Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αγωγή χρηματικής ικανοποίησης ένεκα ψυχικής οδύνης της μητέρας επί θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος του τέκνου της. Παραβίαση ερυθρού σηματοδότη και δη με υπερβολική ταχύτητα. Αποκλειστικά υπαίτιος για τη σύγκρουση και τον θάνατο του οδηγού της μοτοσυκλέτας είναι ο πρώτος των εκκαλούντων. Απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένσταση συνυπαιτιότητας που προέβαλαν οι εκκαλούντες πρωτοδίκως και επανέφεραν παραδεκτά ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς ο οδηγός της μοτοσυκλέτας κινήθηκε σύμφωνα με τους κανόνες οδικής κυκλοφορίας. Δεν ασκεί επιρροή στις συνθήκες του ατυχήματος το γεγονός ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέτας οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος (0,70 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος κατά την εξέταση του πρώτου δείγματος και 0,73 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος κατά την εξέταση του δεύτερου δείγματος), καθόσον, ακόμα και αν εκείνος δεν βρισκόταν στην πιο πάνω κατάσταση, το ατύχημα θα συνέβαινε με τον ίδιο τρόπο, αφού και πάλι αυτός δεν θα μπορούσε να προβλέψει την αιφνιδιαστική παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη από τον οδηγό του ζημιογόνου αυτοκινήτου και δεν θα είχε το περιθώριο, χρονικά και τοπικά, να πράξει οτιδήποτε για την αποφυγή της σύγκρουσης. Ο οδηγός της μοτοσυκλέτας έφερε προστατευτικό κράνος. Ακόμα κι αν υποτεθεί ότι δεν είχε κανονικά δεμένο το κράνος στο κεφάλι του και ότι έφυγε αυτό κατά τη διάρκεια του ατυχήματος, η παράλειψη αυτή δεν συνδέεται αιτιωδώς με την κρανιοεγκεφαλική κάκωση που υπέστη, η οποία, με βάση τις περιστάσεις του ατυχήματος, δεν θα είχε αποφευχθεί, ακόμα και με την κανονική χρήση του κράνους. Άλλωστε έφερε επιπλέον βαρύτατο τραύμα στο πόδι που του επέφερε αιμορραγικό σοκ. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την εκτίμηση των προσδιοριστικών της ηθικής βλάβης στοιχείων και ιδίως ως προς το ύψος της επιδικασθείσας χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης. Δεκτός εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης. Δέχεται κατ` ουσίαν την έφεση. Επιδικάζει στην εφεσίβλητη το συνολικό ποσό των 60.000,00 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός απόφασης
2301/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(Τμήμα 12° Αυτοκινήτων)
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αικατερίνη Χονδρορίζου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών, και από το Γραμματέα Κωνσταντίνο Φλώρο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Ιανουαρίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1)……. ……. του ……. , κατοίκου Θεσσαλονίκης, οδός ……. αρ…. και 2)Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…….», που εδρεύει στην ……. Αττικής, ……. αρ….., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Λάζαρος Χατζηθέμελης, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……. συζ. ……. ……., το γένος ……. ……., κατοίκου ……. Χανίων, οδός ……. αρ….., την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Βλαχόπουλος, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ενάγουσα, ήδη εφεσίβλητη, ……. ……. με την από 4.4.2012 (αριθμ.εκθ.κατάθ. ……./……./26.4.2012) αγωγή της, την οποία άσκησε μαζί με τους ……. ……. του ……., ……. ……. του ……., ……. ……. του ……. και ……. χήρα ……. ……., προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών στρεφόμενη κατά των εναγόμενων ήδη εκκαλούντων, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το παραπάνω Δικαστήριο αρχικά εξέδωσε την υπ’ αριθμ.83/2013 απόφασή του με την οποία ανέστειλε τη δίκη κατ’άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. ως προς την ενάγουσα ……. ……. για το κονδύλιο αποζημίωσης για έξοδα κηδείας και κατά τα λοιπά δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, ακολούθως με την 1478/2013 απόφαση ανέστειλε και πάλι τη δίκη κατ’άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. για το επαναφερόμενο κονδύλιο αποζημίωσης και τέλος με την υπ’αριθ.866/2014 κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη ως προς το πιο πάνω κονδύλιο αποζημίωσης της ενάγουσας ……. ……. για έξοδα κηδείας.
Τις αποφάσεις αυτές προσέβαλαν οι εναγόμενοι με την από 4.6.2014 (αριθμ.έκθ. κατάθ……../4.6.2014) έφεσή τους ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, καθώς και η ενάγουσα-εφεσίβλητη με την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση. Η συζήτηση της έφεσης προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως αναφέρεται παραπάνω και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εισήχθη προς συζήτηση η από 4.4.2012 (αριθμ.εκθ.κατάθ. ……./……./26.4.2012) αγωγή της ……. ……. και των ……. ……. του ……., ……. ……. του ……., ……. ……. του ……. και ……. χήρα ……. ……. στρεφόμενη κατά των εναγομένων και εκδόθηκε αρχικά η υπ’αριθ. 83/2013 εν μέρει οριστική απόφαση του ως άνω δικαστηρίου ήτοι μη οριστική ως προς την προαναφερθείσα ενάγουσα ……. ……. και οριστική ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, απλούς ομοδίκους, με την οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού δίκασε αντιμωλία των διαδίκων δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς την άνω δεύτερη ενάγουσα αναβάλλοντας κατ’άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. τη συζήτηση της αγωγής ως προς το κονδύλιο αποζημίωσης για έξοδα κηδείας, και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, στη συνέχεια η υπ’ αριθμ. 1478/2013 απόφασή του με την οποία ανεστάλη εκ νέου τη δίκη κατ’άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. για το επαναφερόμενο κονδύλιο αποζημίωσης και τέλος η υπ’αριθ. 866/2014 απόφασή του με την οποία κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη ως προς το πιο πάνω κονδύλιο αποζημίωσης της ενάγουσας ……. ……. για έξοδα κηδείας.
Η από 4.6.2014 (αριθμ.έκθ. κατάθ……../4.6.2014) υπό κρίση έφεση των εναγομένων κατά της δεύτερης ενάγουσας και των υπ’ αριθμ. αριθμ.83/2013, 1478/2013 και 866/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκαν κατά την ειδική διαδικασία επιλύσεως των διαφορών που αφορούν απαιτήσεις αποζημιώσεως που προκλήθηκαν από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφαλίσεως αυτού (άρθρα 666, 667, 670 έως 676 και 681 Α’ του Κ.Πολ.Δ), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις, αφού το δικόγραφό της κατατέθηκε νομοτύπως στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου στις 4.6.2014, και εμπροθέσμως, αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε, άλλωστε, προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα της δικογραφίας ότι έγινε επίδοση της εκκαλούμενης 866/2014 οριστικής απόφασης, ενώ δεν έχει παρέλθει τριετία από τη δημοσίευση της, αφού δεν επιτρεπόταν έφεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων της εν μέρει οριστικής συνεκκαλουμένης υπ’αριθ. 83/2013 απόφασης, πριν εκδοθεί η προαναφερθείσα υπ’αριθ.866/2014 απόφαση στη δίκη για την προαναφερόμενη δεύτερη ενάγουσα της αγωγής-απλή ομόδικο των λοιπών εναγόντων ως προς τους οποίους η αρχικά εκδοθείσα υπ’αριθ.83/2013 απόφαση ήταν οριστική-, αφού με τις προηγούμενες αποφάσεις το δικαστήριο είχε μεν οριστικές διατάξεις ως προς κονδύλια αποζημίωσης για την ως άνω δεύτερη ενάγουσα-εφεσίβλητη δεν είχε όμως αποφανθεί οριστικά ως προς όλες τις αγωγικές αξιώσεις της και έτσι μόνο με την έκδοση της τελευταίας υπ’αριθ.866/2014 απόφασης περατώθηκε η δίκη ως προς όλες τις αγωγικές αξιώσεις της και έτσι το Δικαστήριο απεκδύθηκε κάθε περαιτέρω εξουσίας ως προς αυτήν (βλ.ΑΠ 409/2009, 55/2008 δημ ΝΟΜΟΣ, Ε.Α. 479/2008 δημ ΝΟΜΟΣ, άρθρα 495 παρ.1, 2, 511, 513 παρ.1β, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.2, 591 παρ.1 και 681Α Κ.Πολ.Δ.). Επίσης για το παραδεκτό της έχει κατατεθεί από τους εκκαλούντες, συνυποβαλλόμενο με την κατάθεση του δικογράφου της έφεσης, το τασσόμενο από τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ, όπως προστέθηκε σε αυτό με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, παράβολο ποσού 200 ευρώ (βλ. υπ’ αριθ. ……. και ……. σειρά Α’παράβολα ΤΑΧΔΙΚ ποσού 60 ευρώ καθένα, και υπ’ αριθ. 1652842 και 1652843 σειρά Α’παράβολα Δημοσίου ποσού 40 ευρώ καθένα). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 518 παρ. 2, 533 παρ. 1 και 674 παρ. 2 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δ). Η ενάγουσα-εφεσίβλητη με τις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου πριν τη συζήτηση της υποθέσεως, στις 12.1.2015, άσκησε αντέφεση κατά τις νόμιμες διατυπώσεις (άρθρα 523, 674 παρ. 1 και 681 Α’ του Κ.ΠολΔ), με την οποία παραπονείται ως προς το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης, ήτοι, για κεφάλαιο της εκκαλουμένης το οποίο προσβάλλεται με την έφεση. Πρέπει, επομένως, η αντέφεση, αναφερόμενη στο κεφάλαιο που μεταβιβάσθηκε με την έφεση στο Δικαστήριο τούτο, να γίνει τυπικά δεκτή και, αφού διαταχθεί η ένωση και συνεκδίκασή της με την έφεση λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της έναντι εκείνης (άρθρα 246, 524 και 591 του Κ.Πολ.Δ), να εξετασθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν.
ΙΙ.Με την από 4.4.2012 αγωγή προς το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών), οι ενάγοντες μεταξύ των οποίων και η δεύτερη ενάγουσα που ενδιαφέρει στην παρούσα δίκη ……. ……. συζ. ……., εκθέτουν ότι ο ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ’αριθ. κυκλοφορίας ……. Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, που ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες και σωματικές βλάβες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…….», προκάλεσε από υπαιτιότητά του (αμέλεια) στον τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην αγωγή και κάτω από τις λεπτομερώς ιστορούμενες συνθήκες τον θανάσιμο τραυματισμό του ……. ……. κατά τη σύγκρουση του ως άνω αυτοκινήτου με την υπ’αριθ.κυκλοφορίας ……. δίκυκλη μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο τελευταίος. Ότι ο θανατωθείς ήταν συγγενής των εναγόντων και συγκεκριμένα υιός της ως άνω δεύτερης ενάγουσας και του πρώτου των εναγόντων, πατέρας της τρίτης ενάγουσας, αδελφός του τέταρτου και εγγονός της πέμπτης των εναγόντων, και συνδέονταν μαζί του με ακατάλυτους οικογενειακούς και συγγενικούς δεσμούς αγάπης και στοργής και εξ αιτίας του θανάτου του δοκιμάσθηκαν ψυχικά από την απώλειά του και υπέστησαν, ως μέλη τη οικογενείας του, ψυχική οδύνη για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν οι ενάγοντες, αφού παραδεκτώς με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και καταχώρησή της στα πρακτικά του Δικαστηρίου εκείνου περιόρισαν σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής ως προς την αποζημίωση λόγω ψυχικής οδύνης (άρθρα 223, 295 και 297 Κ.Πολ.Δ.), να επιδικασθούν υπέρ αυτών και σε βάρος των εναγομένων, εις ολόκληρον σε βάρος καθενός, τα ακόλουθα ποσά α. Στον πρώτο ενάγοντα (πατέρα) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (40.000 ευρώ με καταψηφιστική διάταξη και 160.000 ευρώ με αναγνωριστική διάταξη) πέραν του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή του στα ποινικά δικαστήρια παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων, και το ποσό των 15.000 ευρώ καταψηφιστικώς ως εφάπαξ αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής από το θανόντα για το διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2016, άλλως το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως για την ίδια αιτία, β.στη δεύτερη ενάγουσα (μητέρα) που ενδιαφέρει στην προκειμένη δίκη, το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (40.000 ευρώ με καταψηφιστική διάταξη και 160.000 ευρώ με αναγνωριστική διάταξη) πέραν του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή της στα ποινικά δικαστήρια παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα, και το ποσό των 15.000 ευρώ καταψηφιστικώς ως εφάπαξ αποζημίωση λόγω στέρησης διατροφής από το θανόντα για το διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2016, άλλως το ποσό των 250 ευρώ μηνιαίως για την ίδια αιτία, καθώς και το ποσό των 1.243 ευρώ καταψηφιστικώς ως αποζημίωση για τα έξοδα κηδείας του θανόντος, γ.στην τρίτη ενάγουσα (θυγατέρα) το ποσό των 200.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (70.000 ευρώ με καταψηφιστική διάταξη και 130.000 ευρώ με αναγνωριστική διάταξη) πέραν του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή της στα ποινικά δικαστήρια παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα, δ.στον τέταρτο ενάγοντα (αδελφό) το ποσό των 150.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (40.000 ευρώ με καταψηφιστική διάταξη και 110.000 ευρώ με αναγνωριστική διάταξη) πέραν του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή του στα ποινικά δικαστήρια παριστάμενος ως πολιτικώς ενάγων, και ε.στην πέμπτη ενάγουσα (μάμμη) το ποσό των 75.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (15.000 ευρώ με καταψηφιστική διάταξη και 60.000 ευρώ με αναγνωριστική διάταξη) πέραν του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή της στα ποινικά δικαστήρια παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα, όλα δε τα προαναφερόμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Επί της αγωγής αυτής το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εξέδωσε αρχικά την υπ’αριθ. 83/2013 απόφασή του, με την οποία αφού έκρινε ότι το ένδικο ατύχημα οφειλόταν σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου, απορρίπτοντας τον ισχυρισμό των εναγομένων τελευταίας περί αποκλειστικής υπαιτιότητας άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού, ανέστειλε τη δίκη ως προς το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης της δεύτερης των εναγόντων, που αφορά τα έξοδα κηδείας του θανόντος (ποσού 1.243 ευρώ) προκειμένου να προσκομιστεί βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ σχετικά με το ποσό που η δεύτερη ενάγουσα έλαβε ή δικαιούται να λάβει από το ΙΚΑ για την αιτία αυτή και στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή και υποχρέωσε τους εναγομένους, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν στους ενάγοντες ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής, στον πρώτο ενάγοντα πατέρα του θανόντος το ποσό των 40.000 ευρώ, στη δεύτερη ενάγουσα μητέρα του θανόντος το ποσό των 40.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα θυγατέρα το ποσό των 70.000 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα αδελφό το ποσό των 40.000 ευρώ και στην πέμπτη ενάγουσα γιαγιά το ποσό των 10.000 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωση των εναγομένων, εις ολόκληρον έκαστος, να καταβάλουν επί πλέον για την ίδια αιτία στον πρώτο ενάγοντα πατέρα το ποσό των 70.000 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα μητέρα το ποσό των 70.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, στη συνέχεια την υπ’ αριθμ. 1478/2013 απόφασή του με την οποία ανεστάλη εκ νέου η δίκη κατ’άρθρο 249 Κ.Πολ.Δ. για το επαναφερόμενο κονδύλιο αποζημίωσης για έξοδα κηδείας προκειμένου να προσκομιστεί η βεβαίωση της αρμόδιας υπηρεσίας του ΙΚΑ, η οποία δεν είχε προσκομιστεί από τους διαδίκους και τέλος την υπ’αριθ. 866/2014 απόφασή του με την οποία κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη ως προς το πιο πάνω κονδύλιο αποζημίωσης της ενάγουσας …… …… συζ. …… μητέρας του θανόντος για έξοδα κηδείας λόγω νομότυπης παραίτησής της από το κονδύλιο αυτό αποζημίωσης.
Κατά των ως άνω αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και μόνο κατά το μέρος που αφορούν την δεύτερη ενάγουσα …… …… συζ. ……, μητέρα του θανόντος, παραπονούνται οι εναγόμενοι με την από 4.6.2014 (αριθμ.έκθ. κατάθ……./4.6.2014) ένδικη έφεσή τους, για τους περιεχόμενους σ’ αυτή λόγους, όπως εκτίθενται κατωτέρω, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητούν την εξαφάνιση της υπ’αριθ.83/2013 απόφασης, ώστε να απορριφθεί η αγωγή της αντιδίκου τους άλλως, να μεταρρυθμιστεί ώστε να επιδικασθεί στην προαναφερθείσα ενάγουσα μικρότερο ποσό, καθώς και τη διόρθωση των υπ’αριθ.1478/2013 και 866/2014 αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου στο σκεπτικό και στο διατακτικό προς την αναγραφομένη σ’αυτές συγγενική σχέση της δεύτερης ενάγουσας, εδώ εφεσίβλητης, …… …… από το αναγραφέν σ’αυτές εκ προφανούς παραδρομής του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εσφαλμένο «θανόντος πατρός της» στο ορθό «θανόντος υιού της», κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα. β)η δεύτερη ενάγουσα-εφεσίβλητη με την αντέφεση που άσκησε με τις έγγραφες προτάσεις της, για τους περιεχόμενους σ’αυτή λόγους όπως εκτίθενται κατωτέρω, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς το ύψος του ποσού που της επιδικάσθηκε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, ήτοι για κεφάλαιο που εκκαλείται με την έφεση, ζητώντας, για το λόγο αυτό, να απορριφθεί η έφεση των αντιδίκων της προς το σκοπό να γίνει ολικώς δεκτή η αγωγή της ως προς το κονδύλιο της χρηματικής ικανοποίησης για την ψυχική της οδύνη.
III. Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρα …… …… του ……, η οποία εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου με επιμέλεια των εναγόντων, η οποία περιέχεται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη υπ’αριθ.83/2013 απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου (οι εναγόμενοι δεν εξέτασαν με επιμέλειά τους μάρτυρα), από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (βλ.Α.Π. 1286/ 2003 ΧρΙΔ 2004.245, Α.Π. 1428/2000 ΕλλΔνη 2000.678), μεταξύ των οποίων οι φωτογραφίες, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους και αποδεικνύεται γνήσιο και είναι επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα ως ιδιωτικά έγγραφα (άρθρα 432, 444 αριθ. 3. 448 παρ 2, 449 παρ. 2, 453 παρ. 1, 457 παρ. 4, 458 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ. Δ., βλ. Α.Π. 1304/2013, Α.Π. 1286/2003 ΕλΔνη 2005-406), τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας, τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως ως δικαστικά τεκμήρια, κατά το άρθρο 395 του Κ.Πολ.Δ., η έκθεση αυτοψίας, το σχεδιάγραμμα-υπόμνημα και το δελτίο τροχαίου ατυχήματος του τμήματος τροχαίας Θεσσαλονίκης, τα οποία συντασσόμενα, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ. και 180 Κ.Π.Δ, από την αρμόδια αστυνομική αρχή, είναι μεν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 438, 439 και 440 Κ.ΠολΔ. εκτιμώνται όμως ελευθέρως ως προς τις συνθήκες του αυτοκινητικού ατυχήματος (βλ.Α.Π.995/ 2014, Α.Π. 1251/2011, Α.Π. 788/2006 ΝοΒ 2006.1280, Α.Π. 1286/2003 ΧρΙΔ 2004.245/ ΕλλΔνη 46.406, Α.Π. 1492/ 2002 δημ.στη Νόμος, Α.Π. 1428/ 2000 ΕλλΔνη 42.678, Α.Π. 159/ 1992 ΕλλΔνη 33.814), μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται παρακάτω χωρίς ωστόσο η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ’αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υποθέσεως αλλά όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως (βλ.ΑΠ 548/ 2011, Α.Π. 330/2011, Α.Π. 354/2006 δημ.στη Νόμος, Α.Π. 1628/ 2003 ΕλλΔνη 2004 (45). 723, Α.Π. 1150/ 2003 ΕλλΔνη 46.406), σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 Κ. Πολ.Δ., βλ. σχετ. Α.Π. 1456/1996 Αρχ.Ν. 48.311), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 8.10.2011 και περί ώρα 19.27 ο …… …… υιός της δεύτερης ενάγουσας-ήδη εφεσίβλητης …… συζ. …… …… το γένος Δημητρίου ……, και υιός του πρώτου ενάγοντος, πατέρας της τρίτης ενάγουσας, αδελφός του τέταρτου ενάγοντος και εγγονός της πέμπτης ενάγουσας, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, οδηγώντας την υπ’αριθ. κυκλοφορίας …… δίκυκλη μοτοσικλέτα εργοστασίου κατασκευής …… τύπου ……, 600 κ.ε., ιδιοκτησίας του εκινείτο επί της …… στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος, πορείας αυτής από Θεσσαλονίκη προς Αθήνα και πλησίαζε στη συμβολή της εν λόγω Εθνικής Οδού με την Περιφερειακή Οδό Θεσσαλονίκης στην περιοχή της ……. Φθάνοντας στη συμβολή είχε πρόθεση, αφού διασχίσει με αριστερή στροφή το οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, δηλαδή αυτό προς Θεσσαλονίκη, να εισέλθει στην Περιφερειακή Οδό Θεσσαλονίκης, διπλής κατεύθυνσης, στο ρεύμα κυκλοφορίας της τελευταίας προς ……. Την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το υπ’αριθ.κυκλοφορίας …… ιδιωτικής χρήσης επιβατικό αυτοκίνητο το οποίο κατ’εκείνο το χρόνο ήταν ασφαλισμένο για τις έναντι τρίτων προκαλούμενες κατά την κυκλοφορία του ζημίες και σωματικές βλάβες στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «……» εκινείτο επί της ιδίας Εθνικής Οδού στο ρεύμα αυτής προς Θεσσαλονίκη και πλησίαζε στον πιο πάνω κόμβο Καλοχωρίου με πρόθεση να συνεχίσει ευθεία την πορεία του προς Θεσσαλονίκη. Η Εθνική Οδός στο σημείο του πιο πάνω κόμβου είναι διπλής κατεύθυνσης με τρείς λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και μία για αριστερή στροφή (έξοδος προς Καλοχώρι), καλυμμένη με ασφαλτικό τάπητα, ευθεία και οριζόντια, έχει πλάτος οδοστρώματος 15,30 μέτρα στο ρεύμα προς Θεσσαλονίκη και 14,60 μέτρα στο ρεύμα προς Αθήνα και το όριο της μέγιστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των επ’ αυτής κινουμένων οχημάτων και στα δύο ρεύματα πορείας καθορίζεται με ρυθμιστική πινακίδα Ρ-32 σε 80 χιλιόμετρα ωριαίως. Ήταν νύχτα, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων ήταν καλή λόγω επαρκούς τεχνητού φωτισμού, όπως σημειώνεται στην έκθεση αυτοψίας, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν υγρά λόγω βροχής, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν κανονική, η δε κίνηση των οχημάτων στη συμβολή αυτή ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, οι οποίοι κατά την ως άνω χρονική στιγμή λειτουργούσαν κανονικά (βλ.έκθεση αυτοψίας). Όταν ο οδηγός της μοτοσικλέτας …… …… έφθασε στην ως άνω συμβολή, έχοντας στο σηματοδότη της πορείας του ένδειξη πράσινου φωτός με τη μορφή βέλους που επέτρεπε την αριστερή στροφή και είσοδο στην Περιφερειακή Οδό, έθεσε σε λειτουργία τον αριστερό δείκτη αλλαγής κατεύθυνσης της μοτοσικλέτας του και εισήλθε στη συμβολή με χαμηλή ταχύτητα. Ενώ είχε διασχίσει σε πλάτος το ήμισυ του οδοστρώματος του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας της Εθνικής Οδού, δηλαδή του ρεύματος προς Θεσσαλονίκη, προσέκρουσε στο δεξιό μέρος της μοτοσικλέτας του το ως άνω υπ’αριθ. κυκλοφορίας …… αυτοκίνητο, το οποίο κατ’εκείνη τη χρονική στιγμή εκινείτο στη δεύτερη από δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος αυτού της Εθνικής οδού και ο οδηγός του δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη ερυθρού σταθερού φωτός κυκλικής μορφής στο σηματοδότη της πορείας του. Συγκεκριμένα μολονότι ο σηματοδότης που ρύθμιζε την κίνηση των οχημάτων της πορείας του δεν του επέτρεπε τη στιγμή εκείνη να συνεχίσει την κίνησή του και να εισέλθει στη συμβολή, αυτός τον παραβίασε συνέχισε την πορεία του με μεγάλη ταχύτητα υπερβαίνουσα το επιτρεπόμενο όριο των 80 χιλιομέτρων ωριαίως αλλά και το επιβαλλόμενο από τις ως άνω συνθήκες, με συνέπεια να παρεμβληθεί στην πορεία της κανονικά κινούμενης μοτοσικλέτας η οποία διέσχιζε τη στιγμή εκείνη το οδόστρωμα του ίδιου ρεύματος της Εθνικής Οδού για να εισέλθει στην Περιφερειακή Οδό. Η πρόσκρουση ήταν σφοδρή με αποτέλεσμα η μοτοσικλέτα, αν και ήταν μεγάλου κυβισμού και βάρους, να εκτιναχθεί και να καταλήξει σε απόσταση τριάντα μέτρων περίπου μετά το σημείο της σύγκρουσης, ενώ ο οδηγός της εκτινάχθηκε και κατέληξε σε απόσταση δεκαπέντε μέτρων περίπου μετά το σημείο της σύγκρουσης (βλ.σχεδιάγραμμα της τροχαίας). Ο τελευταίος μεταφέρθηκε μετά το ατύχημα στο Γενικό Νοσοκομείο Θεσσαλονίκης «……», όπου διαγνώσθηκε σοβαρός τραυματισμός του στο δεξιό του πόδι, που οδήγησε σε ακρωτηριασμό αυτού του άκρου, κάτωθεν του γόνατος, καθώς και αιμορραγικό σοκ και βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση (οίδημα, εγκεφαλικές θλάσεις και υποσκληρίδιο αιμάτωμα). Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του παρέμεινε διασωληνωμένος με τραχειοστομία υπό ελαφρά καταστολή με μηχανική υποστήριξη της αναπνοής και εμπύρετος στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας (ΜΕΘ) του ως άνω νοσοκομείου, όπου κατέληξε στις 29.12.2011 από σηπτική καταπληξία, λοίμωξη μαλακών μορίων και σφαιρική ανοξαιμία εγκεφάλου. Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά το ένδικο ατύχημα και ο εξ αυτού θανατηφόρος τραυματισμός του ως άνω …… …… οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, ο οποίος από αμέλεια, δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου την επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του, και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος υπό τις ίδιες με αυτόν κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ. β’ του Α.Κ.). Συγκεκριμένα από έλλειψη της προσοχής και επιμέλειας, την οποία όφειλε από τις περιστάσεις και μπορούσε να καταβάλει, δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, και δεν συμμορφώθηκε με την ένδειξη του ερυθρού φωτός του σηματοδότη που ρύθμιζε την κίνηση στην πορεία του και μολονότι πλησίαζε σε κόμβο και το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο έβαινε με αυξημένη ταχύτητα που υπερέβαινε τα 80 χιλιόμετρα ωριαίως, παρόλο που στην πορεία του υπήρχε ρυθμιστική της κυκλοφορίας πινακίδα (Ρ-32) που υποδείκνυε ανώτατο όριο ταχύτητας σε 80 χλμ/ώρα, αλλά και το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, την οποία δεν μείωσε ενόψει των προπεριγραφεισών περιστάσεων (υγρό-βρεγμένο οδόστρωμα) με αποτέλεσμα να εισέλθει στη διασταύρωση και να προσκρούσει με το εμπρόσθιο τμήμα του οχήματος που οδηγούσε στη δεξιά πλευρά της μοτοσικλέτας ο οδηγός της οποίας κινούμενος κανονικά είχε εισέλθει στη διασταύρωση ξεκινώντας από σηματοδότη που είχε ένδειξη πράσινου φωτός, προκαλώντας το θανάσιμο τραυματισμό του τελετευταίου, συμπεριφορά η οποία όντας ικανή να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι η αμέλεια αυτή του εν λόγω οδηγού και η εκ μέρους του παράβαση των επιτακτικών διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1, 12 παρ.1, 19 παρ.1, 2, 3, 20 του ν. 2696/1999 «Περί κυρώσεως του Κ.Ο.Κ.» συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου περί των ως άνω συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα διαμορφώθηκε από τη συνολική αξιολογική εκτίμηση όλων των πιο πάνω αποδεικτικών στοιχείων και ιδιαίτερα της έκθεσης αυτοψίας και του συνοδεύοντος αυτή πρόχειρου σχεδιαγράμματος, στο οποίο σημειώνονται τα αντικειμενικά ευρήματα σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις που δόθηκαν κατά την προανάκριση από τους δύο αυτόπτες μάρτυρες, που αναφέρονται στην έκθεση αυτοψίας, οι οποίοι ευρισκόμενοι σε διαφορετικά σημεία της διασταύρωσης χωρίς να γνωρίζονται μεταξύ τους περιγράφουν τα ίδια πραγματικά περιστατικά ως προς τις συνθήκες της σύγκρουσης. Ειδικότερα ο μάρτυρας …… …… του …… καταθέτει ότι εκινείτο επί της Περιφερειακής οδού στο ρεύμα κυκλοφορίας προς Καλοχώρι και ήταν σταματημένος προ ερυθρού σηματοδότη όταν έγινε η σύγκρουση και είδε τον οδηγό της μοτοσικλέτας να εκσφενδονίζεται πολύ ψηλά και το αυτοκίνητο να έχει πολύ μεγάλη ταχύτητα περίπου 120 χιλιόμετρα την ώρα, ενώ η μοτοσικλέτα είχε πολύ μικρή ταχύτητα, και ότι αμέσως μετά τη σύγκρουση σε τέσσερα δευτερόλεπτα άναψε πράσινος σηματοδότης για τα οχήματα που έρχονταν από απέναντι από Καλοχώρι και ότι ο πράσινος σηματοδότης για τα οχήματα που στρίβουν αριστερά προς Καλοχώρι δηλαδή για τον οδηγό της μοτοσικλέτας ανάβει όταν διακόπτεται η κυκλοφορία στην Εθνική Οδό προς Θεσσαλονίκη όπου εκινείτο το αυτοκίνητο και έπειτα ανάβει ο πράσινος σηματοδότης στην έξοδο από Καλοχώρι. Επίσης ο μάρτυρας …… ……, ευρισκόμενος στη διασταύρωση στο δρόμο που έρχεται από Καλοχώρι προ του ερυθρού σηματοδότη με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην Εθνική Οδό προς Θεσσαλονίκη, καταθέτει ότι αμέσως μετά την παρέλευση λίγων δευτερολέπτων από τη σύγκρουση των άνω οχημάτων άναψε πράσινο ο σηματοδότης για την πορεία του, καταλήγοντας ότι πριν από τους οδηγούς που έρχονται από Καλοχώρι, έχουν πράσινο οι οδηγοί που κινούνται στην Εθνική Οδό από Θεσσαλονίκη και στρίβουν αριστερά προς Καλοχώρι όπως δηλαδή ο οδηγός της μοτοσικλέτας, το δε φανάρι στην Εθνική Οδό από Αθήνα με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη ανάβει πιο πριν κόκκινο. Από τις σαφείς, κατηγορηματικές και πειστικές καταθέσεις των άνω μαρτύρων, η αξιοπιστία των οποίων δεν αμφισβητείται, συνδυαζόμενες μεταξύ τους προκύπτει, ότι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του αυτοκινήτου παραβίασε τον ερυθρό σηματοδότη της πορείας του κινούμενος με αυξημένη ταχύτητα και η οδηγική παραβατική συμπεριφορά του επέφερε το ζημιογόνο αποτέλεσμα. Βέβαια δεν διαπιστώθηκε από ασφαλές αποδεικτικό μέσο το ακριβές ύψος της ταχύτητας του ανωτέρω αυτοκινήτου, πλην όμως το παρόν Δικαστήριο διαμόρφωσε την ως άνω κρίση του περί αυξημένης ταχύτητας αυτού, από την εκτίμηση των προαναφερομένων συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα τούτο, και της ιδιαίτερα μεγάλης σφοδρότητας της σύγκρουσης, σε συνδυασμό με την ως άνω κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα, στοιχεία από τα οποία σαφέστατα και χωρίς αμφιβολία προκύπτει ότι η ταχύτητα αυτού ήταν ιδιαίτερα αυξημένη για τις υπάρχουσες συνθήκες κυκλοφορίας, όπως προεκτέθηκαν. Στοιχεία, τα οποία να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην επέλευση της συγκρούσεως δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν, από τις οποίες, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η επέλευσή της δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψή του, αφού αυτός είχε εισέλθει σύννομα στη διασταύρωση με πολύ χαμηλή ταχύτητα, η οποία δεν υπερέβαινε το όριο αλλά ούτε το επιβαλλόμενο από τις περιστάσεις μέτρο, ξεκινώντας από σηματοδότη που είχε ένδειξη πράσινου φωτός, οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δεν μπορούσε να προβλέψει την εντελώς αιφνίδια, παράνομη και αντικανονική κίνηση του πρώτου εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου, ήτοι παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη της πορείας του κινούμενος με αυξημένη ταχύτητα, και έτσι λόγω της αιφνίδιας κίνησης και της θέσης του στο οδόστρωμα δεν υπήρχε περιθώριο ελιγμού και δεν είχε τη δυνατότητα αντιδράσεως, κατά τα προαναφερθέντα. Το γεγονός ότι ο προαναφερθείς οδηγός της μοτοσικλέτας …… …… οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, συγκεκριμένα κατόπιν αιμοληψίας που έγινε ώρα 2:10 της 9.10.2011 διαπιστώθηκε συγκέντρωση οινοπνεύματος 0,70 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος κατά την εξέταση του πρώτου δείγματος και 0,73 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος κατά την εξέταση του δεύτερου δείγματος, δεν επηρέασε την οδηγική του συμπεριφορά, γιατί, όπως προεκτέθηκε, αυτός κινήθηκε σύννομα και δεν μπορούσε να προβλέψει την παραβίαση του ερυθρού σηματοδότη από τον οδηγό του ζημιογόνου οχήματος και ενήργησε όπως θα ενεργούσε κάθε μέσος συνετός οδηγός στον οποίο δεν θα είχε ανιχνευθεί το ως άνω ποσοστό οινοπνεύματος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας έφερε (φορούσε) προστατευτικό κράνος, όπως ρητά αναφέρουν οι επιβαίνοντες στο όχημα του πρώτου εναγομένου …… …… και …… …… στις προανακριτικές τους καταθέσεις, όπου καταθέτουν ότι είδαν τον οδηγό της μοτοσικλέτας πεσμένο στο οδόστρωμα να φοράει το προστατευτικό κράνος. Ο ισχυρισμός των εναγομένων περί μη κανονικής πρόσδεσης του κράνους δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αφού ούτε οι προαναφερθέντες μάρτυρες αναφέρουν κάτι τέτοιο, ούτε από άλλο στοιχείο προκύπτει τούτο, το γεγονός δε ότι ο θανών φορούσε το κράνος μετά τη σύγκρουση και αφού το σώμα του είχε διαγράψει την προεκτεθείσα πορεία (εκτίναξη πολύ ψηλά από τη μοτοσικλέτα και κατάληξη στο οδόστρωμα μετά από απόσταση δεκαπέντε μέτρων περίπου), κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, καταδεικνύει ότι το κράνος ήταν κανονικά προσδεμένο. Η κρίση αυτή δεν αναιρείται από το γεγονός ότι το κράνος βρέθηκε από τους αστυνομικούς που επελήφθησαν του ατυχήματος στο άκρο του οδοστρώματος όπως καταγράφεται στην έκθεση αυτοψίας, διότι τούτο προφανώς αφαιρέθηκε από τον τραυματισθέντα προκειμένου να του παρασχεθούν οι πρώτες βοήθειες. Ούτε επίσης οδηγεί σε αντίθετη κρίση ότι ο οδηγός της μοτοσικλέτας υπέστη βαριά κρανιοεγκεφαλική κάκωση η οποία οφείλεται στην εκτίναξη σε μεγάλο ύψος και βίαιη πτώση του σώματός του στο οδόστρωμα, διότι υπό τις συνθήκες αυτές την ως άνω βλάβη δεν μπορούσε να την αποτρέψει το κράνος. Έτσι το μόνο γεγονός, το οποίο συνετέλεσε αιτιωδώς στην επέλευση του θανατηφόρου ατυχήματος ήταν, κατά τα ως άνω αποδειχθέντα, η προπεριγραφείσα παράνομη μη συμμόρφωση του εναγομένου οδηγού του αυτοκινήτου με την ένδειξη του ερυθρού φωτός του σηματοδότη που ρύθμιζε την κίνηση των οχημάτων στην πορεία του και η αυξημένη ταχύτητα με την οποία έβαινε σε βρεγμένο οδόστρωμα, η πλημμελής δε αυτή οδήγηση του προαναφερθέντος οδηγού τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την ένδικη σύγκρουση και το θανάσιμο τραυματισμό του οδηγού της μοτοσικλέτας, όπως σαφώς προκύπτει από τις προεκτεθείσες συνθήκες της σύγκρουσης. Επομένως, ο ισχυρισμός των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας (άρθρο 300 Α.Κ.) τον οποίο παραδεκτώς προέβαλαν με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρουν νόμιμα ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με το σχετικό λόγο της έφεσής τους πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχθηκε τα ίδια κρίνοντας ότι αποκλειστικώς υπαίτιος της ένδικης σύγκρουσης είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη αυτοκινήτου, απορρίπτοντας την περί συνυπαιτιτότητας του θανόντος ένσταση των εναγομένων, δεν έσφαλε αλλά ορθά ερμήνευε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγος της έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο παραπονούνται για την πιο πάνω κρίση πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι ο θανατωθείς …… …… του ……, γεννημένος στις 4.11.1970 στην Αθήνα, ήταν υγιής αρτιμελής και εργαζόνταν ως οδηγός. Ήταν διαζευγμένος και διέμενε μαζί με την ενάγουσα μητέρα του (γεν. 1951), τον πατέρα του και τη θυγατέρα του στην οικογενειακή κατοικία στον ……, από το έτος 2010 όμως για επαγγελματικούς λόγους διέμενε προσωρινά στη Θεσσαλονίκη, εξοικονομώντας τα προς το ζην για τη συντήρηση της οικογενείας του. Με την προαναφερθείσα ιδιότητα και συγγενική σχέση με το θανατωθέντα, η ενάγουσα αποτελούσε μέλος της οικογένειάς του και ως τέτοια νομιμοποιείται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση για την ψυχική οδύνη που υπέστη από το θάνατό του, συνδεόταν δε μαζί του με αμοιβαίους και στενούς δεσμούς στοργής και αγάπης, άρρηκτη στενή συγγένεια, ακατάλυτους οικογενειακούς δεσμούς και στενό ψυχικό δεσμό. Ο βίαιος, απροσδόκτος και αιφνίδιος θάνατός του, ο οποίος επήλθε εξ αιτίας του ενδίκου ατυχήματος, της προξένησε, βαθύ πένθος, αβάσταχτο πόνο και θλίψη και δημιούργησε έντονα αισθήματα λύπης και απογοήτευσης, που έχασε τον αγαπημένο υιό της, τα οποία είναι δύσκολο να εξαλειφθούν στο μέλλον, η οποία στερήθηκε τη συντροφιά και την αγάπη που της χάριζε. Ενόψει τούτων, ο θάνατός του προξένησε στην ενάγουσα μητέρα του και μη περιουσιακή ζημία στα έννομα αγαθά της προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, για την αιτία αυτή, εύλογης χρηματικής ικανοποιήσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ., προς απάμβλυνση της ψυχικής οδύνης που υπέστη και για ηθική παρηγοριά και ψυχική της ανακούφιση. Η έκταση αυτής, ενόψει όλων των προαναφερθέντων περιστάσεων και αφού ληφθούν υπόψιν οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα ο βίαιος, αιφνίδιος και απροσδόκητος θάνατος του στενού συγγενούς της, ο βαθμός υπαιτιότητας του πρώτου εναγομένου οδηγού (αποκλειστική υπαιτιότητα) στην επέλευση του ατυχήματος, η ηλικία του θανόντος κατά το χρόνο του θανάτου του (41 ετών περίπου) και η μέχρι το ατύχημα άριστη κατάσταση της υγείας του, η ηλικία και η ευαισθησία της άνω δικαιούχου, σε συνδυασμό με το βαθμό του συναισθηματικού συνδέσμου της με τον θανόντα που ήταν ανάλογος και με τη συγγένειά της, ο πόνος και η οδύνη που δοκίμασε, η κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων φυσικών προσώπων (άνεργη η ενάγουσα, οικονομολόγος ο εναγόμενος, όπως τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, χωρίς ωστόσο ιδιαίτερα εισοδήματα ή περιουσία), ενώ η ευθύνη της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας είναι μόνον εγγυητική (βλ. Α.Π.71/2011, Α.Π. 433/2008 δημο.σε ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1670/2006 ΕπισκΕΔ 2006. 1073, Ε.Α. 3790/2001 ΧρΙΔ 2001.502, Αθαν. Κρητικός «Αποζημίωση από Αυτοκινητικά Ατυχήματα», έκδοση 2008, παρ. 20, αριθμ. περιθ. 58, σελ. 415), πρέπει να καθορισθεί, σταθμίζοντας το είδος της προσβολής και της βλάβης που επήλθε και εκτιμώντας τα προαναφερθέντα στοιχεία κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, τον ορθό λόγο και τους κανόνες της λογικής, στο ποσό των εξήντα χιλιάδων ευρώ πέραν του ποσού των 44 ευρώ για το οποίο επιφυλάχθηκε να ασκήσει την αξίωσή της παριστάμενη ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον των αρμοδίων ποινικών δικαστηρίων. Το ανωτέρω ποσό είναι εύλογο (άρθρο 932 του Α.Κ.), δηλαδή ανάλογα με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της κρινομένης υποθέσεως, αλλά και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος και 2, 9 παρ. 2 και 10 παρ. 2 της Ε.Σ.Δ.Α.), όπως η αρχή αυτή, χωρίς να έχει άμεση εφαρμογή στην ένδικη περίπτωση, εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του Α.Κ. για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως (βλ. Ολ. Α.Π. 6/ 2011 ΝοΒ 2011. 1.819, Ελλ. Δνη 2011.695, Ολ. Α.Π. 6/2009 Δ.Ε.Ν. 2009.344, ΝοΒ 2009.568, Ελλ. Δνη 2009.91, Ε.Συγκ.Δ. 2009.96, Αρμ. 2009. 162, Ε.Λαμ. 55/2013 δημ.ΝΟΜΟΣ). Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, επομένως, που με την εκκαλουμένη απόφαση καθόρισε το ύψος της χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης στο ποσό των 110.000 ευρώ και ακολούθως το επιδίκασε σε αυτήν για την προαναφερθείσα αιτία, αντί του ως άνω ορθού ποσού των εξήντα χιλιάδων (60.000) ευρώ, το οποίο πρέπει να της επιδικασθεί, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, ιδία δε περί την εκτίμηση των προσδιοριστικών της ηθικής βλάβης στοιχείων και επομένως ο συναφής τρίτος λόγος της υπό κρίση έφεσης των εναγομένων, με τον οποίο αποδίδεται στην εκκαλουμένη η πλημμέλεια αυτή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτός ως και κατ’ουσίαν βάσιμος, ενώ ο σχετικός μοναδικός λόγος της αντέφεσης της ενάγουσας-εφεσίβλητης με τον οποίο ζητείται η επιδίκαση μεγαλύτερου ποσού για την πιο πάνω αιτία, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ας σημειωθεί ότι το παρόν δικαστήριο με την επικαλούμενη από τους διαδίκους υπ’αριθ.5038/2014 απόφασης που εκδόθηκε επί έφεσης των εδώ εναγομένων και των λοιπών εναγόντων και αντέφεσης των τελευταίων έκρινε αποκλειστικά υπαίτιο της ένδικης σύγκρουσης τον πρώτο εναγόμενο οδηγό του αυτοκινήτου, απορρίπτοντας τους περί συνυπαιτιότητας του θανόντος οδηγού της μοτοσικλέτας ισχυρισμούς των εναγομένων και επιδίκασε ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης των εναγόντων αυτών το ποσό των 60.000 ευρώ σε καθένα από τους πρώτο ενάγοντα, πατέρα του θανόντος, και τρίτη ενάγουσα, θυγατέρα του θανόντος, 30.000 ευρώ στον τέταρτο ενάγοντα αδελφό του θανόντος και 8.000 ευρώ στην πέμπτη ενάγουσα γιαγιά του θανόντος. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο τέταρτος λόγος της έφεσης με τον οποίο παραπονούνται οι εκκαλούντες ότι κακώς επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το ποσό της χρηματικής ικανοποίησης με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος από την ενάγουσα. Και τούτο διότι η επιδίκαση τόκων επιδικίας όπως ορίζει το άρθρο 346 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την εφαρμογή του ν.4055/12.3.2012 ισχύοντος κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής δεν προϋποθέτει υποβολή ιδιαίτερου αιτήματος αλλά αποτελεί παρακολουθηματική του οφειλόμενου τόου απαίτηση της ενάγουσας (βλ. Μελέτη Παναγιώτη Μάζη «το νέο δίκαιο για τον τόκο επιδικίας» στο ΝοΒ 2013, τεύχος 3 σελ.869).
Τέλος, με την έφεση μπορεί να προβληθεί κάθε πλημμέλεια της απόφασης, ακόμη και εκείνη που οφείλεται σε παραδρομή του Δικαστηρίου και μπορεί να αποτελέσει περιεχόμενο αίτησης διόρθωσης της απόφασης κατά το άρθρο 315 Κ.Πολ.Δ., αρκεί βεβαίως αυτός που προβάλει αυτόν τον λόγο να δικαιολογεί έννομο συμφέρον (βλ.Α.Π.1124/1997 ΕλλΔνη 40.332, Ε.Α.7702/2000 ΕΔΠΟΛ 2001.159). Στη συγκεκριμένη περίπτωση με τον τελευταίο λόγο της έφεσης οι εκκαλούντες ζητούν τη διόρθωση των υπ’αριθ. 1478/2013 και 866/2014 αποφάσεων του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ως προς την αναγραφομένη σ’αυτές συγγενική σχέση της δεύτερης ενάγουσας, εδώ εφεσίβλητης, …… …… από το αναγραφέν σ’αυτές εσφαλμένο «θανόντος πατρός της» στο ορθό «θανόντος υιού της» και συγκεκριμένα της υπ’αριθ.1478/2013 στο σκεπτικό της στη δεύτερη παράγραφο της δεύτερης σελίδας στοίχοι 8 και 26 (τελευταίος στοίχος) και στο διατακτικό της στη δεύτερη παράγραφο στοίχος 8 όπου αναγράφεται εσφαλμένως «του πατέρα της» αντί του ορθού «του υιού της» …… …… και της υπ’αριθ.866/2014 απόφασης στο σκεπτικό στην πρώτη παράγραφο της πέμπτης σελίδας στοίχος 3 και στο διατακτικό της στην πρώτη παράγραφο στοίχος 7 όπου αναγράφεται εσφαλμένως «του πατρός της» αντί του ορθού «του υιού της» …… ……. Ο λόγος αυτός είναι παραδεκτός και πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, αφού από το περιεχόμενο των ως άνω πληττομένων αποφάσεων προκύπτει ότι έχει αναγραφεί εσφαλμένως στους αναφερόμενους στοίχους του σκεπτικού και διατακτικού των αποφάσεων αυτών η συγγενική σχέση της δεύτερης ενάγουσας, εδώ εφεσίβλητης, …… …… με τον θανόντα στο ένδικο τροχαίο ατύχημα υιό της …… ……, από την εσφαλμένη δε αυτή αναγραφή δημιουργείται σύγχυση και αμφιβολία για το πρόσωπο που αφορά το αγωγικό κονδύλιο της αποζημίωσης για τα έξοδα κηδείας του προαναφερθέντος θανόντος στο τροχαίο (…………), που είναι η δεύτερη ενάγουσα …… ……, εδώ εφεσίβλητη, (μητέρα του) η οποία με την ιδιότητα της μητέρας ζήτησε τα έξοδα κηδείας του θανόντος, που είναι το κονδύλιο της αποζημίωσης στο οποίο (και μόνο) αφορούν οι ως άνω πληττόμενες αποφάσεις, δικαιολογούν δε οι εναγομένοι έννομο συμφέρον, δοθέντος ότι η θυγατέρα του θανόντος ονομάζεται και αυτή …… ……, είναι δε και αυτή ενάγουσα (τρίτη ενάγουσα) στην ίδια αγωγή και έτσι ενδεχομένως να δημιουργείται σύγχυση για το πρόσωπο της ενάγουσας που αφορά το πιο πάνω αγωγικό κονδύλιο για το οποίο κηρύχθηκε καταργημένη η δίκη, από όλα δε τα δικόγραφα προκύπτει ότι η δεύτερη ενάγουσα ανέγραψε την ορθή συγγενική σχέση, η δε λανθασμένη αναγραφή οφείλεται σε προφανή παραδρομή του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου.
IV. Μετά από τα παραπάνω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει: 1)Να απορριφθεί, ως ουσιαστικά αβάσιμη, η ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση της ενάγουσας-εφεσίβλητης, χωρίς όμως να περιληφθεί ως προς αυτήν διάταξη δικαστικών εξόδων, διότι οι αντεφεσίβλητοι δεν υποβλήθηκαν σε πρόσθετη δικαστική δαπάνη για την αντίκρουσή της. 2)Να γίνει δεκτή ως και κατ’ουσίαν βάσιμη η από 4.6.2014 (αριθμ.έκθ. κατάθ……/4.6.2014) υπό κρίση έφεση των εναγομένων και α) να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη υπ’αριθ. 88/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αφορά τη δεύτερη ενάγουσα …… …… συζ. …… το γένος …… …… και ως προς την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη που την αφορά. Στη συνέχεια το Δικαστήριο πρέπει να κρατήσει την υπόθεση και να δικάσει επί της από 4.4.2012 (αριθμ.εκθ.κατάθ. ……/…../26.4.2012) αγωγής κατ’ουσίαν (άρθρο 535 παρ.1 του Κ.Πολ,Δ.) κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη ενάγουσα …… …… συζ. …… το γένος …… ……, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον καθένας, να καταβάλουν στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ και να αναγνωριστεί ότι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, στη δεύτερη ενάγουσα και το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, όλα τα ποσά με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β)να διορθωθούν οι υπ’αριθ. 1478/2013 και 866/2014 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως την αναγραφόμενη σ’αυτές συγγενική σχέση της δεύτερης ενάγουσας, εφεσίβλητης, …… …… από το αναγραφέν σ’αυτές εσφαλμένο «θανόντος πατρός της» στο ορθό «θανόντος υιού της» και συγκεκριμένα η υπ’αριθ.1478/2013 απόφαση στο σκεπτικό της στη δεύτερη παράγραφο της δεύτερης σελίδας στοίχοι 8 και 26 (τελευταίος στοίχος) και στο διατακτικό της στη δεύτερη παράγραφο στοίχος 8 από το εσφαλμένο «του πατέρα της» στο ορθό «του υιού της» …… …… και η υπ’αριθ.866/2014 απόφαση στο σκεπτικό της στην πρώτη παράγραφο της πέμπτης σελίδας στοίχος 3 και στο διατακτικό της στην πρώτη παράγραφο στοίχος 7 από το εσφαλμένο «του πατρός της» στο ορθό «του υιού της» …… ……. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των εναγομένων μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων (άρθρα 178, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. σε συνδ. με αρθρ.100 επ. του Κώδικα περί Δικηγόρων- ν.δ. 3026/1954, 58 επ. του Νέου Κώδικα Δικηγόρων ν.4194/2013), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας, και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες αυτό εκκαλούντες (άρθρο 495 παρ.4, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 του ν.4055/2012).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 4.6.2014 (αριθμ.έκθ. κατάθ……./4.6.2014) υπό κρίση έφεση και την ασκηθείσα με τις προτάσεις υπό κρίση αντέφεση.
Δέχεται τυπικά αυτές.
Απορρίπτει την αντέφεση κατ’ ουσίαν.
Δέχεται κατ’ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη υπ’αριθ.83/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το κεφάλαιο που αφορά τη δεύτερη ενάγουσα …… …… συζ. …… το γένος …… …… και ως προς την περί δικαστικής δαπάνης διάταξη που την αφορά.
Κρατεί την υπόθεση και Δικάζει επί της από 4.4.2012 (αριθμ.εκθ.κατάθ. ……/……/26.4.2012) αγωγής κατά το μέρος που αφορά τη δεύτερη ενάγουσα …… …… συζ. …… το γένος …… …….
Δέχεται κατά ένα μέρος αυτήν.
Υποχρεώνει τους εναγομένους, εις ολόκληρον καθένας, να καταβάλουν στην δεύτερη ενάγουσα το ποσό των σαράντα χιλιάδων (40.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Αναγνωρίζει ότι οι εναγόμενοι οφείλουν να καταβάλουν, εις ολόκληρον καθένας, στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Διατάσσει τη διόρθωση των υπ’αριθ. 1478/2013 και 866/2014 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως προς τη συγγενική σχέση της δεύτερης ενάγουσας …… …… από το αναγραφέν σ’αυτές εσφαλμένο «θανόντος πατρός της» στο ορθό «θανόντος υιού της» και συγκεκριμένα της υπ’αριθ. 1478/2013 απόφασης στο σκεπτικό της στη δεύτερη παράγραφο της δεύτερης σελίδας στοίχοι 8 και 26 (τελευταίος στοίχος) και στο διατακτικό της στη δεύτερη παράγραφο στοίχος 8 από το εσφαλμένο «του πατέρα της» στο ορθό «του υιού της» …… …… και της υπ’αριθ.866/2014 απόφασης στο σκεπτικό της στην πρώτη παράγραφο της πέμπτης σελίδας στοίχος 3 και στο διατακτικό της στην πρώτη παράγραφο στοίχος 7 από το εσφαλμένο «του πατρός της» στο ορθό «του υιού της» …… …….
Επιβάλλει σε βάρος των εναγομένων μέρος των δικαστικών εξόδων της δεύτερης ενάγουσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στους καταθέσαντες εκκαλούντες.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 28-5-2015, με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.
