Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Προϋποθέσεις νομιμότητας αυτής. Επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Εκδικητική καταγγελία λόγω της μη αρεστής συμπεριφοράς του ενάγοντος που εκδηλώθηκε με τις διαμαρτυρίες του για τις οικονομικές αξιώσεις του, την εκδηλωθείσα πρόθεσή του να υποστηρίξει ως μάρτυρας απολυθείσα συνάδελφό του ενώπιον του ΙΚΑ σε καταγγελία αυτής κατά της εναγομένης και την άρνησή του να υπογράψει δήλωση με προδιατυπωμένο περιεχόμενο. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Μόνη η αυθαίρετη απουσία του εργαζομένου από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός τη σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί δίχως άλλο, ως καταγγελία από την πλευρά του εργαζομένου, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια, θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζόμενου για λύση της εργασιακής του σύμβασης. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησης του ενάγοντος, αποτελεί άρνηση της αποτελούσης στοιχείο της βάσης της αγωγής άκυρης καταγγελίας, εφόσον με την αγωγή ζητείται και αυτοτελώς η αναγνώριση της ακυρότητας αυτής, απορριπτομένου κατά ένα μέρος του σχετικού δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως αβάσιμου. Ο ενάγων, όντας αλλοδαπός, ηλικίας 39 ετών, με έλλειψη γνώσεων και προσόντων προς εργασία και εν μέσω οικονομικής κρίσης που η ανεύρεση εργασίας είναι πολύ δύσκολη, δεν είχε λόγο να απέχει από την εργασία του. Επιδίκαση διαφορών καταβλητέου και καταβληθέντος ημερομισθίου, αμοιβής για υπερεργασία, επιδομάτων εορτών και αδείας. Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση. Εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση. Κρατεί την υπόθεση. Δικάζει κατ’ ουσίαν την αγωγή και δέχεται εν μέρει αυτήν. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 21.348,78 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός απόφασης
30/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
4ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Μαλαματένια Κουράκου, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 30 Σεπτεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ………, κατοίκου Αθηνών (οδός ………, αριθμ. …), τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………» που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ………, αριθμ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, η πληρεξούσια δικηγόρος της Αγγελική Σκουτέρη.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 23 Μαΐου 2012 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που είχε κατατεθεί με αριθμό ………/ ………/2012, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 2128/2013 οριστική του απόφασή του αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε την αγωγή.
Την παραπάνω οριστική απόφαση προσέβαλε ο εκκαλών – ενάγων, με την από 24 Σεπτεμβρίου 2013 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/2013 και ζητεί να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – ενάγοντος, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε με δήλωσή του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης – εναγόμενης, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 24-9-2013 (αριθμ. εκθ. κατ. ………/25-9-2013) έφεση του ενάγοντος κατά της υπ’ αριθ. 2128/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 επ. ΚΠολΔ), επί της από 23-5-2012 αγωγής του, που απέρριψε αυτήν (αγωγή), έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, καθόσον δεν προκύπτει από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 19, 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1 β, 516 παρ.1, 517 , 518 παρ. 2 και 591 παρ.1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτήν, κατά την ίδια διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Με την κρινόμενη αγωγή του ο ενάγων ιστορούσε, ότι την 9-2-2009 προσλήφθηκε από την εναγομένη, που διατηρεί επιχείρηση αργυροχοΐας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως βοηθός τεχνίτη αργυροχοΐας με καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και ωράριο οκτώ ωρών ημερησίως, αντί των μηνιαίων αποδοχών, που προβλέπονται από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας. Ότι, αν και παρείχε ανελλιπώς την εργασία του, η εναγόμενη του κατέβαλλε ημερομίσθιο κατώτερο του νομίμου και χωρίς να υπολογίζει το επίδομα γάμου, που αυτός δικαιούτο, καθόσον κατά την πρόσληψή του είχε γνωστοποιήσει σ’ αυτήν ότι ήταν διαζευγμένος. Ότι καθόλη την διάρκεια της εργασιακής σχέσης εργαζόταν όλη την εβδομάδα από Δευτέρα ως Κυριακή με ωράριο 08.00 έως 21.30 έως τις 10-5-2010 και από 11-5-2010 έως 14-7-2011 από 08.00 ως 17.00, χωρίς να εργάζεται τις Κυριακές. Ότι δεν του χορηγούσε η εναγομένη ετήσια άδεια. Ότι έως την 31-1-2011, δεν τον είχε ασφαλισμένο στο ΙΚΑ και ότι την 14-7-2011 η εναγόμενη τον απέλυσε χωρίς να τηρήσει τις νόμιμες διατυπώσεις. Ότι η άνω καταγγελία είναι άκυρη, επειδή δεν έγινε εγγράφως και δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση, αλλά και ως καταχρηστική, επειδή έγινε από εκδικητικότητα στο πρόσωπό του, λόγω των συνεχών διαμαρτυριών του, για τις οφειλόμενες απαιτήσεις του, της συμπαράστασης σε απολυθείσα συνάδελφό του και της άρνησής του να υπογράψει υπεύθυνη δήλωση με προδιατυπωμένο περιεχόμενο, όπως αναλυτικά αναφέρεται στην αγωγή. Ζητούσε δε, μετά τη νομότυπη με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και με τις προτάσεις του σύμφωνα με τα άρθρα 223, 294, 295 εδ. β ΚΠολΔ, μερική μετατροπή των αιτημάτων του από καταψηφιστικά σε αναγνωριστικά, α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 14-7-2011 καταγγελίας της εργασιακής του σύμβασης εκ μέρους της εναγομένης, β) να αναγνωριστεί ότι, οφείλει η εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 43.005,97 ευρώ, ως διαφορά αμοιβής για την υπερωριακή του απασχόληση, για την εργασία του κατά τα Σάββατα, προσαυξημένη κατά 30% από 11-5-2010 και εφεξής, την απασχόλησή του τις Κυριακές, την αμοιβή για τις ημέρες ανάπαυσης που δεν του χορηγήθηκαν, για υπερεργασία, για επιδόματα εορτών και αδείας, αποζημίωση λόγω μη χορήγησης άδειας και για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, από την προσβολή της προσωπικότητάς του, με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση προγενέστερης αγωγής άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 26.021,82 ευρώ για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 15-7-2011 έως 14-9-2012, κατά το οποίο αυτή δεν αποδεχόταν την προσφερομένη προσηκόντως εργασία του και για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, με το νόμιμο τόκο ως ανωτέρω, την αμοιβή για τα Σάββατα έως τις 11-5-2010 και για την στέρηση ημέρας εβδομαδιαίας ανάπαυσης ζητεί κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, δ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ως βοηθού τεχνίτη, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να τον απασχολεί κατά τα ανωτέρω. Επικουρικά, για την περίπτωση, που κριθεί έγκυρη η άνω καταγγελία ζητεί, αντί των μισθών υπερημερίας, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 2.540,72 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Επίσης, επικουρικά, για την περίπτωση που κριθεί ότι η εργασιακή του σχέση έχει λυθεί, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 2128/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή, η οποία παραδεκτά ασκήθηκε εντός της τρίμηνης προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.1 ν.3198/1955. Κατά της αποφάσεως αυτής, παραπονείται τώρα ο ενάγων, με την κρινόμενη έφεσή του, οι λόγοι της οποίας ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, αλλά και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί, κατόπιν παραδοχής της έφεσης, την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του.
Από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του Ν. 2112/1920, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 4558/1930, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 173, 200 και 288 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αποχής του μισθωτού από την εργασία του για λόγο που δεν οφείλεται σε ασθένεια βραχείας διάρκειας ή λοχεία ή στην κατά το Ν. 3514/1928 στράτευση αυτού, αλλά σε άλλη αιτία το δικαστήριο, εκτιμώντας γενικά τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αποχή, την αιτία και τη χρονική διάρκεια αυτής, καθώς και την υπαιτιότητα ή συνυπαιτιότητα του μισθωτού, κρίνει σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη αν η αποχή αυτή, κατά κρίση αντικειμενική πρέπει να θεωρηθεί ως σιωπηρά δήλωση βουλήσεώς του εργαζόμενου να λύσει τη σύμβαση εργασίας του, δηλαδή ως σιωπηρά εκ μέρους του καταγγελία αυτής με όλες τις δυσμενείς πλέον γι’ αυτόν επιπτώσεις (Ολ. ΑΠ 32/1988, ΑΠ 1344/2014, ΑΠ 1375/2003 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Μόνη η αυθαίρετη απουσία από την εργασία του, η οποία συνιστά αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού και παρέχει στον εργοδότη το δικαίωμα να καταγγείλει αυτός τη σύμβαση εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί δίχως άλλο, ως καταγγελία από την πλευρά του εργαζομένου, αλλά για να ισχύσει ως τέτοια, θα πρέπει να συνοδεύεται και από άλλα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η βούληση του εργαζόμενου για λύση της εργασιακής του σύμβασης (ΑΠ 1344/2014 δημ. ο.π). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648, 656, 669 παρ. 2 Α.Κ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύνεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύνεται, αλλά παραμένει ενεργός (γ) ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως ως άνω την αορίστου χρόνου σύμβαση εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού που απολύθηκε και υποχρεούται να καταβάλλει μισθούς υπερημερίας, μέχρις ότου καταγγείλει εγκύρως την σύμβαση ή επαναπροσλάβει (ορθότερα, επαναπασχολήσει) τον ακύρως απολυθέντα. (ΑΠ 698/2010 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζόμενου, η άσκηση, όμως, του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη, αλλά υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Καταχρηστική, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, (και επομένως άκυρη) είναι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, όταν οφείλεται σε κακότητα εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου (ΑΠ 22/2014 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) και γενικά όταν η απόλυση του μισθωτού δεν δικαιολογείται από το καλώς εννοούμενο επαγγελματικό συμφέρον του εργοδότη (ΑΠ 987/2013, ΑΠ 1601/2011, 321/2007 δημ. στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ακόμη, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του ΑΚ, 5 § 1 και 22 § 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 22/2014 δημ. ο.π.).
Περαιτέρω, με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 αντικαταστάθηκε από 1-10-2005 το άρθρο 4 του ν. 2874/2000 και ορίσθηκε μεταξύ των άλλων ότι α) σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως 40 ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να ασχολείται 5 επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία) που αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά ποσοστό 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα όρια υπερωριακής απασχόλησης, ενώ για τους εργαζόμενους για τους οποίους ισχύει σύστημα εργασίας έξι ημερών την εβδομάδα, η υπερεργασία ανέρχεται σε 8 ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η (ΑΠ 1602/2011, ΑΠ 1158/2011 δημ. στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Ήδη με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν. 3864/2010 από τη δημοσίευσή του στις 15-7-2010 η προσαύξηση της υπερεργασίας μειώθηκε σε 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου.
Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που νόμιμα μετ’ επικλήσεως προσκομίζουν οι διάδικοι, τις με αριθμό ….., …../26-3-2012 ένορκες βεβαιώσεις, που προσκομίζει ο ενάγων, συνταχθείσες ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη προ 24 ωρών κλήτευση της εναγομένης (βλ. την με αριθμό …../720-3-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη), τις με αριθμό ….., ….., ….., …../20-9-2012 ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζει η εναγόμενη, συνταχθείσες ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλεξάνδρου Μπουρνόζου, που λήφθηκαν μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη προ 24 ωρών κλήτευση του ενάγοντος (άρθρο 671 παρ.1 ΚΠολΔ, βλ. την με αριθμό …../17-9-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Νικολάου Φουντούκη), τις ένορκες βεβαιώσεις που προσκομίζουν οι διάδικοι, οι οποίες λήφθηκαν στα πλαίσια άλλων δικών και λαμβάνονται υπόψη ως δικαστικά τεκμήρια, καθώς και από τα διδάγματα κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «…..», διατηρεί επιχείρηση αργυροχοΐας στην Αθήνα. Από το έτος 2006 οι εργασίες της είχαν μειωθεί και είχε προβεί σε μείωση του προσωπικού της. Την άνοιξη του έτους 2009, της προτάθηκε από την εταιρία με την επωνυμία «…..» συνεργασία, για κατασκευή φασόν ορισμένων αργυρών εξαρτημάτων για τα προϊόντα της τελευταίας. Λόγω της αυξημένης παραγωγής που προέκυψε από αυτή τη συνεργασία, την οποία ελλείψει μηχανολογικού εξοπλισμού και ικανού σε αριθμό και εμπειρία εργατικού δυναμικού δεν μπορούσε η ίδια να καλύψει, το φθινόπωρο του έτους 2009, ανέθεσε υπεργολαβικά μεγάλο τμήμα της παραγωγής στην εταιρία με την επωνυμία «…..». Συγχρόνως από τις αρχές του μηνός Ιανουαρίου 2010 έως 30-7-2010, αγόρασε τον απαραίτητο μηχανολογικό εξοπλισμό, προκειμένου να παράγει τα ως άνω εξαρτήματα στο εργαστήριό της και τερματίστηκε σταδιακά έως το τέλος του ίδιου έτους η συνεργασία της με την ως άνω εταιρία «…..». Λόγω της προηγηθείσας μείωσης του προσωπικού της, ανέκυψε ανάγκη πρόσληψης και άλλων εργαζομένων με την ειδικότητα του τεχνίτη και ανειδίκευτων ως βοηθοί τεχνίτη. Έτσι ο αριθμός εργαζομένων της εναγομένης αυξήθηκε σταδιακά κατά μέσο όρο από 1,1 που ανερχόταν το έτος 2008, σε 1,3 το έτος 2009, σε 3,00 το έτος 2010, σε 6,3 το έτος 2011 και σε 8 το έτος 2012. Ήδη στις 21-9- 2009 προσλήφθηκε ως τεχνίτης ο ….. ….., παλαιός εργαζόμενός της, που είχε απολυθεί λόγω της μείωσης προσωπικού και στις 21-2-2010 προσλήφθηκε ο ….. ….. ως βοηθός τεχνίτη. Το μήνα Μάιο 2010, που οι πρέσσες είχαν ήδη αγορασθεί, προσλήφθηκε ο ενάγων, βουλγαρικής υπηκοότητας ως βοηθός τεχνίτη, με αντικείμενο εργασίας τον χειρισμό πρέσσας μορφοποίησης αργυρών εξαρτημάτων κοσμημάτων, ο οποίος από το έτος 2009 έως την πρόσληψή του, εργάστηκε περιστασιακά στην εναγόμενη για επισκευές στο χώρο της εταιρίας (πλακάκια, εργασίες βαφής κλπ). Ως βοηθός τεχνίτη δεν απασχολήθηκε κατά το χρονικό διάστημα, από 9-2-2009 έως 31-4-2010, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, καθόσον η παραγωγή ήταν μειωμένη και καλυπτόταν από τους ήδη εργαζόμενους, αφού η μεγαλύτερη ποσότητα των εξαρτημάτων εξακολουθούσε να κατασκευάζεται στην υπεργολάβο εταιρία. Στις 19-1-2011 σε έκτακτο έλεγχο των αρμοδίων ελεγκτών του ΙΚΑ βρέθηκαν να εργάζονται στην εναγομένη πέντε ανασφάλιστα άτομα μεταξύ των οποίων και ο ενάγων, ο οποίος στη συνέχεια προσλήφθηκε από την εναγομένη με έγγραφη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, την 1η-2-2011. Ουσιαστικά όμως αυτός εργαζόταν συνεχώς από 1-5-2010. Ο ενάγων και η συνάδελφος ομοεθνής του ….. ….., διαμαρτύροντο στο νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης ….. ….., για οφειλόμενες οικονομικές απαιτήσεις τους για τον πριν τον Φεβρουάριο 2011 χρονικό διάστημα που εργάστηκαν αλλά και για την έλλειψη ασφάλισης στο ΙΚΑ για το ίδιο διάστημα. Στις 3-5-2011 απολύθηκε η ….. ….. και πρότεινε τον ενάγοντα ως μάρτυρα στην με αριθμ. πρωτ. …../3-6-2011 καταγγελία – δήλωση απασχόλησής της, που απευθύνετο στο ΙΚΑ και στην οποία ισχυριζόταν ότι εργαζόταν στην εναγόμενη χωρίς ασφάλιση κατά το χρονικό διάστημα από 13-4-2009 έως 17-1-2011. Ο ενάγων δήλωσε στον ως άνω εκπρόσωπο της εναγόμενης ότι θα υποστηρίξει τη συνάδελφό του. Ο τελευταίος στις 14-7-2011 κάλεσε τον ενάγοντα να υπογράψει την από …-6-2011 υπεύθυνη δήλωση του ν. 1599/1986, η οποία λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο καθόσον προέρχεται από διάδικο (ΑΠ 266/ 2011), στην οποία υπήρχε προδιατυπωμένο το κείμενο «Δεν εγνώριζα έως και σήμερα 23-6-2011, ότι η Κα ….. ….., με έχει προτείνει για μάρτυρα και ότι εγώ κατηγορηματικά δηλώνω ότι άρχισα να εργάζομαι στην ….. ….. ….. από την 1-2-2011 έως και σήμερα». Το ως άνω έγγραφο ο ενάγων αρνήθηκε να υπογράψει και ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης τον απέλυσε, χωρίς να τηρηθεί έγγραφος τύπος και να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η εναγομένη, στις 15-7-2011 κοινοποίησε στον ενάγοντα το με ίδια ημεροχρονολογία έγγραφο, με το οποίο του γνωστοποίησε ότι την ίδια ημέρα (15-7-2011) υπέβαλε στον ΟΑΕΔ έγγραφο οικειοθελούς αποχώρησης αυτού, επειδή από 1-7-2011, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της, δεν έχει προσέλθει στην εργασία του (βλ. την από 15-7-2011 γνωστοποίηση και την υπ’ αριθ. …../15-7-2011 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αντωνίου Πάπαρη). Στο έγγραφο οικειοθελούς αποχώρησης αναφέρεται, ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην εναγομένη από 1-2-2011 έως 8-7-2011, οπότε αποχώρησε οικειοθελώς. Στο έγγραφο καταχώρησης των ημερών αδείας 2011 που δικαιούνται οι εργαζόμενοι, το οποίο αποστέλλεται στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας από τον εργοδότη, αναφέρεται για τον ενάγοντα ότι δικαιούται 10,5 ημέρες άδεια και ότι αυτός απολύθηκε, ο δε μάρτυρας της εναγομένης ….. ….., κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του προαναφερομένου συμβολαιογράφου στη με αριθμό …../2012 ένορκη βεβαίωση, κατ’ επανάληψη, ότι ο ενάγων κατήγγειλε την εναγομένη στην Επιθεώρηση Εργασίας μετά την απόλυσή του. Απουσία του ενάγοντος από την εργασία του για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, συνδυασμένη με πραγματικά περιστατικά που τον οδήγησαν σ’ αυτή, ώστε να δικαιολογείται η οικειοθελής αποχώρησή του, δεν αποδείχτηκαν. Οι μάρτυρες της εναγόμενης καταθέτουν αορίστως περί αιφνίδιας αποχώρησης του ενάγοντος, στις αρχές Ιουλίου, ένας όμως από αυτούς προσλήφθηκε, στις 18-7-2011. Ο ενάγων προσέφυγε στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, στις 20-7-2011 και ανέφερε καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, χωρίς τήρηση έγγραφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης και τις οικονομικές αξιώσεις του κατ’ αυτής για υπερωριακή απασχόληση, μη καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας και αποζημίωση αδείας. Ακολούθως ο ενάγων απέστειλε στην εναγομένη στις 26-7-2011, την από 22-7-2011 εξώδικη απάντηση – διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση, στην οποία αναφέρει ακόμη, ότι η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε άκυρα από εκδικητικούς λόγους, τους οποίους επιβεβαίωσε και στις 22-9-2011 στην Επιθεώρηση Εργασίας κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς. Εν συνεχεία ο ενάγων άσκησε σε βάρος της εναγομένης τέσσερις αγωγές. Με την τελευταία στην οποία περιέχονται τα αιτήματα των τριών προηγουμένων από τις οποίες αυτός παραιτήθηκε, ζήτησε όσα ήδη προαναφέρθηκαν. Σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε, ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας καταγγέλθηκε από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης ….. ….. και είναι άκυρη, επειδή δεν τηρήθηκε έγγραφος τύπος και δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση στον ενάγοντα. Ακόμη αποδείχθηκε ότι η καταγγελία οφείλεται σε λόγους εκδίκησης, λόγω της μη αρεστής συμπεριφοράς του ενάγοντος που εκδηλώθηκε με τις διαμαρτυρίες του για τις οικονομικές αξιώσεις του, την εκδηλωθείσα πρόθεσή του να υποστηρίξει την ως άνω απολυθείσα συνάδελφό του και την άρνησή του να υπογράψει την προαναφερθείσα δήλωση, με το προδιατυπωμένο περιεχόμενο, που δεν αμφισβητήθηκε από την εναγομένη και που οριοθετούσε το χρονικό διάστημα που αυτός εργάστηκε. Συνεπώς ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης καταγγέλλοντας την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος από λόγους εκδίκησης, υπερέβη κατά την άσκηση του σχετικού εργοδοτικού δικαιώματός του, προφανώς τα αξιολογικά όρια που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ, δηλαδή τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό αυτού και η καταγγελία αυτή, είναι άκυρη ως καταχρηστική, σύμφωνα και με τη σχετική προεκτεθείσα νομική σκέψη. Ο ισχυρισμός της εναγομένης περί οικειοθελούς αποχώρησης που αποτελεί άρνηση της αποτελούσης στοιχείο της βάσης της αγωγής άκυρης καταγγελίας, εφόσον με την αγωγή ζητείται και αυτοτελώς η αναγνώριση της ακυρότητας αυτής, απορριπτομένου κατά ένα μέρος του σχετικού δεύτερου λόγου της κρινόμενης έφεσης ως αβάσιμου, κρίνεται αντικειμενικά, με βάση τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπ’ όψη και τα χρηστά συναλλακτικά ήθη, ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω. Διότι ο ενάγων όντας αλλοδαπός, ηλικίας 39 ετών, με έλλειψη γνώσεων και προσόντων προς εργασία και εν μέσω οικονομικής κρίσης που η ανεύρεση εργασίας είναι πολύ δύσκολη, δεν είχε λόγο να απέχει από την εργασία του, από 1-7-2011 ή από 8-7-2011, καθόσον υπάρχει ασάφεια ως προς την ακριβή ημέρα αποχώρησης του ενάγοντος, ούτε αυτός είχε εκδηλώσει επιθυμία να αποχωρήσει από την εργασία του, άλλα δε πραγματικά περιστατικά που να δικαιολογούν την οικειοθελή του αποχώρηση δεν αποδείχθηκαν, σύμφωνα και με την σχετική προεκτεθείσα νομική σκέψη. Περαιτέρω, η ακυρότητα της καταγγελίας, έχει ως συνέπεια να μην επιφέρει τη λύση της συμβάσεως εργασίας του ενάγοντος, που διατηρείται σε ισχύ και η εναγομένη αρνούμενη να δεχθεί τις υπηρεσίες του, να καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του και συνακόλουθα υπόχρεη προς πληρωμή των μισθών υπερημερίας αυτού για το αιτούμενο χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας (15-7-2011) έως και τον αναφερόμενο στην ένδικη αγωγή χρόνο (14-9-2012), μέχρι την επαναπασχόληση του ενάγοντος ή την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης σύμφωνα με τα άρθρα 349, 350, 656 ΑΚ. Η καταγγελία αποτελεί και παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, γιατί είχε ως αποτέλεσμα, εντελώς αδικαιολόγητα δυσμενείς υλικές και ηθικές συνέπειες για τον τελευταίο και γι’ αυτό δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, για την αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης. Ανάλογο δε ποσό, σύμφωνα με τις συνθήκες της προσβολής, το βαθμό του πταίσματος του εκπροσώπου της εναγομένης, το είδος της προσβολής, την περιουσιακή κατάσταση των διαδίκων και την κοινωνική θέση του ενάγοντος, είναι εκείνο των πεντακοσίων (500) ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι το ημερομίσθιο του βοηθού τεχνίτη αργυροχοΐας από 1-9-2009 ανερχόταν στο ποσό των 37,69 ευρώ, όπως όριζε η οικεία ΣΣΕ 17-5-2008 (ΠΚ 45/26-6-2008). Το ως άνω ημερομίσθιο παρέμεινε ίδιο έως 1-7-2011 (ΔΑ 7-2-2011). Εν συνεχεία αυξήθηκε κατά ποσοστό 1%, ήτοι ανήλθε στο ποσό των 38,06 ευρώ. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είναι διαζευγμένος και δικαιούται επίδομα γάμου, το οποίο δεν του κατέβαλε η εναγομένη. Δεν προσκόμισε όμως σχετικό πιστοποιητικό οικογενειακής κατάστασης, ούτε όταν προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας ανέφερε ότι δικαιούται το σχετικό επίδομα, ούτε και στην από 22-7-2011 απάντηση-πρόσκληση-διαμαρτυρία που απέστειλε στην εναγομένη, ανέφερε σχετική αξίωση. Ο ενάγων ελάμβανε ημερομίσθιο 35 ευρώ έως 31-1-2011, ενώ το νόμιμο ήταν 37,69 και 38,06 ευρώ έως 14-7-2011. Συνεπώς τα αιτούμενα αγωγικά κονδύλια, κατά το μέρος που υπολογίζονται με ημερομίσθιο προσαυξημένο λόγω επιδόματος γάμου, είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα. Επίσης απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα είναι και τα αγωγικά κονδύλια που αφορούν χρονικό διάστημα από 1-2-2009 έως 30-4-2010, κατά το οποίο αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν εργάστηκε στην εναγόμενη ως βοηθός τεχνίτη. Κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 14-7-2011, αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων εργαζόταν με ωράριο 08.00- 17.00 τις εργάσιμες ημέρες από Δευτέρα έως Παρασκευή, ήτοι μια ώρα πέραν του νομίμου ωραρίου που αποτελεί υπερεργασία, για την οποία η εναγομένη του οφείλει αμοιβή με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% έως τις 14-7-2010 και κατά 20% από 15-7-2010 έως 14-7-2011, σύμφωνα και με τη σχετική προεκτεθείσα νομική σκέψη. Το ως άνω ωράριο εκτός από τις μαρτυρικές καταθέσεις, αναφέρεται εγγράφως και σε τρία έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων και αφορούν το μήνα Οκτώβριο 2010, στα οποία ακόμη αναγράφονται τα άτομα που απασχολούσε η εναγομένη και η ημερήσια παραγωγή εξαρτημάτων καθενός, η γνησιότητα δε του εγγράφου αυτού δεν αμφισβητήθηκε. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 14-7-2011 εργάστηκε τις ημέρες του Σαββάτου, ούτε κάποιες Κυριακές ή απασχολήθηκε υπερωριακά από 1η έως 10-5-2010, καθόσον για μεν το έτος 2010 η παραγωγή ήταν μειωμένη, για δε το έτος 2011, οι εργαζόμενοι είχαν αυξηθεί και ο μηχανολογικός εξοπλισμός ήταν σύγχρονος, ώστε δεν απαιτείτο απασχόληση το Σάββατο. Συνεπώς πρέπει ν’ απορριφθούν τα σχετικά κονδύλια ως ουσιαστικά αβάσιμα. Σύμφωνα με τα παραπάνω αποδείχτηκε, ότι ο ενάγων δεν έχει λάβει αμοιβή για υπερεργασία κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 14-7-2011, επίδομα Χριστουγέννων 2010, αναλογία άδειας και επιδόματος αδείας 2010, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι ζήτησε άδεια από την εναγόμενη και αυτή αρνήθηκε να την χορηγήσει ώστε να δικαιούται προσαύξηση 100% (άρθρο 2 § 1 α.ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθ. 1 § 1 ν. 1346/1983), απορριπτομένου του σχετικού κονδυλίου, του οφείλεται η διαφορά ημερομισθίου 2,69 ευρώ (37,69-35) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 31-1-2011 και δώρου Πάσχα 2011 και η διαφορά 1% λόγω αύξησης του ημερομισθίου (ΔΑ 7/2011) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 14-7-2011 και στην αναλογία άδειας και επιδόματος άδειας 2011. Σύμφωνα με τα παραπάνω του οφείλονται τα ακόλουθα ποσά. Α) Για διαφορές ημερομισθίου από Δευτέρα έως Παρασκευή α) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 31-1-2011, διαφορά ημερομισθίου 2,69 (37,69-35) ευρώ X 39 εβδομάδες X 6 ημερομίσθια = 629,46 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 14-7-2011, διαφορά ημερομισθίου 0,37 (38,06-37,69) ευρώ X 2 εβδομάδες X 6 ημερομίσθια = 4,44 ευρώ. Ήτοι συνολικά δικαιούται από την αιτία αυτή το ποσό των 633,9 ευρώ. Β) Για υπερεργασία α) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 14-7-2010, 10 εβδομάδες X 5 ημέρες + 3 ημέρες = 53 ώρες X ωρομίσθιο 7,06 (καταβαλλόμενο ημερομίσθιο 37,69 X 6 : 40 = 5,65 ωρομίσθιο X 25% προσαύξηση) = 374,18 ευρώ, β) για το χρονικό διάστημα από 15-7-2010 έως 30-6-2011, 52 εβδομάδες X 5 ημέρες = 260 ώρες X ωρομίσθιο 6,78 (καταβαλλόμενο ημερομίσθιο 37,69 X 6 : 40 = 5,65 ωρομίσθιο X 20% προσαύξηση) = 1,762,8 ευρώ, γ) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2011 έως 14-7-2011, 2 εβδομάδες X 5 ημέρες = 10 ώρες X ωρομίσθιο 6,85 (καταβαλλόμενο ημερομίσθιο 38,06 X 6 : 40 = 5,70 ωρομίσθιο X 20% προσαύξηση) = 68,5 ευρώ. Ήτοι ο ενάγων δικαιούται συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 2.205,48 (374,18 + 1.762,8 + 68,5) ευρώ. Γ) Για επιδόματα εορτών α) για επίδομα Χριστουγέννων 2010, 981,5 ευρώ (25 ημερομίσθια X 37,69 X 1,04166 προσαύξηση αναλογίας επιδόματος αδείας), β) για διαφορά επιδόματος Πάσχα 2011: 141,33, (15 ημερομίσθια X 37,69 X 1,04166 = 588,90 – 447,57 ευρώ που έλαβε από την εναγόμενη, όπως ο ίδιος ομολογεί στην αγωγή). Ήτοι δικαιούται συνολικά για την αιτία αυτή το ποσό των 1.122,83 ευρώ. Δ) Για άδεια και επίδομα αδείας α) για αναλογία αδείας 2010 (1/5 έως 31/12) 16 ημέρες (2 ανά μήνα X 8 μήνες) X 37,69 = 603,04 και για αναλογία επιδόματος αδείας 603,04, β) για διαφορά αναλογίας αδείας 2011, 10,5 ημέρες X 0,37 διαφορά ημερομισθίου 3,71 ευρώ και για διαφορά αναλογίας επιδόματος αδείας 2011 3,71 ευρώ. Ήτοι συνολικά δικαιούται για την αιτία αυτή 1.213,5 ευρώ. Ε) Για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 15-7-2011 έως 14-9-2012, α) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 13.321 ευρώ (14 μήνες X 25 X 38,06), β) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2011, 709,96 ευρώ, 2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο από 15-7-2011 έως 31-12-2011, ήτοι 2 X 38,06 ημερομίσθιο X 8,95 δεκαεννιαήμερα X 1,04166), γ) για επίδομα Πάσχα 2012, 594,68 ευρώ (15 ημερομίσθια X 38,06 ευρώ X 1,04166), δ) για επίδομα αδείας 2012, 475,75 ευρώ (ήμισυς μηνιαίος μισθός), ε) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2012: 571,68 ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο από 1-5-2012 έως 14-9-2012, ευρώ 2 X 38,06 X 7,21 δεκαεννιαήμερα X 1,04166). Ήτοι συνολικά δικαιούται από την αιτία αυτή το ποσό των 15.673,07 (13.321 + 709,96 + 594,68 + 475,75 + 571,68). Συνοψίζοντας ο ενάγων δικαιούται συνολικά 21.348,78 (633,9 + 2.205,48 + 1.122,83 + 1.213,5 + 15.673,07 + 500) ευρώ. Από τα παραπάνω ποσά έχουν παραμείνει καταταψηφιστικά το ποσό των 633,9 ευρώ που αφορά διαφορές δεδουλευμένων και το ποσό των 15.673,07 που αφορά τις αποδοχές λόγω υπερημερίας. Κατόπιν αυτών η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως ουσιαστικά βάσιμη. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της, εσφαλμένα εφάρμοσε τις προαναφεθείσες διατάξεις και πλημμελώς εκτίμησε τις αποδείξεις, γενομένων δεκτών των λόγων της έφεσης πλην του ενάτου, ενιαίως κρινομένων ως ουσιαστικά βάσιμων. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η κρινόμενη έφεση ως ουσιαστικά βάσιμη, να εξαφανισθεί κατ’ άρθρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της και αφού κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη και α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 14-7-2011 καταγγελίας εκ μέρους της εναγομένης της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, β) να υποχρεωθεί αυτή να αποδέχεται πραγματικά την προσφερομένη εργασία του ενάγοντος υπό τις συνθήκες πριν την απόλυσή του κατ’ άρθρο 656 ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 του ν. 2193/2013 (ΦΕΚ 74/Α τεύχος/20-3-2013), με την καταδίκη της σε χρηματική ποινή ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την ανωτέρω διάταξη, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 16.306,97 (633,9 + 15.673,97) ευρώ και δ) να αναγνωριστεί ότι οφείλει να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 5.041,81 (2.205,48 + 1.122,83 + 1.214,5 + 500) ευρώ, νομιμοτόκως, από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό (ειδικά για το επίδομα εορτών Πάσχα την 30ή Απριλίου του αντίστοιχου έτους και για τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και αδείας την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους) και το κονδύλιο χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από την επίδοση (7-10-2011) της από 3-10-2011 αγωγής. Τέλος τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας της (άρθρα 178, 183 σε συνδ. με το άρθρο 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως καθορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 24-9-2013 (αριθ. εκθ. κατ. …../2013) έφεση κατά της με αριθμό 2128/2013 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την έφεση.
Εξαφανίζει την ως άνω απόφαση.
Κρατεί την υπόθεση.
Δικάζει κατ’ ουσίαν την από 23-5-2012 αγωγή.
Δέχεται εν μέρει αυτήν.
Αναγνωρίζει ότι είναι άκυρη η από 14-7-2011 καταγγελία εκ μέρους της εναγομένης της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος.
Υποχρεώνει αυτήν να αποδέχεται πραγματικά την προσφερομένη εργασία του ενάγοντος, υπό τις συνθήκες που εργαζόταν πριν την απόλυσή του.
Καταδικάζει την εναγόμενη σε χρηματική ποινή εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί με την ανωτέρω διάταξη.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαέξι χιλιάδων τριακοσίων έξι ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (16.306,97), νομιμοτόκως, από τότε που κάθε επί μέρους ποσό κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση.
Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων σαράντα ενός ευρώ και ογδόντα ενός λεπτών (5.041,81) με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους ποσού κατέστη απαιτητό, του ποσού των πεντακοσίων (500) ευρώ από 7-10-2011, έως την εξόφληση.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγομένης ένα μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιανουαρίου 2015 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
