Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Αναγκαία στοιχεία της αγωγής με την οποία ο εργαζόμενος ζητά αμοιβή της υπερεργασίας του και της νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας του, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, η παροχή της εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και οι ώρες της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Τρόποι άρσης της υπερημερίας του εργοδότη. Μέχρις ότου άρει, κατά τα παραπάνω, την υπερημερία του, υποχρεούται να καταβάλλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος. Κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει τον δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας. Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για τον λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής. Ένσταση περί έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων. Στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Η εναγομένη εργοδότρια δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο, ούτε κατέβαλε στην ενάγουσα την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Αιτία της κρινόμενης καταγγελίας υπήρξαν οι συνεχείς διαμαρτυρίες της ενάγουσας προς τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης να της καταβληθούν τα οφειλόμενα από την προσφερθείσα εργασία της, καθώς και η συμπαράσταση που επέδειξε σε συνάδελφό της. Καταγγελία της σύμβασης εργασίας που επακολούθησε είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη προσέφερε στην ενάγουσα αποζημίωση απολύσεως κατά τρόπο μη προσήκοντα, την οποία η τελευταία αρνήθηκε να παραλάβει. Η μετέπειτα κατάθεση της εν λόγω αποζημίωσης από την εναγομένη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων δεν κρίνεται νόμιμη και δεν επέφερε την απόσβεση της εν λόγω διαφοράς, αφού δεν προηγήθηκε η προσήκουσα προσφορά αυτής στην απολυομένη ενάγουσα. Ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης ως προς το ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης. Ουσιαστικά βάσιμη, αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εν λόγω διαφορά οφείλεται σε πλάνη του λογιστή της εναγομένης εταιρίας. Απορρίπτει ως ουσιαστικά αβάσιμη ένσταση έκπτωσης ωφέλειας. Παρεμφερείς εργασίες χωρίς πρόσθετη αμοιβή. Ως παρεμφερείς ή συναφείς θεωρούνται οι εργασίες εκείνες οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οφειλομένη, κατά τη σύμβαση, εργασία όπως είναι οι παρακολουθηματικές της κύριας απασχόλησης εργασίες και δεν αλλοιώνουν ουσιαστικά τον χαρακτήρα της συνολικής απασχόλησης. Για τις εργασίες αυτές ο εργαζόμενος, εφόσον εκτελούνται μέσα στο νόμιμο ωράριο, δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, γιατί κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη θεωρούνται ότι ανήκουν στην συμφωνημένη κύρια απασχόληση και επομένως δεν συνιστούν κατά κυριολεξία “πρόσθετη εργασία”. Η ενάγουσα εκτελούσε καθήκοντα ανθοδέτριας, κατασκευάζοντας ανθοδέσμες και συνθέσεις για τους πελάτες της πρώτης εναγομένης και διακοσμώντας εκκλησίες και κέντρα δεξιώσεων. Οι εν λόγω εργασίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, κρίνονται παρεμφερείς και συναφείς με την κύρια απασχόληση της ενάγουσας. Από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, η ενάγουσα υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, ενώ περιήλθε σε κατάσταση ένδειας. Από την προσβολή δε αυτή η ενάγουσα υπέστη θλίψη και στενοχώρια, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματική ικανοποίηση. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 17.163,84 Ευρώ.

ΑΡΙΘΜΟΣ 4774/2012

ΤΟ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Τμήμα 5ο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Κούκλη, Πρόεδρο Εφετών, Σπυριδούλα Μοσχονά, Φωτεινή Μηλιώνη, Εισηγήτρια, Εφέτες και από το Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 3 Απριλίου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α) ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΩΝ: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας υπό την επωνυμία “…..” που εδρεύει στη ….. Αττικής, οδός ….. αρ. … και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ….. ….. του ….. κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αρ. …, 3) ….. ….. του ….. , κατοίκου ….. Αττικής, οδός ….. αρ. …, 3) ….. ….. του ….., συζύγου ….. ….. κατοίκου ….. Αττικής, οδός ….. αρ. …, 4) ….. ….. του ….. κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αρ. …, τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Λυκοκάπης.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ….. ….. του ….. κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αρ. … (…..), την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Βλαχόπουλος.

Β) ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ….. ….. του ….. κατοίκου Αθηνών, οδός ….. αρ. … (…..), την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Βλαχόπουλος.

ΤΩΝ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΩΝ: 1) ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία «…..», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός ….., αριθμ. … – …..), νομίμως εκπροσωπουμένης, 2) ….. ….. ….. , επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ….., αριθμ. … – …..), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «…..», 3) ….. ….. ….., επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ….., αριθμ. … – …..), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστή και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «…..»….. θυγ. ….. ….., συζ. ….. ….., επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ….., αριθμ. … – …..), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστρίας και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «…..», 5) ….. θυγ. ….. ….., επιχειρηματία, κατοίκου Αθηνών (οδός ….., αριθμ. … – …..), ως ομορρύθμου εταίρου, συνδιαχειριστρίας και νομίμου εκπροσώπου της άνω ομορρύθμου εταιρίας, με την επωνυμία «….., τους οποίους εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Δημήτριος Λυκοκάπης.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα- εφεσίβλητη, ….. ….., με την από 25-8-2008 αγωγή της, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό …../…../2008, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 1532/2010 οριστική του απόφαση με την οποία έταξε όσα αναφέρονται σ’αυτή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι διάδικοι με τις από 16 Ιουλίου 2010, και 27 Ιουλίου 2010, εφέσεις τους αντίστοιχα, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχουν κατατεθεί με αριθμούς …../2010 και …../2010 αντίστοιχα, δικάσιμος των οποίων ορίστηκε η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Λυκοκάπης, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ ενώ ο πληρεξούσιος δικηγόρος Δημήτριος Βλαχόπουλος, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Οι υπό κρίση, από 16-7-2010 (υπ’ αριθμ. καταθ. …../2010) και από 27-7-2010 (υπ’ αριθμ. καταθ. …../2010) εφέσεις, κατά της με αριθμ. 1532/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663,666 επ. του ΚΠολΔ), ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, εφόσον δεν προκύπτει από τα έγγραφα που προσκομίζονται, ούτε οι παριστάμενοι διάδικοι επικαλούνται ότι έχει χωρήσει επίδοση της εκκαλουμένης α­ποφάσεως (άρθρα 495, 496,498, 499, 511, 513 παρ. ιβ’, 518 παρ. 2 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ ). Επομένως, αφού συνεκδικασθούν λόγω της συνάφειάς τους (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 του ΚΠολΔ), κατά την ίδια, όπως και πρωτοδίκως, ειδική διαδικασία.

Η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη με την από 25-8-2008 (υπ’ αριθμ. καταθ. …../…../2008) αγωγή της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου ισχυρίστηκε ότι με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που κατήρτισε προφορικά την 22-3-2007 με την πρώτη εναγομένη και ήδη εκκαλούσα – εφεσίβλητη ομόρρυθμη εταιρία, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι δεύτερος, τρίτος, τετάρτη και πέμπτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων – εφεσιβλήτων, προσλήφθηκε από την πρώτη, η οποία διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων (ανθοπωλείων) στην Αθήνα, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια επί πενθήμερον, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή εκάστης εβδομάδας. Ότι έκτοτε προσέφερε διαρκώς τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, απασχολούμενη ως πωλήτρια σε δύο βάρδιες, ήτοι από την 9.00 π.μ. μέχρι την 18.30μμ και από την 14.30 μμ μέχρι την 23.30 μμ, αρχικά στο ανθοπωλείο που διατηρεί αυτή επί της οδού ….. αριθμ. … στη ….. και από την 2-4-2007, σε έτερο ανθοπωλείο που διατηρεί επί της οδού ….. αριθμ. … στη …… Ότι η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της προφορικά στις 31/5/2008 και εγγράφως και με καταβολή μειωμένης αποζημίωσης και μάλιστα κατά μη προσήκοντα τρόπο (με επιταγή) στις 12/6/2008, συνεπεία των οποίων η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, επικουρικώς και λόγω καταχρηστικότητας, καθώς έλαβε χώρα λόγω των διαμαρτυριών της να της καταβληθούν τα οφειλόμενα και της συμπαράστασης που επέδειξε σε συνάδελφό της, κατά τη διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων του. Ότι συνεπεία των ανωτέρω και της ειδικότερα εκτεθείσας συμπεριφοράς της πρώτης εναγομένης, υπέστη ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 5.000 ευρώ. Ότι η εναγομένη τελεί έκτοτε σε υπερημερία, λόγω της ακυρότητας της εν λόγω καταγγελίας, με συνέπεια να της οφείλει μισθούς υπερημερίας από την 1/6/2008 μέχρι την 31/5/2009, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, συνολικού ποσού 12.020,06 ευρώ, επικουρικώς δε την αποζημίωση για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, ποσού 1.994,44 ευρώ, την αποζημίωση αδείας 2008 ποσού 854,76 ευρώ και το επίδομα αδείας 2008 ποσού 427,38 ευρώ. Ότι επιπλέον η εναγομένη της οφείλει διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασιακή και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, αμοιβή για παρασχεθείσα νυχτερινή εργασία, αμοιβή για παρασχεθείσα εργασία τα Σάββατα, τις Κυριακές και τις αργίες, αποδοχές αδείας, καθώς και πρόσθετη αμοιβή για την παρασχεθείσα και εντός του νομίμου ωραρίου επί τρίωρο εργασίας της ως ανθοδέτριας, μη συναφούς με την κύρια απασχόλησή της και συνολικά από τις παραπάνω αιτίες της οφείλει το ποσό των 31.519,38 ευρώ. Με το ιστορικό αυτό ζήτησε με την αγωγή α) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31/5/2008 και της από 12/6/2008 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν για τις ως άνω αιτίες το συνολικό ποσό των 31.519,38 ευρώ και ειδικότερα το ποσό των 12.020 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας και επικουρικά και σε περίπτωση που δεν απαγγελθεί ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, το συνολικό ποσό των 3.276,58 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, άδεια και επίδομα αδείας 2008, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, γ) να απειληθεί κατ’ άρθρ. 1047 ΚΠολΔ προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, καθώς και χρηματική ποινή σε βάρος των δευτέρου, τρίτου, τετάρτης και πέμπτης των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, η οποία, αφού απέρριψε ως απαράδεκτη την αγωγή ως προς την τετάρτη και πέμπτη των εναγομένων, αναφορικά με τα αιτήματα της αναγνωρίσεως της ακυρότητας της καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως της ενάγουσας, της επιδίκασης μισθών υπερημερίας και της επιδίκασης αποζημίωσης απόλυσης και ως αόριστη αναφορικά με τα αιτήματα επιδίκασης αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασιακή και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, καθώς και για την παρασχεθείσα νυχτερινή εργασία, ακολούθως δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη και στην ουσία και ειδικότερα α) αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, β) υποχρέωσε τους τρεις πρώτους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 12.020,06 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα επίδοσης της αγωγής και γ) υποχρέωσε όλους τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον ο καθένας, το συνολικό ποσό των 10.220,54 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται οι εκκαλούντες με τις υπό κρίση εφέσεις τους για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν να εξαφανισθεί και η μεν ενάγουσα να γίνει δεκτή η αγωγή της και ως προς τα κονδύλια που απορρίφθηκαν και ειδικότερα αναφέρει στην έφεσή της, οι δε εναγόμενοι να απορριφθεί η αγωγή ως προς τα κονδύλια που προσβάλλουν με την έφεσή τους.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 111, 118 περ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα άλλα στοιχεία, σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν στο νόμο την αγωγή και που δικαιολογούν την άσκησή της από μέρους του ενάγοντος κατά του εναγομένου. Με τις διατάξεις αυτές καθιερώνεται ως απαραίτητο στοιχείο της αγωγής η ιστορική της βάση, δηλαδή η σαφής έκθεση όλων των πραγματικών γεγονότων που είναι αναγκαία σύμφωνα με τον νόμο για τη γένεση του δικαιώματος που αξιώνεται με την αγωγή. Εάν στο δικόγραφο της αγωγής δεν περιέχονται όλα τα ανωτέρω γεγονότα ή περιέχονται μεν, αλλά με ασάφειες και ελλείψεις, τότε η άσκηση της αγωγής είναι μη νομότυπη και η αγωγή είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας του δικογράφου της, το απαράδεκτο δε αυτό, το οποίο ανάγεται στην προδικασία ασκήσεως της αγωγής και αφορά τη δημόσια τάξη, ερευνάται και αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 648, 659 του ΑΚ, 1 παρ. 1 και 2 του Ν 435/1976 και μόνου του Ν 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, στοιχεία της αγωγής με την οποία ο εργαζόμενος ζητεί αμοιβή της υπερεργασίας του και της νόμιμης ή παράνομης υπερωριακής εργασίας του, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, η παροχή της εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός και οι ώρες της ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες για τις παραπάνω αιτίες οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα, (βλ. ΕφΑΘ.5525/2003 δημ. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα ζήτησε με την αγωγή , μεταξύ άλλων, αμοιβή και αποζημίωση για την εργασία που παρείχε κατά τις εργάσιμες ημέρες πέραν του νομίμου ωραρίου της, εκθέτοντας ότι αναλάμβανε εργασία είτε την 9.00 π.μ., είτε την 14.30 μμ και αποχωρούσε την 18.30μμ ή την 23.30 μμ αντίστοιχα και ότι το ωράριο κάθε ημέρας καθόριζαν από την προηγούμενη ημέρα τα αρμόδια όργανα της πρώτης εναγομένης. Ακολούθως, στα κεφάλαια της αγωγής που αφορούν την αμοιβή για υπερεργασία εκθέτει τις ώρες υπερεργασίας που πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως (πέραν των 40 ωρών και μέχρι των 45 ωρών) και στα κεφάλαια της αγωγής που αφορούν την αμοιβή για κατ’ ε­ξαίρεση υπερωρίες εκθέτει τις ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας που πραγματοποιούσε εβδομαδιαίως (πέραν των 45 ωρών), χωρίς, όμως και στις δύο περιπτώσεις να εκθέτει το ημερήσιο ωράριό της, που ίσχυε κάθε εβδομάδα, ούτε τον υπολογισμό με τον οποίο συνήγαγε τις ανωτέρω ώρες, δεδομένου ότι κατά τα εκτεθέντα ανωτέρω, το ωράριό της δεν ήταν το ίδιο καθημερινά, αλλά ίσχυαν δύο βάρδιες, μία πρωινή και μία απογευματινή. Συνεπώς, για την εξεύρεση των ωρών υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωρίας που τυχόν πραγματοποίησε η ενάγουσα, έπρεπε αυτή να εκθέτει το ημερήσιο ωράριο, για κάθε εβδομάδα, λόγω της παραπάνω ιδιαιτερότητας, ούτως ώστε να υπολογισθεί το εβδομαδιαίο ωράριό της και οι ώρες που εργάσθηκε πέραν του νομίμου ωραρίου. Εν προκειμένω, πρέπει να επισημανθεί ότι τα ανωτέρω ήταν απαραίτητο να εκτεθούν, καθώς η ενάγουσα αρχικά στην αγωγή αναφέρει ότι εργαζόταν με ωράριο 9.00 πμ. -18.30 μμ (9,5 ώρες εργασίας) ή 14.30μμ -23.30μμ (9 ώρες εργασίας), ούτως ώστε η τήρηση του ενός ή του άλλου ωραρίου να διαφοροποιεί την πραγματοποίηση των ωρών υπερεργασίας ή υπερωρίας εβδομαδιαίως, πέραν του ότι για κάποιες εβδομάδες αναφέρει ότι πραγματοποίησε 2 ή 3 ή 4 ώρες υπερεργασίας, το οποίο προϋποθέτει δια­φορετικό ωράριο εργασίας από τα ανωτέρω. Συνεπώς, τα ανωτέρω κονδύλια της αγωγής εκ των ανωτέρω λόγων είναι απορριπτέα ως αόριστα. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να θεραπευθεί από τα επικαλούμενα από την ενάγουσα έγγραφα, καθόσον η αοριστία της αγωγής δεν αναπληρώνεται από τυχόν έγγραφα της δικογραφίας που περιέχουν τα ελλείποντα από την αγωγή στοιχεία, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση που έκρινε ως προς τα παραπάνω αιτήματα αόριστη την αγωγή, ορθά το νόμο εφάρμοσε και όσα περί του αντιθέτου διατείνεται η ενάγουσα με τον πρώτο λόγο της έφεσής της κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Περαιτέρω η ενάγουσα, μετά την έκθεση των ως άνω ιστορούμενων πραγματικών περιστατικών, ζήτησε, μεταξύ άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να της καταβάλουν αποζημίωση για την παρασχεθείσα εκ μέρους της υπερωριακή απασχόληση κατά τα Σάββατα και τις Κυριακές κατά το αναφερόμενο στην αγωγή χρονικό διάστημα. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε το παραπάνω αίτημα ως αόριστο. Έτσι όμως έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου, αφού εκτίθεντο με σαφήνεια στην αγωγή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 216 παρ.1 ΚΠολΔ, τα γεγονότα που τη θεμελίωναν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούσαν την άσκησή της από την ενάγουσα κατά των εναγομένων, με ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα, ιδίως δε αναφέρονταν στην αγωγή αναλυτικά οι ώρες απασχόλησης της ενάγουσας πέραν του οκταώρου ανά ημέρα, ακόμη δε και οι κατ’ ιδίαν ημέρες. Επομένως, κατά παραδοχή του οικείου πρώτου λόγου εφέσεως της ενάγουσας, πρέπει να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση ως προς το σκέλος αυτό. Στη συνέχεια πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό και να δικαστεί εκ νέου η αγωγή, ως προς το μέρος αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οποία είναι νόμιμη , στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 659 του ΑΚ, 1 παρ. 1 και 2 του Ν 435/1976 και μόνου του Ν 133/1975 που κύρωσε την από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ, 1. Ν. 3385/2005, καθώς και στις οικείες Σ.Σ.Ε. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας». Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω και στην ουσία.

Από τις διατάξεις των άρθρων 349, 350, 648, 656, 669 παρ. 2 Α.Κ, 1, 2, 5 του ν. 3198/1955 και 1, 3 του ν. 2112/1920 συνάγεται ότι (α) η σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου λύεται με καταγγελία της από τον εργοδότη ή τον μισθωτό (β) για την εγκυρότητα της καταγγελίας από τον εργοδότη απαιτείται να γίνει αυτή εγγράφως και να καταβληθεί στον απολυόμενο πλήρης η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση, διαφορετικά η καταγγελία είναι άκυρη και η σύμβαση εργασίας δεν λύεται, αλλά παραμένει ενεργός (Α.Π.698/2010 ΝΟΜΟΣ). Ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας μισθωτού και έτσι περιήλθε σε υπερημερία, μπορεί να άρει την υπερημερία του είτε με επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωσή του ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής συμβάσεως (ΑΠ 1721/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 752/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 150/2006 ΔΕΕ 2007-100). Μέχρις ότου άρει, κατά τα παραπάνω, την υπερημερία του, υποχρεούται να καταβάλλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό, ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του, αφού στην καταγγελία του εργοδότη εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες του απολυθέντος (ΑΠ 752/2007 ό.π). Περαιτέρω, από τις ίδιες, όπως παραπάνω, διατάξεις προκύπτει ότι επί ακυρότητας της καταγγελίας, ο μισθωτός δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα αυτή και να αξιώσει τις αποδοχές υπερημερίας, είτε, ενόψει ότι η ακυρότητα τάσσεται υπέρ αυτού (και έτσι είναι σχετική), να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη, από το ν. 2112/1920 ή από το β.δ. από 16- 7-1920, αποζημίωση ή τη συμπλήρωσή της (ΑΠ 1619/2006 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 590/1994 ΝΟΜΟΣ, Εφθεσ. 2053/2006 Αρμ 2006-1743).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 421 του ΑΚ, αν ο οφειλέτης για να ικανοποιήσει το δανειστή αναλάβει απέναντι του νέα υποχρέωση, αυτή δεν θεωρείται ότι έγινε αντί καταβολής, εκτός αν προκύπτει σαφώς το αντίθετο. Από τον ερμηνευτικό της βουλήσεως των μερών κανόνα που θεσπίζεται με τη διάταξη αυτή, συνάγεται ότι η ανάληψη νέας υποχρεώσεως από τον οφειλέτη, όπως είναι και η έκδοση επιταγής, προς ικανοποίηση του δανειστή, δεν επιφέρει, πριν από την είσπραξη αυτής, την εξόφληση του χρέους, διότι θεωρείται ότι έγινε χάριν καταβολής και όχι αντί καταβολής, εκτός αν συμφωνήθηκε ή προκύπτει από τις περιστάσεις σαφώς το αντίθετο, δηλαδή ότι έγινε για την απόσβεση της αρχικής οφειλής, με τη σύσταση της νέας. Μόνη η παράδοση της τραπεζικής επιταγής, η οποία αποτελεί όργανο και όχι μέσο πληρωμής, δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τα άρθρα 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται χάριν καταβολής. Ο οφειλέτης με την έκδοση της επιταγής ή την ανάληψη υποχρεώσεως από αυτήν υπόσχεται στο δανειστή του (λήπτη) ότι θα εκπληρώσει την αρχική (βασική) του υποχρέωση με την εκπλήρωση νέας. Με τη γένεση δηλαδή της ενοχής από την επιταγή δημιουργείται μόνο ένας εναλλακτικός τρόπος πληρωμής και για το λόγο αυτό δεν επέρχεται απόσβεση της αρχικής υποχρεώσεως παρά μόνο με την πραγματική πληρωμή (είσπραξη) της επιταγής, (βλ. ΑΠ 79/2011 δημ. ΝΟΜΟΣ).

Τέλος, σκοπός της διάταξης του άρθρου 656 Α.Κ., που ρυθμίζει τις συνέπειες της υπερημερίας του εργοδότη είναι να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υποστεί ο εργαζόμενος οικονομική ζημία (απώλεια μισθού) από τη μη αποδοχή των υπηρεσιών του και όχι να τον φέρει σε ευνοϊκότερη θέση απ’ ότι στην περίπτωση που εκπληρωνόταν ομαλά η σύμβαση. Γι’ αυτό στο εδάφιο β’ του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να εκπέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, από τις ως άνω αποδοχές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια που απεκόμισε ο μισθωτός από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή από την χρησιμοποίηση του χρόνου του που έμεινε ελεύθερος λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη, αποκόμισε ωφέλεια. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη κατά της αγωγής του μισθωτού που διώκει την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται οι λοιπές επαγγελματικές δραστηριότητες του μισθωτού με αναφορά στις συγκεκριμένες αμοιβές που εισέπραξε ο τελευταίος από τις δραστηριότητες αυτές (Α.Π. 221/2011 ΝΟΜΟΣ).

Στην προκειμένη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, από τις υπ’ αριθμ. …../2009, …../2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, νομίμως ληφθείσες κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από τις υπ’ αριθμ. …../2009, …../2009, …../2009 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανάσιου Λυκιαρδόπουλου, την υπ’ αριθμ. …../2009 ένορκη βεβαίωση μάρτυρα ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, νομίμως ληφθείσα, αφού η κλήτευση των εναγομένων έγινε με σχετική δήλωση της ενάγουσας και πρόσκληση κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου (ΑΠ 659/2002 δημ. ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ. 7001/2004 ΕλλΔνη 46.516, ΕφΑΘ.7002/2004 ΕλλΔνη 46.1721), τις υπ αριθμ. …../2009 και …../2009 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, νομίμως ληφθείσες κατ’ άρθρο 671 ΚΠολΔ, μετά από νομότυπη κλήτευση της ενάγουσας, όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …../2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κυριάκου Περάκη και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίου (αρθρ. 395, 591 παρ. 1, 524 παρ. 1 του ΚΠολΔ), όπως μερικά απ’ αυτά αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν πληρούν όλους τους όρους του νόμου (αρθρ. 671 παρ. 1 εδ. α’ και 674 παρ. 2 του ΚΠολΔ, βλ. Ολ ΑΠ 15/2003 Δ 35-513), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, που καταρτίστηκε προφορικά την 22-3-2007 μεταξύ της ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας -εφεσίβλητης και της πρώτης εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης- εκκαλούσας ομόρρυθμης εταιρίας, ομόρρυθμα μέλη της οποίας είναι οι δεύτερος, τρίτος, τετάρτη και πέμπτη των εναγομένων και ήδη εκκαλούντων – εφεσιβλήτων, η ενάγουσα προσλήφθηκε από την εν λόγω εταιρία, η οποία διατηρεί αλυσίδα καταστημάτων (ανθοπωλείων) στην Αθήνα, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως πωλήτρια επί πενθήμερον, ήτοι από Δευτέρα έως Παρασκευή εκάστης εβδομάδας, στο ανθοπωλείο που διατηρούσε αυτή στη ….. και επί της οδού ….. αριθμ. …. Το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη στην από 14-5-2007 αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας προς τον ΟΑΕΔ δηλώνει ως ημερομηνία πρόσληψης αυτής την 10/5/2007, δεν αναιρεί τα ανωτέρω, καθώς η εν λόγω αναγγελία δεν αποτελεί συστατικό τύπο της σύμβασης εργασίας, η οποία εγκύρως καταρτίζεται και προφορικά. Συνακόλουθα, ο σχετικός δεύτερος λόγος εφέσεως των εναγομένων, με τον οποίο ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε την 10-5-2007 και όχι την 22-3-2007, όπως δέχθηκε και η εκκαλουμένη απόφαση, κρίνεται απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Εξάλλου, η ενάγουσα κατά τον χρόνο πρόσληψής της από την εναγομένη γνωστοποίησε νομίμως στην τελευταία ότι είχε προϋπηρεσία δύο (2) ετών, καθώς προσκόμισε τα σχετικά πιστοποιητικά, αφού απόδειξη προϋπηρεσίας αποτελούν και τα ασφαλιστικά βιβλιάρια που προσκόμισε στην εργοδότριά της (βλ. σχετ. ΑΠ 1053/1987 ΔΕΝ 45.760. ΕφΑΘ. 2466/2004 ΕλλΔνη 2004.1698). Άλλωστε η εναγομένη κατά την από 14-5-2007 αναγγελία πρόσληψης της ενάγουσας προς τον ΟΑΕΔ, δήλωσε εγγράφως στη σχετική ένδειξη ότι η ενάγουσα δεν «αναλαμβάνει για πρώτη φορά εργασία σαν μισθωτή», (βλ. προσκομιζόμενη). Επομένως, ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως, με τον οποίο οι εναγόμενοι διατείνονται ότι η ενάγουσα δεν είχε γνωστοποιήσει κατά τον χρόνο πρόσληψής της την προϋπηρεσία της, κρίνεται  απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Στο πλαίσιο της παραπάνω συμφωνίας, η ενάγουσα εργάσθηκε με την ιδιότητα της πωλήτριας αρχικά στο ανωτέρω ανθοπωλείο και μετέπειτα στο ανθοπωλείο που διατηρεί η ίδια εναγομένη επί της οδού ….. αριθμ. … στη ….., μέχρι την 31/5/2008, οπότε η εργοδότρια εναγομένη κατήγγειλε προφορικά τη σύμβαση εργασίας της και την απέλυσε, ενώ επανέλαβε τη δήλωσή της αυτή εγγράψως στις 12/6/2008, οπότε κοινοποίησε στην ενάγουσα την από 4/6/2008 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, με προσφερόμενη αποζημίωση απόλυσης ποσού 1.965,46 ευρώ (βλ. την υπ’ αριθμ. …../12-6-2008 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κυριάκου Περάκη). Αιτία της εν λόγω καταγγελίας υπήρξαν οι συνεχείς διαμαρτυρίες της ενάγουσας προς τους νομίμους εκπροσώπους της εναγομένης να της καταβληθούν τα οφειλόμενα από την προσφερθείσα εργασία της, καθώς και η συμπαράσταση που επέδειξε στον συνάδελφό της ….. ….., κατά τη διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων του έναντι της εναγομένης εταιρίας. Η καταγγελία όμως της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, που έλαβε χώρα την 31-5-2008, είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη εργοδότριά δεν τήρησε τον έγγραφο τύπο, ούτε κατέβαλε στην ενάγουσα την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Αλλά και η καταγγελία της σύμβασης εργασίας που επακολούθησε την 12-6-2008, μετά την προσφυγή της ενάγουσας στην Επιθεώρηση Εργασίας, με την κοινοποίηση στην τελευταία της από 4 Ιουνίου 2008 έγγραφης «καταγγελίας συμβάσεως εργασίας», είναι άκυρη, καθόσον η εναγομένη προσέφερε στην ενάγουσα αποζημίωση απολύσεως κατά τρόπο μη προσήκοντα, την οποία η τελευταία αρνήθηκε να παραλάβει. Και τούτο διότι η έκδοση και παράδοση επιταγής, ήτοι της υπ’ αριθμ. ….. τραπεζικής επιταγής της Τράπεζας Πειραιώς, συνολικής αξίας 3.334,11 ευρώ (συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης απολύσεως ποσού 1.965,46 ευρώ, του δώρου Χριστουγέννων, των αποδοχών και του επιδόματος αδείας και ενός οφειλομένου μισθού), δεν συνιστά καταβολή κατά την έννοια του άρθρου 416 ΑΚ, ούτε σε περίπτωση αμφιβολίας θεωρείται δόση ή υπόσχεση αντί καταβολής κατά τις διατάξεις των άρθρων 419 και 421 ΑΚ, αλλά γίνεται πάντοτε χάριν καταβολής (αν δεν προκύπτει σαφής βούληση απόσβεσης, βλ. σχετ. ΑΠ 79/2011 ό.π). Εξάλλου, η μετέπειτα κατάθεση της εν λόγω αποζημίωσης από την εναγομένη στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, συσταθέντος του υπ’ αριθμ. …../2008 γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, συνολικού ποσού 3.334,11 ευρώ, (συμπεριλαμβανομένης της αποζημίωσης απολύσεως ποσού 1.965,46 ευρώ, του δώρου Χριστουγέννων, των αποδοχών και του επιδόματος αδείας και ενός οφειλομένου μισθού), δεν κρίνεται νόμιμη και δεν επέφερε την απόσβεση της εν λόγω διαφοράς, αφού δεν προηγήθηκε η προσήκουσα προσφορά αυτής στην απολυομένη ενάγουσα (ΑΠ 1523/2011, ΑΠ 105/2009 δημ. ΝΟΜΟΣ). Ισχυρίστηκε εξάλλου η ενάγουσα ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από την εναγομένη εταιρία είναι άκυρη και για το λόγο ότι η προσφερθείσα αποζημίωση ήταν μειωμένη και ειδικότερα της προσφέρθηκε το ποσό των 1.965,46 ευρώ αντί του πράγματι οφειλομένου των 1.994,44 ευρώ. Για την ακυρότητα, όμως, της επίδικης καταγγελίας, εξαιτίας της ελλιπούς αυτής καταβολής της αποζημίωσης της ενάγουσας, πρέπει να σημειωθούν τα εξής: Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1, 2 Ν 2112/1920, 5 παρ. 1 και 3 Ν 3198/1955 και εκείνης του άρθρου 288 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, προκύπτει ότι η ελλιπής από τον εργοδότη καταβολή της αποζημιώσεως που δικαιούται ο μισθωτός σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δεν συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας, εάν είναι δικαιολογημένη κατά την καλή πίστη, όπως όταν οφείλεται σε συγγνωστή πλάνη ή σε εύλογη αμφιβολία του εργοδότη για το ακριβές ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης. Ο περί συγγνωστής πλάνης ισχυρισμός θεμελιώνει ένσταση του εναγομένου κατά της αγωγής, με την οποία διώ­κεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας ελλιπούς καταβολής της αποζημιώσεως (ΑΠ 397/2004 ΕλλΔνη 46,1688). Στην περίπτωση αυτή το κύρος της καταγγελίας διασώζεται και απλώς ο μισθωτός έχει αξίωση για συμπλήρωση της αποζημίωσης (ΑΠ 293/2004 ΕλλΔνη 46,445). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εναγόμενοι προτείνουν, παραδεκτά, με τις νομοτύπως κατατεθείσες προτάσεις τους τη νόμιμη, σύμφωνα με την αμέσως προηγηθείσα νομική σκέψη και τις διατάξεις που σε αυτή αναφέρθηκαν, ένσταση περί εύλογης αμφιβολίας τους ως προς το ακριβές ύψος της οφειλόμενης αποζημίωσης. Η ένσταση αυτή αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη, αφού, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η εν λόγω διαφορά οφείλεται σε πλάνη του λογιστή της εναγομένης εταιρίας, που από εσφαλμένο υπολογισμό προσδιόρισε το ύψος της οφειλομένης στην ενάγουσα αποζημίωσης στο ποσό των 1.965,46 ευρώ, αντί του πράγματι οφειλομένου των (854,76 ευρώ X 2 μισθούς X 1/6) 1.994,44 ευρώ, λαμβανομένου υπ’ όψιν προς σχηματισμό της εν λόγω κρίσης και του μικρού ποσού της οφειλομένης διαφοράς (28,98 ευρώ). Συνακόλουθα, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ως άκυρη την επίδικη καταγγελία λόγω της προσφερθείσας μειωμένης αποζημίωσης, έ­σφαλε για το λόγο αυτό στην εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και όσα διατείνονται σχετικά οι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους κρίνονται δεκτά ως ουσιαστικά βάσιμα. Άλλωστε η εκκαλουμένη απόφαση στο σκεπτικό της συνδέει την εγκυρότητα της κα­ταγγελίας με τον χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας, κρίνοντας ότι η προσφερθείσα αποζημίωση απόλυσης « δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε πλάνη του λογιστή της εταιρείας, καθώς η εναγομένη εργοδότριά εταιρεία εμφάνισε ως χρόνο πρόσληψής της την 10/5/2007 και όχι την 22/3/2007, γεγονός το οποίο δεν συνέβη από παραδρομή, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας…», καίτοι αυτός (ακριβής χρόνος πρόσληψης της ενάγουσας) δεν ασκεί καμία επιρροή στον προσδιορισμό του ύψους της οφειλομένης αποζημίωσης απόλυσης. Ακολούθως, η εναγομένη, ως υπερήμερη εργοδότριά, πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα τους οφειλόμενους, βάσει των οικείων Σ.Σ.Ε. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας», μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δηλαδή από την 1/6/2008 μέχρι την 31/5/2009, πλέον επιδομάτων εορτών 2008, 2009 και αδείας, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 12.020,06 ευρώ (854,76 ευρώ νόμιμος μισθός X 12 μήνες =10.257,12 + επίδομα αδείας 2008 ποσού 427,38 (854,76:2) + δώρο Χριστουγέννων 2008 ποσού 890,37 ευρώ + δώρο Πάσχα 2009 ποσού 445,19 ευρώ). Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η ενάγουσα από την απόλυσή της εργάζεται στο υποκατάστημα της επιχείρησης με την επωνυμία «…..», επί καθημερινής βάσης, με ίδιο ωράριο και με μηνιαίο μισθό ποσού 862 ευρώ, δεν αποδείχθηκε από τους εναγομένους, ενώ, αντιθέτως, από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. πρωτ. …../…../30-11-2009 βεβαίωση του ΟΑΕΔ ….. προκύπτει ότι η ενάγουσα επιδοτήθηκε λόγω ανεργίας κατά το χρονικό διάστημα από 24/7/2008 μέχρι 6/8/2008 και από 28/8/2008 μέχρι 13/8/2009. Έτσι, τα ίδια που έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση και απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την εκ του άρθρου 656 εδαφ. β του ΑΚ ένσταση έκπτωσης ωφέλειας της ενάγουσας από την παρασχεθείσα σε τρίτο εργοδότη εργασία κατά τον χρόνο υπερη­μερίας της εναγομένης, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα περί του αντιθέτου διατείνονται οι εναγόμενοι με τον σχετικό έβδομο λόγο της έφεσής τους κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάσθηκε τις εξής ημέρες του Σαββάτου, επί 8 ώρες κάθε φορά, δικαιούμενη των νομίμων αμοιβών βάσει των οικείων Σ.Σ.Ε. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας» και ειδικότερα : α) για το χρονικό διάστημα από 22/3/2007 μέχρι 31/8/2007 επί 14 Σάββατα και συγκεκριμένα την 24/3, 31/3, 7/4, 14/4, 21/4, 5/5, 12/5, 19/5, 23/6, 30/6, 7/7, 28/7, 18/8, 25/8 και δικαιούται το ποσό των 464,66 ευρώ (829,87 νόμιμος μισθός:25=33,19 ευρώ ημερομίσθιο X 14 ημέρες), β) για το χρονικό διάστημα από 1/9/2007 μέχρι 31/5/2008 επί 28 Σάββατα και συγκεκριμένα την 1/9, 8/9, 15/9, 29/9, 13/10, 20/10, 27/10, 3/11, 10/11, 17/11, 24/11, 8/12, 15/12, 22/12, 29/12, 5/1, 12/1, 26/1, 9/2, 16/2, 23/2, 1/3, 15/3, 29/3, 26/4, 10/5, 17/5, 24/5 και δικαιούται το ποσό των 957,32 ευρώ (854,76 νόμιμος μισθός:25=34,19 ευρώ ημερομίσθιο X 28 ημέρες) και συνολικά από τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 1.421,98 ευρώ (464,66 + 957,32). Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάσθηκε τις εξής ημέρες της Κυριακής, επί 8 ώρες κάθε φορά, ήτοι : α) για το χρονικό διάστημα από 22/3/2007 μέχρι 31/8/2007 επί 10 Κυριακές και συγκεκριμένα την 1/4, 29/4, 6/5, 13/5, 20/5, 10/6, 17/6, 24/6, 29/7, 26/8 και δικαιούται την προσαύξηση, ποσοστού 75%, ποσού 248,92 ευρώ (829,87 νόμιμος μισθός:25=33,19 ευρώ ημερομίσθιο X 10 ημέρες=331,90 X 75%) και λόγω στέρησης 10 ημερών αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των 331,90 ευρώ (33,19 ευρώ X 10 ημέρες), β) για το χρονικό διάστημα από 1/9/2007 μέχρι 31/5/2007 επί 28 Κυριακές και συγκεκριμένα την 16/9, 23/9, 30/9, 21/10, 4/11, 11/11, 25/11, 2/12, 9/12, 16/12, 23/12, 30/12, 6/1, 20/1, 27/1, 3/2, 10/2, 24/2, 2/3, 9/3, 23/3, 6/4, 13/4, 20/4, 4/5, 11/5, 18/5, 25/5 και δικαιούται την προσαύξηση, ποσοστού 75%, ποσού 717,99 ευρώ (854,76 νόμιμος μι- σθός:25=34,19 ευρώ ημερομίσθιο X 28 ημέρες=957,32 X 75%) και λόγω στέρησης 28 ημερών αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των 957,32 ευρώ (34,19 ευρώ X 28 ημέρες) και συνολικά το ποσό των 1.675,31 ευρώ, ενώ έλαβε το ποσό των 850 ευρώ, ούτως ώστε να οφείλεται η διαφορά ποσού 825,31 ευρώ (1.675,31-850). Συνεπώς, από τις ανωτέρω αιτίες οφείλεται στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 1.406,13 ευρώ (248,92 + 331,90 + 825,31). Εκτός των ανωτέρω, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα την αναλογία αποδοχών αδείας 2007, ποσού 615,42 ευρώ (9 ημέρες δικαιούμενων αποδοχών X 34,19 ευρώ ημερομίσθιο X 100% προσαύξηση), καθώς η ενάγουσα ζήτησε να της χορηγηθούν οι εννέα ημέρες αδείας, αλλά η εργοδότριά αρνήθηκε.

Αυτά τα περιστατικά δέχθηκε και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και επιδίκασε υπέρ της ενάγουσας τα παραπάνω ποσά. Έτσι ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε και όσα περί του αντιθέτου διατείνονται οι εναγόμενοι με τους σχετικούς (πέμπτο και έκτο) λόγους της έφεσής τους κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Αντιθέτως, από την εν γένει διεξαχθείσα αποδεικτική διαδικασία δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργάστηκε καθ’ υπέρβαση του νομίμου ωραρίου της τα Σάββατα και τις Κυριακές. Συνεπώς, το αντίστοιχο αίτημά της κρίνεται απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο.

Από το κείμενο των άρθρων 648, 649 και 659 ΑΚ προκύπτει ότι ο εργαζόμενος υποχρεούται να εκτελέσει και παρεμφερείς εργασίες χωρίς πρόσθετη αμοιβή γι’ αυτές, εάν δεν έχει συμφωνηθεί αυστηρά εξειδικευμένη εργασία. Η εκτέλεση παρεμφερούς εργασίας αποτελεί μέρος της συμβατικής υποχρεώσεως του εργαζομένου, που συγκεκριμενοποιείται με το διευθυντικό δικαίωμα του εργοδότη (ΕφΑΘ15962/1988 ΕλΔ 32.624 και Δημήτρη Ζερδελή Εργατικό Δίκαιο έκδοση 2007 σελ. 572, Λέων. Ντάσιου Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο έκδοση 1995 § 316). Ως παρεμφερείς ή συναφείς θεωρούνται οι εργασίες εκείνες οι οποίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οφειλομένη, κατά την σύμβαση, εργασία όπως είναι οι παρακολουθηματικές της κύριας απασχόλησης εργασίες και δεν αλλοιώνουν ουσιαστικά τον χαρακτήρα της συνολικής απασχόλησης. Για τις εργασίες αυτές ο εργαζόμενος, εφόσον εκτελούνται μέσα στο νόμιμο ωράριο, δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, γιατί κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη θεωρούνται ότι ανήκουν στην συμφωνημένη κύρια απασχόληση και επομένως δεν συνιστούν κατά κυριολεξία “πρόσθετη εργασία” (βλ. ΑΠ 118/1997 ΕΕργΔ 1998, 372 , Εφ Αθ. 2459/2008 δημ. ΝΟΜΟΣ και Δημήτρη Ζερδελή ό.π. σελ. 573). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εντός του νομίμου ωρα­ρίου της και επί 2-3 ώρες ημερησίως εκτελούσε καθήκοντα ανθοδέτριας, κατασκευάζοντας ανθοδέσμες και συνθέσεις για τους πελάτες της πρώτης εναγομένης και διακοσμώντας εκκλησίες και κέντρα δεξιώσεων. Οι εν λόγω εργασίες, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, κρίνονται παρεμφερείς και συναφείς με την κύρια απασχόληση της ενάγουσας, καθόσον είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες με την οφειλομένη, κατά την σύμβαση, κύρια εργασία και δεν αλλοιώνουν ουσιαστικά τον χαρακτήρα της συνολικής απασχόλησης. Συνεπώς, για τις εργασίες αυτές η ενάγουσα, εφόσον εκτελούνταν μέσα στο νόμιμο ωράριο, δεν δικαιούται πρόσθετη αμοιβή, γιατί κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη θεωρούνται ότι ανήκουν στην συμφωνημένη κύρια απασχόληση και επομένως δεν συνιστούν κατά κυριολεξία “πρόσθετη εργασία”. Επομένως, το Δικαστήριο που δίκασε πρωτοδίκως, κρίνοντας ότι η ενάγουσα δικαιούται πρόσθετης αμοιβής ποσού 5.576,76 ευρώ για την εν λόγω παρασχεθείσα εργασία της, έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την ορθή εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονούνται οι εναγόμενοι με τον συναφή τέταρτο λόγο της έφεσής τους. Συνακόλουθα, το σχετικό αίτημα της ενάγουσας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο. Περαιτέρω, από τα ίδια πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι από την ως άνω συμπεριφορά των εναγομένων και ειδικότερα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία έγινε, όπως προαναφέρθηκε, από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, διότι η τελευταία προέβαλε τις προαναφερόμενες νόμιμες αξιώσεις της και λόγω της συμπαράστασης που επέδειξε σε συνάδελφό της, κατά τη διεκδίκηση των εργατικών δικαιωμάτων του, η ενάγουσα υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, ενώ περιήλθε σε κατάσταση ένδειας, δεδομένου ότι ζεί αποκλειστικά και μόνον από το προϊόν της εργασίας της, στερούμενη άλλων προσόδων. Από την προσβολή δε αυτή η ενάγουσα υπέστη θλίψη και στενοχώρια, ήτοι ενδιάθετες ψυχικές καταστάσεις, παραγωγικές ηθικής της ιδίας βλάβης, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται, κατ’ άρθρα 57 εδ. β’, 59, 914 και 932 ΑΚ, ανάλογης χρηματικής ικανοποιήσεως. Αφού δε ληφθούν υπόψη το είδος της προσβολής και οι συνθήκες τελέσεως αυτής, η έκταση της βλάβης, καθώς και η περιουσιακή και κοινωνική κατάσταση των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση της ενάγουσας, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη, ανέρχεται στο ποσό των 500 ευρώ, το οποίο, μετά την στάθμιση των κατά νόμο στοιχείων, κρίνεται εύλογο (άρθρο 932 ΑΚ). Επομένως, το Δικαστήριο που δίκασε πρωτοδίκως, απορρίπτοντας το εν λόγω κονδύλιο ως νομικά αβάσιμο, έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου, όπως βάσιμα παραπονείται η ενάγουσα με τον σχετικό δεύτερο λόγο της έφεσής της.

Με βάση δε όλα τα προεκτεθέντα, οι κρινόμενες εφέσεις πρέπει να γίνουν δεκτές, ως βάσιμες και στην ουσία κατά ένα μέρος και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, τόσο κατά το μέρος που έσφαλε, όσο και κατά το ορθό μέρος (που δεν έσφαλε) ή δεν προσβάλλεται με τις υπό κρίση εφέσεις, για το ενιαίο της αναγκαστικής εκτέλεσης. Στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο και ερευνηθεί κατ’ ουσίαν (άρθρ. 535 παρ.1 ΚΠολΔ), πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή, η οποία, ως προς τα παραπάνω κονδύλια, είναι νόμιμη, ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την εναγομένη, β) να υποχρεωθούν οι τρείς πρώτοι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ο καθένας για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 12.020,06 ευρώ, τις μεν επιμέρους απαιτήσεις που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση, τις δε απαιτήσεις που κατέστησαν απαιτητές σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της αγωγής, από το τέλος εκάστου μηνός που κατέστη απαιτητή εκάστη οφειλόμενη επιμέρους παροχή μέχρι την εξόφληση και γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ο καθένας το συνολικό ποσό των (1.072,47 ευρώ ως διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών + 1.421,98 ευρώ για την παρασχεθείσα εργασία ημέρα Σαββάτου+ 1.406,13 ευρώ για την παρασχε­θείσα εργασία ημέρα Κυριακής + 127,78 ευρώ για την παρασχεθείσα εργασία κατά τις αργίες + 615,42 ευρώ για αποδοχές αδείας 2007 + 500 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης) 5.143,78 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1047 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 62 Ν.3994/2011 (ΦΕΚ A 165/25.7.2011), 1. Προσωπική κράτηση διατάσσεται, εκτός από τις περιπτώσεις που ορίζει ρητώς ο νόμος, και για απαιτήσεις από αδικοπραξίες. Η διάρκεια της προσωπικής κράτησης ορίζεται με την απόφαση, έως ένα έτος. Η αγωγή για απαγγελία προσωπικής κράτησης μπορεί να ασκηθεί και αυτοτελώς. Στην περίπτωση αυτή εκδικάζεται κατά το άρθρο 270 και υπάγεται στο μονομελές πρωτοδικείο. Η αγωγή αυτή, όταν ασκείται αυτοτελώς, εισάγεται είτε στο δικαστήριο της γενικής δωσιδικίας του εναγομένου, είτε στο δικαστήριο που είναι κατά τόπον αρμόδιο για την απαίτηση. Αίτηση απαγγελίας προσωπικής κράτησης που περιέχεται σε αγωγή για την απαίτηση εκδικάζεται κατά τη διαδικασία στην οποία υπάγεται η αγωγή. 2. Δεν διατάσσεται προσωπική κράτηση για απαίτηση δικαστικών εξόδων που επιδικάστηκαν από πολιτικό δικαστήριο ή για απαίτηση μικρότερη από τριάντα χιλιάδες (30.000) ευρώ.» Περαιτέρω με το άρθρο 72 παρ. 12 του αυτού νόμου ορίζεται ότι:” 12. Η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται και στις αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος”. Συνακόλουθα, το παρεπόμενο αίτημα της ενάγουσας για απαγγελία προσωπικής κράτησης σε βάρος των δευτέρου, τρίτου, τετάρτης και πέμπτης των εναγομένων, ως μέσον αναγκαστικής εκτελέσεως για την είσπραξη του επιδικασθέντος σε βάρος αυτών ποσών, κρίνεται προεχόντως απορριπτέο ως νομικά αβάσιμο, αφού η επιδικασθείσα σε βάρος των τελευταίων απαίτηση δεν υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ, ενώ σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ.12 του Ν.3994/2011, η παράγραφος 2 του άρθρου 1047 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζεται και στις αγωγές που εκκρεμούν κατά τη δημοσίευση του ως άνω νόμου. Το Δικαστήριο που δίκασε πρωτοδίκως, απορρίπτοντας το εν λόγω παρεπόμενο αίτημα ως μη νόμιμο, ορθά κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, έστω και με διαφορετική αιτιολογία. Επομένως, μετά την παράθεση στο σκεπτικό της εκκαλουμένης της πιο πάνω αιτιολογίας (άρθρ. 535 ΚΠολΔ), ο συναφής δεύτερος λόγος εφέσεως της ενάγουσας, με τον οποίο παραπονείται για την απόρριψη του εν λόγω αιτήματος, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.

Εξάλλου, εφόσον εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη απόφαση, εξαφανίζεται και η διάταξη αυτής περί δικαστικών εξόδων , κατά τις διατάξεις των άρθρων 535 παρ. 1, 176,178, 183,189 παρ. 1, 191 ΚΠολΔ και 100 επ. του Κώδικα Δικηγόρων (Ν. 3026/1954). Τα δικαστικά έξοδα των διαδίκων πρέπει να κατανεμηθούν και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας των διαδίκων, βάσει δε τούτων να επιβληθεί μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας – εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας σε βάρος των εναγομένων – εφεσιβλήτων (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων – εκκαλούντων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, που προκλήθηκαν από την άσκηση της ως άνω έφεσής τους, βαρύνουν την ενάγουσα -εφεσίβλητη. Θα επιβληθούν όμως σ’ αυτήν μειωμένα, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό, αφού η εν λόγω έφεση έγινε κατά ένα μέρος δεκτή (άρθρ. 178 παρ. 1 και 183 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 16-7-2010 (υπ αριθμ. καταθ. …../2010) και από 27-7-2010 (υπ αριθμ. καταθ. …../2010) εφέσεις, κατά της με αριθμ. 1532/2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663, 666 επ. του ΚΠολΔ).

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατά ένα μέρος στην ουσία τις ως άνω εφέσεις.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1532/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο δίκασε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, ως προς όλες αυτής τις διατάξεις.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 25-8- 2008 (αριθμ. καταθ. …../…../2008) αγωγής.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΔΕΧΕΤΑΙ ΕΝ ΜΕΡΕΙ την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της αναφερομένης στο σκεπτικό της παρούσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας από την πρώτη εναγομένη.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους τρείς πρώτους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ο καθένας ως μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των δώδεκα χιλιάδων είκοσι ευρώ και μηδέν έξι λεπτών (12.020,06 ευρώ), τις μεν επιμέρους απαιτήσεις που ανάγονται σε χρόνο προγενέστερο της επίδοσης της αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, τις δε απαιτήσεις που κατέστησαν απαιτητές σε χρόνο μεταγενέστερο της επίδοσης της αγωγής, από το τέλος εκάστου μηνός που κατέστη απαιτητή εκάστη οφειλόμενη επιμέρους παροχή μέχρι την εξόφληση.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγόμενους να καταβάλουν στην ενάγουσα εις ολόκληρον ο καθένας το συνολικό ποσό των πέντε χιλιάδων εκατόν σαράντα τριών ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (5.143,78 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγόμενους – εφεσιβλήτους σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας – εκκαλούσας και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα – εφεσίβλητη σε ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα των εναγομένων – εκκαλούντων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 25 Ιουνίου 2012 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Σεπτεμβρίου 2012 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies