αλλαγή ΑΦΜ εργοδότη (μεταβίβαση επιχείρησης)Μονομελές Εφετείο Αθηνών 2485/2021

Τελευταία ενημέρωση: 23 Απριλίου 2022

Περίληψη: Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Η τρίμηνη προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955 έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου. Διακόπτεται με την έγερση αγωγής, είτε είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι στην αγωγή περιέχεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας. Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν άμεσα από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Δεν ισχύει στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δε μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της αγωγής ότι υπάρχει καταγγελία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της αποκρούσεως των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο. Κρίση ότι, εφόσον δεν ζητούνται μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας αλλά με βάση το άρθρο 656 ΑΚ, για την άσκηση της αγωγής ως προς τα αιτήματα αποδοχής των υπηρεσιών της εργαζόμενης και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, δεν τίθεται θέμα παραδεκτού κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955. Μεταβίβαση επιχείρησης. Κριτήρια. Δέχεται την έφεση της εργαζόμενης. Της επιδικάζει το συνολικό ποσό των 37.839,39 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός απόφασης 2485/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

4° Τμήμα Εργατικών Διαφορών

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Δομνίκη Λασπά, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελισσάβετ Τσιτσικάου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 17 Νοεμβρίου 2020, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της εκκαλούσας-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση: …………. …………. του …………., κατοίκου …………. Αττικής, (οδός …………. αρ. …) με Α.Φ.Μ. …………., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δημήτριο Βλαχόπουλο, (AM Δ.Σ.Α. 29922), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ.

Της εφεσίβλητης-καθ’ ης η πρόσθετη παρέμβαση: Μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «………….» και με το διακριτικό τίτλο «………….», που εδρεύει στην Αθήνα (…………. αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …………., η οποία εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της, Βιολέττα Βασιλάκου (AM ΔΣΑ 16326), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ.

Του προσθέτως υπέρ της ήδη εκκαλούσας και κατά της ήδη εφεσίβλητης παρεμβαίνοντος: Επαγγελματικού σωματείου με την επωνυμία «………….» (………….), που εδρεύει στην Αθήνα (οδός …………. αρ. ….) και εκπροσωπείται νόμιμα, με Α.Φ.Μ. …………., το οποίο εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του, Σεβαστή Διβάρη (AM ΔΣΑ 30558), βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ.

Η εκκαλούσα άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά [της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………….» και με το διακριτικό τίτλο «………….», μη διαδίκου στην παρούσα κατ’ έφεση δίκη] και της δεύτερης εναγόμενης ήδη εφεσίβλητης, την από 31-7-2017 και με αριθμό καταθ. …………./ …………./31-7-2017 αγωγή με την οποία ζήτησε τα όσα αναφέρονται σε αυτή. Στη δίκη εκείνη παρενέβη προσθέτως υπέρ της ενάγουσας και κατά της δεύτερης εναγόμενης με το από 26-11-2018 (αρ, εκθ. κατ. …………./2018) δικόγραφο πρόσθετης παρέμβασης το σωματείο με την επωνυμία «………….» (………….). Επί της άνω αγωγής και της πρόσθετης υπέρ της ενάγουσας παρέμβασης, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, αντιμωλία των εδώ ενδιαφερομένων διαδίκων, η με αριθμό 885/2020 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, με την οποία, [αφού θεωρήθηκε η αγωγή μηδέποτε ασκηθείσα ως προς την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία μετά από παραίτηση από την ενάγουσα του δικογράφου της ως προς αυτήν] απορρίφθηκαν η αγωγή ως προς την ήδη εφεσίβλητη καθώς και η πρόσθετη υπέρ της ενάγουσας παρέμβαση.

Κατά της απόφασης αυτής στρέφεται η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα με την από 6-7-2020 και με αύξ. αριθ. έκθ. κατάθ. …………./…………./6-7-2020 έφεσή της, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε στη γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με αριθ. έκθεσης κατάθεσης …………./…………./8-7-2020. Για τη συζήτηση δε αυτής, που γράφτηκε νόμιμα με τη σειρά της στο πινάκιο με αριθμό …., ορίσθηκε δικάσιμος η αναγραφόμενη στην αρχή της παρούσας. Στη δευτεροβάθμια αυτή δίκη, άσκησε με ιδιαίτερο δικόγραφο, την από 12-10-2020 με αριθ. κατάθεσης …………./…………./14-10-2020 πρόσθετη υπέρ της εκκαλούσας παρέμβαση το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «………….» (………….), που προσδιορίστηκε προς συζήτηση για την ίδια όπως παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό …. Κατά τη δικάσιμο αυτή, οι υποθέσεις εκφωνήθηκαν στη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν.

Κατά τη συζήτηση αυτών στο ακροατήριο, οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους, βάσει δηλώσεων του άρθρου 242 § 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσαν τις έγγραφες προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κρινόμενη από 6-7-2020 (αριθμ. εκθ. καταθ. …………./…………./6-7-2020) έφεση κατά της 885/2020 οριστικής απόφασης του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των εδώ ενδιαφερομένων διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών [άρθρα 614 αρ. 3, 621 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν, μετά την τροποποίηση τους με το αρ. 4ο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015] και απέρριψε τη με αριθμό καταθ. …………./…………./31-7-2017 αγωγή της εκκαλούσας καθώς και την συνεκδικαζόμενη με αυτή υπέρ της ενάγουσας πρόσθετη παρέμβαση του προσθέτως παρεμβαίνοντος σωματείου «………….», έχει ασκηθεί, από την πρωτοδίκως ηττηθείσα ενάγουσα κατά της δεύτερης εναγόμενης ήδη εφεσίβλητης, νομότυπα και εμπρόθεσμα προ της παρέλευσης διετίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης στις 29-5-2020, (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 511, 513 παρ. 1 περ. β’, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 591 παρ. 1 ΚΠολ.Δ), δεδομένου ότι ουδείς εκ των διαδίκων επικαλείται ότι έχει λάβει χώρα επίδοσή της, ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει το αντίθετο, ή άλλος λόγος απαραδέκτου, αρμόδια δε και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου αυτού (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 4 παρ. 2 του Ν. 3994/2011, σε συνδυασμό με το άρθρο 72 του ίδιου νόμου). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία (άρθρα 532, 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), μέσα στα όρια, που καθορίζονται από τους λόγους της (βλ. άρθρο 522 ΚΠολΔ). Επίσης το προαναφερόμενο στον πρώτο βαθμό, υπέρ της ενάγουσας, προσθέτως παρεμβαίνον αναγνωρισμένο επαγγελματικό σωματείο «………….», του οποίου η ενάγουσα-εκκαλούσα δημοσιογράφος είναι μέλος, άσκησε στον παρόντα δεύτερο βαθμό με το από 12-10-2020 και με αριθμό κατάθεσης …………./…………../14-10-2020 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατέθεσε στη γραμματεία του παρόντος δικαστηρίου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εκκαλούσας (ενάγουσας) και κατά της εφεσίβλητης προς υποστήριξη της άμυνας της υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση (εκκαλούσας) και υπέρ της εφέσεώς της. Η πρόσθετη αυτή παρέμβαση παραδεκτά ασκήθηκε και είναι νόμιμη κατά τα άρθρα 80, 81, 622 παρ.1 αρ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015, ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 943/2010, ΑΠ 651&652/2009,ΜονΕφΘεσ 2471/2017 & 2482/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω συνεκδικαζόμενη με την κρινόμενη έφεση (αρθ. 31 παρ.1, 246, 524 παρ.1 ΚΓΙολΔ).

ΙΙ. Η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα, με τη με αριθμό καταθ. …………./…………../31- 7-2017 αγωγή της στρεφόμενη κατά της πρώτης εναγόμενης εταιρίας με δ.τ. «………….», [ως προς την οποία παραιτήθηκε του δικογράφου της αγωγής αυτής, με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου] και της δεύτερης εναγόμενης ήδη εφεσίβλητης εταιρίας με δ.τ. «………….», όπως αυτή [αγωγή] παραδεκτά κατ’ άρθρον 224 εδ. β ΚΠολΔ διορθώθηκε κατά την συζήτηση της υποθέσεως ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, ισχυρίστηκε, κατά συμπύκνωση των ουσιωδών και κρίσιμων περιστατικών, κατά το μέρος που ενδιαφέρει εν προκειμένω, τα εξής: Ότι η μη διάδικος στην παρούσα δίκη πρώτη εναγόμενη, στην εκδοτική επιχείρηση της οποίας με μοναδικό αντικείμενο την έκδοση της αθλητικής εφημερίδας «………….» και τη λειτουργία σχετικού διαδικτυακού τόπου, εργαζόταν από την 20η-5-2010 ως δημοσιογράφος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μεταβίβασε την 1-10- 2015 την επιχείρησή της στο σύνολό της ως οικονομική ενότητα στη δεύτερη εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη, η οποία τη διαδέχθηκε έκτοτε στην οικονομική της δραστηριότητα με τη συνέχιση της εκδόσεως της ανωτέρω ίδιας εφημερίδας και τον ίδιο βασικό τίτλο, με φύλλα σε συνέχεια εκείνων της αρχικής πραγματικής έναρξης κυκλοφορίας της, με το σύνολο σχεδόν των εργαζομένων της και τον πρώην εκδότη της στη διεύθυνση της εφημερίδας, υποκατασταθείσα έτσι, ως διάδοχός της, στις υποχρεώσεις της. Ότι οι εργαζόμενοι της αρχική εργοδότριάς της, που στην πλειονότητά τους μεταφέρθηκαν στη δεύτερη, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, αναγκάστηκαν να υπογράψουν, υπό την απειλή απώλειας των θέσεων τους, προδιατυπωμένες συμβάσεις γνήσιου δανεισμού από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη, διάρκειας από 1-10-2015 έως 30-9-2016. Ότι ενώ είχε λάβει χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης και συνέχιζε να παρέχει κανονικά τις υπηρεσίες της στη δεύτερη εναγόμενη, οι συμβάσεις δανεισμού καταγγέλθηκαν από την τελευταία, από την 8η-6-2016. Ότι έκτοτε αν και ζήτησε από τη δεύτερη εναγόμενη να συνεχίσει να την απασχολεί δεδομένου ότι είχε ήδη υπεισέλθει στη σύμβαση εργασίας της ως εργοδότρια, ενόψει της μεταβίβασης επιχείρησης, η τελευταία αρνείται να αποδεχθεί τις προσφερόμενες κανονικά σ’ αυτή υπηρεσίες της και έχει περιέλθει σε υπερημερία. Με βάση το ιστορικό αυτό η ενάγουσα, παραιτούμενη του δικογράφου της αγωγής της ως προς την αρχική εργοδότρια-πρώτη εναγόμενη και μετά από παραδεκτό περιορισμό μέρους του αγωγικού αιτήματος ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, που έγινε με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, καταχωρισθείσα στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, περιέχεται δε και στις κατατεθείσες ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου προτάσεις της, ζήτησε επικαλούμενη και τις διατάξεις για τη μεταβίβαση επιχείρησης: 1) να αναγνωρισθεί ότι την 1η Οκτωβρίου 2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη και, συνακόλουθα, ότι συνδέεται με την τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και 2) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη α) να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 500,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης και β) να της καταβάλει συνολικά το ποσό των 37.839,39 ευρώ για μισθούς υπερημερίας συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων δώρων εορτών και αδείας, του εκεί αναφερόμενου χρονικού διαστήματος, νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους τμηματική παροχή (μισθός) κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από της επιδόσεως της αγωγής. Κατά την πρωτοβάθμια δίκη παρενέβη προσθέτως υπέρ της ενάγουσας και κατά της δεύτερης εναγόμενης με το από 26-11-2018 (αρ. εκθ. κατ. 111918/2018) δικόγραφο πρόσθετης παρέμβασης το επαγγελματικό σωματείο με την επωνυμία «………….» (………….), του οποίου η ενάγουσα δημοσιογράφος είναι μέλος. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού διέταξε τη συνεκδίκαση της πρόσθετης παρέμβασης με την αγωγή και [κατόπιν της παραδεκτής παραίτησης της ενάγουσας από το εισαγωγικό δικόγραφο της ως προς την πρώτη εναγόμενη, θεώρησε την αγωγή ως μηδέποτε ασκηθείσα ως προς αυτήν], αναφορικά με τη δεύτερη εναγόμενη, υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι η αγωγή περιλαμβάνει αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, απέρριψε αυτήν ως απαράδεκτη, ως προς το αίτημα αυτό και το αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας με την αιτιολογία ότι έπρεπε να ασκηθεί η αγωγή εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 Ν3198/1955 και μετά ταύτα απέρριψε το αίτημα περί αναγνώρισης μεταβίβασης επιχείρησης ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την ένδικη έφεση της, για τους διαλαμβανόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή της. Πρέπει λοιπόν να ακολουθήσει η ουσιαστική έρευνα των λόγων της εφέσεως, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτούς.

ΙΙΙ. 1.Από την παρ.1 του άρθρου 6 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976 ορίζεται ότι: «πάσα αξίωσης μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφόσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξαρτημένης εργασίας». Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική (εφόσον ο νόμος τάσσει προθεσμία, μέσα στην οποία πρέπει να ασκηθούν τα σχετικά δικαιώματα, άρθρ.279 ΑΚ), αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μην δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν δε παρέλθει άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (Ολ.ΑΠ. 1338/1985, ΑΠ 429/2016, ΑΠ 705/2013, ΑΠ 404/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η προαναφερθείσα διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα (ΑΠ 404/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω αποσβεστική προθεσμία διακόπτεται με την έγερση αγωγής, είτε είναι καταψηφιστική είτε αναγνωριστική, υπό την προϋπόθεση όμως, ότι στην αγωγή περιέχεται αίτημα για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας. Η προθεσμία αυτή τάσσεται μόνο για την άσκηση των αξιώσεων που απορρέουν αμέσως από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας. Δεν ισχύει δε, στις περιπτώσεις που οι αξιώσεις έχουν τις ίδιες συνέπειες με την άκυρη καταγγελία, αλλά δεν υπάρχει ή δε μπορεί να συναχθεί από το περιεχόμενο της αγωγής ότι υπάρχει καταγγελία, όπως συμβαίνει στην περίπτωση των αποδοχών υπερημερίας που οφείλονται, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, στον μισθωτό, λόγω της αποκρούσεως των υπηρεσιών του από τον εργοδότη για λόγους που αφορούν τον ίδιο (ΑΠ 429/2016 ο.π, ΑΠ 142/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). 2.Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 70 ΚΠολΔ όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωρισθεί η ύπαρξη ή μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Από την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη προκύπτει, ότι μπορεί να αναγνωρισθεί, κατόπιν αγωγής, η ύπαρξη ή ανυπαρξία έννομης σχέσης, η οποία τελεί σε αβεβαιότητα, εφόσον συντρέχει προς τούτο έννομο συμφέρον. Ως έννομη σχέση νοείται η βιοτική σχέση ενός προσώπου προς άλλο πρόσωπο (ή πράγμα) που ρυθμίζεται από το εξ αντικειμένου δίκαιο και συνεπάγεται ή έχει ως περιεχόμενο της ένα τουλάχιστον δικαίωμα ή μια υποχρέωση είτε δέσμη δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον, που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και αποτελεί ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού της, μπορεί να είναι υλικό ή ηθικό και εξαρτάται από τις εκάστοτε περιστάσεις. Θεωρείται υφιστάμενο, στην περίπτωση που η αβεβαιότητα δεν προκύπτει από αυτά τα πράγματα, όταν από τη συμπεριφορά του εναγομένου ή τρίτου δημιουργείται αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την ύπαρξη ή ανυπαρξία ορισμένης έννομης σχέσης του ενάγοντος, η οποία (αβεβαιότητα) προκαλεί άμεσα ή έμμεσα, κινδύνους για τα συμφέροντα του, για την αποτροπή των οποίων η επιδιωκόμενη αναγνωριστική απόφαση αποτελεί πρόσφορο μέσο (ΑΠ 856/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

IV.Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την από 31-7-2017 ένδικη αγωγή της ζήτησε, επικαλούμενη και τις διατάξεις για τη μεταβίβαση επιχείρησης την αναγνώριση μεταβίβασης επιχείρησης από την αρχική εργοδότρια-πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη και, συνακόλουθα, ότι συνδέεται με την τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την αποδοχή των υπηρεσιών της από τη δεύτερη εναγόμενη και την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, εκ του λόγου ότι η δεύτερη εναγόμενη-διάδοχος της αρχικής εργοδότριας κατέστη υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών της, χωρίς να υποβάλει αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας καταγγελίας της σύμβασής της, ούτε να εκθέτει στην αγωγή της ότι η υπερημερία της διαδόχου εργοδότριας προήλθε από άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα, την αξίωσή της για αποδοχές υπερημερίας, στηρίζει στην προφορά της εργασίας της προς τη διάδοχο εργοδότρια-δεύτερη εναγόμενη, πραγματική και προσήκουσα και στην κατά το άρθρο 656 ΑΚ άρνηση της αποδοχής αυτής από την τελευταία και όχι στην ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της. Άλλωστε τέτοια [καταγγελία] ουδόλως αναφέρει σε κάποιο σημείο αυτής (ένδικης αγωγής της) ότι έλαβε χώρα τόσο εκ μέρους της αρχικής όσο και της διαδόχου- δεύτερης εναγόμενης, ώστε να τίθεται ζήτημα εφαρμογής της ως άνω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, σημειουμένου συναφώς ότι ούτε στην αναφερόμενη στην αγωγή καταγγελία της σύμβασης δανεισμού, η οποία απευθύνεται στην αρχική εργοδότρια-πρώτη εναγόμενη, αναφέρεται ότι περιέχεται δήλωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας. Απεναντίας κατά τα αναφερόμενα στην ένδικη αγωγή η δεύτερη εναγόμενη-εργοδότρια, από τις 9-6-2016, χωρίς να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, έπαψε να αποδέχεται τις προσηκόντως και πραγματικώς προσφερόμενες υπηρεσίας της. Επομένως, εφόσον δεν ζητούνται μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας αλλά με βάση το άρθρο 656 ΑΚ, για την άσκηση της αγωγής αυτής ως προς τα παραπάνω αιτήματα αποδοχής των υπηρεσιών της από τη δεύτερη εναγόμενη και επιδίκασης μισθών υπερημερίας, δεν τίθεται θέμα παραδεκτού κατά το άρθρο 6 παρ.1 του Ν.3198/1955, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στην προηγηθείσα στην παρ, III 1 νομική σκέψη. Περαιτέρω, στην ένδικη αγωγή γίνεται επαρκής επίκληση του, προφανούς άλλωστε εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας για αναγνώριση της μεταβίβασης της επιχείρησης από την αρχική εργοδότρια πρώτη των εναγόμενων στη δεύτερη, συνισταμένου στην εκ της αμφισβητήσεως της τελευταίας και από τα πράγματα δημιουργημένη αντικειμενικά αβεβαιότητα ως προς την σύνδεσή της με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία [αναγνώριση] εξάλλου αποτελεί και προδικαστικό ζήτημα, που κατά λογική αναγκαιότητα θα ερευνάτο ούτως ή άλλως και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για την αποδοχή των λοιπών αιτημάτων της ένδικης αγωγής. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη με την αιτιολογία ότι έπρεπε να ασκηθεί η αγωγή αναφορικώς με τα ανωτέρω αιτήματα εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 Ν3198/1955 και μετά ταύτα ως προς το αίτημα περί αναγνώρισης μεταβίβασης επιχείρησης απέρριψε αυτό ως απαράδεκτο ελλείψει εννόμου συμφέροντος, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο. Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή των σχετικών λόγων της έφεσης ως βάσιμων, να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση κατ’ ουσίαν και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 535 παρ.1 του ΚΠολΔ να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν δικαστήριο και δικασθεί ως προς τη δεύτερη εναγόμενη εκ νέου η αγωγή, η οποία είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 341, 345, 346, 479, 648, 653, 655 και 656 του ΑΚ και σε αυτές των άρθρων 6 παρ. 1 του Ν 2112/1920, 1, 4 παρ. 1 του π.δ 178/2002, 1 του Ν 1082/1980 και της κατόπιν εξουσιοδότησης του ως άνω νόμου, 1 παρ. 1 και 3 της ΚΥΑ 19040/1981 Οικονομικών και Εργασίας, (δώρα εορτών) και 3 παρ. 16 του Ν 4504/1966, (επίδομα αδείας) καθώς και σε εκείνες των άρθρων 62, 64, 68, 69 παρ. 1 περ. α’ και 2 εδ. α’ ,70, 176, 191 παρ.2 και 946 του ΚΠολΔ, συμπεριλαμβανομένου του αγωγικού αιτήματος περί αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας, που στηρίζεται στην προδιαληφθείσα διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, το οποίο, μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 61 του Ν 4139/2013, ρητά προβλέπει ότι επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, ο τελευταίος έχει δικαίωμα να απαιτήσει, εκτός από την καταβολή των μισθών υπερημερίας, και την πραγματική απασχόλησή του (βλ. και ΑΠ 721/2018, ΑΠ 769/2016, ΑΠ 2011/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), πρέπει μετά την περαιτέρω αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού ως προς το ουσιώδες ζήτημα της, περί μεταβιβάσεως της επιχείρησης έκδοσης της εφημερίδας «………….» (όπου εργαζόταν η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα) από την αρχική της εργοδότρια «………….» στην εναγόμενη ήδη εφεσίβλητη «………….» καθώς και εάν η τελευταία ενέχεται ως διάδοχος εργοδότης όπως διαλαμβάνεται στην αγωγή ή όχι, να κριθεί εάν είναι βάσιμη και κατ’ ουσίαν.

V. Α) Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7- 1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) λήφθηκαν “μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου”. Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’ ). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως “μεταβίβαση” θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως “μεταβιβάζων” (“εκχωρητής”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ως “διάδοχος” (“εκδοχέας”, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση κλπ (άρθρο 3 παρ.1 στοιχείο α’ και β’ ). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η “υπόστασή” τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το “περιεχόμενο” τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της “μεταβίβασης” ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε ν’ αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια “οικονομική οντότητα”. Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα (“οικονομική οντότητα”), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση ( ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κλπ.), (ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.).Πάντως, κατά κανόνα, αν και όχι πάντα, ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης, στις βιομηχανικές και παραγωγικές επιχειρήσεις ο βασικός εξοπλισμός και η υλικοτεχνική υποδομή αποτελούν σημαντικό στοιχείο, αφού ο οικονομικός σκοπός δεν μπορεί να επιτευχθεί χωρίς βασικό εξοπλισμό, 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους. Πάντως, κατά κανόνα, αν και όχι πάντα, ανάλογα με τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ιδίως στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών τα άυλα αγαθά αποτελούν σημαντικό στοιχείο. Τέτοια άυλα αγαθά αποτελούν ιδίως η μεταβίβαση δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, δικαιωμάτων σε διακριτικούς τίτλους και επωνυμίες που απέκτησαν διακριτική δύναμη στις συναλλαγές, τα επιχειρηματικά έγγραφα, η μεταβίβαση της σύναψης σχέσεων με μόνιμους πελάτες και των αποκλειστικών συνεργασιών, η μεταβίβαση των πηγών εφοδιασμού και διάθεσης εμπορευμάτων, η υπεραξία της επιχείρησης, η μεταβίβαση της μισθωτικής σχέσης, η μεταβίβαση της πελατείας οπότε, στην τελευταία περίπτωση θα πρέπει να ερευνάται εάν τα θεμέλια για τη διατήρηση της πελατείας παραμένουν και μετά τη μεταβίβαση, πράγμα που συναρτάται από την εκτίμηση του τύπου της επιχείρησης, της ποικιλίας των προϊόντων αυτής αλλά και άλλων στοιχείων που καθιστούν καθοριστική την αφοσίωση των πελατών στην εν λόγω επιχείρηση, με τη σημείωση ότι σε μερικές περιπτώσεις η πελατεία αποτελεί δέσμιο χαρακτήρα της επιχείρησης του προκατόχου (βλ. ΔΕΚ C-341/2001, Abler κλπ, http://curia.europa.eu.), 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση με τη σημείωση ότι μία αλλαγή στη δραστηριότητα λόγω μιας αλλαγής ιδέας και μίας διαφορετικής εργασίας ή και μίας διάφορης οργανωτικής δομής μπορεί να καταδεικνύει και τη μη μεταβολή (βλ. Ανώτατο εργατικό Δικαστήριο της Γερμανίας BAG5.2006, EzA παρ. 613 α γερμανικού κώδικα) και 5) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 575/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1850/2006). Η επί μακράν διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη, εξαφανίζονται. Το ίδιο συμβαίνει και όταν η διακοπή είναι από οικονομική σκοπιά ουσιώδης. Είναι δε οικονομικά ουσιώδης όταν, λόγω της διακοπής, τα στοιχεία που συνθέτουν την επιχείρηση χάνουν τη μεταξύ τους ενότητα και η διακοπή επιφέρει απώλεια της πελατείας, την οποία ο νέος φορέας της επιχείρησης πρέπει να επαναποκτήσει. Ωστόσο εκτός από τη διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχείρησης. (βλ. ΑΠ 1850/2006, ΔΕΕ 2006, 628, ΑΠ 1553/2002, ΔΕΝ 2003, 10, ΑΠ 889/92, ΑΠ 121/87, δημΝομος, Δ Ζερδελή, Εργατικό δίκαιο, εκδ 2019, σελ. 1559). Τα παραπάνω στοιχεία, προκειμένου να τύχει εφαρμογής το ως άνω διάταγμα αλλά και το άρθρο 6 Ν 2112/20, πρέπει να μεταφέρονται σε σύνολο και ως οργανωμένη οντότητα (ως «ζών» οργανισμός), αλλά και να χρησιμοποιούνται σε σύνολο με αμετάβλητη μορφή οργάνωσης που επιτρέπει την επίτευξη του ίδιου οικονομικού στόχου όπως και πριν και όχι να γίνεται μεταβίβαση μεμονωμένων, έστω και σε άθροισμα («νεκρών»), στοιχείων. Για να υπάρχει δηλαδή μεταβίβαση επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως ή τμήματος αυτών (άρθρο 2 Π.Δ. 572/1988 και Π.Δ. 178/2002) πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχειρήσεως και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη) ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. (ΑΠ Ολ 5/1994,ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 330/2015, ΑΠ 525/2013, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 1082/2010, ΑΠ 1468/2007, όλες δημ/νες σε ΤΝΠ Νόμος). Και τούτο διότι η εκμετάλλευση είναι ένα οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κλπ. που επιδιώκει την πραγματοποίηση κάποιου τεχνικού – εργασιακού σκοπού. (βλ. ΑΠ 444/2019 ο.π., ΑΠ 18/91, ΕΕΔ 1992, 125, ΜΕφΘεσ 170/2020 sakkoulas online.gr, ΕφΑθ 9052/89, ΔΕΝ 1990, 1192, Λεβέντη, ΔΕΝ 1989, σελ. 1173- 1174, Κουκιάδη, Εργατικό Δίκαιο, 1995, σελ. 317, 321, Δούκα, Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, ΕΕΔ 1992, σελ. 433 επ., Ζερδελή, ΔΕΕ 1996, σελ. 243). Σύμφωνα λοιπόν με τα προεκτεθέντα, πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνον, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα, τα οποία μεταφέρονται στον εκδοχέα και χρησιμοποιούνται από τον τελευταίο σε αμετάβλητη μορφή οργάνωσης και τα οποία δεν είναι απαραίτητο να συντρέχουν σωρευτικά, η βαρύτητα δε που θ’ αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και τις συνθήκες της κάθε περίπτωσης, ώστε να κριθεί το ποια στοιχεία είναι ουσιώδη για την επιδίωξη και πραγμάτωση των σκοπών της επιχείρησης. (βλ. ΑΠ 444/2019, ΑΠ 575/2019, ΔΕΚ C-341/2001, Abler κλπ, Δ Ζερδελής Εργατικό Δίκαιο, εκδ 2019, σελ. 1546 επόμ. όπου παραπομπές). Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα ατενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 Klarenberg). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης κλπ και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστό στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 “περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ” (και του ήδη καταργημένου άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955). Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης κλπ, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. (ΑΠ 444/2019 ο.π.). Ενόψει αυτών, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (βλ. ΑΠ 444/2019, ΑΠ 575/2019, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 14/2012, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του ως άνω ΠΔ 178/2002 και του Ν. 2112/1920, προκύπτει ότι βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές συνέπειες που μπορεί να έχει γι’ αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, “πλάσμα δικαίου”, με το οποίο, ουσιαστικό, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη (βλ. ΑΠ 995/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Β) Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 651 του ΑΚ, που ορίζει ότι, αν δεν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση ή από τις περιστάσεις, η αξίωση του εργοδότη για παροχή εργασίας είναι αμεταβίβαστη, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 361 και 648 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι είναι έγκυρη η σύμβαση, που συνάπτεται μεταξύ εργοδότη μισθωτού και τρίτου, με την οποία συμφωνείται, ότι οι υπηρεσίες του μισθωτού θα παρέχονται για ορισμένο χρόνο σε άλλο εργοδότη. Για τη σύναψη τέτοιας συμβάσεως, που αποκαλείται δανεισμός των υπηρεσιών του μισθωτού, απαιτείται και η συμφωνία του μισθωτού για την παροχή υπηρεσιών σε τρίτο, οπότε δεν παύει υφισταμένη η εργασιακή του σχέση με τον αρχικό εργοδότη, αλλά μόνο η εργασία παρέχεται στον τρίτο ο οποίος ασκεί και το διευθυντικό δικαίωμα. Προϋπόθεση, όμως, του δανεισμού αυτού των υπηρεσιών του μισθωτού είναι και ότι η επιχείρηση που ασκεί ο δεύτερος εργοδότης, είναι διαφορετική από εκείνη, που ασκεί ο αρχικός εργοδότης, διότι, αν η επιχείρηση είναι η ίδια, δεν υπάρχει δανεισμός του εργοδότη, αλλά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, επί της οποίας ισχύουν τα προεκτεθέντα περί υποκαταστάσεως του νέου εργοδότη στην εργασιακή σχέση και την απαλλαγή του προηγουμένου εργοδότη από τις εξ αυτής υποχρεώσεις του [ΑΠ 1385/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ].

VI. Στην προκειμένη περίπτωση από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης που νομότυπα εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεώς του, [ η εναγόμενη- εφεσίβλητη δεν επιμελήθηκε της εξέτασης μάρτυρα], την υπ’ αριθ. …………./7-12-2018 ένορκη βεβαίωση μίας μάρτυρα της ενάγουσας (ήτοι, της …………. …………. του ………….) που νομίμως επαναπροσκομίζει μετ’ επικλήσεως η ενάγουσα-εκκαλούσα, η οποία δόθηκε με επιμέλεια αυτής ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και λήφθηκε νομότυπα, κατ’ άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, (όπως το εν λόγω άρθρο τέθηκε σε ισχύ με το άρθρο 1 – άρθρο δεύτερο παρ. 3 – Ν. 4335/2015, ΦΕΚ Α’. 87/23.07.2015 σε συνδυασμό με το άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο παρ. 3 του ν. 4335/2015, μετά από προηγούμενη νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου της- εναγόμενης- εφεσίβλητης, προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών από τη λήψη αυτής, όπως προκύπτει από τη με αρ. ……./3-12-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στην περιφέρεια του Εφετείου Αθηνών με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται νομότυπα οι διάδικοι, με τις ενώπιον του παρόντος δικαστηρίου προτάσεις τους (βλ. και ΟλΑΠ 14/2005, ΟλΑΠ 9/2000, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος), προκειμένου να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 395 και 524 § 1 ΚΠολΔ), καθώς και απ’ όσα συνομολογούνται από τους διαδίκους (άρθρα 261, 352 παρ.1 ΚΠολΔ), όπως θα εκτεθεί ειδικότερα παρακάτω, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και τους κανόνες της λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα …………. …………., προσλήφθηκε στις 20 Μαΐου 2010 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης από την πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………….» [μη διάδικο στην κατ’ έφεση δίκη], για να εργασθεί ως δημοσιογράφος στην εφημερίδα «………….». Πρόκειται για ημερήσια αθλητική εφημερίδα η οποία εκδόθηκε για πρώτη φορά στις …………. και ασχολείτο με την ειδησεογραφία των αθλητικών ομάδων του ………….. Η εφημερίδα, από το πρώτο φύλλο κυκλοφορίας της έως και το φύλλο με αριθμό 1.592 της …. Σεπτεμβρίου …., εκδιδόταν από την ως άνω επιχείρηση με έδρα την Αθήνα (Οδός …………. ….) και νόμιμο εκπρόσωπο τον …………. …………., η οποία λειτουργούσε επίσης και τον ομώνυμο διαδικτυακό τόπο. Έκτοτε η προαναφερόμενη εφημερίδα εκδίδεται από τη δεύτερη εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη με την επωνυμία «………….» με έδρα την Αθήνα (…………. ….) και διαχειριστή τον …………. …………., η οποία κατ’ επέκταση του εταιρικού σκοπού της με τροποποίηση του καταστατικού της στις …………., δραστηριοποιούταν επιπροσθέτως στην έκδοση ημερήσιου, εβδομαδιαίου και περιοδικού τύπου. Συγκεκριμένα το επόμενο φύλλο της εφημερίδας με αριθμό 1.593 της ….. Οκτωβρίου ….. εκδόθηκε υπό την ιδιοκτησία της δεύτερης εναγόμενης, υπό τη διεύθυνση του νομίμου εκπροσώπου της προηγούμενης εκδότριας εταιρείας «………….»…………. ………….. Πρόκειται για την ίδια εφημερίδα που εκδιδόταν από το έτος …. απ’ την αρχική εργοδότρια της ενάγουσας, την οποία ανέλαβε και συνέχισε να εκδίδει η δεύτερη εναγόμενη με τον ίδιο βασικό τίτλο, το ίδιο σχήμα και ποιότητα εκτύπωσης, χωρίς να μεσολαβήσει διακοπή ούτε μίας ημέρας. Μάλιστα όπως προαναφέρθηκε τα φύλλα της εν λόγω εφημερίδας συνεχίζουν να αριθμούνται σε συνέχεια των φύλλων που εκδίδονταν από την αρχική εργοδότρια. Ειδικότερα το φύλλο 1.593 της …. Οκτωβρίου …. εκδόθηκε με ανεπαίσθητες αλλαγές στο σχήμα και τον τίτλο της. Από τον τίτλο “………….” αφαιρέθηκε η προσθήκη των λέξεων “………….”, λέξεις οι οποίες αναγράφονταν στη βάση των δύο τελευταίων γραμμάτων της λέξης “………….” με πεζά γράμματα χειρόγραφης μορφής και με αναλογία μεγέθους γραμματοσειράς προς τη γραμματοσειρά της λέξης “………….” 30/230 κατά οπτική προσέγγιση. Η γενική εικόνα του φύλλου παρέμεινε η ίδια όπως και προηγουμένως. Έκτοτε, η εφημερίδα εκδιδόταν με την ως άνω μορφή, για τον ίδιο σκοπό όπως και πριν την αλλαγή της ιδιοκτησίας, δηλ. την δημοσιογραφική κάλυψη των γεγονότων των αθλητικών ομάδων του …………., υπό τη διεύθυνση του νομίμου εκπροσώπου της προηγούμενης εκδότριας εταιρείας «………….»………….. …………, γεγονός που αποτελεί σημαντική ένδειξη για τη διαδοχή της αρχικής εργοδότρια από τη δεύτερη εναγόμενη. Στην ίδια επιχείρηση μεταβιβάστηκε την …. Νοεμβρίου …. και η λειτουργία του ως άνω διαδικτυακού τόπου, όπως προκύπτει από το αριθμ. ……/…../…………. έγγραφο της Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων. Το σύνολο του προσωπικού που απασχολούσε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας η αρχική εργοδότρια της ενάγουσας [27 εργαζόμενοι βάσει του Ετήσιου Πίνακα Απασχολούμενου Προσωπικού που υπέβαλε η επιχείρηση στο Πληροφοριακό Σύστημα (ΠΣ) ΕΡΓΑΝΗ με αριθμό ΠΠ …………./………….) ετέθη από την …………. και για ένα έτος στο δυναμικό της δεύτερης εναγόμενης προκειμένου να παρέχει την εργασία του για την έκδοση της εφημερίδας “………….” και τη λειτουργία του ομώνυμου διαδικτυακού τόπου, με τους ίδιους όρους εργασιακών συμβάσεων, που την παρείχε μέχρι τότε στην αρχική του εργοδότρια, [τυπικά] υπό το καθεστώς του γνησίου δανεισμού εργαζομένων μεταξύ επιχειρήσεων (για την απασχόληση των άνω 27 εργαζομένων η δεύτερη επιχείρηση υπέβαλε στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ Πίνακα Προσωπικού με αριθμό ΠΠ…………./………….). Για τον σκοπό αυτό και προς εξυπηρέτηση των επιχειρηματικών επιδιώξεων και οικονομικών συμφερόντων της δεύτερης εναγόμενης, ήδη από την … Αυγούστου …., είχαν υπογράφει προδιατυπωμένες «συμβάσεις δανεισμού εργασίας» μεταξύ των δύο εταιρειών και των εργαζομένων. Στις συμβάσεις αυτές αναγράφηκε ότι οι δύο επιχειρήσεις διατήρησαν το δικαίωμα να καταγγείλουν τις συμβάσεις δανεισμού οποτεδήποτε, ελεύθερα, και αζημίως κατά τη διάρκεια της ισχύος τους (άρθρο 6 των συμβάσεων). Πέρα από το προσωπικό που απασχόλησε μέσω των άνω «συμβάσεων δανεισμού» με την αρχική εργοδότρια, η δεύτερη εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη προέβη κατά τη διάρκεια του έτους Οκτώβριος ….-Οκτώβριος …. και σε νέες προσλήψεις προσωπικού. Έτσι, η εικόνα της ως προς το απασχολούμενο προσωπικό την … Νοεμβρίου …., ημέρα κατά την οποία υπέβαλε στο ΠΣ ΕΡΓΑΝΗ τον Ετήσιο Πίνακα Απασχολούμενου Προσωπικού (ΠΠ…../02-11-2016) ήταν: Σύνολο εργαζομένων 28 (18 με την ειδικότητα του δημοσιογράφου και 10 με διάφορες ειδικότητες), εκ των οποίων οι 10 προέρχονταν από την πρώτη εναγόμενη (8 δημοσιογράφοι, 1 λογιστής, 1 γραφίστας). Κατά το διάστημα μεταξύ των μηνών Οκτωβρίου … και Μαΐου … λύθηκε η «σύμβαση δανεισμού» για ορισμένους εργαζόμενους καθώς και η αντίστοιχη σύμβαση εργασίας τους με την πρώτη εναγόμενη είτε κατόπιν οικειοθελούς αποχωρήσεώς τους είτε κατόπιν καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας τους από την αρχική εργοδότρια. Την …. Ιουνίου …. η δεύτερη εναγόμενη κατήγγειλε όλες τις εναπομείνασες σε ισχύ «συμβάσεις δανεισμού εργασίας», και την …. Ιουνίου … επαναπροσέλαβε με νέες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας τους ίδιους εργαζόμενους, πλην ορισμένων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα. Αυτή δεν κλήθηκε να υπογράψει τέτοια σύμβαση με τη δεύτερη εναγόμενη η οποία την παρέπεμψε στην αρχική εργοδότρια της. Ειδικότερα αναφορικά με την ενάγουσα ήδη εκκαλούσα που ενδιαφέρει εν προκειμένω αποδείχθηκαν τα εξής: Την …. Αυγούστου … η ενάγουσα, η οποία ήταν μεταξύ των εργαζομένων της αρχικής της εργοδότριας που μεταφέρθηκαν στη δεύτερη εναγόμενη, κλήθηκε από την πρώτη να υπογράψει και υπέγραψε την ως άνω προδιατυπωμένη σύμβαση δανεισμού της εργασίας της στη δεύτερη εναγόμενη (διάρκειας από 01-10-…. έως 30-09-….) και συνέχισε από την 1-10-…. να παρέχει την εργασία της στη δεύτερη εναγόμενη για την έκδοση της εφημερίδας “……..” και τη λειτουργία του ομώνυμου διαδικτυακού τόπου, με τους ίδιους όρους εργασιακών συμβάσεων, που την παρείχε μέχρι τότε στην αρχική της εργοδότρια, [τυπικά] υπό το καθεστώς του γνησίου δανεισμού εργαζομένων, υπογράφοντας την ανωτέρω σύμβαση δανεισμού, η οποία λύθηκε μετά από καταγγελία της από την «δανειζόμενη επιχείρηση» [δεύτερη εναγόμενη] την 8η Ιουνίου …… Έκτοτε οι υπηρεσίες της ενάγουσας δεν γίνονταν αποδεκτές από καμία εκ των άνω επιχειρήσεων, όμως στο Πληροφοριακό Σύστημα ΕΡΓΑΝΗ συνέχιζε να εμφανίζεται τυπικά ως εργαζόμενη της αρχικής εργοδότριας της καθώς η τελευταία ουδέποτε υπέβαλε έντυπο σχετικό με τη λύση της συμβάσεως εργασίας της (είτε άτακτης οικειοθελούς αποχωρήσεως) όπως έπραξε για τους άλλους εργαζόμενους της, πλην ελάχιστων (τεσσάρων συμπεριλαμβανομένης της ενάγουσας). Σε συμφιλιωτική σύσκεψη που πραγματοποιήθηκε στο Υπουργείο Εργασίας την 21η Ιουλίου …. μεταξύ αφενός των δύο ως άνω εταιρειών και αφετέρου των Ενώσεων: (α) …………. και (β) …………., με κύρια θέματα την μη αποδοχή των υπηρεσιών μελών των άνω Ενώσεων μετά την καταγγελία των συμβάσεων δανεισμού από την επιχείρηση “………….”, και, την οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών, ο νόμιμος εκπρόσωπος της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας, …………. ………….δήλωσε ότι η ενάγουσα παρέμεινε εργαζόμενη της και ότι θα συνέχιζε να μισθοδοτείται από την ίδια, ενώ υπήρχε και η προφορική συμφωνία για τη συνέχιση της απασχόλησής της στην επιχείρηση “………….” Την 24η Απριλίου 2017 η …………. (………….) υπέβαλε στην Επιθεώρηση καταγγελία κατά της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας με περιεχόμενο τη μη διευθέτηση των εργασιακών εκκρεμοτήτων των σχετικών με το μέλλον της εργασιακής σχέσης της κατά παρέκκλιση της συμφωνίας που είχε γίνει κατά την σύσκεψη της 21ης Ιουλίου ….. στο Υπουργείο Εργασίας, καθώς και την οφειλή στην ίδια δεδουλευμένων αποδοχών. Η Επιθεώρηση Εργασίας προσκάλεσε την αρχική εργοδότρια της ενάγουσας, την καταγγέλλουσα συνδικαλιστική οργάνωση, και την εργαζόμενη ενάγουσα, σε συζήτηση εργατικής διαφοράς η οποία προσδιορίστηκε για την 1η Ιουνίου …., μετά από αναβολή της προγραμματισμένης για την 22α Μαΐου ….. συζήτησης, συνταχθέντος σχετικά του με αρ. …/…. προσκομιζόμενου δελτίου εργατικής διαφοράς. Σύμφωνα με το δελτίο αυτό εργατικής διαφοράς κατά τη συζήτηση της 1ης Ιουνίου …. παρέστη εκπρόσωπος της …………. και η εργαζόμενη ενάγουσα, ενώ εκ μέρους της καταγγελλόμενης επιχείρησης ουδείς παρέστη. Η ενάγουσα ανέπτυξε συνοπτικά τους ισχυρισμούς της περί μεταβιβάσεως της επιχείρησης έκδοσης της εφημερίδας «………….” (όπου εργαζόταν) από την επιχείρηση «…………..» στην επιχείρηση “………….” την 1η Οκτωβρίου ….., και, αναφέρθηκε στην εξέλιξη της εργασιακής της σχέσης από την 31η Αυγούστου ….., ημέρα υπογραφής της σύμβασης δανεισμού της στην δεύτερη από τις άνω επιχειρήσεις, έως την 8η Ιουνίου ….., οπότε και έπαψαν να γίνονται αποδεκτές οι υπηρεσίες της. Προκειμένου η Επιθεώρηση Εργασίας να εξετάσει εάν η προκειμένη εργατική διαφορά εμπίπτει στις διατάξεις του ΠΔ 178/2002 και εάν η επιχείρηση “………….” ενέχεται ως διάδοχος εργοδότης, ανέβαλε τη συζήτηση της 1ης Ιουνίου …. προκειμένου να προσκληθούν και οι δύο επιχειρήσεις. Κατά την προσδιορισθείσα την 21η Ιουνίου …. συζήτηση της διαφοράς παρέστη η ενάγουσα, εκπρόσωπος της …………., και εκπρόσωποι των δύο επιχειρήσεων. Σύμφωνα με το προαναφερόμενο δελτίο εργατικής διαφοράς η επιχείρηση «………….» τόσο κατά τη συζήτηση προφορικά όσο και με το από 10-07-…. υπόμνημα που κατέθεσε, ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας ισχυρίστηκε ότι μετά την καταγγελία των συμβάσεων δανεισμού εργασίας από την επιχείρηση “………….» η ενάγουσα στράφηκε στην ίδια («………….») για εργασία. Η τελευταία της ξεκαθάρισε ότι δεν εξέδιδε πλέον την εφημερίδα “………….” ούτε κάποιο άλλο έντυπο στο οποίο θα μπορούσε να την απασχολήσει και, επομένως, προτίθετο να την απολύσει. Για το λόγο όμως ότι αδυνατούσε να καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης εφάπαξ, συμφώνησε με την εργαζόμενη να την εμφανίζει ως απασχολούμενη προκειμένου να έχει ασφαλιστική κάλυψη, χωρίς να εργάζεται και χωρίς να λαμβάνει μισθό, μέχρι η επιχείρηση να ανέκαμπτε οικονομικά, καθεστώς στο οποίο συναίνεσε η ενάγουσα, καθώς βρίσκονταν σε διαδικασία ανεύρεσης σταθερής εργασίας. Προς επίλυση της διαφοράς η επιχείρηση πρότεινε, ως συμβιβαστική λύση, να της καταβάλει αποζημίωση ενός μισθού ύψους 1.000,00 €. Η επιχείρηση “………….”, τόσο κατά τη συζήτηση προφορικά όσο και με το από 04-07-…. υπόμνημα που κατέθεσε, ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας , ισχυρίστηκε ότι εν προκειμένω δεν τίθεται ζήτημα μεταβίβασης επιχείρησης, καθώς η εταιρεία εκδίδει μια νέα εφημερίδα με τίτλο “………….” και όχι την εφημερίδα με τίτλο “………….”, σε νέο χώρο και εγκαταστάσεις επί της …………. …. στην Αθήνα, και με νέο δικό της εξοπλισμό, έχοντας προσλάβει για την κάλυψη των αναγκών της νέο προσωπικό. Σημείωσε ότι η επιχείρηση «………….» συνεχίζει να υπάρχει και δύναται ανά πάσα στιγμή να εκδώσει την εφημερίδα με τίτλο “………….”. Προσέθεσε τέλος, ότι η ενάγουσα ουδέποτε έθεσε τις υπηρεσίες της στη διάθεσή της μετά την 8η Ιουνίου …. οπότε λύθηκε, λόγω καταγγελίας, η σύμβαση δανεισμού. Η εκπρόσωπος της …………. κατά τη συζήτηση ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας αναφέρθηκε σε διακριτική μεταχείριση που υπέστη η ενάγουσα σε σχέση με τους άλλους εργαζόμενους, λόγω της συνδικαλιστικής της δράσης, καθώς ήταν εκπρόσωπος των εργαζομένων δημοσιογράφων της εφημερίδας “………….” στο Μικτό Συμβούλιο της …………., θέση την οποία ανέπτυξε με το από 06-07-…. υπόμνημα που κατέθεσε στην ως άνω Υπηρεσία. Η ενάγουσα κατά τη συζήτηση ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας αρνήθηκε τις δηλώσεις των δύο επιχειρήσεων και ενέμεινε στις θέσεις της περί εφαρμογής εν προκειμένω του Π.Δ. 178/2000 λόγω μεταβίβασης της επιχείρησης έκδοσης της εφημερίδας “………….” την 1η Οκτωβρίου …. στην επιχείρηση “………….”, και, μη αποδοχής των υπηρεσιών της από την 8η Ιουνίου …. που λύθηκε η σύμβαση δανεισμού και έκτοτε. [ βλ. προσκομιζόμενο με αρ. …/… δελτίο εργατικής διαφοράς του Σ.ΕΠ.Ε. Τμήμα ….. Τομέα Αθηνών]. Ακολούθως η επιθεωρήτρια εργασίας, Εριφίλη Μπόση, κατ’ άρθρο 3 παρ.11 του ν.3996/2011, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 παρ.Β6 ν. 4144/2013, διατύπωσε εγγράφως τη γνώμη σε συνέχεια της αριθμ. …/…. τριμερούς συζήτησης εργατικής διαφοράς, ότι εν προκειμένω υφίστανται οι προϋποθέσεις για να συντρέχει μεταβίβαση υπό την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002 και ότι η επιχείρηση “………….”, έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας της εργαζόμενης ενάγουσας, συνταχθείσας σχετικά της προσκομιζόμενης από 12-12-…. έγγραφης διατύπωσης γνώμης. Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικό περιστατικό, τα οποία προκύπτουν εναργώς από όλα τα προαναφερθέντα αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύονται κατά την κρίση αυτού του δικαστηρίου τα εξής: Η δεύτερη εναγόμενη από 1-10-…. συνέχισε την ίδια επιχείρηση έκδοσης της ίδιας εφημερίδας, που ασκούσε μέχρι τότε η αρχική εργοδότρια της ενάγουσας και η οποία έκτοτε διέκοψε τη λειτουργία της, καθώς η έκδοση της ως άνω αθλητικής εφημερίδας και η λειτουργία του ομώνυμου διαδικτυακού τόπου, που επίσης συνεχίσθηκε από τη δεύτερη εναγόμενη, ήταν το μοναδικό αντικείμενο δραστηριοποίησής της. Συνεχίστηκε, δηλαδή, έκτοτε χωρίς διακοπή, η ίδια ακριβώς οικονομική δραστηριότητα -έκδοση της ίδιας εφημερίδας, με το ίδιο περιεχόμενο, και τον ίδιο βασικό τίτλο-, και επομένως διατηρήθηκε η ταυτότητα της οικονομικής μονάδας από τη διάδοχο δεύτερη εναγόμενη, χωρίς να ενδιαφέρει ο τρόπος της μεταβίβασης αφού αρκεί το πραγματικό αποδεδειγμένο γεγονός, ότι η αρχική εργοδότριά της ενάγουσας έπαυσε να λειτουργεί, οπότε ουσιαστικά έχασε την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης, την οποία απέκτησε έκτοτε μόνο η δεύτερη εναγόμενη. Μεταβιβάστηκαν δε στην τελευταία τα σημαντικότερα άυλα περιουσιακά στοιχεία της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας, δηλαδή η φήμη και η πελατεία της, ενώ και το αναγνωστικό κοινό της δεν επηρεάζεται από τη μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, αφού η αθλητική εφημερίδα «………….» και ο ομώνυμος διαδικτυακός τόπος συνέχισαν να ασχολούνται με το ρεπορτάζ των αθλητικών ομάδων του ………….. Ακόμη μεταφέρθηκε το σύνολο σχεδόν του εργατικού δυναμικού από την αρχική στη διάδοχο εργοδότρια, δεύτερη εναγόμενη, ενώ το γεγονός της διαδοχής του εργοδότη δεν αναιρείται από το ότι η δεύτερη εναγόμενη αποφάσισε να δανεισθεί από την αρχική εργοδότρια τις υπηρεσίες των εργαζομένων της με τις άνω συμβάσεις δανεισμού για ορισμένο χρόνο, αντί να προσλάβει αντίστοιχους δικούς της υπαλλήλους διότι η δεύτερη εναγόμενη ως εργοδότρια, είχε την εξουσία να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή της με βάση τα κριτήρια που αυτή καθόριζε ως πλέον αποτελεσματικά για τα επιχειρηματικά και οικονομικά της συμφέροντα. Επιπροσθέτως δε η σύναψη των προδιατυπωμένων συμβάσεων δανεισμού μεταξύ των δύο επιχειρήσεων και των εργαζομένων δεν μπορεί να μεταβάλει τον νομικό χαρακτήρα των πραγματικών γεγονότων της μεταβίβασης επιχείρησης σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη της παρ. V Β της παρούσης, διότι προϋπόθεση, του δανεισμού των υπηρεσιών του μισθωτού είναι και ότι η επιχείρηση που ασκεί ο δεύτερος εργοδότης, είναι διαφορετική από εκείνη, που ασκεί ο αρχικός εργοδότης, διότι, αν η επιχείρηση είναι η ίδια, όπως εν προκειμένω, δεν υπάρχει δανεισμός του εργοδότη, αλλά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, επί της οποίας ισχύουν τα προεκτεθέντα στην ίδια νομική σκέψη περί υποκαταστάσεως του νέου εργοδότη στην εργασιακή σχέση και την απαλλαγή του προηγουμένου εργοδότη από τις εξ αυτής υποχρεώσεις του. Σε κάθε δε περίπτωση ουδόλως αποδείχθηκε ότι η αρχική εργοδότριά της ενάγουσας συνέχισε τη δραστηριότητά της, αφού, από τα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ακριβώς το αντίθετο, δηλαδή ότι αυτή έπαυσε τη λειτουργία της, καθώς η έκδοση της ως άνω αθλητικής εφημερίδας και η λειτουργία του ομώνυμου διαδικτυακού τόπου, που συνεχίσθηκαν από τη δεύτερη εναγόμενη, ήταν το μοναδικό αντικείμενο δραστηριοποίησής της, οπότε, ο, ισχυρισμός της δεύτερης εναγόμενης-εφεσίβλητης, ότι έγινε δανεισμός εργαζομένου από τη μία επιχείρηση στην άλλη, ουδεμία εφαρμογή έχει στην προκειμένη περίπτωση [πρβλ ΑΠ 1319/2015 ο.π.]. Η κρίση δε αυτή του δικαστηρίου, περί μεταβιβάσεως της αρχικής εργοδότριας της ενάγουσας στη δεύτερη εναγόμενη, υπό την έννοια που εκτέθηκε στην ως άνω στην παρ. V Α σχετική νομική σκέψη, δεν επηρεάζεται από το γεγονός, ότι και μετά τη διακοπή της λειτουργίας της, η αρχική εργοδότριά της ενάγουσας συνέχισε να καταβάλλει η ίδια τις ασφαλιστικές της εισφορές, ούτε ότι την εμφάνιζε τυπικά ως εργαζόμενή της, αφού οι ενέργειες αυτές έγιναν μονομερώς από την αρχική εργοδότρια, προφανώς για δικούς της λόγους. Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι μετά τη μεταβίβαση η δεύτερη εναγόμενη προσέλαβε και ορισμένους ακόμη εργαζόμενους πέραν όσων προέρχονταν από την αρχική εργοδότρια αφού αφενός μεν δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης από το γεγονός αυτό, κατά τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, αφετέρου δε, αποτελεί συνήθη επιχειρηματική πρακτική η ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων. Επίσης η κρίση για την κατάφαση της μεταβίβασης επιχείρησης υπό την έννοια τον Π.Δ. 178/2002 δεν αναιρείται από τη μη μεταβίβαση υλικοτεχνικού εξοπλισμού ή την αλλαγή διευθύνσεως της έδρας της επιχείρησης, διότι, λόγω της φύσης των δραστηριοτήτων της, ήτοι παροχή εκδοτικών υπηρεσιών, άμεσα συνδεδεμένων με το προσωπικό της, τυχόν επενδύσεις σε κτιριακές υποδομές ή άλλες εγκαταστάσεις δεν έχουν επίδραση στην εκτέλεση των εργασιών της, όπως συμβαίνει σε επιχειρήσεις που βασίζονται κυρίως στον εξοπλισμό ή στις εγκαταστάσεις τους [ εστίασης, μεταφορικές, βιομηχανικές κλπ]. Εξάλλου η κατάφαση για την ύπαρξη του βουλητικού στοιχείου στην ανάληψη από τον διάδοχο της αρχικής εργοδότριας ως οργανωμένο σύνολο προσώπων και αγαθών ενισχύεται και από το γεγονός ότι ο διάδοχος εργοδότρια τοποθετεί στη διεύθυνση της εφημερίδας τον πρώην εκδότη της …………. …………., στη γνώση κα εμπειρία του οποίου η ίδια σαφώς και απέβλεπε. Με βάση, λοιπόν, τα ανωτέρω γεγονότα και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 2 και 4 του π.δ. 178/2002, οι οποίες αναλυτικά εκτέθηκαν στην παρ. V Α της παρούσης απόφασης, από 1-10-… για τους εργαζόμενους, που απασχολούντο στην αρχική εργοδότρια, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα, επήλθε διαδοχή εργοδότη, διότι μεταβιβάσθηκε η επιχείρηση της αρχικής εργοδότρια, ως οργανωτική οντότητα [ ως ζων οργανισμός] που διατήρησε την ταυτότητά της. Αποδεικνύεται, άλλωστε, ότι η δεύτερη εναγόμενη – εφεσίβλητη, ως νέος φορέας είχε τη βούληση να καταστεί διάδοχος της αρχικής εργοδότριας εταιρίας, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητα της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητα της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού. Συνεπώς, αφού υπήρξε διαδοχή εργοδότη, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που είχε η μεταβιβάζουσα πρώτη εναγόμενη από την ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, μεταβιβάστηκαν στην δεύτερη εναγόμενη, ήδη εφεσίβλητη, αφού η διαδοχή έλαβε χώρα σε χρόνο που δεν είχε λάβει χώρα λύση της εργασιακής συμβάσεως εκ μέρους της πρώτης, με οποιοδήποτε τρόπο, χωρίς να απαιτείται η συναίνεση για τη διαδοχή αυτή της ενάγουσας, διότι δεν πρόκειται για δανεισμό των υπηρεσιών της, όπως η έννοια αυτή αναλύθηκε στη νομική σκέψη της παρ. V Β που προηγήθηκε. Και τούτο ανεξάρτητα από την ύπαρξη ή το κύρος οποιασδήποτε νομικής αιτίας για μεταβίβαση από την αρχική εργοδότρια στη δεύτερη εναγόμενη, αφού για την ύπαρξη μεταβολής του προσώπου του εργοδότη αρκεί το πραγματικό γεγονός της συνέχισης της ίδιας επιχείρησης, ως οικονομικής μονάδας, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση, κατά τα διαλαμβανόμενα στην ίδια με στοιχείο V Α νομική σκέψη της παρούσης απόφασης. Περαιτέρω, η δεύτερη εναγόμενη, από την 9η Ιουνίου …. και εντεύθεν, δεν αποδέχεται τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, ισχυριζόμενη ότι δεν την συνδέει συμβατικός δεσμός με εκείνη και δη εκ της άνω συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, παρότι, λόγω της μεταβίβασης επιχείρησης, υπεισήλθε στη σύμβασή της εργασίας της ως εργοδότιδα, με αποτέλεσμα την περιέλευσή της σε υπερημερία, αφού δεν απαιτείται συνεχής πανηγυρική προσφορά των υπηρεσιών της ενάγουσας προς τη δεύτερη εναγόμενη, ενόψει και του ότι αυτή, σύμφωνα με τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά είχε εκδηλώσει τη βούληση να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες της ενάγουσας. Με βάση, δε, τις παραπάνω παραδοχές και δεδομένου, ότι οι καταβλητέες αποδοχές της ενάγουσας, κατά την κρίσιμη χρονική περίοδο, ανέρχονταν στο μη αμφισβητούμενο ποσό των 1.131,00 ευρώ μηνιαίως, η δεύτερη εναγόμενη οφείλει, κατ’ άρθρον 656 ΑΚ, να καταβάλει τους μισθούς (υπερημερίας) της ενάγουσας για την ένδικη περίοδο από 1-8-…. έως 31-7-…. που ανέρχονται [μετά την αφαίρεση από την ίδια την ενάγουσα των αποδοχών συνολικού ποσού 9.345,90 ευρώ που έλαβε από την εργασία της το χρονικό διάστημα 11/…. έως 6/…. σε άλλον εργοδότη, από το αιτούμενο με την αγωγή για την αιτία αυτή συνολικό ποσό των 47.185,29 ευρώ] στο ποσό των 37.839,39 ευρώ, στο οποίο και περιόρισε το σχετικό αίτημα της αγωγής της, [ 47.185,29-9.345,90], συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας που θα ελάμβανε το αντίστοιχο χρονικό διάστημα, το ύψος του οποίου δεν αμφισβητείται ειδικώς από την εναγόμενη ( 261 ΚΠολΔ). Κατόπιν των ανωτέρω, θα πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής η επικουρικώς προβληθείσα από τη δεύτερη εναγόμενη ένσταση έκπτωσης αλλαχού κερδηθέντων, αφού η ενάγουσα έχει ήδη προβεί στην αφαίρεση των ποσών που έλαβε από τη νέα της εργασία από τον Νοέμβριο του …. έως και τον Ιούνιο του …. σύμφωνα και με τον ατομικό της λογαριασμό ασφαλισμένου ΕΦΚΑ που η ίδια προσκομίζει. Το δε αίτημα της εναγόμενης-εφεσίβλητης περί επίδειξης από την ενάγουσα των φορολογικών δηλώσεων για τα οικονομικά έτη …., …. και …. προκειμένου να αποδειχθεί ότι κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα η ενάγουσα απασχολούταν σε άλλη εργασία, αλυσιτελώς προβάλλεται, λόγω του προαναφερόμενου περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, ενώ από τον προσκομιζόμενο ατομικό λογαριασμό ασφαλισμένου του Ε.Φ.Κ.Α προκύπτει η χρονική περίοδος και οι ημέρες απασχόλησης της ενάγουσας κατά μήνα [τυπικά] στην πρώτη εναγόμενη αρχική εργοδότρια, καθώς και οι ημέρες απασχόλησης της μετά τον Νοέμβριο του …. μέχρι και τον Ιούνιο του …. σε άλλον εργοδότη. Πέραν τούτου, το αίτημα επίδειξης φορολογικών δηλώσεων είναι μη νόμιμο, διότι το φορολογικό απόρρητο, και τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα αν δεν συντρέχει προβλεπόμενος στο νόμο λόγος υπέρβασής του, συνιστούν νόμιμο λόγο άρνησης επίδειξής τους και κάμπτει το έννομο συμφέρον για την επίδειξή τους ( Μον ΕφΑιγ 25/2020, ΕφΛαμ 8/2013, δημ/νες ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και ως εκ τούτου δεν μπορεί να διαταχθεί η επίδειξή τους, ακόμη και αν η ως άνω διάδικος είχε έννομο συμφέρον για την επίδειξη αυτή. Τέλος η δεύτερη εναγόμενη [ήδη εφεσίβλητη] ισχυρίζεται ότι η άσκηση της αγωγής από την ενάγουσα παρίσταται καταχρηστική κατά το άρθρο 281 ΑΚ για το λόγο ότι α) μετά την καταγγελία της σύμβασης δανεισμού, την οποία η ίδια αποδέχθηκε και αναγνώρισε ως έγκυρη, παύοντας την προσφορά εργασίας της και αναζητώντας εργασία στην αρχική της εργοδότρια-πρώτη εναγόμενη και β) ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε όχληση προς αυτήν παρά μόνον με την αγωγή της. Ο εν λόγω ισχυρισμός, όπως εκτιμάται από το δικαστήριο κατά το πρώτο σκέλος του συνιστά άρνηση της εναντίον της αγωγής εφόσον με αυτόν η εναγόμενη βάλλει ουσιαστικά κατά των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν κατά νόμο την ιστορική της βάση, αρνούμενη έτσι την μεταβίβαση της επιχείρησης και στηρίζεται στην επικαλούμενη ανυπαρξία της μεταβολής του προσώπου του εργοδότη και της ανυπαρξίας της συμβατικής σχέσης με την ενάγουσα που, αληθές υποτιθέμενο το εν λόγω γεγονός, εμποδίζει τη γέννηση της σχετικής της αξίωσης και συνεπώς δεν αποτελεί ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ όπως αβάσιμα υπολαμβάνει η εναγόμενη αυτή, τα δε με στοιχείο β ως άνω περιστατικά, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του καταγομένου σε δίκη δικαιώματος της ενάγουσας, διότι μόνη η αδράνεια του χρόνου, χωρίς την επίκληση και άλλων κρίσιμων περιστατικών, όπως η οικονομική δυσπραγία του εργοδότη, και αν ακόμη υποτεθεί αληθινή, δεν καθιστούν την άσκηση των νομίμων αξιώσεων των εναγόντων προφανώς αντίθετη στα ακραία αξιολογικά όρια του άρθρου 281 ΑΚ (Ολ. ΑΠ 7/2002 Ελλ.Δνη 43.681, ΑΠ 1144/2000 ΕλλΔνη 42. 291, ΑΠ 256/1999 Δνη 40.1059, ΑΠ 615/94 ΕλλΔ/νη, 36,340).

Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να γίνει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και αναγνωρίζοντας ότι την 1η Οκτωβρίου …. έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την αρχική εργοδότρια-πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη και, συνακόλουθα, ότι η ενάγουσα συνδέεται με τη τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας, ως δημοσιογράφου, κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 100,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης και να υποχρεωθεί η ίδια να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 37.839,30 ευρώ που αφορά στους μισθούς υπερημερίας της ένδικης περιόδου, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας των ετών 2016-2019, με το νόμιμο τόκο κάθε μερικότερου κονδυλίου, σύμφωνα με το αιτητικό της αγωγής. Ειδικότερα οι μισθοί [υπερημερίας] που επιδικάζονται τοκοφορούν από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρο 655 του ΑΚ, βλ. ΑΠ 124472001, ΕλλΔνη 2002. 167, ΑΠ 1682/2000, ΕΕργΔ 2001. 456, ΔΕΝ 2001. 1361, ΕλλΔνη 2001. 1308). Τα επιδόματα αδείας από την 31η Δεκεμβρίου του έτους που το καθένα από αυτά όφειλε να καταβληθεί (βλ. ΟλΑΠ 39 και 40/2002, ΕΕργΔ 2002, 1482 και 1478, αντίστοιχα). Το επίδομα του δώρου εορτών Πάσχα οφείλεται από την πρώτη του μηνός Μαίου του έτους που αφορά και το επίδομα του δώρου εορτών Χριστουγέννων από την πρώτη Ιανουαρίου του επόμενου έτους (βλ. ΟλΑΠ 39-40/2002, ΑΠ 945/2001, ΕΕργΔ 2002, 168, ΑΠ 1682/2000, ΕΕργΔ 2001, 456, ΔΕΝ 2001, 1361, ΕλλΔνη 2001, 1308). Τα δικαστικά έξοδα της εκκαλούσας-ενάγουσας, για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος της, (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης- δεύτερης εναγόμενης, λόγω της ήττας της, (183, 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, ιδιαίτερη διάταξη για την πρόσθετη υπέρ της εκκαλούσας παρέμβαση του σωματείου [………….], δεν θα περιληφθεί στο διατακτικό, αφού δεν υποβάλλεται με αυτήν αυτοτελές αίτημα παροχής έννομης προστασίας, πλην της διάταξης που αφορά τα δικαστικά έξοδα για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, του προσθέτως υπέρ της εκκαλούσας παρεμβαίνοντος σωματείου, που παρέστη με χωριστό δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις, τα οποία, κατά παραδοχή σχετικού νομίμου αιτήματος του (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εφεσίβλητης, λόγω της ήττας της, κατ’ άρθρο 182 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων, α) την από 6-7-2020 και με αριθμό κατάθεσης …………./…………/6-7-2020 έφεση και β) το από 12-10-2020 και με αριθμό κατάθεσης …………/…………/14-10-2020 ιδιαίτερο δικόγραφο αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλούμενη με αρ. 885/2020 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

ΚΡΑΤΕΙ την από 31-7-2017 και με αριθμό καταθ. …………../…………./31-7-2017 αγωγή και ΔΙΚΑΖΕΙ την ουσία της υποθέσεως ως προς τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «………….» και με το διακριτικό τίτλο «………….».

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή ως προς αυτήν.

Αναγνωρίζοντας ότι την 1η Οκτωβρίου …… έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την αρχική εργοδότρια εταιρία με την επωνυμία «………….» στη δεύτερη εναγόμενη και, συνακόλουθα, ότι η ενάγουσα συνδέεται με τη τελευταία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες της ενάγουσας, …………. …………., ως δημοσιογράφου κατά τους όρους της εργασιακής της σύμβασης, διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της προς την υποχρέωση αυτή καταδικάζει την εναγόμενη σε χρηματική ποινή ύψους εκατό [100] ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί σε αυτήν την υποχρέωση της.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την ανωτέρω εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριάντα επτά χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα εννέα ευρώ και τριάντα εννέα λεπτών [37.839,39 ευρώ] με το νόμιμο τόκο κάθε μερικότερου κονδυλίου, κατά τις διακρίσεις, που γίνονται στο σκεπτικό, έως την εξόφληση κάθε επιμέρους ποσού.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της δεύτερης εναγόμενης-εφεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας-εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε χίλια τετρακόσια [ 1.400,00] ευρώ, Και

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εφεσίβλητης τα δικαστικό έξοδα του προσθέτως υπέρ της εκκαλούσας παρεμβαίνοντος σωματείου με την επωνυμία «……………….» (……………), για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε πεντακόσια (500,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 18 Μαίου 2021, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies