Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Αοριστία έφεσης. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση του Δικαστηρίου. Λόγος έφεσης ότι έχει ασκηθεί αναίρεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης. Απορριπτέος ως αόριστος καθόσον δεν αποδίδει καμία συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια στην εκκαλουμένη ούτε περιέχει τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδεικτικού υλικού. Υποβολή ισχυρισμού του άρθρου 281 ΑΚ με τις προτάσεις ενώπιον του εφετείου. Απορριπτέος διότι έπρεπε να υποβληθεί είτε με λόγο έφεσης είτε με πρόσθετο λόγο και να γίνεται επίκληση κάποιας περίπτωσης κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι δεν έχει υποβληθεί στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Απορρίπτει την έφεση της εργοδότριας.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
5121/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ: 5ο
Αποτελούμενο από το Δικαστή Γεράσιμο Διονυσάτο Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελένη Καρρά.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Δεκεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «………..» και διακριτικό τίτλο «……….», που εδρεύει στη ………. Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ευάγγελο Μπέη.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …………… του …………, κατοίκου ……….., ο οποίος εκπροσωπήθηκε με δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ. από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του, Δημήτριο Βλαχόπουλο.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος, με την από 23 Δεκεμβρίου 2015 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……../2015, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 530/2018 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε την αγωγή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλε η εκκαλούσα με την από 2 Απριλίου 2018 έφεσή της προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ………/2018.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η με αριθ. καταθ. ………/2.5.2018 έφεση που βάλλει κατά της με αριθ. 530/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (άρθρα 511, 513 παρ. 1 ΚΠολΔ) με την οποία έγινε δεκτή ως ουσία βάσιμη η από 23.12.2015 με αρ. καταθ. ………/2015 αγωγή του εφεσίβλητου ασκήθηκε νομότυπα από την εναγομένη ηττηθείσα στο πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας (άρθρα 516 παρ. 1, 517 ΚΠολΔ) με τη κατάθεση δικογράφου στη Γραμματεία του εκδόσαντος τη προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα προ πάσης επιδόσεως (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ) αφού ουδείς των διαδίκων επικαλείται επίδοση ούτε προκύπτει από τα έγγραφα ότι έγινε επίδοση της εκκαλουμένης και δεν παρήλθε διετία από τη δημοσίευση της. Πρέπει επομένως να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω κατά την ίδια διαδικασία των άρθρων 663 – 676 ΚΠολΔ που εκδικάστηκε η αγωγή ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ το έγγραφο της έφεσης, πρέπει να περιέχει εκτός από τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 119 και 120 του ίδιου Κώδικα και τους λόγους έφεσης. Ως λόγοι έφεσης νοούνται οι αποδιδόμενες στην εκκαλουμένη απόφαση πλημμέλειες και ελλείψεις, συνιστάμενες ως επί το πλείστον, σε παραδρομές του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου. Οι παραδρομές του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να ανάγονται είτε στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, είτε στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων. Οι λόγοι της έφεσης πρέπει να διατυπώνονται με σαφήνεια, ώστε να διαγράφονται επακριβώς τα σφάλματα τα οποία αποδίδονται στην εκκαλουμένη απόφαση και δικαιολογούν, κατά το αίτημα της έφεσης, την εξαφάνιση ή μεταρρύθμιση της. Η αοριστία του εφετηρίου δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις ούτε να αναπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα δικόγραφα, έστω και της ίδιας δίκης. Οι αόριστοι λόγοι έφεσης εξομοιώνονται με ανύπαρκτους και απορρίπτονται ως απαράδεκτοι και με αυτεπάγγελτη εξέταση του Δικαστηρίου (ΑΠ 889/2017 ΝΟΜΟΣ).
Ο ενάγων με την κρινόμενη αγωγή του, όπως παραδεκτά περιορίσθηκε το καταψηφιστικό αίτημα με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του κατ’ άρθρο 223 ΚΠολΔ με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, εκθέτει ότι συνεδέετο με την εταιρεία ……… την οποία διαδέχθηκε η εναγόμενη από 15.4.1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου παρέχοντας τις υπηρεσίες του ως ηλεκτρολόγος. Ότι στις 13.2.2013 και 8.5.2013 άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης, η δε εναγόμενη τη 11.7.2013 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του. Ότι με την υπ’ αριθμ. 1546/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία ήδη κατέστη τελεσίδικη, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της γενομένης καταγγελίας και επιδικάστηκαν μισθοί υπερημερίας για το διάστημα 1.5.2012 έως 30.4.2015. Ότι η εναγόμενη είναι υπερήμερη για το διάστημα 1.5.2015 έως 23.3.2017. ότι ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας μαζί με επιδόματα εορτών και αδείας το ποσόν των 13.192,65 ΕΥΡΩ νομιμότοκα αφότου κάθε ειδικώτερο κονδύλιο κατέστη απαιτητό. Η αγωγή κρίθηκε νόμιμη ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 652, 653, 655, 656, 659, 669, 330, 349, 350, 353, 361, 340, 341, 345, 346, 914 και 932 ΑΚ, 3 Ν. 2112/1920, 1, 2 και 5 Ν. 3198/1955, 5 β δ της 16/18.7.1920, 23 παρ. 2 Ν. 1264/1982, 1 παρ. 1, 2 Ν. 1082/1980 και ΥΑ 19040/1981, 4 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, 1 επ. του Ν. 4504/1966, 1 επ. ΠΔ 178/2002, 68, 176 ΚΠολΔ. Στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη. Κατ’ αυτής παραπονείται η εναγόμενη αναφέρουσα ως μοναδικό λόγο έφεσης ότι έχει ασκήσει αναίρεση κατά της υπ’ αριθμ. 551/2017 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου που επεκύρωσε την προαναφερθείσα 1546/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και ότι ενόψει ευδοκίμησης αυτής η εκκαλουμένη είναι εξαφανιστέα. Όμως αυτός ο μοναδικός λόγος έφεσης είναι απορριπτέος ως αόριστος καθόσον δεν αποδίδει καμμία συγκεκριμένη νομική πλημμέλεια στην εκκαλουμένη ούτε περιέχει τον ισχυρισμό περί εσφαλμένης εκτίμησης αποδεικτικού υλικού. Περαιτέρω με τις προτάσεις προβάλλει τον ισχυρισμό του άρθρου 281 ΑΚ για το λόγο ότι ο ενάγων εργάζεται σε άλλο εργοδότη κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του. Ο εν λόγω ισχυρισμός πέραν της προφανούς αοριστίας έπρεπε να υποβληθεί είτε με λόγο έφεσης είτε με πρόσθετο λόγο (βλ. ΑΠ 1281/2014, ΑΠ 1765/2002 ΝΟΜΟΣ) και να εγένετο επίκληση κάποιας περίπτωσης κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ δεδομένου ότι δεν έχει υποβληθεί κατ’ άρθρο 591§ 1 εδ. 4 ΚΠολΔ στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.
Πρέπει λοιπόν η έφεση να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη, η δε δικαστική δαπάνη αυτού του βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εκκαλούσας (άρθρο 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΑΥΤΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ
Ι. Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
ΙΙ. Απορρίπτει τη κρινόμενη έφεση.
ΙΙΙ. Καταδικάζει την εκκαλούσα στη δικαστική δαπάνη του εφεσιβλήτου γι’ αυτό το βαθμό δικαιοδοσίας, που ορίζει στο ποσόν των εξακοσίων (600) ΕΥΡΩ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 31/8/2020 απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
