Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Η μονομερώς επιβαλλόμενη εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί μέτρο με συλλογικό χαρακτήρα. Προϋποθέσεις επιβολής. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο “αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας”, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Δυνατότητες μισθωτού σε περίπτωση μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασής του εργασίας. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Εφόσον δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης, η καταγγελία είναι άκυρη. Εφόσον η εναγομένη παρά το νόμο επέβαλε στην ενάγουσα μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, επήλθε σε βάρος της ενάγουσας μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της. Ένσταση εξόφλησης. Στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Απορρίπτει ως αόριστη ένσταση εξόφλησης της εναγομένης, αφού υπεβλήθη επιγραμματικά και δεν περιλαμβάνει τα απαιτούμενα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά και συγκεκριμένα την αιτία, δηλαδή κάθε επιμέρους απαίτηση της ενάγουσας, η οποία φέρεται να εξοφλήθηκε, τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα, καθώς και τον ακριβή χρόνο της καταβολής.  Απορρίπτει έφεση της εναγομένης που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός 3207/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΤΜΗΜΑ 5°)

Αποτελούμενο από το Δικαστή Νικόλαο Μήλιο, Εφέτη, τον οποίο όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Χρυσούλα Κοπτερίδου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στην Αθήνα, την 4η Δεκεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής (οδός …… …), η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Προίσκο.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής (οδός …… …), η οποία στο Δικαστήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Βλαχόπουλο, βάσει δηλώσεως.

Η ενάγουσα και ήδη εφεσίβλητη, άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 28.11.2016 (με αριθμό κατάθεσης …./…./2016) αγωγή και ζήτησε να γίνει δεκτή. Το Δικαστήριο εκείνο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την υπ’ αριθ. 109/2018 οριστική απόφασή του δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Ήδη η εκκαλούσα, με την από 5.3.2018 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …./…./2018) έφεσή της, που κατέθεσε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, προσέβαλε την απόφαση αυτή και η οποία προσδιορίστηκε να συζητηθεί για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης ύστερα από μονομερή δήλωσή του, που έγινε σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του Ν. 1649/1986, δεν παραστάθηκε κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αλλά προκατέθεσε εμπρόθεσμα προτάσεις.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η υπό κρίση έφεση κατά της υπ’ αριθ. 109/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών την από 28.11.2016 (με αριθμό κατάθεσης …./…./2016) αγωγή της εφεσίβλητης εναντίον της εκκαλούσας έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 495 παρ. 1, 511, 513 παρ. 1β, 516, 518 παρ. 1, 2 Κ.Πολ.Δ.), αφού η εκκαλουμένη επιδόθηκε στην εκκαλούσα στη 1.2.2018 (βλ. σχετικά την υπ’ αριθ. …./1.2.2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη, που προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη) και η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε στις 5.3.2018 (η 30νθήμερη ως άνω προθεσμία από την επίδοση της εκκαλουμένης έληγε στις 3.3.2018, ημέρα Σάββατο και δη εξαιρετέα ημέρα και μη εργάσιμη ημέρα και συνεπώς η ανωτέρω προθεσμία έληγε στις 5.3.2018, ημέρα Δευτέρα και επόμενη εργάσιμη ημέρα, βλ. σχετικά άρθρο 144 παρ. 1, 3 του Κ.Πολ.Δ.) ενώ εξάλλου από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης (17.1.2018) μέχρι και την άσκηση της εφέσεως (5.3.2018) δεν έχει παρέλθει διετία. Είναι συνεπώς τυπικά δεκτή και πρέπει να εξεταστεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων της κατά την αυτή ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών κατά την οποία εκδόθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση.

ΙΙ. Με την από 28.11.2016 αγωγή, η ενάγουσα ιστορούσε ότι στις 17-11-1997 προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος με την ειδικότητα της πωλήτριας στο … Αττικής, με την αμοιβή, τις συνθήκες και τους όρους, που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι από τα τέλη του 2011 και ύστερα η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της. Ότι στις 18.9.2012 η εναγομένη της επέβαλε να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχολήσεως έως τις 31.12.2012. Ότι η εναγομένη της επέβαλε εκ νέου να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχολήσεως για χρονικό διάστημα 9 μηνών ήτοι μέχρι τις 25.11.2015. Ότι η ως άνω μονομερής επιβολή συστήματος εκ περιτροπής επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι παράνομη και καταχρηστική. Ότι τα ανωτέρω συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας. Ότι η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 23.6.2016 και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς με αντικείμενο την οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της που έλαβε χώρα δια της επανειλημμένης παράνομης, άλλως καταχρηστικής επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασία της στις 24.6.2016, με τετράμηνη προθεσμία προειδοποίησης. Ότι μετά τη λήξη της τετράμηνης ως άνω προθεσμίας η εναγομένη παρέλειψε να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εκδικητικά, αγομένη από μένος και εμπάθεια εναντίον της αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά της και έκτοτε και από την ημερομηνία της άκυρης απόλυσής της περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και της οφείλει μισθούς υπερημερίας. Ότι η εκτιθέμενη στο αγωγικό δικόγραφο συμπεριφορά της εναγομένης προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητά της και της προξένησε ηθική βλάβη αποτιμώμενη στο ποσό των 10.000 ευρώ. Ζήτησε λοιπόν, όπως περιορίστηκαν τα αιτήματα της αγωγής στην πρωτοβάθμια δίκη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 24.6.2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την πλευρά της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 39.793,72 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής και άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καθώς και το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και άπαντα τα άνω ποσά νομίμως εντόκως από τότε που η καθεμία αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της προηγούμενης από 9.9.2016 με γενικό αριθμό καταθέσεως …./2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2016 αγωγής εναντίον της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι από 13.9.2016 (από την οποία ως άνω αγωγή η ενάγουσα παραιτείται με την από 28.11.2016 αγωγή) άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επικουρικά, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας μετά της εναγομένης έχει λυθεί να υποχρεωθεί αυτή α) να της καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 8.645,70 ευρώ νομίμως εντόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας (24.6.2016), άλλως από την επίδοση της προηγούμενης από 9.9.2016 με γενικό αριθμό κατάθεσης …./2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …./2016 αγωγής της εναντίον της, ήτοι από 13.9.2016 άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) να της χορηγήσει κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητά της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της και να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησή της να συμμορφωθεί με την ως άνω υποχρέωσή της και να διαταχθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης για την είσπραξη των ανωτέρω αιτούμενων ποσών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δίκασε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Κατά της παραπάνω αποφάσεως παραπονείται με την ένδικη έφεσή της η εκκαλούσα-εναγομένη για λόγους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να απορριφθεί στο σύνολό της η ως άνω αγωγή.

ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ A 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ A 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ A 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ A 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α’ 212) ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: “Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας”. Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου “Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 468/2012 ΝΟΜΟΣ), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του “σύστημα εκ περιτροπής εργασίας”, μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α)περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 1252/2014 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο “αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας”, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (βλ. σχετικά ΑΠ 1252/2014, ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς, Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας. Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ Α 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ’ άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση, προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στην περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν.1767/1988 (σχετ. ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στο τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. Τούτο ενισχύεται και από τη ρύθμιση της παρ.4 περ. δ του πιο πάνω άρθρου που ορίζει ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων, εάν ελλείπουν οι κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή. Αντίθετη άλλωστε ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια και χωρίς προηγούμενο διάλογο επιβολή του επαχθούς εκ του αποτελέσματος μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας με μονομερή απόφαση του εργοδότη, δια της οποίας τροποποιούνται μονομερώς επί τα χείρω και κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής pacta sunt servanda οι όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και θα περιόριζε την καθιέρωση του εν λόγω διαλόγου σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων, ενόψει και της δομής της ελληνικής οικονομίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ’ όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 21 12/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 21 12/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 21 12/1920 (και επί εργατοτεχνιτών των άρθρων 3 και 5 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 12 παρ.2 του Ν.2112/1920), 174 και 180 του ΑΚ, η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού με ποινή την σχετική ακυρότητα αυτής υπέρ του μισθωτού, πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη τήρησης των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύεται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σύμβαση παραμένουν ακέραια. Έτσι ο εργαζόμενος, για όσο διάστημα ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, έχει αξίωση κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ να του καταβάλλονται οι συμφωνημένες ή νόμιμες αποδοχές (μισθοί υπερημερίας, βλ. σχετικά για τα παραπάνω ΑΠ 771/2017 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ).

IV. Από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και από το σύνολο των εγγράφων που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 17.11.1997 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της πωλήτριας και τοποθετήθηκε σε κατάστημα της εμπορίας ενδυμάτων επί της οδού ….. αρ. … στο ….. Αττικής, το οποίο το έτος 2011 μεταφέρθηκε σε κοντινή απόσταση επί της οδού ….. αρ. … και το φθινόπωρο του 2014 μεταφέρθηκε σε κοντινή απόσταση επί της οδού ….. αρ. …. Συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία της επί πενθήμερο εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο έναντι μηναίου μισθού ύψους 1.317,58 ευρώ από 1η Ιανουάριου 2012 έως 31 Αυγούστου 2013 και 1.235,10 ευρώ από 1η Σεπτέμβριο 2012 και εφεξής. Τα καθήκοντα της ενάγουσας συνίσταντο στην εν γένει εξυπηρέτηση των πελατών του καταστήματος, καθώς και στην προετοιμασία και την τακτοποίηση του χώρου. Στις 18.9.2012 η εναγομένη επέβαλε στην ενάγουσα να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχολήσεως έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 (επί δύο εργάσιμες ημέρες ανά εβδομάδα και επιπλέον κατά τα Σάββατα του μηνός Δεκεμβρίου και μία Κυριακή. Αμέσως μετά (από 1.1.2013) η εναγομένη επέβαλε στην ενάγουσα εκ νέου να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης (επί διημέρου ανά εβδομάδα) και έως τις 30.9.2013. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 25.2.2015 επιβλήθηκε στην ενάγουσα και πάλι να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης (επί δύο ημέρες ανά εβδομάδα), για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, ήτοι μέχρι τις 25.11.2015. Η ως άνω μονομερής επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης από πλευράς της εναγομένης είναι παράνομη για τους εξής λόγους : α) Η ενάγουσα κατά τις κρίσιμες χρονικές περιόδους ήταν η μοναδική εργαζομένη στο κατάστημα της εναγομένης συνεπώς δεν νοείται επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης σε έναν μόνον εργαζόμενο. Σημειωτέον ότι η μονομερώς επιβαλλόμενη εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί μέτρο με συλλογικό χαρακτήρα. Ο συλλογικός της χαρακτήρας ευρίσκεται έκφραση και στη διατύπωση της διάταξης, η οποία κάνει λόγο για σύστημα εκ περιτροπής εργασίας και επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι προϋπόθεση για την επιβολή του μέτρου αυτού είναι η διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και ελλείψει αυτών με το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης (άρθρο 38 παρ. 4 εδ. δ του ν. 1892/1990). β) Ουδέποτε έλαβε χώρα ανακοίνωση-πρόσκληση της ενάγουσας σε διαβούλευση. Γ) Δεν προηγήθηκε της επιβολής ουσιαστικής ενημέρωσης και διαβούλευσης. Δ) Δεν γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο στοιχείο της επιχείρησης της εναγομένης, ούτως ώστε η ενάγουσα να λάβει γνώση της οικονομικής κατάστασης της τελευταίας και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων της, καθώς και της διάρθρωσης και της πιθανής εξέλιξης της απασχόλησης σε αυτήν. Περαιτέρω, στις 11.3.2015 η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη την από 10.3.2015 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωση στην οποία της εξέθεσε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις της μέχρι το χρόνο εκείνο, διαμαρτυρήθηκε για την τρίτη κατά σειρά παράνομη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας και κάλεσε την εναγομένη αφενός να της καταβάλει τα οφειλόμενα, αφετέρου αν αποδέχεται τις υπηρεσίες πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, με τη ρητή μνεία ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προσέφευγε αρμοδίως για την προστασία των δικαιωμάτων της. Η εναγομένη ουδεμία απάντηση έδωσε στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας. Περαιτέρω, η ενάγουσα στις 23.6.2016 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς με αντικείμενο την οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της, που έλαβε χώρα δια της επανειλημμένης παράνομης επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Την ίδια ημέρα (23.6.2016) η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγόμενη ότι είχε προσφύγει στη Επιθεώρηση Εργασίας και την κάλεσε να ρυθμίσουν τις διαφορές τους. Η εναγομένη δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο και την επόμενη ημέρα (24.6.2016) επέδωσε στην ενάγουσα τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με τετράμηνη προειδοποίηση. Στις 24.10.2016, οπότε έληξε η τετράμηνη ως άνω προθεσμία αποζημίωσης η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Εφόσον όμως δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης, η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Επίσης, εφόσον κατά τα προαναφερθέντα η εναγομένη παρά το νόμο επέβαλε στην ενάγουσα μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, επήλθε σε βάρος της ενάγουσας μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της κατά την έννοια του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας. Περαιτέρω, τα ποσά τα οποία θα λάμβανε η ενάγουσα ανά μήνα υπό τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 10.2.2017 (ημεροχρονολογία συζήτησης της επίδικης υπόθεσης στον πρώτο βαθμό), και τα οποία της οφείλει η εναγομένη για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, κατ’ άρθρο 656 Α.Κ, είναι τα εξής : 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουάριου 2012 (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουάριου 2012 (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2012 (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2012 (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 54,66 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2012 [686,24 Ευρώ (μισός μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.317,58/2 χ 1,04166) – 631,58 Ευρώ που έλαβε]+ 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαίου 2012| (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2012 (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2012 (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 70,68 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνάς Αυγούστου 2012 (1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.246,90 Ευρώ που έλαβε) + 311,24 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας Σεπτεμβρίου 2012 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 923,86 Ευρώ που έλαβε) + 760,82 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2012 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 474,28 Ευρώ που έλαβε) + 642,25 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2012 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 592,85 Ευρώ που έλαβε) + 367,22 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2012 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 867,88 Ευρώ που έλαβε) + 300,10 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2012 [1.286,55 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.235,10 χ 1,04166) – 986,45 Ευρώ που έλαβε] + 734,88 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουάριου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 500,22 Ευρώ που έλαβε) + 793,98 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουάριου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 441,12 Ευρώ που έλαβε)+ 675,60 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 559,50 Ευρώ που έλαβε) + 620,02 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 615,08 Ευρώ που έλαβε) + 439,58 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2013 [643,28 Ευρώ (μισός μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.235,10/2 χ 1,04166) -203,70 Ευρώ που έλαβε] + 734,88 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 500,22 Ευρώ που έλαβε) + 790,46 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 444,64 Ευρώ που έλαβε) + 814,03 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 421,07 Ευρώ που έλαβε) + 280,74 Ευρώ για επίδομα αδείας 2013 [617,55 Ευρώ (μισός μηνιαίος μισθός 1.235,10/ 2) – 336,81 Ευρώ που έλαβε] + 782,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2013 (1.235,10 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός-453,10 Ευρώ που έλαβε) + 790,46 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2013 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 444,64 Ευρώ που έλαβε) + 619,72 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουάριου 2015 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 615,38 Ευρώ που έλαβε) + 760,82 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2015 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 474,28 Ευρώ που έλαβε) + 642,25 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2015 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός -592,85 Ευρώ που έλαβε) + 91,98 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2015 [643,28 Ευρώ (μισός μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.235,10/2 χ 1,04166) – 551,30 Ευρώ που έλαβε] + 701,54 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2015 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 533,56 Ευρώ που έλαβε) + 760,82 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2015 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 474,28 Ευρώ που έλαβε) + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2015+ 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνάς Νοεμβρίου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2015 + 706,92 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 [1.286,55 Ευρώ (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.235,10 χ 1,04166) – 579,63 Ευρώ που έλαβε] + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουάριου 2016 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουάριου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2016 + 962,91 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2016 (1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 272,19 Ευρώ που έλαβε) + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2016 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνάς Οκτωβρίου 2016 + 1.235,10 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2016 + 1.235,10 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2016 + 1.286,55 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2016 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας (1.235,10 χ 1,04166)] + 1.235,10 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουάριου 2017 + 494,10 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας από 1.2.2017 έως 10.2.2017. Περαιτέρω, περιστατικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης δεν αποδείχθηκαν. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 281 ΑΚ δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας αυτού, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (πρβλ. ΑΠ 1540/2006 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Επομένως πρέπει να απορριφθεί το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 10.000 ευρώ και συνακόλουθα και το αίτημα περί προσωπικής κράτησης σε βάρος της εναγομένης. Αναφορικά με την προταθείσα με δήλωση στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης ένσταση εξόφλησης αναφέρονται τα παρακάτω: Η εναγομένη με τις προτάσεις της αναφέρει τα εξής: «Η ενάγουσα ζητεί διαφορές αποδοχών για το έτος 2012, πλην όμως έχει πλήρως εξοφληθεί για αυτές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας……….. για τον λόγο δε αυτό προβλέπεται η σχετική ένσταση εξοφλήσεως. Επίσης, ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές για τα έτη 2015 και 2016, πλην όμως οι μόνες που οφείλονται είναι όσες αναφέρω και συνομολογώ στο από 13/10/2016 υπόμνημά μου προς την Επιθεώρηση Εργασίας για την χρονική περίοδο Ιουλίου 2015 έως Οκτωβρίου 2016, συνολικού ποσού 10.895 ευρώ…….., ενώ οι υπόλοιπες έχουν πλήρως εξοφληθεί, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας….. για τον λόγο δε αυτό προβάλλεται η σχετική ένσταση εξοφλήσεως». Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Η απουσία κρίσιμων περιστατικών που θεμελιώνουν το αμυντικό αίτημά της οδηγεί σε απόρριψη της ενστάσεως ως αόριστης-απαράδεκτης. Επομένως για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαιτήσεως, που έχει ως βάση περισσότερες της μίας καταβολές, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό (βλ. σχετικά ΑΠ 960/2011 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) και ειδικώς, για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στο μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, άλλως πρέπει να μνημονεύονται και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων. Για το λόγο αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 1.8 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984 επιβάλλεται στους εργοδότες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογή μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σε αυτές (βλ. σχετικά ΑΠ 1069/2014 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω ένσταση της εναγομένης είναι απαράδεκτη ως αόριστη, αφού υπεβλήθη επιγραμματικά και δεν περιλαμβάνει τα απαιτούμενα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά και συγκεκριμένα την αιτία, δηλαδή κάθε επιμέρους απαίτηση της ενάγουσας, η οποία φέρεται να εξοφλήθηκε, τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα, καθώς και τον ακριβή χρόνο της καταβολής. Σε κανένα σημείο των προτάσεών της εναγομένης δεν αναφέρονται συγκεκριμένα ποσά που δόθηκαν έναντι συγκεκριμένων αξιώσεων και ακριβής χρόνος της επικαλούμενης καταβολής. Επομένως η ως άνω ένσταση πρέπει να απορριφθεί. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 24.6.2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την πλευρά της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 39.793,72 ευρώ, το οποίο αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών, επιδόματα αδείας, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου αγωγικού κονδυλίου (Ολ.ΑΠ 39/2002 Α’ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ) ως ακολούθως, ήτοι για τις δεδουλευμένες αποδοχές και για τις αποδοχές υπερημερίας νομιμοτόκως από το τέλος εκάστου μήνα που ο κάθε αντίστοιχος μηνιαίος μισθός έπρεπε να καταβληθεί, για τα επιδόματα αδείας και δώρα Χριστουγέννων νομιμοτόκως από τις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους που αφορούν και για τα δώρα Πάσχα νομιμοτόκως από τις 30 Απριλίου εκάστου έτους που αφορούν μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, πρέπει η εναγομένη να χορηγήσει στην ενάγουσα κατ’ άρθρο 678 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της πρέπει να καταδικασθεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή ποσού είκοσι (20) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην ως άνω υποχρέωσή της. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε τα ίδια, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε. Πρέπει επομένως, να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της υπό κρίση έφεσης όπως πρέπει να απορριφθεί και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εκκαλούσας που ηττήθηκε στην παρούσα δίκη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά την έφεση και απορρίπτει αυτή κατ’ ουσία.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7/6/2019.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies