Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Ο μεταβιβάζων την επιχείρηση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο ιδιοκτήτη. Αναγνώριση ακυρότητας της καταγγελίας συμβάσεως εργασίας. Επιδίκαση αμοιβής υπερεργασίας, αποδοχών και αποζημίωσης αδείας. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή έγινε προφορικά και χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Μισθοί υπερημερίας. Εργασία κατά τα Σάββατα. Προσβολή προσωπικότητας. Απαράδεκτο αποδεικτικό μέσο οι υπεύθυνες δηλώσεις. Απορρίπτει αντίθετη αγωγή εργοδοτών για προσβολή προσωπικότητας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 70.359,11 Ευρώ. Απορρίπτει την έφεση των εργοδοτών.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός 2647/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
(ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑ 5°)
Αποτελούμενο από το Δικαστή Νικόλαο Μήλιο, Εφέτη, τον οποίο όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα, την 6η Νοεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) ………… ………… του …………, κατοίκου ………… Ατττικής (οδός ………… ….) και 2) ………… ………… του …………, κατοίκου ομοίως, οι οποίοι στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Αγαπηνό, βάσει δηλώσεως.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ………… ………… του …………, κατοίκου ………… Αττικής (οδός ………… …..), η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο, βάσει δηλώσεως.
Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 20.10.2016 (με αριθμό κατάθεσης ………/……../2016) αγωγή και ζήτησε να γίνει δεκτή ενώ και οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες, άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 25.4.2017 (με αριθμό κατάθεσης ………/……../2017) αγωγή και ζήτησαν να γίνει δεκτή. Το Δικαστήριο εκείνο, συνεκδικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων τις ανωτέρω αγωγές κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την υπ’ αριθ. 208/2018 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την από 20.10.2016 αγωγή και απέρριψε την από 25.4.2017 αγωγή.
Ήδη οι εκκαλούντες, με την από 8.2.2018 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………/……../2018) έφεσή τους, που κατέθεσαν στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσέβαλαν την απόφαση αυτή και η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ύστερα από μονομερείς δηλώσεις τους, που έγιναν σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 1649/1986, δεν παραστάθηκαν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσαν εμπρόθεσμα προτάσεις.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 208/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 20.10.2016 (με αριθμό κατάθεσης ………/……../2016) αγωγή της εφεσίβλητης εναντίον των εκκαλούντων και την από 25.4.2017 (με αριθμό κατάθεσης ………/……../2017) αγωγή των εκκαλούντων εναντίον της εφεσίβλητης, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 516, 518 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν κατά το χρόνο δημοσίευσης της εκκαλουμένης), αφού η εκκαλουμένη επιδόθηκε στους εκκαλούντες στις 5.2.2018 (βλ. τη σχετική σημείωση στο σώμα της εκκαλουμένης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη) και η έφεση ασκήθηκε στις 8.2.2018 ενώ εξάλλου από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (24.1.2018) μέχρι και την άσκηση της εφέσεως (8.2.2018) δεν έχει παρέλθει διετία. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.
ΙΙ. Με την από 20.10.2016 αγωγή, η ενάγουσα ιστορούσε ότι στις 28-12-2007 προσλήφθηκε με προφορική (άτυπη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο, προκειμένου να εργαστεί ως πωλήτρια – σερβιτόρα μπουφέ (μπουφετζού), σε κατάστημα (αναψυκτήριο – μπουγατσοπωλείο) στους ……………. ……………. Αττικής, που εκμεταλλεύεται ο πρώτος εναγόμενος, με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας (από Δευτέρα έως και Παρασκευή), επί οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μισθού, ύψους (για το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω) 989,54 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 30-06-2012, 762,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-07-2012 έως 31-10-2015 και 705,00 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 01-11-2015 και εντεύθεν. Ότι η ως άνω σύμβαση είναι έγκυρη, καθώς ήταν εφοδιασμένη με το απαιτούμενο βιβλιάριο υγείας εργαζομένου σε καταστήματα υγειονομικού ενδιαφέροντος. Ότι καθ’ όλο το κρίσιμο χρονικό διάστημα, ήτοι από 01-01-2011 έως 22-07-2016, εργαζόταν έξι ημέρες εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως και Σάββατο), για 12 και 14 ώρες ημερησίως, με ώρα έναρξης του ωραρίου της στις 5:30 π.μ., ήτοι πέραν του νομίμου και συμφωνηθέντος ωραρίου της, καθώς και μία Κυριακή το μήνα, ομοίως για 12και % ώρες, με ώρα έναρξης στις 5:30 π.μ., χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της δεν λάμβανε επιπλέον αμοιβή για την υπερεργασιακή και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση, ούτε αμοιβή για την εργασία της τα Σάββατα και τις Κυριακές, αλλά ούτε και για την νυχτερινή απασχόλησή της. Ότι για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2016 έως τις 22 Ιουλίου 2016, ο πρώτος εναγόμενος δεν της κατέβαλε καθόλου τον οφειλόμενο μισθό της, ενώ επίσης για το έτος 2015 δεν έλαβε τη νόμιμη άδεια αναψυχής, καθώς ο πρώτος εναγόμενος της στέρησε υπαιτίως 13 ημέρες άδειας, παρά το γεγονός ότι την άνοιξη του έτους 2015, αυτή ζήτησε από τον εναγόμενο τη χορήγηση αδείας για τον μήνα Αύγουστο, ούτε το σχετικό επίδομα άδειας. Ότι εξαιτίας των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε ο πρώτος εναγόμενος, στις 22-07-2016 μεταβίβασε την ως άνω επιχείρησή του στη δεύτερη εναγομένη και σύζυγό του, η τελευταία δε την ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κτλ και η επιχείρηση συνεχίστηκε με την ίδια ακριβώς δραστηριότητα (αναψυκτήριο), έχοντας τον ίδιο διακριτικό τίτλο και τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό και εργατικό προσωπικό. Ότι ενόψει τούτων έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης του πρώτου εναγομένου προς τη δεύτερη εξ αυτών, με την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, με αποτέλεσμα ο πρώτος εναγόμενος να είναι εις ολόκληρον υπεύθυνος με τη δεύτερη εναγομένη για όλες τις απορρέουσες από την ένδικη σύμβαση εργασίας αξιώσεις της μέχρι την 22α-07-2016. Ότι την ίδια ημερομηνία (22-07-2016) ο πρώτος των εναγομένων κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβασης εργασίας, χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση και συγχρόνως αξίωσε από αυτή (την ενάγουσα) να υπογράψει αναγγελία πρόσληψης στη δεύτερη εναγομένη, κάτι που συνέβη με όλους τους εργαζόμενους στην επιχείρησή του. Ότι η ίδια συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της, εργαζόμενη στην επιχείρηση της δεύτερης εναγομένης μέχρι τις 19-08-2016, οπότε αναγκάσθηκε να αποχωρήσει οικειοθελώς από αυτή, διότι οι εναγόμενοι αρνούνταν να της καταβάλλουν τα μνημονευόμενα χρηματικά ποσά που της όφειλαν εκ της παροχής της εργασίας της κατά τα προαναφερθέντα. Ζήτησε λοιπόν, μετά τον περιορισμό των αιτημάτων της αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, να της καταβάλουν: 1) το ποσό των 4.765,80 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 01-01-2016 έως 22-07-2016, με το νόμιμο τόκο από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε παροχής, ήτοι από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός, 2) το ποσό των 733,20 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας του έτους 2015, με το νόμιμο τόκο από την 31Μ 2-2015, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 3) το συνολικό ποσό των 49.772,63 ευρώ, για την υπερεργασιακή και την υπερωριακή της απασχόληση, κατά το χρονικό διάστημα από 01-01-2011 έως 22-07-2016, 4) το ποσό των 25.477,82 ευρώ για την απασχόλησή της τα Σάββατα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, 5) το ποσό των 7.589,68 ευρώ για την εργασία της κατά τις Κυριακές, κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, 6) το ποσό των 1.343,07 ευρώ για τη νυχτερινή της εργασία, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά (εκτός από τις αποδοχές αδείας του έτους 2015) με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αντίστοιχες αποδοχές, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά ζήτησε, σε περίπτωση που κριθεί ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης, κατά τα προεκτεθέντα, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 9.870,00 ευρώ, ως μισθούς υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από 22-07-2016 έως 21-07-2017, ως ημερομηνία πιθανής συζήτησης της αγωγής, λόγω της ακυρότητας της γενόμενης εκ μέρους του πρώτου εναγομένου καταγγελίας, ένεκα μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης σ’ αυτή, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα έκαστου μήνα, άλλως πιο επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία ήταν έγκυρη, να αναγνωρισθεί η υποχρέωση του πρώτου εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των 4.112,50 ευρώ, ως αποζημίωση απόλυσης (705,00 ευρώ τελευταίος μηνιαίος μισθός X 5 ενόψει της διάρκειας της υπηρεσίας της, πλέον 1/6 για αναλογία δώρων εορτών και επιδόματος αδείας), με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης, ήτοι 22-07-2016, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Επίσης ζήτησε επικουρικά καταβολή των ιδίων ως άνω ποσών κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, στην περίπτωση που κριθεί ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη. Ακόμα, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι η από 22-07-2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους του πρώτου εναγομένου ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης και αναγνωριστεί ότι στις 22-07-2016 έλαβε χώρα μεταβίβασης της επίμαχης επιχείρησης από τον πρώτο εναγόμενο προς τη δεύτερη. Επίσης, στην περίπτωση που κριθεί ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της χορηγήσουν, κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ, πιστοποιητικά εργασίας, όπου να βεβαιώνεται το είδος και η διάρκεια της εργασίας της, όπως και η διαγωγή της και να απειληθεί σε βάρος τους χρηματική ποινή, ύψους 500,00 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης να συμμορφωθούν στην παραπάνω υποχρέωσή τους. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της παραπάνω αποφάσεως παραπονούνται με την ένδικη έφεσή τους οι εκκαλούντες-εναγόμενοι για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή της εφεσίβλητης.
ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, με οποιονδήποτε τρόπο και αν επέλθει, δεν επηρεάζει την εφαρμογή των ευνοϊκών για τους υπαλλήλους διατάξεων του νόμου αυτού, που ρυθμίζει την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 παρ. 1 του β.δ/τος της 16/18.7.1920, αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 8 του κ.ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στο νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας, όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του πηγάζουν από αυτή, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταβιβάζονται στο διάδοχο. Κατά τις διατάξεις των άρθρων, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, και 4 παρ. 1,2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του Π.Δ/τος, θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, ενώ ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση. Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι, κατά την έννοια αυτών, μεταβίβαση επιχείρησης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως, εφόσον, δηλαδή, συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση και διατηρεί αυτή, υπό το νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 1994/1252, ΑΠ 1147/2017 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών, πρέπει να μεταβιβάζονται τόσο επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και να είναι, υπό το νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό. Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της μονάδας και όχι την ίδια. Διατήρηση της ταυτότητάς της σημαίνει, ότι διατηρούνται αμετάβλητες οι θέσεις εργασίας και, συνεπώς, δικαιολογείται ο νέος φορέας της να αναλάβει τις εργασιακές σχέσεις που συνδέονται με αυτές. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Υπό την ισχύ, εξάλλου, του π.δ/τος 178/2002 (όπως και του προγενέστερου π.δ/τος 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών», βλ. ΑΠ 259/2006, ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση. Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εργασιακές συμβάσεις ή σχέσεις, που ήταν ενεργείς κατά το χρόνο της μεταβίβασης της επιχείρησης (ΑΠ 318/1998 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), συνεχίζονται με το νέο εργοδότη με τους ίδιους όρους και συνθήκες, άσχετα από τη συναίνεση των εργαζόμενων (ΟλΑΠ 5/1994ό.π., ΑΠ 1 147/2017 ό.π.). Εξάλλου, κατά το άρθρο 669 ΑΚ σύμβαση εργασίας που η διάρκειά της δεν ορίστηκε, λύεται ύστερα από καταγγελία οποιουδήποτε από τα μέρη. Η καταγγελία είναι μονομερής και αναιτιώδης δικαιοπραξία. Ειδικά, η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.3 του ν. 3198/55, να γίνει, με ποινή ακυρότητας, εγγράφως και να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης στις οποίες συνυπολογίζεται η αναλογία από τα δώρα εορτών και του επιδόματος αδείας προσαυξάνοντας έτσι την αποζημίωση κατά 1/6 (ΑΠ 546/1999 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Σε περίπτωση μη τηρήσεως των ανωτέρω προϋποθέσεων η εξ αυτής προκύπτουσα ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου και σ’ αυτήν την περίπτωση μπορεί αυτός να ζητήσει με αγωγή του είτε την καταβολή των αποδοχών του, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία, εντός τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας (άρθρο 6 παρ.1 του Ν. 3198/55) ή να θεωρήσει αυτήν έγκυρη και να απαιτήσει την πιο πάνω νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 548/2000, ΕΕΝ 2001/739, ΑΠ 1169/1999, ΔΕΝ 2000, 72, ΑΠ 590/1994 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές ή προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον κοινωνικό ή οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, έτσι ώστε η ενάσκηση του δικαιώματος αυτού να προσκρούει στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 9/2010 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).
IV. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες (καταθέσεις) περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, καθώς και από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα έγγραφα, ορισμένα εκ των οποίων μνημονεύονται ειδικότερα παρακάτω, χωρίς όμως να παραλείπεται κάποιο από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, άλλα εκ των οποίων (εγγράφων) λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από την υπ’ αριθμ. ……/15-09-2017 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα ………… ………… του …………, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας και ήδη εφεσίβλητης, κατόπιν προηγούμενης νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης των εναγόμενων (βλ. τις υπ’ αριθμ. …………/12-09-2017 και …………/12-09-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη και τη συνημμένη σ’ αυτές από 11-09-2017 κλήση), από τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων (άρθρα 261 και 352 ΚΠολΔ), για τις οποίες θα γίνει ειδική μνεία κατωτέρω [χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων η υπ’ αριθμ. ……./25-09-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Γεωργίου Παπαθεοδώρου, των μαρτύρων ………… …………, ………… …………, ………… …………, ………… ………… και ………… …………, που προσκομίζουν μετ’ επικλήσεως οι εναγόμενοι, διότι αυτή λήφθηκε με την επιμέλεια των εναγομένων, ύστερα από προφορική δήλωση συζήτηση της του πληρεξούσιου δικηγόρου τους που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, μετά τη συζήτηση της ανωτέρω αγωγής και δεν άγει σε αντίκρουση ισχυρισμού της ενάγουσας, προταθέντος για πρώτη φορά με τις προτάσεις της ή κατά τη συζήτηση, αλλά αντίθετα προς απόδειξη της από 25.4.2017 αγωγής τους εναντίον της εφεσίβλητης-ενάγουσας -η οποία συνεκδικάστηκε αντιμωλία των διαδίκων με την ανωτέρω αγωγή της εφεσίβλητης και επ’ αυτών των αγωγών εκδόθηκε η εκκαλουμένη- και αντίκρουσης της αγωγής της ενάγουσας- εφεσίβλητης (άρθρο 591 παρ. 1 περ. στ’ ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του Ν. 4335/2015 και ισχύει), όπως, άλλωστε, ρητά αναφέρουν στην παραπάνω ένορκη βεβαίωση (βλ. υπό το προγενέστερο δίκαιο όπου ίσχυε η διάταξη του άρθρου 671 ΚΠολΔ ΑΠ 1405/2009 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), όπως επίσης δεν λαμβάνονται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων οι από 20-09-2017 επτά υπεύθυνες δηλώσεις του Ν. 1599/1986 των ………… …………, ………… …………, ………… …………, ………… …………, ………… …………, ………… ………… και ………… ………… και η από 25-09-2017 υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 της ………… …………, που προσκομίζουν με επίκληση οι ενάγοντες – εναγόμενοι, διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου, πρόκειται για βεβαιώσεις τρίτων, οι οποίες μη δοθείσες κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο, έγιναν με αποκλειστικό σκοπό να χρησιμοποιηθούν ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, όπως τούτο εναργώς προκύπτει από το περιεχόμενό τους αλλά και το γεγονός ότι οι επτά από αυτές συντάχθηκαν μία μόλις ημέρα πριν τη συζήτηση των ανωτέρω αγωγών, ενώ η τελευταία, συντάχθηκε μετά τη συζήτηση αυτών, και ως εκ τούτου αποτελούν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη, ούτε στην προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/1987 Δίκη 1987/ 530, ΑΠ 930/2008 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)- αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 28-12-2007 η ενάγουσα προσελήφθη από^ τον πρώτο εναγόμενο με προφορική (άτυπη) σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος, πωλήτρια – μπουφετζού στην ατομική επιχείρηση που διατηρούσε ο πρώτος εναγόμενος και συγκεκριμένα στο κατάστημα αναψυκτήριο – τυροπιτάδικο (μπουγατσοπωλείο) στους ………… ………… Αττικής (επί της ………… ………… αριθμ. ….), με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας (από Δευτέρα έως Παρασκευή) και για οκτώ ώρες ημερησίως, έναντι μηνιαίου μισθού, για το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ύψους 989,54 ευρώ από 01-01-2011 έως 30-06-2012, 762,00 ευρώ από 01-07-2012 έως 31-10-2015 και 705,00 ευρώ από 01-11-2015 και εντεύθεν. Τον Μάρτιο 2009 ο πρώτος εναγόμενος μετέθεσε την ενάγουσα σε άλλο ομοειδές κατάστημά του στον ………………… Αττικής, στο οποίο εργάστηκε μέχρι το Φεβρουάριο 2010, οπότε το πώλησε και την επανατοποθέτησε στο άνω κατάστημα στους …….. ……………… Αττικής. Η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας ήταν έγκυρη δεδομένου ότι κατείχε το απαιτούμενο εκ του νόμου βιβλιάριο υγείας (άρθρο 14 παρ.1 της υπ.’ αριθμ. ΑΙΒ/8577/1983 απόφασης του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του α.ν. 2520/1940 και του ν. 1206/1982 όπως αυτό έχει αντικατασταθεί με την υπ’ αριθ. 8405/29-10-1992 απόφαση του Υπουργού Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Κοινωνικών Ασφαλίσεων). Τα περιστατικά αυτά συνομολογούνται από τους εναγόμενους, κατ’ άρθρο 352 ΚΠολΔ (βλ. την από 05-12-2016 συνεκδικαζόμενη αγωγή τους). Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες της με την παραπάνω ειδικότητά της στον πρώτο εναγόμενο, ο οποίος και αποδεχόταν αυτές, μέχρι τις 22-07-2016, χρονικό σημείο που ενδιαφέρει εν προκειμένω, αφού μέχρι τότε εκτείνονται τα αιτούμενα κονδύλια. Πλην όμως, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τις δεδουλευμένες αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από τον Ιανουάριο 2016 έως 19-07-2016 (σύμφωνα με το αίτημα της αγωγής), παρά το γεγονός ότι η ενάγουσα παρείχε προσηκόντως τις υπηρεσίες εξακολουθώντας να εργάζεται στο παραπάνω αναψυκτήριο – τυροπιτάδικο του πρώτου εναγομένου (βλ. και το σχετικό δελτίο εργατικής διαφοράς). Επομένως, ο πρώτος εναγόμενος οφείλει να της καταβάλει για την άνω αιτία το ποσό των [705,00 ευρώ που ήταν ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός της ενάγουσας X 6 μήνες = 4.230,00 ευρώ + 19 ημερομίσθια για τον μήνα Ιούλιο (705,00 / 25 χ 19 = 535,80 ευρώ] =) 4.765,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους απαίτηση (μισθός) έγινε απαιτητή, ήτοι από την επόμενη (άρθρο 241 ΑΚ) ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό. Περαιτέρω, προέκυψε ότι ο εργοδότης της ενάγουσας πρώτος εναγόμενος αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα, αν και η τελευταία του το ζήτησε, κάποιες από τις ημέρες αδείας που δικαιούταν για το έτος 2015 και επομένως οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα ως αποζημίωση αδείας τις αποδοχές αδείας αυξημένες κατά 100% ως αστική ποινή. Συγκεκριμένα, για το τρίτο ημερολογιακό έτος καθώς και τα επόμενα ο μισθωτός δικαιούται να λάβει ολόκληρη την ετήσια άδειά του και σε κάθε χρονικό σημείο του έτους αυτού. Η άδεια αυτή μπορεί να φτάσει τις 22 ημέρες για την πενθήμερη εργασία εάν έχουν συμπληρωθεί 2 έτη εργασίας εντός του τρίτου ημερολογιακού έτους, ενώ ο εργοδότης υποχρεούται να χορηγήσει την άδεια μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου του έτους. Συνεπώς, η ενάγουσα δικαιούταν για το έτος 2015, 22 εργάσιμες ημέρες αδείας με αποδοχές αδείας 26 ημερομισθίων, της χορηγήθηκαν δε 13 ημέρες αδείας εντός του έτους 2015 αν και η ενάγουσα αιτήθηκε και τις 22 ημέρες, με αποτέλεσμα να της οφείλει ως αποζημίωση αδείας το ποσό των (705,00 ευρώ ο μηνιαίος μισθός / 25 χ 13 + 100% =) 733,20 ευρώ, νομιμοτόκως από την 01-01- 2016. Τα ανωτέρω αποδείχθηκαν πλήρως από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ………………… …………………, στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, ο οποίος επιβεβαίωσε μετά λόγου γνώσεως τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, δεδομένου του ότι εργάστηκε ως υπάλληλος στην προαναφερόμενη ατομική επιχείρηση του πρώτου εναγομένου από τον Ιούνιο 2015 μέχρι τον Ιούλιο 2016, με την ιδιότητα του μπουφετζή και μάλιστα ήταν η ενάγουσα που αναλάμβανε τη λειτουργία του καταστήματος μετά τη λήξη της δικής του βάρδιας στις 06:00 π.μ., όπως θα εκτεθεί και κατωτέρω. Η μαρτυρική αυτή κατάθεση ενισχύεται και από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ………………… ………………… του …………………, αδελφός της ενάγουσας, στην υπ’ αριθμ. ………/15-09-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, ο οποίος μάλιστα ανέφερε ότι επειδή ο πρώτος εναγόμενος χρωστούσε τις αποδοχές επτά μηνών στην ενάγουσα, αυτή αναγκάστηκε να δανειστεί χρήματα από συγγενικά της πρόσωπα, μεταξύ των οποίων και από τον ίδιο, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις της οικογένειάς της. Δεν αναιρούνται δε από τις εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας της ενάγουσας για το παραπάνω κρίσιμο διάστημα, τις οποίες προσκομίζουν οι εναγόμενοι, καθώς αυτές δεν φέρουν την υπογραφή της ενάγουσας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν στην άνω επιχείρηση του πρώτου εναγομένου επί δώδεκα (12) ώρες καθημερινά από Δευτέρα έως και Σάββατο και συγκεκριμένα από τις 06:00 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., απορριπτομένου του ισχυρισμού της ενάγουσας ότι εργαζόταν καθημερινά από τις 05:30 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., καθώς η ενάγουσα, η οποία φέρει και το σχετικό βάρος ισχυρισμού της, δεν ενίσχυσε με κάποιο αποδεικτικό μέσο τον ισχυρισμό της αυτό, δηλαδή ότι ξεκινούσε την εργασία της στις 05:30 π.μ. και όχι στις 06:00 π.μ., όπως προέκυψε αποδεικτικά. Τούτο αποδείχθηκε από την ένορκη κατάθεση του προαναφερόμενου μάρτυρα ………………… …………………, που εξετάστηκε με επιμέλεια της ενάγουσας στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, που κρίνεται πειστική και ειλικρινής, καθώς όπως προαναφέρθηκε, εργαζόταν και αυτός στο κατάστημα του πρώτου εναγομένου για 13 μήνες, έχοντας ιδία αντίληψη για το εργασιακό καθεστώς που υπήρχε στην επιχείρηση και συγκεκριμένα για τις ώρες και τις ημέρες που δούλευε η ενάγουσα. Ο μάρτυρας, λοιπόν αυτός κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως, ότι η ενάγουσα προσερχόταν στο κατάστημα του πρώτου εναγομένου για να εργαστεί στις 06:00 π.μ. και τον άλλαζε στη δική του βάρδια που ξεκινούσε από τις 20:00 μ.μ. εκτεινόμενη μέχρι τις 06:00 π.μ., καθώς και ότι η ενάγουσα εργαζόταν από τις 06:00 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., ενώ από τις 18:00 μ.μ. μέχρι τις 20:00 μ.μ. για δύο ώρες αναλάμβανε τη λειτουργία του ο πρώτος εναγόμενος. Αντίθετα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η κατάθεση του μάρτυρα ………………… …………………, που εξετάστηκε με την επιμέλεια των εναγομένων, δεν κρίνεται πειστική, καθώς ήταν ασαφής. Συγκεκριμένα, ο άνω μάρτυρας, που συνήθιζε να περνά από το κατάστημα του πρώτου εναγομένου τα πρωινά στην αρχή ως διανομέας των προϊόντων «…………» και στη συνέχεια ως απλός πελάτης και φίλος του πρώτου εναγομένου, κατέθεσε ότι η ενάγουσα μετέβαινε στην εργασία της στις επτά, επτάμιση, οκτώ το πρωί, ότι αποχωρούσε από αυτή λογικά το μεσημέρι και ότι κάποια απογεύματά, που ο ίδιος είχε πάει στο μαγαζί μετά τις 17:00 μ.μ., την έβλεπε σπανίως. Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ………………… ………………… του …………………, αδελφός της ενάγουσας, στην υπ’ αριθμ. ……/15-09-2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Έτσι, με βάση τα προεκτεθένα, προέκυψε ότι η ενάγουσα απασχολούνταν στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου ημερησίως από τις 06:00 π.μ. μέχρι τις 18:00 μ.μ., και άρα δεν εργαζόταν κατά τη νύχτα (δεδομένου ότι η νυχτερινή απασχόληση εκτείνεται κατά το νόμο από 24:00 έως 06:00) και συγκεκριμένα από τις 5:30 π.μ., ως αβασίμως αιτιάται, απορριπτομένου του οικείο κονδυλίου για νυχτερινή απασχόληση, ύψους 1.343,07 ευρώ, ως ουσιαστικά αβάσιμου. Όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα εργαζόταν κατά μέσο όρο δώδεκα ώρες ημερησίως και άρα εξήντα ώρες εβδομαδιαίως (χωρίς να υπολογίζεται η παρεχόμενη εργασία κατά το Σάββατο), δηλαδή πέραν των 40 ωρών την εβδομάδα που αποτελούν το νόμιμο ωράριο, πραγματοποιώντας υπερεργασία για τις επόμενες πέντε (5) ώρες μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών (41 η ώρα έως 45η ώρα), για την οποία (υπερεργασία) δικαιούται, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2874/2000, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ A 115), που εφαρμόζεται εν προκειμένω, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 20% [κριτήριο για τον υπολογισμό της υπερεργασίας αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας ενώ για τον υπολογισμό της υπερεργασίας δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία εργασία η απασχόληση κατά την ημέρα της ανάπαυσης, δηλαδή η υπερεργασία περιορίζεται στις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και δεν επεκτείνεται και στις ημέρες ανάπαυσης (Κυριακή ή άλλη ημέρα ανάπαυσης, ή το Σάββατο ως έκτη ημέρα λόγω 5ημέρου), κατά τις οποίες τυχόν εργάστηκε ο μισθωτός, αφού η εργασία κατά τις ημέρες αυτές ρυθμίζεται αυτοτελώς, βλ. σχετικά ΑΠ 457/2012 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ]. Επίσης, για τις πέραν των 45 ωρών εργασίας η ενάγουσα πραγματοποιούσε κατ’ εξαίρεση υπερωρία, καθώς δεν αποδεικνύεται, ούτε άλλωστε οι διάδικοι επικαλούνται, τήρηση των νομίμων διατυπώσεων (ήτοι αναγγελία των υπερωριών στην αρμόδια αρχή, τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών, λήψη σχετικής άδειας από τον εργοδότη) και συγκεκριμένα πραγματοποιούσε δέκα πέντε (15) ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρία, για την οποία οφείλεται ως αποζημίωση, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 4,5 του Ν. 2874/2000, όπως η παράγραφος 5 αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 του άρθρου 74 του Ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115), το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 80%. Για τις ανωτέρω δε ώρες υπερεργασίας και υπερωρίας, η ενάγουσα ουδέποτε έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο οποιοδήποτε ποσό. Επομένως, αυτή δικαιούται ως αμοιβή για την υπερεργασία και την κατ’ εξαίρεση υπερωρία, με βάση τον μηνιαίως καταβαλλόμενο μισθό της, τα ακόλουθα ποσά: 1) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-6-2012, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 989,54 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (989,54 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 5,94 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα (και χωρίς να υπολογίζονται τέσσερις εβδομάδες κατά τις οποίες η ενάγουσα είχε λάβει άδεια, κατά το σχετικό αίτημα της ενάγουσας), δηλαδή για 74 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 370 ώρες υπερεργασίας (5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως X 74 εβδομάδες), για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 2.637,36 ευρώ ως αμοιβή της για την υπερεργασία [989,54 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 5,94 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 1,188 ευρώ η προσαύξηση 20% επί του ωρομισθίου = 7,128 ευρώ X 370 ώρες = 2.637,36 ευρώ], 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 31-10-2015, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 762,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (762,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,57 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και χωρίς να υπολογίζονται, κατά το αίτημα της ενάγουσας, 14 εβδομάδες κατά τις οποίες είχε λάβει άδεια, δηλαδή για 160 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 800 ώρες υπερεργασίας (5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως X 160 εβδομάδες), για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 4.387,20 ευρώ ως αμοιβή της για την υπερεργασία [762,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,57 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 0,91 ευρώ η προσαύξηση 20% επί του ωρομισθίου = 5,484 ευρώ X 800 ώρες = 4.387,20 ευρώ], 3) Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2015 έως 22-07-2016, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 705,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (705,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,23 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα, δηλαδή για 37 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 185 ώρες υπερεργασίας (5 ώρες υπερεργασίας εβδομαδιαίως X 37 εβδομάδες), για τις οποίες δικαιούται το ποσό των 939,06 ευρώ ως αμοιβή της για την υπερεργασία [705,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,23 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + ευρώ η προσαύξηση 20% επί του ωρομισθίου = 5,03 ευρώ X 185 ώρες = 939,06 ευρώ]. Επίσης, τα ίδια παραπάνω χρονικά διαστήματα η ενάγουσα πραγματοποίησε 15 ώρες εβδομαδιαίως κατ’ εξαίρεση υπερωρία. Άρα αυτή δικαιούται ως αμοιβή για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία, με βάση τον μηνιαίως καταβαλλόμενο μισθό της, τα ακόλουθα ποσά: 1) Για το χρονικό διάστημα από 1Μ-2011 έως 30-06-2012, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 989,54 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (989,54 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 5,94 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και χωρίς να υπολογίζονται τέσσερις εβδομάδες κατά τις οποίες η ενάγουσα είχε λάβει άδεια, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της ενάγουσας, δηλαδή για 74 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 1.110 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (15 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίος X 74 εβδομάδες) και δικαιούται το ποσό των 11.868,12 ευρώ ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία (989,54 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 5,94 ευρώ το ωρομίσθιο + 4,752 ευρώ η προσαύξηση 80% επί του ωρομισθίου = 10,692 ευρώ X 1.110 ώρες = 11.868,12 ευρώ), απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως αναπόδεικτο. 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 31-10-2015, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 762,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (762,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,57 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα και χωρίς να υπολογίζονται, σύμφωνα με το αίτημα της ενάγουσας, 14 εβδομάδες κατά τις οποίες είχε λάβει άδεια, δηλαδή για 160 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 2.400 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (15 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως X 160 εβδομάδες) και δικαιούται το ποσό των 19.742,40 ευρώ ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία (762,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,57 ευρώ το ωρομίσθιο + 3,656 ευρώ η προσαύξηση 80% επί του ωρομισθίου = 8,226 ευρώ X 2400 ώρες = 19.742,40 ευρώ), απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως αναπόδεικτο. 3) Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2015 έως 22-07-2016, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 705,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (705,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,23 ευρώ, χωρίς να υπολογίζονται τα Σάββατα, δηλαδή για 37 εβδομάδες, πραγματοποίησε συνολικά 555 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας (15 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως X 37 εβδομάδες) και δικαιούται το ποσό των 4.225,77 ευρώ ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωρία (705,00 ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός X 0,006 = 4,23 ευρώ το ωρομίσθιο + 3,384 ευρώ η προσαύξηση 80% επί του ωρομισθίου = 7,614 ευρώ X 555 ώρες = 4.225,77 ευρώ), απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως αναπόδεικτο. Συνακόλουθα, για όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η ενάγουσα δικαιούται το ποσό των (2.637,36 + 4.387,20 + 939,06 =) 7.963,62 ευρώ, ως αμοιβή της για την υπερεργασία, καθώς και το ποσό των (1 1.868,12 + 19.742,40 + 4.225,77 =) 35.836,29 ευρώ, ως αποζημίωση για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή της απασχόληση, και συνολικά το ποσό των (7.963,62 + 35.836,29 =) 43.799,91 ευρώ, δεκτών γενομένων κατά ένα μέρος των οικείων κονδυλίων ως ουσιαστικά βάσιμων. Ακόμη, όπως προαναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ’ όλο το παραπάνω διάστημα παρείχε την εργασία της στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου και κατά την ημέρα του Σαββάτου, για την οποία δικαιούται αυτοτελούς αμοιβής κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού ίσης στην προκειμένη περίπτωση με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της, προσαυξημένο κατά 30% (βλ. άρθρο 8 του Ν. 3846/2010), ενώ δικαιούται αμοιβή και για την υπερωριακή της απασχόληση τα Σάββατα Συνεπώς: 1) Για το χρονικό διάστημα από 1η-1-2011 έως 30-06-2012, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 989,54 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της ανερχόταν στο ποσό των 39,58 ευρώ (989,54 ευρώ / 25 ημέρες = 39,58) και εργάστηκε για 74 Σάββατα (χωρίς να υπολογίζονται, κατά το αγωγικό αίτημα, 3 Σάββατα του μήνα Αυγούστου, οπότε η ενάγουσα έλειπε σε άδεια), δικαιούται το ποσό των (74 X 39,58 ευρώ = 2.928,92 ευρώ X 30% η προσαύξηση = 878,676 + 2.928,92 =) 3.807,60 ευρώ, καθώς και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της, δηλαδή πέραν του οκταώρου, δικαιούται το ποσό των (5,94 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση = 10,692 ευρώ προσαυξημένο ωρομίσθιο X 296 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ήτοι για 4 ώρες κάθε Σάββατο =) 3.164,83 ευρώ. Συνολικά δε για τις άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των (3.807,60 + 3.164,83 =) 6.972,43 ευρώ. 2) Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2012 έως 31-10-2015, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 762,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (762,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,57 ευρώ και το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό της ανερχόταν στο ποσό των 30,48 ευρώ (762,00 ευρώ / 25 ημέρες = 30,48) και εργάστηκε για 160 Σάββατα (χωρίς να υπολογίζονται, κατά το αγωγικό αίτημα, 14 Σάββατα οπότε η ενάγουσα έλειπε σε άδεια), δικαιούται το ποσό των (160 X 30,48 ευρώ = 4.876,80 ευρώ X 30% η προσαύξηση = 1.463,04 + 4.876,80 =) 6.339,84 ευρώ, καθώς και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της, δηλαδή πέραν του οκταώρου, δικαιούται το ποσό των (4,57 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80%προσαύξηση = 8,226 ευρώ προσαυξημένο ωρομίσθιο X 640 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ήτοι για 4 ώρες κάθε Σάββατο =) 5.264,64 ευρώ.
Συνολικά δε για τις άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των (6.339,84 + 5.264,64 =) 11.604,48 ευρώ. 3) Για το χρονικό διάστημα από 1-11-2015 έως 22-7-2016, κατά το οποίο ο μηνιαίος καταβαλλόμενος μισθός ήταν 705,00 ευρώ και άρα το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό της ήταν (705,00 / 25 χ 6 / 40 ή χ 0,006 =) 4,23 ευρώ και το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν στο ποσό των 28,20 ευρώ (705,00 ευρώ / 25 ημέρες = 28,20 ευρώ) και εργάστηκε για 37 Σάββατα, δικαιούται το ποσό των (37 X 28,20 ευρώ = 1.043,40 ευρώ X 30% η προσαύξηση = 313,02 + 1.043,40 =) 1.356,42 ευρώ, καθώς και για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόλησή της, δηλαδή πέραν του οκταώρου, δικαιούται το ποσό των (4,23 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση = 7,614 ευρώ προσαυξημένο ωρομίσθιο X 148 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, ήτοι για 4 ώρες κάθε Σάββατο =) 1.126,87 ευρώ. Συνολικά δε για τις άνω αιτίες δικαιούται το ποσό των (1.356,42 + 1.126,87 =) 2.483,29 ευρώ. Επομένως, για την άνω αιτία δικαιούται συνολικά το ποσό των (6.972,43 + 11.604,48 + 2.483,29 =) 21.060,20 ευρώ, απορριπτομένου του οικείου κονδυλίου κατά το υπερβάλλον ως ουσιαστικά αβάσιμου. Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από την έχουσα το βάρος απόδειξης ενάγουσα ότι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία της στο κατάστημα του πρώτου εναγομένου εργαζόταν και μία Κυριακή το μήνα για 12,5 ώρες, ενόψει του ότι ο επ’ ακροατηρίω εξετασθείς μάρτυρας ………………… ………………… δεν υπήρξε σαφής σ’ αυτό το κρίσιμο ζήτημα, ενώ επίσης κατέθεσε ότι το μαγαζί έκλεινε τις Κυριακές το μεσημέρι (βλ. σελ. 10 των πρακτικών), γεγονός που έρχεται σε αντίθεση με τις αιτιάσεις της ενάγουσας ότι μία Κυριακή το μήνα εργαζόταν για 12,5 ώρες με ώρα έναρξης τις 05:30 π.μ. Επομένως, πρέπει το σχετικό κονδύλιο να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα το έτος 2016 διαμαρτυρήθηκε στον εργοδότη της πρώτο εναγόμενο για την μη πληρωμή των προαναφερόμενων αποδοχών της, ενόψει και του ότι η ίδια είναι διαζευγμένη μητέρα τριών τέκνων εκ των οποίων το ένα ανήλικο και είχε ανάγκη του μισθού της για την κάλυψη των στοιχειωδών βιοποριστικών αναγκών της οικογένειάς της. Αναγκάστηκε δε προς τούτο, κάποιες φορές να προβεί σε δανεισμό από συγγενικά της πρόσωπα, μεταξύ των οποίων είναι και ο ως άνω αδελφός της, ………………… ………………… (βλ. την υπ’ αριθμ. …../2017 ένορκη βεβαίωση του ίδιου ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών). Από την άλλη πλευρά, η εν λόγω ατομική επιχείρηση του πρώτου εναγομένου αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, ενόψει των πολλών ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τρίτους. Έτσι, στις 22-07-2016 αναγκάστηκε να προβεί στη μεταβίβαση της εν λόγω επιχείρησής του προς τη σύζυγό του και δεύτερη εναγομένη, όπως και οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν στην ως άνω, από 25.4.2017, αγωγή τους, χωρίς, όμως, συγχρόνως να καταβάλει στην ενάγουσα τις προαναφερόμενες ληξιπρόθεσμες οφειλές του προς εκείνη. Συγκεκριμένα, το κατάστημα του πρώτου εναγομένου διέκοψε τη λειτουργία του για χρονικό διάστημα δύο ημερών, ήτοι το Σαββατοκύριακο της 23 και 24 Ιουλίου 2016, προκειμένου να λάβει χώρα η μεταφορά του στη νέα επιχείρηση, ήτοι σε κοντινό κατάστημα, επί της ίδιας ………………… ………………… αριθμ. …, το οποίο βρίσκεται στην ίδια περιοχή με το πρώτο και μάλιστα στην ίδια οδό με διαφορά μόλις έξι οικοδομικών αριθμών, ενώ συγχρόνως ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε στη νέα επιχείρηση το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού του πρώτου καταστήματος. Στις 25-07-2016 άρχισε να λειτουργεί το νέο κατάστημα που έχει ακριβώς την ίδια δραστηριότητα με το πρώτο, δηλαδή αποτελεί αναψυκτήριο – τυροπιτάδικο (μπουγατσοπωλείο κατά τα αναφερόμενα σε αμφότερες τις ανωτέρω αγωγές). Προηγουμένως, ο πρώτος εναγόμενος είχε ενημερώσει το προσωπικό του ότι προτίθετο να μεταβιβάσει την επιχείρησή του λόγω των προαναφερόμενων οφειλών της στη σύζυγό του και είχε πει στους εργαζόμενούς του ότι εάν επιθυμούν να συνεχίσουν να εργάζονται στη νέα επιχείρηση θα έπρεπε να υπογράψουν την οικειοθελή αποχώρησή τους και να συνάψουν νέα σύμβαση εργασίας με τη σύζυγό του ως εργοδότρια, σε διαφορετική δε περίπτωση θα σταματούσε η συνεργασία τους. Πράγματι, στις 24-07-2016 ο πρώτος εναγόμενος εγχείρισε σε όλους τους εργαζόμενούς του, μεταξύ των οποίων και στην ενάγουσα, έντυπα άτακτης καταγγελίας της σύμβασής τους (βλ. το έντυπο άτακτης – χωρίς προειδοποίηση- καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, της ενάγουσας με ημερομηνία 27-07-2016 που επικαλείται και προσκομίζει η τελευταία), εξέδωσε εξοφλητικές αποδείξεις μισθοδοσίας (οι οποίες, ως προαναφέρθηκε, δεν φέρουν υπογραφή της ενάγουσας), χωρίς όμως να τους καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση, ενώ συγχρόνως καταρτίστηκαν νέες συμβάσεις εργασίας μεταξύ των εργαζομένων (πλην του εξετασθέντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου μάρτυρα ………………… …………………, ο οποίος αρνήθηκε να συνεχίσει να εργάζεται στο κατάστημα της δεύτερης εναγομένης) και της δεύτερης εναγομένης με τους ίδιους ακριβώς όρους, όπως αυτά τα αμέσως παραπάνω πραγματικά περιστατικά συνομολογούνται από τους εναγόμενους, κατ’ άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ, στην από 25.4.2017 αγωγή τους (βλ. σελ. 2 αυτής). Αποδείχθηκε, όπως άλλωστε δεν αμφισβητείται ειδικώς από τους εναγομένους (σύμφωνα με τα άρθρα 261 και 352 παρ. 1 του ΚΠολΔ), ότι το νέο κατάστημα (αναψυκτήριο) συνέχισε να λειτουργεί στην ίδια οδό με το άλλο κατάστημα, με τον ίδιο ακριβώς διακριτικό τίτλο στην προμετωπίδα του «………………… … …………………» (βλ. τα δύο φυλλάδια με το μενού που προσκομίζει με επίκληση η ενάγουσα), ότι η δεύτερη εναγομένη δραστηριοποιείτο επιχειρηματικά με το ίδιο ακριβώς αντικείμενο, χρησιμοποιώντας τον εξοπλισμό και το προσωπικό του προκατόχου της, εκμεταλλευόμενη τη φήμη και την πελατεία του. Ένεκα μάλιστα της στενότατης σχέσης των εναγομένων ως συζύγων, φορέων των επιχειρήσεων, υφίσταται κοινότητα των οικονομικών συμφερόντων τους και είναι προφανές ότι η δεύτερη εναγομένη γνώριζε ότι μεταβιβάζεται σ’ αυτή το σύνολο της συγκεκριμένης επιχείρησης του συζύγου της. Η δε ενάγουσα, εξακολούθησε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στη δεύτερη εναγομένη μέχρι τα μέσα Αυγούστου οπότε αποχώρησε οικειοθελώς από την επιχείρησή της, καθώς οι εναγόμενοι εξακολουθούσαν να αρνούνται να της καταβάλουν τις οφειλόμενες αποδοχές της. Κατόπιν τούτων, η ενάγουσα προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας τα ανωτέρω, εκδοθέντος προς τούτο του υπ’ αριθμ. …/06-09-2016 δελτίου εργατικής διαφοράς, με το οποίο η Επιθεώρηση Εργασίας συνέστησε στα εμπλεκόμενα μέρη, σε περίπτωση που δεν ανεύρουν εξωδικαστική λύση, να ακολουθήσουν τη δικαστική οδό. Με βάση τα παραπάνω, ευχερώς και με πλήρη δικανική πεποίθηση συνάγεται ότι στην προκειμένη περίπτωση η δεύτερη των εναγομένων ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων και άϋλων αγαθών την επιχείρηση του πρώτου εναγομένου – συζύγου της, για την επιδίωξη του ίδιου οικονομικού σκοπού, ενώ η επιχείρησή του επί της ουσίας συνέχισε τη λειτουργία της υπό νέο φορέα. Συνεπώς, συντρέχουν εν προκειμένω οι προϋποθέσεις εφαρμογής των διατάξεων περί μεταβίβασης επιχείρησης (Π.Δ. 178/2002) και του άρθρου 479 ΑΚ, που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, ως εκ τούτου δε ο πρώτος εναγόμενος ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με τη δεύτερη εναγομένη για τις παραπάνω ληξιπρόθεσμες αξιώσεις της ενάγουσας (δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές αδείας αμοιβή για την υπερεργασία και υπερωρία και αμοιβή για τα Σάββατα), σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Ακόμη, από τα ίδια αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η καταγγελία της ένδικης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε μεταξύ του πρώτου εναγομένου και της ενάγουσας είναι αφενός προσχηματική, αφού η εργασιακή σχέση συνεχίστηκε με τους ίδιους ακριβώς όρους με τη δεύτερη εναγομένη, και αφετέρου άκυρη αφού δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα η εκ του νόμου αποζημίωση, σύμφωνα με προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Επομένως, πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητά της, δεκτού γενομένου του σχετικού αιτήματος ως ουσιαστικά βάσιμου. Με βάση τα παραπάνω, με δεδομένο ότι γίνεται εν μέρει δεκτή η αγωγή, κατά την κύρια βάση της, οι επικουρικά προβαλλόμενες αξιώσεις της ενάγουσας, καθίστανται πλέον άνευ αντικειμένου και δεν ερευνώνται. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αναφορικά με την ανωτέρω, από 20-10-2016 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……./………/2016 αγωγή, πρέπει αυτή να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη (κατά την κύρια βάση της) και δη: α) να αναγνωρισθεί ότι η γενόμενη στις 22.7.2016 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας εκ μέρους του πρώτου εναγομένου είναι άκυρη, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των (4.765,80 + 733,20 + 43.799,91 + 21.060,20 = ) 70.359,1 1 ευρώ, με το νόμιμο τόκο ως εξής: α) το ποσό των 4.765,80 ευρώ, που αφορά δεδουλευμένες αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 01-01-2016 έως 19-07-2016, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη (άρθρο 241 ΑΚ) ημέρα από την τελευταία ημέρα εκάστου μηνός για τον αντίστοιχο μισθό, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μισθού [οι δεδουλευμένες αποδοχές φέρουν τόκο από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρα 341, 345, 655 ΑΚ)], β) το ποσό των 733,20 ευρώ, που αφορά αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, από την 01-01-2016, γ) το ποσό των 7.963,62 ευρώ για την αμοιβή από παρεχόμενη υπερεργασία από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση για την αιτία αυτή, δηλαδή από την πρώτη ημέρα του επόμενου εκάστου δεδουλευμένου μισθού (ενόψει του ότι τόκος οφείλεται από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους αξίωση για την αιτία αυτή, κατ’ άρθρο 655 ΑΚ, βλ. ΟλΑΠ 39 – 40/2002 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), δ) το ποσό των 35.836,29 ευρώ, που αφορά στην υπερωριακή απασχόληση της ενάγουσας, με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και ε) το ποσό των 21.060,20 ευρώ, για αμοιβή από την εργασία τα Σάββατα με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής. Διάταξη περί αναγνώρισης του ότι στις 22-07-2016 έλαβε χώρα μεταβίβαση της επιχείρησης του περιγραφόμενου στο σκεπτικό καταστήματος από τον πρώτο εναγόμενο στη δεύτερη εναγομένη, δεν θα περιληφθεί στην παρούσα απόφαση, καθόσον η εν λόγω μεταβίβαση της επιχείρησης, κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, σε συνδυασμό με τις διατάξεις του Ν. 21 12/1920 και τη διάταξη του άρθρου 479 ΑΚ, που πράγματι έλαβε χώρα, κατά τα ήδη γενόμενα δεκτά, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα, το οποίο κατά λογική αναγκαιότητα θα ερευνάτο ούτως ή άλλως και χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος για την αποδοχή της από 20-10-2016 αγωγής, όπως και πράγματι ερευνήθηκε στην κρινόμενη περίπτωση και συνακόλουθα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, παρέλκει να συμπεριληφθεί στο διατακτικό της και η σχετική διάταξη, ελλείψει συγκεκριμένου εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας. Τέλος, η προβαλλόμενη από τους εναγομένους ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας και δη ότι η ενάγουσα επί δέκα έτη απασχολούνταν στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου χωρίς ποτέ να διαμαρτυρηθεί στις αρμόδιες υπηρεσίες του Υπουργείου Εργασίας και ότι η δεύτερη εναγομένη αναγκάστηκε να ανοίξει δική της επιχείρηση, ένεκα της δεινής οικονομικής κατάστασης του συζύγου της – πρώτου εναγομένου, χρησιμοποιώντας την πελατεία της επιχείρησής του, που επιχειρείται να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κρίνεται αόριστη και συνεπώς απαράδεκτη και απορριπτέα, καθόσον θα έπρεπε να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά που να συνιστούν προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος της ενάγουσας και εν προκειμένω οι εναγόμενοι δεν επικαλούνται προς θεμελίωσή της κάποια συγκεκριμένη συμπεριφορά της ενάγουσας, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε οι δε περί του αντιθέτου λόγοι εφέσεως όπως και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθεί. Εξάλλου και το υποβαλλόμενο με τις προτάσεις της παρούσας συζήτησης των εκκαλούντων περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση – και δη της υποχρέωσης της εφεσίβλητης να καταβάλει στους εκκαλούντες το ποσό των 8.457,07 ευρώ που η εφεσίβλητη εισέπραξε σε εκτέλεση της εκκαλουμένης- κρίνεται ουσιαστικά αβάσιμο και συνεπώς απορριπτέο, λόγω της έκβασης που είχε η παρούσα δίκη ως προς την έφεση (πρβλ. σχετικά άρθρο 914 του Κ.Πολ.Δ.). Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλούντων που ηττήθηκαν στην παρούσα δίκη (άρθρα 176 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσία.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος των εκκαλούντων τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 14/5/2019.
