Περίληψη: Διάκριση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών. Έννοιες και κριτήρια. Τεκμήριο υπέρ σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες. Υποχρέωση του εργοδότη να υποβάλει τη συμφωνία μεταξύ αυτού και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου στην Επιθεώρηση Εργασίας. Συνέπειες παράλειψης. Υπερεργασία και υπερωρία. Προϋποθέσεις, αμοιβή. Προϋποθέσεις εγκυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Συνέπειες άκυρης καταγγελίας. Πιστοποιητικό εργασίας. Προϋποθέσεις χορήγησης. Αποδεικτικά μέσα. Περιοριστική η απαρίθμηση στον ΚΠολΔ. Ένορκες βεβαιώσεις. Προϋποθέσεις παραδεκτού. Κρίση ότι οι ένδικες έγγραφες συμβάσεις ανεξαρτήτων υπηρεσιών στην πραγματικότητα συνιστούν μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Πλασιέ – εξωτερικός πωλητής. Επιδίκαση αμοιβής υπερεργασίας, αμοιβής και αποζημίωσης κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, επιδομάτων εορτών και αδείας και μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης. Δέχεται την έφεση του εργαζόμενου. Του επιδικάζει το συνολικό ποσό των 21.438,24 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: ΕΕργΔ 80.1331 – Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός Απόφασης

3734/2021

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Αναστασία Πρίφτη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Ελισσάβετ Τσιτσκάου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 12-1-2021 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……..…. ……………, κατοίκου ……..…., οδός ……..…. αρ. …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βλαχόπουλο.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………….» και τον διακριτικό τίτλο «……….», η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Όλγα Καρακίτσου.

Ο ενάγων, και ήδη εκκαλών, με την από 23-7-2019 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……./……/2019, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 805/2020 οριστική του απόφαση, με την οποία απέρριψε την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 30-8-2020 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/………/2020.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Η πληρεξούσια δικηγόρος της εφεσίβλητης αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 30.8.2020, με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………./………./30.8.2020 στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ……./………./2020 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση κατά της με αριθμό 805/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατ’ αντιμολίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως κατά την ανωτέρω αναφερόμενη ημερομηνία, μέσα στην προβλεπόμενη κατ’ άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ προθεσμία των δύο (2) ετών από την δημοσίευση της εκκαλούμενης απόφασης, στις 22.5.2020 (όπως το άρθρο 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ ισχύει μετά την τροποποίησή του με το ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου δημοσίευσης της εκκαλούμενης απόφασης), δεδομένου ότι ούτε οι διάδικοι επικαλούνται αλλά ούτε και από τα στοιχεία της οικείας δικογραφίας προκύπτει επίδοση αυτής. Για το παραδεκτό της δε, δεν απαιτείται η κατάθεση παραβόλου (άρθρο 495 περ. Γ εδ. τελευταίο, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 – ΦΕΚ Α’ 87/23.7.2015, με έναρξη ισχύος από 1.1.2016 – άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015 – και όπως το α’ εδ. της περ. Γ αντικαταστάθηκε από το άρθρο 35 παρ. 2 του ν. 4446/2016, ΦΕΚ Α’ 240/22.12.2016 – έναρξη ισχύος ένας μήνας από τη δημοσίευση – άρθρο 45 του ν. 4446/2016), καθόσον η υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου σε εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης δεν ισχύει, μεταξύ άλλων, και για διαλαμβανόμενες στο ισχύον άρθρο 614 αριθ. 3 του ΚΠολΔ εργατικές διαφορές, για τις οποίες, πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου 4335/2015 επίσης δεν απαιτούνταν η κατάθεση παραβόλου, σύμφωνα με το άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του ΚΠολΔ – βλ. ΕφΛαρ 168/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ. Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, σύμφωνα με την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, ως άνω, απόφαση, από το παρόν Δικαστήριο, το οποίο είναι καθ’ ύλην αρμόδιο για την εκδίκασή της (άρθρο 19 του ΚΠολΔ, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του με την παρ. 2 του άρθρου 4 του ν. 3994/2011). Σημειώνεται δε ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι νέες διατάξεις του τρίτου βιβλίου του ΚΠολΔ (άρθρα 495 – 590 ΚΠολΔ), οι οποίες αφορούν και τα ένδικα μέσα, δεδομένου ότι, κατά την μεταβατική διάταξη του άρθρου 1 άρθρου ένατου παρ. 2 του ως άνω νόμου, οι διατάξεις αυτές τυγχάνουν εφαρμογής για τα ένδικα μέσα τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 και εφεξής, όπως συμβαίνει στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Με την από 23.7.2019 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ……../……../2019 αγωγή του ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι την 1.8.2013 προσλήφθηκε από την εναγόμενη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «………» και με τον διακριτικό τίτλο «………..», προκειμένου να προσφέρει στην τελευταία τις υπηρεσίες του, ως περιοδεύων πωλητής στην επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ορθοπαιδικών και αθλητιατρικών ειδών που αυτή εκμεταλλεύεται. Ότι στην πραγματικότητα επρόκειτο για την δεύτερη κατά σειρά σύμβαση εργασίας που αυτός συνήψε με την εναγόμενη καθώς στο παρελθόν, το έτος 2003, ο ίδιος (ενάγων) είχε απασχοληθεί στην επιχείρησή της επί μία τετραετία. Ότι μεταξύ των διαδίκων συμφωνήθηκε ότι ο ενάγων θα εργαζόταν επί πενθήμερο εβδομαδιαίως, με πλήρες ωράριο απασχόλησης και έναντι αποδοχών που θα διαμορφώνονταν με το μικτό σύστημα αμοιβής, δηλαδή με σταθερό ημερομίσθιο, 37,13 ευρώ (μικτά) και επί πλέον με επιμίσθιο (bonus) επί των των καθαρών πωλήσεων, που, αναλόγως της αξίας τους, ανερχόταν στα εξειδικευόμενα στο οικείο δικόγραφο ποσοστά. Ότι στην επιχείρηση της εναγόμενης εργάστηκε μέχρι τις 31.5.2019 οπότε η σύμβαση εργασίας του καταγγέλθηκε από πλευράς της τελευταίας, χωρίς, όμως, να του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση και χωρίς η πραγματοποιηθείσα καταγγελία να στηρίζεται σε βάσιμο λόγο, που να συνδέεται είτε με τη συμπεριφορά του, είτε με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης αυτής (εναγόμενης). Ότι ενώ, επιπλέον, η πραγματική φύση της σύμβασής του με την εναγόμενη ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, καθώς, όπως ο ενάγων υποστηρίζει, ο ίδιος απασχολήθηκε εξ αρχής με την προώθηση και την πώληση των προϊόντων της, καλύπτοντας πάγιες και διαρκείς ανάγκες της επιχείρησής της και τελώντας υπό καθεστώς νομικής εξάρτησης από την εναγόμενη, καθόσον η τελευταία του έδινε δεσμευτικές οδηγίες ως προς τον τόπο, τον τρόπο, και τον χρόνο παροχής των σχετικών υπηρεσιών του, έχοντας εντάξει αυτόν πλήρως στο μόνιμο προσωπικό της, σύμφωνα με όσα λεπτομερώς εκτίθενται σχετικά στο οικείο δικόγραφο, εντούτοις αυτή (εναγόμενη), προκειμένου να μειώσει το μισθολογικό κόστος της εργασίας του και να φαλκιδεύσει τα εργασιακά του δικαιώματα, με την απειλή καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, του επέβαλε να υπογράψει διαδοχικές, προδιατυπωμένες, συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν ως έργου/παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, ορισμένης, δήθεν, διάρκειας, κατά τα προσδιοριζόμενα στην αγωγή χρονικά διαστήματα. Ότι οι υπογραφείσες σχετικώς συμβάσεις μόνον κατ’ επίφαση χαρακτηρίζονταν ως τέτοιες (έργου/ανεξάρτητων υπηρεσιών) καθώς, εκτός των προαναφερόμενων, ο ίδιος εργαζόταν για λογαριασμό της εναγόμενης κάτω από τις προπαρατεθείσες συνθήκες ακόμη και κατά τα χρονικό διαστήματα που δεν καλύπτονταν απ’ αυτές. Ότι ο ενάγων εργάστηκε με το καθεστώς αυτό μέχρι την 3.9.2018 οπότε, κατόπιν επανειλημμένων διαμαρτυριών του, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και η εναγόμενη ανήγγειλε την πρόσληψή του στην επιχείρησή της για αόριστο χρόνο, συνεχίζοντας, όμως, να τον απασχολεί όπως και προηγουμένως, χωρίς, δηλαδή, καμία μεταβολή των συνθηκών και των όρων παροχής της εργασίας του καθώς και αμοιβής του. Ότι κατά το χρονικό διάστημα που λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων εργασιακή σχέση ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του και εκτός της έδρας της εναγόμενης, πραγματοποιώντας προς το σκοπό αυτό τις εξειδικευόμενες στην αγωγή μετακινήσεις, που απαιτούσαν χρόνο που υπερέβαινε το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας του και που, κατά τη μεταξύ αυτών (διαδίκων) συμφωνία, θα αποτελούσε χρόνο εργασίας. Ότι, επιπλέον, επ’ αφορμής των ανωτέρω μετακινήσεών του καθώς και των συνθηκών της, κατά την διάρκεια αυτών, απασχόλησής του, ο ίδιος (ενάγων) καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την 1.1.2014 μέχρι τις 31.5.2019 εργαζόταν καθ’ υπέρβαση του εβδομαδιαίου αλλά και ημερήσιου ωραρίου εργασίας του, σύμφωνα με όσα αναφέρονται σχετικώς στην αγωγή, πραγματοποιώντας, έτσι, υπερεργασία αλλά και κατ’ εξαίρεση υπερωρίες. Ότι, όμως, η εναγόμενη δεν του κατέβαλε τις αμοιβές που αυτός δικαιούνταν για το σύνολο της πρόσθετης ως άνω απασχόλησής του και ότι για την αιτία αυτή του οφείλονται τα επί μέρους εξειδικευόμενα αγωγικά κονδύλια και συνολικώς το ποσό των 17.278,14 ευρώ. Ότι, επιπροσθέτως, η εναγόμενη δεν του κατέβαλε τα ποσά που αυτός δικαιούνταν κατά το ίδιο ως άνω διάστημα για επιδόματα εορτών, συνολικού ύψους 7.237,66 ευρώ αλλά ούτε και τα ποσά που αντιστοιχούσαν στα καταβλητέα επιδόματα άδειας, συνολικού ύψους 2.098,97 ευρώ. Ότι, περαιτέρω, η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, με αποτέλεσμα η εναγόμενη εργοδότρια να έχει καταστεί υπερήμερη ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του, οφείλοντάς του ως αποδοχές (υπερημερίας) του χρονικού διαστήματος από την 1.6.2019 έως και τις 31.5.2022 τα επί μέρους εξειδικευόμενα κονδύλια και συνολικώς το ποσό των 40.360,27 ευρώ. Ότι, στην αντίθετη περίπτωση, εφόσον, δηλαδή, κριθεί ότι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης είναι έγκυρη, ο ενάγων ισχυρίζεται, επικουρικώς, ότι η εναγόμενη του οφείλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ύψους 3.378,83 ευρώ. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, έχοντας σαν κύρια βάση της αγωγής του την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, επιβοηθητικώς δε τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού τμήματος των αγωγικών αιτημάτων, ο ενάγων ζήτησε : κατά μεν την κύρια βάση της αγωγής του α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 31.5.2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει β 1) ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 1.6.2019 έως και τις 30.9.2019 το συνολικό ποσό των 3.861,52 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα καταβολής κάθε επί μέρους κονδυλίου, β 2) το συνολικό ποσό των 7.237,66 για επιδόματα εορτών, με το νόμιμο τόκο, για μεν τα επιδόματα εορτών Πάσχα από τις 30.4, για δε τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων από τις 31.12. του έτους στο οποίο καθένα από τα επί μέρους αιτούμενα κονδύλια αντιστοιχεί, β 3) το συνολικό ποσό των 2.098,97 ευρώ για επιδόματα άδειας με το νόμιμο τόκο από τις 31.12 του έτους στο οποίο κάθε επί μέρους κονδύλιο αντιστοιχεί και β 4) το συνολικό ποσό των 17.278,14 ευρώ ως αμοιβή για το σύνολο της παρασχεθείσας εκ μέρους του υπερεργασιακής και υπερωριακής απασχόλησης, με το νόμιμο τόκο από την δήλη ημέρα καταβολής κάθε επί μέρους κονδυλίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, κατά δε την επικουρική βάση αυτής (αγωγής), ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 3.378,83 ευρώ που αντιστοιχεί στη νόμιμη αποζημίωση απόλυσής του, με το νόμιμο τόκο από τις 31.5.2019, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και επιπλέον να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του χορηγήσει το προβλεπόμενο κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 του ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του καθώς και η εν γένει διαγωγή του, καταδικαζόμενης αυτής (εναγόμενης) σε χρηματική ποινή για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί στην αντίστοιχη διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή της, γ) να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και, τέλος, δ) να καταδικαστεί η εναγόμενη στην δικαστική του δαπάνη. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η προαναφερόμενη με αριθμό 805/2020 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη, πλην α) του παρεπόμενου αιτήματος επιδίκασης τόκων επί των αιτουμένων με αυτή αμοιβών και προσαυξήσεων για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντα, κατά το κύριο σκέλος του – από τότε, δηλαδή, που αυτές κατέστησαν απαιτητές και β) της επικουρικής βάσης της αγωγής που στηριζόταν στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που απέρριψε ως μη νόμιμα, στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή ως αβάσιμη από ουσιαστικής άποψης, στο σύνολό της. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο ενάγων – εκκαλών με την κρινόμενη έφεσή του, για τους αναφερόμενους στο οικείο δικόγραφο λόγους, που συνίστανται στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και στην πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, προκειμένου να γίνει δεκτή η από 23.7.2019 αγωγή του, επιπλέον δε να καταδικαστεί η εναγόμενη στην δικαστική του δαπάνη και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας.

Έχοντας το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα η αγωγή έχει όλα τα αναγκαία για την πληρότητά της στοιχεία δεδομένου ότι ο ενάγων αναφέρει σαφώς ότι, παρά τα όσα τυπικά αναγράφονταν στις καταρτισθείσες μεταξύ των διαδίκων διαδοχικές, ως άνω, συμβάσεις, η έννομη σχέση που τους συνέδεε είχε εξ αρχής και καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα που αυτή λειτούργησε τον χαρακτήρα σύμβασης εξαρτημένης αορίστου χρόνου, παραθέτοντας πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία αυτός τελούσε υπό καθεστώς νομικής εξάρτησης από την εναγόμενη, που, κατά τους ισχυρισμούς του, έλεγχε τον τόπο, τον χρόνο αλλά και τον τρόπο παροχής των προπεριγραφόμενων υπηρεσιών του, ενώ περαιτέρω εξειδικεύει το εβδομαδιαίο αλλά και ημερήσιο ωράριο εργασίας του, με ειδική αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης του όταν ο εν λόγω διάδικος εργαζόταν εντός αλλά και εκτός Αττικής καθώς και με αναφορά των αποδοχών με τις οποίες αυτός αμειβόταν. Εκτός δε των παραπάνω στοιχείων, για το ορισμένο της κρινόμενης αγωγής, δεν ήταν απαραίτητη η αναφορά άλλων, όπως αβασίμως η εναγόμενη υποστήριξε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει με τις προτάσεις που αυτή κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας δίκης, απορριπτομένου, ως εκ τούτου, του σχετικώς προβαλλόμενου ισχυρισμού της (περί αοριστίας της αγωγής).

Ως προς τη διάκριση μεταξύ σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, σύμβασης έργου και ανεξαρτήτων υπηρεσιών πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (αρθρ. 38 Εισ. ΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν’ ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές. Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεων του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη. Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερόμενη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με τη σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με τη σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης. Αντίθετα σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, στην οποία δεν εφαρμόζονται επίσης οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του. Και στη σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι’ αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του παρέχοντος υπηρεσίες προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια. Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει τη συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από τη συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλαδή η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλαδή η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ’ αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία του από το εργατικό δίκαιο. Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των εν γένει συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει, κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και τη φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε και με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για τη διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (Ολ.ΑΠ 28/2005 στη Νόμος). Ακόμη, δεν αποτελούν αποφασιστικά κριτήρια υπέρ του χαρακτηρισμού της απασχόλησης ως σύμβασης παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, η μη ασφάλιση του εργαζομένου στο ΙΚΑ και η μη χορήγηση σ’ αυτόν βεβαιώσεων μισθωτών υπηρεσιών, η ασφάλισή του στο ΤΕΒΕ και η έκδοση δελτίου παροχής υπηρεσιών, η παρακράτηση από τον εργοδότη φόρου ελεύθερων επαγγελματιών (βλ. ΕφΠειρ 123/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ, όπου και οι παραπομπές). Πολλοί από τους απασχολούμενους με σύμβαση εργασίας ή με σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή με σύμβαση έργου (εργαζόμενοι υπό ευρείαν έννοιαν) εκτελούν την συμφωνημένη εργασία όχι μέσα στους χώρους των εγκαταστάσεων του αντισυμαβλλομένου τους (ο οποίος είναι εργοδότης τους υπό ευρείαν έννοιαν), αλλά σε χώρους ή σε τόπους, των οποίων η κατοχή ή και η κυριότητα ανήκει είτε σ’ αυτούς τους εργαζομένους (πρόκειται για τους «εργαζομένους κατ’ οίκον» για τους οποίους βλ. X. Γκούτος, ΔΕΝ 1998 881 επ.), είτε σε τρίτους. Στην δεύτερη περίπτωση, οι εν λόγω εργαζόμενοι συμφωνούν με τον εργοδότη ότι η εργασία τους θα συνίσταται σε ορισμένες πράξεις, υλικές ή και νομικές, τις οποίες θα ενεργούν για λογαριασμό του εργοδότου, συναλλασσόμενοι με κάποια άλλα πρόσωπα που θα τα προσδιορίζει εκείνος ή που θα τα αναζητούν οι ίδιοι, και ότι κατά τον χρόνο εκτελέσεως της εργασίας, αυτοί είτε θα παραμένουν σε ορισμένο τόπο ανήκοντα σε κάποιον τρίτο (βλ. Γ. Ψηλός, ΔΕΝ 1999 193 επ., I. Κουκιάδης, Τριμερείς σχέσεις εκ παροχής εργασίας 1974 74, 282), είτε θα μετακινούνται μέσα σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή για να συναντούν μερικά εκάστοτε από τα προαναφερθέντα πρόσωπα. Στην τελευταία περίπτωση, μπορούμε να ομιλούμε για «περιοδεύοντες εργαζομένους ή απασχολουμένους» και, εφ’ όσον αυτοί είναι μισθωτοί, για «περιοδεύοντες μισθωτούς». Τέτοιοι εργαζόμενοι είναι εκείνοι που περιοδεύουν σε ορισμένη περιοχή για να πωλήσουν εμπορεύματα του εργοδότη, ενεργώντας νομικές ή και υλικές πράξεις για λογαριασμό του, οπότε, εφ’ όσον ενεργούν και επ’ ονόματι του εργοδότου, είναι εμπορικοί πράκτορες ή περιοδεύοντες παραγωγοί (πλασιέ), ενώ αν ενεργούν επ’ ονόματι τους είναι παραγγελιοδόχοι, οι οποίοι σπανίως έχουν την ιδιότητα του μισθωτού (βλ. I. Καποδίστριας, Ερμ. ΑΚ άρθρα 648 – 680, 80 – 90). (…) Λόγω της διευρύνσεως της χρήσεως από τις επιχειρήσεις, αλλού και στην Ελλάδα, των νέων τεχνολογιών, ιδίως της πληροφορικής, και λόγω των μεταβολών που αυτή προκαλεί στις συνθήκες απασχολήσεως, αυξάνει συν τω χρόνω και στην χώρα μας ο αριθμός των «τηλεργαζομένων», στους οποίους υπάγονται βέβαια και οι παραδοσιακοί περιοδεύοντες εργαζόμενοι (βλ. I. Κουκιάδης, ΔΕΕ 1996 12 επ., I. Ληξουριώτης, ΔΕΕ 1998 257 επ.). Ωστόσο, εξακολουθεί να υπάρχει το πρόβλημα πότε οι τηλεργαζόμενοι είναι μισθωτοί και πότε δεν είναι, διότι η νομοθεσία μας δεν προσδιόρισε ευθέως τα ειδικά κριτήρια αυτής της διακρίσεως. (…) Οι θεωρητικές και οι πρακτικές δυσκολίες, οι οποίες υφίστανται αναφορικά με τα κριτήρια της διακρίσεως της συμβάσεως εργασίας από την σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών και από την σύμβαση έργου, αυξάνουν και εντείνονται όταν ο «εργαζόμενος» απασχολείται έξω από τους χώρους των εγκαταστάσεων του «εργοδότου». Διότι τότε, ενώ δεν αποκλείεται να πρόκειται για σύμβαση εργασίας, τα κριτήρια της υπάρξεώς της καθίστανται πιο ασαφή, επειδή ο «εργοδότης» και τα όργανά του, λόγω της τοπικής αποστάσεως μεταξύ αυτών και του «εργαζομένου», έχουν περιορισμένες τεχνικές δυνατότητες να παρέχουν οδηγίες σ’ εκείνον βάσει του διευθυντικού δικαιώματος και να ελέγχουν την τήρηση των υποχρεώσεών του, ιδίως αναφορικά με τον εργάσιμο χρόνο και με τον τρόπο εργασίας και κυρίως με την εκτέλεση της εργασίας επιμελώς (πρβλ. Κουκιάδης, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 1995 272, 254, 203, Γκούτος, Εργατικό δίκαιο 1999 48). (…) Στην επιστήμη και στη νομολογία, για να κριθή αν ο περιοδεύων εργαζόμενος είναι ή όχι μισθωτός, τα κριτήρια της θεωρίας της προσωπικής εξαρτήσεως εφαρμόζονται με περισσότερη ελαστικότητα και σε συνδυασμό με τα κριτήρια της θεωρίας της οικονομικής εξαρτήσεως, επειδή, όπως προαναφέρθηκε, η τοπική απομάκρυνσή του δικαιολογεί την ανάληψη περισσοτέρων πρωτοβουλιών από αυτόν και δυσχεραίνει την χρήση των κριτηρίων της προσωπικής εξαρτήσεως (βλ. υπό X. Γκούτου, Περιοδεύοντες Εργαζόμενοι, ΔΕΝ 55 (1999) σελ. 769, 770, 771, όπου και οι αμέσως προηγούμενες παραπομπές). Έτσι, ο παραγωγός πωλήσεων, που παρέχει την εργασία του με μισθό, ο οποίος συνίσταται είτε σε πάγιο, κατά μήνα, μισθό, είτε σε ορισμένο ποσοστό επί των πωλήσεων ή και σε συνδυασμό αμφοτέρων, συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, όταν παρέχει την εργασία του σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, κάτω από τις οδηγίες και εντολές του εργοδότη. Ο τρόπος δε υπολογισμού της αμοιβής του δεν ασκεί επίδραση στο χαρακτήρα της σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας, ούτε αλλάζει από το γεγονός ότι ο μισθωτός, λόγω της φύσης της εργασίας του, ως περιοδεύων πωλητής, αναπτύσσει πρωτοβουλία, ως προς τον τρόπο εκτέλεσής της (βλ. ΑΠ 1116/2013 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, εκτός δε αυτής βλ. ΑΠ 58/2010, ΑΠ 940/2011, ΑΠ 1093/2001, ΕφΑθ 3103/2006, ΕφΠατρ 841/2007 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Από την σύνθεση των σχετικών απόψεων που έχουν υποστηριχθεί αποσπασματικά στην επιστήμη και στην νομολογία, προκύπτει ότι, για να χαρακτηρισθεί ως μισθωτός ο περιοδεύων εργαζόμενος, πρέπει να συντρέχουν είτε όλα τα ακόλουθα περιστατικά, είτε πολλά από αυτά και όχι πολλά από τα αντίθετά τους : α) Συναλλάσσεται με τους τρίτους όχι επ’ ονόματί του, αλλ’ επ’ ονόματι του «εργοδότου», β) Δεν διαθέτει οργανωμένη επιχείρηση και βοηθητικό προσωπικό και δεν βαρύνεται ο ίδιος (αλλά ο εργοδότης) με τις δαπάνες μετακινήσεως και διαμονής του και με τις ζημίες που προξενούνται εξ αφορμής της εργασίας, γ) Δεν δικαιούται ή δεν δύναται να ενεργεί όμοιες πράξεις για δικό του λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, δ) Αμείβεται με πάγιο μισθό και όχι με ποσοστά, ε) Δεν δικαιούται ή δεν δύναται να αναζητεί και άλλα πρόσωπα, εκτός από τα προκαθορισμένα, για να συναλλάσσεται και με αυτά, ώστε να αυξάνει η αμοιβή του, όταν αυτή υπολογίζεται σε ποσοστά επί του τιμήματος ή επί των εισπράξεων, στ) Δεν συνάπτει χωριστή σύμβαση για κάθε περιοδεία, αλλά εξυπηρετεί διαρκείς ανάγκες του «εργοδότου» και υποχρεούται να διεκπεραιώσει τουλάχιστον ορισμένες εργασίες κάθε εργάσιμη ημέρα, ζ) Δεν καθορίζει μόνος του τα δρομολόγιά του, τις ημέρες και τις ώρες της περιοδείας και της εργασίας του, καθώς και τον τόπο της εργασίας του (ιδίως ποια έγγραφα θα συντάσσει, πότε και πώς οι τρίτοι θα καταβάλλουν το ποσό που οφείλουν), αλλά δεσμεύεται από τους σχετικούς όρους της συμβάσεως ή και από τις οδηγίες του «εργοδότου», στις οποίες περιλαμβάνεται και η υπόδειξη των προσώπων που θα επισκέπτεται ο εργαζόμενος, η) Υπόκειται σε εργοδοτικό έλεγχο, ως προς μεν την τήρηση των δρομολογίων και του χρόνου εργασίας, δια τηλεφωνικών επικοινωνιών ή από επιθεωρητή ή από τον οδηγό του αυτοκινήτου ή από άλλα πρόσωπα, ως προς δε τις άλλες υποχρεώσεις του, βάσει των εγγράφων που τηρεί και των χρημάτων που διαχειρίζεται και εφ’ όσον ο «εργοδότης» θελήσει να ασκήσει τον σχετικό έλεγχο, θ) Η ασφάλισή του και η φορολόγησή του ως μισθωτού και όχι ανεξαρτήτου επαγγελματία αποτελούν κριτήρια μικτότερης σημασίας που λαμβάνονται υπ’ όψιν μόνον συμπληρωματικά και μαζί με το σκεπτικό που οδήγησε σ’ αυτές (βλ. υπό X. Γκούτου, ο.π. σελ. 772 παρ. 3).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 εδαφ. α’ του νόμου 2639/1998 «ρύθμιση εργασιακών σχέσεων…», όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του Ν.3846/2010 (ΦΕΚ Α/66 11.5.2010) «Η συμφωνία μεταξύ εργοδότη και απασχολούμενου για παροχή υπηρεσιών ή έργου, για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ιδίως στις περιπτώσεις αμοιβής κατά μονάδα εργασίας (φασόν), τηλεργασίας, κατ’ οίκον απασχόλησης, τεκμαίρεται ότι υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, εφόσον η εργασία παρέχεται αυτοπροσώπως, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στον ίδιο εργοδότη για εννέα (9) συνεχείς μήνες» και κατά την παράγραφο 2 του αυτού άρθρου «Μέσα σε διάστημα εννέα (9) μηνών από την δημοσίευση του παρόντος νόμου, κάθε εργοδότης υποχρεούται να υποβάλει στην οικεία επιθεώρηση εργασίας συγκεντρωτική κατάσταση, αναφορικά με τις υφιστάμενες συμφωνίες μεταξύ αυτού και των απασχολούμενων για παροχή υπηρεσιών ή έργου, στην οποία θα αναγράφονται η χρονολογία κατάρτισης των συμφωνιών αυτών και το ονοματεπώνυμο του απασχολουμένου. Σε περίπτωση παράλειψης υποβολής της κατάστασης αυτής θεωρείται ότι η σχετική συμφωνία υποκρύπτει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας». Με τις διατάξεις αυτές, όπως σαφώς προκύπτει από την διατύπωση και το περιεχόμενο τους, δεν επιχειρείται παρέμβαση του νομοθέτη στο ουσιαστικό μέρος των άνω συμβάσεων, έτσι ώστε αυτές να ερμηνεύονται αυθεντικά ως συμβάσεις έργου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών στις περιπτώσεις της παραγράφου 1 ή ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας στην περίπτωση της παραγράφου 2, αλλά απλά τόσο με τον όρο «τεκμαίρεται» της πρώτης παραγράφου όσο και με τον ταυτόσημο όρο «θεωρείται» της δεύτερης παραγράφου, καθιερώνονται μαχητά τεκμήρια, υπέρ του ότι, στην μεν πρώτη περίπτωση οι μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου συμφωνίες δεν υποκρύπτουν σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην δε δεύτερη περίπτωση ότι πράγματι υποκρύπτεται τέτοια σύμβαση, και συνεπώς παρέχεται δυνατότητα ανταπόδειξης κατ’ άρθρο 338 παρ. 2 του ΚΠολΔ. (βλ. ΑΠ 2325/2009, στη Νόμος, ΑΠ 1935/2008, ΕλΔ 50/149, ΕφΠειρ 417/2014 στη Νόμος). Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου, που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενό της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς να ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ’ αυτή τα συμβαλλόμενα μέρη (Ολ.ΑΠ 20, 19/2007, 18/2006, ΑΠ 793/2013 ΜονΕφΑθ 3395/2018 στη Νόμος, ΕφΠειρ 123/2019 ο.π. όπου και το σύνολο των αμέσως προηγούμενων παραπομπών).

Εξάλλου, από το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 435/1976 προκύπτει, ότι η απασχόληση του μισθωτού, κατά το μέρος, που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας, κατά τη μονάδα χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη, κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του Ν.Δ 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις, που αναφέρονται σ’ αυτή. Ακόμη, με το άρθρο 6 της από 14 – 2 – 1984 Εθνικής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με τη με αριθμό 11770/20 – 3 – 1984 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1 – 1 – 1984 σε 40 ώρες, για την απασχόληση δε, πέρα από το συμβατικό (συλλογικό) αυτό εβδομαδιαίο ωράριο, έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, καταβάλλεται αμοιβή, σύμφωνα με το άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ., που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του Ν. 1346/1983. Ο θεσμός της υπερεργασίας καταργήθηκε με το Ν. 2874/2000 και επανήλθε με τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 3385/2005, που ισχύει από 1 – 10 – 2005 μέχρι και την 14 – 7 – 2010, (οπότε και τροποποιήθηκε με το άρθρο 74 παρ. 1 α του Ν. 3863/2010), κατά την οποία ορίζονται : «1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντα τοις εκατό (25%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό (50%). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εβδομήντα πέντε τοις εκατό (75%). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατό τοις εκατό (100%)» (ΑΠ 526/2014, ΑΠ 1602/2011 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του Ν. 3863/2010, η έναρξη του οποίου αρχίζει από 15 – 7 – 2010, ορίζονται : «10. Οι παράγραφοι 1, 3 και 5 του άρθρου 1 του ν. 3385/2005 αντικαθίστανται ως εξής : «Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι τοις εκατό (20%) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα).». «3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40%).». Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60%).». «5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά ογδόντα τοις εκατό (80%)» (ΑΠ 1109/2017 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι : α) ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας, υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί, όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη, που πραγματοποιείται, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες αναπαύσεως, για τις οποίες υπάρχει αυτοτελής νομοθετική πρόνοια και συνεπώς, ο απασχολούμενος, υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίως πραγματοποιεί υπερεργασία, για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή β) ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας, στην οποία αφορούν οι αμοιβές των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 3 και 5 του Ν. 3385/2005, λαμβάνεται υπόψη, όχι η εβδομαδιαία εργασία, αλλά η ημερήσια εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των 8 ωρών ημερησίως, υπό το καθεστώς της εξαήμερης εβδομαδιαίας εργασίας ή πέραν των 9 ωρών ημερησίως, υπό το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, έστω και αν με την υπεραπασχόλησή του αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου, από το νόμο, ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός, της, επί πλέον ημερήσιας εργασίας άλλης ημέρας και γ) η αξίωση, για αποζημίωση, λόγω παροχής κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας στηρίζεται πλέον, από την 1 – 4 – 2011, στις άνω διατάξεις των προαναφερθέντων νόμων και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 534/2014, ΑΠ 1561/2011, ΑΠ 1033/2011, ΑΠ 1439/2009, ΑΠ 1379/2009 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, βλ. ΕφΛαρ 373/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ, όπου και οι προηγούμενες παραπομπές).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 6 του β/τος από 16.7.1920 και 5 του ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη το οποίο ασκείται με τη μορφή της μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί πλήρως η νόμιμη αποζημίωση. Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2, 281 ΑΚ, 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 του ν. 3198/1955 συνάγεται σαφώς ότι αποζημίωση οφείλεται και όταν η καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου γίνεται λόγω κακής εκπλήρωσης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού. Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή πλήρους αποζημίωσης) είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, περίπτωση που συντρέχει όταν η καταγγελία γίνεται από τον εργοδότη από λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας συνεπεία προηγούμενης συμπεριφοράς του μισθωτού μη αρεστής στον εργοδότη, όπως είναι η διεκδίκηση από τον μισθωτό των από την εργασιακή του σχέση νόμιμων δικαιωμάτων του (βλ. ΑΠ 1107/2000 ΔΕΝ 2001.339, ΑΠ 380/2000 ΔΕΝ 2000.1442, ΕφΘεσ 1341/2000 ΔΕΝ 2001.339), οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (3, 174, 180 ΑΚ). Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος (άρθρα 349, 350 ΑΚ) και υποχρεούται στην πληρωμή των αποδοχών του για το διάστημα της υπερημερίας του. Ο μισθωτός, αντίστοιχα, δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, τις αποδοχές του είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το ν. 2112/1920 ή από το β.δ/γμα από 16.7.1920 αποζημίωση ή τη συμπλήρωση αυτής, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλει επικουρικά (άρθρο 219 ΚΠολΔ), για την περίπτωση δηλαδή απόρριψης του πρώτου (ΑΠ 548/2000 ΕλλΔνη 41.1615, ΑΠ 1169/1999 ΔΕΝ 2000.72, ΑΠ 590/1994 ΕλλΔνη 36.162). Επί ακυρότητας της καταγγελίας, η διαπλαστική της ενέργεια δεν επέρχεται, η σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η δικαστική απόφαση, που αναγνωρίζει την ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 68, 70 ΚΠολΔ, 167, 168, 169, 180, 174 ΑΚ), απλώς επιβεβαιώνει την έκτοτε ανυπαρξία του ως άνω αποτελέσματος της. Η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας από τον εργοδότη επιφέρει ακυρότητα της καταγγελίας (άρθρα 281 ΑΚ, 25 παρ. 3 Συντάγματος). Τους συγκεκριμένους λόγους [ή το λόγο], εξ αιτίας των οποίων η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας είναι καταχρηστική, ήτοι υπερβαίνει προφανώς τα όρια, που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, ο εργαζόμενος οφείλει να επικαλεσθεί, σαφώς και ορισμένως, στο δικόγραφο της αγωγής για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και να αποδείξει (άρθρα 216 παρ. 1, 111 παρ. 2, 106 ΚΠολΔ). (…) Το ως άνω νομικό καθεστώς δεν άλλαξε από τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης/Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. ούτε μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη/ΑναθΕΚΧ, που ισχύει από 20.1.2016 [άρθρα πρώτο και τέταρτο κυρωτικού ν. 4359/2016 (ΦΕΚ Α/20.1.2016), 28 παρ. 1 Συντάγματος]. Ειδικότερα, από τα άρθρα 30 – Κεφάλαιο (IV) του Χ.Θ.Δ.Ε.Ε. [(ΕL) Εφημερίδα Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων/18.12.2000/ C 364/ 15] και 24 στοιχεία (α), (β) – μέρος (II) του ν. 4359/2016 προκύπτει ότι ακόμη και αν δεν υπάρχει βάσιμος λόγος για την καταγγελία από τον εργοδότη της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, το κύρος της καταγγελίας δεν θίγεται. Ως εκ τούτου, η αποφατική ή θετική αναφορά σε βάσιμο λόγο καταγγελίας αποβαίνει αλυσιτελής και το κύρος της καταγγελίας, που ήδη έχει γίνει, εξακολουθεί να ελέγχεται, εξατομικευμένα, μόνο κατ’ εφαρμογή του άρθρου 281 ΑΚ, όπως και προηγουμένως, ύστερα από αγωγή του εργαζομένου στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο (ΑΠ 1512/2018 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Η επίκληση από τον εργοδότη των λόγων [ή του λόγου], που τον οδήγησαν στην καταγγελία της συμβάσεως ιδιωτικού δικαίου εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της οποίας αιτήματα είναι η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και η επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Το δικαστήριο δεν ερευνά τη βασιμότητα των λόγων, που οδήγησαν τον εργοδότη στην καταγγελία και για τη θεμελίωση της κρίσεως του δικαστηρίου, συνεπεία του αναιτιώδους, ως άνω, της καταγγελίας, αρκεί να αναφέρονται στην απόφασή του τα περιστατικά, τα οποία αποκλείουν το συμπέρασμα ότι η καταγγελία έγινε για τους λόγους, που ο εργαζόμενος επικαλείται ακυρότητας της καταγγελίας (βλ. ΑΠ 366/2020 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, όπου και η αμέσως προηγούμενη παραπομπή, εκτός δε αυτής βλ. ΕφΘεσ 853/2020 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του ν. 2112/1920 (όπως προαναφέρεται), όπως τροποποιήθηκε με το ν. 4558/1930, επί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη αυτός οφείλει εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζονται στο νόμο να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλόμενη αποζημίωση. Όταν, όμως, ο μισθωτός επιδεικνύει συμπεριφορά που συνιστά υπαίτια αθέτηση των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση εργασίας, η οποία εντονότερα από άλλες ενοχικές σχέσεις διέπεται από τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών και δημιουργεί διαρκή σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται και ακαταλληλότητα για την εργασία που είχε προσληφθεί και τούτο γίνεται επίτηδες για να εξαναγκαστεί ο εργοδότης να καταγγείλει τη σύμβαση, ώστε ο μισθωτός να εισπράξει την αποζημίωση του ν. 2112/1920, στην οποία και μόνο αποβλέπει, αλλά δεν θα την εισέπραττε αν προχωρούσε οικειοθελώς, τότε η αξίωση του μισθωτού, μολονότι απορρέει από τις αναγκαστικού δικαίου διατάξεις του ν. 2112/1920 αποκρούεται με την ένσταση του εργοδότη για καταχρηστική άσκηση του παραπάνω δικαιώματος από το μισθωτό. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 262 παρ. 1 και 269 παρ. 1 ΚΠολΔ, για την πληρότητα της παραπάνω ένστασης και το παραδεκτό σε σχέση με το χρόνο προβολής της πρέπει κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό να προταθούν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αν αποδειχθούν αληθινά συνιστούν την κατάχρηση δικαιώματος, συνάμα δε να διατυπώνεται αίτημα απόρριψης της αντικρουόμενης αξίωσης, ως ασκούμενης καταχρηστικά. Επομένως, προκειμένου περί αγωγής διώκουσας την αναγνώριση της ακυρότητας της γενόμενης από τον εργοδότη καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, λόγω μη σύγχρονης με την καταγγελία καταβολής της οφειλόμενης αποζημίωσης, η ένσταση του εναγόμενου εργοδότη ότι δεν οφειλόταν αποζημίωση για την καταγγελία, λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος του μισθωτού, για να είναι ορισμένη πρέπει να περιέχει ισχυρισμό ότι η αντισυμβατική συμπεριφορά και η εν γένει πλημμελής εκτέλεση των καθηκόντων του μισθωτού γινόταν από πρόθεση του τελευταίου για να εξαναγκαστεί ο εργοδότης να τον απολύσει και να εισπραχθεί η αποζημίωση (ΑΠ 1080/2003 ΕΕΔ 2004.19 και για όλες τις προηγούμενες νομολογιακές παραπομπές βλ. ΕφΔωδ 142/2008 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, εκτός δε αυτής βλ. ΟλΑΠ 472/1983 ΝοΒ 32.48, ΑΠ 851/1989 ΔΕΝ 46.604, ΑΠ 951/1988 ΔΕΝ 45.252, ΑΠ 526/1998 ΔΕΝ 1998.1221, ΑΠ 405/2008 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 6639/1996 ΕλλΔνη 1997. 1645, ΕφΑθ 1/1999 ΕλλΔνη 1999.1597, ΕφΑθ 10226/1999 ΕλλΔνη 2003.539, ΕφΘεσ 289/2000 ΔΕΝ 2001.335).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 678 Α.Κ., 2 Ν. 2112/1920 και 4 του ΒΔ 16/18 Ιουλίου 1990, ερμηνευομένων διασταλτικά, πρέπει να γίνει δεκτό ότι πιστοποιητικό προϋπηρεσίας δικαιούται να λάβει κάθε μισθωτής (υπάλληλος, υπηρέτης, εργατοτεχνίτης), που έχει προσληφθεί για διαρκή εργασία, είτε προσωρινώς είτε για δοκιμή, αρκεί η σχέση που τον συνδέει με τον εργοδότη να ήταν εξαρτημένης εργασίας, έστω και αν είχε συναφθεί ακύρως, διότι και σε άκυρη σύμβαση εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να εκδώσει πιστοποιητικό. Είναι δε αδιάφορος ο τρόπος με τον οποίο επήλθε η λήξη της σύμβασης εργασίας, δηλαδή είτε με την πάροδο του χρόνου για τον οποίο είχε συνομολογηθεί αυτή, είτε με καταγγελία από μέρους του εργοδότη ή του μισθωτού έστω και παρανόμου. Ακόμη και επί άκυρου συμβάσεως εργασίας υπάρχει υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας, εκτός αν η εργασιακή σχέση είναι γενικώς αθέμιτη ή αντίκειται στα χρηστά ήθη (βλ. ΕφΠατρ 996/2005 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Οι παραπάνω διατάξεις αναφέρονται στην υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, αλλά και κατά τη διάρκεια αυτής (ενδιάμεσο πιστοποιητικό) εφόσον επικαλεστεί ειδικό συμφέρον, όπως στην περίπτωση που είναι απαραίτητο για την απόδειξη της προϋπηρεσίας στο επάγγελμα, προκειμένου να αποκτήσει το από το νόμο προβλεπόμενο πτυχίο ή για να διεκδικήσει νόμιμες αξιώσεις του, έναντι του εργοδότη ή τρίτων (βλ. ΕφΠατρ 490/2010 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Η υποχρέωση αυτή απορρέει από το καθήκον του εργοδότη για πρόνοια και πίστη απέναντι στο μισθωτό, διότι σκοπός της διατάξεως είναι, εκτός των άλλων, να διευκολύνει τον τελευταίο στην περαιτέρω επαγγελματική του σταδιοδρομία (ΕφΑΘ 987/1995 ΕλλΔνη 38.676, ΕφΑΘ 1138/1984 ΕΕργΔ 44.403, «Το πιστοποιητικό Προϋπηρεσίας των μισθωτών» ΔΕΝ 2004.161 επ., ΕφΠατρ 996/2005 ο.π., όπου και οι αμέσως προηγούμενες παραπομπές). Η πάροδος μακρού χρόνου από τη λήξη της εργασιακής σχέσης, αποδυναμώνει το δικαίωμα του εργαζομένου, ιδίως όταν ο εργοδότης ή οι διάδοχοί του δεν είναι δυνατό να έχουν τα στοιχεία από τα οποία θα πληροφορηθούν την υπηρεσία του μισθωτού (ΑΠ 1499/1987 ΔΕΝ 44.934, ΕφΠατρ 490/2010 ο.π., όπου και η παραπομπή). Μετά την τελεσιδικία της απόφασης θεωρείται γενομένη η δήλωση βούλησης του εργοδότη, σύμφωνα με το άρθρο 949 ΚΠολΔ και η δικαστική απόφαση υποκαθιστά το πιστοποιητικό εργασίας (βλ. Λ. Ντάσιο Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδ. 1995 παρ. 84 σελ. 156 – 157, ΑΠ 512/1977 ΕΕΔ 34.1463, ΕφΑΘ 1138/1984 ΕΕΔ 44.403, ΕφΠατρ 490/2010 ο.π., όπου και οι παραπομπές).

Μάρτυρες είναι τρίτα πρόσωπα, μη μετέχοντα στην έννομη σχέση της δίκης, τα οποία καταθέτουν ενώπιον του δικαστηρίου, του εισηγητή ή του εντεταλμένου δικαστή κατά την προβλεπόμενη στον νόμο διαδικασία, ό,τι γνωρίζουν για τα αποδεικτέα περιστατικά (Ράμμος, Εγχειρίδιον II παρ. 273 σ. 827 Γέσιου – Φαλτσή, ΔικΑποδ [1985] 188). Αν η κατάθεση έγινε σε άλλο όργανο, λ.χ. στον ανακριτή, σε ποινικό δικαστήριο, σε συμβολαιογράφο ή με άλλον τρόπο, λ.χ. με επιστολή προς τον πρόεδρο του δικαστηρίου, δεν πρόκειται για το αποδεικτικό μέσο των μαρτύρων (βλ. Κεραμέως/Κονδύλη/Νίκα, Ερμηνεία ΚΠολΔ, Τόμος I, άρθρο 393 παρ. 1 σελ. 739). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει το αποδεικτικό του πόρισμα, δεν εξαίρεσε, αλλά έλαβε υπόψη του, μεταξύ των άλλων και έγγραφο σχολιασμό της υπόθεσης, προερχόμενο από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης εταιρείας. Έγγραφος, όμως, σχολιασμός από πλευράς του ίδιου του διαδίκου δεν προβλέπεται, δεδομένου ότι το σκοπό αυτό επιτελούν οι κατατιθέμενες από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του προτάσεις όπως και η προσθήκη επ’ αυτών. Εφόσον δε, δεν συμπεριλαμβάνεται ούτε στα προβλεπόμενα κατ’ άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, ο προαναφερόμενος έγγραφος σχολιασμός του ίδιου του νόμιμου εκπροσώπου της εναγόμενης – εφεσίβλητης εταιρείας των διαλαμβανόμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, έστω και χωρίς την εναντίωση του ενάγοντα, δεν θα ληφθεί υπόψη στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Περαιτέρω, σύμφωνα με το α’ εδ. της παρ. 1 του άρθρου 529 του ΚΠολΔ : «1. Στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων». Ως νέο αποδεικτικό μέσο, κατά την έννοια του αρθρ. 529, θεωρείται είτε αυτό που δεν υποβλήθηκε καθόλου πρωτοδίκως, είτε αυτό που υποβλήθηκε μεν, πλην όμως απαραδέκτως (π.χ. εκπροθέσμως, χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.τ.λ.), άσχετα αν για το απαράδεκτο αποφάνθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ή αντιπαρήλθε σιγή το μέσο αυτό, υπό την προϋπόθεση βεβαίως, ότι η για το απαράδεκτο αυτού κρίση δεν είναι εσφαλμένη, γιατί τότε παρέχεται ίδιος λόγος έφεσης και το αποδεικτικό μέσο που αποκρούστηκε με τον τρόπο αυτό δεν είναι νέο (βλ. Β. Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, ερμηνευτική – νομολογιακή ανάλυση κατ’ άρθρο, Τόμος Γ’, άρθρο 529 παρ. 5 σελ. 344, όπου και παραπομπή σε υποσημ. 3). Επίσης, η επίκληση της ένορκης βεβαίωσης πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και, συνακόλουθα, αν προσκομίζεται, πρώτη φορά, στο Εφετείο, η επίκληση πρέπει να γίνεται με τις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης (ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1461/2013, ΑΠ 481/2013) και να είναι ειδική, έτσι ώστε να προκύπτει από αυτήν ο αριθμός, ο μάρτυρας που εξετάστηκε και εκείνος που τον εξέτασε και, επιπλέον, να καθορίζεται ότι έλαβε χώρα νόμιμη κλήτευση του αντίδικου ή ότι αυτός παραστάθηκε, οπότε στην τελευταία περίπτωση, η ακυρότητα από τη μη κλήτευσή του θεραπεύεται (ΑΠ 17/2015, ΑΠ 26/2020 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, όπου και οι αμέσως προηγούμενες νομολογιακές παραπομπές, εκτός δε αυτής βλ. ΑΠ 591/1999 ΕλλΔνη 2000.67, ΑΠ 234/2003 ΕλλΔνη 2004.407, ΑΠ 963/2007 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 3705/2005 ΕΔΠΟΛ 2005.350, ΕφΘεσ 354/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 421, 422 και 424 ΚΠολΔ, οι οποίες προστέθηκαν με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, συνάγεται ότι είναι παραδεκτή η επίκληση και προσκόμιση από τους διαδίκους προαποδεικτικώς προς απόδειξη ή ανταπόδειξη αρμοδίως ληφθεισών κατά την εν λόγω διάταξη του άρθρου 421 ΚΠολΔ ενόρκων βεβαιώσεων, υπό την προϋπόθεση της επιδόσεως επιμελεία του ενδιαφερομένου διαδίκου προ δύο τουλάχιστον εργασίμων ημερών προ της ημερομηνίας λήψεως της βεβαιώσεως κλήσεως προς τον αντίδικο, στην οποία να αναφέρονται η αγωγή ή το ένδικο βοήθημα ή το ένδικο μέσο το οποίο αφορά η βεβαίωση, ο τόπος, η ημέρα και η ώρα λήψεως της βεβαιώσεως και το ονοματεπώνυμο, το επάγγελμα και η διεύθυνση κατοικίας του βεβαιούντος, εάν δε παραλειφθεί η εν λόγω επίδοση ή το δικόγραφο της κλήσεως δεν περιέχει τα προαναφερόμενα στοιχεία, αυτεπαγγέλτως, ανεξαρτήτως βλάβης του καθ’ ου, η δοθείσα βεβαίωση δεν λαμβάνεται υπόψιν από το δικαστήριο ως αποδεικτικό μέσο στην δίκη, την οποία αφορά, ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Η εν λόγω ρύθμιση καταλαμβάνει κατά την διάταξη της παραγράφου 4 του ενάτου άρθρου Ν. 4335/2015, κατ’ εφαρμογή της καθιερουμένης από τις διατάξεις των άρθρων 12, 21 εδ. β’ και 24 παρ. 1 εδ. α’ ΕισΝΚΠολΔ γενικής δικονομικής αρχής ότι οι διαδικαστικές πράξεις ρυθμίζονται και διέπονται από το δίκαιο κατά τον χρόνο διενεργείας αυτών, τις επιδιδόμενες από της 1ης Ιανουαρίου 2016 και εξής κλήσεις έστω και εάν οι σχετικές αγωγές ή τα ένδικα βοηθήματα ή τα ένδικα μέσα έχουν ασκηθεί προ της εν λόγω ημερομηνίας (βλ. ΑΠ 673/2018 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, εκτός δε αυτής βλ. ΑΠ 1175/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 549/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 977/2020, ΕφΛαρ 25/2020, ΕφΠειρ 628/2020 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση τις υπ’ αριθμ. ……… και ……../20.9.2019 ένορκες βεβαιώσεις των …………. και …………., αντιστοίχως, που προσκομίζονται από την εναγόμενη εταιρεία, η τελευταία δεν τις είχε επικαλεστεί νομίμως ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς στις πρωτόδικες προτάσεις της η συγκεκριμένη διάδικος αναφέρθηκε γενικά στις υπέρ αυτής μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων της, χωρίς κατά τα λοιπά να αναφέρει τα προσαπαιτούμενα για το νόμιμο της επίκλησή τους στοιχεία, δηλαδή τους αριθμούς των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων, τα ονόματα των εξετασθέντων με την επιμέλειά της μαρτύρων όπως και της μνείας ότι αυτές (ένορκες βεβαιώσεις) πραγματοποιήθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντα με ειδική αναφορά της σχετικώς συνταχθείσας έκθεσης επίδοσης, έτσι ώστε οι συγκεκριμένες ένορκες βεβαιώσεις δεν μπορούσαν να ληφθούν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Η εν λόγω διάδικος (εναγόμενη), όμως, επαναπροσάγει τις αμέσως προηγούμενες ένορκες βεβαιώσεις στα πλαίσια της παρούσας δίκης, νομίμως πλέον, καθώς στις προτάσεις που αυτή κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις αναφέρονται με τα απαιτούμενα ως άνω στοιχεία (δηλαδή, τους αριθμούς τους, τα ονόματα των εξετασθέντων μαρτύρων, την αρχή ενώπιον της οποίας αυτοί εξετάστηκαν καθώς και με την επιπλέον μνεία ότι οι παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις πραγματοποιήθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντα και με ειδική, επιπλέον, αναφορά της σχετικώς συνταχθείσας έκθεσης επίδοσης), με αποτέλεσμα αυτές (ανωτέρω ένορκες βεβαιώσεις) να μπορούν να ληφθούν υπόψη από το παρόν (δευτεροβάθμιο) Δικαστήριο, κατ’ άρθρο 529 ΚΠολΔ, έτσι ώστε ο σχετικός, πέμπτος, λόγος της κρινόμενης έφεσης να αποβαίνει άνευ αντικειμένου. Έτσι, από την επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων που εξετάστηκαν με την επιμέλεια των διαδίκων στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όπως αυτές περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. …./13.9.2019 ένορκη βεβαίωση του …………., που εξετάστηκε με την επιμέλεια του ενάγοντα ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Κατσιγιάννη και η οποία (αμέσως προηγούμενη ένορκη βεβαίωση) λαμβάνεται υπόψη διότι πληροί τις προϋποθέσεις των άρθρων 421 και 422 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται πλέον ενιαία, τόσο στην τακτική, όσο και στις ειδικές διαδικασίες, κατά παραπομπή του άρθρου 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ (που εφαρμόζονται λόγω του χρόνου λήψης τους, αφού μετά το ν. 4335/2015 απαλείφθηκαν οι ειδικές διατάξεις των άρθρων 650 παρ. 1 και 671 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθόσον αποδεικνύεται ότι αυτή ελήφθη κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της εναγόμενης, προ δύο (2) εργάσιμων ημερών, δυνάμει της από 9.9.2019 κλήσης του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού (ενάγοντα), που έχει τα υποχρεωτικά κατά νόμο στοιχεία, όπως αυτά προβλέπονται στις προπαρατεθείσες διατάξεις και η οποία (κλήση) επιδόθηκε στην εναγόμενη δυνάμει της επίσης επικαλούμενης και προσκομιζόμενης υπ’ αριθμ. ………./ 10.9.2019 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη, από τις επίσης επικαλούμενες και προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. ……… και ……../20.9.2019 προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των ………… και …………, αντιστοίχως, που εξετάστηκαν με την επιμέλεια της εναγόμενης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και λαμβάνονται παραδεκτώς υπόψη διότι πληρούν τις προϋποθέσεις των προπαρατεθέντων άρθρων (421 και 422 του ΚΠολΔ), εφόσον αποδεικνύεται ότι οι τελευταίες πραγματοποιήθηκαν κατόπιν νομότυπης και εμπρόθεσμης κλήτευσης του ενάγοντα, προ δύο (2) εργάσιμων ημερών, δυνάμει της από 16.9.2019 κλήσης της πληρεξούσιας δικηγόρου αυτής (εναγόμενης), που έχει τα υποχρεωτικά κατά νόμο ως άνω στοιχεία και η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα δυνάμει της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης υπ’ αριθμ. ………./17.9.2019 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Ευγένιου Πετρουτζή, από όλα ανεξαιρέτως τα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η από 12.4.2017 υπεύθυνη δήλωση του ενάγοντα, η οποία προσκομίζεται από την εναγόμενη – εφεσίβλητη – δοθέντος ότι οι χάριν της δίκης γενόμενες υπεύθυνες δηλώσεις δεν αποτελούν καν αποδεικτικά μέσα ούτε και κατά τις ειδικές διαδικασίες, όπως και η των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. του ΚΠολΔ, όταν έγιναν, όχι από τους διαδίκους, αλλά από τρίτους (βλ. ΟλΑΠ 8/1987, ΑΠ 266/2011 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 4893/2012 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 144/2017 Αρμ 2019.323) – καθώς και από όλα τα υπόλοιπα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται με τις εμπροθέσμως κατατειθείσες προτάσεις τους και νομίμως προσκομίζουν, έστω κι αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου (βλ. ΟλΑΠ 15/2003 Δ 35.513, ΑΠ 1628/2003, ΑΠ 882/2013, ΑΠ 934/2014 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος), προκειμένου αυτά να χρησιμεύσουν είτε για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ιδιαίτερη μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα : Η εναγόμενη, εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………..» και με τον διακριτικό τίτλο «………..» συστήθηκε το έτος 1999 και δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία ορθοπεδικών ειδών με εταίρους τους αδελφούς ………. και ………….., οι οποίοι το έτος 2001 συνέστησαν και την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία «…………», με αντικείμενο την προώθηση των προϊόντων της εναγόμενης. Η δραστηριότητα της τελευταίας έπαυσε εν συνεχεία τον Ιούλιο του έτους 2013, οπότε η εναγόμενη ανέλαβε εξ ολοκλήρου και την προώθηση των παραπάνω προϊόντων. Εν τω μεταξύ, με την από 15.4.2013 σύμβαση ανάθεσης έργου και ανάληψης εκτέλεσης (αρθρ. 8 παρ. 16 του ν. 1882/90) η εταιρεία …………. ανέθεσε στον ενάγοντα, ……….., πλασιέ ορθοπεδικών προϊόντων, την προώθηση και πώληση των προϊόντων που αυτή εμπορευόταν και συγκεκριμένα την δημιουργία νέων πελατών, την παρακολούθηση παλαιών πελατών καθώς και την εκπαίδευση και καλλιέργεια όλων των πελατών, τόσο στην περιοχή της Αττικής όσο και σε συγκεκριμένες περιοχές της επαρχίας, με δυνατότητα χρησιμοποίησης κατά την κρίση του προσωπικού, έναντι αποζημίωσης έργου, στην οποία περιλαμβάνονταν απρόβλεπτα καθώς και έκτακτα έξοδα και επιπλέον προμήθειας ποσοστού 7% επί των καθαρών πωλήσεων που ο ίδιος (ενάγων) θα πραγματοποιούσε, με πρόβλεψη έκδοσης τιμολογίου παροχής υπηρεσιών με πλήρη αιτιολογία, σύμφωνα με την καταρτισθείσα σχετικώς σύμβαση, η διάρκεια της οποίας ορίστηκε από τις 15.4.2013 έως τις 31.12.2013 (όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 15.4.2013 σύμβασης μεταξύ των παραπάνω). Μετά την παύση της δραστηριότητας της εταιρείας «………..», ο ενάγων συμβλήθηκε με την εναγόμενη. Προς το σκοπό αυτό καταρτίστηκε αρχικά η από 1.8.2013 σύμβαση πανομοιότυπου της προηγούμενης περιεχομένου, διάρκειας μέχρι τις 31.12.2013 (όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της επικαλούμενης και προσκομιζόμενης από 1.8.2013 σύμβασης μεταξύ των διαδίκων). Η εναγόμενη προσκομίζει κατάσταση συμφωνητικών (άρθρου 8 παρ. 16 του ν. 1882/1990) χρονικής περιόδου από 1.7.2013 έως 30.9.2013, την οποία η εν λόγω διάδικος υπέβαλε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. την 10.10.2013 και όπου, μεταξύ των συνεργαζόμενων πωλητών, αναφερόταν και το όνομα του ενάγοντα. Έκτοτε, μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκαν διαδοχικώς οι : α) από 2.1.2014, διάρκειας από 1.1.2014 έως τις 31.12.2014, β) από 2.1.2015, διάρκειας από την 1.1.2015 έως τις 31.12.2015, που σύμφωνα με την από 10.7.2015 λήξη σύμβασης ανάθεσης έργου και ανάληψης εκτέλεσης (αρθρ. 8 και παρ. 16 του ν. 1882/1990) διακόπηκε με κοινή συμφωνία των μερών την 10.7.2015, γ) από 4.1.2016, διάρκειας από την 1.1.2016 έως τις 31.12.2016, συμβάσεις ανάθεσης έργου και ανάληψης εκτέλεσης, πανομοιότυπου της πρώτης περιεχομένου και εν συνεχεία οι δ) από 1.2.2017, διάρκειας από την 1.2.2017 έως τις 30.6.2017, ε) από 10.7.2017, διάρκειας από την 10.7.2017 έως τις 31.12.2017 συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών. Δυνάμει των τελευταίων (συμβάσεων παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών) οι διάδικοι συμφώνησαν επιπλέον, μεταξύ άλλων, ότι : 1. ο συνεργάτης (ενάγων) θα επέλεγε ο ίδιος τον χρόνο της παροχής των υπηρεσιών του, ακολουθώντας το ωράριο που ήταν ανοικτά τα φαρμακεία της περιοχής ευθύνης του, χωρίς να έχει συγκεκριμένο ωράριο, υποχρεούμενος να προσέρχεται στα γραφεία της εταιρείας ή οπουδήποτε αλλού του υποδεικνυόταν, οποτεδήποτε, καλούμενος προ ευλόγου χρόνου από τους νόμιμους εκπροσώπους της εταιρείας (4ος όρος), 2. οι αντίστοιχες συμβάσεις, που χαρακτηρίζονταν ως γνήσεις συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών ορισμένου χρόνου, θα θεωρούνταν ότι έληγαν αυτοδικαίως στις παραπάνω καθορισθείσες συμβατικώς ημεροχρονολογίες και ότι ο συνεργάτης (ενάγων) θα υποχρεούνταν να αποχωρήσει χωρίς να μεσολαβήσει οτιδήποτε άλλο, δηλαδή χωρίς καμία καταγγελία και χωρίς καμία αποζημίωση εκ μέρους της εταιρείας, με την πρόβλεψη ότι τυχόν παράταση της διάρκειας των ανωτέρω συμβάσεων μπορούσε να συμφωνηθεί μόνον εγγράφως (5ος όρος), 3. η εταιρεία δικαιούνταν να καταγγείλει τις συμβάσεις αυτές χωρίς προειδοποίηση και χωρίς αποζημίωση, σε περίπτωση που θα υπήρχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας και ειδικότερα σε περίπτωση παραβίασης από το συνεργάτη οποιουδήποτε όρου αυτών (συμβάσεων – με ενδεικτική αναφορά τέτοιων περιπτώσεων), που συμφωνήθηκαν ως ουσιώδεις (6ος όρος), 4. η συνολική μικτή αμοιβή αυτού (ενάγοντα) θα ανερχόταν στα επί μέρους ποσά των 5.400, 6.000 και 5.500 ευρώ, κατ’ ανώτατο όριο, πλέον Φ.Π.Α., κατά τα αντίστοιχα χρονικά διαστήματα ισχύος των παραπάνω συμβάσεων, χωρίς αυτός (ενάγων) να δικαιούται δώρα εορτών και επίδομα άδειας ότι, επιπλέον, για την κατά τα παραπάνω συμφωνηθείσα αμοιβή του ο ενάγων 0α εξέδιδε τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών στο τέλος κάθε μήνα (7ος όρος), 5. εκτός της ανωτέρω αμοιβής η εταιρεία θα απέδιδε στον ενάγοντα τα ποσά των δαπανών που αυτός θα πραγματοποιούσε για την παροχή των υπηρεσιών του στην εταιρεία (έξοδα κίνησης, διαμονής κ.λ.π.), κατόπιν προηγούμενης έγκρισης αυτής, για την πραγματοποίηση κάθε συγκεκριμένης δαπάνης και εφόσον αυτή αποδεικνυόταν από νόμιμο παραστατικό (8ος όρος), 6. ο συνεργάτης όφειλε να ακολουθεί, εφόσον δεν επρόκειτο για θέματα της αποκλειστικής του αρμοδιότητας, τις οδηγίες και τις εντολές των νομίμων εκπροσώπων της εταιρείας και να παρέχει τις υπηρεσίες του με επιμέλεια και συνέπεια (9ος όρος), 7. ο συνεργάτης, επίσης, αναλάμβανε την υποχρέωση κατά τη διάρκεια της σύμβασης αλλά και μετά την τυχόν λήξη αυτής : α) να χρησιμοποιεί την οποιαδήποτε εμπιστευτική πληροφορία περιερχόταν σε γνώση του για την εταιρεία ή τους πελάτες της μόνο για τους σκοπούς των εν λόγω συμβάσεων, απαγορευομένης ρητώς της διάδοσης της οποιοσδήποτε ως άνω πληροφορίας σε τρίτους, β) να μην παραβαίνει τον καθήκον εχεμύθειας, δεσμευόμενος προς τούτο, ακόμη και μετά τη λύση των σχετικών συμβάσεων, γ) να τηρεί την εμπιστευτικότητα των πληροφοριών ή οποιωνδήποτε άλλων στοιχείων, εγγράφων ή πραγμάτων που σχετίζονταν με τις δραστηριότητες της εταιρείας, επιπροσθέτως, ο συνεργάτης αναλάμβανε την υποχρέωση να παραδώσει στην εταιρεία μετά την λήξη αυτών (συμβάσεων) όλα τα στοιχεία, πράγματα ή αντικείμενα που είχε στην κατοχή του, λόγω παροχής υπηρεσιών του σ’ αυτή, έστω κι αν αυτά είχαν εκπονηθεί από τον ίδιο, δ) να αποφύγει οποιαδήποτε σύγκρουση μεταξύ προσωπικών του συμφερόντων και των συμφερόντων της εταιρείας και να διαφυλάττει τα εν γένει συμφέροντα αυτής έναντι οποιουδήποτε τρίτου, ακόμη και έναντι των πελατών της (10ος όρος), ενώ 8. όλοι οι όροι των παραπάνω συμβάσεων θεωρούνταν ουσιώδεις και η παραβίαση οποιουδήποτε από αυτούς συνιστούσε λόγο καταγγελίας τους˙ τροποποίηση οποιουδήποτε όρου των συμβάσεων αυτών μπορούσε να πραγματοποιηθεί αποκλειστικά εγγράφως με συμφωνία συνυπογραφόμενη και από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη και αποδεικνυόμενη μόνο με το σχετικό ως άνω έγγραφο (12ος όρος). Όλες δε τις αμέσως προηγούμενες συμβάσεις, πλην της τελευταίας, η εναγόμενη τις είχε καταθέσει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ………., υποβάλλοντας στην υπηρεσία αυτή αντίστοιχες καταστάσεις με τα στοιχεία των συμβληθέντων και το ΑΦΜ αυτών, τις ειδικότητες με τις οποίες καθένας απασχολούνταν, τα αντικείμενα των συμφωνητικών και την διάρκειά τους (όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες κατατεθειμένες καταστάσεις συμφωνητικών άρθρου 8 παρ. 16 του ν. 1882/1990). Σημαντικός τομέας της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης ήταν οι πωλήσεις για τις οποίες η εν λόγω διάδικος διέθετε, εκτός ενός εσωτερικού υπαλλήλου (πωλητή), περιοδεύοντες πωλητές, οι οποίοι έρχονταν σε επαφή με τους πελάτες ή τους υποψήφιους πελάτες της και εξυπηρετούσαν την ήδη υπάρχουσα πελατεία αλλά και την αύξηση του πελατολογίου αυτής (εναγόμενης), ανευρίσκοντας νέα (πελατεία). Ήδη η εναγόμενη εταιρεία έχει ενεργή παρουσία σε περισσότερα από 5.000 σημεία πώλησης σε όλη την Ελλάδα, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο με ημερομηνία 11.7.2019 απόσπασμα από την ιστοσελίδα του Συνδέσμου Επχειρήσεων Ιατρικών και Βιοτεχνολογικών Προϊόντων, ενώ ο κύκλος της εμπορικής της δραστηριότητας κατά την τελευταία πενταετία ανέρχεται στο ποσό του 1.000.000 ετησίως, όπως η ίδια συνομολογεί. Σε εκτέλεση των παραπάνω συμβάσεων, ο ενάγων περιόδευε προωθώντας και πωλώντας τα προϊόντα της εναγόμενης σε περιοχές εντός αλλά εκτός Αττικής, τις οποίες η συγκεκριμένη εταιρεία καθόριζε (Κέρκυρα, Ιωάννινα, Άρτα, Ηγουμενίτσα, Πρέβεζα, Λευκάδα, Αγρίνιο και Τρίκαλα), όπως συνέβαινε και με τους άλλους συνεργαζόμενους με αυτήν πωλητές, των οποίων η εναγόμενη καθόριζε αντιστοίχως τα γεωγραφικά όρια δραστηριότητας, προκειμένου να αποφεύγεται η σύμπτωση περισσότερων (πωλητών) στην ίδια γεωγραφική περιοχή, όπως η ίδια εξηγεί. Έτσι ο ενάγων ήταν ο μοναδικός από τους περιοδεύοντες πωλητές αυτής που εξυπηρετούσε τις ανάγκες της επιχείρησης της εναγόμενης στην Κέρκυρα, στα Ιωάννινα, στην Άρτα, στην Ηγουμενίτσα, στην Πρέβεζα, στην Λευκάδα, στο Αγρίνο και στα Τρίκαλα. Ειδικότερα, ακολουθώντας το πρόγραμμα που κατήρτιζε η εναγόμενη, ο ενάγων επισκεπτόταν τα κατά τόπους φαρμακεία, φυσιοθεραπευτές αλλά και γιατρούς, που είτε συνεργάζονταν ήδη με την επιχείρηση της εναγόμενης, είτε η τελευταία επεδίωκε να συνεργαστούν μαζί της, ενημερώνοντάς τους για τα προϊόντα της και πραγματοποιώντας για λογαριασμό της τις σχετικές παραγγελίες. Εφόσον δε οι ανωτέρω πελάτες επιθυμούσαν να προβούν σε αγορές, ο ενάγων συμπλήρωνε στο δελτίο παραγγελίας της εναγόμενης τα στοιχεία του εκάστοτε πελάτη (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση κ.λ.π.) όπως και τα στοιχεία που αφορούσαν τις παραγγελίες τους (κωδικούς και ποσότητες εμπορευμάτων), συμφωνώντας με αυτούς (πελάτες) τις τιμές των πωλούμενων προϊόντων, τον τρόπο αποπληρωμής καθώς και τις χορηγούμενες πιστώσεις, για τα οποία έπρεπε να τηρεί τις οδηγίες που είχε από την εναγόμενη, κατ’ εφαρμογή της εμπορικής πολιτικής αυτής, από την οποία δεν μπορούσε να αποκλίνει. Στη συνέχεια τις πραγματοποιηθείσες παραγγελίες τις προωθούσε στην εναγόμενη, κατά την μετάβασή του στα γραφεία της εταιρείας, είτε αυθημερόν, μετά την ολοκλήρωση των προγραμματισμένων ημερήσιων επισκέψεων, όταν αυτός βρισκόταν εντός Αττικής, είτε κατά την επιστροφή του εκεί από τα ταξίδια που πραγματοποιούσε στις παραπάνω επαρχιακές πόλεις ευθύνης του, προκειμένου αυτές να εκτελεστούν. Τις μετακινήσεις του εντός και εκτός Αττικής ο ενάγων τις πραγματοποιούσε στην αρχή με δικό του όχημα, ενώ στη συνέχεια η εναγόμενη εταιρεία του παραχώρησε κατά χρήση αυτοκίνητο, καλύπτοντας τις σχετικές δαπάνες καθώς παράλληλα τον είχε εφοδιάσει με επαγγελματική τραπεζική κάρτα Mastercard, που η ίδια (εναγόμενη) αποπλήρωνε. Για τις επαφές του αυτές με τους παραπάνω πελάτες της, ο ενάγων ενημέρωνε σε καθημερινή βάση την εναγόμενη μέσω κινητού τηλεφώνου, που η τελευταία του είχε επίσης παραχωρήσει κατά χρήση καθώς και μέσω μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου. Η ενημέρωση αυτή πραγματοποιούνταν κατ’ απαίτηση της εναγόμενης, προκειμένου να ελέγχει την ημερήσια δραστηριότητα του ενάγοντα και να παρακολουθεί τα αποτελέσματα των καθορισμένων – δεκαπέντε τον αριθμό – επισκέψεων που ο τελευταίος έπρεπε να πραγματοποιεί κατ’ εντολή της καθημερινά, δεδομένου ότι άλλος λόγος και συγκεκριμένα η συνδρομή στατιστικών λόγων, όπως η εναγόμενη ισχυρίστηκε, ούτε εξηγήθηκε αλλά ούτε και προέκυψε. Επιπλέον, κάθε Δευτέρα, τουλάχιστον, ο ενάγων έπρεπε να συμμετέχει σε συναντήσεις που πραγματοποιούσε η διοίκηση της εναγόμενης εταιρείας και οι οποίες αφορούσαν μεταξύ των άλλων τον προγραμματισμό της εργασίας, την επίλυση ζητημάτων που ενδεχομένως ανέκυπταν καθώς και την ενημέρωση, γενικά, των περιοδευόντων πωλητών για τον τρόπο διεκπεραίωσης των καθηκόντων τους. Ακολουθώντας το πρόγραμμα που η εναγόμενη διαμόρφωνε, ο ενάγων – με βάση προγραμματισμού τις τρεις εβδομάδες – εργαζόταν δύο εβδομάδες εντός και μία εβδομάδα εκτός Αττικής, στις προαναφερθείσες περιοχές. Σε περίπτωση δε που ο ενάγων επιθυμούσε κάποια τροποποίηση στον προγραμματισμό, αυτή γινόταν κατόπιν συνεννόησης και με την έγκριση της εναγόμενης εταιρείας. Κατά τα λοιπά, τις εβδομάδες που βρισκόταν εντός Αττικής, ο ενάγων εργαζόταν με πλήρες ωράριο, από την Δευτέρα μέχρι και την Παρασκευή, προσερχόμενος κάθε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή, τουλάχιστον, στα γραφεία της εναγόμενης περί τις 8:00 π.μ. και επισκεπτόμενος εν συνεχεία σε καθημερινή βάση τους υποδεικνυόμενους από αυτήν πελάτες (υπάρχοντες ή υποψήφιους), χωρίς να μπορεί να απουσιάσει εάν δεν είχε άδεια από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης εταιρείας. Όπως δε και οι υπόλοιποι υπάλληλοι της τελευταίας, ο ενάγων ελάμβανε ετήσια άδεια αναψυχής. Για τις ανωτέρω υπηρεσίες του, ο ενάγων αμειβόταν με επιμίσθιο (bonus) επί των καθαρών πωλήσεων, που, αναλόγως της αξίας τους, κυμαινόταν σε ποσοστό 1% για πωλήσεις έως 10.000 ευρώ, 2% για πωλήσεις έως 20.000 ευρώ και 3% για πωλήσεις πάνω από τις 20.000 ευρώ μηνιαίως, ενώ, εκτός του παραπάνω ποσοστού επί των πωλήσεων που αυτός επιτύγχανε, αμειβόταν και με σταθερό ποσό μηνιαίως. Πέραν δε του η εναγόμενη εταιρεία δεν επικαλείται αλλά ούτε και προσκομίζει κάποιο έγγραφο του λογιστηρίου της, από το οποίο να προκύπτει ο αριθμός των μηνιαίων πωλήσεων που ο ενάγων πραγματοποιούσε, προκειμένου, έτσι, να εξαχθεί το ποσό στο οποίο αντιστοιχούσε το ποσοστό που ο εν λόγω διάδικος κέρδιζε, από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη εκτύπωση κινήσεων πελατειακού λογαριασμού του ενάγοντα, προκύπτει ότι, εκτός των παραπάνω ποσοστών επί των πωλήσεων που επιτύγχανε και ανεξαρτήτως αυτών, αυτός αμειβόταν σταθερά με το ποσό των 700 ευρώ μηνιαίως, το οποίο ελάμβανε ακόμη και κατά τα χρονικά διαστήματα που οι ανωτέρω συμβάσεις φέρονταν να έχουν διακοπεί, όπως επί παραδείγματι στις 14.7.2015, την 4.9.2015, την 2.10.2015, στις 16.10.2015, την 3.11.2015, στις 17.11.2015, την 3.12.2015, στις 16.12.2015 και στις 31.12.2015, οπότε στον ενάγοντα καταβλήθηκαν τα ποσά των 220,99, 100, 800, 400, 900, 500, 700, 500 και 500 ευρώ, αντιστοίχως. Το γεγονός δε ότι ο ενάγων αμειβόταν ανελλιπώς καταδεικνύει ότι, παρά τα όσα τυπικώς αναγράφονταν στις παραπάνω συμβάσεις και συμφωνίες και εκτός των όσων σχετικώς αλλά αβασίμως η εναγόμενη υποστηρίζει, αυτός δεν σταμάτησε ποτέ να απασχολείται για λογαριασμό της και, αντιθέτως, εξακολουθούσε να εργάζεται ακόμη και κατά τα χρονικά διαστήματα που οι ανωτέρω συμβάσεις φέρονταν να έχουν διακοπεί, καθώς στην περίπτωση αυτή δεν εξηγείται λογικά η αιτία για την οποία η εναγόμενη εξακολουθούσε να τον πληρώνει, παρ’ ότι η συνεργασία μαζί του διακοπτόταν, όπως λογικά παρατηρεί ο εν λόγω διάδικος με την προσθήκη – αντίκρουση των πρωτόδικων προτάσεών του. Τα ανωτέρω ενισχύονται από το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων ήταν ο μοναδικός περιοδεύων πωλητής που εξυπηρετούσε τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησής της στις προαναφερόμενες περιοχές. Εκτός των παραπάνω παροχών της προς τον ενάγοντα (παραχώρηση κατά χρήση κινητού τηλεφώνου καθώς και αυτοκινήτου) η ίδια η εναγόμενη συνομολογεί ότι έως το έτος 2017 κατέβαλε στους περιοδεύοντες πωλητές ποσά που αντιστοιχούσαν στις ασφαλιστικές τους εισφορές, ενώ από το έτος 2017 και μετέπειτα ανέλαβε να τους καλύπτει το προβλεπόμενο στο άρθρο 39 παρ. 9 του ν. 4387/2016 ποσοστό 17,88% υπέρ ΕΦΚΑ. Η απασχόλησή του με το καθεστώς αυτό (με το καθεστώς, δηλαδή, των παραπάνω συμβάσεων, παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών) διήρκεσε μέχρι τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2018, οπότε ο ενάγων κατήρτισε με την εναγόμενη την από 3.9.2018 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την ειδικότητα του περιοδεύοντος πωλητή (όπως προκύπτει από το σχετικώς προσκομιζόμενο έντυπο αναγγελίας πρόσληψης σε συνδυασμό με την επίσης επικαλούμενη και προσκομιζόμενη αναγγελία όρων ατομικής σύμβασης εργασίας). Εκτός, όμως, της τυπικής κατάρτισης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου  χρόνου μεταξύ των διαδίκων, τα προπεριγραφόμενα καθήκοντα του ενάγοντα παρέμειναν κατά τα λοιπά αμετάβλητα καθώς ο εν λόγω διάδικος εξακολούθησε να προσφέρει τις παραπάνω υπηρεσίες του κάτω από τις ίδιες, προπαρατεθείσες συνθήκες. Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές ότι και κατά το προηγούμενο της 3.9.2018 χρονικό διάστημα, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων συμφώνησε να υπαχθεί η εργασιακή σχέση σε καθεστώς ανεξάρτητων υπηρεσιών, υπογράφοντας τις παραπάνω συμβάσεις με την προσδοκία διατήρησης της θέσης εργασίας του, δεδομένου ότι βιοποριζόταν απ’ αυτή και είχε ανάγκη τα εισοδήματα, ως έγγαμος και πατέρας δύο παιδιών, εντούτοις, οι πραγματικές συνθήκες εργασίας του ήταν εκείνες της εξαρτημένης εργασίας, σύμφωνα με τα προπαρατεθέντα καθήκοντα, λόγω της φύσης των οποίων ο συγκεκριμένος διάδικος δεν μπορούσε, αφ’ ενός μεν ο ίδιος να μην υπόκειται στην εποπτεία του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης και αφ’ ετέρου τα παραπάνω καθήκοντά του να μην συγκεκριμενοποιούνται ή να μην εξειδικεύονται, έτσι ώστε να αντιστοιχούν σε ανεξάρτητες υπηρεσίες. Η σχέση, δηλαδή, που συνέδεε τους διαδίκους αποσκοπούσε στην παροχή της εργασίας εκ μέρους του ενάγοντα, ο οποίος από την αρχή της πρόσληψής του πρόσφερε τις παραπάνω υπηρεσίες του όντας πλήρως ενταγμένος στην λειτουργία της επιχείρησης της εναγόμενης, καθόσον χρησιμοποιούσε τις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό που του διέθετε ο νόμιμος εκπρόσωπός της και αμειβόμενος μηνιαίως με συγκεκριμένες αποδοχές, που, ανεξαρτήτως του διαφορετικού χαρακτηρισμού τους, είχαν, εντούτοις, τον χαρακτήρα μισθού, εφόσον καταβάλλονταν ως αντάλλαγμα αυτών (των παραπάνω υπηρεσιών του). Το γεγονός ότι μέχρι τότε (3.9.2018) ο ενάγων, για την αμοιβή των παραπάνω υπηρεσιών του, εξέδιδε δελτία παροχής υπηρεσιών, δεν αναιρεί το χαρακτήρα της ανέκαθεν συνδέουσας τους διαδίκους έννομης σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως, άλλωστε, εκ υστέρων χαρακτηρίστηκε, καθώς, πέραν του ότι το στοιχείο αυτό δεν είναι κρίσιμο, σύμφωνα και με όσα παρατίθενται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, από τα προπαρατεθέντα αποδεικτικά μέσα προέκυψε ότι τα δελτία αυτά δεν αντιστοιχούσαν σε πραγματικές και συγκεκριμένες εργασίες, αλλά αφορούσαν σε μηνιαίες αποδοχές. Από τα ίδια ως άνω έγγραφα που εκδίδονταν στο όνομα της εναγόμενης προκύπτει ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του αποκλειστικά σ’ αυτή και μάλιστα χωρίς να χρησιμοποιεί άλλα βοηθητικά πρόσωπα, αφού, παρ’ ότι τυπικά του δινόταν η σχετική δυνατότητα, εντούτοις ο ενάγων δεν απασχόλησε ποτέ τέτοια (βοηθητικά πρόσωπα), ούτε και πρόσφερε αυτές (υπηρεσίες του) για λογαριασμό άλλου φυσικού ή νομικού προσώπου. Εκτός δε των ανωτέρω εγγράφων συμβάσεων που η εναγόμενη επικαλείται και προσκομίζει, η συγκεκριμένη διάδικος δεν επικαλέστηκε αλλά ούτε και απέδειξε γνωστοποίηση αυτών μέσα στην προβλεπόμενη από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2639/1998 προθεσμία στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας. Η προαναφερόμενη υποβολή συγκεντρωτικών καταστάσεων των παραπάνω συμφωνητικών προς την Δ.Ο.Υ. ……, τις οποίες η εναγόμενη επικαλείται και προσκομίζει, δεν αναπληρώνουν την γνωστοποίηση προς την Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία είναι διαφορετική υπηρεσία (πρβλ. ΑΠ 1161/2014 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ), με αποτέλεσμα να τεκμαίρεται ότι οι επίδικες συμβάσεις, δυνάμει των οποίων ο ενάγων πρόσφερε τις παραπάνω υπηρεσίες του για λογαριασμό της εναγόμενης, για διάστημα που κάθε φορά υπερέβαινε τους εννέα (9) μήνες, είχαν εξαρτημένο χαρακτήρα, στοιχείο που δεν αναιρεί ούτε το γεγονός ότι η εναγόμενη ακολούθησε την εργασιακή αυτή πολιτική και με άλλους εργαζομένους της. Το τεκμήριο δε αυτό δεν το ανέτρεψε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, η τελεταία (εναγόμενη). Με βάση όλα όσα προαναφέρθηκαν αποδεικνύεται ότι το γεγονός ότι μεταξύ των διαδίκων υπογράφτηκαν οι ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις μίσθωσης ανεξάρτητων υπηρεσιών, δεν αρκεί για να προσδώσει στην έννομη σχέση που τους συνέδεε τον αντίστοιχο χαρακτηρισμό (των συμβάσεων ανεξάρτητων υπηρεσιών) αφού οι ειδικότερες ως άνω συνθήκες καθώς και ο τρόπος κατά τον οποίο ο ενάγων τις παρείχε συνάδουν με αυτές της εξαρτημένης εργασίας, δεδομένου ότι στην προκειμένη περίπτωση συντρέχει το αναγκαίο για τον χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως εξαρτημένης εργασίας στοιχείο της υποβολής του ενάγοντα σε νομική, ουσιαστική και ιδίως ποιοτική εξάρτηση από το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγόμενης. Εκτός δε του ότι, όπως προέκυψε, από την αρχή την πρόσληψής του ο ενάγων εργάστηκε για λογαριασμό της εναγόμενης καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που η εργασιακή αυτή σχέση λειτούργησε ανελλιπώς, χωρίς, δηλαδή, καμία ενδιάμεση διακοπή, το ίδιο το αντικείμενο της εργασίας αυτού (ενάγοντα) αφορούσε στην κάλυψη των λειτουργικών αναγκών της επιχείρησής της, που συνίσταντο στην προώθηση και την πώληση των προϊόντων εμπορίας της και οι οποίες δεν ήταν ούτε προσωρινές ούτε έκτακτες, αλλά μόνιμες, καθώς αφορούν νευραλγικό τομέα της εμπορικής της δραστηριότητας. Έτσι, ο μόνιμος χαρακτήρας των αναγκών που κάλυπτε ο ενάγων καθιστά αδικαιολόγητο τον ισχυρισμό της εναγόμενης εταιρείας ότι οι προπαρατεθείσες συμβάσεις είχαν τον χαρακτήρα συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, αφού η εν τοις πράγμασι εφαρμογή και εκπλήρωσή τους είχε να κάνει με την παροχή συγκεκριμένης εργασίας, διαρκούς προοπτικής, με αποτέλεσμα η προσδιορισθείσα κατά τα ανωτέρω εκάστοτε διάρκειά της να μην δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος και το σκοπό της εργασίας που ο ενάγων παρείχε, αλλά ούτε και από κάποιον άλλο αντικειμενικό λόγο, απορριπτομένων, ως εκ τούτου, των όσων αντιθέτως η εναγόμενη ισχυρίστηκε σχετικώς πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει στα πλαίσια της παρούσας δίκης. Ενόψει αυτών και σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο ενάγων, που τελούσε υπό καθεστώς εξάρτησης από την εναγόμενη παρείχε από την 1.8.2013 τις υπηρεσίες του για λογαριασμό της τελευταίας με μία – ενιαία – σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, όπως βασίμως ο συγκεκριμένος διάδικος ισχυρίστηκε με την αγωγή του. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που έκρινε διαφορετικά, ότι, δηλαδή, κατά το χρονικό διάστημα από την 1.8.2013 έως την 3.9.2018 ο ενάγων συνδεόταν με την εναγόμενη εταιρεία με διαδοχικές συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, ότι επιπλέον, η αμοιβή αυτού (ενάγοντα) ανερχόταν εξ αρχής σε ποσοστό, μόνον, επί των πωλήσεων που ο εν λόγω διάδικος επιτύγχανε καθώς και ότι αυτός δεν παρείχε τις υπηρεσίες του αδιάλειπτα, δεχόμενο, αντιθέτως, ότι ο ενάγων δεν εργάστηκε κατά τα χρονικά διαστήματα από την 10.7.2015 έως τις 31.12.2015 και από τις 30.6.2018 έως τις 3.9.2018, έσφαλε κατά την εφαρμογή του νόμου καθώς και κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βασίμως ο ενάγων – εκκαλών υποστηρίζει με τους πρώτο και δεύτερο λόγους καθώς και με το σχετικό σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσής του.

Περαιτέρω ο ίδιος ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του ότι τις εβδομάδες που αυτός εργαζόταν εντός Αττικής (δύο εβδομάδες) δεν υπήρχαν αξιόλογες υπερβάσεις του ημερήσιου ωραρίου του, καθώς η ημερήσια απασχόλησή του τις εβδομάδες αυτές δεν υπερέβαινε το οκτάωρο. Όσον αφορά τη μία εβδομάδα (στις τρεις) που ο εν λόγω διάδικος εργαζόταν στην επαρχία, μεταβαίνοντας κατ’ εντολή της εναγόμενης εταιρείας στις παραπάνω επαρχιακές πόλεις ευθύνης του, παρά τα όσα αντιθέτως αυτός υποστηρίζει στην αγωγή του, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε ότι μεταξύ των διαδίκων υπήρξε συμφωνία κατά την οποία θα αποτελούσε χρόνο εργασίας ο χρόνος μετάβασης όπως και ο χρόνος επιστροφής αυτού (ενάγοντα) από τις παραπάνω, εκτός Αττικής, περιοχές, δεδομένου ότι κανένα σχετικό έγγραφο δεν προσκομίστηκε ούτε και κάποιος από τους μάρτυρες που εξετάστηκαν με την επιμέλεια του συγκεκριμένου διαδίκου αναφέρθηκε σε τέτοιου είδους συμφωνία. Για το λόγο αυτό, οι ώρες που ο ενάγων δαπανούσε για τις μετακινήσεις του από και προς τις παραπάνω περιοχές που εξυπηρετούσε ως περιοδεύων πωλητής, δεν θα ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της καθ’ υπέρβαση του νόμιμου ημερήσιου ωραρίου του απασχόλησής του και των συναφώς αιτούμενων αγωγικών κονδυλίων. Κατά την διάρκεια, όμως, των εβδομάδων τις οποίες αυτός μετέβαινε στην επαρχία, ο ενάγων είχε βεβαρυμένο πρόγραμμα, διότι έπρεπε να προσαρμόσει το ημερήσιο ωράριό του κατά τρόπο ώστε, λαμβανομένου υπόψη του εβδομαδιαίου και ημερήσιου ωραρίου λειτουργίας των φαρμακείων, κυρίως, εντός των πέντε (5) εργάσιμων ημερών, που αυτός είχε κάθε φορά στην διάθεσή του, να προλάβει να επισκεφθεί όσους περισσότερους μπορούσε από τους πελάτες των αντίστοιχων περιοχών, με αποτέλεσμα να απασχολείται τις εβδομάδες αυτές, πέραν των εννέα (9) ωρών και συγκεκριμένα επί δέκα (10) περίπου ώρες ημερησίως. Σαφής για τα ανωτέρω είναι η κατάθεση του συναδέλφου του ενάγοντα ……….., ο οποίος απασχολήθηκε και εκείνος για λογαριασμό της εναγόμενης με την ίδια ιδιότητα (του περιοδεύοντος πωλητή, δηλαδή) επί εννέα περίπου μήνες το έτος 2015 και, επομένως, έχει άμεση αντίληψη των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο ενάγων εργαζόταν όταν μετέβαινε στην επαρχία. Εργαζόμενος κάτω από τις ανωτέρω συνθήκες ο ενάγων απασχολούνταν, τότε πέραν των σαράντα (40) ωρών εβδομαδιαίως. Για την απασχόλησή του από την 41η ώρα μέχρι και την 45η ώρα, που συνιστά υπερεργασία, ο εν λόγω διάδικος έπρεπε να λάβει το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20%. Συνεπώς, για την απασχόλησή του αυτή ο ενάγων, για το χρονικό διάστημα από την 1.1.2014 μέχρι τις 31.5.2019, δικαιούνταν [(94 εβδομάδες X 5 ώρες υπερεργασίας/εβδομάδα =) 470 ώρες υπερεργασίας και (37,13 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθο X 6 : 40 =) 5,57 ευρώ το ωρομίσθιο, επομένως (5,57 X 20% =) 1,11, οπότε (5,57 + 1,11 =) 6,68 ευρώ το ωρομίσθιο υπερεργασίας X 470 ώρες =] 3.139,6 ευρώ. Κατά τα λοιπά, για το υπερβάλλον των 45 ωρών εβδομαδιαίως, προκύπτει ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, αμειβόμενη με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80%, καθόσον, λόγω και του διαφορετικού τυπικού χαρακτηρισμού από πλευράς της εναγόμενης της συνδέουσας τους διαδίκους σχέσης, η τελευταία δεν τηρούσε τις νόμιμες διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, δηλαδή αναγγελία της υπερωριακής αυτής εργασίας στην Επιθώρηση Εργασίας, τήρηση ειδικού βιβλίου υπερωριών και λήψη σχετικής άδειας. Βάσει δε του αποδεδειγμένου ως άνω ωραρίου εργασίας του, ο ενάγων, για την απασχόλησή του πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως τις παραπάνω ημέρες, δικαιούνταν για το ίδιο, ως άνω, χρονικό διάστημα [470 εργάσιμες ημέρες X 1 ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας/ημέρα =) 470 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωριών και εφόσον 5,57 ευρώ το ωρομίσθιο, σύμφωνα με τα παραπάνω, (5,57 X 80% =) 4,47 ευρώ, επομένως (5,57 + 4,47 =) 10,04 ευρώ το ωρομίσθιο της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, δηλαδή (470 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας X 10,04 ευρώ =)] 4.718,8 ευρώ. Εκτός των ανωτέρω ο ενάγων δικαιούνταν επιπλέον : 1) για επιδόματα εορτών Πάσχα το ποσό των (37,13 ευρώ το ημερομίσθιο X 15 ημερομίσθια =) 556,95 ευρώ για καθένα από τα έτη 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018 και συνολικώς το ποσό των (556,95 ευρώ X 5 =) 2.784,75 ευρώ, 2) για δώρα εορτών Χριστουγέννων των ίδιων, ως άνω, ετών, το ποσό των (37,13 ευρώ ημερομίσθιο X 25 ημερομίσθια =) 928,25 ευρώ και το ποσό αυτό προσαυξημένο με την αντίστοιχη αναλογία του επιδόματος άδειας, άρα (928,25 X 0,04166 =) 38,67, οπότε (928,25 + 38,67 =) 966,92 ευρώ, δεδομένου ότι η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται στα δώρα εορτών μία φορά το χρόνο (βλ. Κ. Λαναρά Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, εκδ. 2005 σελ. 545 όπου και παραπομπή σε ΑΠ (690/78 ΕΕργΔ 37.818, ΕφΘεσ 117/1990 ΔΕΝ 1991.759, εκτός δε αυτών βλ. ΕφΘεσ 1130/1998 Αρμ 1998.719)˙ επομένως, για δώρα εορτών Χριστουγέννων των ετών 2014, 2015, 2016, 2017 και 2018 ο ενάγων δικαιούνταν συνολικώς το ποσό των (966,92 ευρώ X 5 =) 4.834, 6 ευρώ και δ) για επιδόματα άδειας των αντίστοιχων ετών το ποσό των (37,13 ευρώ το ημερομίσθιο X 13 =) 482,69 ευρώ και επομένως (482,69 ευρώ X 4 έτη =) 1.930,76 ευρώ για τα έτη 2014, 2015, 2016 και 2017 ο ενάγων συνομολογεί ότι ως επίδομα άδειας του έτους 2018 του καταβλήθηκε το ποσό των 314,48 ευρώ, οπότε, για το έτος αυτό δικαιούνταν να λάβει επιπλέον το ποσό των (482,69 – 314,48 =) 168,21 ευρώ και συνολικώς, για την αιτία αυτή (ως επιδόματα άδειας, δηλαδή) (1.930,76 + 168,21 =) 2.098,97 ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που απέρριψε τις αγωγικές αυτές αξιώσεις, κρίνοντας ότι τα αιτήματα για καταβολή επιδομάτων εορτών και αδείας έως τις 3.9.2018 καθώς και για την καταβολή των αμοιβών που αντιστοιχούσαν σε υπερεργασία και παράνομη υπερωρία του ίδιου χρονικού διαστήματος, ως προς το τμήμα τους που είχαν κριθεί νόμιμα, έπρεπε να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ’ ουσίαν, καθόσον, για την βασιμότητά τους, απαιτούνταν η κατάρτιση και λειτουργία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, η οποία, κατά το σκεπτικό αυτού (πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου) δεν αποδείχτηκε και δεδομένου ότι στη σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων υπηρεσιών, που, αντιθέτως, κρίθηκε ότι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, έσφαλε, όπως βασίμως ο ενάγων – εκκαλών υποστηρίζει με το σχετικό σκέλος του τρίτου λόγου της έφεσής του. Ενόψει δε των ανωτέρω και σε συνέχεια αυτών, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που κατά τα λοιπά απέρριψε ως αναπόδεικτες τις αγωγικές αξιώσεις του τελευταίου για την καταβολή σ’ αυτόν των αμοιβών για τις παρασχεθείσες εκ μέρους του υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρίες του χρονικού διαστήματος από την 3.9.2018 και μετέπειτα, μέχρι, δηλαδή την λύση της μεταξύ των διαδίκων εργασιακής σχέσης, έσφαλε, όπως βασίμως ο εν λόγω διάδικος υποστηρίζει με τα αντίστοιχα σκέλη του αυτού ως άνω (τρίτου) λόγου της έφεσής του. Κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 3, 174, 180, 679 ΑΚ, 8 ν. 2112/1920, όπως ερηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 παρ. 1 α.ν. 547/1937, 3 α.ν. 1843/1939, 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945, 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 και 14 α.ν. 551/1914, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, δεν συγχωρείται και, συνεπώς, είναι άκυρη η παραίτηση του εργαζομένου από το δικαίωμα, να λάβει τα, κατά το νόμο, ελάχιστα όρια των αποδοχών του, καθώς και η παραίτηση από άλλα δικαιώματα του, τα οποία απορρέουν από τη σχέση εργασίας και αναγνωρίζονται από κανόνες δημοσίας τάξεως, όπως, πλην του μισθού, το δικαίωμα απολήψεως επιδομάτων εορτών και αδείας και αποδοχών αδείας, ανεξαρτήτως αν η οικεία αξίωση έχει ή δεν έχει ακόμη γεννηθεί, οπότε, στην πρώτη περίπτωση, η παραίτηση έχει το χαρακτήρα αφέσεως χρέους κατά την έννοια του άρθρου 454 ΑΚ (ΑΠ 1228/83 ΕλλΔνη 36.159). Περαιτέρω, ενόψει των ανωτέρω και των διατάξεων των άρθρων 397 εδ. β’, 416 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκειμένου να αποτραπεί η καταστρατήγηση των διατάξεων των εργατικών νόμων ως προς την ελάχιστη προστασία των εργαζομένων, πρέπει, ως προς την εξόφληση των απαιτήσεών τους, να διαλαμβάνεται στη σχετική ένσταση, για το ορισμένο αυτής, όχι μόνο το ποσό, το οποίο κατεβλήθη συνολικά στον εργαζόμενο για την παρασχεθείσα εργασία του, αλλά και τα επί μέρους ποσά, τα οποία καταβλήθηκαν σ’ αυτόν για κάθε αιτία, διότι μόνο με τις διευκρινίσεις αυτές είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος (ΑΠ 639/88 ΕλλΔνη 30.560). Τα ανωτέρω δε στοιχεία, ενόψει και των διατάξεων του άρθρου 424 ΑΚ, θα πρέπει να αναφέρει και η εξοφλητική απόδειξη, την οποία δικαιούται να αξιώσει ο εργοδότης από τον εργαζόμενο κατά την πληρωμή των αποδοχών του, θα πρέπει δηλαδή αυτή να είναι αναλυτική, ήτοι : να αναφέρει τα επί μέρους ποσά, τα οποία απαρτίζουν τις καταβληθείσες αποδοχές του εργαζομένου, καθώς επίσης και οι αιτίες καταβολής τους. Αντιθέτως, η εξοφλητική απόδειξη, η οποία δεν είναι αναλυτική, δεν καθορίζει δηλαδή τις οφειλόμενες και τις καταβληθείσες τελικά αποδοχές του εργαζομένου, είναι αόριστη και δεν λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο (ΑΠ 24/2000 ΕλλΔνη 41.720, ΕφΙωαν 419/2005 ΝοΒ 2006.1534, όπου και το σύνολο των αμέσως προηγούμενων παραπομπών, εκτός δε αυτής βλ. ΕφΠειρ 743/2015, ΕφΠειρ 193/2015, ΕφΠειρ 131/2016 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 4 του ν.δ/τος 4020/1959 θεωρείται άκυρη κάθε συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτών, με την οποία οι αξιώσεις από υπερωριακή απασχόληση (βασική αντιμισθία και προσαύξηση) θα καλύπτονται από τις καταβαλλόμενες υπέρτερες των νομίμων αποδοχές. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, προκειμένου περί αμοιβής για υπερεργασία δεν αποκλείεται ο συμβατικός καταλογισμός του υπέρτερου καταβαλλομένου συμβατικώς μισθού. Συνεπώς, μόνο για την υπερωριακή απασχόληση απαγορεύεται ο συμβατικός καταλογισμός των υπέρετερων των νομίμων αποδοχών στην αμοιβή για την απασχόληση αυτή (ΑΠ 1915/2011, ΑΠ 645/2010, ΑΠ 429/2010, ΑΠ 1129/2007). Για να είναι ορισμένη, η υποβαλλόμενη από τον εναγόμενο εργοδότη ένσταση συμψηφισμού (καταλογισμού) των αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από την σύμβαση εργασίας, πρέπει να αναφέρεται ρητώς η καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων, συμφωνία περί καταλογισμού, το ακριβές περιεχόμενό της, ο τρόπος καταβολής της αξιώσεως, το χρονικό διάστημα που αφορά και οι αιτίες καταβολής του οφειλόμενου χρηματικού ποσού (βλ. ΑΠ 529/2016 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ, όπου και οι αμέσως προηγούμενες παραπομπές, εκτός δε αυτής βλ. ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 924/2019 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα με επίκληση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και από τις προτάσεις που κατατέθηκαν από πλευράς της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητης εταιρείας στα πλαίσια της πρωτοβάθμιας δίκης, προκύπτει ότι εκ μέρους της τελευταίας είχε προταθεί, κατ’ αρχήν, ισχυρισμός περί εξόφλησης. Ειδικότερα, η εναγόμενη – εφεσίβλητη ισχυρίστηκε, επικουρικώς – σε περίπτωση, δηλαδή, που ήθελε κριθεί ότι η μεταξύ των διαδίκων σχέση ήταν αυτή της εξαρτημένης εργασίας – και όπως το περιεχόμενο του οικείου ισχυρισμού της εκτιμάται, ότι ακόμη και στην περίπτωση που γινόταν δεκτό ότι ο ενάγων δικαιούνταν ποσό επιπλέον του κατώτατου νόμιμου μισθού και συγκεκριμένα μισθό αντίστοιχο αυτού της πρόσληψής του, προσδιοριζόμενου ύψους 722,08 ευρώ καθαρά μηνιαίως, ο εν λόγω διάδικος θα είχε λάβει, μέχρι τον Ιούλιο του έτους 2018, αντιστοίχως, το ποσό των 4.321,998 ευρώ για το διάστημα από τον Αύγουστο του έτους 2013 έως τις 31.12.2013, το ποσό των 10.196,97 ευρώ για καθένα από τα έτη 2014, 2015, 2016 και 2017 και το ποσό των 6.138,63 ευρώ, έως τον Ιούλιο του έτους 2018, συνολικώς δε το ποσό των 51.268,49 ευρώ, ενώ, παραπέμποντας στα προσκομισθέντα αποδεικτικά καταθέσεων των προμηθειών και των λοιπών παροχών που αυτός (ενάγων) έλαβε κατά τα αντίστοιχα πιο πάνω χρονικά διαστήματα η εναγόμενη υποστηρίζει ότι, αντί του παραπάνω συνολικού ποσού, ο ενάγων τελικώς έλαβε το συνολικό ποσό των 6.612 ευρώ για την περίοδο από τον Αύγουστο του έτους 2013 έως τις 31.12.2013, το ποσό των 15.332 ευρώ για το έτος 2014, το ποσό των 13.196 ευρώ για το έτος 2015, το ποσό των 15.126 ευρώ για το έτος 2016, το ποσό των 11.400 ευρώ για το έτος 2017 και το ποσό των 6.560 ευρώ για το έτος 2018 και έως τον Αύγουστο του έτους αυτού, συνολικώς δε το υπέρτερο ποσό των συνολικώς 66.631,45 ευρώ, με αποτέλεσμα οι αγωγικές αξιώσεις αυτού (ενάγοντα) να έχουν εξοφληθεί. Ο αμέσως προηγούμενος ισχυρισμός, όμως, απαραδέκτως προτάθηκε πρωτοδίκως καθόσον ως ένσταση εξόφλησης είναι αόριστος, διότι για την πληρότητά της δεν αναφέρονται ούτε τα επί μέρους καταβληθέντα στον ενάγοντα ποσά, ούτε η αιτία της καταβολής τους αλλά ούτε και το συνολικώς καταβληθέν προς εξόφληση των ανωτέρω αξιώσεών του ποσό. Ενώ δε η εναγόμενη ως εφεσίβλητη δικαιούται κατά το άρθρο 527 εδ. α’ του ΚΠολΔ να προτείνει στην κατ’ έφεση δίκη με τις προτάσεις της νέους πραγματικούς ισχυρισμούς, που δεν είχαν προταθεί πρωτοδίκως ή είχαν προταθεί τότε αόριστα, εφόσον συντελούν σε απόκρουση της έφεσης και υποστήριξη του διατακτικού της εκκαλούμενης απόφασης (βλ. ΑΠ 1630/1983 ΝοΒ 1984.1367, ΑΠ 765/1988 ΕΕΝ 1989.387, ΕφΔωδ 172/2013 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 10372/1986 ΝοΒ 1987.555, ΕφΑθ 9772/1991 Αρμ 1992.134, ΕφΑθ 478/2004 ΕλλΔνη 2008.603, ΕφΛαρ 109/2004 Δικογραφία 2004.445), όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση, προτείνοντας την αμέσως προηγούμενη ένσταση με τις προτάσεις της εκ νέου, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, παραλείπει και πάλι να παραθέσει τα απαιτούμενα για την πληρότητά της παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία, με αποτέλεσμα ο οικείος ισχυρισμός να κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Για την ταυτότητα δε του λόγου (ως αόριστος, δηλαδή), απορριπτέος είναι σύμφωνα με τα παραπάνω και ο επιβοηθητικός ισχυρισμός της συγκεκριμένης διαδίκου (εναγόμενης), σύμφωνα με τον οποίο αυτή ζήτησε τον συμψηφισμό κάθε αξίωσης του ενάγοντα, που θα κρινόταν βάσιμη, με τα ποσά που κατά τα παραπάνω του καταβλήθηκαν, εφόσον για την πληρότητά του η εναγόμενη – εφεσίβλητη δεν ανέφερε ούτε την ύπαρξη σχετικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, ούτε τα καταλογισθέντα στην αμοιβή καθεμίας από τις αντίστοιχες αξιώσεις ποσά, ούτε τις αιτίες αλλά ούτε και τον χρόνο κατά τον οποίο τα σχετικά ποσά καταβλήθηκαν στον ενάγοντα – εκκαλούντα. Στη συνέχεια προέκυψε ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας δεν εξελίχθηκε ομαλά, καθώς στις 31.5.2019 ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης εταιρείας προέβη στην καταγγελία της, που, όπως ο ενάγων ισχυρίστηκε με την αγωγή του, είναι άκυρη, κατ’ αρχήν, λόγω μη συνδρομής βάσιμου, για την πραγματοποίησή της, λόγου, που να συνδέεται είτε με την εργασιακή του ικανότητα καθώς και την εν γένει συμπεριφορά του ως εργαζόμενου, είτε με τις λειτουργικές ανάγκες της επιχείρησης. Όπως, όμως, αναφέρθηκε στη σχετικώς προεκτεθείσα νομική σκέψη, η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλου τινός καταχρηστική, και αυτό τόσο πριν όσο και μετά την κύρωση του Αναθεωρημένου Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Χάρτη (βλ. ΕφΘεσ 853/2020 ο.π.). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα, περί αναγνώρισης, δηλαδή, της ακυρότητας της ως άνω καταγγελίας, κατά το τμήμα του που αυτό επιχειρήθηκε να στηριχθεί στην έλλειψη αντικειμενικής για την πραγματοποίησή της αιτίας, συνδεόμενης είτε με τον ίδιο τον ενάγοντα ως εργαζόμενο, είτε με το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησης της εναγόμενης, ορθά εφάρμοσε και ερμήνευσε το νόμο, απορριπτομένου, ως εκ τούτου, του σχετικού σκέλους του τέταρτου λόγου της έφεσης. Επιπλέον, ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η γενόμενη ως άνω καταγγελία πάσχει ακυρότητα λόγω της μη τήρησης της προσαπαιτούμενης για το κύρος της προϋπόθεσης της σύγχρονης καταβολής σ’ αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Η γενόμενη ως άνω καταγγελία πραγματοποιήθηκε πράγματι χωρίς για την εγκυρότητά της να τηρηθεί η σωρευτικώς απαιτούμενη τυπική προϋπόθεση της ταυτόχρονης καταβολής στον ενάγοντα της νόμιμης αποζημίωσης για την αιτία αυτή. Για το λόγο αυτό, η παραπάνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα – εκκαλούντα είναι άκυρη και δεν παράγει γι’ αυτόν έννομα αποτελέσματα, όπως βασίμως ο εν λόγω διάδικος ισχυρίστηκε. Εφόσον δε ο ενάγων – εκκαλών αποδεικνύει την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, η καταγγελία αυτή υποδηλώνει την άρνηση του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης να δεχθεί στο μέλλον τις προσφερόμενες από τον απολυθέντα (ενάγοντα – εκκαλούντα) υπηρεσίες – στοιχείο που ως εκ περισσού διαλαμβάνεται στο αγωγικό δικόγραφο, αφού, επιπλέον, στην άκυρη αυτή καταγγελία εμπεριέχεται αυτονόητα και δήλωση βούλησης της εναγόμενης – εφεσίβλητης να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του ενάγοντα – εκκαλούντα (βλ. ΑΠ 364/1995 ΔΕΝ 51.924). Ως εκ τούτου, η εναγόμενη κατέστη αντιστοίχως υπερήμερη ως προς την αποδοχή της εργασίας του τελευταίου, οπότε υποχρεούται πλέον να του καταβάλει τις οικείες αποδοχές. Η τελευταία (εναγόμενη) από την πλευρά της υποστήριξε ότι ο ενάγων επέδειξε αιφνιδίως ανεξήγητη αλλαγή στην συμπεριφορά του, με αποτέλεσμα, από ικανότατος πωλητής, να μετατραπεί σε αναποτελεσματικό υπάλληλο, ο οποίος, παρά τις συνεχείς παραινέσεις και προειδοποιήσεις του διαχειριστή της, δεν εννοούσε να συμμορφωθεί σ’ αυτές αλλά ούτε και στις νέες επιταγές της εργασίας του, έτσι ώστε αφότου καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η συμπεριφορά του να υποδηλώνει την βούλησή του να λυθεί η εν λόγω σύμβαση. Συγκεκριμένα, η εναγόμενη τόσο πρωτοδίκως όσο και στα πλαίσια της παρούσας δίκης, υποστήριξε ότι, εν αντιθέσει με τη συνέπεια που ο ενάγων είχε επιδείξει μέχρι τότε, από την ημέρα που αυτός προσλήφθηκε (με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, την 3.9.2018), παρουσίασε πλήρη μεταστροφή στην εν γένει συμπεριφορά του προς την εταιρεία και τον διαχειριστή της καθώς και πτώση της επαγγελματικής του απόδοσης. Ότι, ειδικότερα, ο εν λόγω διάδικος έπαψε να προβαίνει ακόμη και σε εκείνες τις πράξεις ενημέρωσης στις οποίες προέβαινε ως πωλητής με το προηγούμενο καθεστώς απασχόλησης και ότι παρ’ ότι του εξηγήθηκε ότι η εταιρεία επιθυμούσε πλέον να έχει πλήρη έλεγχο των κινήσεών του και της εργασίας του, ο ενάγων φερόταν αγενώς και δεν επικοινωνούσε καν με τους υπεύθυνους της εταιρείας, αναφέροντας (η εναγόμενη) χαρακτηριστικά ότι, εν μέσω του ωραρίου του, είχε κλειστό το τηλέφωνό του και η εταιρεία αγνοούσε που βρισκόταν. Ότι, παρ’ότι, επιπλέον, του γίνονταν επανειλημμένως συστάσεις και υποδείξεις από τον διαχειριστή της εναγόμενης, που δεν ήθελε να διακινδυνεύσει τη μείωση των πωλήσεών της ή την απώλεια σταθερών πελατών της, ο ενάγων, παρά τις αντίθετες υποσχέσεις του, δεν συμμορφωνόταν αλλά, συμπεριφερόμενος σαν να επεδίωκε την οριστική μεταξύ των διαδίκων ρήξη, συνέχιζε να ενεργεί σαν ελεύθερος επαγγελματίας, δεν ανεχόταν την εποπτεία και τον έλεγχο από την εταιρεία, ούτε προέβαινε στις ενδεδειγμένες ενέργειες, υιοθετώντας παράλληλα μία αγενή συμπεριφορά που έτεινε να παγιωθεί. Ότι, συνέπεια των ανωτέρω ήταν η μεγάλη πτώση των παραγγελιών των καταστημάτων ευθύνης του (ενάγοντα) καθώς και η έκφραση παραπόνων των οποίων η εναγόμενη έγινε αποδέκτης, με αποτέλεσμα η εν λόγω διάδικος να αναγκαστεί να προβεί την παραπάνω ημερομηνία στη λύση της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης εργασίας. Αναφορικά με τα ανωτέρω, όμως, τα όσα γενικόλογα κατέθεσαν σχετικά ο μάρτυρας που εξετάστηκε με την επιμέλειά της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου καθώς και ο …………., που απασχολείται κι αυτός ως περιοδεύων πωλητής για λογαριασμό της εναγόμενης, εξεταζόμενος ο τελευταίος ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δεν επιβεβαιώθηκαν από κανένα άλλο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι η εναγόμενη, παρά τις σχετικές νύξεις της για αναποτελεσματικότητα της εργασίας του καθώς και για επίδειξη ολιγωρίας κατά την παροχή της, όταν η σχετική εργατική διαφορά συζητήθηκε ενώπιον της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας, πέραν της κατάθεσης των ως άνω μαρτύρων της, δεν προσκομίζει κανένα σχετικό έγγραφο του διαχειριστή της ή άλλου αρμόδιου υπαλλήλου της, που να απευθύνθηκε στον ενάγοντα και με το οποίο να καταλογίζεται στον τελευταίο συγκεκριμένη αντισυμβατική συμπεριφορά του ή από το οποίο να προκύπτει ότι επ’ αφορμής των παραπάνω αιτιάσεών της ο εν λόγω διάδικος (ενάγων) είχε την οποιαδήποτε επίπτωση ή υπέστη κάποια υπηρεσιακή κύρωση. Αντιφατικά δε με όσα τώρα η ίδια (εναγόμενη) ισχυρίζεται και συγκεκριμένα παρ’ ότι, κατά τους ισχυρισμούς της ο ενάγων φέρεται ότι μετέβαλε στάση από τότε που μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε πλέον και τυπικά σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου (3.9.2018) και ότι έκτοτε δεν ανταποκρινόταν με επάρκεια στα εργασιακά του καθήκοντα, η εργοδότρια εξακολούθησε να τον απασχολεί καθ’ όλο το υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι τις 31.5.2019, αποδεικνύοντας, έτσι, έμπρακτα, ότι ο ενάγων ανταποκρινόταν κατά τον προσήκοντα τρόπο στις υποχρεώσεις του ως εργαζόμενος, όπως, άλλωστε έπραττε καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που λειτούργησε η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας, καθώς, στην αντίθετη περίπτωση και όπως λογικά θα αναμενόταν, η εναγόμενη θα είχε καταγγείλει έκτοτε τη σύμβαση εργασίας του και δεν θα ανέμενε να προβεί στην λύση της μετά την παρέλευση τόσων μηνών διατηρώντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, στην υπηρεσία της έναν επιζήμιο για την επιχείρηση αλλά και για τα συμφέροντά της εργαζόμενο. Ενόψει των ανωτέρω και ελλείψει οποιουδήποτε στοιχείου που να καταδεικνύει αντισυμβατική συμπεριφορά αυτού πολύ δε περισσότερο ότι σκοπίμως ο ενάγων μετήλθε τέτοιου είδους συμπεριφορά, προκειμένου να εξαναγκάσει την εναγόμενη να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του – αφού, εκτός των προαναφερθέντων, δεν εξηγείται με ποια λογική ο τελευταίος θα επεδίωκε να αποχωρήσει από την εργασία του, που αποτελούσε το μοναδικό μέσο βιοπορισμού του, παραμένοντας, έτσι, άνεργος, με ό,τι η κατάσταση αυτή θα συνεπαγόταν για την εν γένει συντήρηση του ίδιου και της οικογένειάς του – ο σχετικός ισχυρισμός που η εναγόμενη προέβαλε πρωτοδίκως και επαναλαμβάνει ως εφεσίβλητη με τις προτάσεις που κατέθεσε στα πλαίσια της παρούσας δίκης, εκτός των άλλων, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, αντιθέτως, έκρινε ότι η από 31.5.2019 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα – εκκαλούντα έλαβε χώρα νόμιμα και στο πλαίσιο του καλώς νοούμενου συμφέροντος της εναγόμενης – εφεσίβλητης εργοδότριάς του, αποδίδοντας αυτή (καταγγελία της σύμβασης εργασίας του) στην πλημμελή και μη προσήκουσα άσκηση των συμβατικών υποχρεώσεων αυτού (ενάγοντα), σύμφωνα με τα ειδικότερα διαληφθέντα στο σκεπτικό της εκκαλούμενης απόφασής του, έσφαλε όπως βασίμως ο συγεκριμένος διάδικος (ενάγων – εκκαλών) υποστηρίζει με τα αντίστοιχα σκέλη του τέταρτου λόγου της έφεσής του. Τέλος, κατά το άρθρο 656 εδ. β’ ΑΚ ο υπερήμερος εργοδότης έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον οφειλόμενο μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού. Το, από τη διάταξη αυτή, δικαίωμα του εργοδότη ασκείται με ένστασή του κατά της αγωγής του εργαζομένου. Για να είναι, όμως, ορισμένη η ένσταση αυτή, πρέπει να περιέχει όλα τα περιστατικά από τα οποία προέκυψε η ωφέλεια του μισθωτού στο αντίστοιχο χρονικό διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη, το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε (σε συγκεκριμένο εργοδότη) και το συγκεκριμένο ποσό που αποκόμισε ο μισθωτός. (…) Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει, ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει απ’ αυτόν χωρίς να εργάζεται, τους μσιθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχόλησής του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει (α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, (β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού και (γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε (βλ. ΑΠ 363/2015 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1456/1996 ΑρχΝ 1997.311 και 379). Όπως προκύπτει από τα πρακτικά και τις προτάσεις της εναγόμενης – εφεσίβλητης, η συγκεκριμένη διάδικος, παραθέτοντας την διάταξη του άρθρου 656 εδ. β’ του ΑΚ επιχείρησε να προβάλει κατά τον ίδιο τρόπο (επικουρικά) τον ισχυρισμό για την κατ’ άρθρο 656 εδ. β’ του ΑΚ έκπτωση από τους επιδικασθησόμενους μισθούς υπερημερίας όσων ο ενάγων κέρδισε κατά το επίδικο χρονικό διάστημα της υπερημερίας της από την εργασία του αλλού. Σε συνέχεια των ανωτέρω και υποστηρίζοντας επιπλέον ότι η ίδια (εναγόμενη) δεν είναι σε θέση να γνωρίζει επακριβώς το ποσό που τυχόν ωφελήθηκε ο ενάγων από την εργασία του αλλού, η εναγόμενη ζήτησε την προβλεπόμενη από τα άρθρα 450 και 451 του ΚΠολΔ επίδειξη από πλευράς του ενάγοντα, με την απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος του, των αναγκαίων προς το σκοπό αυτό, κατωτέρω αναφερόμενων εγγράφων, προκειμένου να αποδειχθεί ο συναφής ισχυρισμός της και να αφαιρεθεί η ωφέλεια που ο τελευταίος τυχόν αποκόμισε από την απασχόλησή του αλλού. Πλην όμως, ούτε και ο αμέσως προηγούμενος ισχυρισμός αυτής (εναγόμενης) περιέχει τα αναγκαία για την κατ’ άρθρα 216 και 262 του ΚΠολΔ πληρότητά του στοιχεία, καθόσον ούτε πρωτοδίκως αλλά ούτε και τώρα εκτίθενται το είδος της εργασίας που παρασχέθηκε από πλευράς του ενάγοντα – εκκαλούντα όπως και το συγκεκριμένο ποσό που αυτός αποκόμισε από την απασχόλησή του αλλού. Κατόπιν δε της απόρριψης της οικείας ένστασης, παρέλκει η έρευνα του παραδεκτού και βάσιμου του συνδεόμενου με αυτή (ένσταση) αιτήματος περί επίδειξης εκ μέρους του ενάγοντα βιβλιαρίου ή και βεβαίωσης του Ο.Α.Ε.Δ., αποσπασμάτων λογαριασμού, άλλως βεβαίωσης του ασφαλιστικού του ταμείου που να αφορούν την χρονική περίοδο από την απόλυση αυτού (ενάγοντα) και μετέπειτα. Έτσι, σαν μισθός, στον ενάγοντα – εκκαλούντα οφείλονται για την αμέσως προηγούμενη αιτία (ως μισθοί υπερημερίας, δηλαδή), οι αποδοχές που αυτός θα λάμβανε από την επόμενη της απόλυσής του ημέρα (1.6.2019), μέχρι και τις 30.9.2019, όπως το σχετικό αγωγικό αίτημα κατά τα ανωτέρω περιορίστηκε και ειδικότερα το συνολικό ποσό των [(965,38 ευρώ, που αντιστοιχούν στις (μικτές) αποδοχές του ενάγοντα του τελευταίου, πριν την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, μήνα – το ύψος των οποίων δεν αμφισβητήθηκε ειδικά από πλευράς της εναγόμενης X 4 μήνες =] 3.861,52 ευρώ, κατά παραδοχή της κύριας βάσης της αγωγής. Με το σωρευόμενο αίτημα της επικουρικής βάσης της αγωγής του ο ενάγων και εν προκειμένω εκκαλών ζήτησε επιπλέον να υποχρεωθεί η εναγόμενη – εφεσίβλητη να του χορηγήσει το κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, επιπλέον δε και η διαγωγή αυτού, καταδικαζομένης της τελευταίας σε χρηματική ποινή ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την διαγνωσθησόμενη ως άνω υποχρέωσή της. Πλην όμως, όσον αφορά το αίτημα για απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της εναγόμενης – εφεσίβλητης εταιρείας για την περίπτωση παράβασης του σχετικού διατακτικού της εκδοθησόμενης απόφασης, αυτό ήταν και είναι απαράδεκτο και ως εκ τούτου απορριπτέο, γιατί, για να διαταχθεί τέτοια ποινή, η σχετική αγωγή έπρεπε να στρέφεται και κατά του εκπροσώπου του παραπάνω νομικού προσώπου ατομικά, πράγμα που δεν συμβαίνει εν προκειμένω (βλ. ΑΠ 1134/1990, ΑΠ 127/1987 Δ 18.695, ΑΠ 1618/1998 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠατρ 542/2009 ΑχαΝομ 2009.178, ΕφΛαρ 340/2011 Δικογραφία 2012.56, ΕφΝαυπλ 545/1989 ΕΕργΔ 1990.236). Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, που έκρινε την αγωγή παραδεκτή και νόμιμη κατά το αμέσως προηγούμενο αίτημά της, έσφαλε. Επομένως, πρέπει, έστω και χωρίς την προβολή ειδικού προς τούτο παραπόνου, αφού το Εφετείο έχει την εξουσία να εξετάσει και αυτεπαγγέλτως το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο της αγωγής, λόγω του κατ’ άρθρο 522 ΚΠολΔ μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, δυνάμενο να την απορρίψει ως αόριστη ή μη νόμιμη, ακόμη και όταν ο ενάγων – εκκαλών παραπονείται για την κατ’ ουσία απόρριψή της, να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατά το αντίστοιχο κεφάλαιό της. Περαιτέρω, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση κατά το οικείο τμήμα της και εκδικαζόμενη κατ’ αυτό (άρθρα 535 παρ. 1, 691 παρ. 1 ΚΠολΔ) να απορριφθεί η επικουρική βάση της αγωγής κατά το αντίστοιχο τμήμα της. Ενόψει δε του ότι η προβλεπόμενη από τα άρθρα 678 και 2 του ν. 2112/1920 υποχρέωση του εργοδότη να χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας υπάρχει και κατά την διάρκεια της εργασιακής σχέσης και δεδομένου ότι η κρινόμενη αγωγή κρίνεται βάσιμη κατά την κύρια βάση της, η εναγόμενη – εφεσίβλητη πρέπει να υποχρεωθεί να χορηγήσει στον ενάγοντα – εκκαλούντα πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ικανότητα καθώς και η εμπειρία του στην εργασία που αυτός εκτελεί, επιπλέον δε η εν γένει διαγωγή του, όπως ειδικά αυτός (ενάγων – εκκαλών) ζήτησε (βλ. ΕφΠειρ 404/2006 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ), εφόσον ο εν λόγω διάδικος (ενάγων – εκκαλών) επικαλέστηκε ειδικό, προς το σκοπό αυτό, έννομο συμφέρον, συνιστάμενο στην επιφύλαξή του να διεκδικήσει, πλην των επίδικων, επιπρόσθετων νόμιμων αξιώσεών του έναντι της εναγόμενης – εφεσίβλητης εργοδότριας (βλ. ΕφΠατρ 490/2010 ο.π.), κατά αντίστοιχη παραδοχή του έκτου λόγου της κρινόμενης έφεσης, με τον οποίο προσβάλλεται η ισοδυναμούσα με σιωπηρή απόρριψη παράλειψη του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου να ερευνήσει το αίτημα αυτό της αγωγής.

Σύμφωνα δε με όλα τα ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει, αφού γίνει δεκτή η ασκηθείσα έφεση ως βάσιμη και από ουσιαστικής άποψης (α) να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, όχι μόνο ως προς τα κεφάλαια για τα οποία έγιναν δεκτοί οι λόγοι αυτής, αλλά στο σύνολό της, για το ενιαίο της εκτέλεσης του τίτλου (βλ. Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, εκδ. 2006, σελ. 430, 431), αναγκαίως δε και κατά την διάταξη των δικαστικών εξόδων, που θα καθοριστούν εξ αρχής (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26.642, ΕφΔωδ 305/2005 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΠειρ 91/2004 ΠειρΝομ 2004.160, ΕφΠειρ 701/2012 δημοσίευση σε ΤΝΠ ΔΣΑ, όπου και οι παραπομπές), (β) να κρατηθεί η υπόθεση στο παρόν Δικαστήριο (αρ. 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ), (γ) να δικαστεί η αγωγή κατά τα ως άνω αίτηματά της που κρίθηκαν νόμιμα, (δ) να να γίνει αυτή δεκτή ως προς την κύρια βάση της και στη συνέχεια εν μέρει δεκτή κατά τα προηγουμένως αναφερόμενα αιτήματά της, ειδικότερα δε (ε) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 31.5.2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, (στ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα : 1) το ποσό των 3.861,52 ευρώ ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 1.6.2019 έως και τις 30.9.2019, 2) το ποσό των 3.139,6 ευρώ ως αμοιβή της παρασχεθείσας εκ μέρους του υπερεργασίας, 3) το ποσό των 4.718,8 ευρώ ως αμοιβή της κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησής του, 4) το συνολικό ποσό των 2.784,75 ευρώ για δώρα εορτών Πάσχα των αμέσως προηγούμενων ετών, 5) το συνολικό ποσό των 4.834,6 ευρώ για δώρα εορτών Χριστουγέννων των αυτών ως άνω ετών και 6) το συνολικό ποσό των 2.098,97 ευρώ ως επιδόματα άδειας των ίδιων ετών. Όπως ήδη αναφέρθηκε, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε το κύριο παρεπόμενο αίτημα για τόκους, κατά το τμήμα του που αυτό αφορούσε την αμοιβή που ο ενάγων ζήτησε για την παρασχεθείσα κατ’ εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση. Η διάταξη αυτή της εκκαλούμενης απόφασης όσον αφορά το ως άνω παρεπόμενο αίτημα δεν πλήττεται με ειδικό λόγο έφεσης, καθώς το κεφάλαιο των τόκων αποτελεί αυτοτελές κεφάλαιο (βλ. ΑΠ 2185/2013 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 842/2010 ΕΠΟΛΔ 2010.861, ΕφΠειρ 484/2015 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, όπου και οι τελευταίες παραπομπές). Κατά τα λοιπά, όσον αφορά τα υπόλοιπα επί μέρους επιδικασθέντα ως άνω ποσά, κατά παραδοχή των αντίστοιχων κύριων παρεπόμενων αιτημάτων της αγωγής, αυτά οφείλονται με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τις ακόλουθες διακρίσεις. Ειδικότερα : (α) όσον αφορά τα ανωτέρω επιδικασθέντα ποσά των μισθών υπερημερίας και της υπερεργασίας, τα αντίστοιχα κονδύλια πρέπει να καταβληθούν με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, που συμπίπτει με την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, (β) όσον αφορά τα ποσά των δώρων εορτών Χριστουγέννων και επιδομάτων άδειας, τα αντιστοίχως επιδικασθέντα κονδύλια οφείλονται με το νόμιμο τόκο από την 1.1 κάθε επόμενου έτους εκείνου κατά το οποίο καθένα από αυτά ήταν αντιστοίχως απαιτητό, ενώ (γ) όσον αφορά τα ποσά των δώρων εορτών Πάσχα, τα επί μέρους κονδύλια οφείλονται με το νόμιμο τόκο από την 1.5 καθενός από τα αντίστοιχα έτη κατά το οποίο καθένα από αυτά ήταν απαιτητό (βλ. ΟλΑΠ 39/2002 ΕΕργΔ 2002.1482, ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 233/2004 δημοσίευση σε ΤΝΠ Νόμος, ΟλΑΠ 1682/2000 ΔΕΝ 57.892, ΑΠ 605/1996 ΕλλΔνη 40.112). Επιπλέον (ζ) η εναγόμενη πρέπει να υποχρεωθεί να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ικανότητα καθώς και η εμπειρία στην εκτελούμενη από τον τελευταίο εργασία, επιπροσθέτως δε και η εν γένει διαγωγή αυτού (ενάγοντα). Το αίτημα περί κήρυξης της απόφασής προσωρινώς εκτελεστής είναι εν προκειμένω άνευ αντικειμένου. Τέλος, κατά παραδοχή του σχετικώς υποβληθέντος από πλευράς του ενάγοντα αιτήματος, η εναγόμενη εταιρεία πρέπει να υποχρεωθεί να καταβάλει στον πρώτο μέρος των δικαστικών εξόδων αυτού και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (άρθρα 178, 183 και 191 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμολίαν των διαδίκων την από 30.8.2020, με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ……../………./30.8.2020 στην Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ……../………/2020 στην Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου, έφεση κατά της με αριθμό 805/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμολίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

Δέχεται τυπικά και ουσιαστικά την έφεση.

Εξαφανίζει την με αριθμό 805/2020 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατά την υπόθεση και δικάζει επί της από 23.7.2019 και με αριθμούς έκθεσης κατάθεσης ………/……/2019 αγωγής.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αμέσως προηγούμενη αγωγή.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα της από 31.5.2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα.

Υποχρεώνει την εναγόμενη εταιρεία να καταβάλει στον ενάγοντα, για τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας αιτίες 1) το ποσό των τριών χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα ενός ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (3.861,52), 2) το ποσό των τριών χιλιάδων εκατόν τριάντα εννέα ευρώ και έξι λεπτών (3.139,6), 3) το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων δέκα οκτώ ευρώ και οκτώ λεπτών (4.718,8), 4) το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα πέντε λεπτών (2.784,75), 5) το συνολικό ποσό των τεσσάρων χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα τεσσάρων ευρώ και έξι λεπτών (4.834,6) και 6) το συνολικό ποσό των δύο χιλιάδων ενενήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα επτά λεπτών (2.098,97) και τα επιδικασθέντα ποσά με το νόμιμο τόκο, σύμφωνα με τις διακρίσεις που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της παρούσας, μέχρι την πλήρη εξόφληση, πλην του κονδυλίου που αφορά την αμοιβή για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντα, το οποίο οφείλεται με το νόμιμο τόκο από την επόμενη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την εξόφληση.

Υποχρεώνει την εναγόμενη εταιρεία να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ικανότητα και η εμπειρία του τελευταίου στην εκτελούμενη εκ μέρους του εργασία, επιπροσθέτως δε και η εν γένει διαγωγή αυτού.

Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης ένα μέρος από τα αναλογούντα σ’ αυτή δικαστικά έξοδα του ενάγοντα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 3 Σεπτεμβρίου 2021 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies