Τελευταία ενημέρωση: 12 Μαΐου 2022

Περίληψη: Πρόσθετοι λόγοι έφεσης. Προϋποθέσεις παραδεκτής άσκησής τους. Προθεσμία. Οδηγοί τουριστικών λεωφορείων. Χρονικά όρια παροχής της εργασίας του κατά τον νόμο. Υπολογισμός αμοιβής υπερεργασίας και υπερωρίας. Στοιχεία ορισμένου αγωγής οδηγού τουριστικού λεωφορείου με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής για υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, Σάββατα και νύχτες. Ο διάδικος που, ως εκκαλών, προβάλλει με την έφεσή του αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς – ενστάσεις, που δεν τους είχε προτείνει παραδεκτά πρωτοδίκως, οφείλει να επικαλεσθεί τη συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, η οποία επιτρέπει την προβολή τους στο εφετείο. Η πρωτοδίκως αορίστως προταθείσα από τον διάδικο ένσταση εάν επαναφερθεί σε μεταγενέστερη συζήτηση, ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρείται ότι προτείνεται τότε για πρώτη φορά και υπόκειται στην απαγόρευση. Στοιχεία του ορισμένου της ένστασης συμψηφισμού (καταλογισμού). Απαγορεύεται ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός  των καταβαλλόμενων υπέρτερων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται, όμως, και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνίας, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφισθεί και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση. Δικαίωμα επίσχεσης εργασίας και όρια άσκησής του. Νόμιμη η άσκηση του από τον ενάγοντα. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας. Ένσταση έκπτωσης αλλαχού κερδηθέντων. Δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εργοδότη και επομένως δεν αφαιρείται το επίδομα ανεργίας που λαμβάνει ο μισθωτός, διότι η παροχή αυτή είναι άσχετη προς τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος. Επιδίκαση αμοιβής υπερεργασίας, νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης, απασχόλησης κατά την ημέρα του Σαββάτου και τις νύχτες. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τους λοιπούς πρόσθετους λόγους έφεσης. Δέχεται εν μέρει την αγωγή. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 84.496,19 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 2870/2018

ΤΟ

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

3° Τμήμα

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Γεωργία Κατσιμαγκλή, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Όλγα Χανδρινού.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΑΣΚΟΥΣΑΣ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΕΦΕΣΗΣ: Ομορρύθμου εταιρείας με την επωνυμία «………………», που εδρεύει στα ……………… Αττικής, ………………, με ΑΦΜ ………………, Δ.Ο.Υ. ………………και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Μπουμπουχερόπουλος, αφού πρώτα αυτός ανακάλεσε τη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΚΑΘ’ ΟΥ ΟΙ ΠΡΟΣΘΕΤΟΙ ΛΟΓΟΙ ΕΦΕΣΗΣ: ………………, κατοίκου ………………, οδός ………………, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος – καθ’ ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης ………………, με την από 27 Ιανουαρίου 2014 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που είχε κατατεθεί με αριθμό ………………, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2523/2015 οριστική απόφασή του, αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα – ασκούσα πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγομένη, με την από 20 Ιανουαρίου 2016 έφεσή της (αριθμ. κατάθ. δικ. ……../2016) και τους από 30 Νοεμβρίου 2017 (αριθμ. καταθ. δικ. ………………) πρόσθετους λόγους έφεσης, προς το Δικαστήριο τούτο και ζητεί να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτές.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – ασκούσας πρόσθετους λόγους έφεσης – εναγομένης αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου – καθ’ ου οι πρόσθετοι λόγοι έφεσης – ενάγοντος, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε με δήλωσή του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ. Πολ.Δ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Εισάγονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου : Α )  η από 20-01-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../20-01-2016 έφεση της εναγομένης και ήδη εκκαλούσας και Β) οι, με το από 30-11-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……../30-11-2017, ιδιαίτερο δικόγραφο της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, που στρέφονται κατά της με αριθμό 2523/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία που ακολουθείται για την επίλυση των εργατικών διαφορών, των άρθρων 663 έως και 676 του ΚΠολΔ, τα δικόγραφα των οποίων πρέπει να ενωθούν και συνδικαστούν λόγω της πρόδηλης μεταξύ τους συνάφειας και διότι υπάγονται στην ίδια διαδικασία και έτσι διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρα 246, 524 παρ. 1 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ).

Η υπό κρίση από 20-01-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……./20-01-2016 έφεση έχει ασκηθεί νόμιμα, με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από την εναγομένη, που ηττήθηκε στην πρωτόδικη δίκη ( άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1, 516 και 517 του ΚΠολΔ ) και εμπρόθεσμα, εντός της οριζομένης από τη διάταξη του άρθρου 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης αποφάσεως, η οποία έλαβε χώρα στις 30-12-2015, ( βλ. την από 30-12-2015 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Βασ. Λεράκη επί του προσκομιζομένου αντιγράφου της εκκαλουμένης οριστικής αποφάσεως ), ενώ το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως κατατέθηκε στις 20-01-2016. Συνεπώς, η υπό κρίση έφεση, αρμοδίως φερόμενη προς συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου ( άρθρο 19 ΚΠολΔ ), πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία ( άρθρα 532, 533 παρ. 1 και 674 παρ. 2 του ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 εδ. ζ’ του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 ( που εφαρμόζεται από 1.1.2016, κατ’ εφαρμογή των παρ. 2 και 4 του άρθρου 1 άρθρο ένατο υπό τον τίτλο “Μεταβατικές και άλλες διατάξεις” του Ν. 4335/2015), οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως στις ειδικές διαδικασίες, (όπως είναι η διαδικασία των εργατικών διαφορών) ασκούνται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατίθεται στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και αφού συνταχθεί έκθεση κάτω από αυτό και επιδίδεται στον αντίδικο τουλάχιστον οκτώ (8) ημέρες πριν από τη συζήτηση, η οποία ορίζεται υποχρεωτικά κατά την ημερομηνία συζήτησης της κύριας υπόθεσης. Κατά τη σαφή διατύπωση της διάταξης αυτής, για την άσκηση των πρόσθετων λόγων εφέσεως απαιτείται να συντελεστούν και οι δύο ως άνω οριζόμενες διαδικαστικές πράξεις, της κατάθεσης δηλαδή του δικογράφου τους στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και της επίδοσης στον εφεσίβλητο, οι οποίες αποτελούν την έγγραφη προδικασία της άσκησής τους, κατά την έννοια του άρθρου 111 του ΚΠολΔ, αμφότερες δε πρέπει να λάβουν χώρα, πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών, πριν από τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλιώς οι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως απορρίπτονται ως απαράδεκτοι ( πρβλ. για την άσκηση πρόσθετων λόγων εφέσεως κατά την τακτική διαδικασία, Σ. Σαμουήλ « Η Έφεση» έκδ. 2009, παρ. 578, Ολ. ΑΠ 33/1990, ΑΠ 659/2005, ΑΠ 1616/2000, ΕΠ 142/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 520 παρ. 2 του ΚΠολΔ πρόσθετοι λόγοι εφέσεως μπορούν να ασκηθούν μόνο ως προς τα κεφάλαια της αποφάσεως που έχουν προσβληθεί με την έφεση και εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, διαφορετικά απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, κατ’ εφαρμογήν της διατάξεως του άρθρου 532 του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί των προσθέτων λόγων εφέσεως για την ταυτότητα του νομικού λόγου ( βλ. ΑΠ 416/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως “κεφάλαιο”, κατά την έννοια του άρθρου 520 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., νοείται κάθε οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, με την οποία το δικαστήριο αποφαίνεται για το ορισμένο και παραδεκτό ή και τη βασιμότητα ενός αυτοτελούς αιτήματος για παροχή έννομης προστασίας, καθώς και για τις τυχόν ενστάσεις, που προβλήθηκαν ως άμυνα κατά του αιτήματος αυτού ( βλ. ΑΠ 189/2016, ΑΠ 249/2016, ΑΠ 1359/2011, ΑΠ 1543/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως “αναγκαίως συνεχόμενο” προς τα εκκληθέντα κεφάλαια νοείται μια οριστική διάταξη της πρωτοβάθμιας αποφάσεως, η οποία έχει τέτοια συνάφεια προς κάποια από τις εκκληθείσες, είτε γιατί αποτελεί ζήτημα προκριματικό για την παραδοχή τους, είτε γιατί πηγάζει από την αυτή ιστορική αιτία και διαμορφώνει ή προσδιορίζει το περιεχόμενο εκείνων, έτσι, ώστε τυχόν διαφορετική κρίση του εφετείου ως προς το συνεχόμενο κεφάλαιο, από εκείνη της πρωτόδικης αποφάσεως, να επηρεάζει και την κρίση επί των εκκληθέντων κεφαλαίων ( βλ. ΑΠ 249/2016, ΑΠ 684/2013, ΑΠ 238/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα – εναγομένη, με το από 30-11-2017 και με αριθμό καταθέσεως ……./30-11-2017 ιδιαίτερο δικόγραφό της, το οποίο επιδόθηκε στον ενάγοντα – εφεσίβλητο την 01-12-2017 (βλ. τη με αριθμό ……./01-12-2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Δημητρίου Λ. Παπαδάκου), άσκησε πρόσθετους λόγους εφέσεως. Οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι εφέσεως έχουν ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 παρ.1 εδ. ζ’ του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 ( το οποίο εφαρμόζεται στην ένδικη περίπτωση δεδομένου ότι αυτοί ασκήθηκαν μετά την 1.1.2016), με την κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου στις 30-11-2017 και την επίδοσής τους στον ενάγοντα – εφεσίβλητο την 01-12-2017, δηλαδή τόσο η κατάθεση του δικογράφου τους, όσο και η επίδοσή τους στον εφεσίβλητο, έλαβαν χώρα πριν από την τιθέμενη αποκλειστική προθεσμία των οκτώ (8) ημερών, πριν από τη συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως. Περαιτέρω, ο τρίτος πρόσθετος λόγος εφέσεως δεν αφορά τα κεφάλαια που προσβάλλονται με την υπό κρίση έφεση, ούτε τα κεφάλαια τα οποία συνέχονται αναγκαίως προς τα εκκληθέντα κεφάλαια και επομένως, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, πρέπει να απορριφθεί και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτος. Οι υπόλοιποι πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, οι οποίοι αφορούν σε κεφάλαια της απόφασης που έχουν προσβληθεί με την έφεση και συνέχονται αναγκαστικά με αυτά, έχουν ασκηθεί παραδεκτά και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσίαν, συνεκδικαζόμενοι, όπως προαναφέρθηκε, με την υπό κρίση έφεση.

Με την από 27-01-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……./28-01-2014 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι προσλήφθηκε από την εναγομένη, η οποία εκμεταλλεύεται τουριστικό γραφείο και αναλαμβάνει τουριστικό και μεταφορικό έργο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου την 01-09-2009, ως οδηγός τουριστικού λεωφορείου, έναντι μηνιαίου μικτού μισθού ποσού 1.200 ευρώ. Ότι κατά τη διάρκεια λειτουργίας της συμβάσεως αυτής εργασίας του εργαζόταν κατά τις εργάσιμες ημέρες επί δώδεκα (12) ώρες ημερησίως, από τις 6.00 π.μ. έως τις 6.00 μ.μ. ή από τις 6.00 μ.μ. έως τις 6.00 π.μ. της επομένης εναλλάξ ανά εβδομάδα και επιπλέον από την 01-09-2010, καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος πενθημέρου, εργαζόταν επί δύο Σάββατα το μήνα με το ίδιο ωράριο. Ότι από το Σεπτέμβριο του 2011 η εναγομένη καθυστερούσε συστηματικά να του καταβάλει τις αποδοχές του, με στόχο τον εξαναγκασμό του σε παραίτηση. Ότι στις 25-10-2013 και ενώ η εναγομένη του όφειλε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του για τους δεδουλευμένους μισθούς των μηνών από τον Απρίλιο έως και το Σεπτέμβριο του έτους 2013, προέβη σε επίσχεση εργασίας μετά από εξώδικη δήλωσή του που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη και μετά από προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας. Ότι από την παροχή αυτή των υπηρεσιών του στην εναγομένη διατηρεί σε βάρος της αξιώσεις : α) για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών από τον Απρίλιο του 2013 έως τις 25-10-2013, συνολικού ποσού 8.256 ευρώ, β) για αμοιβή υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας για το χρονικό διάστημα από 01-09-2009 έως 25-10-2013, συνολικού ποσού 49.523,40 ευρώ, γ) για αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τα Σάββατα, συνολικού ποσού, 9.864,19 ευρώ, δ) για προσαύξηση απασχόλησης κατά τις νύκτες, συνολικού ποσού 5.969,60 ευρώ, ε) για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επιδόματος αδείας έτους 2013, συνολικού ποσού 3.000 ευρώ και στ) για αποδοχές υπερημερίας λόγω επισχέσεως εργασίας για το χρονικό διάστημα από 25-10-2013 έως 24-10-2014, συνολικού ποσού 16.914,99 ευρώ, όπως τα επιμέρους αιτούμενα κονδύλια για κάθε αντίστοιχη ανωτέρω αιτία αναλύονται σε αυτή (αγωγή). Με βάση το ιστορικό αυτό ο ενάγων, επικαλούμενος τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι νόμιμα άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας και να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για όλες τις προαναφερόμενες αιτίες συνολικά το ποσό των 93.528,18 ευρώ, με το νόμιμο τόκο αφότου κάθε επιμέρους αξίωσή του κατέστη απαιτητή, διαφορετικά από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη με αριθμό 2523/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή έγινε δεκτή ως ορισμένη, νόμιμη και ως κατ’ ουσία βάσιμη και υποχρεώθηκε η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 93.528,18 ευρώ, για τις προαναφερόμενες αιτίες, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση.

Κατά της πρωτόδικης αυτής οριστικής αποφάσεως παραπονείται η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, για τους διαλαμβανόμενους στα δικόγραφα αυτών λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σε κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, ώστε να απορριφθεί η ένδικη αγωγή του ενάγοντος ως προς όλα τα αιτήματά της.

Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 4 της Υπουργικής Απόφασης 51266/2955/1975 (ΦΕΚ Β’ 1458) “περί καθορισμού των ωρών εργασίας του προσωπικού τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν)”, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση των άρθρων 2 του ν.δ. 4020/1959 και 2 του α.ν. 199/1936, όπως τροποποιήθηκε με την Υπουργική Απόφαση 1907/1987 (ΦΕΚ Β’ 594), η απασχόληση των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων (πούλμαν), πλην των εκτελούντων αστική ή υπεραστική συγκοινωνία, δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 εβδομαδιαίως. Στις ώρες αυτές περιλαμβάνονται: α) ο χρόνος οδήγησης, ο οποίος δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως, ούτε τις 48 ώρες εβδομαδιαίως. Η καθ’ υπέρβαση των 45 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως του 48ώρου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας απασχόληση των μισθωτών αυτών, λογίζεται ως υπερεργασία κατά την έννοια του άρθρου 659 του ΑΚ, β) ο χρόνος παραλαβής και παραδόσεως του αυτοκινήτου, γ) ο χρόνος τυχόν επισκευής του αυτοκινήτου κατά τη διάρκεια της διαδρομής και δ) τα διαλείμματα κατά τη διάρκεια της διαδρομής και οι διακοπές εντός και εκτός έδρας. Για την πέραν του 8ώρου απασχόληση θα καταβάλλεται το ωρομίσθιο, εξευρισκόμενο δια διαιρέσεως των 6/25 του συμφωνημένου ή νόμιμου μισθού δια του αριθμού 45 (ήδη όμως 40 σύμφωνα με την Υ.Α. 11770/1984) και προσαυξημένο κατά ποσοστό: α) 25% για τις μέχρι 60 ώρες ετησίως, β) 50% για τις πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι 120 και γ) 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως. Με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (Υ.Α. 11770/1984) ορίστηκε ότι “η διάρκεια της εβδομαδιαίας εργασίας των εργαζομένων, που απασχολούνται σε οποιοδήποτε εργοδότη με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου όλης της χώρας, ορίζεται σε 40 ώρες. Οι αποδοχές των εργαζομένων, παρά τον περιορισμό των ωρών εργασίας, δεν μειώνονται…”. Εξάλλου, με το άρθρο 4 παρ. 1 της από 7-6-2008 Σ.Σ.Ε. “για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας”, που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την Υ.Α. 52781/2462/15-29/7/2008 (ΦΕΚ Β’ 1489) από 1-4-2008 και ίσχυσε έως 31-3-2009, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 της παρούσας Σ.Σ.Ε. για το έτος 2008 αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985. Οι ώρες εργασίας των οδηγών που υπάγονται στην παρούσα απόφαση είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως. Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Περαιτέρω, με το ομοίου περιεχομένου άρθρο 4 της ΔΑ 17/2009 «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας», που επακολούθησε, η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 25.216/2058/6.8/3-9-2009 (ΦΕΚ Β’ 1847), που ίσχυσε από 1-4-2009 έως 31-3-2010, ορίζεται ότι οι αποδοχές του πίνακα του άρθρου 2 παράγραφος 1 αυτών για τα έτη 2009 και 2010, αντίστοιχα, αφορούν σε πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση με δύο (2) συνεχόμενες ημέρες ανάπαυσης (ρεπό) κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις της ΔΑ 38/1985 και ότι οι ώρες εργασίας των οδηγών, που υπάγονται σε αυτές είναι 40 ώρες εβδομαδιαίως, που αντιστοιχούν σε 8 ώρες οδήγησης ανά ημέρα και έως 13 ώρες ημερησίως απασχόληση. Οι ώρες απασχόλησης πέραν των 8 ωρών ημερησίως αμείβονται ως υπερωριακή απασχόληση σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία. Εξάλλου, η απόφαση 35/1985 ΔΔΔΔ Αθηνών « για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας» (πράξη κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 15870/26-6-1985) στο άρθρο 5 ορίζει ότι : «Καθιερώνεται εβδομάδα πέντε εργασίμων ημερών στους εργαζόμενους που υπάγονται στην απόφαση αυτή. Οι ημέρες αναπαύσεως είναι συνεχόμενες» . Από τις προαναφερόμενες διατάξεις συνάγεται ότι απαγορεύεται και είναι παράνομη η εργασία οδήγησης καθ’ εαυτή των οδηγών τουριστικών λεωφορείων αυτοκινήτων, που υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως ή τις 40 ώρες εβδομαδιαίως, καθώς και η εργασία γενικώς, η οποία, μαζί με τα κατά τη διαδρομή διαλείμματα και τις διακοπές οδήγησης εντός και εκτός έδρας και τις λοιπές περιστάσεις που καθορίζονται στην ως άνω παράγραφο 1 του άρθρου 1 της Υ.Α. 51266/2955/1975, δηλαδή το χρόνο παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου και το χρόνο τυχόν επισκευής του κατά τη διάρκεια της διαδρομής, υπερβαίνει τις 13 ώρες ημερησίως και τις 72 ώρες εβδομαδιαίως, ενώ η πέραν των 8 ωρών μέχρι 13 ωρών ημερησίως και 72 εβδομαδιαίως απασχόληση, που περιλαμβάνει και τις παραπάνω άλλες, εκτός της οδήγησης, περιστάσεις, είναι επιτρεπόμενη εργασία, για την αμοιβή της οποίας εφαρμόζονται οι διατάξεις του ν. 2874/2000 (άρθρο 4 παρ. 2,3, 4 και 5) και του ν. 3385/2005, με το άρθρο 1 του οποίου αντικαταστάθηκε το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 από 1-10-2005, (βλ. ΑΠ 601/2017, βλ. και ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 1417/2006, ΑΠ 1556/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, που αντικατέστησε το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, και ίσχυσε από 01-10-2005 έως 15-07-2010 ( οπότε αντικαταστάθηκε εκ νέου, με το Ν. 3863/2010) ορίζεται ότι : 1. “σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υττερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)”. 2. “Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας”.. 3 “Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως (νόμιμη υπερωριακή απασχόληση) είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%)”. 4. “Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία”. 5. “Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατό τοις εκατό (100%)” ( βλ. ΑΠ 414/2017, ΑΠ 931/2017, ΑΠ 526/2014, ΑΠ 1602/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού υπό το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας κατά το Σάββατο αποτελεί υπερωριακή εργασία μόνο αν υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο ημερήσιας απασχόλησης. Η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα αυτή, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθήμερου, απαγορευόμενη από κανόνα δημοσίας τάξεως είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια συνιστάται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ίδιες συνθήκες. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις νόμιμες αποδοχές για τους εργαζόμενους που έχουν τα τυχόν απαιτούμενα προσόντα, εκτός από τα επιδόματα που οφείλονται στις προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως ( βλ. ΑΠ 1985/2017, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 175/2013, ΑΠ 192/2011, ΑΠ 1413/2009 , ΑΠ 1519/2008 ΑΠ 66/2007, ΑΠ 678-679/2004, ΑΠ 1253/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το καθεστώς όμως αυτό διαφοροποιήθηκε με το άρθρο 8 παρ. 1 του ν. 3846/2010, που ισχύει από 11.5.2010, ημερομηνία δημοσιεύσεως του νόμου (ΦΕΚ Α’ 66/11.5.2010), σύμφωνα με το άρθρο 35 του ίδιου νόμου, και ορίζει ότι “η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%” ( βλ. ΑΠ 315/2017, ΑΠ 1985/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 18310|1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, ” στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες” – ήτοι από την 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή- “καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές, αυξημένες κατά 25%”. Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα. Εάν η παροχή της νυχτερινής εργασίας συμπέσει με ημέρα Κυριακή ή εξαιρέσιμης εορτής, η προσαύξηση που καταβάλλεται ανέρχεται σε ποσοστό 75% επί του νομίμου μισθού ( βλ. ΑΠ 441/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1α ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική θεμελίωσή της, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, καθιστά την αγωγή αόριστη. Η αοριστία της αγωγής, η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται ως πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του, σχετικά με τη νομική θεμελίωσή αυτής αξίωσε περισσότερα από εκείνα που απαιτεί ο νόμος ή, αν αντιθέτως, αρκέσθηκε σε λιγότερα. Εξάλλου, για να είναι ορισμένη η αγωγή οδηγού τουριστικού λεωφορείου, με την οποία διώκεται η καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση, λόγω υπερβάσεως του χρόνου της συνολικής απασχόλησης, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχόλησης, χωρίς να είναι απαραίτητος, για τη σύμφωνα με τις προαναφερθείσες εφαρμοστέες διατάξεις θεμελίωση των αξιώσεων αυτών, ο προσδιορισμός του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου οδήγησης και ο χρόνος των διαλειμμάτων και διακοπών, αφού η αξιούμενη αμοιβή για υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση δεν στηρίζεται σε υπέρβαση του νόμιμου χρόνου ημερήσιας ή εβδομαδιαίας οδήγησης ( βλ. ΑΠ 601/2017, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 199/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, για τη νομική πληρότητα της αγωγής, που έχει ως αίτημα την καταβολή αμοιβής για εργασία που παρασχέθηκε τα Σάββατα (ως έκτη ημέρα επί πενθημέρου εργασίας) συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο ο αριθμός των Σαββάτων, κατά τις οποίες εργάσθηκε ο μισθωτός, καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρονται οι ημέρες και ώρες εργασίας, χωρίς να είναι απαραίτητος ο προσδιορισμός των ημερών που εργάσθηκε Σάββατα με ακριβείς χρονολογίες ( βλ. ΑΠ 601/2017, ΑΠ 534/2014, ΑΠ 984/2013, ΑΠ 191/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Επίσης, για να είναι ορισμένη η αγωγή, με την οποία διώκεται η ικανοποίηση αξιώσεων από νυκτερινή εργασία, πρέπει να αναφέρεται στο δικόγραφο της αγωγής ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας που παρέσχε ο εργαζόμενος σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες, κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή και ο αριθμός αυτών ( βλ. ΑΠ 520/2015, ΑΠ 441/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης από 27-01-2014 αγωγής, αυτή έχοντας το ανωτέρω περιεχόμενο και αίτημα, είναι επαρκώς ορισμένη, καθόσον περιέχει σαφή και επαρκή έκθεση όλων των αναγκαίων στοιχείων και περιστατικών, που απαιτούνται για την, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες αντίστοιχες οικείες νομικές διατάξεις, νομική πληρότητα του δικογράφου της και συγκεκριμένα στην ένδικη αγωγή μνημονεύεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, η ειδικότητα και ο συμφωνημένος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχόλησής του, με ακριβή καθορισμό των ωρών της ημερήσιας και της εβδομαδιαίας εργασίας του κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (χωρίς να είναι απαραίτητος, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα για τη θεμελίωση των αξιώσεων αυτών, ο προσδιορισμός του ημερήσιου και εβδομαδιαίου χρόνου οδήγησης και ο χρόνος των διαλειμμάτων και διακοπών), ενώ περαιτέρω αναφέρεται με επάρκεια η παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ο αριθμός των Σαββάτων κατά τα οποία εργάσθηκε, και χωριστά ο αριθμό των ωρών κατά τις οποίες εργάστηκε κάθε Σάββατο, καθώς και το χρονικό διάστημα στο οποίο αναφέρεται η παροχή της εν λόγω εργασίας, ενώ δεν είναι απαραίτητος, σύμφωνα με τα αμέσως προαναφερόμενα, ο προσδιορισμός των Σαββάτων που ισχυρίζεται ότι εργάστηκε με ακριβείς ημεροχρονολογίες και περαιτέρω αναφέρεται στο δικόγραφο της ένδικης αγωγής ο αριθμός των ωρών νυκτερινής εργασίας που ισχυρίζεται ότι παρέσχε ο ενάγων στο συγκεκριμένο επίδικο χρονικό διάστημα, χωρίς να είναι απαραίτητο να αναφέρονται οι συγκεκριμένες ημέρες, κατά τις οποίες παρασχέθηκε η εργασία αυτή και ο αριθμός αυτών. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή, δεν έσφαλε και επομένως ο πρώτος πρόσθετος λόγος της υπό κρίση εφέσεως με τον οποίο η εκκαλούσα – εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνεται κατά το μέρος του αυτό, κατ’ ουσίαν αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι τα συνιστώντα την ιστορική βάση της ενστάσεως πραγματικά περιστατικά προτείνονται κατά τη πρώτη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, εκτός αν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτής προβολής τους σε μεταγενέστερη συζήτηση ή στην κατ’ έφεση δίκη, οπότε πρέπει να γίνεται συγχρόνως επίκληση του λόγου, που επιτρέπει την κατ’ εξαίρεση μεταγενέστερη προβολή (βλ. ΑΠ 1024/2006 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 591 §1, 666§1, 115§3 και 256§1δ του ΚΠολΔ συνάγεται ότι : (α) στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των άρθ.664 επ. ΚΠολΔ (εργατικών διαφορών), κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του μονομελούς πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, όπως είναι οι ενστάσεις και οι αντενστάσεις, για το παραδεκτό αυτών, προφορικά κατά την συζήτηση στο ακροατήριο, επιπλέον δε οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν, εκτός εάν τα γεγονότα αυτά περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις, απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση προφορική πρόταση των ισχυρισμών, που «ως γενόμενα κατά τη συζήτηση» σημειώνονται στα πρακτικά, τα οποία αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τη συζήτηση και το περιεχόμενο αυτής. Η προφορική πρόταση των ισχυρισμών πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων ( βλ. Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 598/2017, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1144/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 298/2012, ΑΠ 1414/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και (β) είναι απαράδεκτη η προβολή για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη των ισχυρισμών αυτών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως ως άνω, εκτός εάν εμπίπτουν σε κάποια από τις εξαιρέσεις του παραδεκτού της βραδείας προβολής τους, κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί ο διάδικος που προβάλλει τους ισχυρισμούς αυτούς. Επομένως, ο διάδικος που, ως εκκαλών, προβάλλει με την έφεσή του αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς – ενστάσεις, που δεν τους είχε προτείνει παραδεκτά πρωτοδίκως, οφείλει να επικαλεσθεί την συνδρομή των εξαιρετικών περιπτώσεων της ως άνω διατάξεως, η οποία επιτρέπει την προβολή τους στο εφετείο ( βλ. ΑΠ 598/2017, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1144/2015, ΑΠ 341/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 527 του Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτη η προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, εκτός αν: 1) προτείνονται από τον εφεσίβλητο, ενάγοντα, εναγόμενο ή εκείνον που είχε παρέμβει, ως υπεράσπιση κατά της έφεσης και δεν μεταβάλλεται με τους ισχυρισμούς αυτούς η βάση της αγωγής ή της παρέμβασης, ή προτείνονται από εκείνον που παρεμβαίνει για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη με πρόσθετη παρέμβαση, θεωρείται όμως αναγκαίος ομόδικος του αρχικού διαδίκου, 2) γεννήθηκαν μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και στην περίπτωση των άρθρων 237 και 238 μετά την παρέλευση της προθεσμίας για την κατάθεση των προτάσεων, 3) λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως ή μπορεί να προταθούν σε κάθε στάση της δίκης, 4) το δικαστήριο κρίνει ότι δεν προβλήθηκαν εγκαίρως με τις προτάσεις από δικαιολογημένη αιτία αυτό ισχύει και για την ένσταση κατάχρησης δικαιώματος, 5) προέκυψαν για πρώτη φορά μεταγενέστερα και 6) αποδεικνύονται εγγράφως ή με δικαστική ομολογία του αντιδίκου. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι : α) όλοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί στη διαδικασία εκδικάσεως των εργατικών διαφορών πρέπει να προτείνονται κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, β) στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται για πρώτη φορά η προβολή των ισχυρισμών αυτών μόνο αν συντρέχουν οι προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο προτείνων αυτές διάδικος ( βλ. και ΑΠ 536/2017, ΑΠ 105/2017, ΑΠ 9/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η απόδειξη, αυτή πρέπει να προκύπτει παραχρήμα και άμεσα, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το νέο ισχυρισμό πρέπει να αποδεικνύονται από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο έγγραφο (δημόσιο ή ιδιωτικό με πλήρη απόδειξη) κατά τρόπο ευθύ και άμεσο και όχι σε συνδυασμό με δικαστικά τεκμήρια ( βλ. και ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 611/2016, ΑΠ 98/2015, ΑΠ 1087/2014), ενώ και στην απόφαση του δικαστηρίου, που δέχεται ως βάσιμο τον ισχυρισμό αυτό, πρέπει να βεβαιώνεται το παραδεκτό της βραδείας προβολής του και να διαλαμβάνεται στις παραδοχές της η συνδρομή μιας τουλάχιστον από τις παραπάνω περιπτώσεις, που δικαιολογούν τη βραδεία προβολή του ισχυρισμού (βλ. και ΑΠ 1099/2017, ΑΠ 243/2015, 9/2014, 259/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 527 και 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για να θεωρηθεί ως εμπροθέσμως προβληθείσα και, επομένως, παραδεκτή η ένσταση, πρέπει να έχουν αναφερθεί εγκαίρως όλα τα αναγκαία κατά νόμον περιστατικά, που επάγονται την επιδιωκόμενη έννομη συνέπεια, εάν δε, έχουν προταθεί αορίστως στην πρώτη συζήτηση και επαναφερθούν σε μεταγενέστερη συζήτηση, ή στο εφετείο σαφώς και με πληρότητα, θεωρούνται ότι προτείνονται τότε για πρώτη φορά και υπόκεινται στην απαγόρευση, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου 527 του ΚΠολΔ ( βλ. ΑΠ 488/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, κατά το άρθρο 262 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένη αίτηση και σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν, διαφορετικά είναι αόριστη, η αοριστία δε αυτή εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο και επιφέρει την απόρριψή της ως απαράδεκτης. Η έλλειψη των παραπάνω στοιχείων δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Άλλωστε, από τη διάταξη του άρθρου 422 του Α.Κ., για τον τρόπο καταλογισμού των καταβολών του οφειλέτη σε περίπτωση που αυτός έχει περισσότερα χρέη, η οποία είναι ενδοτικού δικαίου, είναι επιτρεπτή αντίθετη συμφωνία των συμβαλλομένων είτε πριν την καταβολή, είτε κατά, είτε μετά την καταβολή. Και ναι μεν ο δανειστής δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να ορίσει μονομερώς το χρέος που θα εξοφληθεί, ο οφειλέτης όμως μπορεί να συμφωνήσει, ρητά ή σιωπηρά, στον προσδιορισμό που προτείνει ο δανειστής, οπότε πλέον ο καταλογισμός δεν γίνεται με βάση το άρθρο 422 του Α.Κ., αλλά κατά τη συμφωνία των μερών (άρθρο 361 του Α.Κ., Α.Π. 1653/2011, Α.Π. 1988/2006). Επομένως, για να είναι ορισμένη, ειδικότερα, η υποβαλλομένη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση συμψηφισμού (καταλογισμού) των αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η καταρτισθείσα, μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία περί καταλογισμού, το ακριβές περιεχόμενό της, ο τρόπος καταβολής της αξιώσεως, το χρονικό διάστημα που αφορά και οι αιτίες καταβολής του οφειλομένου χρηματικού ποσού. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζόμενου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού, περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό, το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στο μισθωτό, για την παρεχόμενη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά πρέπει να μνημονεύονται και τα επιμέρους ποσά, που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων, που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του, για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών. Με την επίκληση σχετικής έγγραφης αποδείξεως του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του, δεν αρκεί να διαλαμβάνεται, κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στον μισθωτό για την παρεχομένη εργασία του, εκτός αν πρόκειται για μία και μόνον απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, αλλά και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνον προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων που απαγορεύουν τον περιορισμό των δικαιωμάτων του για την απόληψη των ελάχιστων ορίων αποδοχών. Επίσης, για το λόγο αυτό με το άρθρο 18 παρ. 1 του Νόμου 1082/1980 επιβάλλεται στον εργοδότη η υποχρέωση να χορηγεί, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού του, εκκαθαριστικό σημείωμα ή σε περίπτωση εφαρμογής μηχανογραφικού συστήματος ανάλυση μισθοδοσίας που θα απεικονίζουν αναλυτικά τις πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού και τις επ’ αυτών κρατήσεις (βλ. ΑΠ 529/2016, ΑΠ 1069/2014, ΑΠ 1688/2012, ΑΠ 178/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 §2 και 2§2 της κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 28/1944, εκδοθείσας ΚΥΑ 25825/1951, με την οποία ερμηνεύθηκαν αυθεντικά οι ΚΥΑ 8900/1946 και 18310/1946, 8§4 ν.δ.4020/1959, 1 και 2 ν.435/1976, 3§16 ν.4504/1966, 2 και 5§1 α.ν. 539/1945 συνάγεται ότι απαγορεύεται ο από τον εργοδότη μονομερής συμψηφισμός (ακριβέστερα: καταλογισμός) των καταβαλλόμενων υπερτέρων των νομίμων αποδοχών προς τις οφειλόμενες προσαυξήσεις από την παρασχεθείσα εργασία κατά τις Κυριακές, τις εξαιρετέες ημέρες και τις νύκτες, δεν απαγορεύεται, όμως, και η συνομολόγηση μεταξύ μισθωτού και εργοδότη συμφωνίας, όπως στις καταβαλλόμενες υπέρτερες αποδοχές συμψηφίζεται και κάθε τυχόν προσαύξηση από τέτοια αξίωση, καθώς και για επιδόματα εορτών και αδείας, εφόσον με τη σχετική συμφωνία προσδιορίζεται το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις αξιώσεις αυτές. Η συμφωνία αυτή περί καταλογισμού (άκυρη σε κάθε περίπτωση επί υπερωριών) δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 3, 174, 664 και 679 ΑΚ, εφόσον ο μισθωτός και με τη συμφωνία αυτή λαμβάνει τα οριζόμενα από τις υπουργικές αποφάσεις και συλλογικές συμβάσεις ελάχιστα όρια αποδοχών με τις προβλεπόμενες προσαυξήσεις ( βλ. ΑΠ 923/2017, ΑΠ 1117/2017, ΑΠ 180/2015, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 593/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της συμβάσεως, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής συμβάσεως, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, όσο δεν καταβάλει δηλαδή τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Η υπερημερία του εργοδότη παύει, είτε με την καταβολή των οφειλομένων ή την εκπλήρωση του ουσιώδους όρου της συμβάσεως, είτε ύστερα από συμφωνία με τον εργαζόμενο. Αυτονόητο είναι ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο εργαζόμενος, ο οποίος άσκησε νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, εγκατέλειψε αυθαιρέτως τη θέση του και συνακόλουθα να θεωρήσει ότι αυτός (ο εργαζόμενος) κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, ώστε, εφόσον πρόκειται για σύμβαση αόριστου χρόνου, να απαλλαγεί από την υποχρέωσή του προς καταβολή της, κατά τις διατάξεις των ν. 2112/20 και 3198/55, οφειλόμενης αποζημιώσεως απολύσεως ( βλ. ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1342/2014, ΑΠ 1203/ 1998, ΑΠ 324/1982, ΕΘ 1460/2014, ΕΑ 5940/2012, ΕΑ 8264/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Όμως, το δικαίωμα επισχέσεως της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη ( βλ. ΑΠ 790/2014, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπληρώσεως των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι’ αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη ( βλ. ΑΠ 114/2017, ΑΠ 680/2017, ΑΠ 1114/2017, ΑΠ 1287/2017, ΑΠ 940/2015, ΑΠ 1248/2015, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 1342/2014, ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 1502/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Σε κάθε περίπτωση, πάντως, το αξιόλογο της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών ή το δικαιολογημένο αυτής, κρίνεται τελικά από το δικαστήριο της ουσίας και συναρτάται προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του εργαζόμενου, σε σχέση προς το ύψος του καθυστερούμενου ποσού αποδοχών του και τους λόγους της καθυστέρησης πληρωμής τους. Συνεκτιμάται, επίσης, το μέγεθος της ζημίας που υφίσταται ο εργοδότης από την άσκηση του πιο πάνω εργασιακού δικαιώματος, καθώς και ο χρόνος που αυτό ασκείται (βλ. I. Καποδίστρια Ερμ.ΑΚ, άρθρο 652, αριθμ. 63, ΑΠ 1114/2017, ΕΘ 1460/2014, ΕΑ 5940/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης όμως έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νόμιμα, και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού που αυτός πραγματικώς και προσηκόντως του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει υποχρέωση να καταβάλει στο μισθωτό τις αποδοχές που εκείνος θα ελάμβανε σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές όμως αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που αποκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από τη χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος, λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Ο τελευταίος ισχυρισμός του εργοδότη αποτελεί ένσταση για το ορισμένο δε αυτής πρέπει να αναφέρονται τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η ωφέλεια του μισθωτού στο επίμαχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε σε συγκεκριμένο εργοδότη και το συγκεκριμένο ποσό αμοιβής που αποκόμισε ο εργαζόμενος από την εργασία του αυτή (βλ. ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 960/2013 ΑΠ221/2011 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η σύναψη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη εκ μέρους του εργαζομένου σύμβασης εξαρτημένης εργασίας με άλλον εργοδότη, δεν επάγεται αυτή καθεαυτή τη λύση της προηγουμένης σύμβασης εργασίας του μισθωτού με οικειοθελή παραίτηση, ούτε αίρει την υπερημερία του προηγουμένου εργοδότη, ο οποίος κατά το άρθρο 656 εδ. β του ΑΚ δικαιούται απλώς να εκπέσει από τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας την ωφέλεια που ο εργαζόμενος αποκόμισε από την άλλη απασχόλησή του (βλ. ΑΠ 1003/2017, ΑΠ 324/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ωσαύτως η αναζήτηση και ανεύρεση άλλης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, που επιβάλλεται άλλωστε για λόγους βιοπορισμού αυτού, δεν καθιστά καταχρηστική κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ τη συνέχιση της επίσχεσης εργασίας εκ μέρους του εργαζομένου, λόγω μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών εκ μέρους του προηγούμενου εργοδότη και κατά συνέπεια δεν αίρει την υπερημερία του τελευταίου (βλ. ΑΠ 324/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εργοδότη και επομένως δεν αφαιρείται το επίδομα ανεργίας που λαμβάνει ο μισθωτός, διότι η παροχή αυτή είναι άσχετη προς τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας. Η λήψη του επιδόματος αυτού δεν απαλλάσσει, κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του ΝΔ 2698/1953 τον εργοδότη από την υποχρέωση για καταβολή μισθού. Ο εργοδότης καταβάλλων στο μισθωτό τις αποδοχές του υποχρεούται να παρακρατήσει για λογαριασμό του ΙΚΑ (στην προκειμένη περίπτωση του ΟΑΕΔ) τα επιδόματα ανεργίας, που έχουν καταβληθεί στον μισθωτό από τον οργανισμό αυτό (ΟΑΕΔ). Μάλιστα δε, στη διάταξη αυτή ορίζεται, ότι ο εργοδότης δικαιούται να μην καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς, για όσο χρονικό διάστημα ο μισθωτός δεν προσκομίζει πιστοποιητικό, για τα επιδόματα ανεργίας, που έχει εισπράξει από τον ΟΑΕΔ. Στη συνέχεια, ο εργοδότης υποχρεούται να αποδώσει στον ΟΑΕΔ τα ως άνω παρακρατηθέντα ποσά, εντός 15 ημερών, άλλως ευθύνεται στην καταβολή τους ο ίδιος ( βλ. ΕΘ 715/ 2017 , ΕΘ 1218/2017, ΕΘ 42/2009, ΕΔ 170/2004, ΕΑ 8967/2002 ΕλλΔνη 2004, 554, ΕΑ 294/1998 ΔΕΕ 998, 1251, Βλαστός Ατομικές εργασιακές σχέσεις, εκδ. 2005, σ. 860 / Ντάσιος Εργατικό δικονομικό δίκαιο, τ. Α/Ι, εκδ. 1999, σελ. 490-491).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ «Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος». Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου. Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν και πρόσθετες ειδικές συνθήκες και περιστάσεις προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου η επακολουθήσασα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης η οποία δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ( βλ. Ολ. ΑΠ 10/2012, Ολ. ΑΠ 8/2001, ΑΠ 174/2016, ΑΠ 441/2016, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1354/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ ). Επίσης, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη, δεν αρκεί για να χαρακτηρίσει ως καταχρηστική την άσκησή του, αλλά πρέπει να συνδυάζεται και με άλλες περιστάσεις. Δηλαδή για την εφαρμογή της διατάξεως αυτής δεν αρκεί καταρχάς μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση συνδυασμός των ανωτέρω και γενικώς η συνδρομή ιδιαίτερων περιστάσεων, αναγομένων στη συμπεριφορά τόσο του δικαιούχου, όσο και του υπόχρεου, εφόσον όμως αυτή του τελευταίου τελεί σε αιτιώδη σχέση με εκείνη του δικαιούχου και δεν είναι άσχετη με αυτήν, ώστε η άσκηση του δικαιώματος να αποβαίνει αντίθετη στις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (βλ. ΑΠ 462/2016, ΑΠ 385/2010, ΑΠ 381/2009 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν έχει εφαρμογή όταν ο διάδικος αρνείται (απλά ή αιτιολογημένα) να δεχθεί την ύπαρξη του δικαιώματος του αντιδίκου του ( βλ. ΑΠ 894/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως ……………… και ανταποδείξεως ………………, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, οι οποίες εκτιμώνται χωριστά και σε συνδυασμό μεταξύ τους και προς τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, κατά το μέτρο γνώσεως και το βαθμό αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα, από : α) τη με αριθμό …./24-09-2014 ένορκη βεβαίωση του ……………… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία δόθηκε με επιμέλεια του ενάγοντος, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠολΔ [ βλ. τη σχετική δήλωση – γνωστοποίηση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, που περιέχεται στην ένδικη από 27-01-2014 αγωγή, η οποία επιδόθηκε στην εναγομένη στις 30-01-2014 (βλ. τη με αριθμό …../30-01-2014 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) ], την οποία νόμιμα προσκομίζει με επίκληση ο ενάγων – εφεσίβλητος και β) τη με αριθμό ……./13-02-2015 ένορκη βεβαίωση του ……………… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία δόθηκε με επιμέλεια της εκκαλούσας – εναγομένης μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος – εφεσίβλητου, κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ’ του ΚΠολΔ (βλ. τη με αριθμό ……./10-02-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Πειραιώς Κωνσταντίνου Β. Καλύβα ), την οποία νόμιμα προσκομίζει με επίκληση η εκκαλούσα – εναγομένη και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα, με επίκληση προσκομίζουν, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα απολύτως κατά την εκτίμηση της ουσίας της υποθέσεως, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Η εναγομένη είναι ομόρρυθμη εταιρεία, η οποία διατηρεί τουριστικό γραφείο και αναλαμβάνει τουριστικό και μεταφορικό έργο, διαθέτοντας προς τούτο τρία (3) ιδιόκτητα τουριστικά λεωφορεία (πούλμαν). Ο ενάγων έχει αποκτήσει την Ελληνική ιθαγένεια ( κατέχει το με αριθμό ……………… δελτίο ταυτότητας της Ελληνικής Δημοκρατίας ) και είναι κάτοχος της με αριθμό …../29-07-2005 άδειας οδήγησης Δ’ κατηγορίας της Νομαρχίας Δυτικής Αθήνας. Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 01-09-2009, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του οδηγού τουριστικού λεωφορείου (πούλμαν), έναντι συμφωνημένου μικτού μηνιαίου μισθού ποσού 1.200 ευρώ. Ειδικότερα συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, να παρέχει ο ενάγων τις υπηρεσίες του με την ανωτέρω ειδικότητά του, με πλήρη απασχόληση, με πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία και με ωράριο σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως, όπως αναφέρεται και στην από 17-07-2012 γνωστοποίηση όρων της ατομικής συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος. Ο πραγματικός χρόνος κατά τον οποίο προσλήφθηκε και άρχισε να απασχολείται ο ενάγων με την ανωτέρω ειδικότητά του στην εναγομένη είναι ο ανωτέρω αναφερόμενος, δηλαδή η 01-09-2009 και όχι η 15-03-2010, η οποία αναφέρεται στην ως άνω από 17-07-2012 γνωστοποίηση όρων της ατομικής συμβάσεως εργασίας και στο λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ του ενάγοντος, τούτο δε συνομολογείται πλήρως από την εναγομένη με τις από 20-02-2015 νόμιμα κατατεθείσες πρωτόδικες προτάσεις της και με το δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεώς της [ βλ. 2η σελίδα αυτών, όπου αναφέρεται ότι « ο αντίδικος προσελήφθη από την εταιρία μας κατά την ημεροχρονολογία που αναφέρονται στην ένδικη αγωγή» ( ήτοι την 01-09-2009) ]. Ο συμφωνημένος μικτός μισθός του ενάγοντος ανερχόταν, όπως προαναφέρθηκε, στο ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαίως και όχι στο ποσό των 1.080 ευρώ μηνιαίως, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ του ενάγοντος και στην ως άνω από 17-07-2012 γνωστοποίηση όρων της ατομικής συμβάσεως εργασίας του. Ειδικότερα, ο ανωτέρω, ποσού 1.200 ευρώ, συμφωνημένος μικτός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος αποδεικνύεται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ……………… και την άνω ένορκη βεβαίωση του ………………, που προσκομίζει ο ενάγων, οι οποίες προσεπιβεβαιώνονται πλήρως και από αυτή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως ………………, ο οποίος ευθέως και με σαφήνεια κατέθεσε ότι ο μικτός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ανωτέρω ποσό των 1.200 ευρώ, ενώ εξάλλου και η εναγομένη ενώπιον της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, όπου προσέφυγε ο ενάγων, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω, ουδόλως αμφισβήτησε, αλλά αντίθετα παραδέχθηκε, ότι ο καταβαλλόμενος συμφωνημένος μικτός μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο εν λόγω ποσό των 1.200 ευρώ. Πρέπει δε στο σημείο αυτό να αναφερθεί ότι η εναγομένη δεν χορηγούσε στον ενάγοντα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα, ή μηχανογραφική ανάλυση της μισθοδοσίας του, στα οποία να απεικονίζονται οι πάσης φύσεως αποδοχές του, όπως είχε σχετική υποχρέωση ως εργοδότρια, κατ’ άρθρο 18 του Ν. 1082/1980. Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως, δεν έσφαλε και επομένως όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα – εναγομένη με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους της υπό κρίση εφέσεώς της, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 01-09-2009 έως 25-10-2013, (οπότε άσκησε το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας, όπως θα αναφερθεί ειδικότερα κατωτέρω), εργαζόταν καθημερινά από Δευτέρα έως και Παρασκευή επί δώδεκα (12) ώρες ημερησίως και ειδικότερα από τις 6.00 π.μ. έως τις 18.00 μ.μ. την μία εβδομάδα και από τις 18.00 μ.μ. έως τις 6.00 π.μ. την επομένη εβδομάδα, ήτοι το ημερήσιο αυτό ωράριό του ίσχυε εναλλάξ ανά εβδομάδα. Επιπλέον ο ενάγων από την 01-09-2010, καθ’ υπέρβαση της συμφωνηθείσας και ισχύουσας για την ειδικότητά του πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, υποχρεώθηκε να εργάζεται και επί δύο Σάββατα το μήνα με το ίδιο ωράριο, ήτοι από τις 6.00 π.μ. έως τις 18.00 μ.μ. το ένα Σάββατο και από τις 18.00 μ.μ. έως τις 6.00 π.μ. το δεύτερο Σάββατο. Οι ανωτέρω ημέρες και ώρες συνολικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος αποδεικνύονται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως ……………… και την άνω ένορκη βεβαίωση του ………………, που προσκομίζει ο ενάγων, οι οποίες προσεπιβεβαιώνονται πλήρως και από αυτή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος ανταποδείξεως ………………, ενώ εξάλλου και η εναγομένη ενώπιον της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, όπου προσέφυγε ο ενάγων, ουδόλως αμφισβήτησε, αλλά αντίθετα παραδέχθηκε, ότι οι ημέρες και οι ώρες εργασίας του ενάγοντος ήταν οι ως άνω αναφερόμενες. Τα ανωτέρω ουδόλως αναιρούνται από το 25-02-2015 έγγραφο της εταιρείας με την επωνυμία «………………», που με επίκληση προσκομίζει η εκκαλούσα – εναγομένη, αφού αφενός σε αυτό δεν αναφέρονται οι ώρες εισόδου και εξόδου του οχήματος (πούλμαν) που οδηγούσε ο ενάγων και αφετέρου αναφέρονται μόνο τα δρομολόγια κατά τις ώρες αιχμής εσωτερικά των εγκαταστάσεων της εν λόγω εταιρείας κατά το χρόνο εκδόσεως του εγγράφου τούτου (25-02-2015), χωρίς μάλιστα να προκύπτει ότι αφορούν και τον επίδικο χρόνο εργασίας του ενάγοντος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ότι οι ανωτέρω είναι οι ημέρες και ώρες συνολικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του ενάγοντος, δεν έσφαλε και συνεπώς οι τρίτος και τέταρτος λόγοι της υπό κρίση εφέσεως με τους οποίους η εκκαλούσα – εναγομένη υποστηρίζει τα αντίθετα, κρίνονται κατά το μέρος τους αυτό, κατ’ ουσίαν αβάσιμοι και απορριπτέοι. Περαιτέρω στην προαναφερόμενη δωδεκάωρη ημερήσια απασχόληση του ενάγοντος περιλαμβάνεται ο χρόνος οδήγησης, ο οποίος δεν υπερέβαινε τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως, ο χρόνος παραλαβής και παράδοσης του αυτοκινήτου, τα διαλείμματα και οι διακοπές. Ειδικότερα ο ενάγων εκτελούσε δρομολόγια μεταφοράς προσωπικού από και προς τις διάφορες επιχειρήσεις της Αττικής, με τις οποίες είχε συμβληθεί για τη μεταφορά του προσωπικού τους η εναγομένη, ενώ από την 01-02-2012 εκτελούσε δρομολόγια μεταφοράς προσωπικού αποκλειστικά στις εγκαταστάσεις της ανωτέρω εταιρείας με την επωνυμία «………………». Κατά το χρονικό διάστημα της απασχόλησής του, που μεσολαβούσε μεταξύ των ως άνω δρομολογίων, ο ενάγων βρισκόταν σε κατάσταση γνήσιας ετοιμότητας παροχής εργασίας, διατηρώντας σε εγρήγορση τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις του για την ανά πάσα στιγμή αξιοποίηση τους από την εναγομένη και ειδικότερα είτε πραγματοποιούσε άλλα δρομολόγια τα οποία του ανέθετε η εναγομένη, είτε απασχολείτο με την επισκευή, την επιδιόρθωση, τον καθαρισμό και τη συντήρηση του λεωφορείου, δηλαδή με εργασίες απαραίτητες για την ασφαλή και σε καθαρό χώρο μετακίνηση των εργαζομένων. Από την άνω συνολική ημερήσια 12ωρη απασχόληση του ενάγοντος, ο χρόνος οδήγησης δεν υπερέβαινε, όπως προαναφέρθηκε, τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως, ενώ στο λοιπό χρονικό διάστημα έως τη συμπλήρωση των 12 ωρών ημερησίως περιλαμβάνονται όλες οι άλλες ανωτέρω, εκτός της οδήγησης, περιστάσεις. Έτσι ο ενάγων πραγματοποιούσε εργασία, η οποία δεν υπερέβαινε τις οκτώ (8) ώρες ημερησίως οδήγησης, ούτε το χρόνο συνολικής απασχόλησης των 13 ωρών ημερησίως και τις 72 ωρών εβδομαδιαίως, συμπεριλαμβανομένων και όλων των παραπάνω άλλων, εκτός της οδήγησης, περιστάσεων. Συνεπώς για την αμοιβή της απασχόλησης αυτής του ενάγοντος είναι εφαρμοστέες κατά το χρονικό διάστημα από 01-09-2009 έως 31-03-2010 οι διατάξεις της Υ.Α. 51266/2955/1975 σε συνδυασμό με τη ΔΑ 17/2009 «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας», η οποία κηρύχθηκε υποχρεωτική με την ΥΑ 25.216/2058/6.8/3-9-2009 (ΦΕΚ Β’ 1847), που ίσχυσε από 1-4-2009 έως 31-3-2010 και το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005, και κατά το χρονικό διάστημα από 01-04-2010 έως 25-10-2013 οι διατάξεις της Υ.Α. 51266/2955/1975 σε συνδυασμό με το άρθρο 659 του ΑΚ και το άρθρο 6 της από 14-2-1984 ΕΓΣΣΕ (Υ.Α. 11770/1984) και δεδομένου ότι οι μεταγενέστερες και δη η από 25-4-2010 ΣΣΕ « για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας» (πράξη κατάθεσης 1/28-4-2010), που ίσχυσε από 1-4-2010 έως 31-3-2011 και η από 12-05-2011 ΣΣΕ « για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας» (πράξη κατάθεσης 26/13-5-2011), που ίσχυσε από 1-4-2011 έως 31-3-2012, δεν κηρύχτηκαν υποχρεωτικές και δεν δεσμεύουν τους διαδίκους, καθόσον ούτε ο ενάγων, ούτε η εναγομένη αποδείχθηκε ότι είναι μέλη των συμβαλλομένων σε αυτές συνδικαλιστικών οργανώσεων εργαζομένων και εργοδοτών, αντίστοιχα, ούτε άλλωστε επικαλέστηκε κάτι τέτοιο ο ενάγων, ενώ επίσης ο ενάγων ουδόλως επικαλείται, αλλά ούτε και αποδεικνύεται, ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων να έχουν συμβατική ισχύ και εφαρμογή στην επίμαχη σύμβαση εργασίας του, οι κάθε φορά ισχύουσες ΣΣΕ « για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών των τουριστικών λεωφορείων (πούλμαν) όλης της χώρας». Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, και λαμβανομένου υπόψη του ότι και στον κλάδο των οδηγών τουριστικών λεωφορείων, έχει καθιερωθεί το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ο ενάγων πραγματοποιούσε κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας ( από Δευτέρα έως και Παρασκευή) κατά το χρονικό διάστημα : 1) από 01-09-2009 έως 31-03-2010, 5 ώρες υπερεργασίας (40 – 45 ώρες) την εβδομάδα αμειβόμενη με προσαύξηση 25% και 15 ώρες νόμιμες υπερωρίες την εβδομάδα ( ήτοι 12 ώρες ημερησίως X 5 ημέρες = 60 ώρες – 40 ώρες συμβατικό ωράριο= 20 ώρες – 5 ώρες υπερεργασίας = 15 ώρες), αμειβόμενες με προσαύξηση 50% οι πρώτες 120 ετησίως και με προσαύξηση 75% οι υπόλοιπες, και 2) από 01-04-2010 έως 25-10-2013, 8 ώρες υπερεργασίας ( 40 – 48 ώρες) την εβδομάδα, αμειβόμενη κατ’άρθρο 659 του ΑΚ ( στο οποίο παραπέμπει η Υ.Α. 51266/2955/1975) με το συμφωνημένο ωρομίσθιο, και 12 ώρες νόμιμες υπερωρίες την εβδομάδα ( ήτοι 12 ώρες ημερησίως X 5 ημέρες = 60 ώρες – 40 ώρες συμβατικό ωράριο= 20 ώρες – 8 ώρες υπερεργασίας = 12 ώρες), αμειβόμενες με προσαύξηση 25% για τις μέχρι 60 ώρες ετησίως, 50% για τις πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι 120 ώρες, και 75% για τις πέραν των 120 ωρών ετησίως (κατά την Υ.Α. 51266/2955/1975). Κατόπιν αυτών ο ενάγων για την άνω εργασία του ο ενάγων έπρεπε να λάβει για το χρονικό διάστημα : Α) από 01-09-2009 έως 31-12-2009 : 1) για υπερεργασία το ποσό των 765 ευρώ [ 1.200 ευρώ μην. μισθ. : 25X6:40 = 7,20 ευρώ + προσ. 25% = 9 ευρώ X 85 ώρες ( ήτοι 17 εβδ. X 5 ώρες) = 765 ευρώ ] και 2) για νόμιμες υπερωρίες το ποσό των 2.997 ευρώ [ 17 εβδ. X 15 ώρες = 255 ώρες , οι πρώτες 120 ώρες X 10,80 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 50%) = 1.296 ευρώ και οι υπόλοιπες (255-120 =) 135 ώρες X 12,60 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 75% ) = 1701 ευρώ και συνολικά 2.997 ευρώ ], Β) από 01-01-2010 έως 31-03-2010 : 1) για υπερεργασία το ποσό των 585 ευρώ [ 7,20 + προσ. 25% = 9 ευρώ X 65 ώρες ( ήτοι 13 εβδ. X 5 ώρες ) = 585 ευρώ ] και 2) για νόμιμες υπερωρίες το ποσό των 2.241 ευρώ [ 13 εβδ. X 15 ώρες = 195 ώρες , οι πρώτες 120 ώρες X 10,80 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 50%) = 1.296 ευρώ και οι υπόλοιπες (195-120 =) 75 ώρες X 12,60 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 75% ) = 945 ευρώ και συνολικά 2.241 ευρώ ], Γ) από 01-04-2010 έως 31-12-2010 : 1) για υπερεργασία το ποσό των 2.016 ευρώ [ δηλ. συμφωνηθέν ωρομισθ. 7,20 ευρώ X 280 ώρες ( ήτοι 35 εβδ., αφαιρουμένων των 4 εβδομάδων του Αυγούστου που έλαβε άδεια, X 8 ώρες ) = 2.016 ευρώ ] και 2) για νόμιμες υπερωρίες το ποσό των 5.292 ευρώ [ 35 εβδ. X 12 ώρες = 420 ώρες X 12,60 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 75%, ήτοι όλες οι εν λόγω ώρες με προσαύξηση 75%, αφού, οι πρώτες 120 ώρες του έτους αυτού που υπολογίζονται με μικρότερη προσαύξηση κατά την Υπουργική Απόφαση 51266/2955/1975, έχουν εξαντληθεί στο αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα του ιδίου έτους ) = 5.292 ευρώ], Δ) από 01-01-2011 έως 31-12-2011 : 1) για υπερεργασία το ποσό των 2.764,80 ευρώ [ δηλ. συμφων. ωρομ. 7,20 ευρώ X 384 ώρες ( ήτοι 48 εβδ., αφαιρουμένων των 4 εβδομάδων του Αυγούστου που έλαβε άδεια, X 8 ώρες ) =2.764,80 ευρώ ] και 2) για νόμιμες υπερωρίες το ποσό των 6.933,60 ευρώ [ 48 εβδ. X 12 ώρες = 576 ώρες, οι πρώτες 60 ώρες X 9 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 25%) = 540 ευρώ, οι πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι τις 120 ώρες, ήτοι οι επόμενες 60 ώρες X 10,8 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 50%) = 648 ευρώ και οι υπόλοιπες ( 576- 120 = ) 456 ώρες X 12,6 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 75%) = 5.745,60 ευρώ και συνολικά 6.933,60 ευρώ ], Ε) από 01-01-2012 έως 31-12-2012 : 1) για υπερεργασία το ποσό των 2.764,80 ευρώ [ δηλ. συμφων. ωρομ. 7,20 ευρώ X 384 ώρες ( ήτοι 48 εβδ., αφαιρουμένων των 4 εβδομάδων του Αυγούστου που έλαβε άδεια, X 8 ώρες ) = 2.764,80 ευρώ ] και 2) για νόμιμες υπερωρίες το ποσό των 6.933,60 ευρώ [ 48 εβδ. X 12 ώρες = 576 ώρες, οι πρώτες 60 ώρες X 9 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 25%) = 540 ευρώ, οι πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι τις 120 ώρες, ήτοι οι επόμενες 60 ώρες X 10,8 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 50%) = 648 ευρώ και οι υπόλοιπες ( 576- 120 = ) 456 ώρες X 12,6 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 75%) = 5.745,60 ευρώ και συνολικά 6.933,60 ευρώ ] και ΣΤ) από 01-01-2013 έως 25-10-2013 : 1) για υπερεργασία το ποσό των 2.476,8 ευρώ [ δηλ. συμφων. ωρομ. 7,20 ευρώ X 344 ώρες ( ήτοι 43 εβδ. X 8 ώρες) = 2.476,8 ευρώ ] και 2) για νόμιμες υπερωρίες το ποσό των 6.177,60 ευρώ [ 43 εβδ. X 12 ώρες = 516 ώρες, οι πρώτες 60 ώρες X 8 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 25%) = 540 ευρώ, οι πέραν των 60 ωρών ετησίως και μέχρι τις 120 ώρες, ήτοι οι επόμενες 60 ώρες X 10,8 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 50%) = 648 ευρώ και οι υπόλοιπες ( 516- 120 = ) 396 ώρες X 12,6 ευρώ ( δηλ. 7,20 ευρώ + προσ. 75%) = 4.989,60 ευρώ και συνολικά 6.177,60 ευρώ ]. Ήτοι συνολικά για τις ανωτέρω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το ποσό των (765 + 2.997 + 585 + 2.241 + 2.016 + 5.292 + 2.764,80 + 6.933,60 + 2.764,80 + 6.933,60 + 2.476,8 + 6.177,60 = ) 41.947,20 ευρώ. Παράνομες υπερωρίες δεν αποδείχθηκε ότι πραγματοποίησε ο ενάγων. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δεν εφάρμοσε την ανωτέρω με αριθμό 51266/2955/1975 Υπουργική Απόφαση ως προς τη νομιμότητα των αιτημάτων της αγωγής για αμοιβή υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας του ενάγοντος, [ η οποία (νομιμότητα) άλλωστε ερευνάται και αυτεπαγγέλτως στα πλαίσια του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, ακόμα και στην περίπτωση, που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα, μόνο για την κρίση, ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών, αρκεί να ζητείται η απόρριψη της αγωγής (ΑΠ 165/2014, ΑΠ 356/2013, ΑΠ 1710/2012, ΕΘ 1218/2017 ΤΝΠ Νόμος) ] και επιδίκασε στον ενάγοντα το μεγαλύτερο ποσό των 49.523,40 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας και υπερωριακής εργασίας, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, κατά το μέρος του αυτό, ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος εφέσεως, ως και κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω ενόψει του ότι και στον κλάδο των οδηγών τουριστικών λεωφορείων, όπως και ο ενάγων, έχει καθιερωθεί, όπως προαναφέρθηκε, το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ο ενάγων δικαιούται για την προαναφερόμενη 12ωρη εργασία του, κατά το χρονικό διάστημα από 01-09-2010 έως τις 25-10-2013, επί δύο Σάββατα κάθε μήνα, για τα οποία δεν ελάμβανε άλλη ημέρα εβδομαδιαίας αναπαύσεως, το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 30% και για τις 12 ώρες εργασίας του, δεδομένου ότι οι 12 ώρες αυτές εργασίας του κατά τα Σάββατα προστιθέμενες στις 60 ώρες εργασίας του ενάγοντος κατά τις λοιπές εργάσιμες ημέρες της ίδιας εβδομάδας, δίδουν συνολικό αριθμό 72 ωρών εβδομαδιαίας απασχόλησης, η οποία, σύμφωνα με την ανωτέρω με αριθμό 51266/2955/1975 Υπουργική Απόφαση, συνιστά επιτρεπόμενη εργασία και όχι παράνομη υπερωριακή εργασία και συνακόλουθα δεν δικαιούται ο ενάγων προσαύξηση 80% για τις πέραν των οκτώ ωρών εργασίας του κατά τα Σάββατα, δεδομένου επιπλέον του ότι ο χρόνος οδήγησης κατά τις ημέρες αυτές των Σαββάτων δεν υπερέβαινε τις οκτώ (8) ώρες. Συνεπώς για την εργασία του κατά τα Σάββατα ο ενάγων δικαιούται το ποσό των 8.536,32 ευρώ [ δηλ. 38 μήνες X 2 Σάββατα = 76 Σάββατα X 12 ώρες = 912 ώρες X 9,36 ευρώ (ήτοι 7,20 ευρώ το ωρομίσθιο + προσαυξ. 30% ) = 8.536,32 ευρώ ]. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δεν εφάρμοσε την ανωτέρω με αριθμό 51266/2955/1975 Υπουργική Απόφαση για την εξεύρεση της αμοιβής για την εργασία του ενάγοντος κατά τα Σάββατα, και επιδίκασε σε αυτόν για την εν λόγω αιτία το μεγαλύτερο ποσό των συνολικά 9.864,19 ευρώ, έσφαλε και συνεπώς πρέπει να γίνει δεκτός, κατά το μέρος του αυτό, ο σχετικός πρώτος πρόσθετος λόγος εφέσεως, ως και κατ’ ουσίαν αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενο ωράριο εργασίας του, πραγματοποίησε νυκτερινή εργασία και ειδικότερα κατά την ανωτέρω απογευματινή – βραδινή βάρδιά του παρείχε 8 ώρες νυκτερινής εργασίας ανά ημέρα και 40 ώρες κάθε δεύτερη εβδομάδα του άνω χρονικού διαστήματος ( από 01-09-2009 έως τις 25-10-2013) και επιπροσθέτως παρείχε 8 ώρες νυκτερινής εργασίας ένα Σάββατο κάθε μήνα, του άνω χρονικού διαστήματος ( από 01-09-2010 έως τις 25-10-2013), οπότε πραγματοποίησε συνολικά 4.384 ώρες νυκτερινής εργασίας [ ήτοι ( 204 εβδομάδες, αφαιρουμένων αυτών του Αυγούστου, κατά τα προαναφερόμενα : 2 X 40 ώρες =) 4.080 ώρες κατά τις εργάσιμες ημέρες) και ( 1 Σάββατο X 38 μήνες = 38 Σάββατα X 8 ώρες =) 304 ώρες κατά τα Σάββατα ) ], για την εργασία του δε αυτή δικαιούται το ποσό των 5.841,68 ευρώ [ ήτοι νόμιμος μισθός 888 ευρώ : 25 X 6 : 40 = 5,33 ευρώ X 4.384 ώρες = 5.841,68 ευρώ. Ο ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας ότι μετά από σχετική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων, στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος εκ ποσού 1.200 ευρώ, είχαν καταλογιστεί και περιλαμβάνονταν στο μέτρο που υπερέβαιναν τις νόμιμες αποδοχές του, οι αμοιβές και αποζημιώσεις για την εργασία του πέραν του νομίμου και του συμβατικού ωραρίου εργασίας του, για την εργασία του κατά τα Σάββατα και για τη νυκτερινή εργασία του, και ότι συνεπώς έχει η εναγομένη εξοφλήσει δια του καταλογισμού – συμψηφισμού αυτού τις ανωτέρω αγωγικές αξιώσεις του ενάγοντος, ο οποίος ( ισχυρισμός ) συνιστά ένσταση, είναι προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η ένσταση αυτή έπρεπε να προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και ειδικότερα κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έπρεπε να προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επιπλέον να καταχωρηθεί στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, μη αρκούσης της συναγωγής της προτάσεως της ενστάσεως αυτής από το περιεχόμενο των υποβληθέντων πρωτοδίκως εγγράφων προτάσεων της εναγομένης. Όπως όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η εναγόμενη δεν πρότεινε παραδεκτά στο ακροατήριο αυτού, όπως όφειλε, την ανωτέρω ένσταση, η οποία δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης της πρωτόδικης δίκης και επομένως η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό. Η υποβολή της ενστάσεως αυτής, από την – εναγομένη – εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, δεν πληροί τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, για τη νομότυπη προβολή της, αφού η προβολή της δεν προκύπτει ευθέως ούτε από τα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε περαιτέρω η εναγομένη – εκκαλούσα επικαλείται, όπως όφειλε, τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ για την πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου βραδεία προβολή της, ούτε άλλωστε σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε η συνδρομή κάποιας των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού (527 ΚΠολΔ ). Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση η ένσταση αυτή είχε όλως αορίστως αναφερθεί στις πρωτόδικες προτάσεις της εναγομένης, χωρίς να προσδιορίζεται, όπως απαιτείται για το ορισμένο αυτής το τμήμα των επιπλέον των νομίμων αποδοχών του ενάγοντος, που αντιστοιχεί σε κάθε μία από τις ανωτέρω αξιώσεις του και συνεπώς με την επαναφορά της στο Εφετείο θεωρείται και εκ του λόγου αυτού, ότι προτείνεται τότε για πρώτη φορά και υπόκειται στην απαγόρευση του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, εκτός εάν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις προβλεπόμενες στη διάταξη του άρθρου αυτού, που όμως δεν επικαλείται, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη – εκκαλούσα, αλλά ούτε και σε κάθε περίπτωση αποδεικνύεται. Εξάλλου, η ένσταση αυτή της εναγομένης – εκκαλούσας περί καταλογισμού στις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, είναι μη νόμιμη όσον αφορά την αμοιβή της υπερωριακής εργασίας, καθόσον η συμφωνία αυτή περί καταλογισμού είναι άκυρη σε κάθε περίπτωση επί υπερωριών. Επίσης η ένσταση της εναγομένης – εκκαλούσας περί εξοφλήσεως ( δια καταβολής) των ανωτέρω αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, είναι ομοίως προεχόντως απορριπτέα ως απαράδεκτη, καθόσον η ένσταση αυτή έπρεπε να προταθεί παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, και ειδικότερα κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, έπρεπε να προταθεί προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επιπλέον να καταχωρηθεί στα πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως αυτού, μη αρκούσης της συναγωγής της προτάσεως της ενστάσεως αυτής από το περιεχόμενο των υποβληθέντων πρωτοδίκως εγγράφων προτάσεων της εναγομένης. Όπως όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η εναγόμενη δεν πρότεινε παραδεκτά στο ακροατήριο αυτού, όπως όφειλε, την ανωτέρω ένσταση, η οποία δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης της πρωτόδικης δίκης και επομένως η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό. Η υποβολή της ενστάσεως αυτής, από την εναγομένη – εκκαλούσα με την υπό κρίση έφεσή της και τους πρόσθετους λόγους εφέσεως, δεν πληροί τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στην προηγηθείσα οικεία νομική σκέψη της παρούσας, για τη νομότυπη προβολή της, αφού η προβολή της δεν προκύπτει ευθέως ούτε από τα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε περαιτέρω η εναγομένη – εκκαλούσα επικαλείται, όπως όφειλε, τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ για την πρώτη φορά ενώπιον του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου βραδεία προβολή της, ούτε άλλωστε σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε η συνδρομή κάποιας των προϋποθέσεων του άρθρου αυτού (527 ΚΠολΔ ). Εξάλλου η ένσταση της εναγομένης – εκκαλούσας περί εξοφλήσεως ( δια καταβολής) είναι απαράδεκτη και λόγω αοριστίας, καθόσον δεν προσδιορίζονται τα επιμέρους ποσά, που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία χωριστά, και ο χρόνος καταβολής αυτών. Επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη – εκκαλούσα με τους πέμπτο, έκτο και έβδομο λόγους της υπό κρίση έφεσής της και με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους εφέσεως, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011, και αφού ο ενάγων μέχρι τότε διαμαρτυρόταν συνεχώς για τη μη καταβολή σε αυτόν των αποδοχών του για υπερεργασία, υπερωρίες, εργασία κατά τα Σάββατα και τη νύκτα, άρχισε να μην είναι συνεπής στις εργοδοτικές της υποχρεώσεις περί καταβολής του άνω μηνιαίου συμφωνημένου μισθού στον ενάγοντα, και ειδικότερα από τότε άρχισε συνεχώς και συστηματικά να καθυστερεί να του καταβάλει τους δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς του. Ακολούθως, από το μήνα Απρίλιο του έτους 2013 έπαυσε να καταβάλλει τους δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς του ενάγοντος και τούτο συνεχίστηκε έως και το δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου του ίδιου έτους (2013), κατά το οποίο (χρονικό διάστημα) η εναγομένη δεν του κατέβαλε κανένα ποσό έναντι των δεδουλευμένων αποδοχών του, παρόλο που ο ενάγων προσέφερε κανονικά τις υπηρεσίες του, τηρώντας πλήρως τις συμβατικές του υποχρεώσεις έναντι αυτής. Η εν λόγω μεγάλη χρονική καθυστέρηση, άνω των έξι (6) μηνών, καταβολής των ως άνω δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος, ( αν και ο ίδιος προσέφερε ανελλιπώς την εργασία του ), περιέφερε τον ενάγοντα, ο οποίος ήταν έγγαμος και πατέρας δύο (2) ανήλικων τέκνων, σε εξαιρετικά δύσκολη οικονομική κατάσταση, δεδομένου ότι η εργασία του ήταν η μοναδική πηγή βιοπορισμού του, με τη στέρηση δε, για το ως άνω μεγάλο χρονικό διάστημα του μισθού του, τον οποίο είχε απόλυτη ανάγκη, αδυνατούσε να ανταπεξέλθει πλέον στις οικονομικές υποχρεώσεις του, αφού δεν είχε άλλους πόρους και δεν μπορούσε να συντηρήσει τον ίδιο και την οικογένειά του, ενώ στις σχετικές οχλήσεις του προς την εναγομένη, η τελευταία, που γνώριζε την οικογενειακή και την οικονομική του κατάσταση, προέβαινε σε αόριστες υποσχέσεις περί καταβολής των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του. Αφού λοιπόν παρήλθε όλο το ανωτέρω μεγάλο χρονικό διάστημα των έξι (6) και πλέον μηνών, κατά το οποίο, αν είχε προσφέρει την εργασία του, δεν είχε λάβει κανένα ποσό αμοιβής για τους μήνες αυτούς και αφού είχαν εξαντληθεί τα όρια της οικονομικής του αντοχής, η ενάγων άσκησε από τις 25-10-2013 το δικαίωμα της επισχέσεως εργασίας. Ειδικότερα, ο ενάγων με την από 17-10-2013 έγγραφη «εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση», που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη στις 18-10-2013 (βλ. τη με αριθμό ……./18-10-2013 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), κάλεσε την εναγομένη να του καταβάλει εντός προθεσμίας πέντε (5) ημερών τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του, δηλώνοντας ότι εάν παρέλθει άπρακτη η προθεσμία αυτή, θα ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως. Πλην όμως η εναγομένη δεν κατέβαλε εντός της ανωτέρω προθεσμίας, κανένα ποσό έναντι των οφειλόμενων στον ενάγοντα δεδουλευμένων αποδοχών του, για το άνω χρονικό διάστημα, οπότε ο τελευταίος άρχισε από τις 25-10-2013 να ασκεί το δικαίωμα επισχέσεως και ενώ η οφειλή της εναγομένης για τους οφειλόμενους δεδουλευμένους μικτούς μισθούς του, κατά το εν λόγω χρονικό διάστημα ( 01-04-2023 έως και 24-10-2013 ) ανέρχονταν συνολικά στο ποσό των 8.256 ευρώ [ δηλ. 1.200 ευρώ X 6 μήνες = 7.200 ευρώ + 1.056 ευρώ ( 1.200: 25 = 48 ευρώ X 22 ) για 22 ημερομίσθια έως και τις 24 Οκτωβρίου 2013 ]. Συγχρόνως ο ενάγων, με την από 17-10-2013 αίτησή του για διενέργεια εργατικής διαφοράς, προσέφυγε στο αρμόδιο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας ………………, η αίτησή του δε αυτή συζητήθηκε στις 21-11-2013, κατά την οποία παρέστη και η εναγόμενη εκπροσωπούμενη από τον ………………  και κατά τη συζήτηση αυτή, εκτός των ανωτέρω αναφερόμενων παραδοχών της εναγομένης, η τελευταία αναγνώρισε ότι έχει οικονομικές «εκκρεμότητες», ήτοι οφειλές προς τον ενάγοντα ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές του (βλ. το προσκομιζόμενο με επίκληση, με αριθμό ……/2013 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς της άνω υπηρεσίας). Έτσι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι κατά το χρόνο ασκήσεως του δικαιώματος της επισχέσεως εργασίας του ενάγοντος, δεν είχε ληξιπρόθεσμες οφειλές από δεδουλευμένες αποδοχές προς τον ενάγοντα, και ότι συνεπώς η επίσχεση εργασίας του είναι άκυρη, δεν αποδείχθηκε βάσιμος, αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι του όφειλε και εξακολούθησε να του οφείλει, για την εν λόγω αιτία και για το ανωτέρω χρονικό διάστημα, όλο το προαναφερόμενο ποσό των 8.256 ευρώ, ενώ οι επικαλούμενες από την εναγομένη καταβολές στο λογαριασμό του ενάγοντος στην Εθνική Τράπεζα, αφορούσαν σε προγενέστερες οφειλές της προς αυτόν, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η εναγομένη προγενέστερα και ήδη από το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2011 είχε αρχίσει να καθυστερεί να του καταβάλει τους δεδουλευμένους μηνιαίους μισθούς του, και να δημιουργεί οφειλές προς αυτόν, όπως άλλωστε παραδέχθηκε και κατά τη συζήτηση της άνω προσφυγής του ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας ……………… και καταγράφηκε στο ως άνω Δελτίο Εργατικής Διαφοράς ότι « από 1/9/2011 υπάρχουν οικονομικές απαιτήσεις» του ενάγοντος. Άλλωστε η εναγομένη – εκκαλούσα, στην από 17-10-2013 έγγραφη «εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση» του ενάγοντος, με την οποία αυτός την καλούσε να του καταβάλει τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του από το μήνα Απρίλιο έως και το Σεπτέμβριο του 2013, ουδόλως ανταπάντησε ότι τον έχει εξοφλήσει, με καταβολές στο λογαριασμό του στην ……………… Τράπεζα, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, και επιπροσθέτως ουδόλως κατά τη συζήτηση στις 21-11-2013 της άνω προσφυγής του ενάγοντος στην Επιθεώρηση Εργασίας ………………, η εναγομένη- εκκαλούσα ισχυρίστηκε ότι τον έχει εξοφλήσει, αλλά αντίθετα αναγνώρισε, όπως προαναφέρθηκε, ότι έχει οικονομικές οφειλές προς αυτόν ως προς τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Έτσι, ο ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας περί εξοφλήσεως των άνω δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος του εν λόγω χρονικού διαστήματος ( 01-04-2023 έως και 24-10-2013 ) είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον όμως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, η εναγόμενη δεν πρότεινε παραδεκτά στο ακροατήριο αυτού, όπως όφειλε, την ανωτέρω ένσταση, η οποία δεν καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημοσίας συνεδρίασης της πρωτόδικης δίκης και επομένως η ένσταση αυτή δεν προτάθηκε παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, και περαιτέρω προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως περιεχόμενο σχετικού λόγου της υπό κρίση εφέσεως, καθώς και πρόσθετου λόγου εφέσεως, χωρίς να γίνεται επίκληση της συνδρομής καμίας των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, για τη βραδεία προβολή της, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε η συνδρομή κάποιας των προϋποθέσεων αυτών, ενώ σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η ένσταση αυτή της εναγομένης – εκκαλούσας είναι και κατ’ ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, αυτή δεν έχει εξοφλήσει τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος του εν λόγω χρονικού διαστήματος 01-04-2023 έως και 24-10-2013. Ακολούθως, αποδείχθηκε περαιτέρω ότι η εναγομένη κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο κατά τον οποίο δεν κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος, δεν αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, δεν εμφάνιζε κάμψη των εργασιών της, ούτε και ταμειακή δυσχέρεια, αλλά προέβαινε στη μη καταβολή αυτή των αποδοχών του ενάγοντος από υπαιτιότητά της και δη από δυστροπία και σκόπιμα, προκειμένου να εξωθήσει σε παραίτηση τον ενάγοντα, ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, διαμαρτυρόταν συνεχώς για τη μη καταβολή σε αυτόν των αποδοχών του για υπερεργασία, υπερωρίες, εργασία κατά τα Σάββατα και τη νύκτα, όπως άλλωστε ο ενάγων ρητά επισήμανε την επιδίωξή της αυτή στην άνω από 17-10-2013 έγγραφη εξώδικη διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωσή του, στην οποία η εναγομένη ουδέποτε του απάντησε, αλλά ούτε και του κατέβαλε τα ως άνω δεδουλευμένα. Κατόπιν αυτών, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, προκειμένου να εξασφαλίσει τις άνω ληξιπρόθεσμες, δεδουλευμένες μισθολογικές του απαιτήσεις από την παροχή της εργασίας του, νόμιμα αρνήθηκε την εκπλήρωση της δικής του παροχής και προέβη, κατά τα προεκτιθέμενα, σε επίσχεση εργασίας απέχοντας από την εργασία του, μέχρι η εναγομένη να εκπληρώσει την υποχρέωση που τη βάρυνε με την καταβολή των οφειλόμενων σε αυτόν ποσών των δεδουλευμένων αποδοχών του. Εξάλλου ο ενάγων – εφεσίβλητος, πριν ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως, εξάντλησε τα όρια της οικονομικής του αντοχής, αφού ανέμενε για μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς πληρωμή, ήταν δε γνωστή στην εναγομένη η οικονομική και οικογενειακή του κατάσταση, ενώ και το άνω οφειλόμενο στον ενάγοντα ποσό μέχρι την έναρξη της επισχέσεως, ήταν αρκετά σημαντικό και δη για μισθοσυντήρητο εργαζόμενο, του οποίου η μόνη πηγή βιοπορισμού είναι οι αποδοχές από την εργασία του, όπως ο ενάγων. Έτσι, με βάση τα παραπάνω δεδομένα, η καθυστέρηση εκπληρώσεως των παραπάνω υποχρεώσεων της εναγομένης – εργοδότριας προς τον ενάγοντα – εργαζόμενό της, κρίνεται χρονικά αξιόλογη, αλλά και εύλογα σημαντική γι’ αυτόν, συνεπεία της οποίας εξαντλήθηκαν τα όρια της οικονομικής της αντοχής και αντιμετώπισε ο τελευταίος προβλήματα επιβίωσης. Άλλωστε η εναγόμενη δεν επικαλείται, ούτε σε κάθε περίπτωση αποδείχθηκε ότι η επίσχεση εργασίας του ενάγοντος της προξένησε κάποια ζημία. Σύμφωνα με όλα τα προαναφερόμενα το δικαίωμα επισχέσεως του ενάγοντος ασκήθηκε νόμιμα, εύλογα και δικαιολογημένα, ενώ ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατήγγειλε ο ίδιος τη σύμβαση εργασίας του και παραιτήθηκε στις 25-10-2013, όπως εντελώς αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγομένη. Εξάλλου, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, η εναγομένη – εργοδότρια δεν μπορεί να θεωρήσει ότι ο ενάγων – εργαζόμενος, ο οποίος άσκησε νομίμως το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, εγκατέλειψε αυθαιρέτως τη θέση του και συνακόλουθα να θεωρήσει ότι αυτός (ενάγων – εργαζόμενος) κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση. Συνεπώς η εναγομένη μετά την κατά τα άνω νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επισχέσεως εργασίας από τον ενάγοντα, και τη μη καταβολή από πλευράς της των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, περιήλθε σε υπερημερία και ως εκ τούτου του οφείλει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 25-10-2013 έως 24-10-2014, το ποσό των 16.914,99 ευρώ [ ήτοι 12 μην. X 1.200 ευρώ + αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2013, 358 ευρώ + επίδομα Πάσχα 2014, 625 ευρώ + επίδομα αδείας 2014, 600 ευρώ + αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2014, 931,99 ευρώ ]. Ο ισχυρισμός – ένσταση της εναγομένης, που περιέχεται στον έβδομο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της και στο σχετικό πέμπτο πρόσθετο λόγο εφέσεως, ότι το δικαίωμα επισχέσεως ασκήθηκε από τον ενάγοντα – εφεσίβλητο καταχρηστικά κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ και επομένως αυτή δεν περιήλθε σε υπερημερία και δεν του οφείλει μισθούς υπερημερίας, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν προβλήθηκε η εν λόγω ένσταση παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, και περαιτέρω προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως περιεχόμενο σχετικού λόγου της υπό κρίση εφέσεως, καθώς και πρόσθετου λόγου εφέσεως, χωρίς να γίνεται επίκληση της συνδρομής καμίας των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, για τη βραδεία προβολή της, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε η συνδρομή κάποιας των προϋποθέσεων αυτών. Εξάλλου η ένσταση αυτή είναι περαιτέρω μη νόμιμη, καθόσον, ακόμα και αν υποτεθούν αληθινά, τα περιστατικά που επικαλείται η εναγομένη – εκκαλούσα προς θεμελίωση του εν λόγω ισχυρισμού της, αυτά δεν επαρκούν, για τη νομική θεμελίωση της ανωτέρω ενστάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ και για να καταστήσουν την ανωτέρω ένδικη αξίωση του ενάγοντος καταχρηστική. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η ένσταση αυτή της εναγομένης – εκκαλούσας κρίνεται κατ’ ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον, σύμφωνα με όλα τα ανωτέρω πλήρως αποδειχθέντα το δικαίωμα επισχέσεως του ενάγοντος ασκήθηκε νόμιμα, εύλογα και δικαιολογημένα και η άσκησή του, όπως αποδείχθηκε, δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, διότι δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει ή εναγομένη – εκκαλούσα με τον έβδομο λόγο της υπό κρίση έφεσής της και με τους τέταρτο και πέμπτο πρόσθετους λόγους εφέσεως, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω η εκκαλούσα – εναγομένη με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της ισχυρίζεται ότι πρέπει να αφαιρεθούν από τους μισθούς υπερημερίας του ενάγοντος, τα ποσά τα οποία αυτός εισέπραξε κατά τη διάρκεια της επισχέσεως εργασίας τους από τον ΟΑΕΔ, ενώ με τον έκτο πρόσθετο λόγο εφέσεως, όπως ορθά εκτιμάται, προβάλλει την ένσταση των «αλλαχού κερδηθέντων» και επικουρικά την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος λήψης μισθών υπερημερίας, για το λόγο ότι ο ενάγων παρέμεινε κακόβουλα και θεληματικά άνεργος. Ο ισχυρισμός της εναγομένης – εκκαλούσας, κατά το μέρος που αφορά την αφαίρεση από τους μισθούς υπερημερίας του επιδόματος ανεργίας από τον ΟΑΕΔ, είναι νομικά αβάσιμος και απορριπτέος, καθόσον σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, το επίδομα αυτό δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία της εναγομένης ως εργοδότριας, γιατί δεν αποτελεί ωφέλεια που αποκόμισε ο εργαζόμενος από τη ματαίωση της εργασίας ή την παροχή της αλλού, αφού η παροχή αυτή είναι άσχετη προς τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου εργασίας και επομένως δεν υπάγεται στο πραγματικό του άρθρου 656 εδ. β’ του ΑΚ, και έτσι η λήψη του εν λόγω επιδόματος του ΟΑΕΔ από τον ενάγοντα – εργαζόμενο δεν απαλλάσσει, την εναγομένη – εργοδότρια από την υποχρέωση για καταβολή των μισθών υπερημερίας του, αλλά η τελευταία υποχρεούται να παρακρατήσει για λογαριασμό του ΟΑΕΔ τα επιδόματα ανεργίας, που έχουν καταβληθεί στον ενάγοντα – μισθωτό από τον εν λόγω Οργανισμό, με την προσκόμιση από αυτόν (ενάγοντα) του σχετικού πιστοποιητικού και να τα αποδώσει στη συνέχεια στον ΟΑΕΔ. Ακολούθως, ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης -εκκαλούσας, κατά το μέρος που αφορά την αφαίρεση της ωφέλειας που αποκόμισε ο ενάγων – μισθωτός από την παροχή της εργασίας τους σε άλλους εργοδότες και ο οποίος συνιστά ένσταση, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν προβλήθηκε η εν λόγω ένσταση παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, και περαιτέρω προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως περιεχόμενο του άνω πρόσθετου λόγου εφέσεως, χωρίς να γίνεται επίκληση της συνδρομής καμίας των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, για τη βραδεία προβολή του, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε η συνδρομή κάποιας των προϋποθέσεων αυτών. Εξάλλου ο ισχυρισμός αυτός είναι περαιτέρω είναι αόριστος και ανεπίδεκτος δικαστικής εκτιμήσεως και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον η εναγομένη δεν αναφέρει συγκεκριμένα τους εργοδότες στους οποίους απασχολήθηκε ο ενάγων και επιπλέον δεν αναφέρει τα συγκεκριμένα ποσά αμοιβής που αποκόμισε ο ενάγων από την εργασία του αλλού, και σε κάθε περίπτωση και ανεξαρτήτως των ανωτέρω είναι απορριπτέος και ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθόσον από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, καθώς και από το λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ του ενάγοντος, αποδεικνύεται ότι κατά το άνω χρονικό διάστημα υπερημερίας της εναγομένης ο ενάγων δεν απασχολήθηκε σε άλλον εργοδότη. Εξάλλου ο ενάγων είχε προσκομίσει και πρωτοδίκως τον άνω λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ, από όπου προκύπτει η μη απασχόλησή του κατά το επίμαχο χρονικό διάστημα σε άλλον εργοδότη και ως εκ τούτου δεν ευσταθεί ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι παρέλειψε να τον ενημερώσει για το εργασιακό του καθεστώς κατά τη διάρκεια της υπερημερίας. Περαιτέρω η ένσταση της εναγομένης – εκκαλούσας περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος για τη λήψη μισθών υπερημερίας, για το λόγο ότι παρέμεινε κακόβουλα και θεληματικά άνεργος, είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος, διότι δεν προβλήθηκε η εν λόγω ένσταση παραδεκτά στον πρώτο βαθμό, και περαιτέρω προβάλλεται το πρώτον ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ως περιεχόμενο του άνω πρόσθετου λόγου εφέσεως, χωρίς να γίνεται επίκληση της συνδρομής καμίας των προϋποθέσεων του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, για τη βραδεία προβολή του, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε η συνδρομή κάποιας των προϋποθέσεων αυτών. Επομένως, όλα όσα αντίθετα υποστηρίζει η εναγομένη – εκκαλούσα με τον όγδοο λόγο της υπό κρίση έφεσής της και με τον έκτο πρόσθετο λόγο εφέσεως, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα. Περαιτέρω, η εναγομένη – εκκαλούσα με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και με ανάπτυξη στις πρωτόδικες προτάσεις της, πρότεινε παραδεκτά την ένσταση της καταχρηστικής ασκήσεως, κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ, των αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, την οποία (ένσταση) επαναφέρει επίσης παραδεκτά, με το σχετικό πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, ισχυριζόμενη ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί το αγωγικό δικαίωμά του, για το λόγο ότι αυτός προσελήφθη « εν γνώσει του και αποδεχόμενος πλήρως και ανεπιφύλακτα να εργαστεί με αυτή τη σχέση και την ιδιότητα με τις κατά νόμο ορισθείσες αποδοχές και με τη συμφωνία ότι θα εργάζεται δύο Σάββατα μηνιαίως καθώς και επί ένα επιπλέον δίωρο κατά τις εργάσιμες ημέρες για τα οποία έγιναν οι σχετικοί υπολογισμοί και πιστοποιήθηκε ότι οι αποδοχές του με τον προαναφερόμενο χρόνο εργασίας του, θα έφθαναν τα ποσά που εξαρχής από κοινού καθορίστηκαν, ήτοι σε 1.200 ευρώ συνολικά». Ο ισχυρισμός όμως αυτός της εναγομένης – εκκαλούσας, περί καταχρηστικής ασκήσεως των ένδικων αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, κρίνεται μη νόμιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά, όσα ανωτέρω εκτίθενται από αυτή, η άσκηση των επίδικων αξιώσεων του ενάγοντος, δεν χωρεί κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που θέτουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη, ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, καθόσον, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν στην οικεία νομική σκέψη της παρούσας, τα περιστατικά αυτά που επικαλείται η εναγόμενη – εκκαλούσα, ακόμα και αν υποτεθούν αληθινά, δεν επαρκούν, για τη νομική θεμελίωσή της ενστάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξαρτήτως των ανωτέρω, η ένσταση αυτή της εναγομένης – εκκαλούσας κρίνεται κατ’ ουσίαν αβάσιμη και απορριπτέα, καθόσον, ουδόλως αποδείχθηκαν τα ανωτέρω περιστατικά που αυτή επικαλείται και ως εκ τούτου δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, η άσκηση των ενδίκων αγωγικών αξιώσεων του ενάγοντος, διότι δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Επομένως όσα αντίθετα υποστηρίζει η εκκαλούσα – εναγομένη με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της, κρίνονται κατ’ ουσίαν αβάσιμα και απορριπτέα.

Σύμφωνα με όλες τις προηγούμενες σκέψεις πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο της εκτελέσεως. Ακολούθως, αφού διακρατηθεί η υπόθεση, κατ’ άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ και δικαστεί από το παρόν Δικαστήριο, κατά την ίδια παραπάνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, η ένδικη από 27-01-2014 αγωγή, πρέπει αυτή, να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των [ 41.947,20 ευρώ + 8.536,32 ευρώ + 5.841,68 ευρώ + 8.256 ευρώ + 16.914,99 ευρώ + 3.000 ευρώ (αποζημίωση και αποδοχές μη χορηγηθείσας άδειας και επίδομα αδείας έτους 2013 που επιδικάστηκαν πρωτοδίκως ως προς τα οποία δεν εκκαλείται η πρωτόδικη απόφαση) = ] 84.496,19 ευρώ, με το νόμιμο τόκο : α) για τα ποσά που αφορούν τους μηνιαίους μισθούς, την υπερεργασία, τις νόμιμες υπερωρίες, την εργασία κατά τα Σάββατα και τη νυκτερινή εργασία, από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κατά τον οποίο πραγματοποιήθηκε η αντίστοιχη εργασία, β) για τα ποσά που αφορούν το επίδομα Χριστουγέννων, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας, από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους στο οποίο αφορούν και γ) για τα ποσά που αφορούν το επίδομα Πάσχα από την 1η Μαΐου του αντίστοιχου έτους στο οποίο αφορούν. Κατόπιν όλων των ανωτέρω το αίτημα της εναγομένης – εκκαλούσας, που περιέχεται στις από 11-12-2017 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, αφού το επιδικαζόμενο με την παρούσα απόφαση ποσό, υπερβαίνει το ποσό των 8.256 και 7.200 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε προσωρινά εκτελεστή η πρωτόδικη απόφαση. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διάδικης πλευράς και να επιβληθεί μέρος αυτών του ενάγοντος – εκκαλούντος σε βάρος της εναγομένης – εφεσίβλητης (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Συνεκδικάζει αντιμωλία των διαδίκων : Α) την από 20-01-2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως …../20-01-2016 έφεση και Β) τους, με το από 30-11-2017 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……../30-11-2017, ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες πρόσθετους λόγους εφέσεως, κατά της με αριθμό 2523/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

-Απορρίπτει τυπικά τον τρίτο πρόσθετο λόγο εφέσεως.

-Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση και τους λοιπούς πρόσθετους λόγους εφέσεως .

-Εξαφανίζει την ανωτέρω με αριθμό 2523/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

-Διακρατεί την υπόθεση.

-Δικάζει επί της από 27-01-2014 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ………./28-01-2014 αγωγής.

-Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή.

-Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των ογδόντα τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και δεκαεννέα λεπτών ( 84.496,19 ευρώ ), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις, μέχρι την εξόφληση.

-Απορρίπτει την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

-Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και για τους δύο βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων ( 4.500) ευρώ. –

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα στις 11 Ιουνίου 2018 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies