Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022
Περίληψη:
Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μη καταβολής αποζημίωσης. Σύμβαση μερικής απασχόλησης που υποκρύπτει σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Ισχυρισμός του εργοδότη ότι ο εργαζόμενος υπέγραφε αποδείξεις καταβολής των αποδοχών του χωρίς επιφύλαξη. Απορρίπτεται επειδή δεν νοείται παραίτηση του μισθωτού να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του ακόμη και αν γίνεται εκ των υστέρων με τη μορφή της άφεσης χρέους. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
2721/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 3ο
Αποτελούμενο από το Δικαστή: Γεράσιμο Διονυσάτο, Προεδρεύοντα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από το Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2014 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: «ΑΕ με την επωνυμία «……………….», που εδρεύει στην Αθήνα……………………., και όπως νόμιμα εκπροσωπείται, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ευάγγελος Καραδήμας.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……………………., κατοίκου Αθηνών …………………, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Βλαχόπουλος.
Η ενάγουσα …………………… με την από 23-8-2012 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2012 ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 2475/2013 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 22 Οκτωβρίου 2013 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/2013.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε με την αντέφεση της εφεσίβλητης, που ασκήθηκε νόμιμα με τις προτάσεις.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, κατέθεσαν εμπρόθεσμα τις προτάσεις τους και παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η με αριθ. καταθ. ……/22.10.2013 έφεση που βάλλει κατά της με αριθ. 2475/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρα 511, 513 § 1 ΚΠολΔ) με την οποία έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη εν μέρει η από 23.8.2012 με αρ. καταθ. ………../2012 αγωγή της εφεσίβλητης ασκήθηκε νομότυπα από την εναγομένη ηττηθείσα στο πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 516 § 1, 517 ΚΠολΔ), με τη κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του εκδόσαντος τη προσβαλλομένη απόφαση Δικαστηρίου (άρθρο 495 § 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως αφού δεν επικαλείται κανένας από τους διαδίκους ούτε προκύπτει ότι έγινε επίδοση της εκκαλουμένης, μη παρελθούσης τριετίας από την δημοσίευση της εκκαλουμένης (άρθρο 518 § 2 ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία των άρθρων 663 – 676 ΚΠολΔ που εκδικάσθηκε η αγωγή ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 § 1 ΚΠολΔ). Η ενάγουσα παραδεκτά ασκεί με τις προτάσεις αντέφεση προσβάλλοντας κεφάλαια της εκκαλουμένης, που έχουν προσβληθεί με την έφεση (άρθρα 523, 674 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθεί με τη κρινόμενη έφεση λόγω συναφείας και λόγω του ότι επιτυγχάνεται η διεξαγωγή της δίκης με μείωση χρόνου και εξόδων (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648, 652, 653, 656 και 361 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργοδότης διαθέτοντας με βάση το διευθυντικό του δικαίωμα, την εξουσία να ρυθμίζει όλα τα θέματα που ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του για την επίτευξη των σκοπών της δεν έχει καταρχήν, εκτός από αντίθετη συμφωνία, υποχρέωση να απασχολεί τον μισθωτό και η μη αποδοχή εκ μέρους του των προαναφερομένων υπηρεσιών αυτού δεν έχει κατά τις εν λόγω διατάξεις, άλλες συνέπειες εκτός από εκείνες που επέρχονται από την υπερημερία του. Η καταρχήν όμως νόμιμη άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί την εργασία του μισθωτού καθίσταται παράνομη όταν υπερβαίνει προφανώς τα κριτήρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ και αποβαίνει έτσι καταχρηστική, όπως όταν θίγει υλικά ή ηθικά συμφέροντά του εργαζομένου ή επιφέρει χωρίς λόγο προσβολή της προσωπικότητάς του κατά τα άρθρα 59, 914 και 932 ΑΚ, οπότε παρέχεται σ’ αυτόν αξίωση για την άρση της προσβολής και τη παράλειψή της στο μέλλον, καθώς και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, περιστατικά, τα οποία κρίνονται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 23 παρ. 2 Ν. 1246/1982 που επιβάλλει στο εργοδότη, με απειλή ποινικών κυρώσεων, την υποχρέωση για πραγματική απασχόληση του μισθωτού, αναφέρεται στην εξαιρετική περίπτωση που ο εργαζόμενος απολύθηκε και η απόλυσή του κρίθηκε άκυρη με δικαστική απόφαση (ΟΛΟΜ. ΑΠ 9/2011 ΝοΒ 2011.877).
Η ενάγουσα με τη κρινόμενη αγωγή της όπως παραδεκτά περιορίσθηκε το καταψηφιστικό αίτημα σε εν μέρει αναγνωριστικό με δήλωση στα πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (άρθρο 223 ΚΠολΔ) εκθέτει ότι συνεδέετο από τις 24.5.2011 με την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προς φέρουσα τις υπηρεσίες της ως καμαριέρα στη ξενοδοχειακή επιχείρηση της εναγομένης και ότι είχε συμφωνήσει να εργάζεται 5 ημέρες την εβδομάδα με πλήρες ωράριο και να αμείβεται βάσει της οικείας ισχύουσας σσε. Ότι η εναγομένη αντισυμβατικά ενεργούσα από 1.10.2011 έθεσε την ενάγουσα υπό καθεστώς μερικής απασχόλησης χωρίς να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές. Ότι τη 27.5.2012 η εναγομένη της κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Ζητεί δε 1) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας άλλως να της καταβληθεί το ποσόν των 3.087,28 ΕΥΡΩ ως αποζημίωση απόλυσης, 2) να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσόν των 22.971,88 ΕΥΡΩ για μισθούς υπερημερίας και διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, επιδόματα εορτών και αδείας, αμοιβή Κυριακών και να αναγνωρισθεί ότι της οφείλει το ποσόν των 5.000 ΕΥΡΩ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη ενόψει των συνθηκών απόλυσής της, να υποχρεωθεί να αποδέχεται τις υπηρεσίες της με απειλή χρηματικής ποινής 500 ΕΥΡΩ για κάθε ημέρα άρνησης απασχόλησής της και 3) επικουρικά σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η γενομένη καταγγελία της σύμβασης εργασίας να της χορηγηθεί πιστοποιητικό εργασίας όλα δε τα παραπάνω ποσά νομιμότοκα αφ’ ότου κάθε ειδικώτερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό άλλως από την επίδοση της αγωγής. Η αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 §§ 1, 2 Ν. 3198/1995 (βλ. την υπ’ αριθμ. …………/27.8.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Λεράκη) και κρίθηκε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 653, 655, 656, 669, 161, 281, 174, 180, 341, 345, 346, 914 επ., 932, 57,59, 70, 678 ΑΚ, 1 Ν. 2112/1920 ενώ απορρίφθηκαν ως μη νόμιμα τα αιτήματα για υποχρέωση προς απασχόληση με απειλή χρηματικής ποινής καθώς και η απειλή χρηματικής ποινής για τη περίπτωση μη χορήγησης του πιστοποιητικού εργασίας λόγω του ότι αφ’ ενός μεν δεν εξέθετε η ενάγουσα περιστατικά που να καθιστούν παράνομη την άρνηση απασχόλησής της και αφ’ ετέρου γιατί η αγωγή δεν στρέφεται ονομαστικά κατά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης. Σημειώνεται ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε το αγωγικό αίτημα για υποχρέωση προς απασχόληση ενόψει του άρθρου 656 ΑΚ, όπως το άρθρο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 Ν. 4139/2013, όμως ελλείπει σχετικός λόγος αντέφεσης και γι’ αυτό το λόγο δεν εξαφανίζεται η εκκαλουμένη ως προς αυτή τη διάταξή της. Η εκκαλουμένη έκρινε ως ουσία βάσιμη εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας το ποσόν των 14.157,35 ΕΥΡΩ νομιμότοκα κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις. Η εναγομένη και η ενάγουσα παραπονούνται κατά της εκκαλουμένης για κακή εφαρμογή του νόμου και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ζητώντας αντίστοιχα να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη και να απορριφθεί η αγωγή, αφ’ ετέρου δε να γίνει δεκτή η αντέφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη καθ’ ο μέρος πλήττεται και να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της.
Από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ένορκα στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, την υπ’ αριθμ. ……./9.4.2013 ένορκη βεβαίωση της …………… που δόθηκε στην Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της εναγομένης κατ’ άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ (βλ. σχετική δήλωση του πληρεξουσίου της ενάγουσας καταχωρηθείσα στα πρακτικά της εκκαλουμένης), τις υπ’ αριθμ. ……….., …………./31.10.2014 ένορκες βεβαιώσεις των …………… και ……………. που δόθηκαν στην Ειρηνοδίκη Αθηνών μετά από προηγούμενη νόμιμη κλήτευση της ενάγουσας κατ’ άρθρο 671 § 1 ΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθμ. …………../29.10.2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Νικ. Φουντούκη), τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν απεδείχθησαν τα παρακάτω: Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 24.5.2011 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο ………………………… που διατηρεί η εναγομένη στην Αθήνα. Οι διάδικοι συμφώνησαν να παρέχει η ενάγουσα εργασία υπό καθεστώς μειωμένης απασχόλησης, γνωστοποιήθηκε δε η συμφωνία στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ειδικώτερα η ενάγουσα εργαζόταν 8 ώρες ημερησίως 5 ημέρες την εβδομάδα πλην μιας εβδομάδας μηνιαίως που εργαζόταν μία Κυριακή αντί 600 ΕΥΡΩ μηνιαίως. Ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι η ενάγουσα υπέγραφε τις αποδείξεις καταβολής χωρίς επιφύλαξη διατυπώνεται αλυσιτελώς, δεδομένου ότι κάθε γενική αρχή του εργατικού δικαίου, δεν νοείται παραίτηση του μισθωτού να λάβει τις νόμιμες αποδοχές του (ΑΠ 1694/2006 ΧρΙΔ 2007.201, ΕφΑθ 3364/2005 ΕλλΔνη 49.260). Ως βάση υπολογισμού για τις δικαιούμενες αποδοχές της ενάγουσας θα ληφθούν οι πλήρεις αποδοχές με την ειδικότητα της καμαριέρας βάσει της από 22.7.2010 σσε, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 11351/694/201 1 (ΦΕΚ Β 1448/17.6.2011) και αφορά τους εργαζομένους στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Η ενάγουσα με πλήρες ωράριο και γνωστοποιήσασα στην εναγομένη την οικογενειακή της κατάσταση δικαιούται 1.056,47 ΕΥΡΩ 6918,67 Β.Μ. + 45,93 επιδ. ευθ. εργ. + 91,87 επιδ. γάμου). Έπρεπε δε να λαμβάνει για 7 ώρες ημερησίως συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας τις Κυριακές 951,72 ΕΥΡΩ (887,04 + 5,28 x 75% 7 ώρες = 64,68). Δικαιούνται δε για διάφορα αποδοχών: Μάιος 2011: 108,72 (258,72 – 150). Ιούνιος 2011 – Απρίλιος 2012: 11 μ. x 951,72 = 10.468,52 – έλαβε 6.600 και δικαιούται: 3.868,92. Μάιος 2012: 877,8 ΕΥΡΩ συνολικά δε 4855,44.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα δεν έλαβε άδεια παρ’ όλο που ζήτησε να της χορηγηθεί ούτε επίδομα αδείας και επιδόματα εορτών.
Δικαιούται συνεπώς 952 (37 ημερ. x 2 x 7 + 100% προσ ) + επιδ. άδειας 475,86 + Δ. Χριστ. 2011, 917,63 + Δ. Πάσχα 2011 455,31 = 2840,80 €. Στις 27.5.2012 η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση. Συνεπώς η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη βάσει του άρθρου 5 περ. 3 Ν. 3198/1995. Συνεπώς η εναγομένη περιήλθε σε υπερημερία και οφείλει στην ενάγουσα μισθούς υπερημερίας για το διάστημα 27.5.2012 έως 27.11.2012 καθώς και Δ. ΧΡΙΣΤ 2012, 5.710,32 + 750,79 – 6.461,11 συνολικά δε 14.157,35 ΕΥΡΩ απορριπτομένου ως ουσία αβασίμου του κονδυλίου των 5.000 ΕΥΡΩ καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι προσβλήθηκε η προσωπικότητα της ενάγουσας από τη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης.
Πρέπει συνεπώς να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας, τα δε ποσά να επιδικασθούν νομιμότοκα όσον αφορά τις διαφορές αποδοχών και μισθούς υπερημερίας από τη πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από τότε που έγιναν απαιτητές, η αποζημίωση άδειας και επίδομα αδείας καθώς και το Δ. ΧΡΙΣΤ 2011 από 1.1.2012, Δ. Πάσχα 2011 από 1.5.2011 (άρθρο 1Ν. 1082/1980), το Δ. ΧΡΙΣΤ. 2014 από 1.1.2013.
Τα ίδια ως άνω δέχθηκε η εκκαλουμένη και συνεπώς δεν έσφαλε αλλά ορθά εφάρμοσε το νόμο και ορθά εξετίμησε το αποδεικτικό υλικό.
Πρέπει λοιπόν η έφεση και η αντέφεση να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμες.
Τέλος η δικαστική δαπάνη αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) λαμβανομένης υπόψη για τον υπολογισμό της και της απόρριψης της αντέφεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
- Συνεκδικάζει την έφεση και την ασκηθείσα με τις προτάσεις αντέφεση.
- Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
- Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσία την έφεση και αντέφεση.
- Καταδικάζει την εκκαλούσα- αντεφεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας της αντεκκαλούσας – εφεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 18 Ιουνίου 2015, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
