, την από 3.5.2018 έκθεση της ……… (εταιρία παροχή φοροτεχνικών και λογιστικών υπηρεσιών) , σύμφωνα με την οποία το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ δεν αποτελεί αναλήψεις των μελών διοίκησης του έτους 2011 , αλλά μέρος αυτού του ποσού και δη το ποσό του 1.404.641,84 ευρώ , αφορά καταβολές της «………» προς τον ……. από το έτος 2009 έως το έτος 2011, σε επιστροφή ταμειακών διευκολύνσεων που πραγματοποίησε ο τελευταίος από το έτος 2005 έως και το έτος 2008, ενώ το υπόλοιπο, ποσό 1.206.208,26 ευρώ, αφορά σε πραγματικές καταβολές από το έτος 2009 έως το έτος 2011, και αφορά δαπάνες επιστημονικής έρευνας και ανάπτυξης στο πλαίσιο του αντικειμένου της εταιρίας, τα ως άνω δε ποσά εμφανίστηκαν σωρευτικά στους λογαριασμούς της χρήσης 2011, καίτοι προέρχονται από προηγούμενες χρήσεις. Πλην όμως η άνω έκθεση , ένεκα και του χρόνου συντάξεώς της, δεν αντικρούει επαρκώς τα πορίσματα των προαναφερομένων εκθέσεων των ορκωτών λογιστών, καθώς δεν συνοδεύεται και από έγγραφα που να αποδεικνύουν το σχετικό ισχυρισμό της εναγομένης. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά σαφώς προκύπτει ότι η επιχείρηση της «…….» συνέχισε τη λειτουργία της και διατήρησε την ταυτότητά της υπό τον νέο της φορέα, δηλαδή την «……..» , η οποία λειτουργεί , κάνοντας χρήση των εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων, του εξοπλισμού, του πελατολογίου και της τεχνογνωσίας της «……..», που της έχουν παραδοθεί , και ότι έτσι επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1,2 παρ.1, 3 παρ.1,4 ,1 και 2 του ΠΔ 178/2002 , καθώς και διαδοχή μεταξύ της προηγούμενης εργοδότριας του ενάγοντος (της «……») και της «…….» -νέας εργοδότριας αυτού. Ειδικότερα η «………» έχει την ίδια κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα , ήτοι την παραγωγή και εμπορία ηλεκτροβιομηχανικών ειδών και παροχή υπηρεσιών τεχνικής υποστήριξης -service αυτών, η οποία ασκείται στις ίδιες εγκαταστάσεις επί της έδρας των δύο εταιριών. Οι καταστατικοί σκοποί των δύο εταιριών είναι πανομοιότυποι. Ο διακριτικός τίτλος της ……. της «………» ομοιάζει με αυτόν της «…….» (……….), τόσο λεκτικά όσο και ως απεικόνιση , (ίδια γραμματοσειρά και χρωματικός συνδυασμός). Μεταβιβάστηκε από την «………» ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (οχήματα και μηχανήματα κλπ.), τα άυλα αγαθά (πελατεία, τεχνογνωσία, φήμη , οργάνωση, επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους), στην «………» , ( η ίδια η «……….» ισχυρίζεται ότι προσέλκυσε το 11,50% των πελατών της «……….», και ότι το 20% του κύκλου εργασιών της προέρχεται από τους κοινούς πελάτες ), η χρήση της τηλεφωνικής σύνδεσης, και του αριθμού τηλεομοιοτυπίας (φαξ), τόσο στις εγκαταστάσεις στην …… (………) όσο και στο υποκατάστημα στη ……. (…….. και ……….). Υπήρξε διαδοχή από την «………» σε εκτέλεση έργου αναληφθέντος από την «………» , πραγματοποιήθηκαν απολύσεις εργαζομένων της «…….» ενόψει της ίδρυσης της νέας εταιρίας «……..», το δε απομένον προσωπικό της «……..» στην «………» , φέρονταν τύποις ως εργαζόμενοι της πρώτης, ενώ εν τοις πράγμασι παρείχαν τις υπηρεσίες τους για την εκτέλεση εργασιών της «……….», υπό τις οδηγίες και εντολές της ………. , η οποία ασκούσε εν τοις πράγμασι και τη διοίκηση της «…….» από αρχές του 2013 και της «……..» από τη σύστασή της και αυτοί οι εργαζόμενοι ήταν η ……, ………. (από 29.5.2014 επίσχεση εργασίας), ………, ………, ………. , ……… (από 11.6.2014 επίσχεση εργασίας), ενώ ο …….. και με συμβάσεις δανεισμού. Με τα δεδομένα αυτά η «……» ανέλαβε μια οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργηθεί από την «…..» για τη διαρκή επιδίωξη συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατήρησε , αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, έγινε δηλαδή συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εταιρίας και όχι απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους , αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, λειτουργικό σύνδεσμο. Είναι σαφές ότι η «…….» είχε τη βούληση , εκφραζόμενη δια της …….., να καταστεί διάδοχος της «…….» , προς τούτο δε , ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της, ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, ενώ ανέλαβε και την επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, ως οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων αγαθών, ασκώντας όμοιες με την προκάτοχό της δραστηριότητες. Λόγω της ως άνω μεταβίβασης η διάδοχος δεύτερη εταιρία «……….» υποκατέστησε αυτοδικαίως την αρχική εργοδότρια «………», με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με την εναγομένη «……..» με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου , που δεν έχει λυθεί, αφού η καταγγελία αυτής από την «………», είναι όπως προαναφέρθηκε άκυρη , ως καταχρηστική (άρθρ. 180, 281 ΑΚ) , αφετέρου δε οι αξιώσεις αυτού, που πηγάζουν από την σύμβαση εργασίας του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης , να βαρύνουν εξαιτίας της εν λόγω μεταβίβασης , και τη διάδοχο εναγομένη «………», η οποία , επίσης, ευθύνεται αποκλειστικά για τις απαιτήσεις του ενάγοντος, που γεννήθηκαν μετά την εν λόγω διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της «…….», λόγω της άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης «……..», χωρίς να απαιτείται γνώση της τελευταίας ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτή. Ενόψει αυτού η εναγομένη «………» υποχρεούται εις ολόκληρον με την αρχική εργοδότρια «………», να καταβάλει στον ενάγοντα τις οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας, τις μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές, καθώς και τις αποδοχές υπερημερίας λόγω της ως άνω άκυρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του, δεδομένου ότι υφίστατο μεταξύ του ενάγοντος και της αρχικής εργοδότριάς του έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, η οποία δεν λύθηκε με νόμιμο τρόπο και η εργοδότρια αρνήθηκε να αποδεχθεί εφεξής τις πραγματικές και προσήκουσες υπηρεσίες του ενάγοντος, περιερχόμενη έτσι σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη, έχοντας περαιτέρω την υποχρέωση να καταβάλλει σε αυτόν τις αποδοχές , τις οποίες εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και τον νόμο εάν δεν μεσολαβούσε η άρνησή της να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Ως εκ τούτου, δεδομένου ότι οι καταβλητέες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος κατά τον άνω χρόνο ανέρχονταν στο ποσό των 1.022 ευρώ, αυτός δικαιούται να λάβει ως μισθούς υπερημερίας από 13.2.2013 έως την 13.2.2014, λόγω της επίσχεσης εργασίας και της άκυρης καταγγελίας, το συνολικό ποσό (1.022 ευρώ X 12 μήνες) 12.240 ευρώ. Ο ενάγων από την εργασία του σε άλλους εργοδότες έλαβε από Οκτώβριο 2013 έως και Φεβρουάριο 2014, τα ακόλουθα ποσά: 418,88 +497,42 + 386,81+ 644,69 +644,69 ευρώ, για τον μήνα Οκτώβριο, Νοέμβριο, Δεκέμβριο 2013, για Ιανουάριο και Φεβρουάριο 2014 αντίστοιχα), ήτοι συνολικά 2592,49 ευρώ, που πρέπει να εκπέσει από το άνω ποσό, και επομένως του οφείλεται το υπόλοιπο (12.240-2592,49) 9.647,51 ευρώ. Επίσης η εργοδότρια εταιρία όφειλε στον ενάγοντα δεδουλευμένες αποδοχές, μηνός Ιουνίου 2012 (820 ευρώ -167,06 ευρώ που έλαβε) 652;94 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2012 (820,00 ευρώ – 200 ευρώ , που έλαβε) 620 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Αυγούστου 2012 (820 ευρώ-600 ευρώ που έλαβε) 220 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Οκτωβρίου 2012 το ποσό των 1020 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές Ιανουαρίου 2013 , το ποσό των 1020 ευρώ, ήτοι συνολικά 3.532,94 ευρώ. Επίσης η εργοδότρια εταιρία οφείλει στον ενάγοντα 1849,56 ευρώ, για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας του έτους 2013, ήτοι 531,25 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2013, 510 ευρώ για επίδομα αδείας 2013, (ήμισυς μηνιαίος μισθός 1020,00/2), (μείον 78,54 ευρώ που έλαβε), 1062,49 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2013, (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας : 1020,00 X 1,4166= 1062,49), (μείον 175,64 ευρώ που έλαβε) 233,75 ευρώ για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014 (ένα ημερομίσθιο για κάθε οκταήμερο εργασίας από 1.1.2014 έως 13.2.2014 εκ 40,80 ευρώ έκαστο : 40,80 X 5,50 οκταήμερα και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας [1041,66]= 233,75 (μείον 335,78 ευρώ που έλαβε). Επομένως, συνολικά η β’εναγομένη οφείλει το συνολικό ποσό των 15.030,01 (9.647,51+3532,94+1849,56) ευρώ. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη «………..» να καταβάλει τα άνω ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι με την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, υπό τις ως άνω συνθήκες προσβλήθηκε η προσωπικότητά του , η επαγγελματική τιμή και υπόληψή του και συνεπώς δικαιούται αυτός ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 500 ευρώ, για την ηθική βλάβη που υπέστη, το οποίο κρίνεται εύλογο και δίκαιο, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών , του βαθμού υπαιτιότητας των οργάνων της «……..», της οικονομικής κατάστασης των μερών. Η β’εναγομένη υπεισήλθε στις άνω υποχρεώσεις της αρχικής εργοδότριας λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης κατά την έννοια του π.δ.178/2002. Μετά ταύτα η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή ως εμπρόθεσμη, είναι ορισμένη , νόμιμη , στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 656,325,281, 341 εδ.α., 345, 346, 349,350, 479, 57,59,932 ΑΚ, 70 ΚΠολΔ, άρθρ.4 παρ.1 του π.δ.178/2002,άρθρο 6 παρ.1 του ν.2112/1920, και πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσία βάσιμη και να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συνδέεται με την εναγομένη «………..» , με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία καταγγέλθηκε ακύρως την 29.3.2013, από λόγους εκδίκησης, επειδή διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά του από τη σύμβαση εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για τις άνω αιτίες και για το χρονικό διάστημα μέχρι την 13.2.2014, το συνολικό ποσό των 15.030,01 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Να υποχρεωθεί η άνω εναγομένη να καταβάλει εις ολόκληρον με την «……….» στον ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Να υποχρεωθεί η άνω εναγομένη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης , από την επίδοση της παρούσας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού 300 ευρώ, για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης της προς την ως άνω υποχρέωσή της. Κατ’ ακολουθία των παραπάνω, πρέπει η έφεση να γίνει δεκτή ως βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση με αρ.1956/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την εναγομένη «………» που δικάστηκε ερήμην. Να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσία βάσιμη , ως προς την εναγομένη «……..» . Να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων συνδέεται με την άνω εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Να υποχρεωθεί η άνω εναγόμενη α) να καταβάλει το συνολικό ποσό των 15.030,01 ευρώ, για τις αιτίες που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας, β) το ποσό των 500 ευρώ, εις ολόκληρον με την « ………» , με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Να υποχρεωθεί η άνω εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας , από την επίδοση της παρούσας και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην άνω υποχρέωση. Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, και λαμβάνοντας υπόψη για τη δαπάνη του πρώτου βαθμού ,το μερίδιο ποσό εκατό (100) ευρώ που αναλογεί στην άνω εναγομένη (άρθρ.180 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό. (άρθρ.179,183 ΚΠολΔ),

ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τύποις και κατ’ ουσίαν την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη με αρ. 1956/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς την εναγομένη-εκκαλούσα «……….».

Δέχεται εν μέρει την 12.9.2014 αγωγή ως παραδεκτή και ουσία βάσιμη, ως προς την εναγομένη «…….».

Αναγνωρίζει ότι ο ενάγων συνδέεται με την άνω εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

Υποχρεώνει την άνω εναγομένη α) να καταβάλει το συνολικό ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων τριάντα ευρώ και ενός λεπτού (15.030,01 ευρώ), για τις αιτίες που αναφέρονται στο ιστορικό της παρούσας, β) το ποσό των πεντακοσίων (500,00) ευρώ, εις ολόκληρον με την « ……..», αμφότερα δε τα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Υποχρεώνει την άνω εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος κατά τους όρους της συμβάσεως εργασίας, από την επίδοση της παρούσας .

Απειλεί σε βάρος της άνω εναγομένης χρηματική ποινή ποσού 300 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην άνω υποχρέωση να απασχολεί τον ενάγοντα.

Καταδικάζει την άνω εναγομένη σε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντος, αμφοτέρων των βαθμών δικαιοδοσίας, την οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιανουαρίου 2022 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies