Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Mετ’ αναίρεση επανασυζήτηση ενώπιον του Εφετείου. Έκταση αναίρεσης και δικαιοδοσία του δικαστηρίου της παραπομπής. Η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο, αρκεί η ιδιότητα αυτή να υπάρχει κατά τον χρόνο της κατάθεσης ή ένορκης βεβαίωσης. Δεν πρόκειται απλώς για μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έννοια ηλεκτρονικού εγγράφου. Ειδικότερα έννοια ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email). Το αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στον σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη – αποστολέα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 445 του ΚΠολΔ. Παρεμβολή τρίτου προσώπου πέραν της σφαίρας επιρροής του φερόμενου ως αποστολέα. Περιορίζεται ουσιαστικά η ενέργεια της § 4 του άρθρου 457 του ΚΠολΔ στο ζήτημα της ταυτότητας μεταξύ περιεχομένου του σκληρού δίσκου του ηλεκτρονικού υπολογιστή και της μηχανικής απεικόνισης τους. Η ηλεκτρονική διεύθυνση για την αποστολή και λήψη μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου έχει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής. Καίτοι ως καθεστώς απασχόλησής του εργαζόμενου, σε όλα τα έγγραφα που υπογράφηκαν από τους διαδίκους κατά την πρόσληψη, αναφέρεται αυτό της μερικής απασχόλησης, αποδείχθηκε ότι αυτός εργάστηκε με πλήρη. Αμοιβή για παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, τις Κυριακές, τις νύκτες, τις αργίες και για υπερωριακή απασχόληση κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής. Εσφαλμένος υπολογισμός αποζημίωσης απόλυσης. Καταβολή μειωμένης αποζημίωσης εργάτη, ενώ ο εργαζόμενος έφερε την υπαλληλική ιδιότητα. Ο εσφαλμένος αυτός υπολογισμός, δεν οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε κακοβουλία της εναγομένης, αλλά σε συγγνωστή πλάνη της ως προς την ιδιότητα του εναγόμενου ως υπαλλήλου ή εργάτη, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασής της. Δέχεται την έφεση. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 17.395,82 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αριθμός 3815/2018

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ 3ο

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Βελισσάρη, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοίκησης του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Μαρίνο Κλουβάτο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 29 Μαϊου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των:

ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ; ………., κατοίκου ………. Αττικής, ο οποίος παραστάθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βλαχόπουλο.

ΚΑΘ’ ΗΣ Η ΚΛΗΣΗ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………..», που εδρεύει στη ………. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο Δικαστήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος Απόστολος – Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης.

Ο ενάγων και ήδη καλών – εκκαλών ………., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 27-10- 2010 με αριθ. εκθ. κατ. ………./2010 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 1185/2013 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή και την ανταγωγή που ασκήθηκε με τις προτάσεις.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου ο ενάγων, με την από 13-11-2013 και με αρ. εκθ. κατ. ………./2013 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 2208/2015 απόφασή του, που συνεκδίκασε αντιμωλία των διαδίκων την έφεση και την ασκηθείσα με τις από 18-11-2014 προτάσεις αντέφεση, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντέφεση και δέχθηκε ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμη την από 27-10-2010 αγωγή.

Κατά της εφετειακής αποφάσεως, η εναγόμενη – εφεσίβλητη – καθ’ ης η κλήση, άσκησε ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 15-6-2015 και με αριθ. εκθ. κατ. ………./2015 αναίρεση, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 397/2016 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου (ΒΙ’ Πολ. Τμήμα), που αναίρεσε τη με αριθ. 2208/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο παρόν Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές.

Με την από 28-6-2016 και με αρ. κατ. ………./2016 κλήση του καλούντος — εκκαλούντος – ενάγοντος, η υπόθεση επαναφέρθηκε προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 586/2018 απόφαση, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης.

Με την από 22-2-2018 και με αρ. κατ. ………./2018 κλήση του καλούντος — εκκαλούντος — ενάγοντος, η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, της οποίας ορίστηκε δικάσιμος αυτή που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 579 § 1 ΚΠολΔ, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε, κατά δε το άρθρο 581 §§ 1 και 2 του ίδιου Κώδικα, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση εισάγεται και συζητείται με κλήση μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση και αφού κατατεθούν προτάσεις κατά το άρθρο 237 ΚΠολΔ. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, αν η απόφαση αναιρεθεί στο σύνολό της, αποβάλλει πλήρως την ισχύ της, μη παράγουσα δεδικασμένο επί οποιουδήποτε ζητήματος έκρινε αυτή, οι δε διάδικοι επανέρχονται στην προ της εκδόσεως αυτής κατάσταση. Η αναίρεση της απόφασης και, συνεπώς, η εξαφάνισή της μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο εξαρτάται από το αν έχουν προσβληθεί όλα ή κάποια από τα περισσότερα κεφάλαιά της (ΑΠ 738/2012, ΑΠ 493/2011, δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1220/2007, ΕλΔνη 49.1625, ΑΠ 975/2000, ΕλΔνη 42.81). Ειδικότερα η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως καθώς και εκείνα που συνάπτονται αρρήκτως προς τα αναιρεθέντα. Η έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει από το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και, μάλιστα, του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως ως ολικής (ΑΠ 738/2012, ο.π., ΑΠ 1308/2004, ΕλΔνη 46.84, ΑΠ 1833/2001, δημ στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στο σύνολό της θεωρείται ότι αναιρείται μία απόφαση, όταν η αναιρετική απόφαση δεν περιορίζει, με σχετική διάταξη στο διατακτικό της, την αναίρεση σε ορισμένο ή ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης ή ως προς μερικούς από τους διαδίκους (ΟλΑΠ 27/2007, ΝοΒ 2007.1830, ΑΠ 43/2005, ΕλΔνη 46.1401). Με την αναίρεση της απόφασης, κατά το μέτρο παραδοχής της αντίστοιχης αίτησης, κατά το σύνολο του ενός ενιαίου κεφαλαίου ή των πλειόνων κεφαλαίων, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από τη συζήτηση επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα, δηλαδή αναβιώνει η αίτηση παροχής έννομης προστασίας (έφεση, αγωγή κλπ). Οι διάδικοι ενώπιον του δικαστηρίου της παραπομπής που, εφόσον πρόκειται περί διαφοράς υπαγόμενης στις ειδικές διαδικασίες δικάζει κατ’ εφαρμογή των αναλόγων διατάξεων, προτείνουν όποιους ισχυρισμούς μπορούσαν να προτείνουν και κατά τη συζήτηση που εκδόθηκε η απόφαση που αναιρέθηκε. Έτσι, αν αναιρεθεί η απόφαση του Εφετείου, και δεν πρόκειται για τις περιπτώσεις του άρθρου 580 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, δηλαδή για υπέρβαση δικαιοδοσίας ή παράβαση των διατάξεων, των σχετικών με την αρμοδιότητα, αναβιώνει η πρωτόδικη απόφαση και η κατ’ αυτής έφεση, που θα κριθεί πάλι από το Εφετείο. Το Εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 580 § 3, 581 §§ 2 και 3, 579 § 1 ΚΠολΔ, επανεκδικάζει την έφεση ως προς το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται η παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση και δεν περιορίζεται στο νομικό ζήτημα περί του οποίου ο γενόμενος δεκτός λόγος αναιρέσεως, λαμβανομένου υπόψη ότι η αναίρεση επέρχεται μεν για ορισμένη παράβαση αλλά η υπόθεση επανεκδικάζεται κατά το εκκληθέν κεφάλαιο, επί του οποίου, με την απόφασή του αποφαίνεται το δικαστήριο της παραπομπής. Το τελευταίο δεσμεύεται μόνο ως προς το νομικό ζήτημα που έλυσε η παραπεμπτική απόφαση (ΑΠ 137/2004, Δ 35.1171) και όχι από τις διαπιστώσεις της απόφασης που αναιρέθηκε ως προς τα πραγματικά γεγονότα, δυνάμενο να εκτιμήσει διαφορετικά τις αποδείξεις, εφόσον δεν εθίγησαν με την αναίρεση, από ό,τι η αναιρεθείσα, μη δεσμευόμενο ούτε ως προς το σημείο αυτό από εκείνη (ΑΠ 251/2016, δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 738/2012 ο.π.). Αν η απόφαση που αναιρέθηκε είναι εφετείου, δεν ακυρώνεται και η απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου ακόμα και αν αυτή στηρίζεται στο ίδιο ελάττωμα και τούτο διότι, με την αναίρεση της απόφασης του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου αναβιώνει η εκκρεμοδικία της έφεσης κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (ΑΠ 963/1999 ΕλΔνη 41. 51), ως προς την οποία θα αποφανθεί το δικαστήριο της παραπομπής, το οποίο είτε θα δεχθεί την έφεση και θα εξαφανίσει την απόφαση, είτε θα απορρίψει αυτή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση (ΑΠ 1421/2002 δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Τέλος, επί αναιρέσεως εφετειακής αποφάσεως στο σύνολό της: α) οι προτάσεις που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτής (αναιρεθείσας αποφάσεως) δεν λαμβάνονται υπόψη από το Εφετείο, β) δεν λαμβάνεται υπόψη η ασκηθείσα με τις προτάσεις αυτές αντέφεση, αν ανάγεται σε κεφάλαιο για το οποίο εχώρησε η αναίρεση και είναι επιτρεπτή από τον εφεσίβλητο η άσκηση αντεφέσεως, κατά τη συζήτηση της μετ’ αναίρεση εφέσεως γ) είναι επιτρεπτή από τον εκκαλούντα η άσκηση πρόσθετων λόγων εφέσεως και δ) είναι επιτρεπτή από τον εναγόμενο ως εφεσίβλητο, μετά την αναίρεση, η πρόταση με τις προτάσεις του στη νέα συζήτηση της εφέσεως, νέων πραγματικών ισχυρισμών, με τις προϋποθέσεις των άρθρων 527 και 269 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 27/2007, ο.π., ΑΠ 542/2017, 1145/2015, 682/2014, 778/2009, 434/2009, 1070/2008, 1606/2007, 352/2004, 778/2004, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων και ήδη καλών – εκκαλών, με την από 27-10-2010 αγωγή που άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών σε βάρος της καθ’ ης η κλήση – εναγομένης – εφεσίβλητης εταιρείας, ισχυρίστηκε ότι την 8-9-2008 προσλήφθηκε από την τελευταία και απασχολήθηκε ως υπεύθυνος λειτουργίας στα καταστήματα (καφεστιατόρια) που αυτή διατηρεί στη ………. και στον ………., έναντι των εκτιθέμενων μηνιαίων αποδοχών. Ότι η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του στις 2-3-2010, καταβάλλοντάς του ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 276,28 ευρώ, το οποίο όμως υπολείπεται εκείνου των 4.400 ευρώ που δικαιούνταν αυτός κατά νόμο να λάβει, με βάση τις τακτικές αποδοχές του κατά το χρόνο της καταγγελίας. Ότι η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, αφενός μεν λόγω καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης, η οποία προέβη στην ενέργεια αυτή από λόγους εκδίκησης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή, αφετέρου δε επειδή δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι διατηρεί απαιτήσεις σε βάρος της εναγομένης για εργασία που παρείχε πέραν του νομίμου ωραρίου των 40 ωρών εβδομαδιαία, ήτοι για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, νυχτερινή εργασία, δεδουλευμένες αποδοχές, αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα και αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας. Με βάση το ιστορικό αυτό, ενάγων ζήτησε, όπως παραδεκτά κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ περιόρισε το αίτημά του: Α) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη απασχόλησής του. Β) Να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει νομιμοτόκως: α) Το ποσό των 41.435,59 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, β) το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη εξαιτίας της καταχρηστικής απόλυσής του και γ) το συνολικό ποσό των 42.322,78 ευρώ για τις παραπάνω οφειλόμενες αμοιβές του για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, απασχόληση τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, νυχτερινή εργασία, δεδουλευμένες αποδοχές, αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα και αποζημίωση λόγω μη ληφθείσας άδειας, με βάση τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επικουρικά δε και για την περίπτωση που η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του κριθεί ως έγκυρη, ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει νομιμοτόκως, το συνολικό ποσό των 7.228,58 ευρώ, ως συμπλήρωση της καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης, καθώς και για αποζημίωση αδείας και επίδομα αδείας του έτους 2010. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, η εναγόμενη άσκησε με τις έγγραφες προτάσεις της ανταγωγή, με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, το συνολικό ποσό των 11.209,93 ευρώ, λόγω της εκ μέρους της ανάκλησης ισόποσων πρόσθετων παροχών, που καταβλήθηκαν οικειοθελώς προς αυτόν. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 1185/2013 οριστική απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, με την οποία, αφού απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η επικουρική βάση της αγωγής εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, κατά τα λοιπά, η αγωγή και η ανταγωγή, απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες, στο σύνολό τους. Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε την από 13-11-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2013 έφεση, με την οποία παραπονούταν κατά της ως άνω οριστικής απόφασης, για τους διαλαμβανόμενους σε αυτή λόγους, αναγόμενους σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του. Επί της πιο πάνω έφεσης, που συνεκδικάστηκε με την ασκηθείσα από την εναγομένη, με τις έγγραφες προτάσεις της αντέφεση, με την οποία η τελευταία προέβαλε αιτιάσεις κατά της εκκαλουμένης απόφασης, κατά το μέρος που απέρριψε την ανταγωγή της, ζητώντας την εξαφάνιση κατά το μέρος αυτό της εκκαλουμένης απόφασης, ώστε να γίνει δεκτή η ανταγωγή, εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 2208/2015 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου. Με την απόφαση αυτή, το παρόν Δικαστήριο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την αντέφεση της εναγόμενης, έγινε δεκτή η έφεση που άσκησε ο ενάγων και, αφού εξαφάνισε την πιο πάνω υπ’ αριθμ. 1185/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 2-3-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα και υποχρέωσε την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του και να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 68.421,90 ευρώ για μισθούς υπερημερίας, χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, δεδουλευμένες αποδοχές, αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα, υπερεργασία, υπερωριακή απασχόληση, εργασία τις ημέρες Σαββάτου, Κυριακής και αργιών. Ακολούθως, η εναγομένη, με την από 15-6-2015 αίτησή της ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, ζήτησε την αναίρεση της παραπάνω απόφασης του Εφετείου, το δε Δικαστήριο του Αρείου Πάγου (Β1 Πολιτικό Τμήμα) εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 397/2016 απόφασή του, με την οποία αναίρεσε την παραπάνω απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου στο σύνολό της, λόγω παραβίασης του άρθρου 559 αρ.11γ’. Ειδικότερα, το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου, κάνοντας δεκτό τον τρίτο λόγο αναίρεσης, έκρινε ότι το παρόν Δικαστήριο εσφαλμένα δεν έλαβε υπόψη του την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης ………., ο οποίος εξετάστηκε ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και, όπως δέχτηκε η απόφαση του Αρείου Πάγου, κατά το χρόνο της κατάθεσής του, δεν είχε την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου του νομικού προσώπου της εναγομένης. Ακολούθως, ο ενάγων, με την από 28-6-2016 και με αρ. κατ. ………./2016 κλήση, επανέφερε την υπόθεση προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο με την υπ’ αριθμ. 586/2018 απόφαση, αφού έκρινε ότι η από 13-11-2013 έφεση του ενάγοντος και ήδη εκκαλούντος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 επ., 511, 513 παρ. 1β, 516, 517, 518 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως αυτά ίσχυαν πριν από την αντικατάσταση ή τροποποίηση τους, κατά περίπτωση, από τις διατάξεις του νόμου 4335/2015, σύμφωνα με τις μεταβατικού και διαχρονικού δικαίου, αντίστοιχα, διατάξεις των άρθρων ένατο αριθ. 2 του ν. 4335/2015 και 37 του ΕισΝΚΠολΔ) και επομένως πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγω της, με την ίδια όπως και πρωτοδίκως διαδικασία (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), στη συνέχεια, με οριστική του διάταξη, απέρριψε ως απαράδεκτη την από 23-5-2017 αντέφεση που άσκησε η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της, που κατέθεσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς αυτή ασκήθηκε χωρίς να τηρηθεί η έγγραφη προδικασία που απαιτείται κατ’ άρθρο 591 παρ.1 εδ. ζ’ του ΚΠολΔ από την 1-1-2016 και εφεξής. Κατόπιν αυτών, το παρόν Δικαστήριο διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης κατ’ άρθρο 254 ΚΠολΔ, διατάσσοντας την αυτοπρόσωπη εμφάνιση του ενάγοντος και των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, προς παροχή διασαφήσεων και εξηγήσεων. Ήδη δε, με την από 22-2-2018 και με αριθμό εκθέσεως κατάθεσης ………./2018 κλήση του καλούντος — εκκαλούντος – ενάγοντος, νόμιμα επαναφέρεται προς συζήτηση η ένδικη υπόθεση, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου.

Από τις διατάξεις των άρθ. 62, 64 § 2, 339, 409 §§ 1 και 2, 410, 415 έως 420 ΚΠολΔ και 61, 65, 67 και 70 ΑΚ συνάγεται ότι δεν μπορεί να είναι μάρτυρας, αφού δεν είναι τρίτος και δεν μπορεί γι’ αυτό να έχει (καταρχήν τουλάχιστον) την αντικειμενικότητα του τρίτου, ο διάδικος και, για την ταυτότητα του λόγου, ο αντιπρόσωπος ανικάνου φυσικού προσώπου, ο νόμιμος εκπρόσωπος διαδίκου νομικού προσώπου (τέτοιος δε στις ανώνυμες εταιρείες είναι ο διευθύνων σύμβουλος, άρθ. 18 και 22 ν.2190/1920), ή το μέλος της διοίκησης αυτού. Τούτο συνάγεται κυρίως από το ως άνω άρθρο 415 ΚΠολΔ που προβλέπει ως αποδεικτικό μέσο την εξέταση των διαδίκων ή των νομίμων εκπροσώπων των εκ των διαδίκων νομικών προσώπων ή των μελών της διοίκησής τους, η εξέταση όμως αυτή δεν αποτελεί μαρτυρία, αλλά ίδιο (επώνυμο) αποδεικτικό μέσο, καθόσον υπό την αντίθετη εκδοχή θα ήταν δυνατό να εξετάζεται το ίδιο πρόσωπο ως μάρτυρας και στην συνέχεια ως διάδικος ή ως εκπρόσωπος ή ως μέλος της διοίκησης διαδίκου νομικού προσώπου, λύση προδήλως άτοπη. Κατά συνέπεια η ένορκη κατάθεση ως μάρτυρα του ίδιου του διαδίκου ή του νομίμου εκπροσώπου νομικού προσώπου ή μέλους της διοίκησης αυτού είναι ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 397/2016, 1080/2015, 2194/2014, 715/2013), το αυτό δε ισχύει για την ταυτότητα του νομικού λόγου και για την ένορκη βεβαίωση ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου κατ’ άρθ.671§1 ΚΠολΔ (ΑΠ 715/2013). Σημειώνεται ότι η έννομη αυτή συνέπεια προϋποθέτει την ύπαρξη της ιδιότητας του διαδίκου φυσικού προσώπου ή του εκπροσώπου διαδίκου νομικού προσώπου κατά τον χρόνο της κατάθεσης ή ένορκης βεβαίωσης, που αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για τον χαρακτηρισμό της ένορκης κατάθεσης ή μαρτυρίας ως ανυπόστατης (ΑΠ 715/2013). Βέβαια κατά την διάταξη του άρθ. 671 §1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην κατ’ έφεση δίκη, το δικαστήριο κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και των διαφορών για τις αμοιβές κλπ. δικηγόρων, λαμβάνει υπόψη και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου. Η απόκλιση, όμως, αυτή δεν εκτείνεται τόσο, ώστε να παρέχεται η εξουσία στο δικαστήριο να λαμβάνει υπόψη του κατά την διαδικασία αυτήν και ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, όπως τα παραπάνω αναφερόμενα. Επομένως, η από το δικαστήριο λήψη υπόψη αυτών θεμελιώνει τον από τον αριθ. 11 περ. α’ του άρθ. 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο, άσχετα από το αν είχε προηγουμένως προβληθεί ή όχι σχετική εναντίωση του αντιδίκου αυτού που τα προσκομίζει, αφού πρόκειται για ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 397/2016, 1080/2015, 2194/2014, 715/2013, 1401/2006). Περαιτέρω, ως ηλεκτρονικό έγγραφο θεωρείται το σύνολο των εγγραφών δεδομένων στο μαγνητικό δίσκο ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, τα οποία αφού γίνουν αντικείμενο επεξεργασίας από την κεντρική μονάδα επεξεργασίας, αποτυπώνονται με βάση τις εντολές του προγράμματος, κατά τρόπο αναγνώσιμο από τον άνθρωπο, είτε στην οθόνη του μηχανήματος, είτε στον προσαρτημένο εκτυπωτή του. Το ηλεκτρονικό έγγραφο δεν συγκεντρώνει μεν τα στοιχεία του (παραδοσιακού) εγγράφου κατά τον ΚΠολΔ, λόγω κυρίως της έλλειψης του στοιχείου της σταθερότητας, κατά την ενσωμάτωσή του σε υλικό που παρουσιάζει διάρκεια ζωής, αλλά δεν αποτελεί αντικείμενο αυτοψίας (όπως κατά μία άποψη υποστηρίζεται), αλλά πρόκειται για μια ενδιάμεση μορφή, την οποία ο νομοθέτης ορθώς εξομοίωσε προς τα ιδιωτικά έγγραφα, εν όψει της εγγύτητας προς αυτά (Κουσούλης, Σύγχρονες Μορφές Έγγραφης Συναλλαγής 1992, 138-142). Σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας για τη λειτουργία του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email) ως μέσου επικοινωνίας στο διαδίκτυο, απαιτείται, εκτός της συνδέσεως με κάποιον διαμετακομιστή, ο οποίος παρέχει την υπηρεσία αυτή, μέσω ειδικού λογισμικού το οποίο έχει εγκαταστήσει μόνιμα ο χρήστης στον υπολογιστή του, η χρήση ενός ειδικού κωδικού, βάσει του οποίου αναγνωρίζεται (ο χρήστης) στο σύστημα, είτε ως αποστολέας, είτε ως λήπτης ηλεκτρονικών μηνυμάτων. Ο κωδικός αυτός αποτελεί την ηλεκτρονική διεύθυνση (emai) του χρήστη, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται κατά πρωτότυπο τρόπο από τον ίδιο με την χρήση χαρακτήρων της επιλογής του, οι οποίοι συνδυάζονται με το σύμβολο «@» και με χαρακτήρες που θέτει ο διαμετακομιστής, κατά τέτοιο τρόπο ώστε ο συγκεκριμένος συνδυασμός να αφορά μόνο στον χρήστη που τον έχει ορίσει, χωρίς να είναι δυνατό να χρησιμοποιηθεί νόμιμα από άλλον. Η απεικόνιση της διεύθυνσης του αποστολέα πάνω στο μήνυμα, καθιστά αυτόν απολύτως συγκεκριμένο για τον παραλήπτη έτσι ώστε να μην είναι δυνατόν να επέλθει σύγχυσή του με άλλο χρήστη του ιδίου συστήματος, ενώ η ταύτισή του με το περιεχόμενο του μηνύματος είναι άρρηκτη. Κρίσιμο στοιχείο για την υπαγωγή του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στους κανόνες των άρθρων 443 και 444 του ΚΠολΔ αποτελεί η κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του, διότι αυτό δεν είναι απλά ένα ηλεκτρονικό έγγραφο, το οποίο υπάρχει αποθηκευμένο στο λογισμικό ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, ή ενός εγγράφου του οποίου η απεικόνιση μεταφέρεται ενσύρματα ή ασύρματα ο (τηλεομοιοτυπία, τηλετύπημα). Η τεχνική της αποστολής οδηγεί υποχρεωτικά στην ταύτιση μηνύματος και αποστολέα, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε να είναι μη μεταβιβάσιμο το μήνυμα, αν δεν συνοδεύεται από την ηλεκτρονική διεύθυνση του αποστολέα και, βεβαίως, αν δεν έχει και συγκεκριμένο, υπαρκτό παραλήπτη. Αυτό έχει ως λογική συνέπεια ότι κατά την αποστολή ενός μηνύματος μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, η δήλωση βουλήσεως του αποστολέα ταυτίζεται με την ηλεκτρονική του διεύθυνση, αποτελεί ένα ενιαίο σύνολο, ώστε να καταστεί δυνατή τεχνικά η παραλαβή της από τον παραλήπτη και φυσικά είναι ήσσονος σημασίας η μορφή ή η διάταξη με την οποία απεικονίζεται μηχανικά στο έντυπο. Ο καθορισμός συνεπώς της ηλεκτρονικής διεύθυνσης κατά τρόπο μοναδικό, από τον ίδιο το χρήστη και η δήλωση της σε κάθε αποστελλόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα συνιστά απόδειξη της ταυτότητας του εκδότη του και κατ’ αναλογίαν με τα οριζόμενα για το παραδοσιακό έγγραφο του άρθρου 443 του ΚΠολΔ, η μηχανική του απεικόνιση σε έντυπο, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 444 περ. 3 του ΚΠολΔ εμπίπτει στην έννοια του ιδιωτικού εγγράφου, με αποδεικτική δύναμη εις βάρος του εκδότη του (συνδυασμός των άρθρων 443, 444, 445 του ΚΠολΔ), διότι αυτή ακριβώς η μοναδική για κάθε χρήστη ηλεκτρονική διεύθυνση, που έχει ορισθεί και εφαρμοστεί από τον ίδιο τον αποστολέα, έχει τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής, έστω και αν δεν έχει την παραδοσιακή μορφή της τελευταίας. Έτσι το αντίγραφο του αποσταλέντος ηλεκτρονικού μηνύματος, το οποίο περιέχεται στο σκληρό δίσκο του παραλήπτη αποτελεί πλήρη απόδειξη ότι η περιλαμβανόμενη σε αυτό δήλωση προέρχεται από τον εκδότη – αποστολέα του, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο αρ. 445 του ΚΠολΔ (ΕφΑΘ 636/2017, ΕφΑΘ 1711/2013, ΕφΑΘ 32/2011, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Βέβαια, η λειτουργία του συστήματος κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα είναι δυνατόν να υποκρύπτει τον κίνδυνο, ότι η αποστολή του συγκεκριμένου μηνύματος έγινε από άλλο πρόσωπο από αυτό στο οποίο ανήκει η συγκεκριμένη ηλεκτρονική διεύθυνση κάνοντας χρήση αυτής (με οποιαδήποτε τρόπο) χωρίς την έγκριση του. Η ελαττωματικότητα αυτή του μηνύματος που εστάλη, παραπέμπει ευθέως στις διατάξεις περί πλαστότητας του ΚΠολΔ (460 επ.) εγκαθιστώντας αναστροφή του βάρους απόδειξης στον επικαλούμενο αυτή, για το λόγο ότι η λειτουργία του συστήματος του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου παρέχει εγγυήσεις για την πιστότητα της και η οποιαδήποτε παθολογία εμφανίζεται δεν προέρχεται από ελάττωμα του συστήματος αλλά από επέμβαση τρίτου σε αυτό, γεγονός το οποίο δεν ανήκει στη σφαίρα επιρροής του φερόμενού ως αποστολέα. Με δεδομένα τα ανωτέρω περιορίζεται ουσιαστικά η ενέργεια της § 4 του άρθρου 457 του ΚΠολΔ στο ζήτημα της ταυτότητας μεταξύ περιεχομένου του σκληρού δίσκου του ηλεκτρονικού υπολογιστή και της μηχανικής απεικόνισης τους (ΕφΠειρ 512/2012 ΤΝΠ «Ισοκράτης»). Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη ισχυρίζεται ότι τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα έξι μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (email), με ημερομηνίες αποστολής 6-10-2009, 4-11-2009, 6-11-2009, 16-11-2009, 30-11-2009 και 9-7-2009, δεν έχουν τον χαρακτήρα εγγράφου, καθώς δεν φέρουν ηλεκτρονική υπογραφή, σύμφωνα με όσα ορίζει το π.δ. 150/2001. Ο ισχυρισμός όμως αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθώς σε όλα τα παραπάνω έγγραφα, αναγράφονται οι ηλεκτρονικές διευθύνσεις που χρησιμοποιούσε ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας ……….  «……….» και «……….», χωρίς να αρνείται η εναγομένη ότι ο νόμιμος εκπρόσωπός της πράγματι χρησιμοποιούσε τις παραπάνω ηλεκτρονικές διευθύνσεις για την αποστολή και λήψη μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και οι οποίες, σύμφωνα με τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα, έχουν τον χαρακτήρα της ιδιόχειρης υπογραφής. Περαιτέρω, η εναγομένη, κατά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου αμφισβήτησε κατά τρόπο γενικό τη γνησιότητα των παραπάνω αναγραφόμενων εγγράφων, ισχυρισμό που επαναφέρει με τις έγγραφες προτάσεις της, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Όμως, από τη με ημερομηνία 26-2-2013 έρευνα και τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε κατ’ εντολή του ενάγοντα ο ………., διπλωματούχος Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός, έγγραφο που παραδεκτά προσκόμισε νομότυπα ο ενάγων με την προσθήκη – αντίκρουση των προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, αποδεικνύεται η γνησιότητα των εγγράφων αυτών, καθώς προέκυψε η αποστολή όλων των παραπάνω ηλεκτρονικών μηνυμάτων από τις ηλεκτρονικές διευθύνσεις «……….» και «……….», που χρησιμοποιούσε ο ………. και μάλιστα από υπολογιστές συνδεδεμένους στο δίκτυο της εταιρίας ……….  (……….), στην οποία, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, εκείνος εργάζονταν. Πρέπει δε να σημειωθεί, ότι από τη με ημερομηνία 17-5-2017 έρευνα και τεχνική έκθεση πραγματογνωμοσύνης που διενήργησε κατ’ εντολή της εναγομένης, ο ………., διπλωματούχος Πολιτικός Μηχανικός, ουδόλως αποδείχθηκε το αντίθετο, ότι δηλαδή τα ανωτέρω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δεν είναι γνήσια, καθώς στο έγγραφο αυτό, σημειώνονται πιθανοί τρόποι αλλοίωσης των μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου από τον παραλήπτη, χωρίς όμως να βεβαιώνεται ή έστω να πιθανολογείται αλλοίωση των συγκεκριμένων ηλεκτρονικών μηνυμάτων.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, οι οποίες συμπεριλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, καθώς και στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του πρώτου λόγου της έφεσης, κατά το μέρος που ο εκκαλών ισχυρίστηκε ότι εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο η ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ο οποίος ήταν ο νόμιμος εκπρόσωπος αυτής, καθώς σύμφωνα με τις παραδοχές της υπ’ αριθμ. 397/2016 απόφασης του Αρείου Πάγου, που δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο ως προς το ζήτημα αυτό που επέλυσε, ο εν λόγω μάρτυρας κατά το χρόνο της κατάθεσής του δεν είχε την παραπάνω ιδιότητα, όλων των εγγράφων που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, στα οποία συμπεριλαμβάνονται και τα ανωτέρω αναγραφόμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail), εκτιμώμενων και όσων από αυτά δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 671 παρ. 1 εδ. α” ΚΠολΔ), από τα οποία άλλα λαμβάνονται υπόψη προς άμεση απόδειξη και άλλα για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 339 σε συνδυασμό προς 395 ΚΠολΔ), από τις υπ’ αριθμ. ………., ………., ………./24-10-2012 και ………./29-10-2012 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………., ………., ………. και ………. αντίστοιχα, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, που λήφθηκαν με επιμέλεια του ενάγοντα, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης της εναγόμενης (υπ’ αριθμ. ………./19-10-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), από τις υπ’ αριθμ. ………./15-10-2012, ………./29-10-2012 και ………./19-2-2013 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ………., ………. και ………. αντίστοιχα, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αικατερίνης Τόλια, που λήφθηκαν με επιμέλεια της εναγόμενης, κατόπιν νομότυπης κλήτευσης του ενάγοντα (υπ’ αριθμ. ………./11-10-2012, ………./25-0-2012 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Γεώργιου Κωστόπουλου και υπ’ αριθμ. ………./14-2-2013 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αλεξάνδρας Βαρδακοπούλου), χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη η υπ’ αριθμ. ………./29-10-2012 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος ………., που λήφθηκε με επιμέλεια της εναγομένης ενώπιον της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, αφού κατά το χρόνο της ένορκης κατάθεσης, αυτή ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης και επομένως, σύμφωνα με τα παραπάνω εκτιθέμενα στη νομική σκέψη της παρούσας, η ένορκη κατάθεσή της αποτελεί ανυπόστατο αποδεικτικό μέσο και εσφαλμένα λήφθηκε υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως βάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με το σχετικό σκέλος του πρώτου λόγου έφεσης, καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρα 336 αρ. 4 ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Δυνάμει της από 8-9-2008 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων, κάτοχος του με αριθμό ………./2008 βιβλιαρίου υγείας της Νομαρχίας Αθηνών, προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρία, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του μπουφετζή στο κατάστημα (καφέ – εστιατόριο) που η τελευταία διατηρεί στη ………. Αττικής, απασχολούμενος πέντε ημέρες την εβδομάδα και οκτώ ώρες ημερησίως. Παράλληλα, η εναγομένη ανέθεσε στον ενάγοντα και τα καθήκοντα του υπεύθυνου βάρδιας του καταστήματος και για το λόγο αυτό συμφωνήθηκε να λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές υπέρτερες των νομίμων, οι οποίες ανέρχονταν στο ποσό των 1.200 ευρώ, ενώ στη συνέχεια αυτές αναπροσαρμόστηκαν, από την 1-11-2009 σε 1.300 ευρώ και από την 1-12-2009 σε 1.500 ευρώ. Ειδικότερα, από την ημέρα πρόσληψης του ενάγοντα, τα καθήκοντά του ήταν, πέραν αυτών του μπουφετζή, η επιμέλεια και η εποπτεία των λοιπών εργαζόμενων, η καταγραφή των ελλείψεων στα εμπορεύματα, η παραλαβή των παραγγελιών, ο έλεγχος της καθαριότητας και στο τέλος της βάρδιας, η καταμέτρηση του ταμείου και η έκδοση της συγκεντρωτικής κατάστασης αποδείξεων. Ακολούθως, από την 1-11-2009 και μέχρι την 30-11-2009, ο ενάγων ορίστηκε από την εναγομένη ως υπεύθυνος για την προετοιμασία του νέου ομοειδούς καταστήματος της εναγομένης, που επρόκειτο να λειτουργήσει στον ……….. Δηλαδή, ο ενάγων ήταν το πρόσωπο στο οποίο απευθύνονταν όλα τα συνεργεία που είχαν αναλάβει τις απαιτούμενες εργασίες διαμόρφωσης του καταστήματος, ενώ επιμελούνταν και για την προμήθεια του απαραίτητου εξοπλισμού, ενόψει του γεγονότος ότι προορίζονταν να αναλάβει θέση υπεύθυνου βάρδιας στο κατάστημα αυτό. Τέλος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 μέχρι 28- 2-2010, ο ενάγων εργάστηκε ως υπεύθυνος βάρδιας στο ανωτέρω νέο κατάστημα της εναγομένης, ασκώντας τα ίδια καθήκοντα, με εκείνα που είχε και ως υπεύθυνος βάρδιας του καταστήματος της ……….. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα, περί του ότι δεν προσλήφθηκε με την ειδικότητα του μπουφετζή, αλλά με την ειδικότητα του υπεύθυνου της λειτουργίας του καταστήματος, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό μέσο. Ειδικότερα δε, ο ίδιος ο ενάγων συνομολογεί στην αγωγή, ότι από της προσλήψεώς του εργάζονταν στο κατάστημα ………. την απογευματινή βάρδια, δηλαδή από ώρα 16:00, παραλαμβάνοντας το κατάστημα από προηγούμενο υπάλληλο – υπεύθυνο του καταστήματος, τον οποίο όμως δεν κατονομάζει. Κατά συνέπεια, σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν θα ήταν δυνατό για τη λειτουργία ενός καταστήματος υγειονομικού ενδιαφέροντος όπως αυτό που εκμεταλλεύεται η εναγόμενη, να έχουν προσληφθεί και να απασχολούνται δύο υπάλληλοι ως υπεύθυνοι του καταστήματος, οι οποίοι μάλιστα θα αμοίβονται με αυξημένες αποδοχές, χωρίς να έχουν και άλλα καθήκοντα εργασίας. Άλλωστε, τα καθήκοντα εργασίας του ενάγοντα, όπως αυτά περιγράφονται παραπάνω και ειδικότερα η καταγραφή των ελλείψεων στα εμπορεύματα και η παραλαβή των παραγγελιών, προσιδιάζουν με τα καθήκοντα του μπουφετζή, καθώς αυτός είναι υπεύθυνος για την προετοιμασία του χώρου του μπουφέ, με σκοπό να ετοιμάσει τις παραγγελίες που λαμβάνει από τους σερβιτόρους. Επίσης, από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τον ενάγοντα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που έχει αποστείλει ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ………., στις 9-7-2009, 6-10-2009, 6-11-2009 και 16-11-2009 προς τρίτα πρόσωπα (……….,……….) και στις 27-4-2009, 3-6-2009, 9-7-2009, 17-11-2009, 30-11-2009 προς τον ίδιο (ενάγοντα), προκύπτει ότι όλα τα παραπάνω μηνύματα πλην δύο, αφορούν στις εργασίες διαμόρφωσης του νέου καταστήματος της εναγομένης στον ………., στο οποίο, όπως προεκτέθηκε, ο ενάγων προορίζονταν, κατά την έναρξη της λειτουργίας του, να αναλάβει θέση υπεύθυνου βάρδιας, ενώ εκ των υπολοίπων, το ένα εξ αυτών αφορά σε θέμα που άπτεται των καθηκόντων του ενάγοντα ως μπουφετζή και ειδικότερα τα μηχανήματα του μπαρ, ενώ στο άλλο, σαφώς ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης απευθύνεται προς τον ενάγοντα με ύφος που προσιδιάζει σε πρόσωπο που έχει αυξημένες αρμοδιότητες και δεν εργάζεται μόνο με την ειδικότητα του μπουφετζή, χωρίς όμως και να προκύπτει ότι ο ενάγων ήταν ο υπεύθυνος όλης της λειτουργίας του καταστήματος, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται. Εξάλλου και ο μάρτυρας του ενάγοντα, ………. στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, κατέθεσε ότι εκτός από τον ενάγοντα, κλειδιά του καταστήματος είχαν και άλλοι δύο υπάλληλοι, γεγονός που δεν θα συνέβαινε εάν ο ενάγων είχε τα καθήκοντα του υπεύθυνου λειτουργίας του καταστήματος. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων εργάζονταν υπό το καθεστώς μερικής απασχόλησης, έναντι ωρομίσθιου ύψους 5,34 ευρώ, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Βέβαια, σε όλα τα έγγραφα που υπογράφηκαν από τους διαδίκους κατά την πρόσληψη του ενάγοντα, τα οποία επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, δηλαδή σύμβαση εργασίας, αναγγελία πρόσληψης προς τον ΟΑΕΔ, γνωστοποίηση των όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, αναγράφεται ότι ο ενάγων προσλήφθηκε ως εργαζόμενος μερικής απασχόλησης με ωρομίσθιο ύψους 5,34 ευρώ, χωρίς όμως αυτό να ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τούτο αποδεικνύεται πλήρως από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και ειδικότερα: α) Τα παραπάνω αναγραφόμενα μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που έχει αποστείλει ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης ………., προς τρίτα πρόσωπα (……….,……….) και προς τον ενάγοντα, εκ των οποίων, όπως ήδη προεκτέθηκε, στον ενάγοντα είχαν ανατεθεί καθήκοντα υπεύθυνου βάρδιας, γεγονός που σύμφωνα και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν προσιδιάζει σε εργαζόμενο μερικής απασχόλησης, β) Τον με ημερομηνία 9-6-2009 Πίνακα Εβδομαδιαίας Ανάπαυσης και Ωρών Εργασίας Προσωπικού των εργαζομένων στο κατάστημα της εναγομένης στη ………., εκ του οποίου προκύπτει ότι η εναγομένη δήλωνε ότι το σύνολο των εργαζομένων του καταστήματος έχουν προσληφθεί ως εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης, ότι οι δώδεκα εκ των δέκα επτά εργαζομένων χαρακτηρίζονται με την ειδικότητα του μπουφετζή ή του βοηθού μπουφετζή και ότι ακόμα και η ………., που η ίδια η εναγομένη ισχυρίζεται ότι ήταν η υπεύθυνη λειτουργίας του καταστήματος ………. και, όπως προεκτέθηκε, είχε την ιδιότητα του μέλους του διοικητικού συμβουλίου της εναγομένης, αναγράφεται με την ιδιότητα του μπουφετζή και χαρακτηρίζεται ως υπάλληλος μερικής απασχόλησης. Περαιτέρω, όσον αφορά στις συμφωνηθείσες αποδοχές του ενάγοντα, από την κίνηση του λογαριασμού που τηρούσε αυτός στην τράπεζα «……….», όπου η εναγόμενη κατέθετε τη μισθοδοσία του, έγγραφο που επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, προκύπτει ότι κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 2008 μέχρι και τον Οκτώβριο του 2009, ο ενάγων λάμβανε σταθερά το παραπάνω συμφωνηθέν ποσό των 1.200 ευρώ μηνιαία, τον Νοέμβριο του 2009 έλαβε ως μισθοδοσία το ποσό των 1.300 ευρώ και τους μήνες Δεκέμβριο του 2009 και Ιανουάριο του 2010, έλαβε για μισθοδοσία, το ποσό των 1.500 ευρώ. Το γεγονός αυτό δεν αναιρείται από τα έγγραφα που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη και ιδίως από το με ημερομηνία 15-3-2010 έγγραφο της τράπεζας «……….», στο οποίο αναγράφεται ότι το συνολικό ποσό των 26.743,18 ευρώ που έλαβε ο ενάγων από την 1-9-2008, με βάση την εντολή μισθοδοσίας της εναγομένης, αφορά «σε μισθοδοσία και έκτακτες προκαταβολές», ούτε από τις αποδείξεις αποδοχών μισθοδοσίας του ενάγοντα, στο σύνολο των οποίων αναγράφεται μέρος του καταβαλλόμενου ποσού ως μισθοδοσία και το υπόλοιπο ως «προκαταβολή προς μελλοντικό συμψηφισμό». Ειδικότερα, από την κίνηση του λογαριασμού του ενάγοντα, δεν προκύπτει ουδεμία εγγραφή ως «έκτακτη προκαταβολή», ενώ στο σύνολο των πιο πάνω αποδείξεων, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο του έτους 2008 μέχρι και τον Σεπτέμβριο του έτους 2009, εμφανίζεται ο ενάγων να λαμβάνει σταθερά το ποσό των 450 ευρώ μηνιαία ως «προκαταβολή προς μελλοντικό συμψηφισμό», τον Οκτώβριο του 2009 λαμβάνει για την ίδια αιτία το ποσό των 490 ευρώ και καθ’ όλο το. παραπάνω χρονικό διάστημα, οι συνολικές αποδοχές του ανέρχονται σταθερά σε 1.200 ευρώ μηνιαία. Κατά τον μήνα Νοέμβριο του 2009, η «προκαταβολή» αυξάνεται στο ποσό των 590 ευρώ, έτσι ώστε οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντα να ανέλθουν στο ποσό των 1.300 ευρώ, ενώ τους μήνες Δεκέμβριο του 2009 και Ιανουάριο του 2010, η «προκαταβολή» καθορίζεται σε 790 ευρώ, ήτοι σε ποσό μεγαλύτερο από τις φερόμενες ως συμφωνηθείσες αποδοχές του ενάγοντα, ενώ οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές του ανέρχονται σε 1.500 ευρώ. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η εναγομένη δεν ισχυρίζεται ότι τα παραπάνω σταθερά καταβαλλόμενα χρηματικά ποσά δίνονταν προς συμψηφισμό οφειλών της έναντι του ενάγοντα για τυχόν παρασχεθείσα υπερεργασία, ή για νυχτερινή εργασία, ή εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου ή της Κυριακής, ενώ τα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας της εναγομένης και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, περί του ότι οι προκαταβολές αυτές δίνονταν κατόπιν παράκλησης του ενάγοντα, προκειμένου να αντιμετωπίσει τα οικονομικά προβλήματα που είχε, δεν κρίνονται πειστικά, ιδίως διότι δεν δίδεται εξήγηση για το γεγονός ότι η φερόμενη ως προκαταβολή δόθηκε από τον πρώτο μήνα εργασίας, ότι συνεχίστηκε σταθερά καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που διήρκησε η εργασιακή σχέση και ότι καταβάλλονταν ακόμα και στα επιδόματα εορτών και αδείας, χωρίς να υφίσταται πρόβλεψη για το πότε θα σταματούσαν να χορηγούνται προκαταβολές και με ποιόν τρόπο τελικά ο ενάγων, του οποίου οι καταβαλλόμενες αποδοχές, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της εναγομένης, ανέρχονταν σε περίπου 700 ευρώ μηνιαία, θα εξοφλούσε ένα τόσο μεγάλο χρηματικό ποσό. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι είχε συμφωνηθεί η καθημερινή παροχή φαγητού ως αντάλλαγμα σε είδος της εργασίας του ενάγοντα, η αξία της οποίας ανέρχονταν σε 100 ευρώ μηνιαία, δεν αποδείχθηκε. Τα όσα δε κατέθεσαν σχετικά, ο μάρτυρας του ενάγοντα ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά και οι μάρτυρες ………., ………., ………. και ………., στις υπ’ αριθμ. ………./2012, ………./2012, ………./2012 και ………./2012 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών αντίστοιχα, δεν κρίνονται πειστικά, καθώς οι ανωτέρω μάρτυρες κατέθεσαν όλως αορίστως, ότι όλοι οι εργαζόμενοι της εναγομένης λάμβαναν ένα γεύμα ημερησίως, χωρίς όμως να προκύπτει περαιτέρω, ούτε ότι πράγματι υπήρχε σχετική συμφωνία με τα αρμόδια όργανα της εναγομένης, ούτε και η αξία αυτής, εφόσον είχε συμφωνηθεί. Αποδείχθηκε επίσης, ότι κατά το χρονικό διάστημα από της προσλήψεώς του μέχρι και την 31-10-2009, ο ενάγων εργάζονταν έξι ημέρες την εβδομάδα, όλα τα Σάββατα και τις Κυριακές, από ώρα 16:00 μέχρι ώρα 01:00 της επόμενης ημέρας, ενώ λάμβανε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης κάθε Δευτέρα ή Τετάρτη. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα, περί του ότι καθημερινά εργάζονταν μέχρι ώρα 02:30 της επόμενης ημέρας, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος, καθώς, λόγω του είδους της επιχείρησης (καφέ – εστιατόριο), οι πελάτες του καταστήματος αποχωρούσαν νωρίτερα, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ενώ και από τις άδειες λειτουργίας μουσικών οργάνων των ετών 2007 -2012 που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, προκύπτει ότι το δικαίωμα χρήσης στερεοφωνικού συγκροτήματος μικρής ισχύος εκ μέρους της εναγομένης ήταν μέχρι ώρα 12:00 κατά τη χειμερινή περίοδο και μέχρι ώρα 01:00 κατά την θερινή περίοδο. Τον μήνα Νοέμβριο του 2009, οπότε ο ενάγων ορίστηκε από την εναγομένη ως υπεύθυνος για την προετοιμασία του νέου ομοειδούς καταστήματος της εναγομένης, που επρόκειτο να λειτουργήσει στον ………., όπως προεκτέθηκε, αυτός εργάστηκε όλες τις ημέρες της εβδομάδας πλην της Κυριακής, δεν αποδείχθηκε όμως ότι χρειάστηκε να εργαστεί πέραν του οκταώρου, ή κατά τις νυκτερινές ώρες. Τέλος, κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 μέχρι 26-2-2010, οπότε η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντα, αυτός ασκούσε τα καθήκοντα του υπευθύνου λειτουργίας του καταστήματος ……….της εναγομένης και εργάζονταν έξι ημέρες την εβδομάδα, όλα τα Σάββατα και τις Κυριακές, από ώρα 16:00 μέχρι ώρα 01:00 της επόμενης ημέρας, ενώ λάμβανε αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης κάθε Δευτέρα ή Τετάρτη. Ο ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι κατά το τελευταίο αυτό χρονικό διάστημα, έχοντας την ιδιότητα του υπεύθυνου λειτουργίας του καταστήματος ………. της εναγομένης, εργάστηκε, τον μήνα Δεκέμβριο του 2009, καθημερινά, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, από ώρα 09:00 μέχρι ώρα 04:00 της επόμενης ημέρας και τους μήνες Ιανουάριο και Φεβρουάριο του έτους 2010, καθημερινά, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, από ώρα 09:00 μέχρι ώρα 23:00, ή από ώρα 14:00 μέχρι ώρα 04:00 της επόμενης ημέρας, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προέκυψε λόγος διαφοροποίησης του ωραρίου εργασίας του, σε σχέση με το ωράριο εργασίας που είχε ως υπεύθυνος βάρδιας του έτερου καταστήματος της εναγομένης, ενώ από την επισκόπηση της ηλεκτρονικής καταγραφής ενεργοποίησης και απενεργοποίησης του συστήματος συναγερμού του καταστήματος ………. της εναγομένης, που επικαλείται και προσκομίζει, προκύπτει ότι η ώρα ενεργοποίησης του συστήματος συναγερμού, ήταν καθημερινά, περίπου στις 01:00. Επίσης, αποδείχθηκε ότι κατά τον μήνα Αύγουστο του έτους 2009, ο ενάγων έλαβε άδεια 15 ημερών. Με βάση όλα τα παραπάνω, ο ενάγων δικαιούται, σύμφωνα με την ΥΑ Οικον. και Εργασίας 18310/1946, να λάβει ως αμοιβή για νυκτερινή εργασία: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2008 μέχρι 31-12-2008, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα, ως άγαμου υπαλλήλου με προϋπηρεσία έξι ετών, ανέρχονταν στο ποσό των 833,99 ευρώ, με βάση την από 1-7-2008 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης 72/22-7-2008) και ως εκ τούτου το νόμιμο ωρομίσθιό του σε 5 ευρώ (833,99 X 6/25 : 40 = 5), το ποσό των 360 ευρώ [16 εβδομάδες X 6 ημέρες εβδομαδιαία = 96 ημέρες X 3 ώρες ημερησίως = 288 ώρες X 1,25 (5 X 25% – 1,25) = 360], β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι 30-6-2009, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα, ως άγαμου υπαλλήλου με προϋπηρεσία επτά ετών, ανέρχονταν στο ποσό των 865,30 ευρώ, με βάση την υπ’ αριθμ. 16/2009 Διαιτητική Απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης 8/25-6- 2009) και ως εκ τούτου το νόμιμο ωρομίσθιό του σε 5,19 ευρώ (865,30 X 6/25 : 40 = 5), το ποσό των 608,40 ευρώ [26 εβδομάδες X 6 ημέρες εβδομαδιαία =156 ημέρες X 3 ώρες ημερησίως = 468 ώρες X 1,30 (5,19 X 25% = 1,30) = 608,40]. γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 μέχρι και 26-2-2010, οπότε οι νόμιμες αποδοχές αυτού, ως άγαμου υπαλλήλου με προϋπηρεσία επτά ετών, ανέρχονταν στο ποσό των 889,93 ευρώ, με βάση την υπ’ αριθμ. 16/2009 Διαιτητική Απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης 8/25-6-2009) και στη συνέχεια την υπ’ αριθμ. 36/2010 Διαιτητική Απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων και ως εκ τούτου το νόμιμο ωρομίσθιό του σε 5,34 ευρώ (889,93 X 6/25 : 40 = 5), αφού αφαιρεθεί χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων κατά το μήνα Αύγουστο που ο ενάγων έλαβε κανονική άδεια και ο μήνας Νοέμβριος του 2009 κατά τον οποίο ο ενάγων δεν εργάστηκε κατά τις νυκτερινές ώρες, το ποσό των 747,72 ευρώ [31 εβδομάδες X 6 ημέρες εβδομαδιαία = 186 ημέρες X 3 ώρες ημερησίως = 558 ώρες X 1,34 (5,34 X 25% = 1,34) = 747,72]. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αμοιβή για παροχή νυκτερινής εργασίας, το συνολικό ποσό των 1.716,12 ευρώ (360 + 608,40 + 747,72). Επίσης, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την εργασία του, εντός οκταώρου, τις Κυριακές και τις ημέρες αργίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των υπ’ αριθμ. 8900/1946 και 25825/1951 αποφάσεων των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, του άρθρου 2 παρ.1 του ν.δ. 3755/1957, ο.α. με το άρθρο 2 του ν. 435/1976 και του άρθρου 4 του β.δ. 748/1966: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2008 μέχρι 31-12-2008, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν, όπως προεκτέθηκε, στο ποσό των 833,99 ευρώ και ως εκ τούτου το νόμιμο ημερομίσθιό του σε 33,36 ευρώ (833,99 : 25 = 33,36), το ποσό των 450,36 ευρώ [18 Κυριακές και αργίες (16 Κυριακές, 28-10-2008, 25-12- 2008) X 25,02 (33,36 X 75% = 25,025) = 450,36]. β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι 30-6-2009, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν, όπως προεκτέθηκε, στο ποσό των 865,30 ευρώ και ως εκ τούτου το νόμιμο ημερομίσθιό του σε 34,61 ευρώ (865,30 : 25 = 34,61), το ποσό των 752,84 ευρώ [29 Κυριακές και αργίες (26 Κυριακές, 25-3-2009, Δευτέρα του Πάσχα 2009, 1-5-2009) X 25,96 (34,61 X 75% = 25,96) -752,84], γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 μέχρι και 26-2-2010, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν, όπως προεκτέθηκε, στο ποσό των 889,93 ευρώ και ως εκ τούτου το νόμιμο ημερομίσθιό του σε 35,60 ευρώ (889,93:25 = 35,60), αφού αφαιρεθεί χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων κατά το μήνα Αύγουστο που ο ενάγων έλαβε κανονική άδεια και ο μήνας Νοέμβριος του 2009 κατά τον οποίο ο ενάγων δεν εργάστηκε Κυριακές ή ημέρες αργίας, το ποσό των 987,90 ευρώ [37 Κυριακές και αργίες (34 Κυριακές, 1-5-2009, 28-10-2009, 25-12-2009) X 26,70 (35,60 X 75% = 26,70) = 987,90], Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για ην εργασία του, εντός οκταώρου, τις Κυριακές και αργίες, το συνολικό ποσό των 2.191,10 ευρώ (450,36 + 752,84 + 987,90). Περαιτέρω, ο ενάγων δικαιούται να λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 435/1976, του άρθρου 4 του ν. 2874/2000, ο.α. με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 και του άρθρου 904 ΑΚ για αμοιβή λόγω υπερωριακής απασχόλησης τις ημέρες της Κυριακής, για την οποία δεν προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2008 μέχρι 31-10-2009, οπότε οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.428,57 ευρώ (1.200 ευρώ καθαρές αποδοχές, πλέον ποσοστό 16% για αναλογούσες εισφορές ΙΚΑ, ήτοι 228,57 ευρώ = 1.428,57) και το ωρομίσθιό του σε 8,57 ευρώ (1.428,57 X 6/25 : 40), ενώ η αμοιβή για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης ήταν 17,14 ευρώ (8,57 + 100%), το ποσό των 976,98 ευρώ (57 Κυριακές X 1 ώρα εκάστη Κυριακή = 57 ώρες X 17,14 = 976,98). β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 μέχρι 26-2-2010, οπότε οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.740 ευρώ (1.500 ευρώ καθαρές αποδοχές, πλέον ποσοστό 16% για αναλογούσες εισφορές ΙΚΑ, ήτοι 240 ευρώ = 1.740) και το ωρομίσθιό του σε 10,44 ευρώ (1.740 X 6/25 : 40), ενώ η αμοιβή για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης ήταν 20,88 ευρώ (10,44 + 100%), το ποσό των 250,56 ευρώ (12 Κυριακές X 1 ώρα εκάστη Κυριακή = 12 ώρες X 20,88 = 250,56). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την ως άνω αιτία, το συνολικό ποσό των 1.227,54 ευρώ (976,98 4* 250,56). Για την εργασία του τις ημέρες του Σαββάτου, ο ενάγων δικαιούται να λάβει, σύμφωνα με τις διατάξεις της από 26-2-1975 Ε.Ε.Σ.Σ.Ε. που κυρώθηκε με το Ν. 133/1975, του άρθρου 6 της από 14-2-1984 ΕΕΣΣΕ (Υ.Α. 11770/20-3-1984, ΦΕΚ 181), του άρθρου 9 παρ. 1 εδ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971, του άρθρου 42 του Ν. 1892/1990, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 23 του Ν. 1957/1991 και του άρθρου 904 ΑΚ, την απόδοση της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή της εργασίας αυτής, ήτοι το ποσό, που ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλο μισθωτό, που θα απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 175/2013, ΑΠ 192/2011, ΑΠ 1519/2008). Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται για την εργασία του τις ημέρες του Σαββάτου εντός του οκταώρου ωραρίου της εργασίας του: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2008 μέχρι 31-12-2008, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν, με βάση την από 1-7-2008 Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης 72/22-7-2008), χωρίς, όπως προεκτέθηκε, να υπολογίζεται η προϋπηρεσία του, στο ποσό των 797,21 ευρώ και ως εκ τούτου το νόμιμο ημερομίσθιό του σε 31,89 ευρώ (833,99 : 25 = 31,89), το ποσό των 510,24 ευρώ (16 Σάββατα X 31,89 = 510,24). β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 μέχρι 30-6-2009, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν, με βάση την υπ’ αριθμ. 16/2009 Διαιτητική Απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης 8/25-6-2009) χωρίς, όπως προεκτέθηκε, να υπολογίζεται η προϋπηρεσία του, στο ποσό των 821,13 ευρώ και ως εκ τούτου το νόμιμο ημερομίσθιό του σε 32,84 ευρώ (821,13 : 25 = 32,84), το ποσό των 853,84 ευρώ (26 Σάββατα X 32,84 = 853,84), γ) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 μέχρι και 26-2-2010, οπότε οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντα ανέρχονταν, με βάση την υπ’ αριθμ. 16/2009 Διαιτητική Απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων (Πράξη Κατάθεσης Υπ. Απασχόλησης 8/25-6-2009) και στη συνέχεια την υπ’ αριθμ. 36/2010 Διαιτητική Απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των τουριστικών και επισιτιστικών καταστημάτων, χωρίς, όπως προεκτέθηκε, να υπολογίζεται η προϋπηρεσία του στο ποσό των 845,76 ευρώ και ως εκ τούτου το νόμιμο ημερομίσθιό του σε 33,83 ευρώ (845,76 : 25 = 33,83), το ποσό των 1.082,56 ευρώ (32 Σάββατα X 33,83 = 1.082,56), αφού αφαιρεθεί χρονικό διάστημα δύο εβδομάδων κατά το μήνα Αύγουστο που ο ενάγων έλαβε κανονική άδεια. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την εργασία του, εντός οκταώρου, τις ημέρες του Σαββάτου, το συνολικό ποσό των 2.446,64 ευρώ (510,24 + 853,84 + 1.082,56). Περαιτέρω, ο ενάγων δικαιούται να λάβει σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 2 ν. 435/1976, του άρρθου 4 του ν. 2874/2000, ο.α. με το άρθρο 1 του ν. 3385/2005 και του άρθρου 904 ΑΚ για αμοιβή λόγω υπερωριακής απασχόλησης τις ημέρες του Σαββάτου, για την οποία δεν προκύπτει ότι τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης: α) Κατά το χρονικό διάστημα από 8-9-2008 μέχρι 31-10-2009, οπότε οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.428,57 ευρώ (1.200 ευρώ καθαρές αποδοχές, πλέον ποσοστό 16% για αναλογούσες εισφορές ΙΚΑ, ήτοι 228,57 ευρώ = 1.428,57) και το ωρομίσθιό του σε 8,57 ευρώ (1.428,57 X 6/25 : 40), ενώ η αμοιβή για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης ήταν 17,14 ευρώ (8,57 + 100%), το ποσό των 994,12 ευρώ (58 Σάββατα X 1 ώρα έκαστο Σάββατο = 58 ώρες X 17,14 = 994,12). β) Κατά το χρονικό διάστημα από 1-12-2009 μέχρι 26-2-2010, οπότε οι μηνιαίες μικτές αποδοχές του ανέρχονταν στο ποσό των 1.740 ευρώ (1.500 ευρώ καθαρές αποδοχές, πλέον ποσοστό 16% για αναλογούσες εισφορές ΙΚΑ, ήτοι 240 ευρώ = 1.740) και το ωρομίσθιό του σε 10,44 ευρώ (1.740 X 6/25 : 40), ενώ η αμοιβή για κάθε ώρα υπερωριακής απασχόλησης ήταν 20,88 ευρώ (10,44 + 100%), το ποσό των 250,56 ευρώ (12 Σάββατα X 1 ώρα έκαστο Σάββατο Κυριακή = 12 ώρες X 20,88 = 250,56). Επομένως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για την ως άνω αιτία, το συνολικό ποσό των 1.244,68 ευρώ (994,12 + 250,56). Εξάλλου, με βάση το παραπάνω αναγραφόμενο ωράριο εργασίας του ενάγοντα, αποδείχθηκε αυτός δεν πραγματοποίησε υπερεργασία, καθώς κριτήριο αυτής (υπερεργασίας) αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και όχι κατά τις Κυριακές ή άλλες ημέρες ανάπαυσης και συνεπώς ο απασχολούμενος υπό καθεστώς πέντε εργασίμων ημερών εβδομαδιαίος πραγματοποιεί υπερεργασία για την οποία δικαιούται την οικεία αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξανόμενο κατά 25 %) αν η απασχόλησή του υπερβαίνει κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό όριο των 40 ωρών και μέχρι πέντε επιπλέον ώρες την εβδομάδα (ΑΠ 498/2016, 67/2015 1561/2011, 1413/2009, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Στην προ δε περίπτωση, κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, το συ ωράριο της εργασίας του ενάγοντα ανέρχονταν σε 36 ώρες (4 ημέρες ώρες ημερησίως). Επομένως, κατά το μέρος που ο ενάγων ζητεί να του επιδικαστεί αμοιβή για υπερεργασία, η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στον ενάγοντα και οφείλει μέχρι σήμερα τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 1-2-2010 μέχρι και την 7-2-2010, ήτοι το ποσό των 1.670,40 ευρώ (1.740 : 25 = 69,60 ευρώ ημερομίσθιο X 24 ημερομίσθια = 1.670,40), καθώς και την αναλογία του επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2010, ήτοι το ποσό των 525,62 ευρώ [69,60 ευρώ X 7,25 οκταήμερα = 504,60 + 21,02 για αναλογία του επιδόματος αδείας (504,60 X 0,04166)]. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι κατά το έτος 2008 ζήτησε να λάβει άδεια και η εναγομένη αρνήθηκε να του χορηγήσει, ενώ κατά το έτος 2009, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων έλαβε άδεια 15 ημερών, κατά το μήνα Αύγουστο. Κατά συνέπεια, το αίτημα του ενάγοντα περί καταβολής αποζημίωσης λόγω αρνήσεως της εναγομένης να του χορηγήσει άδεια, το οποίο είναι νόμιμο, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 εδ. β’του α.ν. 539/1945, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Εξάλλου, η εναγομένη ισχυρίζεται, αφενός μεν ότι έχει εξοφλήσει (άρθρο 416 ΑΚ) όλες τις παραπάνω απαιτήσεις του ενάγοντα που αφορούν σε εργασία τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, υπερωριακή εργασία και απασχόληση κατά τις νυκτερινές ώρες, αφετέρου δε ότι οι απαιτήσεις του ενάγοντα για τις δεδουλευμένες αποδοχές του μηνός Φεβρουάριου του 2010 και για αναλογία του επιδόματος εορτών Πάσχα του 2010, πρέπει να συμψηφισθούν (άρθρα 440 και 441 ΑΚ) με μέρος των προγενέστερων προκαταβολών που του είχε καταβάλει. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών της αυτών, η εναγομένη επικαλείται και προσκομίζει τις αποδείξεις μισθοδοσίας του ενάγοντα καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σύμβασης, στις οποίες αναγράφεται, ότι ο ενάγων ήταν εργαζόμενος με ωράριο μερικής απασχόλησης, ότι αμοίβονταν με ωρομίσθιο, ότι υπολογίζονται στις αποδοχές του όλες οι προσαυξήσεις που αναλογούν για εργασία τα Σάββατα και τις Κυριακές, για υπερωριακή απασχόληση και για νυκτερινή εργασία, και ότι λάμβανε σταθερά, κάθε μήνα, προκαταβολές. Όμως, όπως ήδη προεκτέθηκε, οι αποδείξεις αυτές αφορούν μόνο στο συμφωνηθέντα μηνιαίο μισθό του ενάγοντα, ύψους 1.200 ευρώ αρχικά και στη συνέχεια 1.300 ευρώ και 1,500 ευρώ, χωρίς να έχουν υπολογιστεί σε αυτές, ούτε και να έχουν καταβληθεί, όλες οι παραπάνω αναλυτικά αναγραφόμενες οφειλές της εναγομένης προς τον ενάγοντα. Επομένως, οι παραπάνω προβαλλόμενες ενστάσεις της εναγομένης, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 27-2-2010, ο τότε νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης εταιρίας, ………., ανακοίνωσε στον ενάγοντα προφορικά ότι προτίθεται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, γεγονός που έπραξε στις 2-3-2010, καθώς τότε του κοινοποίησε έγγραφη καταγγελία και του προσέφερε τη νόμιμη αποζημίωση, την οποία όμως προσδιόρισε εσφαλμένα στο ποσό των 276,28 ευρώ. Ο αγωγικός ισχυρισμός του ενάγοντα, ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε κατά τρόπο καταχρηστικό εκ μέρους της εναγομένης και συγκεκριμένα εκ λόγων εμπάθειας και εκδίκησης, καθώς ο ίδιος διαμαρτύρονταν διαρκώς και ζητούσε την καταβολή εκ μέρους της εναγομένης των παραπάνω οφειλόμενων ποσών και είχε προβεί για το λόγο αυτό τις αμέσως προηγούμενες ημέρες (22-2-2010) σε καταγγελία ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, γεγονός που γνώριζε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Ειδικότερα, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντα, αποδείχθηκε μεν ότι ο τελευταίος διαμαρτύρονταν προς τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης, προκειμένου να του καταβληθούν τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά, ο οποίος του υπόσχονταν ότι θα εξοφληθεί, δεν αποδείχθηκε όμως ότι αυτός ήταν και ο λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθώς, στις καταθέσεις αυτές καταγράφεται όλως αορίστως η άποψη των μαρτύρων ότι ο ενάγων απολύθηκε λόγω της καταγγελίας προς την Επιθεώρηση Εργασίας, χωρίς όμως να κατατίθενται πραγματικά περιστατικά, εκ των οποίων να προκύπτει ότι πράγματι η αιτία απόλυση4φ ενάγοντα ήταν η καταγγελία του προς την Επιθεώρηση Εργασίας Χαρακτηριστικά, ο μάρτυρας ………. κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι ο ενάγων «έκανε καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας και νομίζω γι’ αυτό απολύθηκε», ο μάρτυρας ………. στην υπ’ αριθμ. ………./2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατέθεσε ότι «Από ότι ακούστηκε η αφορμή για την απόλυση του κ. ………. ήταν η καταγγελία που έκανε στην Επιθεώρηση Εργασίας, πράγμα που εκνεύρισε τον κ. ……….», ο μάρτυρας ………. στην υπ’ αριθμ. ………./2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατέθεσε ότι «Από ότι έμαθα από πρώην συναδέλφους, ο κ. ………. απολύθηκε από την εταιρία … για παραδειγματισμό, επειδή είχε κάνει προηγουμένως καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας …», ο μάρτυρας ………. στην υπ’ αριθμ. ………./2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατέθεσε ότι «Από ότι έμαθα από τον ίδιο τον ………. τον απέλυσαν λίγες ημέρες μετά με άσχημο τρόπο, επειδή είχε κάνει καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας …», ενώ ο μάρτυρας ………. στην υπ’ αριθμ. ………./2012 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών κατέθεσε ότι «Από ότι έμαθα από πρώην συναδέλφους, ο ………. απολύθηκε … λίγες μέρες αφότου έκανε καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας …». Εξάλλου, ο ενάγων με την υπό κρίση αγωγή εκθέτει ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης τον απέλυσε εκδικητικά πέντε ημέρες μετά την προσφυγή του προς την Επιθεώρηση Εργασίας, όμως, από το φάκελο αποστολής του ενημερωτικού εγγράφου της Επιθεώρησης Εργασίας προς την εναγομένη, έγγραφο που αυτή επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι έγγραφη ενημέρωση για την καταγγελία του ενάγοντα εστάλη από την Επιθεώρηση Εργασίας στις 2-3-2010, δηλαδή την ίδια ημέρα, κατά την οποία η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Κατά συνέπεια, η εναγομένη δεν είχε λάβει γνώση της καταγγελίας του ενάγοντα, ούτε στις 27-2-2010, οπότε ο νόμιμος εκπρόσωπός της δήλωσε προφορικά στον ενάγοντα ότι προτίθεται να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, ούτε και στις 2-3-2010, οπότε του κοινοποίησε την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Βέβαια, ο ενάγων με τις έγγραφες προτάσεις του ισχυρίζεται ότι ο ίδιος είχε ενημερώσει προφορικά το νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης για την προσφυγή του προς την Επιθεώρηση Εργασίας, ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν αποδεικνύεται από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο. Αντίθετα, και πέραν του γεγονότος ότι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 ΑΚ, 1 και 5 παρ.1 του ν. 2190/1920 και 1, 5 και 7 του ν. 3198/1955, προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας, αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του μισθωτού και χωρεί οποτεδήποτε (ΑΠ 102/2017, 877/2017, 244/2017, 261/2016, 179/2016, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»), στην προκειμένη περίπτωση αποδείχθηκε ότι υπήρξε σπουδαίος λόγος για τον οποίο η εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντα, καθώς υπήρξε κλονισμός της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπο του ενάγοντα, ο οποίος κατά τους τελευταίους μήνες αδυνατούσε να ανταποκριθεί πλήρως στα καθήκοντά του, κατά τον τρόπο που η εναγομένη, ως εργοδότης, επιθυμούσε. Τούτο αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 9-7-2009 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που απέστειλε ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης προς τον ενάγοντα, έγγραφο που ο τελευταίος επικαλείται και προσκομίζει, εκ του οποίου προκύπτει σαφώς ότι εκ μέρους του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης υπήρχε δυσαρέσκεια για τον τρόπο με τον οποίο ο ενάγων ασκούσε τα καθήκοντά του. Χαρακτηριστικά, στο παραπάνω μήνυμα, ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης αναγράφει, μεταξύ άλλων, απευθυνόμενος προς τον ενάγοντα: «… θα ήθελα να μοιραστώ μαζί σου την διαπίστωση μιας κούρασης που έχω παρατηρήσει … διότι αισθάνομαι ότι κάτι σε έχει απογοητεύσει ή/και κουράσει… αποτελεί εξαιρετικά δυσάρεστο γεγονός για εμένα … να γίνομαι κοινωνός παραπόνων από πελάτες ή δυσλειτουργίας … όπως επίσης αποτελεί εξίσου δυσάρεστο γεγονός η αίσθηση ότι οι υπόλοιποι συντελεστές δεν έχουν όπως λέμε στην καθομιλουμένη την απαραίτητη καθημερινή πρεμούρα η οποία τονώνει τον άνθρωπο που δεν δουλεύει στο δημόσιο και του δίνει κίνητρο να πουλήσει περισσότερο, να επικοινωνήσει περισσότερο και να κάνει με λίγα λόγια τη δουλειά που τα στελέχη της εταιρίας θα πρέπει σε καθημερινή βάση να του υποδεικνύουν πως πρέπει να κάνει … απλά (πιθανά λανθασμένα) αισθάνομαι ότι ίσως έχεις συσσωρεύσει κάποια κούραση (φυσιολογικό) ή κάποια απογοήτευση ή κάτι άλλο που αν όντως είναι έτσι θα πρέπει να μου το μεταφέρεις…», χωρίς να αποδεικνύεται ότι ο ενάγων απάντησε, ή αμφισβήτησε με οποιονδήποτε τρόπο τα παραπάνω γραφόμενα του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης. Περαιτέρω, ενόψει των καθηκόντων που ασκούσε ο ενάγων στο κατάστημα της εναγομένης, όπως αυτά αναλυτικά περιγράφονται παραπάνω, το παρόν δικαστήριο κρίνει ότι αυτός είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, καθόσον το πνευματικό στοιχείο της εργασίας του υπερτερούσε του σωματικού (ΑΠ 1085/2006, ΔΕΕ 2007. 84). Επομένως, με βάση το χρόνο εργασίας του ενάγοντα στην εναγομένη, το ύψος των αποδοχών του και το γεγονός ότι έχοντας την ειδικότητα του μπουφετζή, αλλά και εκτελώντας καθήκοντα υπεύθυνου βάρδιας, είχε την ιδιότητα του υπαλλήλου και όχι του εργάτη, ο ενάγων έπρεπε να λάβει ως αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955, το ποσό των 4.060 ευρώ [1.740 ευρώ μικτές μηνιαίες αποδοχές X 2 μήνες = 3.480 + 580 (1/6 του ως άνω ποσού για την αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας) = 4.060]. Η εναγομένη όμως δεν κατέβαλε προς τον ενάγοντα το παραπάνω ποσό της αποζημίωσης, αλλά θεωρώντας εσφαλμένα ότι αυτός έχει την ιδιότητα του εργάτη, του κατέβαλε ως αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 276,28 ευρώ, που αντιστοιχεί σε επτά (7) ημερομίσθια. Ο εσφαλμένος αυτός υπολογισμός, δεν οφείλεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, σε κακοβουλία της εναγομένης, αλλά σε συγγνωστή πλάνη της ως προς την ιδιότητα του εναγόμενου ως υπαλλήλου ή εργάτη, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης, η οποία στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 3 §§ 1, 2 του Ν. 2112/1920, 5 § 3 του Ν. 3198/1955 και 288 ΑΚ (ΑΠ 585/2011, ΑΠ 311/2010, ΑΠ 194/2009, ΑΠ 468/2007, όλες δημ. στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ») και παραδεκτά προέβαλε η εναγομένη με τις έγγραφες προτάσεις της το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατ’ άρθρα 254 και 527 αρ.1 του ΚΠολΔ. Επομένως, εφόσον υπήρξε συγγνωστή πλάνη της εναγομένης ως προς το αληθές ποσό της αποζημίωσης, η καταγγελία δεν είναι άκυρη, για το λόγο της μη καταβολής του συνόλου της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης. Κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, τα αιτήματα του ενάγοντα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 3-2-2010 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, της υποχρέωσης της εναγομένης να τον απασχολεί πραγματικά στην ίδια θέση και με τους ίδιους όρους εργασίας όπως μέχρι την ημερομηνία καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθώς και περί της υποχρέωσης να του καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 41.435,59 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και το ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη λόγω της προσβολής της προσωπικότητάς του, τα οποία είναι νόμιμα, στηριζόμενα στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 174, 180, 281, 297, 298, 349, 350, 655 και 656 ΑΚ, πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα. Ο ενάγων βέβαια δικαιούται τη συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης, σύμφωνα και με το επικουρικό αίτημα αυτού, το οποίο είναι νόμιμο κατ’ άρθρα 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 και 5 παρ.1 του ν. 3198/1955 και πρέπει να του επιδικαστεί για την αιτία αυτή, το ποσό των 3.763,72 ευρώ (4.040 – 276,28). Επίσης, εφόσον η σύμβαση εργασίας του ενάγοντα λύθηκε στις 2-3-2010, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αυτός δικαιούται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 5 του α.ν. 539/1945, ο.α. με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983, τις αποδοχές αδείας του έτους 2010, ήτοι το ποσό των 1.740 ευρώ και το επίδομα αδείας του έτους 2010, ήτοι το ποσό των 870 ευρώ. Έτσι, για όλες τις παραπάνω αιτίες που κρίθηκαν νόμιμες και ουσιαστικά βάσιμες ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 17.395,82 ευρώ (1.716,12 + 2.191,10 + 1.227,54 + 2.446,64 + 1.244,68 + 1.670,40 + 525,62 + 3.763,72 + 1.740 + 870), νομιμοτόκως ως ακολούθως: α) ως προς το ποσό των 3.763,72 ευρώ, που αφορά στη συμπλήρωση της αποζημίωσης απόλυσης, από την 3-3-2010 δηλαδή την επομένη ημέρα της καταγγελίας, β) ως προς τα ποσά των 1.740 και των 870 ευρώ, που αφορούν στις αποδοχές και στο επίδομα αδείας του έτους 2010, από την 1-1-2011 (ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 61. 1478), γ) ως προς το ποσό των 1.670,40 ευρώ που αφορά στις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντα του μηνός Φεβρουαρίου του 2010, από την 1-3-2010, δ) ως προς το ποσό των 525,62 ευρώ που αφορά στην αναλογία του επιδόματος εορτών Πάσχα του έτους 2010, από την 1-5-2010 και ε) ως προς τα λοιπά επιδικασθέντα κονδύλια, από την 15-9-2010, ήτοι από της επιδόσεως της προηγούμενης από 20-8-2010 αγωγής που είχε ασκήσει ο ενάγων σε βάρος της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία ζητούσε τα ίδια χρηματικά ποσά, από την οποία παραιτήθηκε νομότυπα με την κρινόμενη αγωγή, και μέχρι την εξόφληση.

Κατ’ ακολουθία όλων των παραπάνω, η εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1185/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που απέρριψε στο σύνολό της την ένδικη αγωγή, πρέπει να εξαφανιστεί ως προς όλες τις διατάξεις της, κατά παραδοχή ως εν μέρει ουσιαστικά βάσιμων του πρώτου, τρίτου, έκτου και έβδομου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο για ουσιαστική εκδίκαση (άρθρο 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσία βάσιμη η από 27-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2010 αγωγή και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.395,82 ευρώ, νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα ανωτέρω. Τέλος τα δικαστικά έξοδα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, πρέπει να συμψηφιστούν κατά ένα μέρος, λόγω της μερικής νίκης και ήττας των διαδίκων και να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων του εκκαλούντος, κατόπιν σχετικού αιτήματος του, σε βάρος της εναγομένης – εφεσίβλητης (άρθρα 176, 178, 183, 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσία την από 13-11-2013 και με αριθμό κατάθεσης ………./2013 έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 1185/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στο σύνολό της.

Κρατεί και δικάζει επί της ουσίας την από 27-10-2010 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ………./2010 αγωγή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.

Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των δέκα επτά χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα πέντε ευρώ και ογδόντα δύο λεπτών (17.395,82), νομιμοτόκως, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο σκεπτικό της παρούσας.

Επιβάλλει στην εναγομένη – εφεσίβλητη μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντα – εκκαλούντα και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 26 Ιουλίου 2018 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies