Περίληψη: Οικιακοί μισθωτοί. Οικόσιτοι και μη. Η εργασιακή τους σχέση δεν διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για τον χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες αναπαύσεως, υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, επιπλέον δε, δεν ισχύουν γι’ αυτούς τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων των εκάστοτε εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά ο μισθός τους ρυθμίζεται με συμφωνία και, σε περίπτωση που δεν συμφωνήθηκε, οφείλεται ο ειθισμένος μισθός. Ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή κατά του μισθωτού απαγγέλθηκε κατηγορία για οποιοδήποτε αδίκημα, που φέρει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Απαραίτητη προϋπόθεση ωστόσο, για το κύρος της καταγγελίας αυτής είναι η υποβολή της μήνυσης ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει γίνει πριν από την καταγγελία. Προφορική και αζήμια καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Δικαίωμα αδείας του μισθωτού. Δέχεται την έφεση της εργαζόμενης. Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 24.500,70 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ 4ο ΕΡΓΑΤΙΚΑ
Αριθμός Απόφασης 3805/2023
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Εύα Πετρίδου, Εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ελισάβετ Τσιτσικάου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 1.11.2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ………… του …………, κατοίκου ………… Αττικής (οδός ………… αρ. …), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.
ΤΗΣ ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ………… …………, το γένος …………, κατοίκου ………… (οδός ………… αρ. …), τελούσα σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση και νόμιμα εκπροσωπούμενη από τη δικαστική συμπαραστάτριά της ………… του …………, κάτοικο ………… (οδός ………… αριθ. …), η οποία παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννη Χατζόπουλου.
Η ενάγουσα και ήδη καλούσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη ζήτησε να γίνει δεκτή η από 23.6.2016 αγωγή της σε βάρος της εναγόμενης και ήδη καθ’ ης η κλήση – εφεσίβλητης – εκκαλούσας, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό …………/ …………/23.6.2016.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την υπ’ αριθ. …………/2019 απόφασή του (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών/εργατικών διαφορών), δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε: Α) Η ενάγουσα και ήδη καλούσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη με την από 9-7-2019 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό …………/…………/10.7.2019 και σε αντίγραφο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό …………/ …………/10.7.2019 και Β) η εναγόμενη και ήδη καθ’ ης η κλήση – εφεσίβλητη – εκκαλούσα με την από 26.7.2019 έφεσή της, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό …………/…………/29.7.2019 και σε αντίγραφο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό …………/ …………/29.7.2019.
Επί των παραπάνω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6443/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την υπό στοιχεία Β’ έφεση και δέχθηκε την υπό στοιχεία Α’ έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε και δίκασε την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Κατά της δευτεροβάθμιας απόφασης η καθ’ ης η κλήση – εφεσίβλητη – εκκαλούσα άσκησε την από 18.12.2020 αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό …………/…………/21.12.2020.
Επί της αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 473/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2′ Πολιτικού Τμήματος), η οποία αναίρεσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΜονΕφΑθ 6443/2020) και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
Με την από 6.6.2022 κλήση της καλούσας-εκκαλούσας-εφεσίβλητης κατά της καθ’ ης η κλήση – εφεσίβλητης – εκκαλούσας, η οποία κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό …………/…………/6.6.2022, η συζήτηση της υπόθεσης προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο και αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.1. Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1 και 5 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, που αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη, ασκούμενο με τη μορφή της μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί ολόκληρη η οφειλόμενη αποζημίωση. Η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε σε μη τήρηση των προϋποθέσεων αυτών (ήτοι έγγραφο και καταβολή πλήρους αποζημίωσης) είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη για καταγγελία της σύμβασης, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 1107/2000 ΔΕΝ 2001, 339, ΑΠ 380/2000 ΔΕΝ 2000,1442) και θεωρείται σαν να μην έγινε (3, 174, 180 ΑΚ). Η ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζόμενου, που έχει την ευχέρεια, είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει τις αποδοχές του λόγω υπερημερίας του εργοδότη του, προσφέροντας ο ίδιος κανονικά τις υπηρεσίες του, είτε, παραιτούμενος ρητά ή σιωπηρά του δικαιώματος του για προσβολή του κύρους της καταγγελίας, να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να ζητήσει την πλήρη νόμιμη αποζημίωση (ΑΠ 277/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 55/2015 ΔΕΕ 2015,1149, ΑΠ 1900/2005 ΔΕΕ 2006, 815, ΑΠ 548/2000 ΕλΔ 41, 1615). Στην περίπτωση αυτή, της επιδίωξης δηλαδή καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη κατ’ άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ είναι, πλην των άλλων, η απλή αναφορά του περιστατικού της καταγγελίας και του χρόνου που έγινε, χωρίς να είναι αναγκαίο να εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και τα ειδικότερα πραγματικά περιστατικά τα οποία συνιστούν την καταγγελία (ΑΠ 785/2017 ΤΝΠ ΔΣΑ).
Ι.2. Το άρθρο 5 παρ. 1 και 2 του Ν. 2112/1920 ορίζει ότι: «1. Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλη την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι’ αξιόποινον πράξιν διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ’ αυτού κατηγορία δι’ αδίκημα εν γένει, φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. 2. Υπάλληλος απαλλαγείς διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών δικαιούται να ζητήση την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν». Ακόμη, το άρθρο 7 του Ν. 3198/1995, ορίζει τα εξής: «Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ’ αυτών μηνύσεως συμφώνως προς τα υπό της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 2112 ή της παραγράφου 1 του άρθρου 6 του β.δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενα. Εάν όμως επακολούθηση απαλλαγή του μισθωτού διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσιν εφαρμογήν και επ’ αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως». Από τις προαναφερθείσες διατάξεις προκύπτει ότι ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου χωρίς την τήρηση προθεσμίας, αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή κατά του μισθωτού απαγγέλθηκε κατηγορία για οποιοδήποτε αδίκημα, που φέρει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Εν όψει ότι επί απρόθεσμης καταγγελίας η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης είναι συνέπεια της παραμέλησης της συνήθως επιβαλλόμενης από το νόμο προθεσμίας προειδοποίησης, στην προκείμενη περίπτωση, που δεν επιβάλλει ο νόμος τέτοια, δεν υπάρχει και υποχρέωση αποζημίωσης. Απαραίτητη προϋπόθεση ωστόσο, για το κύρος της καταγγελίας αυτής είναι η υποβολή της μήνυσης ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει γίνει πριν την καταγγελία, η δε αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε η μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, ενώ εάν είναι άσχετη, πρέπει να απαγγέλθηκε κατά του μισθωτού κατηγορία και αυτή να φέρει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος (ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1230/2018, ΑΠ 930/2017, ΑΠ 444/2016, ΑΠ 991/2015, ΑΠ 965/2013, ΑΠ 1272/2010, ΑΠ 1214/2004, όλες στην ΤΝΠ ΔΣΑ).
Ι.3. Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 663 ΑΚ, 3 παρ. 1 εδ. γ’ του Β.Δ. της 16/18.7.1920, 1 παρ. 2 του Α.Ν. 539/1945, άρθρου μόνου περ. γ’ του Β.Δ. 376/1971, 2 παρ. 1 περ. δ’ του Β.Δ. 748/1966, 43 του Ν. 1836/1989 και 1 παρ. 1 του Ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οικιακοί μισθωτοί είναι εκείνοι οι οποίοι, με βάση σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, παρέχουν στον εργοδότη τους υπηρεσίες που αφορούν κατά κύριο λόγο τις οικιακές ανάγκες του αλλά και την προσωπική του περιποίηση, ιδίως όταν ο ίδιος αδυνατεί, λόγω ηλικίας ή ασθένειας, να επιμεληθεί του εαυτού του. Όταν οι εργαζόμενοι αυτοί διαμένουν και διατρέφονται στην οικία του εργοδότη τους, χαρακτηρίζονται ως οικόσιτοι οικιακοί μισθωτοί (ΑΠ 1955/2007, ΑΠ 1397/2006). Λόγω της ιδιάζουσας φύσης των υπηρεσιών τις οποίες παρέχουν οι οικιακοί μισθωτοί και των ειδικών περιστάσεων κάτω από τις οποίες παρέχουν αυτές (ήτοι μέσα στο οικιακό περιβάλλον, κάτω από συνθήκες σχέσης εμπιστοσύνης και ειδικής μέριμνας για τον μισθωτό), η εργασιακή τους σχέση δεν διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για τον χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, τις αργίες και τις ημέρες ανάπαυσης, για υπερεργασία και για υπερωριακή εργασία, ενώ δεν ισχύουν γι’ αυτούς τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων που ορίζουν οι εκάστοτε Εθνικές Γενικές Συλλογικές Συμβάσεις Εργασίας αλλά ο μισθός τους ρυθμίζεται με συμφωνία και αν δεν συμφωνήθηκε μισθός οφείλεται ο συνηθισμένος μισθός (ΑΠ 783/2013). Ο συμφωνημένος μισθός μπορεί να καθορίζεται (ως προς το ποσό και τη μορφή του) με ρητή ή σιωπηρή συμφωνία του εργοδότη και του μισθωτού (ΑΠ 1161/2014), ενώ συνηθισμένος μισθός, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 653 ΑΚ, είναι ο μισθός τον οποίο καταβάλλουν συνήθως οι εργοδότες στην ίδια περιοχή, για όμοιες εργασίες, σε εργαζομένους με τα ίδια προσόντα, υπό τις ίδιες συνθήκες και τέτοιος μπορεί να είναι και τα καθοριζόμενα από τις οικείες Σ.Σ.Ε. ή τις Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. κατώτατα όρια μισθών ή και ποσοστό των μισθών αυτών εφόσον συντρέχουν οι παραπάνω προϋποθέσεις, δηλαδή συνηθίζεται η καταβολή του μισθού αυτού από τους εργοδότες υπό τις αντίστοιχες συνθήκες (ΑΠ 1328/2006). Τα προαναφερόμενα σχετικά με τους οικιακούς μισθωτούς δεν μεταβλήθηκαν μετά τις 8.3.1990, οπότε άρχισε να ισχύει ο Ν. 1876/1990 «περί ελευθέρων συλλογικών διαπραγματεύσεων», διότι ναι μεν το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου αυτού ορίζει ότι ο νόμος αφορά όλους όσους εργάζονται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε οποιονδήποτε ημεδαπό ή αλλοδαπό εργοδότη, επιχείρηση, εκμετάλλευση ή υπηρεσία του ιδιωτικού ή δημοσίου τομέα, στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι κατ’ οίκον εργαζόμενοι, πλην όμως, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, κατ’ οίκον εργαζόμενοι είναι οι μισθωτοί οι οποίοι παρέχουν την εργασία τους, όχι στον χώρο που λειτουργεί η επιχείρηση του εργοδότη αλλά στην οικία τους και δεν υπάγονται στην κατηγορία αυτή οι οικιακοί μισθωτοί, οι οποίοι έχουν προσληφθεί να παρέχουν την εργασία τους στην οικία του εργοδότη, είτε διαμένουν και διατρέφονται σε αυτήν είτε όχι. Αυτό συνάγεται και από τα πρακτικά των συζητήσεων της συντακτικής επιτροπής του εν λόγω νόμου, στα οποία, ενώ στην αρχική διατύπωση του άρθρου 1 παρ. 1 αυτού γινόταν ρητή αναφορά στο ότι ο εν λόγω νόμος έχει εφαρμογή και στο οικιακό προσωπικό και στους κατ’ οίκον εργαζομένους, στην τελική διατύπωση της εν λόγω διάταξης η επιτροπή απάλειψε το οικιακό προσωπικό, διότι υπήρχαν αμφιβολίες αν μπορούν να συνάπτονται συλλογικές συμβάσεις εργασίας, αφού δεν υπάρχει αντίστοιχη εργοδοτική οργάνωση. Ωστόσο, ισχύουν και για τους οικιακούς μισθωτούς οι διατάξεις του άρθρου μόνου περ. γ’ του Β.Δ. 376/1971 για την παροχή άδειας με αποδοχές και επιδόματος άδειας, καθώς και οι διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του Ν. 1082/1980 και 4 παρ. 9 της Κ.Υ.Α. 19040/1981 για την παροχή επιδομάτων εορτών (ΑΠ 1591/2017, ΑΠ 1955/2007). Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 2 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ.1 του Ν. 1346/1983 και συνέχεια από το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν. 3302/2004, του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου Α.Ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 4504/1966, του άρθρου 5 παρ. 1 εδ. β’ του ίδιου νόμου, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/1957 και του άρθρου 8 της από 26.1.1977 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που μετά την κύρωσή της με το άρθρο 8 του Ν. 549/1977 έχει ισχύ νόμου, καθώς και από τα άρθρα 5 της από 18.5.1998 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. και 6 της από 23.5.2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., προκύπτει ότι ο απασχολούμενος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, μετά τη συμπλήρωση 12μηνης συνεχούς απασχόλησης στην υπόχρεη επιχείρηση (10μηνης υπό την ισχύ της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. 2002 – 2003, Πράξη Κατάθεσης Υπουργού Εργασίας 19/29.4.2002), αποκτά το δικαίωμα της ετήσιας άδειας με πλήρεις αποδοχές 24 εργάσιμων ημερών και, αν στην επιχείρηση εφαρμόζεται σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, 20 εργάσιμων ημερών, χωρίς να υπολογίζεται σε αυτές η ημέρα της εβδομάδας κατά την οποία δεν απασχολούνται οι εργαζόμενοι λόγω του εφαρμοζόμενου συστήματος εργασίας. Η άδεια αυτή επαυξάνεται κατά μία εργάσιμη ημέρα για κάθε έτος απασχόλησης επιπλέον του βασικού χρόνου μέχρι τις 26 εργάσιμες ημέρες και μέχρι τις 22 εργάσιμες ημέρες για τους μισθωτούς επιχειρήσεων με σύστημα πενθήμερης εβδομάδας εργασίας. Από την 1.1.1999, εργαζόμενοι που έχουν συμπληρώσει υπηρεσία 12 ετών στον ίδιο εργοδότη ή προϋπηρεσία 14 ετών σε οποιοδήποτε εργοδότη και με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, δικαιούνται άδεια 30 εργάσιμων ημερών, αν εργάζονται επί εξαήμερο ή 25 εργάσιμων ημερών αν εργάζονται επί πενθήμερο. Με το άρθρο 6 της από 23.5.2000 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. μειώθηκε η προϋπηρεσία των 14 ετών σε 12 έτη. Η ετήσια αυτή κανονική άδεια του μισθωτού πρέπει να χορηγείται οπωσδήποτε ενιαία μέσα στο έτος το οποίο αφορά και επιτρέπεται η κατάτμησή της σε δυο χρονικές περιόδους, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που ορίζονται από το νόμο, χωρίς να απαιτείται προς τούτο αίτηση του μισθωτού. Αν ο εργοδότης δεν χορηγήσει στον εργαζόμενο την άδεια μέχρι τη λήξη του έτους το οποίο αφορά, υποχρεούται αυτός να καταβάλει τις αποδοχές του χρόνου άδειας με προσαύξηση 100%. Για τη θεμελίωση του δικαιώματος άδειας του μισθωτού δεν απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης (έγγραφης ή προφορικής), όμως για τη θεμελίωση της αξίωσής του προς λήψη της κατά 100% προσαύξησης, που έχει τον χαρακτήρα ποινής, απαιτείται υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και σε βαθμό ελαφράς αμέλειας, η οποία υπάρχει όταν ο μισθωτός ζήτησε την άδεια και ο εργοδότης δεν τη χορήγησε (ΑΠ 1591/2017, ΑΠ 1289/2013, ΑΠ 191/2011). Αν η σύμβαση εργασίας λήξει με οποιονδήποτε τρόπο, ήτοι με απόλυση, παραίτηση ή θάνατο του εργαζομένου ή και με λήξη σύμβασης ορισμένου χρόνου και ο εργαζόμενος δεν είχε λάβει την κανονική του άδεια που του οφείλεται, τότε δικαιούται να λάβει, ως αποζημίωση άδειας, τις αποδοχές τις οποίες θα έπαιρνε αν του είχε χορηγηθεί η άδεια (άρθρο 1 παρ. 3 Ν.1346/1983), ενώ για το πρώτο και το δεύτερο ημερολογιακό έτος μέχρι τη συμπλήρωση του 12μηνου καταβάλλονται στον εργαζόμενο δύο ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησής του, αντίστοιχο δε είναι το επίδομα αδείας (Κουκιάδης, Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 2011, σελ. 541-542).
Ι.4. Κατά το άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ, «Αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο, εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση. Κάθε απόφαση που στηρίζεται σ’ αυτήν που αναιρέθηκε αναιρείται, εφόσον οι λόγοι της αναίρεσης αναφέρονται και σ’ αυτήν», κατά δε το άρθρο 581 παρ. 1 εδ. α’ και 2 του ίδιου Κώδικα «1. Στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση … 2. Η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 524 παρ. 1 εδ. β’». Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, περίπτωση που συντρέχει, όταν ο γενόμενος δεκτός αναιρετικός λόγος πλήττει, κατά νομική ακολουθία, το κύρος όλης της απόφασης, σύμφωνα με το διατακτικό της αναιρετικής απόφασης, σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της, αποβάλλει πλήρως και αναδρομικά την ισχύ της και δεν παράγει δεδικασμένο, εκτελεστότητα ή διαπλαστική ενέργεια, ούτε παρεπόμενες και αντανακλαστικές ενέργειες για οποιοδήποτε ζήτημα κρίθηκε με αυτή και οι διάδικοι που μετείχαν, επανέρχονται στην πριν από την έκδοσή της κατάσταση. Συνακόλουθα, με την αναίρεση απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, ως προς την οποία θα αποφανθεί πλέον το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την πρωτοβάθμια απόφαση είτε θα απορρίψει την έφεση και θα επικυρώσει την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου. Κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται στο άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ και αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και να προσκομίσουν νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις (ΑΠ 45/2022).
II.1. Με την από 6.6.2022 κλήση της καλούσας – εκκαλούσας – εφεσίβλητης ………… του …………, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό …………/…………/6.6.2022, νόμιμα (άρθρ. 581 παρ. 1 ΚΠολΔ) φέρονται προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού: Α) Η από 9.7.2019 έφεση της καλούσας – εκκαλούσας – εφεσίβλητης ………… του ………… κατά της καθ’ ης η κλήση – εφεσίβλητης – εκκαλούσας ………… …………, το γένος ………… – όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται από τη δικαστική συμπαραστάτριά της ………… του …………, σύζυγο …………, μετά τη θέση της με την υπ’ αριθ. ………… /2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας εκούσιας δικαιοδοσίας) σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση – η οποία (έφεση) κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ………… /………… και σε αντίγραφο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό ………… /………… /10.7.2019 και Β) η από 26.7.2019 έφεση της της καθ’ ης η κλήση – εφεσίβλητης – εκκαλούσας ………… …………, το γένος ………… (όπως αυτή νόμιμα εκπροσωπείται κατά τα προαναφερόμενα) κατά της καλούσας – εκκαλούσας – εφεσίβλητης ………… του …………, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Αθηνών με αριθμό ………… /………… /29.7.2019 και σε αντίγραφο στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών με αριθμό ………… /………… /29.7.2019, στρεφόμενες και δύο εφέσεις κατά της υπ’ αριθ. 314/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασίας περιουσιακών – εργατικών διαφορών), μετά την έκδοση της υπ’ αριθ. 473/2022 απόφασης του Αρείου Πάγου (Β2′ Πολιτικού Τμήματος), η οποία αναίρεσε την υπ’ αριθ. 6443/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (4ου Τμήματος), που είχε εκδοθεί επί των ανωτέρω εφέσεων κατόπιν συνεκδίκασης, παρέπεμψε δε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
II.2. Με την από 23.6.2017 και αριθμ. κατάθεσης …………/…………/23.6.2016 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη εκκαλούσα-εφεσίβλητη …………, στρεφόμενη κατά της ήδη εφεσίβλητης-εκκαλούσας ……….. …………, το γένος …………, ισχυρίστηκε ότι στις 6.6.2011 συνήψε με την εναγόμενη, η οποία είναι υπερήλικη (ήδη 85 ετών), άτυπη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και απασχολήθηκε σε αυτήν έκτοτε, αρχικά ως αποκλειστική νοσοκόμα, από 6.6.2011 έως 12.7.2011, καθημερινά, επί 12ωρο, στην κλινική «…………» στην Αθήνα, όπου νοσηλευόταν η εναγόμενη, ακολούθως ως μη οικόσιτη οικιακή βοηθός – νοσηλεύτρια στην οικία της εναγομένης στην ………… Αττικής, έως 30.11.2011, επί 12ωρο και πάλι, κατά τη διάρκεια της νύχτας και στη συνέχεια, από 1.12.2011 και μετά, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός – νοσηλεύτρια, απασχολούμενη καθημερινά επί 24ωρης βάσης στην οικία της εναγομένης, λαμβάνοντας ως αμοιβή, με βάση τη συμφωνία τους, αρχικά ημερομίσθιο 100 ευρώ, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της ως αποκλειστικής νοσοκόμας στην κλινική «…………» και στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της στην οικία της εναγομένης, μηνιαίο μισθό 3.000 ευρώ. Επικαλούμενη δε περαιτέρω, ότι η εναγόμενη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της στις 26.12.2015 χωρίς την τήρηση έγγραφου τύπου και χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, ότι κατά τη διάρκεια της απασχόλησής της δεν ήταν ασφαλισμένη στο ΙΚΑ, ότι η εναγόμενη δεν της κατέβαλε επιδόματα εορτών και άδειας και ότι δεν της χορήγησε ποτέ την κανονική άδειά της παρότι η ίδια το ζητούσε, ζήτησε η ενάγουσα να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 76.478,81 ευρώ, το οποίο δικαιούται με βάση τη σύμβασή της και το νόμο για τις πιο κάτω συγκεκριμένες αιτίες και αυτό, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο που απαρτίζει το ανωτέρω ποσό κατέστη κατά το νόμο ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής της και ειδικότερα ζήτησε α) 25.748,31 ευρώ για επίδομα εορτών Πάσχα των ετών 2012 – 2015 και για επίδομα και αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων των ετών 2011 – 2015, β) 38.155,67 ευρώ για επίδομα άδειας, αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και προσαύξηση κατά ποσοστό 100% των αποδοχών άδειας των ετών 2011 – 2015 και γ) 12.574,83 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, υπολογιζόμενα όλα τα ανωτέρω ποσά με βάση μικτές μηνιαίες αποδοχές ύψους 3.592,81 ευρώ. Για την περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της για οποιονδήποτε λόγο, η ενάγουσα ζήτησε επικουρικά, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού το ίδιο χρηματικό ποσό, το οποίο επικαλείται ότι η εναγόμενη θα υποχρεωνόταν να καταβάλει σε άλλον εργαζόμενο κάτω από τις ίδιες συνθήκες με έγκυρη σύμβαση εργασίας και με τα δικά της προσόντα. Τέλος, η ενάγουσα ζήτησε, κατ’ άρθρο 678 ΑΚ, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της καθώς και η διαγωγή της, επικαλούμενη ότι η αντίδικός της αρνήθηκε να ικανοποιήσει σχετικό αίτημά της, ενώ για κάθε ημέρα άρνησης της εναγομένης να συμμορφωθεί στην υποχρέωσή της αυτή, ζήτησε η ενάγουσα να καταδικαστεί η εναγόμενη σε χρηματική ποινή ύφους 500 ευρώ. Περαιτέρω, με τις προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της προφορικά στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, η ενάγουσα περιόρισε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό κατά ένα μέρος, διατηρώντας αυτό ως καταψηφιστικό μόνο ως προς το ποσό των 25.748,31 ευρώ που αφορά στα δώρα Πάσχα και δώρα και αναλογία δώρου Χριστουγέννων.
ΙΙ.3. Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 314/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών διαφορών -εργατικών διαφορών), με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε στην ενάγουσα το ποσό των 10.636 ευρώ με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην απόφαση. Πιο συγκεκριμένα επιδίκασε το ποσό των 4.300 ευρώ για δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων, το ποσό των 2.736 ευρώ για αποδοχές άδειας, το ποσό των 1.500 ευρώ για επιδόματα άδειας και το ποσό των 2.100 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, ενώ απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο το αίτημα για την επιδίκαση προσαύξησης επί των αποδοχών άδειας και το αίτημα για τη χορήγηση πιστοποιητικού εργασίας, λαμβάνοντας ως βάση υπολογισμού όλων των ανωτέρω ποσών μηνιαίες αποδοχές ύψους 600 ευρώ, επέβαλε δε σε βάρος της εναγομένης μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, ποσού 400 ευρώ. Κατά της παραπάνω απόφασης ασκήθηκε έφεση τόσο από την ενάγουσα όσο και από την εναγόμενη και ειδικότερα, η ενάγουσα – εκκαλούσα – εφεσίβλητη άσκησε την από 9.7.2019 και αριθ. κατάθεσης (στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) …………/ …………/10.7.2019 έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης και την παραδοχή της αγωγής στο σύνολό της, ενώ η εναγόμενη – εφεσίβλητη – εκκαλούσα άσκησε την από 26.7.2019 και αριθ. κατάθεσης (στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου) …………/ …………/29.7.2019 έφεση, ζητώντας την εξαφάνιση της απόφασης και την απόρριψη της αγωγής στο σύνολό της. Πιο συγκεκριμένα, η ενάγουσα, επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυρίστηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί: 1) ότι η ίδια απασχολήθηκε στην εναγόμενη αρχικά ως αποκλειστική νοσοκόμα και ακολούθως ως οικιακή βοηθός-νοσηλεύτρια και όχι ως απλή οικιακή βοηθός, 2) ότι μεταξύ τους είχε ρητά συμφωνηθεί η καταβολή μηνιαίας αμοιβής ύψους 3.000 ευρώ καθαρά και όχι ότι δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη σχετικής συμφωνίας τους, κρίνοντας ότι δικαιούται αυτή ως οικιακή βοηθός τον συνηθισμένο μηνιαίο μισθό, τον οποίο όρισε στο ποσό των 600 ευρώ, 3) ότι η ίδια ζητούσε κάθε χρόνο την άδεια αναψυχής που δικαιούτο, παραταύτα υπαιτίως δεν της χορηγήθηκε από την εναγόμενη, με συνέπεια να της οφείλει η τελευταία, εκτός από τις αποδοχές άδειας που της επιδίκασε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και την προσαύξηση 100% λόγω της υπαίτιας μη χορήγησης της άδειας και όχι να απορρίψει το κονδύλιο αυτό κατ’ ουσίαν, δεχόμενο ότι δεν αποδείχθηκε υπαιτιότητα της εναγομένης ως προς τη μη χορήγηση της άδειάς της και 4) ότι η εναγόμενη αρνήθηκε να της χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας κατ’ άρθρο 678 ΑΚ και όχι να απορρίψει ως αβάσιμο το αίτημα της αγωγής για τη χορήγησή του, κάνοντας δεκτό ότι δεν αποδείχθηκε άρνηση της εναγομένης να το χορηγήσει. Περαιτέρω, η εναγόμενη, επικαλούμενη με τη δική της έφεση, εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ισχυρίστηκε: 1) Ότι κακώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε πως οφείλονται στην ενάγουσα για την απασχόλησή της τα αναφερόμενα στην απόφαση ποσά. 2) Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί πως δεν οφείλει η ίδια να καταβάλει στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης, ενόψει ότι έχει υποβάλει σε βάρος της την από 26.2.2016 μήνυση για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, της ψευδούς βεβαίωσης και της απάτης, αλλά και ο αδελφός της, …………, έχει υποβάλει σε βάρος της (ενάγουσας) την από 20.4.2017 μήνυση για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης. 3) Ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έπρεπε να δεχθεί ως βάσιμη την ένστασή της περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αντιδίκου της. 4) Ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τα αιτήματα που υπέβαλε περί αναβολής της δίκης κατά τα άρθρα 249 και 250 ΚΠολΔ, αφενός έως ότου εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της από 26.9.2016 αγωγής σε βάρος της ενάγουσας με την οποία διώκεται η ακύρωση της συμβολαιογραφικής δωρεάς του επί της οδού ………………. ….. στην …………. Αττικής διαμερίσματός της και αφετέρου μέχρι να περατωθεί αμετάκλητα η ποινική διαδικασία επί των ως άνω μηνύσεων, με το εσφαλμένο σκεπτικό ότι η έκβαση της εν λόγω αγωγής και των μηνύσεων δεν έχει επίδραση στη διάγνωση της επίδικης διαφοράς.
ΙΙ.4. Επί των ανωτέρω εφέσεων, που συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 6443/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία δέχθηκε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, μετά από εκτίμηση των αποδείξεων, τα ακόλουθα: «Η ενάγουσα προσελήφθη, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη – υπέργηρη και εκπροσωπούμενη νομίμως από τη δικαστική συμπαραστάτριά της, ………… – και εργάστηκε γι’ αυτήν από τις 6/6/2011 έως τις 26/12/2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή της, δίχως την τήρηση έγγραφου τύπου και καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, απασχολούμενη, αρχικά, έως τις 12/7/2011, ως αποκλειστική νοσοκόμα, εν συνεχεία, από τις 13/7/2011 μέχρι τις 30/11/2011, ως οικιακή βοηθός – νοσηλεύτρια και τέλος, από την 1/12/2011 και εξής, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός – νοσοκόμα, αντί του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού των 3.000 ευρώ, όπερ και προέκυψε σαφώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα δεν παρείχε μόνο τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού στην εναγομένη, αλλά και, κυρίως, αυτές της νοσοκόμας – κατείχε άδεια εργασίας αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας – δεκτού γενομένου, ως βασίμου, του σχετικού λόγου της εφέσεώς της, εξακολουθούν δε, να της οφείλονται τα δώρα εορτών, συνολικού ποσού 21.499,86 ευρώ – και ειδικότερα: α) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2011, το ποσό των 2.749,98 ευρώ (3.000 ευρώ X 2/25 X11 σήμερα εργασίας από 6/6/2011 έως 31/12/2011 = 2.640 X 0,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας), β) δια δώρο Πάσχα 2012, το ποσό των 562,49 ευρώ (3.000 ευρώ : 2 = 1.500 ευρώ + 1.500 X 0,04166), γ) για δώρο Χριστουγέννων 2012, το ποσό των 3.124,98 ευρώ (3.000 ευρώ + 3.000 X 0,04166), δ) για δώρο Πάσχα 2013, το ποσό των 1.562,49 ευρώ, ε) για δώρο Χριστουγέννων 2013, το ποσό των 3.124,98 ευρώ, στ) για δώρο Πάσχα 2014, το ποσό των 1.562,49 ευρώ, ζ) για δώρο Χριστουγέννων 2014, το ποσό των 3.124,98 ευρώ, η) για δώρο Πάσχα 2015, το ποσό των 1.562,49 ευρώ και θ) για δώρο Χριστουγέννων 2015, το ποσό των 3.124,98 ευρώ -, καθώς και τα επιδόματα και οι αποδοχές μη ληφθείσης αδείας, συνολικού ποσού 21.180 ευρώ – και ειδικότερα, για αποδοχές αδείας έτους 2011, το ποσό των 1.680 ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης, ήτοι 3.000 ευρώ X 2/25 Χ 7 μήνες), για αποδοχές αδείας των ετών 2012, 2013, 2014 και 2015, ένας μηνιαίος μισθός κατ’ έτος, ήτοι 12.000 ευρώ (3.000 ευρώ X 4 έτη) και για επιδόματα αδείας των επιδίκων ετών, μισός μηνιαίος μισθός κατ’ έτος, ήτοι 7.500 ευρώ (1.500 ευρώ X 5 έτη). Όσον αφορά, δε, στην αιτούμενη προσαύξηση ποσοστού 100% επί των ως ανωτέρω αποδοχών αδείας, σημειωτέον ότι, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνήθηκε να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη, κατ’ έτος, άδειά του, υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται την άδεια, να του καταβάλει, εκτός από τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες της άδειας, την προσαύξηση των εν λόγω αποδοχών κατά ποσοστό 100%, η οποία θεωρείται αστική κύρωση της υπερημερίας του εργοδότη και γι’ αυτό προϋποθέτει υπαιτιότητά του, έστω και στον βαθμό της ελαφράς αμέλειας και υπάρχει εφόσον ο μισθωτός ζήτησε την άδεια – αυτούσια, γραπτά ή προφορικά και έγκαιρα, για συγκεκριμένο έτος -, ο δε εργοδότης δεν του τη χορήγησε (ΑΠ 1970/2017,1180/2017, 455/2010, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), εξαναγκάζοντάς τον σε παροχή εργασίας, κατά τον χρόνο που έπρεπε να βρίσκεται σε νόμιμη άδεια, τούτο όμως, δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, απορριπτομένου του αντίστοιχου κονδυλίου της αγωγής, προεχόντως, ως ουσία αβασίμου, ενώ απορριπτέο, ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, τυγχάνει και το αίτημα της αγωγής περί χορηγήσεως στην ενάγουσα του πιστοποιητικού εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ, αφού από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι η εναγόμενη αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα το εν λόγω πιστοποιητικό, απορριπτομένων, συνακόλουθα, ως αβασίμων, των σχετικών λόγων έφεσης. Εν συνεχεία, η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, ποσού 10.500 ευρώ (3 μηνιαίοι μισθοί, συν το 1/6 αυτών, για την αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας), αναφορικά, δε, με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, επισημαίνεται πως, κατ’ άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, κατά δε τα άρθρα 6 παρ. 2 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει δίχως τήρηση προθεσμίας τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή εάν απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, ήτοι, η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας για τον λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ενώ, κατ’ άρθρο 7 του νόμου 3198/1955, η προαναφερθείσα διάταξή του δεν εφαρμόζεται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ’ αυτών μηνύσεως (εκτός εάν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση), εν προκειμένω, ωστόσο, οι επικαλούμενες από την εναγόμενη, από 26/2/2016 και από 20/4/2017 μηνύσεις εναντίον της ενάγουσας υποβλήθηκαν μετά την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας άραγε, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, κατά την προφανή έννοιά τους, ούτε, άλλωστε, η κρίση της υπ’ οψιν αγωγής εξαρτάται από την έκβαση αυτών των μηνύσεων, απορριπτομένου του αιτήματος της εναγομένης να αναβληθεί η δίκη, ο δε ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά της ενάγουσας, λόγω της εξώδικης ομολογίας της ότι ουδέν ποσό της οφείλεται εκ της εργασίας της, της κρινομένης αγωγής ασκηθείσης με σκοπό τον περιορισμό των ανταπαιτήσεων της εναγομένης, τυγχάνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα ανωτέρω δε στοιχειοθετούν την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος». Με βάση το σκεπτικό αυτό, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού δέχθηκε τυπικά τις εφέσεις, απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της εναγομένης και δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση της ενάγουσας, εξαφάνισε δε, κατόπιν αυτού, την εκκαλουμένη απόφαση και αφού κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν για το ποσό των 53.179,86 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στο σκεπτικό της.
ΙΙ.5. Η εναγόμενη – εφεσίβλητη – εκκαλούσα άσκησε την από 18.12.2020 και αριθ. κατάθεσης (στη γραμματεία του Εφετείου Αθηνών) …………/ …………/21.12.2020 αίτηση αναίρεσης κατά της ως άνω απόφασης του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου (ΜονΕφΑθ 6443/2020), προβάλλοντας, με τους πρώτο και δεύτερο λόγους αυτής, ότι το Εφετείο παρά το νόμο παρέλειψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του να απορρίψει ως απαράδεκτη τη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής, που συνίστατο στο ότι, ενώ κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η ενάγουσα ιστορούσε ότι προσελήφθη από την εναγόμενη για να εργαστεί μόνο ως οικιακή βοηθός, με την έφεσή της απαραδέκτως το πρώτον υποστήριξε ότι προσελήφθη ως οικόσιτη οικιακή βοηθός – νοσοκόμα και ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του απαραδέκτως προταθέντα ισχυρισμό, που περιέχεται στην ανεπίτρεπτη (κατά το αναιρετήριο) μεταβολή της βάσης της αγωγής. Επιπλέον, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το τέταρτο σκέλος του η εναγόμενη πρόβαλε ότι το παρά το νόμο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παρέλειψε να κηρύξει απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας αυτής, ενώ με τον ίδιο λόγο κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του πρόβαλε αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες σε σχέση με ουσιώδη ζητήματα. Τέλος, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το τρίτο σκέλος του η εναγόμενη καταλόγιζε στην προσβαλλόμενη απόφαση την ίδια πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια ως προς την απόρριψη από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ένστασής της από το άρθρο 281 ΑΚ.
II.6. Επί της αίτησης αναίρεσης εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 473/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Β2′ Πολιτικού Τμήματος), που απέρριψε τον πρώτο και δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, καθώς επίσης τον τρίτο λόγο κατά το τέταρτο σκέλος του και τον τρίτο λόγο κατά το τρίτο σκέλος του (ως απαράδεκτο), ενώ ως προς τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο και το δεύτερο σκέλος του, δέχθηκε ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την επί της ουσίας κρίση του, όπως αυτή ανωτέρω (υπό τα στοιχεία 11.4.) επί λέξει εκτέθηκε, «διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του ανεπαρκείς αιτιολογίες αναφορικά με το ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα των καθηκόντων που η ενάγουσα είχε αναλάβει έναντι της εναγομένης και των αναγκών της τελευταίας και συνακόλουθα του ύψους του μηνιαίου μισθού της, τον οποίο καθόρισε στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ μηνιαίως. Ειδικότερα, όπως παραπάνω αναφέρθηκε, η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ότι η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη έως τις 12-07-2011 ως αποκλειστική νοσοκόμος, στη συνέχεια δε από τις 13-07-2011 έως τις 30-11-2011 ως οικιακή βοηθός – νοσηλεύτρια και, τέλος, από την 01-12-2011 και εντεύθεν ως οικόσιτη οικιακή βοηθός – νοσοκόμα, αντί του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ – σε αντίθεση με τα όσα είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο δικαστήριο – με την ειδικότερη αιτιολογία ότι η ενάγουσα δεν παρείχε μόνο τις υπηρεσίες της οικιακές βοηθού, αλλά και κυρίως αυτές της νοσοκόμας, δεδομένου ότι κατείχε άδεια εργασίας αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας. Ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εξειδικεύει ποιες συγκεκριμένες υπηρεσίες προσέφερε η ενάγουσα στην συμπαραστατούμενη εναγομένη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα και ειδικότερα τα καθήκοντα που είχε αναλάβει ως νοσοκόμος, ώστε να δικαιολογείται η καταβολή μηνιαίου μισθού, ύψους τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, λαμβανομένης μάλιστα υπόψη, όπως διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο, της οικονομικής δυνατότητας της εναγομένης για την καταβολή τέτοιου ύψους μηνιαίου μισθού, ούτε επίσης διαλαμβάνει περαιτέρω παραδοχές σχετικά με την κατάσταση της υγείας της εναγομένης καθ’ όλο το ένδικο διάστημα και ειδικότερα εάν αυτή είχε ή όχι επαφή με το περιβάλλον και είχε ή όχι και σε ποιο βαθμό ικανότητα αυτοεξυπηρέτησης και για ποιους λόγους. Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με τα πιο πάνω ουσιώδη ζητήματα και ο οποίος συναρτάται και με το πρώτο σκέλος του ίδιου λόγου, που αφορά τις αιτούμενες από την ενάγουσα μισθολογικές παροχές, όπως παραδεκτώς συμπληρώνεται με την παρούσα (άρθ. 562 παρ. 4 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος». Με βάση το σκεπτικό αυτό, ο Άρειος Πάγος έκρινε με την ανωτέρω απόφασή του ότι πρέπει «κατά παραδοχή του προαναφερόμενου τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος, ως βάσιμου, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου εκτείνεται στο σύνολο της προσβαλλομένης απόφασης, να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και, στη συνέχεια, να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Εφετείο Αθηνών), που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο Δικαστή από αυτόν που δίκασε προηγουμένως την απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ. 4 του ν. 4045/2012 και 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 01/01/2016, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 του ν. 4335/2015)». Κατόπιν των παραπάνω, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την υπ’ αριθ. 6443/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συντιθέμενο από άλλο δικαστή.
ΙΙ.7. Ήδη, όπως εκτέθηκε και στην αρχή, η υπόθεση νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού με κλήση της ενάγουσας – εκκαλούσας – εφεσίβλητης ………… και πρέπει το παρόν Δικαστήριο της παραπομπής, επανερχόμενων των διαδίκων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την απόφαση που αναιρέθηκε (άρθρο 579 παρ. 1 ΚΠολΔ), αφού κάνει τυπικά δεκτές τις εφέσεις, οι οποίες έχουν ασκηθεί νομότυπα, με κατάθεσή τους στη γραμματεία του Δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρ. 495 παρ. 1, 2 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, στις 10.7.2019 η πρώτη, προτού λάβει χώρα επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης και στις 29.7.2019 η δεύτερη, εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρ. 518 παρ. 1 ΚΠολΔ), στις 17.7.2019 (βλ. τη σχετική επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Κωνσταντίνου Λεράκη επί του αντιγράφου της απόφασης που επιδόθηκε στην εναγόμενη με επιμέλεια της ενάγουσας) – χωρίς, σημειωτέον, για το παραδεκτό των εφέσεων να υπάρχει υποχρέωση κατάθεσης παραβόλου, λόγω του είδους της διαφοράς (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) – κατόπιν συνεκδίκασής τους λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και επειδή επιταχύνεται και διευκολύνεται έτσι η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων (άρθρ. 246 ΚΠολΔ, σε συνδ. με άρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), συζητώντας την υπόθεση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την ανωτέρω αναιρετική απόφαση (άρθρ. 581 παρ. 2 ΚΠολΔ), να προχωρήσει στην έρευνα των λόγων έφεσης ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών (άρθρ. 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών (άρθρ. 614 αριθ. 3, 621 επ. ΚΠολΔ).
III. Από τις ένορκες καταθέσεις των δύο μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα πρακτικά της εκκαλουμένης απόφασης, από την υπ’ αριθ. …………/28.4.2017 ένορκη βεβαίωση της ………… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, την οποία επικαλείται και προσκομίζει νόμιμα η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη και έλαβε χώρα μετά τη συζήτηση της αγωγής στον πρώτο βαθμό, κατά τη διάρκεια της προθεσμίας προσθήκης των προτάσεων, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη, πριν από δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες (άρθρ. 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), κλήτευση της αντιδίκου της (βλ. την υπ’ αριθ. …………/25.4.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη) – και παραδεκτά λαμβάνεται υπόψη από το παρόν δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, σε κάθε περίπτωση διότι ενώπιον του Εφετείου επιτρέπονται καταρχήν ακόμη και νέα αποδεικτικά μέσα κατ’ άρθρ. 529 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1017/2022, ΑΠ 988/2021) – και, τέλος, από όλα τα έγγραφα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι με τις κατ’ έφεση προτάσεις τους – μεταξύ των οποίων και οι λοιπές ένορκες βεβαιώσεις που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και δεν έγιναν για την προκείμενη υπόθεση αλλά για άλλη δίκη μεταξύ τους και κατά συνέπεια δεν αποτελούν αυτές ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, εκτιμώνται δε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 868/2020) – αποδεικνύονται τα κάτωθι:
III.1. Η εναγόμενη, ………… ………… το γένος …………, η οποία έχει γεννηθεί στην Αθήνα στις …….. 1931 – είναι δηλαδή ήδη 91 ετών έχει τεθεί με την υπ’ αριθ. …………/4.11.2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (εκούσιας δικαιοδοσίας), σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση, διότι κρίθηκε ότι πάσχει από ανοϊκή συνδρομή, εξαιτίας της οποίας αδυνατεί ολικά να επιμεληθεί τον εαυτό της, την περιουσία της και εν γένει τις πάσης φύσεως υποθέσεις της, έχοντας ανάγκη συνεχούς φροντίδας, επίβλεψης και υποστήριξης τρίτους προσώπου. Η εναγόμενη, άλλωστε, πέραν της άνοιας, φέρει βαρύ ιατρικό ιστορικό, πάσχουσα από γλαύκωμα δεξιού οφθαλμού, αρτηριακή υπέρταση και υπερχοληστερολαιμία, ενώ έχει υποβληθεί και σε χειρουργική επέμβαση δεξιάς κολεκτομής το έτος 2011 για ευμεγέθη πολύποδα τυφλού εντέρου, καθώς επίσης σε αρθροπλαστική δεξιού ισχίου το έτος 2013, εμφανίζει δε βαριά αρθρίτιδα και στα δύο γόνατα αλλά και ακράτεια ούρων με υποτροπιάζουσες ουρολοιμώξεις, έχοντας υποστεί στο παρελθόν και παροδικό αγγειακό εγκεφαλικό επεισόδιο. Η διαδικασία για τη θέση της σε δικαστική συμπαράσταση κινήθηκε αυτεπάγγελτα από τις δικαστικές Αρχές, μετά από αίτηση του αδελφού της ………… του …………, ο οποίος είναι ο μοναδικός εν ζωή στενός συγγενής της. Η ίδια τελεί σε χηρεία από τα τέλη του έτους 2005, οπότε απεβίωσε ο σύζυγός της ………… του …………, με τον οποίο είχε τελέσει γάμο, δεύτερο γι’ αυτήν, το έτος 1973 δεν έχει αποκτήσει παιδιά, λαμβάνοντας σύνταξη από το Ελληνικό Δημόσιο και από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας (επικουρική), ως χήρα, διότι ο σύζυγός της ήταν κατά το χρόνο του θανάτου του συνταξιούχος αξιωματικός της Πολεμικής Αεροπορίας. Ως δικαστική συμπαραστάτριά της, προσωρινή αρχικά, ήδη από 23.12.2015, με προσωρινή διάταξη του Προέδρου Πρωτοδικών Αθηνών και κατόπιν με την ανωτέρω απόφαση μέχρι την τελεσιδικία της, και οριστική στη συνέχεια, ορίστηκε η ………… του …………, η οποία είναι σύζυγος του ………… του …………, αδελφού της συζύγου του μόνου, όπως ειπώθηκε, εν ζωή στενού συγγενή της εναγομένης (αδελφού της), ………… του ………… (γεν. στις ………….1942), ο οποίος, ήδη από πολλά έτη, κατοικεί μόνιμα μαζί με τη οικογένειά του (σύζυγο και παιδιά) στον Καναδά.
ΙΙΙ.2. Η ενάγουσα, ………… του …………, η οποία έχει γεννηθεί στη ………… στις …………1952 – διάγει δηλαδή σήμερα το 70° έτος της ηλικίας της – και είναι μητέρα τριών παιδιών, εργαζόταν ως αποκλειστική αδελφή νοσοκόμα, αρχικά σε μεγάλο δημόσιο νοσοκομείο της Αττικής (…………), κατέχοντας νόμιμη άδεια εργασίας αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας (αριθ. απόφ. Διευθυντή Τοπικού Υποκ/τος ΙΚΑ ………… …………/5.4.1996) και στη συνέχεια σε ιδιωτικές κλινικές της Αττικής, μέσω ιδιωτικού γραφείου παροχής αντίστοιχων υπηρεσιών. Έτσι γνωρίστηκε το έτος 2011 με την εναγόμενη, η οποία στις 22.5.2011, δηλαδή σε ηλικία 80 ετών τότε, υποβλήθηκε στη χειρουργική επέμβαση δεξιάς κολεκτομής, που προαναφέρθηκε, στην ιδιωτική κλινική ………… στην Αθήνα, αναλαμβάνοντας να της παρέχει, μετά από μεταξύ τους συμφωνία, σε συγκεκριμένες μέρες ή νύχτες κάθε φορά, κατά τη διάρκεια της εκεί νοσηλείας της, υπηρεσίες αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας, έναντι ορισμένης αμοιβής, η οποία της καταβάλλονταν πλήρως μετά την εκάστοτε παροχή της υπηρεσίας της. Μετά την έξοδό της από την κλινική, στις αρχές Ιουνίου, κατά το στάδιο της αποθεραπείας της στο σπίτι της, η εναγόμενη, εμφανίζοντας δυσχέρεια στη φροντίδα του εαυτού της και της οικίας της, ενόψει της προχωρημένης ηλικίας της και της επιβάρυνσης της υγείας μετά και τη σοβαρή επέμβαση στην οποία είχε υποβληθεί, αλλά και των λοιπών προβλημάτων υγείας που ήδη αντιμετώπιζε (γλαύκωμα, υπέρταση, υπερχοληστερολαιμία, αρχόμενη άνοια), προσέλαβε με προφορικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας την ενάγουσα και μία ακόμη συνάδελφό της, για να την προσέχουν και φροντίζουν την ίδια και την οικία της, απασχολούμενη η κάθε μία επί οκτάωρο καθημερινά πλην Κυριακής, από νωρίς το πρωί έως αργά το βράδυ, έναντι μηνιαίας αμοιβής ποσού 500 ευρώ η καθεμία. Συγκεκριμένα, οι δύο εργαζόμενες φρόντιζαν για την προσωπική υγιεινή της, την καθαριότητα του χώρου, του ρουχισμού και των κλινοσκεπασμάτων, τη σίτισή της και εν γένει τη διατροφή της, τη σωστή λήψη των φαρμάκων της, καθώς επίσης την επέβλεπαν, μετρώντας και τις βασικές ζωτικές ενδείξεις της (αρτηριακή πίεση, σφίξεις, οξυγόνο) και τη βοηθούσαν στη μετακίνησή της μέσα στο σπίτι αλλά, σπάνια, και έξω από αυτό, ενώ της πρόσφεραν και καθημερινή συντροφιά. Η εναγόμενη κατοικούσε τότε, ήδη από το έτος 1966, σε ένα διαμέρισμα εμβαδού 68,40 τ.μ. (αντικειμενικής) αξίας 60.000 ευρώ περίπου, στον τρίτο όροφο πολυκατοικίας επί της οδού ………… στην ………… Αττικής, το οποίο είχε αγοράσει μαζί με τον πρώτο (μετέπειτα αποβιώσαντα) σύζυγό της …………. Κατά τον χρόνο εκείνο (Ιούνιο 2011) η σύνταξη που λάμβανε η εναγόμενη από το Δημόσιο ανερχόταν περίπου στα 1.200 ευρώ το μήνα, ενώ κάθε τρίμηνο λάμβανε και την επικουρική σύνταξη από το Μετοχικό Ταμείο Αεροπορίας, η οποία επιμεριζόμενη έφτανε περίπου στα 450 ευρώ το μήνα. Η σύνταξή της, κύρια και επικουρική, καταθέτονταν σε ατομικό λογαριασμό της στην τότε Αγροτική Τράπεζα (μετέπειτα Τράπεζα Πειραιώς), ενώ η εναγόμενη διατηρούσε καταθέσεις και σε τέσσερις ακόμη τραπεζικούς λογαριασμούς, δύο στην Εθνική Τράπεζα, οι οποίοι ήταν κοινοί με τον αδελφό της …………, έναν στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (μετέπειτα τράπεζα Eurobank), που ήταν κοινός με τον αδελφό της και την κόρη του αδελφού της και ανιψιά της ………… (που ήταν και βαφτισιμιό της) και έναν ακόμη στην τράπεζα ALPHA BANK. Παράλληλα, η εναγόμενη διέθετε μία παραθεριστική κατοικία στο ………… Αττικής, που είχε κληρονομήσει από το σύζυγό της, ενώ οι καταθέσεις που διατηρούσε στους ως άνω τραπεζικούς λογαριασμούς ανέρχονταν εκείνη τη χρονική περίοδο σε 350.000 ευρώ περίπου. Η προαναφερθείσα απασχόληση της ενάγουσας στην εναγόμενη συνεχίστηκε και μετά το στάδιο της αποθεραπείας της τελευταίας από την επέμβαση του Μαΐου του 2011, αποφασίζοντας η εναγόμενη να διακόψει τη συνεργασία της με την άλλη εργαζόμενη που απασχολούσε μαζί με την ενάγουσα και να απασχολεί πλέον μόνο την ενάγουσα, προτείνοντάς της να συνεχίσει να απασχολείται σε αυτήν στα ίδια καθήκοντα όπως και πριν αλλά να διαμένει πλέον και να διατρέφεται στην οικία της, προκειμένου να της παρέχει την ασφάλεια ότι βρίσκεται κοντά της όλο το 24ωρο, παρακινούμενη στην πρότασή της αυτή μετά και από μία πτώση που είχε μέσα στο σπίτι της κατά τη διάρκεια της νύχτας, όταν η ενάγουσα είχε ολοκληρώσει το ωράριό της, έχοντας αποχωρήσει. Την πρόταση αυτή αποδέχθηκε η ενάγουσα και από αρχές του μηνός Δεκεμβρίου 2011 συνέχισε να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες όπως και πριν στην εναγόμενη, με τη διαφορά ότι έκτοτε διέμενε και διατρεφόταν στην οικία της εναγομένης, προσφέροντας τις υπηρεσίες της καθημερινά, επί 7 ημέρες την εβδομάδα, χωρίς αναπληρωματική εβδομαδιαία ανάπαυση, συμφωνήθηκε δε μεταξύ τους ότι η αμοιβή της, ενόψει και ότι επρόκειτο, κατόπιν συνεννόησης, για αδήλωτη εργασία, θα διαμορφωθεί στα 1.500 ευρώ το μήνα, λαμβάνοντας υπόψη στο ύψος της αμοιβής και το ποσό που θα αντιστοιχούσε στην ασφάλισή της. Έκτοτε, η ενάγουσα εργάστηκε στην εναγόμενη καθ’ όλο το χρονικό διάστημα έως τέλη Δεκεμβρίου 2015, λαμβάνοντας κάθε μήνα τη συμφωνηθείσα αμοιβή της, έχοντας μάλιστα αναπτυχθεί μεταξύ αυτής και της εναγομένης μία στενή σχέση εξάρτησης, συναισθηματικής αλλά και κυριολεκτικής, δεδομένου και ότι η υγεία της εναγομένης έβαινε επιδεινούμενη, παραμένοντας τελικά αυτή κλινήρης κατά τις περισσότερες ώρες της ημέρας, αδυνατώντας να αυτοεξυπηρετηθεί χωρίς τη βοήθεια της ενάγουσας. Ακολούθησε το Δεκέμβριο του 2015, με πρωτοβουλία του αδελφού της εναγόμενης, ………, όπως εκτέθηκε, η κίνηση της διαδικασίας για τη θέση της εναγομένης σε δικαστική συμπαράσταση, οπότε, με ενέργειες της προσωρινής, ακόμη τότε, δικαστικής συμπαραστάτριας, η οποία ενεργούσε για λογαριασμό της εναγομένης, καταγγέλθηκε στις 26.12.2015 η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, χωρίς την τήρηση του έγγραφου τύπου και την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, η οποία εξακολουθεί να της οφείλεται. Επίσης, πέραν της ως άνω συμφωνηθείσας αμοιβής της, η ενάγουσα, καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής της στην εναγόμενη από μήνα Ιούνιο 2011 έως και μήνα Δεκέμβριο 2015, δεν έλαβε τα επιδόματα εορτών που είχε δικαίωμα να λάβει, για τα οποία δεν είχε γίνει ειδική συμφωνία μεταξύ τους ώστε να συμπεριληφθούν στη ανωτέρω συμφωνηθείσα αμοιβή. Ακόμη, καθ’ όλη την διάρκεια της εργασιακής της σχέσης, η εναγόμενη δεν της χορήγησε την άδεια αναψυχής που δικαιούτο να λαμβάνει κατ’ έτος και το αντίστοιχο επίδομα αδείας, παρότι η ίδια η ενάγουσα από το έτος 2012 και μετά επανειλημμένα της το ζητούσε – ενώ κάτι τέτοιο δεν είχε αιτηθεί προηγουμένως η ενάγουσα, ενόψει και του ότι η έως τότε απασχόλησή της δεν καταλάμβανε όλον τον χρόνο της, όπως έγινε μετά – καθόσον η εναγόμενη, δεδομένης και της πολύ στενής σχέσης που είχε αναπτύξει σταδιακά με την ενάγουσα, όπως εκτέθηκε, αισθανόταν μεγάλη ανασφάλεια με οποιοδήποτε άλλο άτομο αναλάμβανε την προσωπική φροντίδα της, κατέβαλε όμως ανελλιπώς η εναγόμενη στην ενάγουσα τον μηνιαίο μισθό που είχαν μεταξύ τους συμφωνήσει, χωρίς εξαιρέσεις, όπως και η ίδια η ενάγουσα αποδέχεται με την αγωγή της.
III.3. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για τις παρακάτω αιτίες – που αποτελούν το αντικείμενο της αγωγής της – με βάση τη σύμβαση εργασίας της και το νόμο, τα ακόλουθα ποσά:
ΙΙΙ.3.Α. Για επίδομα εορτών Πάσχα, το ποσό των [(1.500 ευρώ X ½ =) 750 ευρώ + (750 ευρώ X 0,04166 η αναλογία επιδόματος αδείας =) 31,25 =] 781,25 ευρώ και συνολικά για τα έτη 2012, 2013, 2014 και 2015, το ποσό των (781,25 X 4 έτη =) 3.125 ευρώ.
ΙΙΙ.3.Β. Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων, το ποσό των [1.500 ευρώ + (1.500 X 0,04166) 62,49 ευρώ =] 1.562,49 ευρώ και συνολικά για τα έτη 2012, 2013, 2014 και 2015, το ποσό των (1.562,49 ευρώ X 4 έτη =) 6.249,96 ευρώ και επιπλέον, για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2011, με βάση το χρονικό διάστημα που εργάστηκε η ενάγουσα εντός της κρίσιμης χρονικής περιόδου αυτού του έτους (δηλαδή από 1.5.2011 και μετά) αλλά και τον μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών της κατά το ίδιο διάστημα [δηλαδή 500 ευρώ/το μήνα από Ιούνιο έως και Νοέμβριο και 1.500 ευρώ το μήνα Δεκέμβριο, άρα (500 ευρώ X 6 μήνες = 3.000 ευρώ + 1.500 ευρώ = 4.500 ευρώ : 7 μήνες =) 642,86 ευρώ] το ποσό των {[(642,86 ευρώ X 1/25) 25,71 ευρώ το ημερομίσθιο X (183 ημέρες/19 X 2 ημερομίσθια) 19,26 ημερομίσθια =] 495,17 ευρώ + [495,17 X 0,04166 =] 20,63 ευρώ =} 515,80 ευρώ. Ήτοι, η ενάγουσα δικαιούται γι’ αυτήν την αιτία και για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των (6.249,96 + 515,80 =) 6.765,76 ευρώ.
ΙΙΙ.3.Γ. Για προσαύξηση (100%) των αποδοχών άδειας των ετών 2012, 2013, 2014 και 2015, λόγω της υπαίτιας μη χορήγησης άδειας αναψυχής, το ποσό των (1.500 ευρώ X 4 έτη =) 6.000 ευρώ. Επισημαίνεται, εξάλλου, ότι η ενάγουσα, πέραν αυτής της προσαύξησης, του επιδόματος άδειας και του συμφωνημένου μηνιαίου μισθού της, που λάμβανε για την εργασία της, δεν δικαιούται να λάβει και αποδοχές μη ληφθείσας άδειας, ήτοι αποζημίωση άδειας – τις οποίες εσφαλμένα έκρινε με την εκκαλουμένη απόφαση το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι δικαιούται η ενάγουσα να τις λάβει και της επιδίκασε αυτές – εξαιτίας του ότι εργάστηκε κανονικά κατά τον χρόνο της κανονικής άδειάς της και υπαιτίως δεν της χορηγήθηκε αυτή, όπως δε εκτέθηκε και ανωτέρω στη μείζονα σκέψη (υπό στοιχεία 1.3.), η αξίωση να λάβει ένας εργαζόμενος αποδοχές μη ληφθείσας άδειας – ή αλλιώς αποζημίωση άδειας – αφορά σε περιπτώσεις που η σχέση εργασίας λήγει για οποιονδήποτε λόγο προτού λάβει ο εργαζόμενος την κανονική του άδεια (ή ολόκληρη αυτήν).
III.3.Δ. Για επίδομα άδειας των ετών 2012, 2013, 2014 και 2015, το ποσό των [(1-500 ευρώ X ½ =) 750 ευρώ X 4 έτη=] 3.000 ευρώ και επιπλέον, για αναλογία επιδόματος άδειας του έτους 2011, με βάση το χρονικό διάστημα που εργάστηκε η ενάγουσα στην εναγόμενη εντός του έτους αυτού (δηλαδή επί 7 μήνες) αλλά και τον μέσο όρο των μηνιαίων αποδοχών της κατά το ίδιο διάστημα [δηλαδή 500 ευρώ/το μήνα από Ιούνιο έως και Νοέμβριο και 1.500 ευρώ το μήνα Δεκέμβριο, άρα (500 ευρώ X 6 μήνες = 3.000 ευρώ + 1.500 ευρώ = 4.500 ευρώ : 7 μήνες =) 642,86 ευρώ] το ποσό των [(642,86 ευρώ X 1/25 =) 25,71 ευρώ το ημερομίσθιο X (2 ημερομίσθια το μήνα X 7 μήνες) 14 ημερομίσθια =] 359,94 ευρώ. Ήτοι, η ενάγουσα δικαιούται γι’ αυτήν την αιτία και για ολόκληρο το επίδικο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των (3.000 + 359,94 =) 3.359,94 ευρώ.
ΙΙΙ.3.Ε. Για αποζημίωση απόλυσης, με βάση τα έτη υπηρεσίας της ενάγουσας στην εναγόμενη (συμπληρωμένη υπηρεσία 4 ετών) και τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης (άρθρο 3 Ν. 2112/1920), το ποσό των {[1.500 ευρώ + (1.500 ευρώ X 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και άδειας) 250 ευρώ =] 1.750 ευρώ X 3 μήνες =} 5.250 ευρώ. Σημειώνεται, σε όσο μέρος αφορά την αποζημίωση απόλυσης, ότι η αγωγή ασκήθηκε εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 2 Ν. 3198/1955, αφού κατατέθηκε στις 23.6.2016 και επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 24.6.2016 (βλ. σχετ. την υπ’ αριθ. …………/24.6.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη).
III.4. Ήτοι, η ενάγουσα δικαιούται συνολικά, για όλες τις ανωτέρω αιτίες, το ποσό των (3.125 + 6.765,76 + 6.000 + 3.359,94 + 5.250 =) 24.500,70 ευρώ. Αναφορικά ωστόσο με το αίτημα της αγωγής της για τη χορήγηση σε αυτήν από την εναγόμενη του κατά το άρθρο 678 ΑΚ πιστοποιητικού εργασίας, αυτό είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα ζήτησε από την εναγόμενη τη χορήγηση τέτοιου πιστοποιητικού και εκείνη αρνήθηκε να της το χορηγήσει, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του, απορριπτομένου αντίστοιχα του σχετικού 4ου λόγου της έφεσης της ενάγουσας, με τον οποίο αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα, ως αβάσιμου.
IV.1. Όσον αφορά τον ισχυρισμό (ένσταση), τον οποίο πρόβαλε η εναγόμενη πρωτοδίκως και επαναφέρει αυτή με λόγο έφεσης, ότι δεν οφείλει στην ενάγουσα αποζημίωση απόλυσης, διότι σε βάρος της έχει ήδη, μετά την απόλυσή της στις 26.12.2015, υποβάλει την από 26.2.2016 μήνυση για αδικήματα που διέπραξε αυτή κατά την υπηρεσία της, όπως το ίδιο έπραξε και ο αδελφός της …………, ο οποίος υπέβαλε σε βάρος της ενάγουσας την από 20.4.2017 μήνυσή του για το αδίκημα της κακουργηματικής υπεξαίρεσης, διαπραχθέν και αυτό από εκείνη στην υπηρεσία της, είναι απορριπτέος ως νομικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη (βλ. ανωτέρω υπό στοιχεία II.2.), απαραίτητη κατά νόμο προϋπόθεση για την εγκυρότητα της καταγγελίας χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης σε αυτήν την περίπτωση είναι η μήνυση να έχει υποβληθεί προτού λάβει χώρα η καταγγελία και όχι μεταγενεστέρως, όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα υποστηριζόμενα από την εναγόμενη (αλλά και όπως πράγματι προκύπτει από τις αποδείξεις, με βάση τον χρόνο της καταγγελίας, κατά τα ανωτέρω δεκτά γενόμενα, σε συνδυασμό με τους χρόνους κατάθεσης των μηνύσεων που προκύπτουν από τα προσκομιζόμενα φωτοαντίγραφα αυτών).
IV.2. Απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη κρίνεται και η ένσταση καταχρηστικής άσκησης κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, την οποία επίσης πρότεινε πρωτοδίκως η εναγόμενη και επαναφέρει αυτή με λόγο έφεσης, μετά την απόρριψή της ως τέτοιας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, διότι μόνο το επικαλούμενο γεγονός – που (φέρεται ότι) αποδεικνύεται από πληθώρα εγγράφων, μεταξύ των οποίων και έγγραφη δήλωση της ίδιας ότι εισέπραξε ό,τι δικαιούτο – ότι η ενάγουσα άσκησε την αγωγή της, όχι επειδή πράγματι δικαιούται να λάβει τα αιτούμενα ποσά από την παροχή της εργασίας της αλλά διότι επιδιώκει να σταματήσει ή να περιορίσει ή να συμψηφίσει έτσι τα χρηματικά ποσά που διεκδικεί να της επιδικαστούν, με τις (φερόμενες ως) αναμφισβήτητες δικές της αστικές και ποινικές υποχρεώσεις προς την εναγόμενη, εξαιτίας της διαπραχθείσας από αυτήν υφαρπαγής της περιουσίας της εναγομένης, δεν αρκεί για να θεμελιωθεί η κατ’ άρθρο 281 ΑΚ ένσταση αλλά συνιστά ουσιαστικά άρνηση της αγωγής.
IV.3. Τέλος, η εναγόμενη, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, ισχυρίστηκε ότι σε βάρος της ενάγουσας έχει ασκηθεί η από 10.10.2016 αγωγή για την αναγνώριση της ακυρότητας κατ’ άρθρο 131 ΑΚ της δωρεάς εν ζωή, με το υπ’ αριθ. …………/16.4.2014 δωρητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών …………, του επί της οδού ………… στην ………… Αττικής διαμερίσματος της, κατά πλήρη κυριότητα, στην ενάγουσα, καθώς επίσης ότι έχουν υποβληθεί σε βάρος της οι ως άνω μηνύσεις, που αφορούν στο εν λόγω προσβληθέν ως άκυρο δωρητήριο (για τα αδικήματα της πλαστογραφίας, ψευδούς βεβαίωσης και απάτης) αλλά και σε κακουργηματική υπεξαίρεση χρηματικών ποσών από τους κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς της εναγομένης και του αδελφού της, υπέβαλε δε τότε η εναγόμενη αίτημα αναβολής της δίκης μέχρι αφενός την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της από 10.10.2016 αγωγής και αφετέρου την αμετάκλητη περάτωση της ποινικής δίκης επί των ανωτέρω μηνύσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρου 249 και 250 ΚΠολΔ αντίστοιχα. Το αίτημα αυτό, που απορρίφθηκε με την εκκαλουμένη απόφαση, εκτιμάται ότι επαναφέρει η εναγόμενη με τον 4ο λόγο της έφεσής της. Το εν λόγω αίτημά της – του οποίου η ικανοποίηση ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ 537/2012,1693/2009) και πρέπει να γίνεται μετά και από συνεκτίμηση της παρέλκυσης που προκαλείται στην πολιτική διαδικασία (Μακρίδου σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ I, 2000, 250 αριθ. 4) – πρέπει να απορριφθεί. Τούτο, καθόσον η διάγνωση της προκείμενης διαφοράς, για τις προαναφερθείσες αξιώσεις της ενάγουσας, από την εργασιακή σχέση που διατηρούσε με την εναγόμενη, δεν τελεί σε σχέση εξάρτησης με τη δίκη επί αναγνώρισης της ακυρότητας της δωρεάς του διαμερίσματος της εναγομένης, ούτε επηρεάζεται από την αντίστοιχη ποινική δίκη, στην οποία, άλλωστε, έχουν ήδη εκδοθεί η αριθ. ………/2018 απόφαση του Θ’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η αριθ. …../2020, ……./2020 απόφαση του Α’ Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και η αριθ. ……/2022 απόφαση του Ε’ Ποινικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, τις οποίες προσκομίζει η εναγόμενη σε φωτοαντίγραφα. Το ίδιο εξάλλου ισχύει και αναφορικά με την άλλη επικαλούμενη μήνυση, για την οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν επικαλείται και δεν προσκομίζει η εναγόμενη στο παρόν Δικαστήριο οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι είναι εκκρεμής σχετική ποινική διαδικασία, αφού μόνη η υποβολή της έγκλησης δεν αρκεί για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 250 ΚΠολΔ.
V.1. Σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, η αγωγή – η οποία είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που κατά περίπτωση αναφέρονται παραπάνω καθώς και στην μείζονα σκέψη της παρούσας απόφασης – έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να επιδικαστεί στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 24.500,70 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των (3.125 + 6.765,76 =) 9.890,76 ευρώ, που αφορά τα δώρα εορτών, με καταψηφιστική διάταξη, ενώ το ποσό των (6.000 + 3.359,94 =) 9.359,94 ευρώ, το οποίο αφορά τα επιδόματα αδείας και την 100% προσαύξηση των αποδοχών αδείας, καθώς και το ποσό των 5.250 ευρώ, το οποίο αφορά την αποζημίωση απόλυσης, με αναγνωριστική διάταξη. Το ανωτέρω ποσό των 24.500,70 ευρώ πρέπει να επιδικαστεί με το νόμιμο τόκο, για καθένα από τα επιμέρους κονδύλια που το απαρτίζουν, από τις δήλες ημέρες (άρθρ. 341 ΑΚ) που έπρεπε αυτά να καταβληθούν (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕλΔ 2003,118) και συγκεκριμένα: α) Το κονδύλιο που αφορά επίδομα εορτών Πάσχα από την 30η Απριλίου κάθε αντίστοιχου έτους, β) Το κονδύλιο που αφορά επίδομα εορτών Χριστουγέννων από την 31η Δεκεμβρίου κάθε αντίστοιχου έτους, γ) τα κονδύλια που αφορούν προσαύξηση αποδοχών άδειας και επιδόματα άδειας από την 31η Δεκεμβρίου κάθε αντίστοιχου έτους (εκτός από το μέρος των κονδυλίων αυτών που αφορά το έτος 2015 και είναι νομιμότοκο από την ημερομηνία της απόλυσης της ενάγουσας) και δ) το κονδύλιο που αφορά αποζημίωση απόλυσης, από την ημερομηνία απόλυσης (26.12.2015). Συνακόλουθα, η εκκαλουμένη απόφαση (ΜΠρΑθ 314/2019), σε όσο μέρος έκρινε διαφορετικά ως προς τα κονδύλια της αγωγής, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και κατά συνέπεια πρέπει η έφεση της ενάγουσας και η έφεση της εναγομένης (που και αυτή ευδοκίμησε εν μέρει, κατά τον 1ο λόγο, όσον αφορά τις επιδικασθείσες πρωτοδίκως αποδοχές άδειας) να γίνουν δεκτές κατ’ ουσίαν. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο αυτό και δικαστεί η αγωγή (άρθρ. 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη, να υποχρεωθεί δε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 9.890,76 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι η εναγόμενη είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (9.359,94 + 5.250 =) 14.609,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο για αμφότερα τα ποσά από τις ημερομηνίες που αναφέρονται παραπάνω.
V.2. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας – εκκαλούσας – εφεσίβλητης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, θα επιβληθούν στην εναγόμενη – εφεσίβλητη – εκκαλούσα, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων αντίστοιχα (άρθρ. 178 παρ. 1,183, ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΠΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει τις εφέσεις, αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν τις εφέσεις.
Εξαφανίζει την υπ’ αριθ. 314/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (ειδικής διαδικασίας περιουσιακών – εργατικών διαφορών).
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγόμενη (εφεσίβλητη/εκκαλούσα) να καταβάλει στην ενάγουσα (εκκαλούσα/εφεσίβλητη) το ποσό των εννέα χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα ευρώ και εβδομήντα έξι λεπτών (9.890,76 €), με το νόμιμο τόκο, για καθένα από τα επιμέρους κονδύλια που απαρτίζουν το ποσό αυτό, από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη (εφεσίβλητη/εκκαλούσα) είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στην ενάγουσα (εκκαλούσα/εφεσίβλητη) το ποσό των δεκατεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εννέα ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (14.609,94 €), με το νόμιμο τόκο, για καθένα από τα επιμέρους κονδύλια που απαρτίζουν το ποσό αυτό, από τις ημερομηνίες που αναφέρονται στο σκεπτικό.
Καταδικάζει την εναγόμενη (εφεσίβλητη/εκκαλούσα) σε μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας (εκκαλούσας/εφεσίβλητης) για αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρω.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31.7.2023, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.
