Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Έννοια και νομοθετικό πλαίσιο. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου. Μερική απασχόληση. Περίπτωση εκ περιτροπής εργασίας. Προϋποθέσεις για τη νομιμότητα αυτής. Έκταση δικαιώματος. Επιδίκαση αμοιβής υπερεργασιακής απασχόλησης, δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας. Δέχεται έφεση εργαζόμενου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 11.188,78 Ευρώ.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός απόφασης
2484/2021
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 5ο
Αποτελούμενο από την Δικαστή Μυρτώ Τζεφεράκου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 27.10.2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……….. του ……………., κατοίκου …………, οδός …………….. αρ. ….., ο οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.
ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1. Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «……………..», που εδρεύει στη ………… Αττικής, οδός ………. αρ. …….., και εκπροσωπείται νόμιμα, 2. Υπό εκκαθάριση μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…………», που εδρεύει στη …………… Αττικής, οδός ……….. αρ. ……., και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Μουλαγιάννη.
Ο ενάγων, και ήδη εκκαλών, με την από 20.6.2017 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………./………/2017, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σε αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1017/2019 οριστική του απόφαση, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την πρώτη εναγόμενη, και ήδη πρώτη εφεσίβλητη, και απέρριψε την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, και ήδη δεύτερη εφεσίβλητη.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο ενάγων, ήδη εκκαλών, με την από 14.6.2019 έφεσή του προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……./14.6.2019.
Η υπόθεση, αρχικά είχε προσδιορισθεί να συζητηθεί στις 14.1.2020, οπότε αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωσή τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 14.6.2019 (αρ. κατ. ………./14.6.2019) έφεση του πρωτοδίκως ηττηθέντος ενάγοντος κατά της με αριθμό 1017/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε την αγωγή του εναντίον των εφεσίβλητων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών περίπτωση τρίτη των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 περ. 3 του ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και από τη δημοσίευσή της (6.5.2019) μέχρι την άσκηση της έφεσης (14.6.2019) δεν έχει παρέλθει η προβλεπόμενη από το νόμο διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκησή της, σύμφωνα με τα άρθρα 495 επ., 511, 513, παρ.1 εδ. β’, 516, 517, 518 παρ. 2, 520 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή (άρθρο 532 του ΚΠολΔ) και να ερευνηθεί περαιτέρω, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια παραπάνω διαδικασία (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με άρθρο 591 του ιδίου κώδικα), προκειμένου να κριθεί κατ’ ουσίαν.
Με την από 20.6.2017 με αριθμό ……./……../2017 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο ενάγων, ήδη εκκαλών, ………, ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθη στις 22.10.1999 με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου από την πρώτη εναγόμενη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………», προκειμένου να απασχοληθεί ως υπάλληλος με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου εγκαταστάσεων επί πενθήμερο, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή, αντί μικτών μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες από 1.1.2012 ανήλθαν στο ποσό των 1.300,86 ευρώ. Ότι κατά τα έτη 2012 έως 2014 η πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, απασχολούσε τον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, σαράντα τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να πραγματοποιεί υπερεργασία τεσσάρων ωρών εβδομαδιαίως, για την οποία δεν έλαβε αμοιβή, ενώ από τις 15.10.2016 έως τις 31.12.2016 του επέβαλε να εργάζεται τις νύχτες, ήτοι από τις 22.00 έως τις 06.00, χωρίς να του καταβάλει προσαύξηση. Ότι τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2016 η πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, επικαλούμενη περιορισμό των εργασιών της, απασχολούσε τον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, μόνο έξι ημέρες τον μήνα, χωρίς να καταβάλει στον τελευταίο τις δεδουλευμένες αποδοχές (μισθούς) των μηνών αυτών καθώς και μέρος του επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2016. Ότι στις 31.12.2016 η πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, μεταβίβασε την επιχείρησή της, κατά την έννοια των διατάξεων του ΠΔ 178/2002, στη δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «………..», την οποία ίδρυσε η ………….., κόρη του νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης, ήδη πρώτης εφεσίβλητης, …………. Ότι ειδικότερα η δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, ασκούσε την ίδια δραστηριότητα (ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις) στις αυτές κτιριακές εγκαταστάσεις με την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, έχοντας αναλάβει τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό και το σύνολο των άυλων αγαθών (πελατολόγιο, τεχνογνωσία, φήμη, επαγγελματικές σχέσεις με τρίτους) της τελευταίας, καθώς και την πλειονότητα των εργαζομένων της. Ότι ο ενάγων, ήδη εκκαλών, παρέμεινε τυπικά εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης, ήδη εφεσίβλητης, η οποία είχε περιορίσει ουσιωδώς την επιχειρηματική της δραστηριότητα και πλέον την έχει διακόψει εν πολλοίς, ενώ στην πράξη προσέφερε τις υπηρεσίες του στη δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη. Ότι μετά την κατά τα ανωτέρω μεταβίβαση της επιχείρησης στη δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, συνεχίστηκε από τη δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, στην οποία παρείχε τις υπηρεσίες του, καίτοι συνέχισε να φέρεται συμβατικά συνδεόμενος με την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη. Ότι μετά τη μεταβίβαση η δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, υπεισήλθε εν τοις πράγμασι ως εργοδότης στη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, ήδη εκκαλούντος. Ότι στις 17.1.2017 η δεύτερη εναγομένη, ήδη εφεσίβλητη, υποχρέωσε τον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, να απασχολείται με σύστημα εκ περιτροπής, ήτοι μία ημέρα την εβδομάδα για χρονικό διάστημα τριών μηνών. Ότι η μονομερή επιβολή του εν λόγω συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης είναι παράνομη και συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, ήδη εκκαλούντος, την οποία ο τελευταίος απέκρουσε προφορικά κατά την ως άνω ημερομηνία (17.1.2017) και μεταγενεστέρως εγγράφως με την από 15.2.2017 εξώδικη διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση προς τη δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, θεωρώντας αυτήν ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας και απεχώρησε στις 17.1.2017 από την εργασία του καλώντας την να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του και την αποζημίωση απόλυσης λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του με τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της τελευταίας. Ότι την ανωτέρω εξώδική διαμαρτυρία, πρόσκληση και δήλωση προς τη δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, επέδωσε σε αμφότερες τις εναγόμενες, ήδη εφεσίβλητες λόγω της αλληλλέγγυας και εις ολόκληρον ευθύνη. Με βάση αυτό το ιστορικό αυτό ο ενάγων, ήδη εκκαλών, ζητούσε, κατ’ ορθή εκτίμηση του δικογράφου, με κύρια βάση την έγκυρη σύμβαση εργασίας, επικουρικά δε, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του, με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού: 1) να αναγνωριστεί ότι στις 31.12.2016 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, στη δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, και ο ενάγων, ήδη εκκαλών, συνδέθηκε με την τελευταία, δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, 2) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ήδη εφεσίβλητες, να καταβάλουν στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, το συνολικό ποσό των 8.508,93 ευρώ, που αντιστοιχεί: α) στο συνολικό ποσό των 3.110,66 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου του έτους 2016 και επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2016, β) στο συνολικό ποσό των 5.398,27 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας των ετών 2012, 2013, 2014, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοσή της αγωγής, 3) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, το συνολικό ποσό των 20.891,89 ευρώ, που αντιστοιχεί: α) στο ποσό των 18.212,04 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, β) στο ποσό των 1.300,86 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας του έτους 2017, γ) στο ποσό των 650,43 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2017, δ) στο ποσό των 728,56 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μέρους του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 4) άλλως, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης στις 31.12.2016, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, το συνολικό ποσό των 20.891,89 ευρώ, που αντιστοιχεί: α) στο ποσό των 18.212,04 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, β) στο ποσό των 1.300,86 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας του έτους 2017, γ) στο ποσό των 650,43 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2017, δ) στο ποσό των 728,56 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μέρους του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 5) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ήδη εφεσίβλητες, ενόψει της αδικαιολόγητης άρνησής τους, να χορηγήσουν, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 του ΑΚ, στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, πιστοποιητικά εργασίας, στα οποία να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας τού, καθώς και η διαγωγή του κατά το χρονικό διάστημα που εργάστηκε σε κάθε μία με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής τους να συμμορφωθούν στην εν λόγω υποχρέωσή τους, 6) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, 7) να καταδικασθούν οι εναγόμενες, ήδη εφεσίβλητες, στη δικαστική του δαπάνη.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης εναγομένης, ήδη δεύτερης εφεσίβλητης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεχόμενο ότι δεν προέκυψε μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, στη δεύτερη εναγόμενη, ήδη δεύτερη εφεσίβλητη, ενώ δέχθηκε εν μέρει την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης ως ουσιαστικά βάσιμη. Ειδικότερα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη, ήδη πρώτη εφεσίβλητη, να καταβάλει στον ενάγοντα, ήδη εκκαλούντα, το συνολικό ποσό των 11:188,78 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο συνολικό ποσό των 5.398,27 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας των ετών 2012, 2013, 2014, στο συνολικό ποσό των 2.601,72 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου, Δεκεμβρίου του έτους 2016, στο ποσό των 508,94 για δώρο Χριστουγέννων του έτους 2016, στο ποσό των 728,56 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017 (και δη από 1.1.2017 έω1 17.1.2017), στο ποσό των 1.300,86 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας του έτους 2017, στο ποσό των 650,43 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, όπως ειδικότερα ορίζεται στην αγωγή, κήρυξε την απόφαση προσωρινά εκτελεστή και συμψήφισε τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.
Κατά της πιο πάνω απόφασης παραπονείται ο ενάγων με την κρινόμενη έφεσή του, για τους αναφερόμενους σε αυτή λόγους, οι οποίοι ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, και ζητεί να εξαφανισθεί η προσβαλλομένη απόφαση, με σκοπό να γίνει δεκτή η αγωγή του εναντίον αμφοτέρων των εφεσίβλητων και να καταδικασθούν οι τελευταίες στη δικαστική του δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.
Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου» λήφθηκαν «μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου».
Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως «μεταβίβαση» θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως «μεταβιβάζων» («εκχωρητής», κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» («εκδοχέας, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχεία α’ και β’). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η «υπόστασή» τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το «περιεχόμενο» τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της «μεταβίβασης» ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια «οικονομική οντότητα». Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα («οικονομική οντότητα»), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα, νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κ.λ.π. (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 1994, σελ. 1252, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1831/2017, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1850/2006 ΔΕΕ 2007, σελ. 628, ΧρΙΔ 2007, σελ. 258, ΜΕφΑθ 2924/20020, ΜΕφΔωδ 85/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητάς της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 Klarenberg). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη συνεπάγεται, ανεξάρτητα από. τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΜΕφΑθ 2924/2020). Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 «περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ». Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξ άλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιοσδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018). Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α, β, 2 του Π.Δ. 178/2002, οι διατάξεις του οποίου (Π.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων (παλαιός εργοδότης) από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο (νέο εργοδότη). Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης εφόσον δηλαδή συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (βλ. ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35, σελ. 1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48, σελ. 1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48, σελ. 469, ΜΕφΑθ 3108/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑθ 551/2017 ΝΟΜΟΣ). Ο τρόπος της μεταβίβασης δεν ενδιαφέρει (ΑΠ 330/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1082/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1468/2007 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑθ 3108/2020 ΝΟΜΟΣ). Αρκεί το πραγματικό γεγονός, ότι ο παλαιός, εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 259/2006, ΜΕφΑθ 2924/2020, ΜΕφΔωδ 85/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από τη διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Έχει γίνει δεκτό ότι μπορεί να υφίσταται μεταβίβαση, επιχείρησης ως σύνολο σε συσταθείσα εταιρία (νέο εργοδότη, διάδοχο) που συνέχισε τη δραστηριότητα στον ίδιο χώρο με χωρίς μεταβολή ταυτότητας, αδιαφόρως αν και ο παλαιός εργοδότης, μεταβιβάζων συνέχισε τη λειτουργία στον ίδιο χώρο για ικανό διάστημα πιθανόν για φορολογικούς ή ασφαλιστικούς λόγους (ΜΕφΛαρ 71/2016 ΝΟΜΟΣ). Πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνο, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν εφαρμόζεται ο θεσμός αυτός, όταν στη σχέση εργασίας, το μεταβαλλόμενο στοιχείο δεν είναι ο εργοδότης. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο και μεταβάλλονται μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία του χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται το νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί κεφαλαιουχικών εταιριών, όταν αλλάζουν τα πρόσωπα των μετόχων, μεταβάλλεται η σύνθεση του Δ.Σ. κ.λ.π. (ΑΠ 647/2003). Ενόψει των ανωτέρω, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας, ή από διαιτητική, απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 14/2012, ΜΕφΑθ 2924/2020). Μεταβιβάζεται, δηλαδή, το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς, και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008), ο οποίος έτσι καθίσταται ειδικός διάδοχος αυτού. Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιοσδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010, ΜΕφΑθ 2924/2020), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1154/1998, ΜΕφΑθ 2924/2020). Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του ως άνω Π.Δ. 178/2002 και του Ν. 2112/1920, προκύπτει ότι βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές, συνέπειες που μπορεί να έχει για αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, «πλάσμα δικαίου», με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη (ΑΠ 995/2017, ΜΕφΑθ 2924/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη διασπά την κατά το άρθρο 479 του ΑΚ αρχή της περιορισμένης ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση και καθιερώνει και για αυτόν απεριόριστη ευθύνη έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών. Σύμφωνα, όμως, με το ίδιο ως άνω άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, ο παλαιός εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013, ΑΠ 339/2011). Ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί πριν τη μεταβίβαση, ήτοι εφόσον τα παραγωγικά των σχετικών υποχρεώσεων γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010, ΜΕφΑθ 2924/2020), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1154/1998, ΜΕφΑθ 2924/2020), ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό από το άρθρο 479 του ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν τη μεταβίβαση. Καθιερώνεται δηλαδή, για τις ανωτέρω υποχρεώσεις, παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του παλαιού και του νέου εργοδότη σύμφωνα με το άρθρο 481 του ΑΚ (ΑΠ 575/2019, ΜΕφΑθ 2924/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Η εις ολόκληρον ευθύνη του διαδόχου ως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασιακές σχέσεις περιορίζεται στις εργασιακές εκείνες σχέσεις, οι οποίες κατά το χρονικό σημείο της μεταβίβασης εξακολουθούν να υφίστανται και ως προς τις οποίες ο νέος φορέας της μονάδας έχει, λόγω ακριβώς της μεταβίβασης, υποκαταστήσει τον προηγούμενο εργοδότη και υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασιακές σχέσεις (ΑΠ 444/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 318/1998 ΝΟΜΟΣ). Εξ άλλου για το εργατικό δίκαιο η βασική έννοια, η οποία και καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του, είναι αυτή του εργαζόμενου. Η έννοια του εργοδότη έχει μικρότερη σημασία, γιατί με την έννοια αυτή, ως σύστοιχη έννοια, περιγράφεται ο αντισυμβαλλόμενος του εργαζόμενου. Εργοδότης είναι εκείνος που απασχολεί τουλάχιστον έναν εργαζόμενο. Νομοθετικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν υπάρχει. Η έννοια του εργοδότη, όπως αυτή του αντισυμβαλλόμενου, προκύπτει από τη σύμβαση εργασίας. Εργοδότης είναι ο αντισυμβαλλόμενος του εργαζομένου, ο οποίος από τη σύμβαση εργασίας έχει την αξίωση να απαιτήσει την παροχή εργασίας και την υποχρέωση να καταβάλει, ως αντάλλαγμα για αυτή, την αμοιβή. Ενώ εργαζόμενος μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο, γιατί μόνο ένα φυσικό πρόσωπο μπορεί να τελεί σε προσωπική εξάρτηση από το άλλο μέρος, εργοδότης μπορεί να είναι είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο. Επίσης δεν αποκλείεται από την εργοδοτική πλευρά να συμμετέχουν στη σύμβαση περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, οπότε την εργοδοτική ιδιότητα την αποκτούν περισσότερα πρόσωπα στο πλαίσιο μιας ενιαίας εργασιακής σχέσης. Η περίπτωση αυτή σπάνια εμφανίζεται στην πράξη λόγω των ιδιαίτερων προβλημάτων που ανακύπτουν τόσο κατά τη λειτουργία της όσο και κατά τη λύση της. Αντίθετα, πιο συχνή, είναι η περίπτωση, κατά τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας, να επέρχεται διάσπαση της εργοδοτικής ιδιότητάς και ένα μέρος των εργοδοτικών εξουσιών να μην ασκούνται από τον αντισυμβαλλόμενο του εργαζομένου στη σύμβαση εργασίας αλλά από ένα τρίτο πρόσωπο στο πλαίσιο μιας τριμερούς σχέσης, εργασίας. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, είναι ο κατ’ επάγγελμα δανεισμός των εργαζομένων και ο απλός ή ευκαιριακός. Η πρώτη περίπτωση, όπου ο δανεισμός γίνεται κατ’ επάγγελμα, ρυθμίζεται από το Ν. 4052/2012 και αφορά το δανεισμό που γίνεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, η κύρια δραστηριότητα των οποίων συνίσταται ακριβώς στην πρόσληψη προσωπικού με σκοπό να παραχωρούνται προσωρινά, έναντι ορισμένης αμοιβής, σε άλλες επιχειρήσεις για την κάλυψη των αναγκών τους. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου ο δανεισμός γίνεται συμπτωματικά, δηλαδή ενώ ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του κανονικά στον εργοδότη που τον έχει προσλάβει και τον απασχολεί, παραχωρείται με τη. συναίνεσή του για ορισμένο, κατά κανόνα σύντομο, διάστημα σε άλλη επιχείρηση, δεν εφαρμόζεται ο ανωτέρω νόμος. Η σχέση μεταξύ έμμεσου εργοδότη και προσωρινά απασχολούμενου χαρακτηρίζεται από την έλλειψη συμβατικού δεσμού μεταξύ των μερών. Συμβατικός, δεσμός, υπάρχει μόνο μεταξύ άμεσου εργοδότη και εργαζόμενου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 του ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην υπηρεσία, του οποίου διατελεί άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του. Συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας, συνάπτεται η σύμβασή. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας, λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας, της επιχειρήσεως και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (ΑΠ 873/2009). Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 1773/2017, ΑΠ 499/2016). Περαιτέρω η σύμβαση εργασίας των μισθωτών που απασχολούνται χωρίς να είναι εφοδιασμένοι με τα προβλεπόμενα από τη νομοθεσία βιβλιάριο υγείας ή ειδική άδεια εργασίας είναι άκυρη. Συνεπώς εάν ο εργοδότης απασχολήσει μισθωτό μετά την κατάρτιση της άκυρης σύμβασης εργασίας, δημιουργείται έννομη σχέση που λέγεται απλή σχέση εργασίας. Στην περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εξ αιτίας της έλλειψης βιβλιαρίου υγείας ή ειδικής άδειας εργασίας, ο εργαζόμενος διατελεί σε απλή σχέση εργασίας με τον εργοδότη του και δικαιούται να αξιώσει από αυτόν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρα 904 επ. του ΑΚ) την απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παρασχεθείσα εργασία (ΑΠ 771/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1667/2010 ΝΟΜΟΣ). Αν όμως μετά την απόκτηση του βιβλιαρίου υγείας ή τη θεώρησή του εξακολουθεί η παροχή της σχετικής εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε η άκυρη σύμβαση και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 183 του ΑΚ (ΑΠ 771/2017 ΝΟΜΟΣ). Για την ταυτότητα του νομικού λόγου αυτό ισχύει και στην περίπτωση, κατά την οποία πριν λήξει η άκυρη σύμβαση, ο εργαζόμενος αποκτήσει την απαιτούμενη ειδική άδεια εργασίας, οπότε θεωρείται ότι η άκυρη σύμβαση επικυρώθηκε και παράγει τα αποτελέσματά της σαν να ήταν από την αρχή έγκυρη (άρθρο 183 του ΑΚ). Περαιτέρω για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων διαφορών από μισθολογικές αξιώσεις, δεν απαιτείται να διαλαμβάνεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με ειδική άδεια εργασίας, στις περιπτώσεις που αυτή απαιτείται, όπως στην κρινόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι ο ενάγων, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, απασχολείτο ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων, οπότε για να είναι έγκυρη η σύμβαση εργασίας του απαιτείτο να διέθετε ειδική άδεια εργασίας (βλ. σχετ. Ν. 6422/1934, ΠΔ 108/2013), διότι η αναφορά «σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας» στο δικόγραφο της αγωγής έχει την έννοια της έγκυρης σύμβασης, ενώ η έλλειψή της ειδικής άδειας εργασίας αποτελεί ένσταση του εναγόμενου εργοδότη, περί ακυρότητας, της σύμβασης αυτής, η. παραδοχή της οποίας συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως ουσία αβάσιμης (βλ. σχετ. για την ταυτότητα του νομικού λόγου την περίπτωση έλλειψης βιβλιαρίου υγείας ΑΠ 771/2017 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 439/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 65/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1098/2003 ΝΟΜΟΣ) και όχι ως αόριστης. Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ Α 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ Α 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3646/2010 (ΦΕΚ Α 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α 212) ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: «Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση, θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση. Εργασίας». Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου «Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους. εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του «σύστημα εκ περιτροπής εργασίας», μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο «αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας», προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής «συστήματος εκ περιτροπής εργασίας», αντί της καταγγελίας, των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014, σχετ. ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ, παροχής εργασίας. Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ’ άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή, εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στη περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη, μείωση, των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν.1767/1988 (ΑΠ 771/2017, σχετ. ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στο τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση, και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. Τούτο ενισχύεται και από τη ρύθμιση της παρ.4 περ. δ του πιο πάνω άρθρου που ορίζει ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων, εάν ελλείπουν οι κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων στην επιχείρηση, αυτή. Αντίθετη άλλωστε ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια και χωρίς προηγούμενο διάλογο επιβολή του επαχθούς εκ του αποτελέσματος μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας με μονομερή απόφαση του εργοδότη, δια της οποίας τροποποιούνται μονομερώς επί τα χείρω και κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής pacta sunt servanda οι όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και θα περιόριζε την καθιέρωση του εν λόγω διαλόγου σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων, ενόψει και της δομής της ελληνικής οικονομίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 Ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 του ΑΚ), εφ’ όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη, νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 του ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 240/2006 «Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων», σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Ε.Ε.Ι 80/23.3.2002): «…στ) ως «ενημέρωση» νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν, ζ) ως «διαβούλευση» νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου». Κατά το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω Π.Δ.: «1. Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη, των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο» καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 «Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 110 Α) και του Π.Δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου» (ΦΕΚ 162 Α). 3. Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις. 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ’ και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη, και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για την επιβολή, από τον εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση απαιτείται αφενός να συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητας του και αφετέρου να γίνει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων η ενημέρωση και διαβούλευση να γίνει με το σύνολο των εργαζομένων. Ως προς την ουσιαστική προϋπόθεση εξάλλου, ως περιορισμός των δραστηριοτήτων, ενόψει της επεμβάσεως με δυνατότητα μονομερούς καθορισμού μάλιστα, στον πυρήνα της εργασιακής σύμβασης, νοείται το αποτέλεσμα που προκύπτει από το συνδυασμό του κύκλου εργασιών σε σχέση και με τη μείωση του μικτού ή καθαρού περιθωρίου κέρδους. Απαιτείται ωστόσο ο περιορισμός να είναι σοβαρός και να απειλεί άμεσα την ύπαρξη των θέσεων εργασίας, δεδομένου ότι ο νόμος ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αποτροπή απώλειας τους. Ακολούθως, σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους, που πρέπει να τηρηθούν για να επιβληθεί η εκ περιτροπής εργασία, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να προχωρήσει σε σοβαρή συζήτηση με το προσωπικό του για τους λόγους που υπαγορεύουν αυτή την επιχειρηματική απόφαση, να δώσει τα οικονομικά στοιχεία και να εξαντλήσει κάθε περιθώριο εναλλακτικών λύσεων. Αν δεν γίνει ενημέρωση με διαβίβαση στοιχείων ώστε να λάβουν γνώση οι εργαζόμενοι της πρόσφατης και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, καθώς και της κατάστασης, της διάρθρωσης και της πιθανής εξέλιξης της απασχόλησης σε αυτήν (επιχείρηση) και δεν δοθεί από τον εργοδότη ένα χρονικό διάστημα διαβούλευσης, τότε η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας θα είναι παράνομη (ΑΠ 697/2018 ΧρΙΔ 2019, σελ.147). Κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και Ί της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α’ του ΑΚ. Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας, δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες (ΑΠ 286/2013). Τέλος σύμφωνα με το άρθρο 678 του ΑΚ κατά τη λήξη της σύμβασης ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Μόνο αν το ζητήσει ειδικά ο εργαζόμενος, βεβαιώνεται και η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του. Σκοπός της υποχρέωσης του εργοδότη για χορήγηση στον εργαζόμενο πιστοποιητικό εργασίας είναι η διευκόλυνση του τελευταίου να βρει άλλη εργασία και γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά. Η υποχρέωση αυτή αποτελεί εκδήλωση των παρεπόμενων υποχρεώσεων προστασίας που πηγάζουν από την εργασιακή σχέση. Η ρύθμιση της διάταξης του άρθρου 678 του ΑΚ εφαρμόζεται, μεταξύ άλλων, και στις συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας Το πιστοποιητικό εργασίας μπορεί να ζητηθεί με τη λήξη της εργασιακής σύμβασης, ήτοι είτε με την πάροδο του συμφωνημένου χρόνου, είτε με καταγγελία οποιοσδήποτε μορφής. Εκτός όμως από την περίπτωση αυτή η προστατευτική τελολογία του άρθρου 678 του ΑΚ επιβάλλει στον εργοδότη την υποχρέωση παροχής του πιστοποιητικού, ανεξάρτητα από τη λήξη της εργασιακής σύμβασης (ενδιάμεσο πιστοποιητικό), εφόσον ο εργαζόμενος έχει έννομο συμφέρον να το αξιώσει. Η υποχρέωση για έκδοση του πιστοποιητικού βαρύνει είτε τον εργοδότη αυτοπροσώπως είτε το νόμιμο εκπρόσωπό του. Η έκδοση του πιστοποιητικού προϋποθέτει την σχετική, γραπτή ή προφορική αίτηση του εργαζόμενου. Σε περίπτωση μεταβιβάσεως της επιχείρησης ο εκδοχέας βαρύνεται με την υποχρέωση χορηγήσεως πιστοποιητικού μόνο για τη διάρκεια και το είδος της εργασίας του εργαζόμενου. Για την έκδοση του πιστοποιητικού της παραγράφου 2 του άρθρου 678 του ΑΚ (λεπτομερές πιστοποιητικό) απαιτείται ειδική αίτηση του εργαζόμενου. Το πιστοποιητικό μπορεί να ζητηθεί μέσα σε εύλογο χρόνο από τη λήξη της εργασιακής συμβάσεως. Αν ο μισθωτής αρνηθεί να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας (απλό ή λεπτομερές) που του ζητήθηκε ο εργαζόμενος μπορεί, μεταξύ άλλων, να ζητήσει με καταψηφιστική αγωγή την καταδίκη του εργοδότη στη σύνταξη και παράδοση του πιστοποιητικού εργασίας, απειλώντας χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων του μάρτυρα του ενάγοντος-εκκαλούντος ……….., και του μάρτυρα των εναγομένων-εφεσίβλητων, …………, που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την υπ’ αριθμ. ……../16.31.2018 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα του ενάγοντος-εκκαλούντος, ……….., που δόθηκε ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών Αστέρας Μυτακίδου μετά από νόμιμη, και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων του (πρώτης και δεύτερης εφεσίβλητων), όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. …….’/13.3.2018 και …….’/13.3.2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη αντίστοιχα, όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, τις ομολογίες των διαδίκων που εμπεριέχονται στις προτάσεις τους (άρθρο 261 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 352 του ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………..», συστάθηκε στις 26.3.1991 μεταξύ των …………, ομόρρυθμου εταίρου, διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου αυτής, …………., ετερόρρυθμου εταίρου αυτής, και ……………., ετερόρρυθμου εταίρου αυτής και μοναδικού εταίρου, διαχειρίστριας και νομίμου εκπροσώπου της μεταγενεστέρως συσταθείσας το έτος 2014 δεύτερης εναγομένης- δεύτερης εφεσίβλητης μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «…………..». Σκοπός της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης συμφωνήθηκε η εμπορία ηλεκτρολογικών ειδών και αντιπροσώπευση οίκων του Εξωτερικού και Εσωτερικού, που παράγουν τέτοια είδη, καθώς και η Εργοληψία Κατασκευής Ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων Ιδιωτικού και Δημόσιου Τομέα. Αρχικά έδρα της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης ορίστηκε ισόγειο κατάστημα ευρισκόμενο στην οδό …………. αρ. ……… (περιοχή …………) και εν συνεχεία το έτος 2003 μεταφέρθηκε σε κατάστημα ευρισκόμενο στην οδό ………. αρ. ….. (περιοχή ………), το οποίο της εκμίσθωνε η τότε ανωτέρω ετερόρρυθμη εταίρος της …………… Ο ενάγων, ……….., πτυχιούχος αδειούχος εγκαταστάτης ηλεκτρολόγος σε Ηλεκτρικές Εγκαταστάσεις Φωτισμού με αριθμό Αδείας Α 2700, προσελήφθη στις 22.10.1999 από την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, ήτοι επί πενθήμερο (Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως, προκειμένου να παρέχει την εργασία του ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων έναντι μηνιαίου μισθού, ο οποίος από 1.1.2012 ανήρχετο στο ποσό των 1.300,86 ευρώ. Περαιτέρω η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι ο ενάγων – εκκαλών υποχρεώθηκε από την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη να απασχολείται κατά τα έτη 2012, 2013 και 2014 σαράντα τέσσερις ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας έτσι εβδομαδιαίως υπερεργασία τεσσάρων ωρών για την οποία έπρεπε να του καταβληθεί το συνολικό ποσό των 5.398,27 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής. Ο ενάγων- εκκαλών με τον τέταρτο (τελευταίο) λόγο έφεσης παραπονείται όχι για τον υπολογισμό και το ύψος του συνολικά επιδικασθέντος ποσού των 5.398,27 ευρώ, που αφορά το αγωγικό κονδύλιο για αμοιβή υπερεργασίας κατά τα επίδικα έτη 2012, 2013, 2014, το οποίο μάλιστα ταυτίζεται αριθμητικά με το αιτούμενο με την αγωγή κονδύλιο, αλλά το γεγονός ότι το νομιμοτόκως αυτού ορίστηκε από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής, και όχι από τότε που κατέστη απαιτητό. Ο ανωτέρω τέταρτος (τελευταίος) λόγος έφεσης τυγχάνει ουσιαστικά βάσιμος, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, και πρέπει το συνολικό ποσό των ευρώ να επιδικασθεί με το νόμιμο τόκο από την επομένη που έκαστο επιμέρους κονδύλιο ( αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός για τα επίδικα έτη 2012, 2013, 2014) κατέστη, ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον τον οποίο αφορά. Εν συνεχεία η εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη οφείλει στον ενάγοντα- εκκαλούντα τα αιτούμενα με την αγωγή κονδύλια των δεδουλευμένων μισθών των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2016 καθώς και μέρους του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016 συνολικού ύψους 3.110,66 ευρώ, συγκεκριμένα δε δεδουλευμένων μισθών των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2016 ποσού 2.601,72 (1.300,86 ευρώ X 2 μήνες) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστος εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, και μέρους του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016 ποσού 508,94 ευρώ από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου αυτό κατέστη απαιτητό. Για τις ανωτέρω παραδοχές της εκκαλουμένης απόφασης (δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2016 καθώς και μέρος του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016) δεν διατυπώνεται κάποιο παράπονο στην έφεση. Εξ άλλου αποδείχθηκε ότι την 1.7.2014 η ανωτέρω ετερόρρυθμη εταίρος της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης συμφώνησε με την τελευταία την τροποποίηση του από 15.7.2004 ιδιωτικού συμφωνητικού επαγγελματικής επί της οδού ………. αρ. …., και δη τον περιορισμό του μισθίου κατά 18,81 τ.μ., τα οποία αυθημερόν με έτερο από 1.7.2014 ιδιωτικό συμφωνητικό επαγγελματικής μίσθωσης εκμίσθωσε στην τότε υπό ίδρυση δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη, μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρία με την επωνυμία «………….», προκειμένου να είναι η έδρα της. Εν συνεχεία στις 9.7.2014 συστάθηκε με την από 9.7.2014 πράξη σύστασης μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας (με ημερομηνία καταχώρισης 21.7.2014 και αριθμό ΓΕΜΗ ………….) η δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη από την ανωτέρω τότε και μέχρι τις 30.3.2017 ετερόρρυθμη εταίρο της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης …………, η οποία ήταν η μοναδική εταίρος, διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης εναγομένης-δεύτερης εφεσίβλητης. Έδρα της ορίστηκε, κατά τα ανωτέρω, χώρος σε ιδιοκτησία της μοναδικής εταίρου, διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου της, ευρισκόμενος στη ……….. επί της οδού ……… αρ. ….. Σκοπός της ορίστηκε 1. Η μελέτη, επίβλεψη, συντήρηση και κατασκευή πάσης. φύσεως τεχνικών έργων και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, υποσταθμών και εργασιών του Δημοσίου Τομέα ή έργων ιδιωτικών, δημοτικών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τα οποία αναλαμβάνονται είτε από μόνης της εταιρίας ως αναδόχου — εργοληπτικής επιχείρησης, είτε σε κοινοπραξία με τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, 2. Η εμπορία ηλεκτρολογικών ειδών και η αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού και του εσωτερικού, που παράγουν τέτοια είδη, καθώς και η εργοληψία κατασκευής ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, 3. Η επί κέρδει εκτέλεση, οικοδομικών εργασιών, που αφορούν είτε σε εργολαβίες ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με ή χωρίς υλικά (φατούρα) και 4. Η παραγωγή, κατασκευή και εμπορία ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών υλικών, καθώς και η εμπορία δομικών και λοιπών συναφών υλικών, και η εισαγωγή και αντιπροσώπευση οίκων του εσωτερικού ή εξωτερικού παραγόντων ή εμπορευμάτων τέτοιων ειδών, ως και η εισαγωγή και η εμπορία μηχανημάτων κυρίως εργολαβικών, ως και η μίσθωση και η εκμίσθωση αυτών. Για την επίτευξη δε του σκοπού της η ως άνω εταιρεία μπορεί: α) να συμμετέχει σε οποιεσδήποτε άλλες εταιρείες οποιουδήποτε εταιρικού τύπου και να συνεργάζεται με άλλες επιχειρήσεις, που υφίστανται ήδη ή θα συσταθούν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό και που θα επιδιώκουν τον ίδιο ή παραπλήσιο ή οποιονδήποτε άλλο σκοπό, ακόμη και να αντιπροσωπεύει οίκους εμπορικούς και βιομηχανικούς εσωτερικού και εξωτερικού, καθώς και να δημιουργεί θυγατρικές εταιρείες στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, β) να συνεργάζεται με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο με οποιοδήποτε τρόπο, γ) να ιδρύει υποκαταστήματα ή πρακτορεία ή αποθήκες ή γραφεία οπουδήποτε και δ) να αντιπροσωπεύει οποιαδήποτε επιχείρηση ημεδαπή ή αλλοδαπή, με όμοιο ή παρεμφερή σκοπό. Περαιτέρω, όμως δεν αποδείχθηκε ότι στις 31.12.2016 μεταβιβάστηκε στη δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη η οποία κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, είχε ιδρυθεί λίγους μήνες νωρίτερα (βλ. σελίδα 3 της αγωγής), η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης και ότι, μετά την εν λόγω μεταβίβαση η δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης αυτής, ούτε ότι η δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη ανέλαβε την υλικοτεχνική υποδομή, το σύνολο των άυλων αγαθών και το σημαντικότερο τμήμα του προσωπικού της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση απορρίπτοντας ακολούθως την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης εναγομένης-δεύτερης εφεσίβλητης ως ουσιαστικά αβάσιμης και παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο έφεσης, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι η δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη ιδρύθηκε από τη ………….., μοναδική, εταίρο, διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπο αυτής θυγατέρα του ομορρύθμου εταίρου, διαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, ……….., η οποία υπήρξε ετερόρρυθμος εταίρος της τελευταίας από τη σύστασή της μέχρι τις 30.3.2017, οπότε αποχώρησε μεταβιβάζοντας το σύνολο της εταιρικής της μερίδας στη μητέρα της, ………… σύζυγο …………….., όχι «μερικούς μήνες νωρίτερα», όπως αναφέρεται στη σελίδα 3 της αγωγής, αλλά τον Ιούλιο του έτους 2014, έκτοτε δε, ανέπτυσσε αυτοτελή επιχειρηματική δραστηριότητα από την πρώτη εναγομένη- πρώτη εφεσίβλητη με την ανάληψη εργολαβιών ως ανάδοχος (εργολάβος) και την περαιτέρω ανάθεση και εκτέλεση τμημάτων των σχετικών έργων σε τρίτους (υπεργολάβους), μεταξύ των οποίων είναι και η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη. Οι εναγόμενες-εφεσίβλητες αποτελούν ξεχωριστές εταιρίες με αυτοτελή επιχειρηματική δραστηριότητα, έχουν διακριτή έδρα στο ίδιο ακίνητο ιδιοκτησίας της ανωτέρω μοναδικής εταίρου, διαχειρίστριας και νόμιμης εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης-δεύτερης εφεσίβλητης και μέχρι τις 30.3.2017 ετερόρρυθμης εταίρου της πρώτης εναγομένης, που βρίσκεται στη …………., οδός ………. αρ. …….. και διαθέτουν διαφορετικό αριθμό τηλεφώνου (………..-…-… η πρώτη και ………… η δεύτερη) και διαφορετική ηλεκτρονική διεύθυνση (………………. η πρώτη και ………………. η δεύτερη). Η τελευταία (δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη) δραστηριοποιείτο επαγγελματικά με την ανάληψη εργολαβιών ως ανάδοχος και την περαιτέρω ανάθεση και εκτέλεση των τμημάτων των σχετικών έργων σε τρίτους (υπεργολάβους), καθώς δεν διέθετε η ίδια υλικοτεχνική υποδομή και εξοπλισμό, ούτε εργαζόμενους. Μεταξύ των τρίτων, στους οποίους ανέθετε ως υπεργολάβους την εκτέλεση των τμημάτων των έργων που αναλάμβανε εργολαβικά, όπως η εταιρία «………..» με το από 6.4.2017 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας, ο ………… με τα από 22.6.2016, 15.7.2016, 10.8.2016, 10.9.2016, 15.10.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά υπεργολαβίας, ο …………. με το από 15.6.2016 ιδιωτικό συμφωνητικό υπεργολαβίας, …………… με τα από 1.7.2016, 1.8.2016, 1.10.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά υπεργολαβίας, ο …………. με τα από 15.6.2016, 30.9.2016 ιδιωτικά συμφωνητικά υπεργολαβίας, συγκαταλέγεται και η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, όπως προκύπτει από τα από 29.10.2014 24.3.2016, 15.6.2016, 30.9.2016, 30.3.2017 ιδιωτικά συμφωνητικά υπεργολαβίας, που έχουν συναφθεί μεταξύ της πρώτης εναγομένης και της δεύτερης εναγομένης- δεύτερης εφεσίβλητης με τις ανωτέρω ιδιότητες της υπεργολάβου και της εργολάβου αντίστοιχα. Από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι η δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη χρησιμοποιούσε αποκλειστικά την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη ως υπεργολάβο, ούτε τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό και τους εργαζόμενους της τελευταίας, για την εκτέλεση των τμημάτων των τεχνικών έργων που αναλάμβανε, ούτε ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη απασχολείτο αποκλειστικά με την εκτέλεση των τμημάτων των τεχνικών έργων που αναλάμβανε η δεύτερη εναγομένη- δεύτερη εφεσίβλητη, αλλά αντιθέτως προέκυψε ότι και μετά τη σύσταση της τελευταίας η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη δεν διέκοψε οριστικά την επιχειρηματική της δραστηριότητα, αλλά τη συνέχισε, διατηρώντας την ταυτότητά της ως αυτοτελή οικονομική-παραγωγική μονάδα και παραμένοντας εργοδότρια του ενάγοντος-εκκαλούντος. Επομένως αφού δεν αποδείχθηκε η μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης στη δεύτερη εναγομένη- δεύτερη εφεσίβλητη στις 31.12.2016, ούτε ότι η τελευταία κατέστη εργοδότης του ενάγοντος-εκκαλούντος με την ιδιότητα του διαδόχου της επιχείρησης, αυτή (δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη) δεν ευθύνεται για τις επίδικες οφειλές, ούτε συνακόλουθα για την χορήγηση των προβλεπόμενων στο άρθρο 678 παρ. 1, 2 του ΑΚ πιστοποιητικών εργασίας, η δε αγωγή είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος, που στρέφεται εναντίον της δεύτερης εναγομένης-δεύτερης εφεσίβλητης, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένων των λόγων έφεσης που αφορούν τη δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη ως ουσιαστικά αβάσιμων, και δη του πρώτου λόγου έφεσης, που πλήττει την παραδοχή της εκκαλουμένης απόφασης ότι δεν έλαβε χώρα στις 31.12.2016 μεταβίβαση της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης στη δεύτερη εναγομένη- δεύτερη εφεσίβλητη, και συνακόλουθα του τρίτου λόγου έφεσης, κατά το σκέλος που αναφέρεται στην υποχρέωση της δεύτερης εναγομένης-δεύτερης εφεσίβλητης να χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας.
Κατόπιν, τούτων, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του δέχτηκε τα ίδια, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία συμπληρώνεται ως ανωτέρω, κατ’ άρθρο 534 του ΚΠολΔ, απορρίπτοντας την αγωγή ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης εναγομένης, δεν έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Συνακόλουθα με όσα εκτέθηκαν πρέπει η υπό κρίση έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης εφεσίβλητης. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εκκαλούντος και της δεύτερης εφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ.
Εξ άλλου η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη από το έτος 2011 και εντεύθεν παρουσίαζε ζημιογόνες χρήσεις λόγω της μείωσης των δημοσίων έργων αλλά και των ιδιωτικών κατασκευαστικών έργων, στα οποία δραστηριοποιούνταν έως τότε, ενώ το έτος 2016 είχε ζημίες ύψους 1.597.801,83 ευρώ, με βεβαιωμένες ληξιπρόθεσμες οφειλές ύψους 839.452,70 ευρώ στο Δημόσιο και 1.066.672,75 ευρώ στο ΙΚΑ. Συνεπεία των ανωτέρω οικονομικών προβλημάτων, που αντιμετώπιζε η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, κάλεσε η τελευταία με την ιδιότητα της εργοδότριας, μεταξύ άλλων εργαζομένων και του ενάγοντος-εκκαλούντος, και όχι η δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη, όπως αναφέρεται στη σελίδα 6 της αγωγής, στις 16.1.2017, ήτοι σε χρόνο μεταγενέστερο της επικαλούμενης, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, στις 31.12.2016 μεταβίβασης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης στη δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη, με την από 11.1.2017 ανακοίνωσή της τους εργαζόμενούς της σε διαβούλευση στις 16.1.2017, προκειμένου να εισάγει στην επιχείρησή της το σύστημα εκ περιτροπής εργασίας προς αποφυγή διενέργειας απολύσεων και με σκοπό τη διατήρηση των υφιστάμενων συμβάσεων, εργασίας. Στο πλαίσιο αυτό η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, αφού έθεσε τα απαραίτητα στοιχεία υπόψη του συνόλου των εργαζομένων στην επιχείρηση της, δεδομένου ότι σε αυτήν δεν υπήρχε ούτε επιχειρησιακό σωματείο, ούτε συμβούλιο εργαζομένων, και παρέσχε σχετικές πληροφορίες, ανακοίνωσε την πρόθεση της να λειτουργήσει από 17.1.2017 έως 31.1.2017. Ακολούθως η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη μετέτρεψε την εργασία των αναφερομένων στην σχετική απόφαση μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής απασχολήσεως εργαζομένων της, μεταξύ των οποίων και του ενάγοντος-εκκαλούντος, σε εκ περιτροπής για το χρονικό διάστημα από 17.1.2017 έως 31.1.2017, την οποία απόφασή της ανήγγειλε εμπροθέσμως, ήτοι στις 17.1.2017, στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης της Επιθεώρησης Εργασίας Νέας Ιωνίας. Η απόφαση για την εκ περιτροπής εργασία κατέλαβε όλους τους εργαζόμενους πλήρους απασχόλησης, πλην τεσσάρων εργαζομένων, και δη του …………., υπεύθυνου προμηθειών, ………., μηχανικού, υπεύθυνου για τη σύνταξη πιστοποιήσεων, ……………., ηλεκτρολόγου, και ……………, ηλεκτρολόγου, οι οποίοι εργάζονταν στα μοναδικά έργα που ήταν σε εξέλιξη. Για τον ενάγοντα-εκκαλούντα να εργάζεται μία ημέρα την εβδομάδα με πλήρες ωράριο, δηλαδή κάθε Τετάρτη, ενώ δεν προέκυψε ότι αυτός ήταν επίσης υπεύθυνος πιστοποιήσεων έργων σε εξέλιξη ή υπήρχε άλλη ανάγκη ή λόγος για τη μη θέση του σε εκ περιτροπής εργασία και ως εκ τούτου ότι δεν έπρεπε να ληφθεί σε βάρος του τέτοια απόφαση. Στις 27.1.2017 ακολούθησε νέα ανακοίνωση της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης για διαβούλευση με τους εργαζόμενους στις 30.1.2017. Κατόπιν δε της τελευταίας (διαβούλευσης) ή πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη αποφάσισε να παρατείνει την εκ περιτροπής εργασία για τρεις μήνες ακόμη, ήτοι για το χρονικό διάστημα από 1.2.2017 έως 30.4.2017, τη δε σχετική απόφασή της ανήγγειλε εμπροθέσμως στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης της Επιθεώρησης Εργασίας Νέας Ιωνίας. Από τα ανωτέρω προέκυψε ότι στην προκειμένη περίπτωση αφενός πληρώθηκαν οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις επιβολής του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, λόγω του περιορισμού της δραστηριότητας της πρώτης εναγομένης- πρώτης εφεσίβλητης με την έννοια των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων, που έθεταν σε κίνδυνο τη βιωσιμότητά της και απειλούσαν τις θέσεις εργασίας του προσωπικού της, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι προκλήθηκε υπαιτίως λόγω της σκόπιμης, προς αποφυγή των υποχρεώσεών της, διοχέτευση της πελατείας της στη δεύτερη εναγομένη-δεύτερη εφεσίβλητη, αφετέρου ότι έλαβε χώρα διαβούλευση με τους εργαζόμενους, με τη συγκέντρωση και ενημέρωσή τους, ανεξαρτήτως της διαφωνίας των τελευταίων σχετικά με την επιβολή του εν λόγω μέτρου καθώς και ότι ακολούθησε νομότυπη λήψη και κοινοποίηση των ανωτέρω σχετικών αποφάσεων της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης στο αρμόδιο τμήμα της Επιθεώρησης Εργασίας και τέλος ότι η εκ περιτροπής εργασία επεβλήθη για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα που δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από το νόμο (9 μήνες εντός του ιδίου ημερολογιακού έτους) και με αντικειμενικά κριτήρια που κατέλαβαν όλους τους εργαζομένους με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, πλην των ανωτέρω τεσσάρων εξαιρέσεων που έγιναν για αντικειμενικούς λόγους, νομίμως δε επιβλήθηκε εκ περιτροπής εργασία στον ενάγοντα-εκκαλούντα, ούτε η, κατά τα ανωτέρω, επιβολή της εκ περιτροπής εργασία συνιστά καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα με το δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Συνεπώς, το μονομερώς επιβληθέν από την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης είναι σύννομο, δεδομένο ότι αποφασίσθηκε και επεβλήθη με σύννομο, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, τρόπο, καλύπτεται δε από την εντός των ορίων του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού άσκηση του σχετικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, με συνέπεια, στην προκείμενη περίπτωση να μην συντρέχει καταχρηστική άσκηση αυτού και η επιβληθείσα μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος-εκκαλούντος να μην συνεπάγεται την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, περί εξομοιώσεως αυτής με άτακτη εργοδοτική καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Ως εκ τούτου το κονδύλιο περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, όπως δέχθηκε η εκκαλουμένη απόφαση και αντίθετα με τα αναφερόμενα στο δεύτερο λόγο έφεσης, ο οποίος είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξ άλλου, σύμφωνα με την εκκαλουμένη απόφαση, κρίση για την οποία δεν διατυπώνεται κάποιο παράπονο με την έφεση, ο ενάγων-εκκαλών δικαιούται να λάβει από την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη το ποσό των 728,56 ευρώ για δεδουλευμένο μισθό μέρους του μηνός !ανουαρίου του 2017 (από 1.1.2017 μέχρι 17.1.2017), με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κατέστη απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, και τα ποσά των 1.300,86 ευρώ και 650,43 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2017 και επίδομα αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου αυτά κατέστησαν απαιτητά. Τέλος, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε ότι ο ενάγων-εκκαλών ζήτησε τα προβλεπόμενα στο άρθρο 678 παρ. 1, 2 του ΑΚ πιστοποιητικά εργασίας και η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη αρνήθηκε να του τα χορηγήσει, με συνέπεια το σχετικό αίτημα να είναι απορριπτέο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο, όπως και ο τέταρτος (τελευταίος) λόγος έφεσης κατά το μέρος που αφορά την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη. Σημειωτέον ότι η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη είχε χορηγήσει στον ενάγοντα-εκκαλούντα στις 21.12.2016 ενδιάμεσο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, πιστοποιητικό εργασίας, βεβαίωση κατ’ άρθρο 678 του ΑΚ όπως αναγράφεται, όπου αναφερόταν το είδος και η διάρκεια της μέχρι τότε εργασίας του σε αυτήν. Κατόπιν τούτων πρέπει η αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα το συνολικό ποσό των 11.188,78 ευρώ, και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των 5.398,27 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός των ετών 2012, 2013 και 2014, με το νόμιμο τόκο από την επομένη που έκαστο επιμέρους κονδύλιο (αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός για τα επίδικα έτη 2012, 2013, 2014) κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον τον οποίο αφορά, το συνολικό ποσό των 2.601,72 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστος εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, το ποσό των 508,94 ευρώ για μέρος του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου αυτό κατέστη απαιτητό, το ποσό των 728,56 ευρώ για δεδουλευμένο μισθό μέρους του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017 (από 1.1.2017 μέχρι 17.1.2017), με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κατέστη απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, το ποσό των 1.300,86 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου κατέστη απαιτητό, το ποσό των 650,43 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου κατέστη απαιτητό.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, και υποχρέωσε, μεταξύ άλλων την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη να καταβάλει στον ενάγοντα-εκκαλούντα το συνολικό ποσό των 5.398,27 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός των ετών 2012, 2013 και 2014, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής και όχι με το νόμιμο τόκο από την επομένη που έκαστο επιμέρους κονδύλιο (αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός για τα επίδικα έτη 2012, 2013, 2014) κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον τον οποίο αφορά, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Κατόπιν τούτων πρέπει, μετά από παραδοχή του τέταρτου (τελευταίου) λόγου έφεσης και για το ενιαίο της εκτελέσεως, να γίνει δεκτή η έφεση κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης εναγομένης-πρώτης εφεσίβλητης, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που εκκαλείται ως προς την πρώτη εναγομένη-πρώτη εφεσίβλητη, να κρατηθεί η υπόθεση κατά το μέρος αυτό, από το παρόν Δικαστήριο (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), να δικασθεί η αγωγή, η οποία είναι ορισμένη, παραδεκτή και νόμιμη, έχει δε καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, όπως προκύπτει από την εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης εναγόμενης, ακολούθως δε να γίνει εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.188,78 ευρώ, και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των 5.398,27 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός των ετών 2012, 2013 και 2014, με το νόμιμο τόκο από την επομένη που έκαστο επιμέρους κονδύλιο (αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός για τα επίδικα έτη 2012, 2013, 2014) κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον τον οποίο αφορά, το συνολικό ποσό των 2.601,72 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστος εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα οπτό εκείνον στον οποίο αναφέρεται, το ποσό των 508,94 ευρώ για μέρος του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου αυτό κατέστη απαιτητό, το ποσό των 728,56 ευρώ για δεδουλευμένο μισθό μέρους του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017 (από 1.1.2017 μέχρι 17.1.2017), με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κατέστη απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, το ποσό των 1.300,86 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου κατέστη απαιτητό, το ποσό των 650,43 ευρώ για επίδομα αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου κατέστη απαιτητό.
Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων (ενάγοντος και πρώτης εναγομένης), πρέπει να συμψηφισθούν στο σύνολό τους και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, γιατί η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, σύμφωνα με τα άρθρα 179 και 183 του ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά την έφεση.
Απορρίπτει την έφεση κατ’ ουσίαν κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της δεύτερης εφεσίβλητης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «………».
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του εκκαλούντος και της δεύτερης εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.
Δέχεται την έφεση κατ’ ουσίαν κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης εφεσίβλητης ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «……………».
Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1017/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε τη διαφορά κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών περίπτωση τρίτη των εργατικών διαφορών ως προς την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «…………».
Κρατεί την υπόθεση ως προς την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία «……….».
Δικάζει επί της ουσίας την από 20.6.2017 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……../………/2017 αγωγή ως προς την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρία «……………….».
Δέχεται εν μέρει την αγωγή κατά το μέρος που στρέφεται εναντίον της πρώτης εναγομένης ετερόρρυθμης εταιρίας «………..».
Υποχρεώνει την πρώτη εναγομένη ετερόρρυθμη εταιρία «………….» να καταβάλει στον ενάγοντα, ………., το συνολικό ποσό των έντεκα χιλιάδων εκατόν ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (11.188,78 ευρώ), και συγκεκριμένα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων τριακόσιων ενενήντα οκτώ ευρώ και είκοσι επτά λεπτών (5.398,27 ευρώ) για αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός των ετών 2012, 2013 και 2014, με το νόμιμο τόκο από την επομένη που έκαστο επιμέρους κονδύλιο (αμοιβή υπερεργασίας εκάστου μηνός για τα επίδικα έτη 2012, 2013, 2014) κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον τον οποίο αφορά, το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων εξακοσίων ενός ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (2.601,72 ευρώ) για δεδουλευμένους μισθούς των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2016, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστος εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, το ποσό των πεντακοσίων οκτώ ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (508,94 ευρώ) για μέρος του δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου αυτό κατέστη απαιτητό, το ποσό των επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και πενήντα έξι λεπτών (728,56 ευρώ) για δεδουλευμένο μισθό μέρους του μηνός Ιανουαρίου του έτους 2017 (από 1.1.2017 μέχρι 17.1.2017), με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κατέστη απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επομένου μήνα από εκείνον στον οποίο αναφέρεται, το ποσό των χιλίων τριακοσίων ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (1.300,86 ευρώ) για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου κατέστη απαιτητό, το ποσό των εξακοσίων πενήντα ευρώ και σαράντα τριών λεπτών (650,43 ευρώ) για επίδομα αδείας του έτους 2017, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου κατέστη απαιτητό.
Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ του ενάγοντος και της πρώτης εναγομένης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18/5/2021, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
