Τελευταία ενημέρωση: 23 Απριλίου 2022

Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική οντότητα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της, με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο ή μορφή. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου, για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. Κριτήρια. Δικαίωμα επίσχεσης. Αποσκοπεί στον έμμεσο εξαναγκασμό του δανειστή να εκπληρώσει την οφειλόμενη αντιπαροχή του και όχι στην ευθεία ικανοποίηση αυτού που το ασκεί και άρα, εάν υπάρχει ασφάλεια, ως προς την εκπλήρωση της αντιπαροχής, αίρεται το δικαίωμα επίσχεσης. Πότε ασκείται καταχρηστικά. Εκ περιτροπής απασχόληση. Επιβάλλεται στον εργοδότη να επιλέγει αυτό το μέτρο προκειμένου να αποφύγει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ενώ, πέραν της ως άνω ουσιαστικής προϋπόθεσης, ήτοι, του (σημαντικού) περιορισμού της δραστηριότητας του εργοδότη, για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, τίθενται και επιπλέον όροι, μεταξύ των οποίων και η προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων – δίχως να απαιτείται και η επίτευξη συμφωνίας – εφόσον, δε, δεν τηρηθούν αυτές οι προϋποθέσεις, συντρέχει περίπτωση (παράνομης) μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας. Μονομερής βλαπτική μεταβολή. Δικαιώματα εργαζόμενου. Κρίση ότι η – χρονικά αξιόλογη – καθυστέρηση εκπλήρωσης των επιδίκων υποχρεώσεων της εργοδότριας εταιρίας οφείλεται σε υπαιτιότητά της κι επομένως, νόμιμα – και όχι καταχρηστικά – η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της. Η ενάγουσα δεν γνώριζε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εργοδότριά της, αφού ουδέποτε έλαβε σχετική ενημέρωση από αυτήν, μάλιστα δε, ουδόλως τηρήθηκε, κατά τη θέση της σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, κατά τα προαναφερθέντα, ο ως ανωτέρω όρος της προηγουμένης ενημέρωσης και διαβούλευσης και συνεπώς, εν προκειμένω, τυγχάνει παράνομη κι εντεύθεν άκυρη η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας. Η δεύτερη των εναγομένων εταιριών τυγχάνει διάδοχος της πρώτης αυτών, δια μεταβίβασης επιχείρησης, κατά την έννοια του Π.Δ. 178/2002. Η διάδοχος, δεύτερη εναγομένη εταιρία υποκατέστησε αυτοδικαίως την αρχική εργοδότριά της, πρώτη εναγομένη, με συνέπεια η ενάγουσα, αφενός, να συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τη δεύτερη εναγομένη και, αφετέρου, οι αξιώσεις της από τη σύμβαση εργασίας με την αρχική εργοδότριά της, που υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν και τη διάδοχο εργοδότριά εταιρία, η οποία, επίσης, ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις της ενάγουσας που γεννήθηκαν μετά την εν λόγω διαδοχή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης από τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους της ενάγουσας συνεχίστηκε από τη δεύτερη εναγομένη. Απορρίπτει της έφεση της εργοδότριας κατά της πρωτόδικης απόφασης που επιδίκασε στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 42.230,54 Ευρώ.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης: 3051/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 3ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Παναγιώτα Χρυσοχόου, Εφέτη, την οποίαν όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Εφετείου και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Νοεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “……”, με τον διακριτικό τίτλο «……», που εδρεύει στη …… Αττικής, οδός …… αρ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευαγγέλου Μπέη.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός …… αρ. …, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου, με δήλωση, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η εκκαλούσα – εναγομένη ζητεί να γίνει δεκτή η έφεσή της, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Αθηνών, με αριθμό κατάθεσης ……/2016 και στο Εφετείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου προσδιορισμού ……/2016, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 30/1/2018, οπότε αναβλήθηκε για τη δικάσιμο της 2/4/2019, ωστόσο, προσδιορίστηκε, τελικά, για την παραπάνω δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο, με αριθμό …, κατόπιν της από 2/2/2018 κλήσης της εφεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Εφετείο Αθηνών, με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2018 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ……/2018.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στις προτάσεις της.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση έφεση κατά της με αριθμό 385/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί αγωγής της εφεσίβλητης, η οποία έγινε δεκτή, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 511 επ. ΚΠολΔ) και άρα, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/1920, “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Ήδη ισχύει το π.δ. 178/2002 “Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου”, κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου π.δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθεαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Άρα, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική οντότητα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της, με τον ίδιο ή διαφορετικό τίτλο ή μορφή. Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιον τρόπο ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο σκοπό, γεγονός που συμβαίνει όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου φορέα στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου, για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (Ολ.ΑΠ 5/1994, ΑΠ 1831/2017). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα στοιχεία είναι: α) η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), β) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, γ) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο φορέα, δ) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, ε) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και στ) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 178/2002, ο προηγούμενος εργοδότης ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που είχαν δημιουργηθεί από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013). Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε εκ συμβάσεως είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1369/2018,1148/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να καταβάλει στον εργαζόμενο τις οφειλόμενες αποδοχές του, μετά την παροχή της αντίστοιχης εργασίας, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 325 του ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου, στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, υφισταμένης συμβάσεως εργασίας, εάν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη, σχετική με την οφειλόμενη από αυτόν παροχή εργασίας – κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού, αλλά και για την παράβαση εργοδοτικού διευθυντικού δικαιώματος -, δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Σε περίπτωση, δε, επίσχεσης, δεν καθίσταται υπερήμερος ο μισθωτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του, υποχρεούται να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του, σαν να εργαζόταν κανονικά. Σημειωτέον ότι το υπ’ όψιν δικαίωμα αποσκοπεί στον έμμεσο εξαναγκασμό του δανειστή να εκπληρώσει την οφειλόμενη αντιπαροχή του και όχι στην ευθεία ικανοποίηση αυτού που το ασκεί και άρα, εάν υπάρχει ασφάλεια, ως προς την εκπλήρωση της αντιπαροχής, αίρεται το δικαίωμα επίσχεσης. Περαιτέρω, το εν λόγω δικαίωμα υπόκειται, όπως όλα τα δικαιώματα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ κι επομένως, η άσκησή του πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει, δε, στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίον θεσπίστηκε – λαμβάνοντας ιδιαίτερα υπ’ όψιν ότι η παροχή εργασίας, για όσον χρόνο διαρκεί η επίσχεση, καθίσταται αδύνατη και ο εργαζόμενος απαλλάσσεται οριστικά – διαφορετικά, ασκείται καταχρηστικά και, εντεύθεν, παράνομα, οπότε δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, ήτοι την υπερημερία του εργοδότη, καταχρηστικώς, δε, ασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας του μισθωτού και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη – συνήθως, της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων αποδοχών -, όταν δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη η καθυστέρηση, αλλά σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία, εξαιρετικά δυσμενείς συνθήκες, απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες, όταν η επίσχεση προκαλεί στον εργοδότη ζημία δυσβάσταχτη και δυσανάλογη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και φερέγγυου εργοδότη, ή αφορά σε ασήμαντη αντιπαροχή του (ΑΠ 117/2017, 447/2015, 940/2015, 1248/2015, 790/2014, 1342/2014, 2094/2014, 1502/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 παρ. 1 Ν. 1892/1990, ως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Ν. 2639/1998, ρυθμίζεται η δυνατότητα εργοδότη και εργαζομένου να συμφωνήσουν, κατά τη σύναψη της εργασιακής σύμβασης, την παροχή εργασίας με μερική απασχόληση, καθώς και η δυνατότητα να μετατρέψουν σε σύμβαση μερικής απασχόλησης μια σύμβαση που καταρτίστηκε ως σύμβαση πλήρους απασχολήσεως. Όπως επισημαίνεται στην εν λόγω διάταξη, η μερική απασχόληση μπορεί να αφορά σε εργασία ημερήσια, εβδομαδιαία ή δεκαπενθήμερη, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική, μπορεί, δηλαδή, να αναφέρεται στο ημερήσιο ωράριο εργασίας, το οποίο θα είναι μικρότερο του κανονικού, ή να αφήνει άθικτο το ημερήσιο ωράριο και να περιορίζει την εβδομαδιαία ή μηνιαία απασχόληση, υποπερίπτωση, δε, της μερικής απασχόλησης αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία, που προβλέπεται και ρυθμίζεται με το άρθρο 38 παρ. 3 Ν. 1892/1990 – όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 Ν. 2874/2000, αντικαταστάθηκε, δε, εκ νέου, με το άρθρο 2 Ν. 3846/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 και το άρθρο 50 παρ. 2 Ν. 4611/2019 -, με το οποίο ορίζεται, στην παρ. 3 εδ. α’ και β’, ότι “Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες τον μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου” και στο εδ. δ’ “Αν περιοριστούν οι δραστηριότητές του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Αν η συμφωνία αυτή δεν καταρτιστεί εγγράφως ή αν η συμφωνία ή η απόφαση του εργοδότη δεν γνωστοποιηθούν εντός οχτώ (8) ημερών από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας, τεκμαίρεται η πλήρης απασχόληση του μισθωτού.”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής απασχόληση μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές, της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, καθώς και αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση, παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη να επιβάλει στην επιχείρησή του σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, με τις εξής προϋποθέσεις: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων – χωρίς να είναι απαραίτητο να καταλήξουν σε συμφωνία, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από εννέα μήνες και δ) η απόφαση του εργοδότη να κοινοποιηθεί εντός οκτώ ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Το δικαίωμα του εργοδότη για επιβολή εκ περιτροπής απασχόλησης αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμα, από τον νόμο, ασκούμενο με μονομερή απευθυντέα δήλωση βουλήσεως και εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμά του, εν ευρεία εννοία, από την πρόβλεψη, δε, του υπ’ όψιν συστήματος αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας συνάγεται ότι επιβάλλεται στον εργοδότη να επιλέγει αυτό το μέτρο προκειμένου να αποφύγει την καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, ενώ, πέραν της ως άνω ουσιαστικής προϋπόθεσης, ήτοι, του (σημαντικού) περιορισμού της δραστηριότητας του εργοδότη, για την άσκηση του εν λόγω δικαιώματος, τίθενται και οι ως ανωτέρω όροι, μεταξύ των οποίων και η προηγούμενη ενημέρωση και διαβούλευση του εργοδότη με τους εκπροσώπους των εργαζομένων – δίχως να απαιτείται και η επίτευξη συμφωνίας -, εφόσον, δε, δεν τηρηθούν οι προδιαληφθείσες προϋποθέσεις, συντρέχει περίπτωση (παράνομης) μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας, που επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και του ΑΚ, οπότε ο μισθωτός έχει τη δυνατότητα να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή απόλυση και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, ή να αποδεχθεί τη μεταβολή, με συνέπεια τη σύναψη νέας σύμβασης, τροποποιητικής της αρχικής, ή να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του όπως και πριν τη μεταβολή, καθιστώντας τον εργοδότη, αν δεν τις αποδεχθεί, υπερήμερο δανειστή, ή, τέλος, να συνεχίσει να εργάζεται, προσωρινά, με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση, η επιφύλαξη δε αυτή – η οποία μπορεί να συνίσταται και σε ρηματική διαμαρτυρία – του επιτρέπει να διεξαγάγει έναν δικαστικό αγώνα για τον νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχολήσεώς του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή αυτών (ΑΠ 1252/2014). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 240/2006 “Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων”, σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002): “…στ) ως “ενημέρωση” νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν, ζ) ως “διαβούλευση” νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου”, κατά δε το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω Π.Δ.: “1. Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 “Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ 110 Α’) και του π.δ. 178/2002 “Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου” (ΦΕΚ 162 Α’). 3. Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις. 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ’ και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λάβουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά στις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού”. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, για την επιβολή από τον εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση απαιτείται, αφενός, να συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητάς του και, αφετέρου, να γίνει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νομίμους εκπροσώπους των εργαζομένων ή – αν δεν υπάρχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις – με τους ίδιους τους εργαζομένους, όσον αφορά, δε, ειδικά, στην υπ’ όψιν προϋπόθεση ενημέρωσης και διαβούλευσης, ο εργοδότης υποχρεούται να προχωρήσει σε σοβαρή συζήτηση με το προσωπικό του για τους λόγους που υπαγορεύουν αυτήν την επιχειρηματική απόφαση, να δώσει τα οικονομικά στοιχεία και να εξαντλήσει κάθε περιθώριο εναλλακτικών λύσεων, εάν, δε, δεν γίνει ενημέρωση, με διαβίβαση στοιχείων, ώστε να λάβουν γνώση οι εργαζόμενοι της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, καθώς και της πρόσφατης και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων της και της απασχόλησης σε αυτήν και δεν δοθεί από τον εργοδότη ένα διάστημα διαβούλευσης, τότε η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας θα είναι παράνομη (ΑΠ 697/2018,1279/2018,1252/2014, 969/2011).

ΙΙΙ. Με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη εξέθεσε ότι, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργάστηκε στην εταιρία με την επωνυμία “……” και το διακριτικό τίτλο «……» (πρώτη εναγομένη), ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της βοηθού ηλεκτρονικού και καθήκον τη συναρμολόγηση και έλεγχο λειτουργίας ηλεκτρονικών πλακετών, αντί μηνιαίου μισθού, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, 1070 ευρώ. Περαιτέρω, ότι η ως άνω εργοδότριά της άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της από τον Νοέμβριο του έτους 2011, ότι από την 1/1/2013 μείωσε μονομερώς τις αποδοχές της, ενώ από 20/5/2013, καθώς και από 1/1/2014 της επέβαλε μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, κατά το οποίο εργαζόταν μία ημέρα την εβδομάδα, με ανάλογη μείωση του μισθού της, παρανόμως και καταχρηστικώς. Ακολούθως, η ενάγουσα ανέφερε ότι προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, κοινοποίησε στην παραπάνω εταιρία εξώδικη δήλωση, με την οποίαν ζητούσε την καταβολή των οφειλομένων αποδοχών της και προέβη σε επίσχεση εργασίας. Ακόμη, ισχυρίστηκε ότι η εταιρία με την επωνυμία “……” και τον διακριτικό τίτλο «……» – δεύτερη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα – συνέχισε τη λειτουργία της ίδιας επιχείρησης της ως άνω αρχικής εργοδότριας εταιρίας, με το ίδιο αντικείμενο, εξοπλισμό και πελατεία, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητα και την οργανική ενότητα της εν λόγω επιχειρήσεως, απασχολώντας δε και μέρος του εργατικού δυναμικού της αρχικής εργοδότριας (πρώτης εναγομένης), καθώς και ότι (η δεύτερη εναγομένη) δεν της έχει καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές της, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή. Βάσει των ανωτέρω, η ενάγουσα ζήτησε να αναγνωριστεί η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας της 20/5/2013 και της 1/1/2014, να αναγνωριστεί ότι νομίμως ασκήθηκε το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας, από 29/5/2014, να αναγνωριστεί πως συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τη διάδοχο της εταιρίας «……» (αρχική εργοδότρια), ήτοι με τη δεύτερη εναγομένη εταιρία, «……» και να υποχρεωθεί αυτή να της καταβάλει το ποσό των 42.230,54 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, ως εκ της επισχέσεως της εργασίας της – η δε πρώτη εναγομένη να υποχρεωθεί, εις ολόκληρον με τη δεύτερη, να της καταβάλει, από την ίδια αιτία, εκ του ως άνω συνολικού ποσού, το ποσό των 9.381,32 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα έως 30/9/2013, οπότε υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχειρήσεως της πρώτης προς την δεύτερη εναγομένη -, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Με την εκκαλουμένη απόφασή του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε την ως ανωτέρω αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη, κατά της απόφασης δε αυτής παραπονείται η εκκαλούσα εταιρία, με την υπ’ όψιν έφεσή της και ζητεί, για τους αναφερόμενους σε αυτήν λόγους, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή.

IV. Από την εκτίμηση των καταθέσεων της μάρτυρος της ενάγουσας, καθώς και της νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης (εκκαλούσας), οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της υπ’ αριθμό 385/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται – μεταξύ των οποίων και οι νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις -, αποδείχθηκαν τα ως κατωτέρω πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα, στις 11/9/2000, δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη από την εταιρία με την επωνυμία “……” και τον διακριτικό τίτλο «……» (πρώτη εναγομένη), ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της βοηθού ηλεκτρονικού και αντικείμενο εργασίας τη συναρμολόγηση και έλεγχο λειτουργίας ηλεκτρονικών πλακετών, αντί μηνιαίου μισθού, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, 1.070 ευρώ. Ωστόσο, από τον Νοέμβριο του έτους 2011, η ως άνω εργοδότριά της άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της, ενώ, την 1/1/2013, προέβη και σε μονομερή μείωσή τους, στο ποσό των 856 ευρώ μηνιαίως, παράλληλα, δε, από 20/5/2013, καθώς και από 1/1/2014 – και για διάστημα εννέα (9) μηνών -, της επέβαλε, μονομερώς, σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, κατά το οποίο εργαζόταν μία (1) ημέρα την εβδομάδα, με ανάλογη μείωση του μισθού της. Παρά ταύτα, η ως άνω εταιρία, επικαλούμενη οικονομική αδυναμία, δεν κατέβαλε στην ενάγουσα ούτε τις ως ανωτέρω μειωμένες αποδοχές της, κατά τα έτη 2012 – 2014, αναγκάζοντάς την να προβεί στην από 16/1/2014 καταγγελία προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, καθώς και στην από 19/5/2014 εξώδικη δήλωσή της προς αυτήν (εργοδότρια) – επιδοθείσα στις 21/5/2014 -, με την οποίαν της δήλωσε ότι εάν εντός εφτά (7) ημερών δεν της κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές της του διαστήματος από τον Ιούνιο του έτους 2012 έως τον Απρίλιο του έτους 2014, εκ 5.703,43 ευρώ, θα ασκούσε το δικαίωμα της επισχέσεως της εργασίας της, όπερ κι εγένετο, δηλαδή η ενάγουσα, αφού η άνω εταιρία ουδέν ποσό της κατέβαλε, απεχώρησε από την εργασία της στις 29/5/2014, επέδωσε δε στην εργοδότριά της την από 29/5/2014 δήλωση ότι απ’ την ημέρα αυτήν ασκεί το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας της, έως την καταβολή των εν λόγω δεδουλευμένων αποδοχών της, καθιστώντας, έτσι, την πρώτη εναγομένη εταιρία υπερήμερη δανείστρια, υποχρεούμενη, διαρκούσης της υπερημερίας, να της καταβάλλει τις αποδοχές της, σαν να εργαζόταν κανονικά, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω, η παραπάνω εταιρία, “……”, διέθετε ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από: α) μία διώροφη οικία με υπόγειο επί της ……, β) ένα βιομηχανικό κτίριο συγκείμενο από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, συνολικής επιφανείας 1.871,61 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση “……” ……, γ) ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 308,62 τ.μ. επί της οδού …… στη θέση “……” ……, δ) δύο αγροτεμάχια επιφανείας 292,40 τ.μ. έκαστο, ευρισκόμενα το ένα επί της οδού …… και το άλλο επί της οδού …… στη θέση “……” ……, ε) ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 290,00 τ.μ. επί της οδού …… στη θέση “……” …… και στ) ένα αγροτεμάχιο επιφανείας 564,80 τ.μ. επί της οδού …… στην θέση “……” ……, σύμφωνα με την από 23/4/2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……/25.4.2013 αίτηση έναρξης διαδικασίας συνδιαλλαγής της πρώτης εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και την από 27/12/2013, με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……/27.12.2013 δήλωση παύσης πληρωμών – αίτηση πτώχευσης της άνω εναγομένης ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου. Εν συνεχεία, κατά τον ισολογισμό του έτους 2011, η εν λόγω εταιρία, το έτος αυτό, είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) ύψους 11.544.679,70 ευρώ και διαθέσιμα, ταμείο και καταθέσεις, ύψους 301.817,84 ευρώ, όπως, δε, προκύπτει από τις παρατηρήσεις του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή …… …… επί του υπ’ όψιν ισολογισμού, η αξία κτήσης των μηχανημάτων της πρώτης εναγομένης προσαυξήθηκε, πέραν του κόστους κατασκευής τους, με δαπάνες που αφορούν στην επισκευή και συντήρηση μηχανημάτων, ποσού 2.683.827,87 ευρώ, αλλά και με υπόλοιπα λογαριασμών απαιτήσεων, ποσού 2.610.850,10 ευρώ, με αποτέλεσμα το μεν κονδύλιο του ισολογισμού “μηχανήματα” να εμφανίζεται αυξημένο κατά το ποσό των 5.294.677,97 ευρώ, οι δε απαιτήσεις της εταιρίας μειωμένες κατά το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ. Σημειωτέον ότι οι εν λόγω απαιτήσεις αφορούν σε απολήψεις μελών της διοίκησης και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23α του Ν. 2190/1920, με βάση τον ισολογισμό της πρώτης εναγομένης του έτους 2011 και τη συνημμένη σε αυτόν, από 31/5/2012 έκθεση ελέγχου του ανεξάρτητου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή …… ……. Μάλιστα, με την από 29/4/2014 έκθεση ευρημάτων του Ελεγκτή …… ……, διενεργήθηκαν στον ισολογισμό οι κατάλληλες λογιστικές εγγραφές, με τις οποίες μειώθηκε κατά το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ο λογαριασμός “μηχανήματα” και προσαυξήθηκε, ισόποσα, ο λογαριασμός απαιτήσεων της εταιρίας από όργανα της Διοίκησης, εκ του παραπάνω, δε, ποσού το ποσό των 1.404.641,84 ευρώ συμψηφίστηκε με υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης προς τα όργανα της διοικήσεως, από προηγούμενες χρήσεις, ενώ το υπόλοιπο ποσό, των 1.206.208,26 ευρώ, επιβάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι η πρώτη εναγομένη, εάν και διέθετε την ως ανωτέρω ακίνητη περιουσία – την οποίαν θα μπορούσε, κατά ένα μέρος, να ρευστοποιήσει -, ενώ είχε και απαιτήσεις κατά των οργάνων διοίκησής της – από εκ μέρους τους απολήψεις χρηματικών ποσών, ύψους, τουλάχιστον, 1.206.208,26 ευρώ, που θα μπορούσε να εισπράξει -, ουδέν έπραξε, ούτως ώστε να καταβάλει στην ενάγουσα τις οφειλόμενες αποδοχές της. Άραγε, η – χρονικά αξιόλογη – καθυστέρηση εκπλήρωσης των επιδίκων υποχρεώσεων της εργοδότριας εταιρίας οφείλεται σε υπαιτιότητά της κι επομένως, νόμιμα – και όχι καταχρηστικά – η ενάγουσα άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας της. Σημειωτέον ότι η ενάγουσα δεν γνώριζε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε η εργοδότριά της, αφού ουδέποτε έλαβε σχετική ενημέρωση από αυτήν, μάλιστα δε, ουδόλως τηρήθηκε, κατά τη θέση της σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, κατά τα προαναφερθέντα, ο ως ανωτέρω όρος της προηγουμένης ενημέρωσης και διαβούλευσης και συνεπώς, εν προκειμένω, τυγχάνει παράνομη κι εντεύθεν άκυρη η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας. Άλλωστε, όπως αποδείχθηκε, η ενάγουσα συνέχισε, μεν, να εργάζεται υπό το νέο καθεστώς απασχόλησης – μία ημέρα την εβδομάδα, με την αντίστοιχη αμοιβή -, διαμαρτυρήθηκε, ωστόσο, στην εργοδότριά της – επιφυλασσόμενη, έτσι, για τα δικαιώματά της από τη σύμβαση, κατά τα προεκτεθέντα – και άρα, η συνέχιση της απασχολήσεώς της δεν μπορεί να θεωρηθεί σιωπηρή αποδοχή των νέων όρων εργασίας, κατά τα διαλαμβανόμενα, αναλυτικώς, στη μείζονα πρόταση της παρούσας απόφασης. Περαιτέρω, η πρώτη εναγομένη εταιρία συνιστούσε, εν τοις πράγμασι, μια οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από τον …… ……, στη μετοχική σύνθεση και το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μετείχε, από τη σύσταση της, πλην του ιδίου, η θυγατέρα του, …… …… – δυνάμει της από 30/6/2012 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και του από 30/6/2012 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου, το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης συγκροτήθηκε από τον …… ……, ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τη …… ……, ως Αντιπρόεδρο και τη …… ……, ως μέλος. Ακολούθως, στις 7/8/2013, η μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης, …… ……, συνέστησε, δυνάμει της υπ’ αρ. ……/7.8.2013 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Γκριόγλου, τη δεύτερη εναγομένη μονοπρόσωπη ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «……», της οποίας το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, με πενταετή θητεία, συγκροτήθηκε από τη …… …… του ……, ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, τη …… …… του ……, ως μέλος και την …… ……, ως μέλος. Η δεύτερη εναγομένη εταιρία έχει τον ίδιον καταστατικό σκοπό με την πρώτη εναγομένη, καθώς και το ίδιο αντικείμενο εργασιών, ασκεί ακριβώς την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργεί στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις, στην …… Αττικής, επί της οδού …… αρ. …, ενώ χρησιμοποιεί τον ίδιον τηλεφωνικό αριθμό και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ). Ακόμη, στη δεύτερη εναγομένη μεταβιβάστηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού – μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας και συναφή -, κατά τη με αριθμό ……/…/…/……/29.10.2013 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, από την οποίαν προκύπτει ότι η ορισθείσα ανάδοχος του αναφερόμενου έργου, δεύτερη εναγομένη, αναλαμβάνει να εκτελέσει το έργο με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της πρώτης, ενώ απέκτησε η δεύτερη το σύνολο της πελατείας και την τεχνογνωσία της πρώτης εναγομένης, κάνει, δε, χρήση των παγίων, του χώρου, των μηχανημάτων και του εξοπλισμού της επιχειρήσεως της πρώτης εναγομένης, με τα οποία αυτή λειτουργούσε προηγουμένως. Εξάλλου, η δεύτερη εναγομένη εμφανίζεται στις συναλλαγές της ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, συνεχίζοντας την εκτέλεση των εκκρεμών συμβάσεων και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της προκατόχου της – στη με αριθμό ……/10.2.2014 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου …… η δεύτερη εναγομένη, στην οποίαν, με την ίδιαν απόφαση, ανατέθηκαν ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευής και ελέγχου της καλής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του νοσοκομείου, που είχε εγκαταστήσει η πρώτη εναγομένη, χαρακτηρίζεται ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, ενώ στην ιστοσελίδα της αναφέρει ότι στηρίζεται στην πολυετή τεχνογνωσία, στο πλούσιο πελατολόγιο και στη μακρόχρονη πείρα της πρώτης εναγομένης και αυτοπροσδιορίζεται, ευθέως, ως διάδοχός της. Προκύπτει, άραγε, βάσει όλων των τεθέντων υπ’ όψιν του Δικαστηρίου τούτου, αποδεικτικών στοιχείων, ότι η δεύτερη των εναγομένων εταιριών τυγχάνει διάδοχος της πρώτης αυτών, προκειμένης μεταβίβασης επιχείρησης, κατά την έννοια του Π.Δ. 178/2002, καθόσον η δεύτερη εναγομένη ανέλαβε μία οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργηθεί από την πρώτη εναγομένη, αρχική εργοδότριά της ενάγουσας, για τη διαρκή επιδίωξη συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποίαν και διατήρησε, αξιοποιώντας την για την επίτευξη του ίδιου σκοπού, έγινε, δηλαδή, συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εταιρίας και όχι απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους, αναγκαίο για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, λειτουργικό σύνδεσμο. Είναι σαφές ότι η δεύτερη εναγομένη είχε τη βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης, προς τούτο, δε, ανέλαβε την οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε την λειτουργία της, ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, ανέλαβε, δε, την επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, ως οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων, ασκώντας όμοιες με την προκάτοχό της δραστηριότητες. Συνακολούθως, η ως άνω επιχείρηση της πρώτης εναγομένης μεταβιβάστηκε στη δεύτερη, με αποτέλεσμα αυτή να ευθύνεται, με την πρώτη, έναντι της ενάγουσας, η οποία, έως το τέλος του έτους 2013, αγνοούσε ότι είχε λάβει χώρα η επίδικη μεταβίβαση, ως εκ της οποίας η διάδοχος, δεύτερη εναγομένη εταιρία υποκατέστησε, αυτοδικαίως, την αρχική εργοδότριά της, πρώτη εναγομένη, με συνέπεια η ενάγουσα, αφενός, να συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τη δεύτερη εναγομένη και, αφετέρου, οι αξιώσεις της από τη σύμβαση εργασίας με την αρχική εργοδότριά της, που υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν και τη διάδοχο εργοδότριά εταιρία, η οποία, επίσης, ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις της ενάγουσας που γεννήθηκαν μετά την εν λόγω διαδοχή, λαμβάνοντας υπ’ όψιν ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης από τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους της ενάγουσας συνεχίστηκε από τη δεύτερη εναγομένη.

V. Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή της εφεσίβλητης, ως νόμω και ουσία βάσιμη, αφού έκρινε ότι πρέπει να αναγνωριστεί η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας στην ενάγουσα, από 20/5/2013, καθώς και από 1/1/2014, επίσης, ότι νόμιμα – και όχι καταχρηστικά – ασκήθηκε το δικαίωμα επισχέσεως εργασίας, από 29/5/2014 κι ακόμη, πως η ενάγουσα συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τη διάδοχο της εταιρίας “……” (αρχική εργοδότρια – πρώτη εναγομένη), ήτοι με την εκκαλούσα – δεύτερη εναγομένη εταιρία, “……”, την οποίαν και υποχρέωσε να της καταβάλει το ποσό των 42.230,54 ευρώ, για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, ως εκ της επισχέσεως της εργασίας της – τη δε πρώτη εναγομένη υποχρέωσε να της καταβάλει, εις ολόκληρον με τη δεύτερη, από την ίδιαν αιτία, εκ του ως άνω συνολικού ποσού, το ποσό των 9.381,32 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα έως 30/9/2013, οπότε υλοποιήθηκε η μεταβίβαση της επιχειρήσεως της πρώτης προς την δεύτερη εναγομένη – με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επί μέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, έκρινε ορθά και δεν έσφαλε, κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένων των λόγων της εφέσεως, ως αβασίμων. Σημειωτέον ότι ο διαλαμβανόμενος στην εκκαλουμένη απόφαση υπολογισμός του παραπάνω ποσού, που – με βάση τον μηνιαίο μισθό των 1.070 ευρώ – κρίθηκε ότι οφείλεται από την εκκαλούσα, δεν αμφισβητήθηκε με λόγο έφεσης. Ειδικώς, δε, ως προς τον λόγο έφεσης που αναφέρεται στην ένσταση καταβολής εισφορών (άρθρο 416 ΑΚ), προταθείσα πρωτοδίκως από την πρώτη των εναγομένων εταιριών – στην οποίαν και αφορά -, επισημαίνεται ότι απαραδέκτως προβάλλεται από την εκκαλούσα δεύτερη αυτών. Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση, ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν και να επιβληθεί στην εκκαλούσα η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρο 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά την έφεση κατά της υπ’ αριθμό 385/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.

Επιβάλλει στην εκκαλούσα τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποίαν ορίζει στο ποσό των εφτακοσίων (700) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 5 Ιουνίου 2019.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies