αστικό - δικονομίαΜονομελές Εφετείο Αθηνών 3063/2017

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Προσβολή προσωπικότητας. Συκοφαντική δυσφήμιση. Αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη, και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς. Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος σχετικά με το περιεχόμενο μήνυσής του για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης των εναγόντων κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, καθώς όσα ισχυρίστηκε στην μήνυσή του, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως ήταν εν γνώσει του ψευδή. Οι επίδικοι ψευδείς ισχυρισμοί για τους ενάγοντες περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων (δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων, δικαστικών επιμελητών, ανακριτικών υπαλλήλων και προσώπων που παρευρίσκονταν κατά την εκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων), έβλαψαν δε την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων και προσέβαλαν εν γένει την προσωπικότητά τους. Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων οι ενάγοντες υπέστησαν σημαντική ψυχική και σωματική ταλαιπωρία, δεδομένου ότι αναγκάστηκαν να συμμετέχουν σε αλλεπάλληλους πολυετείς δικαστικούς αγώνες, ώστε να υποστηρίξουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους και την αθωότητά τους, στενοχωρήθηκαν και ενώ ευρίσκονταν σε μεγάλη ηλικία με πολλές παθήσεις. Απορρίπτει έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στους ενάγοντες το συνολικό ποσό των 17.000,00 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 3063/2017

ΤΟ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

16° Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Μπάση, Πρόεδρο Εφετών, Αγάπη Τζουλιαδάκη, Πηνελόπη Σεραφείμη, Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μπριντζίκη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 9 Φεβρουαρίου 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………, κάτοικου …………, οδός ………… …, 2) …………, κάτοικου Αθηνών, οδός ………… …, 3) …………, κατοίκου …………, τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Λουκάς Δρόσος.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ………… και 2) …………, αμφοτέρων κατοίκων ………… Αττικής, οδός ………… …, τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Βλαχόπουλος.

Β) ΤΩΝ ΑΝΤΕΚΑΛΛΟΥΝΤΩΝ: 1) …………, κατοίκου ………… Αττικής (οδός …………, αριθμ. …) και 2) …………, κατοίκου ………… Αττικής (οδός …………, αριθμ. …), ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων των θανόντων ………… και …………, υπεισελθόντων αυτοδικαίως στην αγωγική αξίωση, τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Βλαχόπουλος.

ΤΩΝ ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) …………, κατοίκου …………Αττικής (οδός …………, αριθμ. …), 2) …………, κατοίκου Αθηνών (οδός …………, αριθμ. …) και 3) …………, κατοίκου …………, τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Λουκάς Δρόσος.

Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι – αντεκκαλούντες ………… και ………… ………… με την από 16-3-2009 αγωγή τους προς Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό …………/…………/2009 ζήτησαν να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 3074/2015 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε όσα έταξε σ ’αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν α)οι εκκαλούντες με την από 15 Μαρτίου 2016, έφεσή τους, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό …………/2016 και β) οι αντεκκαλούντες με την από 15 Δεκεμβρίου 2016 αντέφεσή τους , προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμ. κατάθ. …………/…………/21-12-2016.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Βλαχόπουλος, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος Λουκάς Δρόσος, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζήτησης, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις, που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες. Αν δεν γίνει γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής απόφασης, άρα και η αίτηση αναίρεσης, πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ, κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ’ αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του, με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση. Επομένως η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει τον θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη, και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντα, εάν αυτοί εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αποβιώσαντος αναιρεσιβλήτου και προβάλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 27/1987, ΑΠ 1760/2009, ΕφΠειρ 206/2016 δημ στη ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον δε ότι η διάταξη του άρθρου 558 ΚΠολΔ είναι του ιδίου περιεχομένου με τη διάταξη του άρθρου 517 ΚΠολΔ, η οποία αφορά την παθητική νομιμοποίηση επί της έφεσης (ΕφΠειρ 206/2016 ο.π).

Στην προκειμένη περίπτωση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ασκήθηκε έφεση με ημερομηνία 15-3-2016 και αριθ. εκθ. καταθ. …………/16-3-2016 από τους εναγομένους της με αριθμ κατ. …………/19-3-2009 αγωγής και δη από τους : 1) …………, 2) ………… και 3) …………, κατά των αρχικώς εναγόντων 1) ………… και 2) ………… και κατά της 3074/2015 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η εν λόγω έφεση, όπως προκύπτει από την με αριθμ. …………/8-12-2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ιωάννη Κουτσιβίτη, επιδόθηκε στον παρασταθέντα για λογαριασμό των εφεσιβλήτων στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο πληρεξούσιο δικηγόρο αυτών, Δημήτριο Βλαχόπουλο, κατ’ άρθρο 143 παρ.1 ΚΠολΔ) στις 8-12-2016, με κλήση να παραστούν κατά τη συζήτησή της στην παρούσα δικάσιμο της 9ης-2-2017. Όπως δε προκύπτει, από τα από …-…-…… και …-…-….. αποσπάσματα ληξιαρχικών πράξεων θανάτου της Ληξιάρχου ………… του Δήμου ………… Αττικής, που προσκομίζονται από τους αντεκκαλούντες , ………… και …………, ο πρώτος εφεσίβλητος ………… απεβίωσε στις …………, στην Αθήνα και η δεύτερη εφεσίβλητη, …………  απεβίωσε στις ………… στη ………… Αττικής και κληρονομήθηκαν εξ αδιαθέτου από τους ως άνω αντεκκαλούντες, γνήσια τέκνα τους, όπως προκύπτει από τα προσκομισθέντα από αυτούς : α) με αριθμ πρωτ. …………/9-3-2016 και …………/27-4-2016 πιστοποιητικά πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου …………, β) με αριθμ. ………… και ………… /22-12-2016 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου ………… μη αποποίησης της κληρονομιάς αρχικά του ………… και στη συνέχεια της ………… και γ) με αριθμ. ………… και …………/22-12-2016 πιστοποιητικά του Ειρηνοδικείου ………… μη δημοσίευσης διαθήκης των ως άνω κληρονομούμενων. Από τα προσκομισθέντα αυτά έγγραφα προκύπτει ότι ο θάνατος των εφεσιβλήτων έλαβε χώρα μετά την έκδοση της με αριθμ. 3074/2015 εκκαλουμένης απόφασης και πριν την άσκηση της κρινόμενης έφεσης (καθώς η τελευταία κατατέθηκε στις 16-3-2016). Από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα προβαλλόμενα από τους διαδίκους προκύπτει ότι οι εκκαλούντες δεν είχαν λάβει γνώση του θανάτου και των δύο εφεσιβλήτων, πριν ασκήσουν την κρινόμενη έφεση, ενόψει της επίδοσης της έφεσης στον αντίκλητο δικηγόρο τους, που παρέστη στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και του επισυμβάντος θανάτου τους λίγες μόλις ημέρες πριν την άσκησή της. Επομένως, η έφεση αυτή είναι έγκυρη, παρότι στρέφεται κατά των αποβιωσάντων προ της άσκησής της εφεσιβλήτων, και μπορεί να προχωρήσει νόμιμα η συζήτησή της, αφού οι κληρονόμοι παρίστανται στη θέση των κληρονομηθέντων εφεσιβλήτων, δηλώνουν με τις προτάσεις τους ότι συνεχίζουν τη δίκη και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς.

Η ως άνω από 15-3-2016 (με αριθμό κατάθ. …………/16-3-2016) έφεση των εναγομένων στην πρωτόδικη δίκη …………, ………… και ………… …………, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1, 2, 498, 511, 513 παρ. 1β’, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ.2 του ΚΠολΔ), όπως δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους και δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, ενώ δεν παρήλθε η τασσόμενη προθεσμία των δύο ετών από τη δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης (29-9-2015), (κατ’ εφαρμογή του άρθρου 518§2 ΚΠολΔ όπως ισχύει από 1-1-2016 (βλ. 3ο άρθρο του αρθρ.1 ν.4335/2015) σύμφωνα με την πλειοψηφούσα γνώμη των μελών του δικαστηρίου ενώ κατά τη μειοψηφούσα γνώμη του προέδρου του δικαστηρίου δεν παρήλθε η καταχρηστική προθεσμία των τριών ετών από την έκδοση της απόφασης που ισχύει σύμφωνα με τη γενική αρχή διαχρονικού δικαίου που εισάγει το άρθρο 24§1 του ΕισΝΑΚ σε συνδ. με άρθρ. 518§2 ΚΠολΔ βλ. Μ. Μαργαρίτη: Ερμηνεία ΚΠολΔ ερμηνευτικό συμπλήρωμα μετά το ν.4335/2015, υπ’ άρθρ. 518, σελ. 53, Ν. Νίκα: Εγχειρίδιο Πολιτικής Δικονομίας, β’ εκδ. 2016, παρ.108, VΙ, 26, σελ. 733-734, Κ. Μακρίδου: Ειδικές Διαδικασίες στον ΚΠολΔ μετά το ν.4335/2015, εκδ. 2017, §.7, I, 63 σελ. 61), αρμοδίως δε φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια όπως παραπάνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), δεδομένου ότι για το παραδεκτό της κατατέθηκε από τους εκκαλούντες το νόμιμο παράβολο, κατ’ άρθρο 495 παρ.4 ΚΠλΔ, (βλ. τα με αριθμ. …………, …………, …………, …………, ………… και ………… παράβολα ΤΑΧΔΙΚ και Δημοσίου αντίστοιχα).

Παραδεκτή, επίσης, είναι και η από 15-12-2016 (με αριθμ. κατάθ. ………… /21-12-2016) ασκηθείσα με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στις 21-12-2016, αντέφεση (άρθρο 523 παρ. 2 ΚΠολΔ) κοινοποιήθηκε δε στους εναγομένους-αντεφεσίβλητους νόμιμα και παραδεκτά προ 30 ημερών από τη συζήτηση αυτή. Πρέπει, επομένως, η αντέφεση, να γίνει τυπικά δεκτή και, αφού συνεκδικασθεί με την έφεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 246 και 524 παρ.1 του ΚΠολΔ, να εξεταστεί περαιτέρω στην ουσία κατά την ίδια πιο πάνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.

Οι αρχικοί ενάγοντες, οι οποίοι διατηρούσαν όσο ζούσαν πρακτορείο ασφαλειών, με την με αριθμ κατ. …………/19-3-2009 αγωγή τους, που έστρεψαν κατά των τριών εναγομένων και ήδη εκκαλούντων και κατά του μη διαδίκου στην παρούσα δίκη …………, ισχυρίστηκαν ότι οι εναγόμενοι στις προτάσεις τους, που κατέθεσαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών στις 23-3-2004, προς απόκρουση της αγωγής της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία «…………» κατ’ αυτών (των εναγομένων), υποστήριξαν ψευδώς ότι αυτοί (οι ενάγοντες) πλαστογράφησαν το από 10-8-2000 έντυπο υποβολής αιτήματος τροποποίησης της ασφάλισης του με αριθμ κυκλ. …………  αυτοκινήτου, που ο πρώτος εναγόμενος είχε ασφαλίσει για το χρονικό διάστημα από 12-9-1999 μέχρι την 12-9-2000 στο πρακτορείο τους, με το οποίο δήθεν είχε ζητήσει την αναδρομική από 1-8-2000 αντικατάσταση της ασφαλιστικής κάλυψης του ανωτέρω αυτοκινήτου με το με αριθμό κυκλοφορίας ………… ΙΧ αυτοκίνητο, θέτοντας την υπογραφή του (πρώτου εναγομένου) εν αγνοία του. Εξέθεταν ακόμη ότι οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ψευδώς για τους ίδιους ότι συνήργησαν και σε απάτη στο δικαστήριο, συντάσσοντας την από 30-9-2003 επιστολή τους προς την ως άνω ασφαλιστική εταιρία, προκειμένου η τελευταία να την χρησιμοποιήσει εναντίον τους στο δικαστήριο και στην οποίαν βεβαίωναν ότι δήθεν ο πρώτος εναγόμενος στις 10-8-2000 ζήτησε την αναδρομική ασφάλιση του ως άνω αυτοκινήτου από την 1-8-2000, ενόψει της εμπλοκής του ως άνω αυτοκινήτου, που οδηγούσε ο ανεψιός του δεύτερος εναγόμενος, ιδιοκτησίας της τρίτης εναγόμενης, σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα στην ………… στις 9-8-2000, έτσι ώστε να μην καλυφθεί ασφαλιστικά το ατύχημα αυτό, δεδομένου ότι δεν ήταν ασφαλισμένο το προηγούμενο χρονικό διάστημα. Ότι τους ανωτέρω ψευδείς ισχυρισμούς τους επανέλαβαν και ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, ασκώντας έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης. Ότι παράλληλα ο πρώτος εναγόμενος υπέβαλε για τους ανωτέρω λόγους και την από 3-7-2006 μήνυση κατ’ αυτών, με αποτέλεσμα να ασκηθεί σε βάρος τους ποινική δίωξη για απάτη σε δικαστήριο και πλαστογραφία για τον πρώτο (ενάγοντα) και συνέργεια σε απάτη στο δικαστήριο για την δεύτερη (ενάγουσα). Ότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί ήταν συκοφαντικοί, και δυσφημιστικοί για το πρόσωπό τους, αφού περιείχαν εν γνώσει των εναγομένων ψευδή περιστατικά, τα οποία περιήλθαν σε γνώση τρίτων, έγιναν δε από τους εναγομένους με πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους και την εν γένει προσωπικότητά τους, τους ενέπλεξαν σε πλειάδα δικών, ενώ η δεύτερη εξ αυτών υπέστη και τις αναφερόμενες στην αγωγή επιπτώσεις στην υγεία της, με συνέπεια να υποστούν την προσδιοριζόμενη στην αγωγή ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούνται χρηματικής ικανοποίησης). Ζήτησαν δε, μετά από παραδεκτή μετατροπή του αιτήματός τους από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό : α) να υποχρεωθούν οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας, άλλως διαιρετά (κατά το ποσοστό ευθύνης εκάστου εξ αυτών) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν από την ανωτέρω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των εναγομένων: α) στον πρώτο εξ αυτών το ποσό των 30.000 ευρώ και β) στην δεύτερη εξ αυτών το ποσό των 30.000 ευρώ, επιφυλασσόμενοι έκαστος των εναγόντων να παραστεί ενώπιον των αρμοδίων ποινικών δικαστηρίων ως πολιτικώς ενάγων για το επιπλέον ποσό των 44 ευρώ καθ’ εκάστου των τριών πρώτων εναγομένων, β) να υποχρεωθεί ο τέταρτος εναγόμενος να καταβάλει στον πρώτο εξ αυτών για τους ίδιους λόγους το ποσό των 5.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την τέλεση της αδικοπραξίας, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής, γ) να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή, δ) να απαγγελθεί σε βάρος εκάστου εναγομένου προσωπική κράτηση ενός έτους και χρηματική ποινή 5.900 ευρώ ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της παρούσας απόφασης και να καταδικαστούν στα δικαστικά τους έξοδα. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε νόμιμη την αγωγή, εκτός από το αίτημα τοκοδοσίας από την τέλεση της αδικοπραξίας, λόγω μη επίκλησης εκ μέρους των εναγόντων προγενέστερης της επίδοσης της αγωγής όχλησης, απέρριψε την αγωγή ως προς τον τέταρτο εναγόμενο ως ουσιαστικά αβάσιμη και περαιτέρω την δέχθηκε μερικά ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς τους τρεις πρώτους εναγομένους και υποχρέωσε: α) τον πρώτο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη το ποσό των 7.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 4.000 ευρώ, β) τον δεύτερο εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη το ποσό των 2.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ και γ) την τρίτη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, που υπέστη το ποσό των 2.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν τις κρινόμενες έφεση και αντέφεση και παραπονούνται για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη με σκοπό οι μεν ενάγοντες να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της, οι δε εναγόμενοι να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν.

Σύμφωνα με το άρθρο 57 ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να ζητήσει την άρση της προσβολής και τη μη επανάληψή της στο μέλλον. Αξίωση αποζημίωσης, κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις (άρθρα 914 επ. ΑΚ), δεν αποκλείεται, ύστερα από αίτηση του προσβληθέντος, όπως και της ικανοποίησης της ηθικής βλάβης, δοθέντος ότι ο σεβασμός της αξίας του ανθρώπου, περιεχόμενο του οποίου αποτελεί και η προστασία της προσωπικότητάς του, προστατεύεται και από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 και 2 αυτού). Προσβολή προσωπικότητας συνιστούν πράξεις, που περιέχουν ονειδισμό ή αμφισβήτηση της προσωπικής και επαγγελματικής προσωπικότητάς του, ακόμα και αν αυτές τον καθιστούν απλά ύποπτο, ότι μετέρχεται ανέντιμες μεθόδους κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ή άλλων εκφάνσεων της ζωής του. Εξάλλου, από τις προαναφερόμενες νομικές διατάξεις, προκύπτει, ότι η προσβολή είναι παράνομη, όταν γίνεται χωρίς δικαίωμα ή σε ενάσκηση μικρότερης σπουδαιότητας δικαιώματος ή κάτω από περιστάσεις που καθιστούν καταχρηστική την άσκησή του. Ο νόμος καθιερώνει αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον, ενώ για την αξίωση χρηματικής, λόγω ηθικής βλάβης, ικανοποίησης, απαιτεί και το στοιχείο της υπαιτιότητας (Ολ.ΑΠ 812/1980, ΑΠ 1599/2000, ΑΠ 1735/2009). Η προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να προέλθει και από ποινικά κολάσιμη πράξη, όπως εξύβριση, απλή δυσφήμηση ή συκοφαντική δυσφήμηση που προβλέπονται και τιμωρούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361, 362 και 363 του Π.Κ. Ειδικότερα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 362 και 363 Π.Κ., όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ενώπιον τρίτου ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλο γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, διαπράττει το έγκλημα της δυσφήμησης και αν το γεγονός αυτό είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι τούτο είναι ψευδές τότε διαπράττει το έγκλημα της συκοφαντικής δυσφήμησης. Έτσι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης αμφοτέρων των άνω εγκλημάτων απαιτείται ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο και μέσο ενώπιον τρίτου, για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του. Εξάλλου, από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 362 και 363 ΠΚ προκύπτει, ότι για την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση γεγονότος ενώπιον τρίτου σε βάρος ορισμένου προσώπου, β) το γεγονός να είναι δυνατόν να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου αυτού προσώπου, και γ) να είναι ψευδές και ο υπαίτιος να γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές. Ως ισχυρισμός θεωρείται η ανακοίνωση προερχόμενη ή εξ ιδίας πεποίθησης ή γνώμης ή εκ μετάδοσης από τρίτο πρόσωπο. Αντίθετα διάδοση υφίσταται, όταν λαμβάνει χώρα μετάδοση της από άλλον γενομένης ανακοίνωσης. Ο ισχυρισμός ή η διάδοση επιβάλλεται να γίνεται ενώπιον τρίτου. Αυτό το οποίο αξιολογείται είναι το γεγονός, δηλαδή οποιοδήποτε συμβάν του εξωτερικού κόσμου, αναγόμενο στο παρόν ή παρελθόν, υποπίπτον στις αισθήσεις και δυνάμενο να αποδειχθεί, αντίκειται δε προς την ηθική και ευπρέπεια. Αντικείμενο προσβολής είναι η τιμή και η υπόληψη του φυσικού προσώπου. Ο νόμος θεωρεί ως προστατευόμενο αγαθό την τιμή ή την υπόληψη του προσώπου, το οποίο είναι μέλος μιας οργανωμένης κοινωνίας και κινείται στα πλαίσια της συναλλακτικής ευθύτητας. Η τιμή του προσώπου θεμελιώνεται επί της ηθικής αξίας, η οποία πηγή έχει την ατομικότητα και εκδηλώνεται με πράξεις ή παραλείψεις. Δεν αποκλείεται στην έννοια του γεγονότος να υπαχθούν η έκφραση γνώμης ή αξιολογικής κρίσης ακόμη δε και χαρακτηρισμός οσάκις αμέσως ή εμμέσως υποκρύπτονται συμβάντα και αντικειμενικά εκδηλωτικά στοιχεία, τα οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας, δηλαδή μόνον όταν συνδέονται και σχετίζονται με το γεγονός κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ουσιαστικώς να προσδιορίζουν την ποσοτική και ποιοτική του βαρύτητα, άλλως μπορεί να αποτελούν εξύβριση κατά την ΠΚ 361 (ΑΠ 109/2012 ΝοΒ 60. 1481).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης ………… (της οποίας η κατάθεση θα εκτιμηθεί και θα σταθμιστεί αναλόγως διότι υπεισήλθε στη θέση των εναγόντων) και ανταπόδειξης ………… ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και εκτιμώνται καθεαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους, ανάλογα με τον βαθμό γνώσης και αξιοπιστίας του καθενός, από την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες από 14-11-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης του ειδικού γραφολόγου …………, από την προσκομιζόμενη από τους εκκαλούντες με αριθμ. ………… /2013 ένορκη βεβαίωση του ………… ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ουρανίας Φρέντζου, που λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των εναγόντων, κατάρθρο 270 παρ. 2 εδ γ’ του ΚΠολΔ,(βλ.την με αριθμ. …………/25-4-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ουρανίας Δημητρακοπούλου), η οποία λαμβάνεται υπόψη στην παρούσα δίκη ως νέο αποδεικτικό μέσο (άρθρο 529 ΚΠολΔ), ενώ ορθά δεν λήφθηκε υπόψη πρωτοδίκως διότι δεν είχε προσκομιστεί η ως άνω έκθεση επίδοσης, παρά το γεγονός ότι βεβαιωνόταν από την συμβολαιογράφο η ύπαρξή της (ΑΠ 853/2006 δημ στη ΝΟΜΟΣ), απορριπτομένου ως αλυσιτελούς του σχετικού τρίτου λόγου της έφεσης, καθόσον η μη λήψη υπόψη της ένορκης αυτής βεβαίωσης δεν άγει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης, από τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Οι αρχικοί ενάγοντες, που διατηρούσαν πρακτορείο ασφαλίσεων ασφάλισαν για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη το με αριθμό κυκλοφορίας ………… I X. αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, μάρκας …………, στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…………», ασφάλιση, που μετά από διαδοχικές ανανεώσεις είχε καλυφθεί με το αριθμ. ………… συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 12-9-1999 μέχρι 12-9-2000. Λίγες ημέρες πριν λήξη το συμβόλαιο αυτό, στις 10-8-2000 ο πρώτος εναγόμενος επικοινώνησε με τον πρώτο ενάγοντα, ασφαλιστικό του πράκτορα και ζήτησε από αυτόν προφορικά να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες, προκειμένου να ισχύσει η ανωτέρω ασφάλιση (για το εναπομείναν χρονικό διάστημα μέχρι 12-9-2000) όχι για το ανωτέρω αυτοκίνητό του, αλλά για άλλο, με αριθμό κυκλοφορίας ………… IX αυτοκίνητο, τύπου …………, αναφέροντας στον ενάγοντα ότι το είχε αγοράσει πρόσφατα και ότι προτίθετο να πωλήσει το ήδη ως άνω ασφαλισμένο αυτοκίνητό του. Παράλληλα, ζήτησε από τον πρώτο ενάγοντα να ισχύσει η νέα ασφαλιστική κάλυψη αναδρομικά, ήτοι από 1-8-2000, διαβεβαιώνοντάς τον ότι δεν συνέτρεξε κατά το χρονικό αυτό διάστημα (από 1-8-2000 μέχρι 10-8-2000) οποιοδήποτε περιστατικό, που μπορεί να επηρεάσει την αναδοχή του κινδύνου εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρίας. Ο ενάγων, λόγω της μακροχρόνιας συνεργασίας του με τον πρώτο εναγόμενο και ενόψει της εμπιστοσύνης που είχε προς αυτόν, αποδέχθηκε μετά της ενάγουσας την ανωτέρω πρόταση αυτού και ζήτησε από τον πρώτο εναγόμενο να του προσκομίσει αντίγραφο της άδειας κυκλοφορίας του νέου αυτοκινήτου και το ειδικό σήμα ασφάλισης του έως τότε παλαιού ασφαλισμένου αυτοκινήτου του. Ταυτόχρονα, ο ενάγων συνέταξε στο όνομα και για λογαριασμό του ιδίου και του πρώτου εναγομένου την από 10-8-2000 αίτηση προς την προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρία, στην οποία, αφού συμπλήρωσε τα απαραίτητα προς τούτο στοιχεία για την αναδρομική ασφαλιστική κάλυψη του νέου ως άνω αυτοκινήτου, έθεσε στο τέλος αυτής κάτω από τη λέξη «πράκτορας» την δική του υπογραφή και κάτω από τη λέξη «ο ασφαλιζόμενος» ανέγραψε η δεύτερη ενάγουσα το ονοματεπώνυμο του πρώτου εναγομένου. Στη συνέχεια, αν και ο πρώτος εναγόμενος δεν προσκόμισε στο πρακτορείο ασφαλίσεων των εναγόντων τα ανωτέρω δύο έγγραφα, που του ζητήθηκαν, εκδόθηκε το ειδικό σήμα ασφάλισης του με αριθμό κυκλοφορίας ………… ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ασφαλίστηκε στην ως άνω ασφαλιστική εταιρία με ασφαλιστική κάλυψη από 1-8-2000 έως 12-9-2000. Ωστόσο, κατά το χρόνο υποβολής της ανωτέρω από 10-8-2000 αίτησης, ο πρώτος εναγόμενος απέκρυψε από τους ενάγοντες ότι: α) δεν ήταν κύριος του ανωτέρω με αριθμό κυκλοφορίας ………… ΙΧΕ αυτοκινήτου, αλλά κάτοχος αυτού, αφού ιδιοκτήτρια αυτού ήταν η σύζυγος του αδελφού του, τρίτη εναγόμενη, β) το εν λόγω όχημα ουδέποτε είχε ασφαλιστεί επί 20 έτη και γ) ότι την προηγούμενη ημέρα (9-8-2000) είχε εμπλακεί σε σοβαρό τροχαίο ατύχημα. Συγκεκριμένα, στις 9-8-2000 ο δεύτερος εναγόμενος, γιος της τρίτης εναγομένης και ανιψιός του πρώτου εναγομένου, προστηθείς από αυτόν στην οδήγηση του ανωτέρω αυτοκινήτου, προκάλεσε στην ………… από αποκλειστική του υπαιτιότητα αυτοκινητικό ατύχημα με συνέπεια τον τραυματισμό του …………. Εντούτοις, το εν λόγω ατύχημα δεν δηλώθηκε από οποιονδήποτε εκ των τριών πρώτων εναγόμενων στην ασφαλιστική εταιρία εντός της οριζόμενης από το Ν. 489/1976 και Κ4/585/1978 Α.Υ.Ε. προθεσμίας των οκτώ ημερών, αλλά μετά από τρεις μήνες. Ο δεύτερος εναγόμενος δήλωσε στα αρμόδια αστυνομικά όργανα που επελήφθησαν του ατυχήματος ότι το όχημα ήταν ανασφάλιστο, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους. Η δήλωση αυτή όμως έρχεται σε αντίθεση με την διαβεβαίωση, που είχε δώσει στον ενάγοντα ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος γνώριζε την εμπλοκή του αυτοκινήτου στο ως άνω τροχαίο, λόγω της συγγένειας του με τον δεύτερο εναγόμενο. Προκειμένου δε να αποφύγει την αποζημίωση, που θα ζητούσε ο ως άνω παθών, ο πρώτος εναγόμενος ζήτησε, την επομένη ημέρα του ατυχήματος, στις 10-8-2000, με την ως άνω αίτησή του προς τον πρώτο ενάγοντα όχι μόνο την ασφαλιστική του κάλυψη αλλά την αναδρομική ισχύ της από 1-8-2000, έτσι ώστε να συμπεριληφθεί σ’ αυτήν το τροχαίο ατύχημα και να καταβάλει η ως άνω ασφαλιστική εταιρία την αποζημίωση, που θα επιδικαζόταν στον παθόντα. Η ασφαλιστική εταιρία εξαιτίας της δόλιας ως άνω απόκρυψης των ανωτέρω πραγματικών περιστατικών από τους εναγομένους, ενέκρινε την ανωτέρω από 10-8-2000 αίτηση, την οποίαν συνέταξε ο πρώτος ενάγων και υπέγραψε κατ’ εντολή και για λογαριασμό του πρώτου εναγομένου, η δεύτερη ενάγουσα και ευρισκόμενη σε πλάνη σχετικά με την πραγματική κατάσταση, αποδέχθηκε την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης αναδρομικά (από 1-8-2000) ασφαλίζοντας την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του με αριθμ. κυκλοφορίας ………… ΙΧΕ αυτοκινήτου στη θέση του προηγούμενου ως άνω αυτοκινήτου μέχρι τις 12-9-2000, ανανεώνοντας τη σύμβαση μέχρι τις 12-9-2001. Στη συνέχεια ο ανωτέρω παθών επέδωσε στην ασφαλιστική εταιρία αίτηση λήψης ασφαλιστικών μέτρων, οπότε και η τελευταία κάλεσε τον δεύτερο εναγόμενο να δηλώσει τις συνθήκες του ατυχήματος, ο οποίος και προέβη σε σχετική δήλωση στις 8-11-2000, δηλαδή μετά από τρεις μήνες. Περαιτέρω ο παθών άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών τακτική αγωγή αποζημίωσης κατά της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, η οποία έγινε εν μέρει δεκτή με την με αριθμ. 631/2011 απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου και την με αριθμ. 9888/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά τις δίκες αυτές η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία , η οποία παραστάθηκε, δεν γνώριζε ότι το ζημιογόνο όχημα κατά το χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν ασφαλισμένο και ότι την επόμενη ημέρα ζητήθηκε η αναδρομική ασφάλιση αυτού, ώστε να καλυφθεί το αποκρυφθέν από τον πρώτο εναγόμενο γεγονός της σύγκρουσης, στην οποία είχε εμπλακεί το όχημα αυτό και να επιτευχθεί η ασφαλιστική κάλυψη της αστικής ευθύνης από το ατύχημα. Η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία αντιλήφθηκε τις ανωτέρω πραγματικές περιστάσεις ασφαλιστικής κάλυψης του ζημιογόνου οχήματος μετά την έκδοση της ανωτέρω τελεσίδικης απόφασης, όταν επιχείρησε να καταχωρήσει τη ζημία με τον Η/Υ στο σχετικό φάκελο του αυτοκινήτου, οπότε αντιλήφθηκε ότι αυτό δεν ήταν ασφαλισμένο πριν την σύγκρουση. Το γεγονός της μη ασφαλιστικής κάλυψης του ζημιογόνου αυτοκινήτου ισχυρίστηκε για πρώτη φορά η ασφαλιστική εταιρία στη συζήτηση της δεύτερης αγωγής, που άσκησε ο παθών κατ’ αυτής, ισχυρισμός, που απορρίφθηκε πρωτοδίκως με την με αριθμ. 2833/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σε δεύτερο βαθμό με την με αριθμ. 68/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, λόγω του δεδικασμένου από την ως άνω με αριθμ 9888/2002 τελεσίδικη απόφαση επί της προγενέστερης αγωγής του παθόντος. Κατόπιν του ανωτέρω δικαστικού αγώνα, η ασφαλιστική εταιρία, έχοντας ήδη αποζημιώσει τον ανωτέρω παθόντα, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά των τριών πρώτων εναγομένων την από 29-7-2003 αγωγή της, με την οποία ζητούσε να της καταβάλουν αυτοί, λόγω της ανωτέρω παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς τους, το ποσό των 57.746,87 ευρώ ως αποζημίωση. Στις προτάσεις που κατέθεσαν από κοινού οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση της αγωγής αυτής (αρχικώς στις 23-3-2004 μετά της από 29-3-2004 προσθήκης αυτών και στις 22-9-2005) ισχυρίστηκαν ότι δεν υπήρξε αναδρομική ασφαλιστική κάλυψη του ζημιογόνου οχήματος, αλλά αυτό είχε ασφαλιστεί από 1-8-2000 κατόπιν σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε ο πρώτος εναγόμενος στον πρώτο ενάγοντα αυθημερόν (την 1η-8- 2000) και ότι η προαναφερόμενη από 10-8-2000 αίτηση δεν ανταποκρίνεται στη βούληση του πρώτου εναγομένου, αφού η φερόμενη ως υπογραφή στο κάτω δεξιό μέρος αυτής δεν είναι η υπογραφή του, αλλά έχει συμπληρωθεί το όνομα και το επώνυμό του από κάποιον άλλον υπάλληλο της ασφαλιστικής εταιρίας ή του ασφαλιστικού πρακτορείου των εναγόντων ή από τον ίδιο τον ενάγοντα, όπως δε χαρακτηριστικά αναφέρουν, τούτο είναι καταφανές από τη σύγκριση του γραφικού χαρακτήρα μεταξύ της φερόμενης υπογραφής του πρώτου εξ αυτών και του γραφικού χαρακτήρα του ενάγοντος. Με τον τρόπο αυτό κατονόμασαν ουσιαστικά ως πλαστό το ανωτέρω έγγραφο και πλαστογράφο κυρίως τον πρώτο των εναγόντων, ο οποίος ενήργησε, κατ’ αυτούς, αυτοβούλως και δίχως προηγούμενη συναίνεση του πρώτου εξ αυτών. Κατά της εκδοθείσας με αριθμ. 5226/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η ανωτέρω αγωγή, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν εις ολόκληρον ο καθένας στην ενάγουσα αυτής το ποσό των 35.910,56 ευρώ, οι εναγόμενοι της ανωτέρω αγωγής άσκησαν την από 31-1-2006 έφεσή τους. Στην εν λόγω έφεσή τους και στις από 19-9-2006 προτάσεις, που κατέθεσαν στο Εφετείο Αθηνών επανέλαβαν εκ νέου τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους και σχολιάζοντας την προσκομισθείσα από την αντίδικό τους από 30-9-2003 υπεύθυνη δήλωση των εναγόντων, με την οποία αυτοί δηλώνουν υπεύθυνα ότι ο πρώτος εναγόμενος επισκέφθηκε το γραφείο τους στις 10-8-2000 υποβάλλοντας τότε σε αυτούς για πρώτη φορά τα ανωτέρω εκτιθέμενα αιτήματα, ισχυρίστηκαν ότι οι ενάγοντες επιστρατεύθηκαν από αυτήν (την ασφαλιστική εταιρία), ώστε να συνταχθεί η εν λόγω υπεύθυνη δήλωση, με σκοπό να παραπείσουν όλοι μαζί το Δικαστήριο περί της δήθεν ελαττωματικότητας της ασφαλιστικής σύμβασης. Ταυτόχρονα, επικαλούνται και αναφέρονται με τις εν λόγω προτάσεις τους στο περιεχόμενο της από 3-7-2006 μήνυσης του πρώτου εναγομένου κατά των εναγόντων ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών. Στη μήνυση αυτή ο πρώτος εναγόμενος ανέφερε ότι: α) η υπογραφή του στην από 10-8-2000 αίτηση έχει πλαστογραφηθεί από τον ενάγοντα, …………, β) οι ενάγοντες συνέταξαν και έδωσαν στην ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία την προαναφερόμενη από 30-9-2003 υπεύθυνη δήλωση, στην οποίαν διαβεβαιώνουν ψευδώς ότι ζήτησε ο ίδιος (ο πρώτος εναγόμενος) στις 10-8-2000 την αναδρομική ασφάλιση του ως άνω ζημιογόνου αυτοκινήτου από την 1-8-2000, ενώ η αλήθεια ήταν ότι ζήτησε την ασφάλιση στις 1-8-2000, για να παραπλανήσουν το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και να αποκομίσει σε βάρος του παράνομο περιουσιακό όφελος, γεγονός το οποίο και πέτυχαν, με την έκδοση της ανωτέρω με αριθμ. 5226/2005 απόφασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποίαν επιδικάστηκε σε βάρος του και υπέρ της ασφαλιστικής το ποσό των 35.910,56 ευρώ. Με βάση την μήνυση αυτή ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του πρώτου ενάγοντα για πλαστογραφία και για συνέργεια στο αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου και κατά της δεύτερης για συνέργεια στο αδίκημα της απάτης επί δικαστηρίου και παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Δ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών : α) οι ενάγοντες για να δικαστούν για άμεση συνέργεια σε απάτη επί δικαστηρίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, β) ο ………… για πλαστογραφία και γ) ο …………, νόμιμος εκπρόσωπος της ανωτέρω ασφαλιστικής εταιρίας, για πλαστογραφία με χρήση και για απάτη επί δικαστηρίου από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Οι ενάγοντες προσέφυγαν κατά του κλητηρίου θεσπίσματος και αφού έγιναν δεκτές οι προσφυγές τους με την αριθμ. 1137/2008 εισαγγελική διάταξη εισήχθη η υπόθεση ενώπιον του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, το οποίο με το με αριθμ. 640/2009 αμετάκλητο βούλευμα απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία κατά όλων των ανωτέρω κατηγορουμένων, αποδεχόμενο ότι ο πρώτος εναγόμενος τελούσε σε γνώση της συμπλήρωσης της ανωτέρω αίτησης στις 10-8-2000, αφού έγινε κατόπιν προφορικής εντολής του και με την συναίνεσή του και δεν ασκεί έννομη επιρροή το γεγονός ότι το ονοματεπώνυμο του πρώτου εναγομένου γράφτηκε από άλλο χέρι, χωρίς όμως να τεθεί η υπογραφή του, όπως άλλωστε δέχεται και ο πραγματογνώμων ………… στην από 14-11-2007 έκθεση γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι το Εφετείο απέρριψε με την με αριθμ. 1525/2007 απόφαση κατ’ ουσίαν την ανωτέρω έφεση των τριών πρώτων εναγομένων, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς τους, ενώ σύμφωνα με την με αριθμ. 8602/2013 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών ο πρώτος εναγόμενος κρίθηκε ένοχος σχετικά με το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 3-7-2006 μήνυσής του για τις πράξεις της συκοφαντικής δυσφήμισης των εναγόντων κατά συρροή, της ψευδορκίας μάρτυρα και της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, καθώς όσα ισχυρίστηκε στην μήνυσή του, το περιεχόμενο της οποίας βεβαίωσε ενόρκως ήταν εν γνώσει του ψευδή. Ούτε αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες «επιστρατεύθηκαν» από την ανωτέρω ασφαλιστική εταιρία για την κατάρτιση της ως άνω υπεύθυνης δήλωσης, έχοντας δήθεν ως σκοπό να παραπλανήσουν το δικαστήριο, καθώς τα όσα οι ενάγοντες ανέφεραν σ’ αυτήν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα. Όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, κυρίως από τα προσκομισθέντα έγγραφα και δεν πλήττονται με ειδικό λόγο έφεσης. Περαιτέρω, ο δεύτερος και η τρίτη των εναγομένων και ήδη δεύτερος και τρίτη των εκκαλούντων με τον δεύτερο λόγο της έφεσης ισχυρίζονται ότι δεν συμμετείχαν στην αντιδικία του πρώτου εναγομένου με τους ενάγοντες, η οποία επιτάθηκε με την υποβολή της ως άνω μήνυσης, ότι δεν την γνώριζαν και ότι αγνοούσαν το γεγονός της καταμήνυσης των εναγόντων από αυτόν (τον πρώτο εναγόμενο) και συνεπώς δεν ευθύνονται για την ενδεχόμενη αδικοπραξία σε βάρος τους. Επί πλέον ισχυρίζονται ότι δεν είχαν πρόθεση να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων. Αναφορικά με την άγνοια των δεύτερου και τρίτης των εκκαλούντων, πρέπει να σημειωθούν τα εξής : πρωτίστως ναι μεν η από 3-7-2006 μήνυση κατά των εναγόντων υποβλήθηκε από τον πρώτο εναγόμενο …………, όμως στα πλαίσια της προανάκρισης για την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος των εναγόντων για τα προαναφερθέντα αδικήματα, κατέθεσε ενώπιον της Πταισματοδίκη Πειραιά η τρίτη εναγομένη, …………, στις 8-2-2008 (βλ. την από 8-2-2008 ένορκη εξέταση μάρτυρα της ιδίας). Σ’ αυτήν κατέθεσε ενόρκως τα παρακάτω : «Είμαι νύφη του …………. Δεν γνωρίζω τους ενάγοντες. Ήμουνα παρούσα στο γραφείο του …………, την 1-8-2000, όταν ο ………… τηλεφώνησε στον ………… (ενάγοντα). Βρήκε στο τηλέφωνο την σύζυγό του (ενάγουσα) και ζήτησε να κάνει αλλαγή ασφάλισης από ένα παλιό αυτοκίνητο, που είχε πουλήσει , ένα …………, σε άλλο, που είχε αγοράσει για την κόρη του…… Ήταν φίλοι ο ………… με τον ενάγοντα…….. σε μια εβδομάδα έγινε ένα ατύχημα στο αυτοκίνητο αυτό………. Η πωλήτρια του αυτοκινήτου ήμουνα εγώ και γι’ αυτό έτυχε και ήμουνα παρούσα στην τηλεφωνική επικοινωνία…… Μάλιστα, απ’ ότι γνωρίζω ο ………… (ενάγων) έθεσε πλαστή υπογραφή του ………… σε έγγραφα της ασφάλειας, για να μην ισχύει η ασφάλεια του αυτοκινήτου». Από την παραπάνω κατάθεση της δεύτερης εναγομένης προκύπτει με σαφήνεια όχι μόνο ότι γνώριζε την αντιδικία, αλλά ότι ισχυρίστηκε για τους ενάγοντες εν γνώσει της ψευδή περιστατικά, ικανά να βλάψουν την τιμή και την υπόληψή τους, αφού κατέθεσε ενόρκως ότι ο ενάγων πλαστογράφησε την υπογραφή του πρώτου εναγομένου και ότι ήταν παρούσα κατά την τηλεφωνική επικοινωνία του τελευταίου με τον ενάγοντα στις 1-8-2000, ενώ η επικοινωνία αυτή, αποδείχθηκε από τα παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία ότι έγινε στις 10-8-2000. Εξάλλου, από την προσκομιζόμενη άδεια κυκλοφορίας του ως άνω με αριθμ ………… IX ζημιογόνου αυτοκινήτου προκύπτει ότι η τρίτη εναγομένη, ιδιοκτήτρια αυτού το μεταβίβασε στον πρώτο εναγόμενο στις 8-9-2000, με συνέπεια να μην δικαιολογείται το αίτημα του πρώτου εναγομένου στον ενάγοντα να το ασφαλίσει στις 1-8-2000, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η τρίτη εναγομένη, ήτοι ένα και πλέον μήνα πριν την μεταβίβαση. Η γνώση δε της αντιδικίας του πρώτου εναγομένου και των ανωτέρω ισχυρισμών του αναφορικά με τους ενάγοντες, από τους λοιπούς εναγομένους, προκύπτει, πέραν των κοινών δικογράφων με τον πρώτο εναγόμενο σε όλες τις ανοιγείσες ως άνω πολιτικές δίκες και από το γεγονός ότι δεν ανήγγειλαν εμπρόθεσμα, όπως προαναφέρθηκε το ατύχημα στην ως άνω ασφαλιστική, ο δεύτερος ως οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου και η τρίτη- μητέρα του δεύτερου, ως ιδιοκτήτρια αυτού, όπως θα έπραττε κάθε συνετός ασφαλισμένος. Άλλωστε ο δεύτερος εναγόμενος κατέθεσε προανακριτικά ενώπιον των αστυνομικών υπαλλήλων ότι το αυτοκίνητο, κατά τον χρόνο του ατυχήματος δεν ήταν ασφαλισμένο, κατάθεση, που αναιρεί τον ισχυρισμό του ότι το είχε ασφαλίσει, δια του πρώτου εναγομένου, στις 1-8-2000, ήτοι πριν το ατύχημα. Συνεπώς ο ως άνω δεύτερος λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι οι επίδικοι ως άνω ψευδείς ισχυρισμοί για τους ενάγοντες περιήλθαν σε γνώση τρίτων προσώπων (δικαστικών λειτουργών, δικαστικών υπαλλήλων, δικαστικών επιμελητών, ανακριτικών υπαλλήλων και προσώπων που παρευρίσκονταν κατά την εκδίκαση των ανωτέρω υποθέσεων), έβλαψαν δε την τιμή και την υπόληψη των εναγόντων και προσέβαλαν εν γένει την προσωπικότητά τους. Από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων οι ενάγοντες υπέστησαν σημαντική ψυχική και σωματική ταλαιπωρία, δεδομένου ότι αναγκάστηκαν να συμμετέχουν σε αλλεπάλληλους πολυετείς δικαστικούς αγώνες, ώστε να υποστηρίξουν τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους και την αθωότητά τους, στενοχωρήθηκαν και ενώ ευρίσκονταν σε μεγάλη ηλικία με πολλές παθήσεις. Βέβαια, παρά το γεγονός ότι δεν αποδείχθηκε ότι εξαιτίας των παραπάνω ψευδών καταγγελιών προκλήθηκαν οι αναφερόμενες στο από 12-5-2008 τρισέλιδο ιατρικό σημείωμα της Νευρολογικής κλινικής του ………… Νοσοκομείου, παθήσεις της δεύτερης ενάγουσας (συστηματικός ερυθηματώδης λύκος, δευτερογενές Sjogren), διότι δεν προσδιορίζεται η αιτία των παθήσεων αυτών, δεν σημαίνει ότι εξαιτίας της επί πολλά έτη συνεχιζόμενης αντιδικίας μεταξύ των διαδίκων, με αποκλειστική υπαιτιότητα των εναγομένων, δεν επιδεινώθηκε ψυχολογικά τουλάχιστον η ήδη επιβαρημένη κατάσταση της υγείας της ενάγουσας αλλά και του ενάγοντος, οι οποίοι αντιμετώπιζαν τις δίκες, που ανοίχθηκαν μέχρι τον θάνατό τους το 2016, σε ηλικία 80 ετών ο ενάγων και 63 ετών η ενάγουσα.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω η εκκαλουμένη, που έκρινε τα ίδια ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι περί του αντιθέτου λόγοι έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από την ανωτέρω προσβλητική και συκοφαντική συμπεριφορά των εναγομένων προς το πρόσωπο των εναγόντων, οι τελευταίοι υπέστησαν ηθική βλάβη . Για την επιδίκασή της, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις συνθήκες, που τελέστηκε η αδικοπραξία, το βαθμό του πταίσματος του κάθε εναγομένου σε σχέση με την προσβολή σε κάθε ενάγοντα, το μέγεθος της προσβολής από τον κάθε εναγόμενο ξεχωριστά και την οικονομική και κοινωνική θέση των διαδίκων, (οι ενάγοντες ήταν συνταξιούχοι του ΙΚΑ και ΟΑΕΕ, ο δε πρώτος εναγόμενος είναι ηλικίας 80 ετών, συνταξιούχος του ΝΑΤ, με διεγνωσμένο Ca του προστάτη (βλ. το από 16-3-2015 ιατρικό σημείωμα του ογκολογικού κέντρου …………), ο δεύτερος ειδικευόμενος γιατρός στην ………… και η τρίτη είναι νοικοκυρά, κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί στους παραπάνω αρχικώς ενάγοντες και ήδη στους νόμιμους κληρονόμους του, που συνεχίζουν τη δίκη, ως χρηματική ικανοποίησή τους λόγω της ηθικής βλάβης, που υπέστησαν τα παρακάτω ποσά από κάθε εναγόμενο ως εξής : ο πρώτος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 7.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 4.000 ευρώ, β) ο δεύτερος εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ και γ) η τρίτη εναγόμενη στον ενάγοντα το ποσό των 2.000 ευρώ και στην ενάγουσα το ποσό των 1.000 ευρώ, όλα δε τα ανωτέρω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, όπως ορθά έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Με βάση τα παραπάνω πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος ο πρώτος και πέμπτος λόγος της έφεσης, με τους οποίους οι εκκαλούντες προσδίδουν σφάλμα στην εκκαλουμένη από την μη εξειδίκευση της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων μερών, καθώς και μη λήψη υπόψη της αρχής της αναλογικότητας, αφού από την επισκόπηση της εκκαλουμένης προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του την οικονομική και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, όπως αυτή εισφέρθηκε στο δικαστήριο για τον προσδιορισμό του ύψους της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που επιδίκασε. Παράλληλα και ο μοναδικός λόγος της αντέφεσης, με τον οποίον οι αντεκκαλούντες παραπονούνται για το ύψος της επιδικασθείσας ηθικής βλάβης στους δικαιοπαρόχους τους-αρχικώς ενάγοντες, ότι είναι χαμηλή, ζητώντας να τους επιδικαστούν τα αιτούμενα με την αγωγή τους ποσά, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά βάσιμος, καθώς το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι τα ποσά της ηθικής βλάβης, που επιδίκασε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ανταποκρίνονται στην ηθική βλάβη, που υπέστησαν οι ενάγοντες. Τέλος ο λόγος της αντέφεσης, ο οποίος βάλλει κατά της εκκαλουμένης διότι δεν επιδίκασε την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης σε βάρος των αντεφεσιβλήτων-εναγομένων, εις ολόκληρον αλλά διαιρετά, πρέπει να απορριφθεί, καθώς η ευθύνη του κάθε αδικοπρακτούντος εναγομένου είναι διαφορετική και εξαρτάται από τον βαθμό του πταίσματος του καθενός και την συγκεκριμένη αδικοπρακτική συμπεριφορά του κάθε εναγομένου, όπως αυτή εξειδικεύθηκε παραπάνω (βλ. Σ. Πατεράκη , χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έκδ. 1995,παρ.7,ΙΙ,2 σελ 356).

Επομένως, εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι της έφεσης ούτε της αντέφεσης, πρέπει η έφεση και η αντέφεση να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες και να καταδικασθούν οι εκκαλούντες και αντεκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων τους εκάστη του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 Κ.Πολ,Δ.), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της απόφασης. Τέλος, το κατατεθέν από τους εκκαλούντες για το παραδεκτό της έφεσης παράβολο πρέπει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο, σύμφωνα με την παράγραφο 4 του άρθρου 495ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου 12 του Ν. 4055/2012, αφού η έφεσή τους απορρίφθηκε.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και την αντέφεση.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση από τυπική άποψη.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την έφεση (με αριθ.καταθ. …………/16-3-2016) ως ουσιαστικά αβάσιμη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου της έφεσης, ποσού διακοσίων (200) ευρώ στο Δημόσιο Ταμείο.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αντέφεση από τυπική άποψη.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αντέφεση (με αριθ.καταθ. …………/21-12-2016) ως ουσιαστικά αβάσιμη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αντεκκαλούντες στα δικαστικά έξοδα των αντεφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 27 Απριλίου 2017 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2017 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies