απόλυσηεγκυμοσύνη - μητρότητα - πατρότηταΜονομελές Εφετείο Αθηνών 2327/2023

Περίληψη: Απόλυση εργαζομένης σε κατάσταση εγκυμοσύνης χωρίς σπουδαίο λόγο. Δεύτερη αγωγή μισθών υπερημερίας. Στην περίπτωση κατά την οποία η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δεν είναι αναγκαία η αναφορά στην αγωγή για την καταβολή οφειλομένων μισθών υπερημερίας, του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο καθώς η καταγγελία της σύμβασης περιέχει και δήλωση βούλησης του εργοδότη για μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος. Υπεύθυνες δηλώσεις. Απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα αφού έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμεύσουν στη δίκη. Ένσταση καταχρηστικής παράλειψης ανεύρεσης εργασίας. Απορριπτέα για το χρονικό διάστημα 18 μηνών μετά τη γέννηση του παιδιού και κατά τη διάρκεια των περιοριστικών μέτρων λόγω της πανδημίας COVID-19, επειδή οι περιστάσεις αυτές δυσχεραίνουν την ανεύρεση εργασίας. Δεκτή για το περαιτέρω χρονικό διάστημα. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 6.153,33 Ευρώ πέραν όσων της είχαν επιδικαστεί με προηγούμενη απόφαση.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης

2327/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(τμήμα εργατικών διαφορών)

Αποτελούμενο από την Δικαστή Μαρία Βλάχου, Εφέτη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοικήσεως του Εφετείου και την Γραμματέα Θεώνη Αναγνωστοπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 14 Μαρτίου 2023 για να δικάσει τις υποθέσεις μεταξύ:

Α’ ΕΦΕΣΗ: Της εκκαλούσας ……………………, κατοίκου Αθηνών, οδός ………… αριθ. …, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της εφεσίβλητης ……………………, κατοίκου ………… Αττικής, οδός ………… αριθ. …, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Δέσποινας Στεφάνου-Καμουτσή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Β’ ΕΦΕΣΗ: Της εκκαλούσας ………… το …………, κατοίκου ………… Αττικής, οδός ………… αριθ. …, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Δέσποινας Στεφάνου-Καμουτσή με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της εφεσίβλητης ……………………, κατοίκου Αθηνών, οδός ………… αριθ. …, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η εκκαλούσα-εφεσίβλητη είχε ασκήσει κατά της εφεσίβλητης- εκκαλούσας την από 24.5.2021 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία με αριθμό κατάθεσης ………… /………… /24.5.2021, προσδιορίσθηκε δε η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 16.9.2021. Συζητηθείσης κατά τη δικάσιμο αυτή της υποθέσεως, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1157/2022 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή. Η εκκαλούσα της Α’ έφεσης ζητεί την εξαφάνιση της ανωτέρω απόφασης κατά το μέρος που δεν την ωφελεί και την αποδοχή της αγωγής της στο σύνολό της με την από 27.12.2022 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης ………… /………… /27.12.2022 και προσδιορίστηκε με αυξ. αριθ. καταθ. ………… /………… /29.12.2022 στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου η συζήτησή της για τη δικάσιμο της 14.2.2023 και μετ’ αναβολήν για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο. Επίσης η εκκαλούσα της Β’ έφεσης ζητεί την εξαφάνιση της ανωτέρω απόφασης κατά το μέρος που δεν την ωφελεί και την απόρριψη της κατ’ αυτής ασκηθείσης αγωγής στο σύνολό της με την από 27.12.2022 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό κατάθεσης ………… /………… /28.12.2022 και προσδιορίστηκε με αυξ. αριθ. καταθ. ………… /………… /18.1.2023 στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου η συζήτησή της για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης και εγγράφηκε στο πινάκιο.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων προκατέθεσαν προτάσεις και παραστάθηκαν με σχετική δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 1157/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και απέρριψε κατά τα λοιπά την από 24.5.2021 (αυξ. αριθ. καταθ. ………… /………… /24.5.2021) αγωγή της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας-εφεσίβλητης, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα στις 27.12.2022 (η Α’ έφεση) και στις 28.12.2022 (η Β’ έφεση), ήτοι εντός διετίας από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης στις 1.11.2022, της οποίας δεν προκύπτει ούτε επικαλείται κάποιος εκ των διαδίκων κοινοποίηση (άρθρα 495 επ., 511, 513, 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Παραδεκτώς δε οι εφέσεις συνεκδικάζονται λόγω της πρόδηλης συνάφειας τους κατ’ άρθρο 246 ΚΠολΔ ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 19 ΚΠολΔ, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 3 παρ. 3 του Ν. 3994/2011 και ισχύει για εφέσεις κατά αποφάσεων μονομελούς πρωτοδικείου, που ασκούνται από 25.7.2011), εφαρμοζομένης της διαδικασίας των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Επομένως, είναι τυπικά δεκτές και πρέπει να εξετασθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν χωρίς να απαιτείται η καταβολή παραβόλου εφέσεως σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, αφού ως υπόθεση που υπάγεται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, εξαιρείται της υποχρέωσης αυτής κατά το τελευταίο εδάφιο της ως άνω παραγράφου.

Με την από 24.5.2021 (αυξ. αριθ. καταθ. ………… /………… /24.5.2021) αγωγή της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη εξέθεσε ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. 100/2020 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της από 6.11.2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωσή της να καταβάλει ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας τα αναφερόμενα στην αγωγή ποσά, η δε απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη με την υπ’ αριθ. 2234/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ότι περαιτέρω η εναγομένη ουδέποτε διέκοψε την υπερημερία της μετά την αναγνώριση της ακυρότητας της απόλυσης, είτε καλώντας την να προσφέρει πραγματικά τις υπηρεσίες της, είτε αποδεχόμενη την προσφορά της εργασίας της. Ότι παρά τις προσπάθειές της να ανεύρει εργασία, παραμένει άνεργη καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά το χρονικό διάστημα από 8.11.2019 έως 31.12.2022, το συνολικό ποσό των 29.593,94 ευρώ, νομιμοτόκως από το χρόνο που κατέστη κάθε επί μέρους κονδύλιο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και να επιβληθεί η δικαστική της δαπάνη σε βάρος της εναγομένης.

Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων, η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας μετά το χρόνο συζήτησης της αγωγής και έγινε κατά τα λοιπά δεκτή η αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη επιδικάζοντας μισθούς υπερημερίας από 8.11.2019 έως και Σεπτέμβριο 2021 και απορρίπτοντας τους ισχυρισμούς της εναγομένης περί αοριστίας της αγωγής και περί καταχρηστικής άσκησής της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται αμφότερες οι διάδικες πλευρές και ειδικότερα: 1) Η εκκαλούσα της Α’ έφεσης με την κρινόμενη έφεσή της και με τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, εξαιτίας των οποίων εσφαλμένα δεν επιδικάσθηκαν μισθοί υπερημερίας για το πέραν της ημερομηνίας συζήτησης της αγωγής χρονικό διάστημα έως το τέλος του 2022 και εσφαλμένα λόγω υπολογιστικού λάθους επιδικάσθηκε το ποσό των 17.644,78 ευρώ αντί του ορθού 18.164,78 ευρώ (ήτοι παραλείφθηκε στην πρόσθεση το επιδικασθέν ποσό των 520 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 8.11.2019 έως 30.11.2019), ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που δεν την ωφελεί και την αποδοχή της αγωγής της στο σύνολό της, 2). Η εκκαλούσα της Β’ έφεσης με την κρινόμενη έφεσή της και με τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, εξαιτίας των οποίων εσφαλμένα απορρίφθηκε η ένσταση αοριστίας της αγωγής και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης αυτής, ζητεί δε την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης κατά το μέρος που δεν την ωφελεί και την απόρριψη της κατ’ αυτής ασκηθείσης αγωγής στο σύνολό της.

Με τον πρώτο λόγο της Β’ έφεσης, η εκκαλούσα επαναφέρει τον ισχυρισμό της περί αοριστίας της αγωγής. Όμως ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος καθώς αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής με σαφήνεια όλα τα απαραίτητα στοιχεία για το ορισμένο αυτής, αφού στην περίπτωση κατά την οποία η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δεν είναι αναγκαία η αναφορά στην αγωγή για την καταβολή οφειλομένων μισθών υπερημερίας, του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο, όπως μη νόμιμα υποστηρίζει η εναγομένη, καθώς η καταγγελία της σύμβασης περιέχει και δήλωση βούλησης του εργοδότη για μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος (ΑΠ 431/2006, ΧρΙΔ 2006.658). Κατά τον ίδιο τρόπο και συνεπώς ορθά ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε τον ισχυρισμό περί αοριστίας και δεν έσφαλε, συνακόλουθα απορριπτέος ως αβάσιμος τυγχάνει ο σχετικός πρώτος λόγος της Β’ έφεσης.

Από την επανεκτίμηση της ανώμοτης κατάθεσης της εναγομένης και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συμπεριλαμβανομένης και της υπ’ αριθ. …………/6.3.2019 ένορκη βεβαίωση, συνταχθείσα ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα και η οποία λαμβάνεται υπ’ όψη καθώς προκύπτει νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγόμενης να παραστεί κατά τη λήψη της (βλ. την υπ’ αριθ. …………/23.1.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εφόσον έχει ληφθεί στα πλαίσια άλλης δίκης, μη λαμβανομένων υπ’ όψη των προσκομιζομένων από την εναγομένη υπεύθυνων δηλώσεων του άρθρου 8 του Ν. 1599/1986 καθώς πρόκειται για απαράδεκτα αποδεικτικά μέσα αφού έχουν ληφθεί επίτηδες για να χρησιμεύσουν στην παρούσα δίκη (ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 297/2019, δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), καθώς τέλος και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη απασχολήθηκε δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτρια στην ατομική επιχείρηση εμπορίας γυναικείων αξεσουάρ της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας με την επωνυμία «…………» από τις 20.9.2017. Η συνεργασία των μερών εξελίχθηκε ομαλά έως και το έτος 2018, οπότε η ενάγουσα αρχικά απουσίασε λόγω αναρρωτικής άδειας από 30.7.2018 έως 23.8.2018 για την αντιμετώπιση προβλημάτων κύησης, ακολούθως δε, κατά τις επόμενες 56 ημέρες λόγω της κατάστασης κύησης και στη συνέχεια λόγω της νόμιμης άδειας μητρότητας. Κατά το διάστημα της απουσίας της, η εναγομένη προέβη στην από 17.10.2018 εξώδικη καταγγελία σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση, ακολούθως δε στην από 6.11.2018 δήλωση-αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού, τάσσοντας σε αμφότερες τις περιπτώσεις στην ενάγουσα προθεσμία για την εμφάνισή της προς εργασία είτε για οικειοθελή αποχώρηση από τη θέση εργασίας της. Κρίθηκε ήδη με την υπ’ αριθ. 100/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ότι το περιεχόμενο των ανωτέρω δηλώσεων συνιστά άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας και με την ως άνω απόφαση η εναγομένη υποχρεώθηκε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες, να καταβάλει σε αυτήν το ποσό των 7.032,96 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 8.11.2018 έως 7.11.2019 πλέον επιδόματος Χριστουγέννων και ποσό 1.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν εφέσεις από αμφότερες τις διάδικες πλευρές και εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 2234/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία επιβεβαιώθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα επιπλέον ποσό 1.898,64 ευρώ ως αποζημίωση για την απώλεια ισόποσου επιδόματος από τον ασφαλιστικό της φορέα λόγω ασθενείας κατά την κύηση με υπαιτιότητά της. Με την τελευταία αυτή απόφαση κρίθηκε επομένως με δύναμη δεδικασμένου πλέον η ύπαρξη ενεργής και έγκυρης σύμβασης εργασίας, ο συμβατικός μισθός, η περιέλευση της εναγομένης σε υπερημερία και η υποχρέωσή της να καταβάλει μισθούς υπερημερίας.

Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, λόγω άκυρης καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησης του μισθωτού, και δεν αρκεί ότι αυτός δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η περί τούτου ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία την οποία ο μισθωτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα λάμβανε από την εργασία του. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι αυτή επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017, ΑΠ 394/2016, ΑΠ 363/2015, ΑΠ 223/2014, ΑΠ 2194/2014, ΑΠ 142/2007, ΑΠ 1093/2003). Εν προκειμένω η εναγομένη προέβαλε παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για λήψη αποδοχών υπερημερίας, η δε ένστασή της ήταν πλήρως ορισμένη, καθώς επικαλείτο ότι η ενάγουσα καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα θα μπορούσε να ανεύρει ευχερώς εργασία με ανάλογη εργασία με αυτήν που έκανε στην εναγομένη, είτε με κατ’ οίκον εργασία είχε με υπηρεσίες που έχουν σχέση με παιδιά, αποκομίζοντας τις ίδιες αποδοχές με αυτές που λάμβανε από αυτήν (εναγομένη), μολαταύτα κακόβουλα προτίμησε να εμφανίζεται ως άνεργη προκειμένου να εισπράττει μισθούς υπερημερίας.

Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι το 18μηνο μετά την γέννηση του τέκνου της έληγε τον Απρίλιο του 2020, η δε εκ του νόμου μη δυνατότητα καταγγελίας της σύμβασης από τον εργοδότη από το Νοέμβριο του 2019 έως τον Απρίλιο του 2020 θα αποτελούσε πράγματι παράγοντα σημαντικής δυσχέρειας για την πρόσληψή της από νέο εργοδότη. Περαιτέρω, η πανδημία COVID-19 μετά τον Μάρτιο του 2020 και η αναστολή λειτουργίας καταστημάτων έκτοτε έως και το Μάιο του 2020, προφανώς αποτελεί έναν παράγοντα δυσχέρειας για ανεύρεση εργασίας κατά το διάστημα αυτό. Όμως ο ισχυρισμός ενάγουσας ότι παρά τις προσπάθειές της για ανεύρεση άλλης εργασίας αυτό δεν κατέστη δυνατό για το διάστημα μετά το Μάιο 2020, δεν αποδεικνύεται βάσιμος. Αντίθετα, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα επιδίωξε ευθέως να εμφανίζεται έκτοτε ως άνεργη (έχοντας μάλιστα ήδη επί ένα [1] έτος λάβει μισθούς υπερημερίας με την προηγούμενη απόφαση), χωρίς να προβεί σε καμία προσπάθεια ανεύρεσης άλλης εργασίας ανάλογης με την ειδικότητά της, προκειμένου να εισπράττει μισθούς υπερημερίας από την εναγομένη. Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προέκυψε ότι προέβη σε προσπάθειες ανεύρεσης εργασίας, με αποστολή βιογραφικών ή με επισκέψεις σε άλλους εργοδότες, ούτε ότι προέβη σε δήλωση προς τον ΟΑΕΔ προκειμένου να ενημερώνεται για συγκεκριμένες θέσεις εργασίας. Η δε κατάθεση του μάρτυρα συζύγου της, ότι απέστειλε βιογραφικά σε επιχειρήσεις δεν κρίνεται πειστική αφού δεν επιρρωνύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο. Αντιστρατεύεται δε ακόμη και τα διδάγματα της κοινής πείρας ο ισχυρισμός της ενάγουσας, ότι δεν ήταν εφικτό να ανεύρει εργασία, έστω με μερική απασχόληση, ακόμη και ένα (1) έτος μετά την απομάκρυνσή της από την επιχείρηση της εναγομένης, και μάλιστα δεν ανηύρε εργασία ούτε από τον Ιούνιο 2020 μέχρι το χρόνο της συζήτησης της αγωγής το Σεπτέμβριο του 2021, ήτοι για 16 μήνες ακόμη. Επιπλέον ακόμη έως και σήμερα (σημειωτέον ότι με την αγωγή της ζητεί μισθούς υπερημερίας ως το τέλος του 2022), που δεν υφίσταται αναστολή λειτουργίας των καταστημάτων λόγω πανδημίας και επιπλέον σημειώνεται και μείωση της ανεργίας σε πανελλαδικό επίπεδο, σε συνδυασμό και με το νεαρό της ηλικίας της (34 ετών) που αποτελεί θετικό παράγοντα για την εξεύρεση εργασίας, δεν έχει επιδείξει πραγματική βούληση για ανεύρεση εργασίας, αλλά κακόβουλα υποστηρίζει ότι δεν μπόρεσε να απασχοληθεί σε άλλη επιχείρηση με την ειδικότητα που είχε στην επιχείρηση της εναγομένης ή σε άλλη παρεμφερή εργασία για το επίδικο χρονικό διάστημα, το οποίο συνιστά μακρό χρόνο, λαμβάνοντας υπ’ όψη το αντικείμενο της εργασίας της, καθώς μπορούσε ευχερώς να απασχοληθεί αποκομίζοντας τουλάχιστον τις ίδιες αποδοχές με αυτές που αποκόμιζε απασχολούμενη στην εναγομένη, πλην όμως προτίμησε να μην ανεύρει άλλη απασχόληση προκειμένου να μπορεί να εισπράττει μισθούς υπερημερίας. Επομένως το δικαίωμα της ενάγουσας να απαιτήσει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Ιούνιο 2020 και εντεύθεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, με συνακόλουθο αποτέλεσμα την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμης για το χρονικό διάστημα μετά τον Μάιο 2020. Εν μέρει αντίθετα και συνεπώς εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και απέρριψε στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κάνοντας δεκτή την αγωγή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη για το χρονικό διάστημα από Νοέμβριο 2019 έως Σεπτέμβριο 2021 (χρονικό σημείο συζήτησης της αγωγής). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε εν μέρει και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις, ο δε σχετικός δεύτερος λόγος της Β’ έφεσης είναι εν μέρει βάσιμος. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η Β’ έφεση ως κατ’ ουσίαν βάσιμη, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να κρατηθεί η αγωγή για να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 8.11.2019 έως και 31.5.2020 απορριπτομένη κατά τα λοιπά. Εν όψει δε της εν μέρει αποδοχής της αγωγής κατά τα ανωτέρω, απορριπτέα καθίσταται στο σύνολό της η Α’ έφεση ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, καθώς στρέφεται κατά της απόρριψης της επιδίκασης μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από Οκτώβριο 2021 έως Δεκέμβριο 2022 και κατά του εσφαλμένου υπολογισμού των επιδικασθέντων ποσών. Ειδικότερα, η ενάγουσα δικαιούται για το διάστημα από 8.11.2019 έως 30.11.2019 (20 ημερομίσθια X 26 ευρώ =) 520 ευρώ και για το διάστημα από Δεκέμβριο 2019 έως και Μάιο 2020 (6 μήνες X 650 ευρώ =) 3.900 ευρώ για μισθούς υπερημερίας (Υ.Α. 4241/127/30.1.2019), επιπλέον δε για δώρο Πάσχα ετών 2019 και 2020 (650/2 X 1,04166 X 2 =) 677,08 ευρώ και για δώρο Χριστουγέννων 2019 και αναλογία 2020 (677,08 + 677,08 X 2/25 για τον 1 μήνα του Μαΐου 2020 = ) 731,25 ευρώ (άρθρο 10 ΥΑ 19040/1981) ενώ για επίδομα αδείας 2019 δικαιούται το ποσό των (650/2 =) 325 ευρώ (άρθρο 4 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, Ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 ΝΔ 4547/1966). Συνολικά επομένως η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των (520 + 3.900 + 677,08 + 731,25 + 325 =) 6.153,33 ευρώ, το οποίο υποχρεούται να της καταβάλει η εναγομένη, νομιμοτόκως από την ημέρα που κατέστη έκαστο επί μέρους κονδύλιο απαιτητό (τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για κάθε επί μέρους μισθό υπερημερίας, 30η Απριλίου του αντίστοιχου έτους για το δώρο Πάσχα και 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους για το δώρο Χριστουγέννων και από 1.1.2020 για το επίδομα αδείας 2019) μέχρι την πλήρη εξόφληση.

Μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας-εκκαλούσας- εφεσίβλητης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας βαρύνει την εναγομένη-εφεσίβλητη-εκκαλούσα λόγω της ήττας της και κατά το μέτρο και την έκταση αυτής κατά μερική αποδοχή του σχετικού αιτήματος (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 27.12.2022 (αυξ. αριθ. καταθ. …………/…………/27.12.2022) Α’ έφεση και την από 27.12.2022 (αυξ. αριθ. καταθ. …………/…………/28.12.2022) Β’ έφεση κατά της υπ’ αριθ. 1157/2022 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (τμήμα εργατικών διαφορών).

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την Α’ έφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει κατ’ ουσίαν την Β’ έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη απόφαση.

ΚΡΑΤΕΙ προς εκδίκαση την από 24.5.2021 (αυξ. αριθ. καταθ. …………/ …………/24.5.2021) αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των έξι χιλιάδων εκατόν πενήντα τριών ευρώ και τριάντα τριών λεπτών (6.153,33 €) νομιμοτόκως από τότε που κατέστη έκαστο επί μέρους κονδύλιο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις μέχρι την εξόφληση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εναγομένης-εφεσίβλητης-εκκαλούσας μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, παρουσία της γραμματέως και απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους στις 8 Μαΐου 2023.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies