Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Υπερβάσεις ωραρίου. Υπερεργασία – Υπερωρία. Πώς αμείβονται. Η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευόμενη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ’ αρθρ. 904 Α.Κ. Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός εάν, στην τελευταία περίπτωση, υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως. Κατά το 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα την καταβολή διαφοράς αποδοχών για νυκτερινή εργασία συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας. Οι χάριν της δίκης γενόμενες υπεύθυνες δηλώσεις δεν αποτελούν αποδεικτικά μέσα, ούτε και κατά τις ειδικές διαδικασίες, όταν έγιναν, όχι από τους διαδίκους, αλλά από τρίτους. Λαμβάνεται υπόψη υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της εναγόμενης, ο οποίος δεν είναι τρίτος, αλλά διάδικος. Μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης. Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία. Δικαιώματα εργαζόμενου. Δεν αποτελεί αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής η συνέχιση της απασχολήσεως υπό το νέο καθεστώς, εάν ο μισθωτός διαμαρτυρήθηκε για τη μεταβολή. Γνήσια σύμβαση δανεισμού εργαζόμενου. Απαιτείται συναίνεση του μισθωτού. Νόμιμη επαναφορά ισχυρισμών ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου. Κατ’ άρθ. 240 ΚΠολΔ δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς ισχυρισμού η υπό του εφεσιβλήτου συρραφή και ενσωμάτωση ολοκλήρου του κειμένου (κατά λέξη) των προτάσεων που είχε υποβάλει στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, στις οποίες περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός αυτός, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, προς αντίκρουση της έφεσης, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες (προτάσεις ενώπιον του Εφετείου) των ισχυρισμών που επαναφέρονται με σύντομη περίληψη και αναφορά των σελίδων των πρώτων που τους περιέχουν. Στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ’ αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια. Οι εντός της προθεσμίας αντίκρουσης δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις επιτρεπτώς προσκομίζονται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα. Η με δικαστικό επιμελητή κλήτευση αναπληρώνεται από την γενόμενη από τον πληρεξούσιο των εναγομένων αντίστοιχη προφορική στο ακροατήριο δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά. Άμεσα ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη για τη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και της δήλωσε ότι θα συνεχίσει να προσφέρει νομίμως και πραγματικά τις υπηρεσίες του. Αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη εργοδότρια επιχείρησε, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού – ενάγοντος, τον υποβιβασμό του, μεταβάλλοντας έτσι μονομερώς και βλαπτικά για τον ενάγοντα τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον κανονισμό της επιχείρησης, προκαλώντας του έτσι ηθική αλλά και υλική ζημία. Η βλαπτική μεταβολή παρείχε στον ενάγοντα – μισθωτό, εκτός των άλλων, το δικαίωμα να εμμείνει στη σύμβαση, αξιώνοντας την τήρησή της και να εξακολουθήσει να παρέχει, την εργασία του υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη να απαιτήσει από αυτόν, ως γενόμενο εντεύθεν υπερήμερο, την καταβολή του μισθού του. Επομένως η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, λόγω της υπερημερίας της, τούς αιτούμενους μισθούς υπερημερίας. Από τη μονομερή και αυθαίρετη βλαπτική μεταβολή των εργασιακών του συνθηκών, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, και πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση. Δέχεται την έφεση του εργαζόμενου. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 26.825,41 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΑΡΙΘΜΟΣ 4893/2012
ΤΟ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
5ο Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Κούκλη, Πρόεδρο Εφετών, Σπυριδούλα Μοσχονά, Βασιλική Κουτράκου, Εισηγήτρια, Εφέτες και από τη Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Φεβρουαρίου 2012 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: …. …. …., κατοίκου Αθηνών (οδός …., αριθμ. …), τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος.
ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «….» και δ.τ. «….» που εδρεύει στην …. Θεσσαλονίκης (….) και έχει ιδρύσει και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα (οδός …., αριθμ. ….), νομίμως εκπροσωπούμενης, την οποία εκπροσώπησαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι της Μιχάλης Χατζηκυριακού και Παναγιώτης Μουντζουρώνη.
Ο ενάγων και ήδη εκκαλών, με την από 27-11-2008 αγωγή του, προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό …/…/2008, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 657/2010 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε όσα έταξε σ’ αυτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε ο εκκαλών με την από 28 Απριλίου 2010 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό …/2010.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 28-4-2010 και με αρ. κατάθ. …/29-4-2010 έφεση του πρωτοδίκως εν μέρει ηττηθέντος ενάγοντος κατά της υπ’ αριθ. 657/ 2010 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) και δέχθηκε εν μέρει, την από 27-11-2008 και με αρ. κατάθ. … /…/1.12.2008 αγωγή του ήδη εκκαλούντος ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, προ πάσης επιδόσεως, καθόσον οι διάδικοι ούτε επικαλούνται, ούτε προσκομίζουν έκθεση επίδοσης της εκκαλούμενης απόφασης (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 499, 513, 516 παρ.1, 517 και 518 παρ. 1και 591 του ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη (άρθρο 533 του ΚΠολΔ).
Με την από 27-11-2008 και με αρ. κατάθ. … /…/1.12.2008 αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη εφεσιβλήτου, ο ενάγων (ήδη εκκαλών) ισχυρίσθηκε ότι στις 6-3-1997 προσελήφθη από την παράγουσα, εισάγουσα και εμπορευόμενη πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη Ο.Ε. με την επωνυμία «….», η οποία τον Ιανουάριο 2001 μετετράπη σε Α.Ε. με την επωνυμία «….», στις δε 19-5-2003 απορροφήθηκε από την εναγόμενη Α.Ε., που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων αυτής, ένας από τους οποίους ήταν και ο ενάγων, στον οποίο ήδη από τις αρχές του 2001 είχαν ανατεθεί τα αναλυτικά αναφερόμενα στην αγωγή καθήκοντα του προϊσταμένου του τμήματος διανομών, θέση που συνέχισε να κατέχει και μετά την απορρόφηση της προαναφερθείσας εταιρείας από την εναγομένη. Ιστορούσε στη συνέχεια ότι τόσο κατά την συμφωνία του με την αρχική εργοδότριά του, όσο και κατά την συμφωνία του με την εναγομένη ο ενάγων θα παρείχε την εργασία του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και κατά το νόμιμο ωράριο αντί των προβλεπόμενων από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ ή Δ.Α. «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Διπλωματούχων και Πτυχιούχων Μηχανικών, οι οποίοι απασχολούνται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της χώρας» (κατηγορία πτυχιούχων Τ.Ε.Ι.) αποδοχών. Ισχυριζόταν ακολούθως ο ενάγων ότι, έχοντας την ως άνω ειδικότητα (του προϊσταμένου του τμήματος διανομών), προσερχόταν στην εργασία του από τον Ιανουάριο 2001 και εφεξής για λογαριασμό και κατ’εντολή της ως άνω εταιρείας, από τις δε 19-5-2003 και εφεξής για λογαριασμό και κατ’εντολή της εναγομένης, στις 6.15 π.μ., αναχωρούσε δε από την εργασία του συνήθως στις 19.15, κάποιες φορές στις 23.00, ποτέ όμως πριν τις 18.15, χωρίς ωστόσο να του καταβάλλεται (παρά τη σχετική και μόνιμη διαμαρτυρία του) η προβλεπόμενη εκ του νόμου αμοιβή, του είχε δε επιβληθεί να εργάζεται και κατά τα Σάββατα από τις 08.00 π.μ. μέχρι τις 13.00, χωρίς την καταβολή οιασδήποτε αμοιβής, παρά τις σχετικές και μόνιμες διαμαρτυρίες του. Εξέθετε ακολούθως ο ενάγων ότι στις 27-10- 2008, οπότε επέστρεψε από την λήγουσα στις 16-10-2008 κανονική άδειά του, την μετ’αυτήν επί πλέον άδεια, που του χορήγησε η εναγομένη αυτοβούλως και την συνεχόμενη άδεια λόγω ασθενείας του, διαπίστωσε ότι η εναγόμενη είχε τοποθετήσει στην θέση του προϊστάμενου τμήματος διανομών τον μέχρι τότε υφιστάμενό του, τον ίδιο δε (ενάγοντα) μετέφερε αυθαιρέτως υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών σε τρίτο εργοδότη και συγκεκριμένα στην θυγατρική της εταιρεία «….», που είναι επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ορειχάλκου, όπου τον τοποθέτησε στο τμήμα παραγωγής και του ανέθεσε την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας, ότι ουδέποτε συνήνεσε στην ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αντιθέτως διαμαρτυρήθηκε, κατά τα στην υπό κρίση αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, αρνήθηκε την επιχειρούμενη παράνομη μετακίνησή του και την μεταβολή των συμβατικών του όρων, ζήτησε από την εναγόμενη την άμεση αποκατάστασή του στη θέση του, συνέχισε δε να προσέρχεται καθημερινά στον, μέχρι την ως άνω αυθαίρετη μετακίνησή του, τόπο παροχής εργασίας του, όπως και είχε ήδη δηλώσει στην εναγόμενη ότι θα κάνει, ζητώντας να αναλάβει υπηρεσία, αλλά η εναγομένη αρνείτο παρανόμως και του στερούσε κάθε δυνατότητα να της παράσχει τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, περιερχόμενη έτσι, λόγω της ως άνω άρνησής της, σε υπερημερία εργοδότη περί την αποδοχή των υπηρεσιών του ενάγοντος. Ζητούσε δε ο ενάγων, με βάση το πιο πάνω ιστορικό, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει από τη συμβατική του σχέση με αυτήν, άλλως κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, άλλως με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, για τον εαυτό της αλλά και ως ευθυνόμενη για τις προ της 19-5-2003 υποχρεώσεις της υπ’αυτής απορροφηθείσας στις 19-5-2003 εταιρείας με την επωνυμία «….», το συνολικό ποσό των 195.404,02 ευρώ νομιμοτόκως ως ειδικότερα κατωτέρω, και συγκεκριμένα Α) αφού προσδιορίζει ότι το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών του κατά τον χρόνο του ως άνω υποβιβασμού του ανέρχονταν στο ποσό των 1.512,45 ευρώ, πλέον 100 ευρώ ως χρηματικό αντίκρυσμα της χρήσης κινητού τηλεφώνου που του είχε παραχωρηθεί, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, επικαλούμενος την προαναφερθείσα υπερημερία της εναγομένης περί την αποδοχή των υπηρεσιών του, επικουρικά δε και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η εναγομένη δεν υπήρξε υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας του, λόγω της γενόμενης υπ’αυτής στις 27-10-2008 άκυρης καταγγελίας της σύμβασής του, το συνολικό ποσό των 22.675,06 ευρώ, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, για μισθούς υπερημερίας 12 μηνών και συγκεκριμένα για το χρονικό διάστημα από τις 27/10/2008 μέχρι τις 26/10/2009 (πιθανολογούμενη από τον ενάγοντα ημερομηνία εκδικάσεως της αγωγής) , πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, Β) όλως επικουρικά δε και συγκεκριμένα εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασής του ήταν έγκυρη, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει 13.168,34 ευρώ για την μη καταβληθείσα και εισέτι οφειλόμενη αποζημίωση απόλυσης, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, Γ) για χρηματική του ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη συμπεριφορά της εναγόμενης (δηλαδή την ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του) το ποσό των 20.000 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, Δ) Για διαφορές μεταξύ των νομίμων συμφωνημένων και των καταβληθεισών αποδοχών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 μέχρι 31-1-2008 το συνολικό ποσό των 895,57 ευρώ, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, Ε) Για οφειλόμενη προσαύξηση λόγω μη ληφθείσας από υπαιτιότητα της εναγομένης υπολοίπου κανονικής αδείας α) 12 ημερών για το έτος 2004, β) 12 ημερών για το έτος 2005, γ) 12 ημερών για το έτος 2006, δ) 15 ημερών για το έτος 2007, το συνολικό ποσό των 3.009,63 ευρώ, κατά τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, νομιμοτόκως από την 31η Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο εκάστη τούτων αντιστοιχεί μέχρις εξοφλήσεως, ΣΤ) Για μη καταβληθείσα σ’αυτόν αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, υπερεργασίας και παράνομης και κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες, από τις 6-1-2003 μέχρι τις 26-9-2008, σύμφωνα με τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, το συνολικό ποσό των 121.481,83 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, Ζ) Για μη καταβληθείσα σ’αυτόν αμοιβή και προσαύξηση ως παράνομης υπερωριακής απασχόλησης της απασχόλησής του κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή Σάββατα, επί 5 ωρο κάθε Σάββατο, από 1-1-2003 μέχρι τις 27-9-2008 το συνολικό ποσό των 27.171,63 ευρώ, σύμφωνα με τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, άλλως, και κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, το συνολικό ποσό των10.868,65 ευρώ, σύμφωνα με τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, Η) Για μη καταβληθείσα σ’αυτόν νόμιμη προσαύξηση για νυχτερινή εργασία, από 1-1-2003 μέχρι τις 30-9-2008, το ποσό των 170,30 ευρώ σύμφωνα με τα στην αγωγή αναλυτικά ιστορούμενα, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, αφού απέρριψε α) ως αόριστο το προαναφερθέν κονδύλιο Ζ της αγωγής, ποσού 170,30 ευρώ, για μη καταβληθείσα στον ενάγοντα νόμιμη προσαύξηση για νυχτερινή εργασία, β) ως μη νόμιμο κατά την κύρια βάση του το προαναφερθέν κονδύλιο ΣΤ της αγωγής, ποσού 27.171,63 ευρώ, κατά το μέρος που αφορούσε την αμοιβή της απασχόλησής του ενάγοντος κατά τα Σάββατα από 1-1-2003 μέχρι τις 27-9-2008 με την εκ του νόμου προσαύξηση αποκλειστικά και μόνο λόγω παράνομης και κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, έκρινε κατά τα λοιπά ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, απορρίπτοντας κατά τα λοιπά τον περί αοριστίας αυτής ισχυρισμό της εναγομένης, και δεχόμενο την αγωγή ως εν μέρει κατ’ουσίαν βάσιμη υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 3.905,20 ευρώ νομιμοτόκως, εκ του οποίου συνολικού ποσού α) για διαφορές μεταξύ των νομίμων συμφωνημένων και των καταβληθεισών αποδοχών, κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2007 μέχρι 31-1-2008 ποσό 895,57 ευρώ νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και β) για οφειλόμενο μη ληφθέν από υπαιτιότητα της εναγομένης υπόλοιπο κανονικής αδείας α) 12 ημερών για το έτος 2004, β) 12 ημερών για το έτος 2005, γ) 12 ημερών για το έτος 2006, δ) 15 ημερών για το έτος 2007, το συνολικό ποσό των 3.009,63 ευρώ, νομιμοτόκως από την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους στο οποίο αντιστοιχούν οι επί μέρους αποδοχές αδείας μέχρις εξοφλήσεως, απορρίπτοντας κατά τα λοιπά την αγωγή (κατά το μέρος που αυτή κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη) ως κατ’ουσίαν αβάσιμη.
Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται τώρα ο ενάγων με την κρινόμενη έφεσή του για τους περιεχόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της.
Κατά το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 του ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχολήσεως ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέρα από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου (ΑΠ 1158/2011, ΝΟΜΟΣ, Α.Π.312/2010, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, με το άρθρο 6 της από 14-2-1984 εθνικής γενικής συλλογικής συμβάσεως εργασίας, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ’ αριθμ. 11770/20.3.1984 Απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β’ 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίστηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του ν. 1346/1983. (ΑΠ 1158/2011, ΝΟΜΟΣ). Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει 1) ότι η υπερωριακή εργασία, νόμιμη ή παράνομη, έχει ως βάση το ανώτατο ωράριο της ημερήσιας και όχι της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός της προκείμενης κατηγορίας απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα ωρών ημερησίως, για όσους απασχολούνται επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (άρθρο 6 της από 26-2-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζομένου από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωρίας με τις ολιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου (ΑΠ 1158/2011, ΝΟΜΟΣ) και 2) ότι στην περίπτωση της υπερεργασίας, δηλαδή της απασχολήσεως του μισθωτού πέρα από τις 40 ώρες μέσα στην ίδια εβδομάδα μέχρι την συμπλήρωση των 48 ωρών ανωτάτης εβδομαδιαίας εργασίας, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας (ΑΠ 1158/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ312/2010,ΝΟΜΟΣ) Αν ο μισθωτός, απασχολούμενος μετά την 1-1-1984, δεν υπερβεί κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών, δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%) διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής, για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργάσιμων ημερών της ίδιας εβδομάδας, στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας. Με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 (όπως ίσχυε έως 30-9-2005, που αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005) από 1-4-2001, σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα, καταργείται η κατά την κρίση του εργοδότη υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση πέντε (5) ωρών την εβδομάδα. Κατά συνέπεια καταργούνται οι 44η, 45η, 46η, 47η και 48η ώρες υπερεργασιακής απασχολήσεως, εφόσον στις επιχειρήσεις αυτές ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας ήταν μέχρι την 31-3-2001 το 48ωρο. Στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχολήσεως του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα. Η τρίωρη αυτή πέραν των 40 ωρών απασχόληση από 1-4-2001 ονομάζεται ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση. Από 1-4-2001 η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση του μισθωτού των ως άνω επιχειρήσεων θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Η έκφραση του νόμου, ότι θεωρείται υπερωριακή απασχόληση η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επί πλέον απασχόληση, δεν έχει την έννοια ότι ως υπερωρία θεωρείται πλέον μόνο η υπέρβαση του ανωτάτου νομίμου εβδομαδιαίου ωραρίου εργασίας και όχι η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου της ημερήσιας απασχολήσεως του μισθωτού, το οποίο και μετά την 1-4-2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρυθμίσεως, εξακολουθεί να είναι το 8ωρο ή το 9ωρο επί πενθημέρου. Επομένως, για τους εργαζόμενους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας και μετά την ισχύ του Ν. 2874/2000, ως υπερωριακή εργασία θεωρείται η απασχόληση πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως. Ο νομοθέτης, με το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, ήθελε να υπογραμμίσει ότι μετά την κατάργηση των 5 ωρών εβδομαδιαίως υπερεργασιακής απασχόλησης, το ανώτατο νόμιμο εβδομαδιαίο ωράριο εργασίας είναι πλέον 43 (αντί των 48) ώρες, με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Από 1- 4-2001 οι μισθωτοί που απασχολούνται υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, καθώς και για κάθε ώρα νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως, αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των 120 ωρών ετησίως υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 του Ν. 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης (παράνομης) υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (δηλαδή, για κάθε ώρα, προσαύξηση 150% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου). Με το άρθρο 1 του Ν. 3385/2005 (έναρξη ισχύος από 1-10- 2005) το παραπάνω άρθρο 4 του Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε ως εξής: 1. Σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επί πλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η και 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα). 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των 120 ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100% (ΑΠ 1158/2011, ΝΟΜΟΣ). Σημειωτέον ότι τα ανωτέρω ισχύουν και αν ακόμη ο μισθωτός απασχολείται τακτικώς το Σάββατο ή την Κυριακή, δηλαδή και την έκτη ημέρα της εβδομάδος, διότι με την απασχόληση αυτή, η οποίοι είναι άκυρη, δεν μεταβάλλεται το σύστημα από πενθήμερης, όπου έχει θεσμοθετηθεί, σε εξαήμερης εργασίας και συνακόλουθα οι ημερήσιες ώρες εργασίας από 9 σε 8, έστω και αν τούτο έχει συμφωνηθεί μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου, διότι η συμφωνία αυτή, ως αντικείμενη σε κανόνες δημοσίας τάξεως, είναι άκυρη (ΑΠ 312/2010, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 633/2004, ΝΟΜΟΣ) . Η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευομένη (όπως ανωτέρω εξετέθη) από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ’ αρθρ. 904 Α.Κ.(ΑΠ 191, 192, 193 /2011, ΝΟΜΟΣ) Η ωφέλεια συνίσταται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό τον οποίο θ’ απασχολούσε εγκύρως υπό τις ίδιες συνθήκες με τον ακύρως εργασθέντα κατά τον ως άνω χρόνο χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις του τελευταίου, συνακόλουθα χωρίς να υπολογίζονται χρονοεπιδόματα και οικογενειακά επιδόματα, (βλ. ΑΠ 191, 192, 193 /2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 413/2008, ΝΟΜΟΣ, ΕΦ. ΠΑΤΡ. 353/ 2009, ΝΟΜΟΣ), οι δε ώρες εργασίας κατά την 6η ημέρα της εβδομάδας, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, και κατά την Κυριακή, δεν προσμετρώνται προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπόμενου νομίμου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας και να γεννηθεί έτσι αξίωση του μισθωτού για υπερωριακή απασχόληση, ούτε θεωρούνται ως υπερωριακή εργασία, όπως και ανωτέρω εξετέθη (βλ. ΑΠ 1158/2011, ΝΟΜΟΣ, ΕΦ. ΠΑΤΡ. 353/ 2009, ΝΟΜΌΣ). Συνακόλουθα η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία ή υπερωριακή εργασία, εκτός εάν, στην τελευταία περίπτωση υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, (βλ.και ΑΠ 1158/2011, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44,163, ΑΠ 1331/2001 ΕλλΔνη 2001,1552 ΑΠ 725/1999 ΕλλΔνη 41,344, ΑΠ 119/1997 ΕλλΔνη 38,1554, ΕΦ. ΠΕΙΡ. 180/2010, ΝΟΜΟΣ)
Στην προκείμενη υπόθεση, από την έρευνα του περιεχομένου της ένδικης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτει ότι ο ενάγων και ήδη εκκαλών ζήτησε με αυτή (εκτός των άλλων) την καταβολή του συνολικού ποσού των 27.171,63 ευρώ, για μη καταβληθείσα σ’αυτόν αμοιβή της απασχόλησής του στην επιχείρηση της εναγομένης και ήδη εφεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, κατά τα Σάββατα από 1-1-2003 μέχρι τις 27-9-2008, και επί πεντάωρο συνολικά για κάθε Σάββατο, την οποία (απασχόλησή του) υπολόγισε με την προσαύξηση λόγω παράνομης και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, ισχυριζόμενος ότι η μη υπερβαίνουσα το οκτάωρο εργασία της έκτης ημέρας του Σαββάτου συνυπολογίζεται για τον υπολογισμό της υπερεργασίας ή της υπερωριακής εργασίας και επικαλούμενος ειδικότερα ότι, καθ’ όλο το επίδικο από 1-1-2003 έως 27-9-2008 χρονικό διάστημα, εργαζόταν στην επιχείρηση της εναγομένης κατά τα Σάββατα από τις 08.00π.μ. μέχρι τις 13.00, με αποτέλεσμα η εβδομαδιαία εργασία του να υπερβαίνει κατά πολύ το νόμιμο ωράριο των 48 ωρών εβδομαδιαίως και να δικαιούται, για τις πραγματοποιηθείσες καθ’έκαστο από τα αναφερόμενα στην αγωγή Σάββατα 5 ώρες εργασίας, πρόσθετη αμοιβή υπερωρίας, και δη προσαυξημένη, καθόσον η εναγομένη δεν είχε δηλώσει την εκτός νομίμου ωραρίου απασχόλησή του στην Επιθεώρηση Εργασίας, ούτε είχε λάβει τη σχετική απαιτούμενη άδεια. Με τέτοιο περιεχόμενο το αίτημα αυτό του ενάγοντος δεν είναι νόμιμο, διότι, όπως αναλυτικά ανωτέρω στη μείζονα σκέψη της παρούσης εξετέθη, οι ώρες εργασίας κατά την 6η ημέρα της εβδομάδας, επί πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, δεν προσμετρώνται προκειμένου να διαπιστωθεί αν υπάρχει υπέρβαση του ανωτάτου επιτρεπόμενου νομίμου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας και να γεννηθεί έτσι αξίωση του ενάγοντος – μισθωτού για υπερωριακή απασχόληση, ούτε θεωρούνται ως υπερωριακή εργασία, ώστε συνακόλουθα η εργασία του ενάγοντος κατά το Σάββατο, ως έκτη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασία, ούτε υπερωριακή εργασία, εκτός εάν, υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερησίας απασχολήσεως, γεγονός που ουδόλως επικαλείται ο ενάγων εν προκειμένω, αφού αντιθέτως αναφέρεται ρητά σε πεντάωρη εργασία κατά τα Σάββατα. Ώστε συνακόλουθα, η, (επί 5ωρο καθ’έκαστο αναφερόμενο στην αγωγή Σάββατο), εξαναγκασμένη παροχή εργασίας του ενάγοντος κατά τα Σάββατα, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης λόγω εξάντλησης του πενθημέρου, απαγορευομένη (όπως ανωτέρω εξετέθη) από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά μόνο απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας κατά τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού κατ’ αρθρ. 904 Α.Κ και όχι αμοιβή με προσαύξηση λόγω παράνομης και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, όπως μη νόμιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε ομοίως και απέρριψε ως μη νόμιμο το προαναφερθέν κονδύλιο της αγωγής, ποσού 27.171,63 ευρώ, κατά την κύρια βάση του, δηλαδή κατά το μέρος που αφορούσε την καταβολή αμοιβής με την εκ του νόμου προσαύξηση λόγω παράνομης και κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόληση του ενάγοντος κατά τα Σάββατα από 1-1-2003 μέχρι τις 27-9-2008, από τις 08.00π.μ. μέχρι τις 13.00, ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τον Νόμο, κατά τα προεκτεθέντα, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης έφεσης του κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως απορριπτέος κρίνεται, κατά το προαναφερόμενο σκέλος του, και ο συγκεκριμένος λόγος της έφεσης.
Εξάλλου, κατά το 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ για τη νομική πληρότητα του δικογράφου της αγωγής, που έχει ως αίτημα την καταβολή διαφοράς αποδοχών για νυκτερινή εργασία συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος, αρκεί να αναφέρεται στο αγωγικό δικόγραφο, η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, ενώ δεν απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, αλλά αρκεί η αναφορά των ωρών για κάθε περίπτωση (ΑΠ 842/2003 ΕλλΔνη 2004.141,ΕφΘεσ 2411/2006,ΝΟΜΟΣ). Στην προκείμενη περίπτωση, στην ένδικη αγωγή γίνεται αναφορά του αριθμού των ωρών νυχτερινής εργασίας, κατά τις οποίες εργάστηκε ο ενάγων στην εναγομένη το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2003 μέχρι 30-9-2008, χωρίς να απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας, όπως και στη μείζονα σκέψη της παρούσης εξετέθη. Επομένως η αγωγή κατά το σχετικό κονδύλιο αυτής, που αφορά καταβολή οφειλόμενης αμοιβής από παροχή νυχτερινής εργασίας, είναι ορισμένη, κατά τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, χωρίς να απαιτείται ειδικός προσδιορισμός καθ’ ημέρα ή εβδομάδα της νυκτερινής εργασίας. Συνακόλουθα πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο σχετικός ισχυρισμός του ενάγοντος και να απορριφθεί ως αβάσιμος ο υποστηρίζων τα αντίθετα ισχυρισμός της εναγομένης .Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, απέρριψε ως αόριστο το σχετικό κονδύλιο της αγωγής ποσού 170,30 ευρώ για καταβολή νόμιμης προσαύξησης νυχτερινής εργασίας, με το αιτιολογικό ότι δεν προσδιορίζεται στην αγωγή ο ακριβής αριθμός των ημερών, ανά επί μέρους χρονικό διάστημα κατά το οποίο ο ενάγων παρείχε νυχτερινή εργασία, εσφαλμένα εφήρμοσε τον Νόμο και ο σχετικός πέμπτος λόγος της υπό κρίση έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη κατά την ανωτέρω εσφαλμένη παραδοχή της και να εξεταστούν τα ως άνω κονδύλια της αγωγής ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους.
Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, και 338 έως 341 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ’ αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του. Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι. Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ’ του Κ.Πολ.Δ, υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος, ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (Ολ.ΑΠ 14/2005 και 2/2008, ΑΠ 266/2011, ΝΟΜΟΣ). Μεταξύ των αποδεικτικών αυτών μέσων είναι και τα εν γένει αποδεικτικά έγγραφα, στα οποία περιλαμβάνονται και οι έγγραφες υπεύθυνες κατά το Ν. 1599/ 1986 δηλώσεις των ίδιων των διαδίκων – δοθέντος ότι οι χάριν της δίκης γενόμενες υπεύθυνες αυτές δηλώσεις δεν αποτελούν καν αποδεικτικά μέσα, ούτε και κατά τις ειδικές διαδικασίες, όπως και η των εργατικών διαφορών των άρθρων 663 επ. του Κ ΠολΔ, όταν έγιναν, όχι από τους διαδίκους, αλλά από τρίτους (βλ. Ολ ΑΠ 8/1987, ΑΠ 266/2011, ΝΟΜΟΣ) .Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση τη εκκαλούμενης απόφασης προκύπτει ότι ελήφθη υπ όψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προς σχηματισμό της κρίσης του, έκτος των άλλων, η άνευ ημερομηνίας, αλλά φέρουσα βεβαίωση γνησίου της υπογραφής από 5-11-2008, υπεύθυνη δήλωση του Ν. 1599/1986 του νόμιμου εκπρόσωπου της εναγομένης …. …. . Ενοψει και του γεγονότος ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγομένης δεν είναι τρίτος αλλά διάδικος, η ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση δεν είναι υπεύθυνη δήλωση τρίτου, αλλά διάδικου, οπότε, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, στη περίπτωση αυτή πρόκειται για έγγραφο το οποίο, εφόσον γίνεται επίκληση και προσκομιδή, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατά το μέρος που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε ομοίως και έλαβε υπ όψη του την ανωτέρω υπεύθυνη δήλωση, υπολαμβάνοντας σιωπηρά ότι πρόκειται για έγγραφο, ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τον Νόμο και ο σχετικός, τέταρτος λόγος της υπό κρίση έφεσης, κατά το μέρος που υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 και των άρθρων 648 και 652, του ΑΚ προκύπτει ότι, μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν ο εργοδότης επιχειρεί χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό της επιχείρησης (ΑΠ 911/2008, ΝΟΜΟΣ) . Βλαπτική δε μεταβολή των όρων εργασίας υπάρχει όταν αυτή προκαλεί στον εργαζόμενο άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία (ΑΠ 911/2008, ο.π.). Περαιτέρω, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 648, 649, 652 παρ. 1, 656 και 349 έως 351 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, δηλαδή η επιχειρηθείσα χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να υπάρχει τέτοιο δικαίωμα από την ατομική σύμβαση εργασίας, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας, και κατά τρόπον ώστε να προκαλεί στο μισθωτό άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία, δεν επάγεται τη λύση της εργασιακής συμβάσεως, αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα : α) να αποδεχθεί την μεταβολή, οπότε συνάπτεται κατά το άρθρο 361 Α.Κ. νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178, αντίστοιχα, του ΑΚ). β) να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως άτακτη καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία αξιώνοντας την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Και γ) να εμμείνει στη σύμβαση, αξιώνοντας την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει, την εργασία του υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη να απαιτήσει από αυτόν, ως γενόμενο εντεύθεν υπερήμερο, την καταβολή του μισθού του. Η μεταβολή των όρων εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχθεί αυτή ρητά ή σιωπηρά, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν την για αποδοχή βούλησή του, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτυρήτως και ανεπιφυλάκτως συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε, όπως προαναφέρθηκε, καταρτίζεται εγκύρως, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο εργαζόμενος δεν δύναται να ασκήσει τις ανωτέρω υπό στοιχεία β’ και γ’ αξιώσεις, δηλαδή, δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, αλλά ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως (ΑΠ 1942/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 911/2008, ΝΟΜΟΣ) . Σιωπηρή αποδοχή συνιστά ή επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας (βλ.ΑΠ 650 /2005, ΝΟΜΟΣ, ΕΦ. ΑΘ. 6363/2007, ΝΟΜΟΣ) .Δεν αποτελεί αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής η συνέχιση της απασχολήσεως υπό το νέο καθεστώς, εάν ο μισθωτός διεμαρτυρήθη για τη μεταβολή (ΑΠ 2056 /2006,ΝΟΜΟΣ).
Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθ. 361, 648 και 651 ΑΚ, προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης, που έχει στην διάθεσή του τις υπηρεσίες του μισθωτού, παραχωρεί με την συναίνεση του τελευταίου (που μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ρητό ή σιωπηρό, προς τον αρχικό ή μεταγενέστερο εργοδότη), τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθόσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών. Στην περίπτωση αυτή του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο παλαιός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ και ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη, επέρχεται δηλ. διάσπαση (κατάτμηση) της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων. Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός και ο οποίος εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις από την σύμβαση εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο εργοδότης που δανείζεται τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης. Η προαναφερθείσα γνήσια σύμβαση δανεισμού εργασίας διαφοροποιείται από τη μη γνήσια σύμβαση δανεισμού, που ρυθμίζεται ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 20 επ. του Ν 2956/2001, κατά τις οποίες συνιστώνται Εταιρείες Προσωρινής Απασχόλησης στις οποίες οι εργαζόμενοί τους δεν προσφέρουν την εργασία τους σ’ αυτές, αλλά σε τρίτους που θα υποδεικνύει εκάστοτε η εταιρεία αρχικός εργοδότης. (ΑΠ 17/2012, ΝΟΜΟΣ).
Εξάλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρ. 559 αρ.8 ΚΠολΔ.ως “πράγματα”, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι προταθέντων, ιδρύει τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, νοούνται οι αυτοτελείς, νόμιμοι και παραδεκτά προταθέντες στο δικαστήριο της ουσίας πραγματικοί ισχυρισμοί που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (ΑΠ 698/2010, ΝΟΜΟΣ), ή κατ’ άλλη διατύπωση τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 374/ 2012, ΝΟΜΟΣ, AΠ 1530/2001, 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ ΑΠ 2/1989, ΑΠ 374/ 2012, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 864/2003, 1072/2005), καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του αντιδίκου του, δεν αποτελούν, όμως, πράγματα οι ισχυρισμοί που συνιστούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση αυτών (αγωγής κλπ.), αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των περιστατικών που θεμελιώνουν την αγωγή κλπ., ενώ εξάλλου ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν ο ισχυρισμός, με την προδιαληφθείσα έννοια, ελήφθη υπόψη από το δικαστήριο και απορρίφθηκε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, τούτο δε συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον φερόμενο ως μη ληφθέντα υπόψη ισχυρισμό (ΑΠ 698/2010, ΝΟΜΟΣ). Σε κάθε περίπτωση, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, θα πρέπει να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 12/2000, 2/2001 ΑΠ 374/ 2012, ΝΟΜΟΣ) .Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό (ΑΠ 374/2012,ΝΟΜΟΣ) ή να πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη. Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο (ΑΠ 374/2012, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 867/1988), αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή (ΟλΑΠ 2/1989, 14/2004, ΑΠ 374/2012, ΝΟΜΟΣ) ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας (ΑΠ 374/2012, ΝΟΜΟΣ ΑΠ 1058/1998) και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (ΑΠ 374/2012, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2006, 857/2007), ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου. Σημειώνεται ότι κατ’ άρθ. 240 ΚΠολΔ δεν συνιστά νόμιμο τρόπο επαναφοράς ισχυρισμού (ΟλΑΠ 9/2000),η υπό του εφεσιβλήτου συρραφή και ενσωμάτωση ολοκλήρου του κειμένου (κατά λέξη) των προτάσεων που είχε υποβάλει στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, στις οποίες περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός αυτός, στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, προς αντίκρουση της έφεσης, χωρίς ειδική μνεία στις τελευταίες (προτάσεις ενώπιον του Εφετείου) των ισχυρισμών που επαναφέρονται με σύντομη περίληψη και αναφορά των σελίδων των πρώτων που τους περιέχουν (ΑΠ 698/2010, ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενες προτάσεις της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητου α) φέρονται ότι επανυποβάλλονται οι ισχυρισμοί που αυτή είχε προτείνει πρωτοδίκως, δια της συρραφής και ενσωμάτωσης ολοκλήρου του κειμένου (κατά λέξη) των προτάσεων που είχε υποβάλει στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, χωρίς ειδική και ορισμένη αναφορά αυτών, ενώ αντιθέτως γίνεται σαφής και ορισμένη αναφορά με ειδική μνεία στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της εναγομένης μόνο β) του και αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο εξεταζόμενου ισχυρισμού της περί αοριστίας της αγωγής και γ) των με την προσθήκη και αντίκρουση ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποβληθέντων πρωτοδίκως ισχυρισμών. Επομένως κατά τα προεκτεθέντα αμέσως ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, ο με την ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προσθήκη και αντίκρουση προτεινόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος- ενάγοντος περί απαραδέκτου της υπό της εναγομένης προβολής των ισχυρισμών αυτών, πρέπει Α.) κατά μεν το μέρος που βάλλει κατά της υπό της εφεσιβλήτου προβολής του (και αυτεπαγγέλτως άλλωστε από το Δικαστήριο εξεταζόμενου ) περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού, να απορριφθεί ως αβάσιμος, κατά τα προαναφερθέντα, αφού γίνεται παραδεκτή κατ’άρθο 240 ΚΠολΔ. προβολή της ένστασης αυτής στο Δικαστήριο τούτο, με ειδική σαφή και ορισμένη αναφορά και ειδική μνεία αυτού στις ενώπιον του Εφετείο προτάσεις της εναγομένης, Β) κατά τα λοιπά όμως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος για τους εξής λόγους : Τόσον οι με τις προτάσεις της εναγομένης όσον και οι με την προσθήκη και αντίκρουση αυτής ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου υποβληθέντες πρωτοδίκως λοιποί ισχυρισμοί της εναγομένης (εκτός δηλαδή του περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμού της, περί του οποίου ανωτέρω ειδικά εξετέθη και απαντήθηκε) δεν αποτελούν “πράγματα”, τα οποία έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, καθόσον δεν πρόκειται για πραγματικούς ισχυρισμούς που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, τείνοντες στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, αλλά συνιστούν μόνο απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, και δεν στοιχειοθετούν ένσταση . Επομένως, κατά τα προεκτεθέντα αμέσως ανωτέρω στη μείζονα σκέψη, επί των ως άνω φερόμενων ισχυρισμών, αποτελούντων εν τοις πράγμασι απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, δεν έχει εφαρμογή το άρθρο 240 ΚΠολΔ. περί παραδεκτής επαναφοράς τους με τις προτάσεις στο δεύτερο βαθμό, ούτε απαιτείται να προτείνονται κατά το άρθρ.527 ΚΠολΔ παραδεκτά για πρώτη φορά στην κατ’ έφεση δίκη. Συνακόλουθα, ο με την ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προσθήκη και αντίκρουση προτεινόμενος ισχυρισμός του εκκαλούντος- ενάγοντος περί απαραδέκτου της υπό της εναγομένης προβολής των λοιπών αυτών ισχυρισμών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, καθόσον δεν βάλλει κατά αυτοτελών ισχυρισμών της εναγομένης, αλλά κατά των πραγματικών και νομικών επιχειρημάτων της, που στηρίζουν την απλή αιτιολογημένη άρνηση. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 εδάφιο α’ του άρθρου 529 Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με εκείνη του άρθρου 16§5 του ν. 2915/2001 και ήδη ισχύει από την 1-1-2002 (αρ. 15 του ν. 2943/2005), στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα δε με τη διάταξη της § 2 του ίδιου πιο πάνω άρθρου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί να αποκρούσει τα αποδεικτικά μέσα που προσάγονται πρώτη φορά σ’ αυτό ως απαράδεκτα, αν κατά την κρίση του ο διάδικος δεν τα είχε προσκομίσει στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 1450 /2011, ΝΟΜΟΣ) . Ως νέα αποδεικτικά μέσα, κατά την έννοια της αμέσως πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτα, όπως λ.χ. εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση ή χωρίς νόμιμη σήμανση κ.λ.π., είναι δε αδιάφορο αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο αποφάνθηκε ρητά για το απαράδεκτο των εν λόγω αποδεικτικών μέσων ή αντιπαρήλθε σιωπηρά το τελευταίο. (ΑΠ 1450 /2011, ΝΟΜΟΣ) . Η διάταξη, εξάλλου, του άρθρου 529 παρ. 1 εδάφιο α’ ΚΠολΔ είναι γενική και, έτσι, περιλαμβάνει χωρίς διακρίσεις όλα τα αποδεικτικά μέσα που επιτρέπονται από το νόμο, δηλαδή τόσο τα αποδεικτικά, που απόκεινται στην πρωτοβουλία των διαδίκων (όπως έγγραφα, όρκος) ή παρέχουν άμεση ή έμμεση απόδειξη (τεκμήριο), όσο και εκείνα, η απόδειξη των οποίων μπορεί να διαταχθεί ανεξάρτητα από τη συμπεριφορά των διαδίκων (λ.χ. αυτοψία, πραγματογνωμοσύνη). Τα έγγραφα, ειδικότερα, κατ’ εφαρμογή της διάταξη του άρθρου 237 παρ. 1 εδάφιο β’ ΚΠολΔ, όπως ήδη ισχύει μετά την αντικατάσταση της με εκείνη του άρθρου 7 παρ. 1 του ν. 2915/2001, εφαρμόζεται δε και στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρο 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτά στην κατ’ έφεση δίκη αν η νόμιμη επίκληση και προσκομιδή τους γίνει με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις των διαδίκων (ΑΠ 1450 /2011, ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 106, 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση περί της αλήθειας ή μη των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα (αλλά και μόνον εκείνα) τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι (ΑΠ 121/2011, ΝΟΜΟΣ) . Από τις διατάξεις άλλωστε των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. β, 346 και 453 παρ. 1 Κ.Πολ.Δικ., η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενεργείας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε (ΑΠ 121/2011, ΝΟΜΟΣ). Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟΛ.Α.Π.23/2008, ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 121/2011, ΝΟΜΟΣ), δηλαδή απαιτείται η επίκληση του εγγράφου με σαφή και συγκεκριμένα στοιχεία, ώστε να αναγνωρίζεται η ταυτότητά του (ΑΠ 1342/2006), πρέπει δε να γίνεται με τις προτάσεις του διαδίκου που το προσκόμισε, κατά τη συζήτηση, κατά την οποία εκδίδεται η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔικ. (ΑΠ 121/2011, ΝΟΜΟΣ) και όχι με την προσθήκη των προτάσεων ενώπιον του Εφετείου (ΑΠ 527/1994, ΑΠ 740/1996, ΑΠ 774/1996), εκτός εάν προσκομίζεται προς απόκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν κατά τη συζήτηση αυτή. (ΑΠ 67/2011,ΝΟΜΟΣ) .Η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 240 ΚΠολΔικ, αναφέρεται βέβαια στον τρόπο επαναφοράς “ισχυρισμών”, έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου. Η επίκληση αυτή μπορεί να γίνει στις ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας προτάσεις με αναφορά σε προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, υπό την προϋπόθεση όμως ότι η εν λόγω αναφορά θα γίνεται σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης, όπου θα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω μέσων. Δεν συνιστά δε, όπως και ανωτέρω εξετέθη, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ. (που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων), “νόμιμη επίκληση” η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά, με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Ολ.ΑΠ 9/2000). Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ’ έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που ο διάδικος είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλόμενων πρωτόδικων προτάσεων, που περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, ή με συρραφή και ενσωμάτωση των προτάσεων προηγουμένων συζητήσεων, στις οποίες γίνεται επίκληση των εγγράφων, στις προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης.(ΟΛ.Α.Π.23/2008, ΝΟΜΟΣ, Ολ ΑΠ 9/2000, 14/2005).) .
Στην προκείμενη περίπτωση με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενες προτάσεις της εναγόμενης και ήδη εφεσίβλητου γίνεται, κατά τα στη μείζονα σκέψη εκτεθέντα, νομίμως σαφής και ορισμένη επίκληση των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων και ενόρκων βεβαιώσεων, χωρίς να αρκείται η εναγόμενη και ήδη εφεσίβλητη στην γενική μόνο αναφορά σε όλα τα έγγραφα που η διάδικος αυτή είχε επικαλεστεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, ούτε (σε σχέση με τα ως άνω αποδεικτικά μέσα) στην (γενόμενη στην αρχή των ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεών της) συρραφή και ενσωμάτωση των προτάσεων της ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προηγουμένης συζητήσεως, αλλά στη συνέχεια η εναγομένη – εφεσίβλητη αντικρούοντας με τις από 20-2-2012 προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού συζήτησης ειδικά τους λόγους έφεσης που προτείνει ο ενάγων και ήδη εκκαλών κάνει ειδική και σαφή αναφορά στα υπ’αυτής (εφεσιβλήτου) επικαλούμενα αποδεικτικά μέσα με ειδική μνεία και επίκληση αυτών . Ενδεικτικά η εφεσίβλητη επικαλείται, α) στη σελίδα 4 των ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενων προτάσεών της, την απόδειξη πληρωμής αποδοχών του …. …. κατά τον μήνα Αύγουστο 2008 ποσού 1.578,07 ευρώ (σχετ. 22α)και την απόδειξη πληρωμής αποδοχών του εκκαλούντος κατά τον ίδιο μήνα και έτος ποσού 1.512,45 ευρώ (σχετ. 3), β) στη σελίδα 7 και 11 των ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενων προτάσεών της την …/2010, ένορκη βεβαίωση της …. …. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών, …. – …. …. (σχετ. 23), γ) στη σελίδα 9, 10 και 15 των ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενων προτάσεών της την από 1-11-2003 Γνωστοποίηση όρων Ατομικής Σύμβασης Εργασίας (σχετ. 2) και την υπ’αρ. πρωτοκ. …/14-11-2007 Κατάσταση Προσωπικού και Ωρών Εργασίας (σχετ. 2α), δ) στη σελίδα 15 των ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενων προτάσεών της την υπ’αρ. …/ 8-6-2007 Κατάσταση Προσωπικού και Ωρών Εργασίας (σχετ. 2β), την υπ’αρ. …/ 22-1-2008 Κατάσταση Προσωπικού και Ωρών Εργασίας (σχετ. 2γ), τα με αριθμ. …/2004 και …/2007 ΦΕΚ ΤΑΕ-ΕΠΕ, (σχετ. 4,5, επίσης επικληθέντα στη σελίδα 47 των ως άνω προτάσεων) ε) στη σελίδα 25 και 33 των ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενων προτάσεών της την …/2010 ένορκη βεβαίωση του …. …. ενώπιον της συμβ/φου Αθηνών …. – …. …. (σχετ. 23), στ) στη σελίδα 26 και 27 των ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού υποβαλλόμενων προτάσεων της την από 7-11-2008 Γνωμάτευση Ιατρού και Εντολή Πληρωμής Επιδόματος (σχετ. 7β), την από 30-10-2008 Γνωμάτευση Ιατρού και Εντολή Πληρωμής Επιδόματος (σχετ. 7Α). ζ) στη σελ. 3 των ως άνω προτάσεων τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά. Πρέπει λοιπόν, εν όψει και των προεκτεθέντων, να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περιεχόμενοι στην προσθήκη και αντίκρουση ισχυρισμοί του ενάγοντος – εκκαλούντος περί απαραδέκτου της επίκλησης υπό της εναγομένης – εφεσιβλήτου των ως άνω αποδεικτικών μέσων, λόγω της μη σαφούς, ειδικής και ορισμένης επίκλησής τους.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 671 § 1 δ’ του ΚΠολΔ, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών οι ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη, μόνο αν έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου πριν από (24) τουλάχιστον ώρες. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η προηγούμενη εμπρόθεσμη και νομότυπη κλήτευση του αντιδίκου του αποδεικνύοντος προκειμένου να παραστεί κατά τη δόση των ενόρκων βεβαιώσεων αποτελεί στοιχείο του υποστατού αυτών, ως αποδεικτικού μέσου, την έλλειψη της οποίας το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη αυτεπαγγέλτως. Δεκτικός της κλήτευσης αυτής να παραστεί κατά την ένορκη βεβαίωση ενώπιον του ειρηνοδίκη ή του συμβολαιογράφου είναι εκτός από τον αντίδικο του αποδεικνύοντος και ο κατά το άρθρο 143 ΚΠολΔ δικαστικός πληρεξούσιος – αντίκλητος, ενώ η με δικαστικό επιμελητή κλήτευση αναπληρώνεται από αντίστοιχη προφορική στο ακροατήριο δήλωση, που καταχωρείται στα πρακτικά. Στην περίπτωσή αυτή η εντός της προθεσμίας αντικρούσεως δοθείσες ένορκες βεβαιώσεις (ανεξάρτητα του αν και με ποίες προϋποθέσεις λαμβάνονται υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζονται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, σύμφωνα και με τις διατάξεις των άρθρων 670 εδ. α, 671 § 1 δ, 674 § 2, 529 § 1α ΚΠολ Δ. (ΕΦ ΑΘ 3121/2009, βλ.και ΑΠ 548/2007 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1877/2005 Δνη 2006. 455) .
Στην προκείμενη περίπτωση από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντος …. ….. και της εναγομένης …. …. που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενες από την εναγόμενη υπ αρ. …. και …./ 1-2-2010 ένορκες βεβαιώσεις των (αντιστοίχως) …. …. και …. …., ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών ….- …. …. που επιτρεπτώς προσκομίζονται στο εφετείο και μάλιστα κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα, και οι οποίες, σε κάθε περίπτωση (ανεξαρτήτως του εάν παραδεκτά ή όχι λήφθηκαν υπ’όψη από το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο) παραδεκτά λαμβάνονται υπ’όψη από το Δικαστήριο αυτό, κατά τα προεκτεθέντα στην μείζονα σκέψη, καθόσον η με δικαστικό επιμελητή κλήτευση αναπληρώνεται από την γενόμενη από τον πληρεξούσιο των εναγομένων αντίστοιχη προφορική στο ακροατήριο δήλωση, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, από τις μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα υπ αρ. …, …/ 26-1-2010 ένορκες βεβαιώσεις των (αντιστοίχως) …. …. και …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών που λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ αρ. …. /19-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη) , την υπ’αρ. …./29- 2010 ένορκη βεβαίωση του …. …. που λήφθηκε επίσης μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, με σχετική δήλωση του ενάγοντος, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και υπ αρ. …/ 20-2-2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών που λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την υπ αρ. …. /10-2-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη), αποδείχθηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :
Ο ενάγων προσελήφθη στις 6-3-1997 από την παράγουσα, εισάγουσα και εμπορευόμενη πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη Ο.Ε. με την επωνυμία «….», την οποία διατηρούσαν από χρόνια ο πατέρας του ενάγοντος και οι δύο αδελφοί τούτου (θείοι του ενάγοντος) . Τον Ιανουάριο 2001 η προαναφερθείσα Ο.Ε. μετετράπη σε Α.Ε. με την επωνυμία «….», στις δε 19-5-2003 απορροφήθηκε από την εναγόμενη Α.Ε., που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας, μεταξύ των οποίων και οι συμβάσεις εργασίας των υπαλλήλων αυτής, ένας από τους οποίους ήταν και ο ενάγων. Τα ανωτέρω συνομολογούνται από τους διαδίκους. Όταν ο ενάγων προσελήφθη από την προαναφερθείσα Ο.Ε είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων στην …. Τεχνολογική Σχολή, αποκτώντας το σχετικό δίπλωμα, προσελήφθη δε αρχικά ως Βοηθός Ηλεκτρολόγου, όπως προκύπτει ιδία από την φέρουσα σφραγίδα 14-3-1997 αναγγελία πρόσληψης του ανωτέρω εργαζόμενου στον ΟΑΕΔ και εργάστηκε αρχικά στην παραγωγή μέχρι το 2001. Μετά την γενόμενη στις 19-5-2003 απορρόφηση της «….», από την εναγόμενη Α.Ε., που υπεισήλθε άλλωστε, όπως και ανωτέρω εξετέθη, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας, γεγονός που και η εναγομένη δεν αρνείται ειδικά, ο ενάγων υπέγραψε με την εναγομένη, νομίμως εκπροσωπούμενη τότε από τον …. ….. του …., την μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από 1-11-2003 Γνωστοποίηση όρων ατομικής Συμβάσεως Εργασίας, στην οποία αναφερόταν ότι η θέση του ενάγοντος ως εργαζόμενου στην εναγομένη ήταν αυτή του Μαθητευόμενου Τεχνικού, χωρίς ωστόσο να αναφέρεται ούτε η ειδικότητά του ούτε το αντικείμενο εργασίας του, παρά μόνο ότι θα αμειβόταν (τότε) με μηνιαίο μισθό 969,32 ευρώ. Ωστόσο πρέπει να σημειωθεί ότι η εκκαλούμενη δέχθηκε πως ο ενάγων συμφώνησε με την εναγομένη να αμείβεται σύμφωνα με τους όρους της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΕ ή ΔΑ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Διπλωματούχων και Πτυχιούχων Μηχανικών, οι οποίοι απασχολούνται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της χώρας» (κατηγορία πτυχιούχων Τ.Ε.Ι.) και δεν εφεσιβλήθηκε κατά τη παραδοχή της αυτή. Περαιτέρω, από όλο το προαναφερθέν αποδεικτικό υλικό αποδείχτηκε ότι, όπως και στη συνέχεια αναλυτικά θα εκτεθεί, εν τοις πράγμασι ο ενάγων ουδέποτε εργάστηκε στην πραγματικότητα ως μαθητευόμενος Τεχνικός, αλλά, από το έτος 2001 και εφεξής, ο ενάγων εργαζόταν στο τμήμα διανομών και μάλιστα ως προϊστάμενος του τμήματος τούτου . Τα καθήκοντά του ήταν η λήψη αποφάσεων σχετικά με την διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, ο προγραμματισμός των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, η παραγγελειοληψία και ο παράλληλος έλεγχος των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εν λόγω εταιρείας. Την ίδια ακριβώς θέση συνέχισε να κατέχει και μετά την γενόμενη στις δε 19-5-2003 απορρόφηση της «….», από την εναγόμενη Α.Ε., που υπεισήλθε άλλωστε, όπως και ανωτέρω εξετέθη, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας. Σχετικά με τα ανωτέρω ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι α) η μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ αρ. …/ 26-1-2010 ένορκη βεβαίωση του …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο οποίος έχει σαφή και εμπεριστατωμένη άποψη για τη θέση του ενάγοντος και τα καθήκοντα της θέσης αυτής και μάλιστα διαχρονικά από το 2002 και εφεξής, εν όψει και του ότι ο ως άνω ενόρκως βεβαιών προσελήφθη από την «….» τον Ιανουάριο 2002, ως αποθηκάριος, συνέχισε δε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα στην εναγομένη μετά την υπ’αυτής γενόμενη στις δε 19–5-2003 απορρόφηση της «….», μέχρι τον Απρίλιο 2009, οπότε απολύθηκε . Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι ο ενάγων ήταν «προϊστάμενος του τμήματος διανομών» ότι η μεταξύ τους σχέση ήταν «ιεραρχική σχέση αφού όλη η λειτουργία της αποθήκης συντονιζόταν αποκλειστικά »από το τμήμα διανομών, ότι ο ενάγων «ήταν αυτός που έδινε εντολές» στον ενόρκως βεβαιούντα αλλά και στους λοιπούς αποθηκάριους και στους οδηγούς, σχετικά με την διαδικασία της διανομής των εμπορευμάτων, προγραμματίζοντας τα δρομολόγια των φορτηγών, μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, ελέγχοντας παράλληλα και τα αποθέματα στις αποθήκες», ότι «σε εκείνον απευθυνόμαστε όλοι οι αποθηκάριοι και οι οδηγοί για ζητήματα που προέκυπταν στη δουλειά, καθώς και για τον προγραμματισμό των αδειών.», ότι «Το τμήμα διανομών ήταν και είναι η «καρδιά» της επιχείρησης, αφού όπως είναι φυσικό, η σωστή εξυπηρέτηση των πελατών, με έγκαιρη παράδοση των παραγγελιών τους, είναι το «κλειδί» για την διατήρηση και την ανάπτυξη της πελατείας.», ότι ο ενάγων «έπαιρνε συχνά και παραγγελίες και τιμολογούσε τους πελάτες. Συχνά, μετά την συγχώνευση τον Μάιο του 2003, πήγαινε σε συσκέψεις και συναντήσεις στην Θεσσαλονίκη και στην Κομοτηνή, αλλά και στην Αθήνα στις εγκαταστάσεις των ….., για να λάβει οδηγίες σχετικά με την εκτέλεση των καθηκόντων του και την εκάστοτε πολιτική της επιχείρησης από τους προϊσταμένους του, δηλαδή τον κ. …. και την κ. …., καθώς και για να λογοδοτήσει στους ανωτέρους του για την λειτουργία του τμήματος διανομών.» Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι επίσης β) η μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ αρ. …/26-1-2010 ένορκη βεβαίωση του …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο οποίος επίσης έχει σαφή και εμπεριστατωμένη άποψη για τη θέση του ενάγοντος στην εναγομένη και τα καθήκοντα της θέσης αυτής και μάλιστα διαχρονικά από το 1997 και εφεξής, εν όψει και του ότι ο ως άνω ενόρκως βεβαιών προσελήφθη από την «….» το 1990, ως εργάτης παραγωγής πλαστικών σωλήνων, συνέχισε δε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα στην εναγομένη μετά την υπ’αυτής γενόμενη στις δε 19-5-2003 απορρόφηση της «….», μέχρι την άνοιξη του 2005, οπότε σταμάτησε η παραγωγή πλαστικών στο εργοστάσιο της ….. και μεταφέρθηκε στην ….., ο ίδιος « μετατέθηκε » δε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην ως άνω ένορκη βεβαίωση, στην θυγατρική εταιρεία της εναγομένης την «….», όπου δούλευε ως εργάτης παραγωγής ορειχάλκινων εξαρτημάτων μέχρι τον Απρίλιο 2009, οπότε απολύθηκε. Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι ο ενάγων ήταν « από το 2001 και μετά προϊστάμενος του τμήματος διανομών της «….» και το ίδιο πόστο του αναθέσανε και μετά τη συγχώνευση με την «….».» Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως επίσης μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι, εκείνος μεν δεν έπαιρνε εντολές από τον ενάγοντα «γιατί το τμήμα παραγωγής είχε άλλον προϊστάμενο», όμως ο ενάγων «έδινε εντολές στους οδηγούς και στους αποθηκάριους και είχε και γραμματέα.» και ότι ο ενάγων συνολικά «είχε περίπου δέκα υφιστάμενους». Εξίσου κατατοπιστική και ανάλογου περιεχόμενου είναι επίσης γ) η μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ αρ. …/20-2-2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο οποίος επίσης έχει σαφή και εμπεριστατωμένη άποψη για τη θέση του ενάγοντος στην εναγομένη και τα καθήκοντα της θέσης αυτής και μάλιστα διαχρονικά από το 1997 και εφεξής, εν όψει και του ότι ο ως άνω ενόρκως βεβαιών προσελήφθη από την «….» το 1996, ως εργάτης παραγωγής, μέχρι την υπό της εναγομένης γενόμενη στις 19-5-2003 απορρόφηση της «….», οπότε, τον Μάιο του 2003,ο ως άνω ενόρκως βεβαιών μεταφέρθηκε στην ανήκουσα στον όμιλο της εναγομένης «….», όπου συνέχισε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα στις εγκαταστάσεις της στο …. μέχρι το Απρίλιο 2009, οπότε απολύθηκε. Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι ο ενάγων ήταν « από το 2001 και μετά προϊστάμενος του τμήματος διανομών της «….» και την ίδια θέση ανέλαβε και μετά τη συγχώνευση με την «….».» Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως επίσης μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι ο ενάγων συνολικά «είχε περίπου δέκα υφιστάμενους, δηλαδή τους οδηγούς, τους αποθηκάριους και μια γραμματέα.». Αλλά και δ) ο μάρτυς του ενάγοντος …. …. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του οποίου η ένορκη κατάθεση περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και ο οποίος υπήρξε Επιθεωρητής Πωλήσεων της εναγομένης το έτος 2007 και μέχρι τις 22-10-2008, καταθέτει κατατοπιστικά ότι ο ενάγων ήταν «προϊστάμενος τμήματος παραγγελιών διακίνηση προϊόντων, ενημέρωνε τους πελάτες και εξυπηρετούσε τους πελάτες» και ότι ο ενάγων « συμμετείχε στις συσκέψεις που εγίνοντο ανά τρίμηνο……… Είχε δώσει η εταιρεία κινητό τηλέφωνο στον ενάγοντα………..Ήταν ικανός υπάλληλος ενημέρωνε όλους τους πελάτες της Εταιρείας……..Ο ενάγων έπαιρνε παραγγελίες της Εταιρείας…….. Ο ενάγων ήταν υπεύθυνος και για το Stok της Εταιρείας…….». (Σημειωτέον ότι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, δεν συνηθίζεται να χορηγείται κινητό σε απλούς υπαλλήλους, ούτε σε μαθητευόμενους τεχνικούς.) Η ανωτέρω ένορκη κατάθεση και προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις επιβεβαιώνονται εμμέσως πλην σαφώς από ε) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης …. …. που εξετάστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του ίδιου δικαστηρίου, και η οποία ενόρκως καταθέτει τόσον ότι ο ενάγων «ήταν υπεύθυνος παραγγελιών και επαφής με τους πελάτες για την διακίνηση των εμπορευμάτων.» (βλ. στίχους 4- και 6 της ως άνω κατάθεσής της) , επιβεβαιώνοντας έτσι όσα κατέθεσαν για τις (συνάδουσες με την ιδιότητα του προϊσταμένου) αρμοδιότητες του ενάγοντος στην εναγομένη τόσον ο μάρτυς του ενάγοντος, όσον και οι ως άνω ενόρκως βεβαιούντες,] όσον και ότι ο ενάγων «Δούλευε στο τμήμα διακίνησης….» (βλ. στίχο 3 της δεύτερης σελίδας της ίδιας ένορκης κατάθεσής της) , αλλά και ότι «Παραγγελίες έκανε ο ενάγων και επικοινωνούσε με όλο το πελατολόγιο της νοτίου Ελλάδος.» (βλ. στίχο 19- και 21 της δεύτερης σελίδας της ίδιας ένορκης κατάθεσής της) . Ιδία από τα προναφερθέντα, ελέγχεται ως αντιφατική και μη ακριβής η ίδια κατάθεση της ανωτέρω μάρτυρος κατά το ειδικότερο μέρος της όπου η μάρτυς αυτή ενόρκως καταθέτει, (όλως ανακόλουθα και αντιφατικά με τα ανωτέρω που η ιδία επίσης κατέθεσε), ότι «ο ενάγων ήταν βοηθός ηλεκτρολόγου και του πρότεινε να αναλάβει μαθητευόμενος τεχνικός δίπλα στον πατέρα του …» (βλ. στίχους 12-14 της ίδιας ως άνω κατάθεσής της). Τα ανωτέρω δεν αντικρούονται πειστικά ούτε από την ενόρκως βεβαιούσα …. …. στην μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από τη εναγόμενη υπ αρ. …/ 1-2-2010 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της Συμβ/φου Αθηνών ….- …. …., η οποία άλλωστε ουδόλως ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ήταν βοηθός ηλεκτρολόγου, ούτε μαθητευόμενος Τεχνικός, αλλά αναφέρει ότι ο ενάγων «είχε σαν αντικείμενο εργασίας του την παραγγελειοληψία……. », ούτε από κανένα άλλο στοιχείο της Δικογραφίας.
Και ενώ ο ενάγων από το έτος 2001 και εφεξής, εργαζόταν ως προϊστάμενος του τμήματος διανομών, έχοντας ως καθήκοντα τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, τον προγραμματισμό των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, την παραγγελιοληψία δια της επικοινωνίας με όλο το πελατολόγιο της νοτίου Ελλάδος, όπως χαρακτηριστικά και ανωτέρω εξετέθη από την μάρτυρα της εναγομένης, αλλά και τον παράλληλο έλεγχο των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εναγομένης, όλως αιφνιδίως και ενώ ο ενάγων απουσίαζε από την επιχείρηση έχοντας λάβει την κανονική άδειά του, η εναγομένη τοποθέτησε στην έως τότε θέση του ενάγοντος τον μέχρι τότε υφιστάμενό του αποθηκάριο …. ….. Όταν ο ενάγων επέστρεψε από την ληφθείσα περί τις αρχές Οκτωβρίου 2008 κανονική άδειά του, διαπίστωσε ότι η εναγόμενη είχε εν αγνοία του τοποθετήσει στην θέση του προϊστάμενου τμήματος διανομών τον προαναφερθέντα μέχρι τότε υφιστάμενό του, του ανακοινώθηκε δε δια του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης …. …., ότι η εναγόμενη είχε μονομερώς αποφασίσει να τον μεταφέρει εφεξής, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών σε τρίτο εργοδότη και συγκεκριμένα στην θυγατρική της εταιρεία «….», που είναι επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας ορειχάλκου, στην οποία τον είχε τοποθετήσει ως εργάτη στο τμήμα παραγωγής. Ο ενάγων εξαρχής αρνήθηκε να συναινέσει στην ανωτέρω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, αντιθέτως διαμαρτυρήθηκε και ζήτησε από την εναγόμενη την άμεση αποκατάστασή του στη έως τότε θέση του. Σχετικά με τα ανωτέρω ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι α) η μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ αρ. …/ 26-1-2010 ένορκη βεβαίωση του εργαζόμενου το 2008 ως αποθηκάριου στην εναγομένη …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο οποίος βεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι «ενώ ο ενάγων ήταν σε άδεια, ξαφνικά και χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιο περιστατικό, μάς ανακοινώθηκε από την εταιρία ότι ο κ. …. θα αντικαθίστατο από τον …. …., συνάδελφο μου-αποθηκάριο. Πράγματι ο …. …. ανέλαβε το γραφείο του κ. …. και ξεκίνησε να δουλεύει στην θέση του ως προϊστάμενος διανομών, δίνοντας μας τις σχετικές εντολές. Όταν γύρισε ο κ. …. από την άδεια κατάλαβα ότι είχε δημιουργηθεί πρόβλημα στις σχέσεις του με την εταιρία γιατί δεν τον είχαν ειδοποιήσει ότι είχε αντικατασταθεί από άλλον υπάλληλο. Επιπλέον, ενώ όλοι περιμέναμε ότι θα τον είχαν μεταθέσει σε ανώτερη θέση, μάθαμε ότι τον έστειλαν να δουλέψει σαν εργάτης (χειριστής εργαλείων παραγωγής ορειχάλκινων εξαρτημάτων) στο εργοστάσιο της εταιρίας «….» που είναι θυγατρική της «….». Εκείνος αρνήθηκε από την πρώτη στιγμή και τότε δημιουργήθηκε ζήτημα, αφού κάθε πρωί ερχόταν στο γραφείο διανομών και ζητούσε να αναλάβει την θέση του και να ανακληθεί η μεταφορά του στην …., την οποία θεωρούσε – και ήταν πράγματι – υποτιμητική. Μάλιστα δύο φορές έστειλε και εξώδικο με δικαστικό επιμελητή. Όμως η διοίκηση της εταιρίας δεν πήρε πίσω την απόφαση της κι έτσι ο κ. …. πήγε κ στην Επιθεώρηση Εργασίας, χωρίς αποτέλεσμα όμως αφού κ πάλι η εταιρία αρνήθηκε να τον ξανατοποθετήσει στην θέση του…». Ιδιαίτερα κατατοπιστική είναι επίσης β) η μετ ‘επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ αρ. …/26-1-2010 ένορκη βεβαίωση του …. ….. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο οποίος επίσης προσελήφθη από την «….» το 1990, ως εργάτης παραγωγής πλαστικών σωλήνων, συνέχισε δε να εργάζεται με την ίδια ειδικότητα στην εναγομένη μετά την υπ’αυτής γενόμενη στις δε 19-5-2003 απορρόφηση της «….», μέχρι την άνοιξη του 2005, οπότε άρχισε να δούλευε ως εργάτης παραγωγής ορειχάλκινων εξαρτημάτων στην θυγατρική εταιρεία της εναγομένης την «….», μέχρι τον Απρίλιο 2009, που απολύθηκε . Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι το φθινόπωρο του 2008 όταν ο ενάγων γύρισε από την καλοκαιρινή άδεια του, «δημιουργήθηκε πρόβλημα στην δουλειά επειδή η διοίκηση της «….» αποφάσισε να του αλλάξει πόστο και μάλιστα, ενώ μέχρι τότε ήταν προϊστάμενος, τον έστειλε να δουλέψει στην εταιρία που εργαζόμουν εγώ, δηλαδή την «….» σαν εργάτης στην παραγωγή. Όπως ήταν φυσικό ο κ. …. αρνήθηκε να έρθει να δουλέψει σαν εργάτης στην «….» και μάλιστα θυμάμαι χαρακτηριστικά ότι «μία μέρα γύρω στα τέλη Οκτωβρίου 2008 ήρθε για λίγη ώρα στον χώρο παραγωγής της «….» και όλοι απορήσαμε όταν μας είπε ότι τον είχαν στείλει να δουλέψει μαζί μας σαν εργάτης. Φυσικά ουδέποτε δούλεψε στο εργοστάσιο της «….», αντιθέτως, απ’ ότι ξέρω από συναδέλφους, έστειλε εξώδικο στην «….» και έκανε καταγγελία στην Επιθεώρηση Εργασίας….» .Εξίσου κατατοπιστική και ανάλογου περιεχόμενου είναι επίσης γ) η μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ αρ. …/20-2-2012 ένορκη βεβαίωση του …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο οποίος προσελήφθη από την «….» το 1996, από τον Μάιο του 2003, μεταφέρθηκε δε στην ανήκουσα στον όμιλο της εναγομένης «….» . Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι ο ενάγων «Μια μέρα του Οκτωβρίου του 2008…… ήρθε στο εργοστάσιο της «….» και όλοι απορήσαμε όταν μας είπε στεναχωρημένος ότι τον είχαν στείλει να δουλέψει μαζί μας σαν εργάτης παραγωγής. Φυσικά δεν είχε έρθει για να δουλέψει, ούτε δούλεψε ποτέ στο εργοστάσιο της «….», απλώς, όπως μαθεύτηκε, για να τον αναγκάσουν να φύγει από την «….», του άλλαξαν θέση. Λεπτομέρειες για το περιστατικό αυτό δεν γνωρίζω » . Ανάλογου περιεχόμενου είναι επίσης δ) η μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενή από τον ενάγοντα υπ αρ. …./ 29-1-2010 ένορκη βεβαίωση του …. …. ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών, ο οποίος, μαζί με τους δύο αδελφούς του ήταν συνιδρυτής της «….» και εργαζόταν εκεί, και από το 2005, που η παραγωγή μεταφέρθηκε στην …., εργαζόταν στην ανήκουσα στον όμιλο της εναγομένης «….» ως υπεύθυνος μονταρίσματος μέχρι τα τέλη του 2008, οπότε συνταξιοδοτήθηκε . Ο ανωτέρω βεβαιώνει ενόρκως μετά λόγου γνώσεως και κατηγορηματικά ότι όταν ο ενάγων επέστρεψε από την άδειά του στα τέλη Οκτωβρίου βρήκε αιφνιδίως ότι στην θέση του ήταν πλέον ένας άλλος υπάλληλος, που προηγουμένως ήταν αποθηκάριος, δηλαδή υφιστάμενος του. Και αναφέρει κατηγορηματικά στη συνέχεια ο ως άνω ενόρκως βεβαιών «Και σαν να μην έφτανε αυτό, ο κ. …. του είπε πως η εταιρία αποφάσισε να τον στείλει να δουλέψει στην «….» μαζί μου σαν εργάτης στην παραγωγή.», και ότι, παρά την άμεση αντίδραση του ενάγοντος, που ζητούσε συγχρόνως από την εναγόμενη πίσω την θέση του «η εταιρία δεν του έδωσε πίσω την θέση του και εκείνος αναγκάστηκε να τους στείλει εξώδικο και να κάνει καταγγελία και στην Επιθεώρηση Εργασίας. Παράλληλα πήγαινε κάθε πρωί στο γραφείο του και ζητούσε να αναλάβει την θέση του, όμως ο κ. …. είχε δώσει εντολή να μην τον αφήσουν να ξανακάτσει ούτε στην καρέκλα του. Έτσι τον ανάγκασαν να γυρίζει έξω από το γραφείο του άπραγος και να γίνεται ρεζίλι σε όλο το προσωπικό. Τα γεγονότα δε αυτά, τα έμαθε και όλος ο επαγγελματικός του περίγυρος και οι πελάτες.». Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι και ο ενόρκως βεβαιών …. …., που κατά δήλωσή του είναι από το έτος 1986 διευθυντής παραγωγής της «…. » βεβαιώνει ενόρκως στην μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από την εναγόμενη υπ αρ. …/ 1-2-2010 ένορκη βεβαίωση του ότι ο ενάγων «….εργάστηκε ως εκπαιδευόμενος τεχνικός αυτόματου τόρνου…»
Αποδείχτηκε περαιτέρω ότι άμεσα ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε στην εναγομένη για την προαναφερθείσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του και της δήλωσε ότι αυτός θα συνεχίσει να προσφέρει νομίμως και πραγματικά σ’αυτήν (εναγομένη) τις υπηρεσίες του και ότι αυτή (εναγομένη) θα περιέλθει σε υπερημερία μη αποδεχόμενη αυτές. Τα ανωτέρω δήλωσε άμεσα ο ενάγων στην εναγομένη και εγγράφως, δυνάμει της από 31-10-2008 εξώδικης διαμαρτυρίας – πρόσκλησης και δήλωσής του, που επιδόθηκε στην εναγόμενη στις 3-11-2008 (βλ. την υπ’αρ. …/3-11-2008 έκθεση επίδοσης του Δικ.Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθ. Λυκιαρδόπουλου), την οποία ο ενάγων κοινοποίησε και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας στις 3-11-2008 (βλ. την υπ’αρ. …/3-11-2008 έκθεση επίδοσης του Δικ.Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθ. Λυκιαρδόπουλου). Ταυτόχρονα ο ενάγων προσέφυγε στις 3-11-2008 στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, παραπονούμενος εκτός της προαναφερθείσας μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας του και για οφειλή διαφορών από δεδουλευμένα, νυχτερινές προσαυξήσεις, αμοιβή ρεπό και υπερωριακής απασχόλησης . Στη συνέχεια δυνάμει της από 4-11-2008 εξώδικης διαμαρτυρίας – πρόσκλησης και δήλωσης, του ενάγοντος κατά της εναγομένης που επιδόθηκε σ’αυτήν στις 5-11-2008 (βλ., την υπ’αρ. …./5-11-2008 έκθεση επίδοσης του Δικ.Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθ. Λυκιαρδόπουλου), ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε για την προαναφερθείσα μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, καλούσε και πάλι την εναγομένη να τον αποκαταστήσει στην θέση του, και της επεσήμανε ότι έχει περιέλθει σε υπερημερία περί την αποδοχή των προσηκόντως, νομίμως και πραγματικά προσφερόμενων σ’ αυτήν υπηρεσιών του. Την ανωτέρω δήλωση κατέθεσε ο ενάγων και στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου προσέφυγε άμεσα και συγκεκριμένα στις 3-11-2008, παραπονούμενος, εκτός των άλλων, και για, «Μονομερή Βλαπτική Μεταβολή εργασίας των όρων εργασίας» του. Σχετικά με τα ανωτέρω κατατοπιστικό είναι ιδιαίτερα το υπ’αρ. … /3-11-2008 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς, φέρον χρονολογία προσφυγής 3-11-2008, ημερομηνία δε συζήτησης την 11/11/2008, και μετ’ αναβολή την 21 /11/2008. Κατά τη συζήτηση αυτή, ο μεν ενάγων παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου, ο οποίος δήλωσε ότι «εμμένει την προσφορά Υπηρεσιών του, όπως τις προσέφερε προ της συντελεσθείσας βλαπτικής μεταβολής», κατά τα λοιπά δήλωσε δε ότι αναφέρεται στις από 31-10-08 και 4-11-08 εξώδικες διαμαρτυρίες – προσκλήσεις και δηλώσεις προς την εργοδότρια (τώρα εναγομένη), η δε εναγομένη παρασταθείσα επίσης δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, και της …. …. Υπεύθυνης Προσωπικού και Μισθοδοσίας, εξετασθείσας και στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ως μάρτυρος της εναγομένης, που αρνήθηκε τους ισχυρισμούς που περιέχονται στα ως άνω εξώδικα και δήλωσε ότι η προσφορά εργασίας του ενάγοντος αφορά την «….» στην οποία ο ενάγων εργάστηκε «πριν την γνωμάτευση ιατρού που αναφέρεται στην περίοδο από 7-11-08 – 14-11-08, που σας προσκομίζουμε.» .Εν όψει των ανωτέρω ο προσφεύγων – ήδη ενάγων δήλωσε δια του συνηγόρου του, ότι θα προφύγει στα αρμόδια Δικαστήρια, όπως και έπραξε με την υπό κρίση από 27-11-2008 και με αρ. κατάθ. …/…./1-12-2008 αγωγή του. Σε σχέση με τον ανωτέρω ισχυρισμό της εναγομένης, τον οποίο αυτή πρότεινε παραδεκτά ως, ένσταση ελλείψεως παθητικής νομιμοποίησης στο Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με δήλωσή της περιεχόμενη στα πρακτικά του και με τις προτάσεις της, επανέφερε δε παραδεκτά με τις προτάσεις της στο παρόν Δικαστήριο, πρέπει να τονιστούν και τα εξής:
Προς στοιχειοθέτηση και εξειδίκευση της ανωτέρω ένστασής της η εναγομένη ισχυρίστηκε Α) προφορικά και κατά τη συζήτηση της αγωγής (βλ. σελ. 4 των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη πρακτικών με τίτλο «ΣΥΝΟΠΤΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΩΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΝ ΓΙΑ ΚΑΤΑΧΩΡΗΣΗ ΣΤΑ ΠΡΑΚΤΙΚΑ») ότι ο ενάγων μετακινήθηκε στην εταιρεία την «….» κατόπιν συναινέσεώς του και απασχολήθηκε στην ανωτέρω εταιρεία από 23-10-2008 έως 29-10-2008, στη συνέχεια αποχώρησε δε οικειοθελώς. Β) με τις ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις της η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων μετακινήθηκε στην εταιρεία «….» κατόπιν συναινέσεώς του και απασχολήθηκε στην ανωτέρω εταιρεία απο 23-10-2008 έως 3-11-2008, στη συνέχεια αποχώρησε δε οικειοθελώς Γ) με την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Προσθήκη και Αντίκρουση, που επανέφερε με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της, αλλά και με τις ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου προτάσεις της (σελ. 31 αυτών και σελ. 20 στίχοι 21-&26 του επί των λόγων έφεσης μέρους αυτών) , η εναγομένη ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων «απασχολήθηκε μέχρι και την 3.11.2008 και προσκόμισε στην εργοδότρια εταιρία …. γνωμάτευση ιατρού, σύμφωνα με την οποία δεν μπορούσε να εργαστεί από 30.10.2008 μέχρι και 31.10.2008 (σχετ. 7Α).Στη συνέχεια προσκόμισε επίσης, γνωμάτευση ιατρού, σύμφωνα με την οποία δεν μπορούσε να εργαστεί για το χρονικό διάστημα από 7-11-08έως 14-11-08» .Ο ανωτέρω ισχυρισμός της εναγόμενης ελέγχεται ως μη απολύτως ακριβής, προεχόντως λόγω της ανωτέρω εκτεθείσας αντιφατικότητας της επιχειρηθείσας αντιστοίχως α) με την προφορική και κατά τη συζήτηση της αγωγής δήλωση, β)με τις ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου προτάσεις, γ) με την ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Προσθήκη και Αντίκρουση, δ)με τις ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού προτάσεις, στοιχειοθέτησης και εξειδίκευσής του. Περαιτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι προσκομίζει μεν η εναγόμενη Α) φωτοαντίγραφο από γνωμάτευση ιατρού του ΙΚΑ, με ημερομηνία 30-10-08, φερόμενη διάγνωση γαστρεντερίτιδας και περίοδο ανικανότητας από30-10- 08 μέχρι 31-10-2008, επ’ονόματι μεν του ενάγοντος, χωρίς όμως υπογραφή του, και χωρίς υπεύθυνη δήλωση οιουδήποτε εργοδότη Β) φωτοαντίγραφο από γνωμάτευση ιατρού του ΙΚΑ, με ημερομηνία 7-11-08, φερόμενη διάγνωση δυσανάγνωστη (μάλλον κάταγμα αρ. γόνατος), με περίοδο ανικανότητας από 7-11- 08 μέχρι 14-11-08, επ’ονόματι μεν του ενάγοντος, χωρίς όμως υπογραφή τούτου, ως λαβόντος την βεβαίωση, φέρον επίσης υπεύθυνη δήλωση της …. ως εργοδότη, δηλώνουσα υπευθύνως ότι δεν θα επιτρέψει στον εργαζόμενο να εργαστεί κατά τη διάρκεια της ανικανότητάς του για εργασία. Ωστόσο τα ανωτέρω (μη φέροντα, σε κάθε περίπτωση την υπογραφή του ενάγοντος, που αρνείται ότι τα προσεκόμισε στην ….) έγγραφα, αντικρούονται ιδιαίτερα από την λίαν κατατοπιστική από 7-11-2008 εξώδικη πρόσκληση με διαμαρτυρία και δήλωση, την οποία η εταιρεία …. απηύθυνε προς τον ενάγοντα, στην οποία (εξώδικη δήλωση) η εταιρεία, αυτή (θυγατρική της ενάγουσας) ρητά δηλώνει πως ο ενάγων εργάστηκε στην εταιρεία …. «την 23.10.2008,27.10.2008 και 29.10.2008.» και τον επιπλήττει ότι «Έκτοτε απουσιάζετε αδικαιολόγητα από τον χώρο παροχής της εργασίας σας.», χωρίς καμμιά αναφορά σε απουσία του λόγω γαστρεντερίτιδας από 30-10-08 μέχρι 31-10-2008, ούτε σε αναρρωτική άδεια από 7-11-08 μέχρι 14-11-08. Στην συνέχεια της ίδιας εξώδικης δήλωσης, η …., χωρίς να κάνει οιαδήποτε αναφορά σε λήψη αναρρωτικών αδειών, καλεί τον ενάγοντα να προσέλθει στον χώρο εργασίας για την ανάληψη των καθηκόντων του, δηλώνοντάς του ότι άλλως αυτή θα πράξει τα δέοντα . Σημειωτέον ότι την ως άνω από 7-11-2008 εξώδικη πρόσκληση η …. κοινοποίησε στον ενάγοντα στις 10/11/2008 και ώρα 12.50, όπως προκύπτει από την επ’αυτής επισημείωση του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Βασ. Μακρυγιάννη. Ωστόσο, τόσον το περιεχόμενο του ως άνω εξωδίκου, όσον και κοινοποίηση τούτου από την …. προς τον ενάγοντα και δη η κοινοποίησή του στις 10-11-2008, θα ήταν εντελώς άνευ νοήματος και σκοπιμότητος, εάν ο ενάγων είχε ήδη προσκομίσει στην …. έγγραφο από το ΙΚΑ, και εάν είχε ήδη ζητήσει και επιτύχει να λάβει με συναίνεσή της ως εργοδότριας, αναρρωτική άδεια από 7-11-08 έως 14-11-08.
Από όλα τα προεκτεθέντα αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη εργοδότρια επιχείρησε, χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού- ενάγοντος, τον υποβιβασμό του από τη θέση του προϊστάμενου του τμήματος διανομών, (την οποία από το 2001 κατείχε, όπως ανωτέρω εξετέθη), δια του, κατόπιν μονομερούς της απόφασης, δανεισμού του στην θυγατρική της …., όπου θα παρείχε τις υπηρεσίες του απασχολούμενος σε χειρωνακτική εργασία, ως εργάτης, μεταβάλλοντας έτσι μονομερώς και βλαπτικά για τον ενάγοντα τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, χωρίς να έχει τέτοιο δικαίωμα από τη σύμβαση, το νόμο ή τον κανονισμό της επιχείρησης, προκαλώντας του έτσι ηθική ζημία αλλά και υλική (λόγω της προφανούς διαφοράς αποδοχών των ως άνω θέσεων) ζημιά. Αποδείχτηκε περαιτέρω από όλα τα ανωτέρω, ότι ο ενάγων δεν αποδέχτηκε την ως άνω βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, εν όψει και του ότι α) ο ενάγων- μισθωτός διεμαρτυρήθη τόσον προφορικά όσον και με εξώδικα για τη μεταβολή των εργασιακών του συνθηκών, δηλώνοντας στην εναγόμενη – εργοδότριά του ότι αυτός εμμένει στην προσφορά Υπηρεσιών του, όπως τις προσέφερε και προ της συντελεσθείσας βλαπτικής μεταβολής και ότι αυτή (εναγομένη) θα περιέλθει σε υπερημερία μη αποδεχόμενη αυτές, β) κατά τα προαναφερθέντα δεν έλαβε χώρα ούτε σιωπηρή αποδοχή, αφού δεν έλαβε χώρα επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτύρητη και ανεπιφύλακτη συμμόρφωση του μισθωτού στους νέους όρους εργασίας, γ) δεν αποτελεί δε αποδοχή της βλαπτικής μεταβολής η επί τρείς μόνον ημέρες (23/10, 27/10 και 29/10)απασχόληση του μισθωτού- ενάγοντος, υπό το (νέο) καθεστώς δανεισμού των υπηρεσιών του, συνοδευόμενη (η απασχόληση) από τις διαμαρτυρίες του για τη μεταβολή των εργασιακών του συνθηκών και την άρνηση να αποδεχθεί τον ως άνω υποβιβασμό του. Η ως άνω βλαπτική μεταβολή παρείχε στον ενάγοντα – μισθωτό, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, εκτός των άλλων, το δικαίωμα να εμμείνει στη σύμβαση, αξιώνοντας την τήρησή της και να εξακολουθήσει να παρέχει, την εργασία του υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη να απαιτήσει από αυτόν, ως γενόμενο εντεύθεν υπερήμερο, την καταβολή του μισθού του. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως αναλυτικά ανωτέρω εξετέθη, ο ενάγων συνέχισε να προσέρχεται καθημερινά στον, μέχρι την ως άνω αυθαίρετη μετακίνησή του, τόπο παροχής εργασίας του, όπως και είχε ήδη δηλώσει στην εναγόμενη ότι θα κάνει, ζητώντας να αναλάβει υπηρεσία, όμως η εναγομένη αρνείτο παρανόμως, είχε τοποθετήσει στην θέση του τον μέχρι τότε υφιστάμενό του και στερούσε από τον ενάγοντα κάθε δυνατότητα να της παράσχει τις υπηρεσίες του, περιερχόμενη, λόγω της ως άνω άρνησής της αυτής, σε υπερημερία εργοδότη περί την αποδοχή των προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών του ενάγοντος. Επομένως η εναγόμενη οφείλει να καταβάλλει στον ενάγοντα, λόγω της υπερημερία της, τούς αιτούμενους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 (η ως άνω βλαπτική μεταβολή έλαβε χώρα στις 23-10-08, αλλά ο ενάγων αιτείται μισθούς υπερημερίας, ως έχει δικαίωμα, από 27-10-08, γεγονός που δεσμεύει το Δικαστήριο) και επί ένα έτος έκτοτε, δηλαδή μέχρι τις 26-10-2010.Η εκκαλούμενη έκρινε ότι, όπως προκύπτει και από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμών των αποδοχών του ενάγοντος., μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου, Απριλίου, Μαΐου, Ιουνίου και Ιουλίου 2008, ο ενάγων συμφώνησε επιτρεπτώς με την εναγομένη να αμείβεται από αυτήν, σύμφωνα με τους όρους της εκάστοτε ισχύουσας ΣΣΕ ή ΔΑ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Διπλωματούχων και Πτυχιούχων Μηχανικών, οι οποίοι απασχολούνται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της χώρας» (κατηγορία πτυχιούχων Τ.Ε.Ι.), ότι οι αποδοχές του ήταν μικρότερες των νομίμων και ότι για το χρονικό διάστημα από 1-5 2007 έως 31-8-2007, σύμφωνα με την ΔΑ 36/2007 «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των Διπλωματούχων και Πτυχιούχων Μηχανικών, οι οποίοι απασχολούνται στις βιομηχανικές επιχειρήσεις όλης της/χώρας» (Π.Κ. Υπ. Απασχ. 23/2-8-2007), για την κατηγορία των πτυχιούχων Τ.Ε.Ι., ο νόμιμος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 1.435,09 (1.435,09 ευρώ νόμιμες μηνιαίες αποδοχές, ήτοι 1.148,07 ευρώ βασικός μισθός σύμφωνα με την προϋπηρεσία του +172,21 ευρώ επίδομα υπευθυνότητας +114,81 ευρώ επίδομα γάμου) , κατά τούτο δε δεν εφεσιβάλλεται ειδικά. Επομένως πρέπει να επιδικαστεί στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 17.221,08 ευρώ, (1.435,09 ευρώ X 12 = 17.221,08 ευρώ) για οφειλόμενους από την εναγόμενη μισθούς υπερημερίας, επί 12 μήνες, από 27-10-08, δηλαδή μέχρι 26-10-2009, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως. Περαιτέρω, όπως και ανωτέρω εξετέθη, από την προαναφερθείσα παράνομη συμπεριφορά της εναγομένης, και συγκεκριμένα την ως άνω μονομερή και αυθαίρετη βλαπτική μεταβολή των εργασιακών του συνθηκών, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη, και πρέπει να του επιδικαστεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία ενόψει του είδους της προσβολής, της έκτασης της βλάβης, των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας, της ηλικίας του ενάγοντος, της βαρύτητας του πταίσματος των προστηθέντων από την εναγομένη προσώπων και της οικονομικής, κοινωνικής και προσωπικής κατάστασης των διαδίκων ανέρχεται στο ποσό των 2.000 ευρώ. Έπρεπε λοιπόν η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει, κατά τα προεκτεθέντα κονδύλια, ως ουσιαστικά βάσιμη. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε άλλως, θεώρησε ότι οι ισχυρισμοί του ενάγοντος περί μονομερούς βλαπτική μεταβολής των όρων της εργασιακής του σύμβασης είναι απορριπτέοι ως κατ’ουσίαν αβάσιμοι, απέρριψε την αγωγή κατά την βάση της αυτή και συνακόλουθα απέρριψε τόσον το αγωγικό αίτημα επιδίκασης μισθών υπερημερίας, όσον και το αγωγικό αίτημα επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε τον Νόμο, κατά τα προεκτεθέντα, και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε σχετικά υποστηρίζει ο ενάγων με την κρινόμενη έφεσή του πρέπει να γίνουν δεκτά ως κατ’ουσίαν βάσιμα. Επομένως οι υποστηρίζοντες τα ανωτέρω δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της κρινόμενης έφεσης πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη κατά τις ανωτέρω εσφαλμένες παραδοχές της και να εξεταστούν τα ως άνω κονδύλια της αγωγής ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους.
Αποδείχτηκε εξάλλου ότι ο ενάγων παρείχε τις του στην εναγομένη, όπως ανωτέρω αναλυτικά εξετέθη, επί πέντε εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, ενώ κατά τα Σάββατα η εναγομένη, που είναι εταιρεία παραγωγής, εισαγωγής και εμπορείας πλαστικών σωλήνων παρέμενε κλειστή. Ιδιαίτερα κατατοπιστική σχετικά με τα ανωτέρω είναι η, περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της εναγομένης, …. …., που ήταν υπεύθυνη προσωπικού και μισθοδοσίας της εναγομένης, αλλά και το γεγονός ότι ο ενάγων, όταν προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 3-11-2008, δεν διαμαρτυρήθηκε ειδικά για εργασία κατά τα Σάββατα, ούτε ανέφερε ειδικά ότι υπάρχει σχετική οφειλή της εναγομένης προς αυτόν. (βλ. το υπ’αρ. …/3-11-2008 Δελτίο Εργατικής Διαφοράς), Εν όψει των προαναφερθέντων δεν αποδείχτηκε ότι είχε επιβληθεί από την εναγομένη στον ενάγοντα να εργάζεται και κατά τα Σάββατα από τις 08.00 π.μ. μέχρι τις 13.00, χωρίς την καταβολή οιασδήποτε αμοιβής, ούτε ότι υφίσταται οποιαδήποτε οφειλή της εναγομένης προς τον ενάγοντα από εργασία κατά τα Σάββατα, και το σχετικό κονδύλιο της αγωγής είναι απορριπτέο ως κατ’ουσίαν αβάσιμο. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως κατ’ουσίαν αβάσιμη κατά το κονδύλιό της, ποσού 27.171,63 ευρώ, που αφορούσε την, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αμοιβή της απασχόλησής του ενάγοντος κατά τα Σάββατα από 1-1-2003 μέχρι τις 27-9-2008, ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τον Νόμο, κατά τα προεκτεθέντα, και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με την κρινόμενη έφεσή του πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ουσίαν αβάσιμα.
Αποδείχτηκε εξάλλου ότι το ωράριο κατά το οποίο ο ενάγων παρείχε εν τοις πράγμασι τις υπηρεσίες του στην εναγομένη, κατά τις πέντε εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα, από Δευτέρα έως και Παρασκευή, από 1-5-2007 και εφεξής, ήταν κατά μέσο όρο από ώρας 08.00π.μ.έως τις 17.00, πραγματοποιώντας έτσι, μία ώρα υπερεργασίας ημερησίως και πέντε ώρες εβδομαδιαίως. Σχετικά με τα ανωτέρω κατατοπιστική είναι, εκτός των άλλων, η μετ’επικλήσεως προσκομιζόμενη από την εναγόμενη υπ’αρ. …/2010 ένορκη κατάθεση της …. …., που καταθέτει ότι «η τελευταία φόρτωση εμπορευμάτων γίνεται το αργότερο μέχρι τις 17.30 υπό την επίβλεψη του υπεύθυνου αποθήκης και διανομής (……..), του χειριστή του κλαρκ και του μεταφορέα, δίχως την παρουσία του υπόλοιπου προσωπικού.», σχετικά με την οποία κατάθεση, πρέπει να τονιστεί ότι ο ενάγων ήταν υπεύθυνος διανομής, μέχρι την μονομερή αντικατάστασή του από τον …. …. και συνακόλουθα απαιτείτο η παρουσία του στην φόρτωση κατά μέσον όρο μέχρι τις 17.00 επί 5 εργάσιμες ημέρες την εβδομάδα .Άλλωστε και η μάρτυς της εναγομένης, …. …., που ήταν υπεύθυνη προσωπικού και μισθοδοσίας της εναγομένης, κατέθεσε μετά λόγου γνώσεως στην περιεχόμενη στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά, ένορκη κατάθεσή της «Όλοι οι εργαζόμενοι φεύγουν 5μ.μ.». Δεν αποδείχτηκε εξάλλου ότι ο ενάγων εργαζόταν κατ’εντολή της εναγομένης επί περισσότερες ώρες από τις προαναφερθείσες πραγματοποιώντας κατ’εντολή της υπερωριακή εργασία, ούτε ότι πραγματοποιούσε κατ’εντολή της νυχτερινή εργασία και τα σχετικά αγωγικά κονδύλια πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ουσίαν αβάσιμα.
Δεν αποδείχθηκε εξάλλου ότι η εναγόμενη αλλά και αρχική εργοδότρια του ενάγοντος Α.Ε. με την επωνυμία «….», που ανήκε στον πατέρα του ενάγοντος κ στους αδελφούς του πατέρα του, είχαν από το 2003 μέχρι και τις 30-4-2007 ανεξόφλητες οφειλές προς τον ενάγοντα από την, κατά τις εργάσιμες ημέρες, πέραν του ωραρίου ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση, παράνομη υπερωριακή απασχόληση και κατ’εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων. Σε σχέση με τα ανωτέρω κατατοπιστικό είναι ιδία το γεγονός ότι σε ουδεμία σχετική έγγραφη διαμαρτυρία προέβη ο ενάγων όλα αυτά τα χρόνια, ούτε διατύπωσε κάποια σχετική επιφύλαξη στις αποδείξεις μισθοδοσίας του, γεγονός που, σε συνδυασμό με όλα τα προεκτεθέντα, αποδυναμώνει τον ισχυρισμό του περί οφειλής αποζημίωσης ή αμοιβής για πέραν του ωραρίου εργασία του από την εναγομένη. Αντιθέτως από 1-5-2007 και εφεξής άρχισαν να υπάρχουν πολλά προβλήματα στις σχέσεις των διαδίκων. Κατατοπιστικό σχετικά με τα ανωτέρω είναι και η υπό της εναγομένης οφειλή διαφοράς καταβλητέων από καταβληθείσες αποδοχές, που επιδικάστηκαν με την εκκαλούμενη απόφαση, που δεν εφεσιβλήθηκε ως προς αυτές. Από το χρονικό αυτό σημείο ( 1-5-2007) και εφεξής δεν αποδείχτηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού, ότι η εναγομένη εξόφλησε την μία ώρα υπερεργασίας ημερησίως και πέντε ώρες εβδομαδιαίως που ο ενάγων πραγματοποιούσε κατ’εντολή της κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδος, από 1-5-2007 και εφεξής. Συγκεκριμένα αποδείχτηκε ότι Α) κατά το χρονικό διάστημα από Τρίτη 1 Μαίου 2007, έως Παρασκευή 1η Φεβρουάριου 2008, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ήταν 8,25 Ευρώ (μηνιαίος μισθός1.374,95 Ευρώ, όπως δέχθηκε η εκκαλούμενη, που δεν εκκαλείται ειδικά κατά τούτο, /25χ 6/40 = 8,25), ο ενάγων απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως των 45 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες), και συνολικά, [αφού ληφθεί υπόψη ότι καθ’ομολογίαν του ο ενάγων από 6/8/2007 έως 17/8/07 δεν εργάστηκε λόγω κανονικής αδειας,] 185 ώρες (38 εβδομάδες χ 5 ώρες = 190 ώρες, από τις οποίες πρέπει να αφαιρεθούν 5 ώρες και συγκεκριμένα Δευτέρα 30/4,η αργία της Τρίτης 1/5/07, της Τρίτης 25/12/07, της Τετάρτης 26/12/07 και της Τρίτης1/1/08, κατ τις οποίες δεν εργάστηκε καθόλου ο ενάγων διότι η εναγομένη, παρέμενε κλειστή). Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των ευρώ 1.907,81 (185 ώρες χ 8,25 Ευρώ ωρομίσθιο =1526,25 +381,56 (25% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η = 381,56 Ευρώ) και Β) κατά χρονικό διάστημα από Δευτέρα 4 Φεβρουάριου 2008 έως Παρασκευή 26/9/2008, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο του ενάγοντος ήταν 9,07 Ευρώ (μηνιαίος μισθός 1.512,45 Ευρώ, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις /25χ 6/40 = 9,07) ενάγων απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως των 45 ωρών (κατά τις εργάσιμες ημέρες), και συνολικά, [αφού ληφθεί υπόψη ότι καθ’ομολογίαν του ο ενάγων από 11/8/2008 έως 22/8/08 δεν εργάστηκε λόγω κανονικής αδειας,] 158 ώρες (32 εβδομάδες χ 5 ώρες = 160 ώρες, από τις οποίες πρέπει να αφαιρεθούν 2 ώρεςκαι συγκεκριμένα η αργία της Τρίτης 25/3/08 και της Πέμπτης 1/5/08,, κατά τις οποίες δεν εργάστηκε καθόλου ο ενάγων διότι η εναγομένη, παρέμενε κλειστή). Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των ευρώ 1791,32 (158 ώρες χ 9,07 Ευρώ ωρομίσθιο = 1433,06 + 358,265 = 1791,32 (25% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η = 1791,32 Ευρώ). Συνολικά λοιπόν για τις ανωτέρω αιτίες, δικαιούται ο ενάγων να λάβει από την εναγόμενη το ποσό των ευρώ 3699,13 ( ευρώ 1907,81 +1791,32 = 3699,13 ευρώ.), νομιμοτόκως όπως ειδικότερα κατωτέρω. Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο α) κατά το μέρος που, με την εκκαλούμενη απόφαση του, έκρινε άλλως και έκρινε ότι ο ενάγων δεν πραγματοποίησε τις παραπάνω ώρες υπερεργασίας και δεν επιδίκασε την ως άνω αμοιβή, εσφαλμένα εφήρμοσε και ερμήνευσε τον Νόμο, και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε σχετικά υποστηρίζει ο ενάγων με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του πρέπει να γίνουν δεκτά ως κατ’ουσίαν βάσιμα. Επομένως πρώτος λόγος της κρινόμενης έφεσης, κατά το μέρος που υποστηρίζει τα ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη κατά τις ανωτέρω εσφαλμένες παραδοχές της και να εξεταστούν τα ως άνω κονδύλια της αγωγής ως προς την ουσιαστική βασιμότητά τους. β) κατά το μέρος όμως που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκρινε ομοίως, και απέρριψε ως αβάσιμα τα αγωγικά κονδύλια για μη καταβληθείσα αμοιβή ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης, υπερεργασίας και παράνομης και κατ’εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες, από τις 6-1-2003 μέχρι τις 31-12-2006, ορθά εφήρμοσε και ερμήνευσε τον Νόμο, και εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο ενάγων με την κρινόμενη έφεσή του πρέπει να απορριφθούν ως κατ’ουσίαν αβάσιμα.
Κατ’ακολουθίαν των ανωτέρω και μη υπάρχοντας προς έρευνα ετέρου λόγου εφέσεως, πρέπει με τις προαναφερθείσες σκέψεις να γίνει μερικά δεκτή, κατά τα προαναφερθέντα η υπό κρίση από 28-4-2010 και με αρ. κατάθ. …/2010 έφεση του ενάγοντος ως ουσιαστικά βάσιμη και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπ αρ. 657/2010 απόφαση στο σύνολό της , όμως, και ως προς τις μη εκκληθείσες και ορθές διατάξεις της, για την ενότητα της εκτέλεσης, αναγκαίως δε και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που θα καθορισθούν εξαρχής (ΑΠ 748/1984 ΕλΔ 26, 642, ΕφΔωδ 305/2005 δημ. στη ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 277/2005 ΔΕΕ 2005, 685, ΕφΠειρ 91/2004 ΠειρΝομ 2004, 160). Ακολούθως, αφού κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και δικαστεί εκ νέου η από 27-11-2008 και υπ αρ. κατάθ. δικογρ. …/… /1-12-2008 αγωγή, κατά την ίδια, ως άνω, διαδικασία, πρέπει αυτή με τις παραπάνω σκέψεις να γίνει κατά ένα μέρος δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη, να καταβάλει στον ενάγοντα Α) το συνολικό ποσό των 23.815,78 νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως, εκ του οποίου 1) συνολικό ποσό των 17.221,08 ευρώ, για οφειλόμενους από την εναγόμενη μισθούς υπερημερίας, επί 12 μήνες, από 27-10-08, δηλαδή μέχρι 26-10-2009, 2) ποσό των 2.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, 3) ποσό των ευρώ 3699,13 για αμοιβή υπερεργασίας από 1-5-2007 μέχρι και 26-9-2008, 4)το επιδικασθέν με την εκκαλούμενη απόφαση, και μη εκκληθέν κονδύλιο ποσού 895,57 ευρώ, για διαφορές μισθολογικών αποδοχών από 1-5-2007 μέχρι 31-1-2008,και Β) το επιδικασθέν με την εκκαλούμενη απόφαση, και μη εκκληθέν κονδύλιο ποσού 3.009,63 ευρώ, νομιμοτόκως μέχρι την εξόφληση ως ακολούθως α) 665,71 ευρώ νομιμοτόκως από 31-12-2004 β) 706,91 ευρώ νομιμοτόκως από 31-12-2005 γ) 749,97 ευρώ νομιμοτόκως από 31-12-2006 και δ) 749,97 ευρώ νομιμοτόκως από 31-12-2007. Επίσης, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγόμενης ένα μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων την από 28-4-2010 και με αρ. κατάθ. …/2010 έφεση του ενάγοντος που στρέφεται κατά της υπ αρ. 657/ 2010 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Δέχεται τυπικά και κατ’ουσίαν την έφεση αυτή
Εξαφανίζει την εκκαλούμενη με αριθμό 657/2010 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 27-11-2008 και υπ αρ. κατάθ. δικογρ. …/… /1-12-2008 αγωγής
Απορρίπτει ό,τι, ως απορριπτέο κρίθηκε στο σκεπτικό παρούσας.
Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή.
Υποχρεώνει την εναγομένη, να καταβάλει στον ενάγοντα, το ποσόν εικοσιτριών χιλιάδων οκτακοσίων δεκαπέντε ευρώ και εβδομηνταοκτώ λεπτών (23.815,78 ευρώ) με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της κρινόμενης αγωγής, μέχρι την εξόφληση.
Υποχρεώνει την εναγομένη, να καταβάλει στον ενάγοντα, επί πλέον του προαναφερθέντος ποσού, το ποσό των τριών χιλιάδων εννέα ευρώ και εξηντατριών λεπτών (3.009,63 ευρώ), νομιμοτόκως μέχρι την εξόφληση ως ακολούθως α) 665,71 ευρώ νομιμοτόκως από 31-12-2004 β) 706,91 ευρώ νομιμρτόκως από 31-12-2005 γ) 749,97 ευρώ νομιμοτόκως από 31-12-2006 και δ) 749,97 ευρώ νομιμοτόκως από 31-12-2007.
Επιβάλλει σε βάρος της εναγόμενης τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια ευρώ (600 ευρώ.)
Κρίθηκε, και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 5 Ιουνίου 2012 και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2012 χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
