Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μεταβίβαση επιχείρησης. Θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Κριτήρια επέλευσής της και αποτελέσματα αυτής. Ευθύνη διαδόχου και αρχικού. Συνέχιση της υπερημερίας του αρχικού εργοδότη στο πρόσωπο του διαδόχου. Επίσχεση εργασίας. Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια, διότι η πρώτη των εναγομένων αν και μπορούσε ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή των εργαζομένων της. Στην έννοια της απαγόρευσης πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης δεν διαλαμβάνεται η, μείζονα τούτης, απαγόρευση της αναστολής των ατομικών διώξεων. Μόνο όταν διατάσσεται δικαστικώς ως προληπτικό μέτρο γενικώς η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, ταυτίζεται το περιεχόμενο της απαγόρευσης με το περιεχόμενο της αρχής της αναστολής των ατομικών διώξεων, που καθιερώνεται στην διάταξη του αρθρ. 25 παρ. 1 ΠτΚ, ώστε να μην είναι επιτρεπτή η άσκηση (αναγνωριστικής ή καταψηφιστικής) αγωγής. Απορρίπτει ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της πρώτης εναγομένης ότι έχει διαταχθεί ως προληπτικό μέτρο γενικώς η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά αυτής, διότι έχει διαταχθεί μόνον η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της. Απορρίπτει ένσταση έκπτωσης από μισθούς υπερημερίας του επιδόματος ανεργίας. Απορρίπτει την έφεση της εργοδότριας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 47.888,52 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
551/2017
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Τμήμα 5°
Αποτελούμενο από τη Δικαστή: Αγγελική Καρδαρά Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Ευαγγελία Μπεκιάρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2016, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΕΚΚΑΛΟΥΣΩΝ: 1) Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «……», με Α.Φ.Μ. ……, που εδρεύει στην …… Αττικής, επί της οδού ……, αρ. …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, 2) Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……», με τον δ.τ «……», που εδρεύει στη …… Αττικής, οδός …… αρ. …, όπως νόμιμα εκπροσωπείται, τις οποίες εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η πληρεξούσια δικηγόρος τους Γερασιμούλα Σιμωνετάτου.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …… …… του ……, κατοίκου …… Αττικής, οδός ……, αρ. …, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος …… …… με την από 5-9-2014 αγωγή του προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/……/2014 ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’αυτήν.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 1546/2015 οριστική του απόφαση με την οποία δέχθηκε όσα έταξε σ ’αυτή.
Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούσες με την από 13 Ιουλίου 2015 έφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο, που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2015.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΚΑΙ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 13-7-2015 (αριθμ. εκθ καταθ. ……/2015) έφεση των εναγομένων και ήδη εκκαλουσών κατά της υπ’ αριθμ. 1546/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) επί της από 5-9-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ ……/……/2014) αγωγής του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι πριν την παρέλευση τριετίας από τη δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, εφόσον από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση αυτής, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται τέτοια επίδοση (άρθρα 495,511,513 παρ.1 β, 516 παρ.1, 517, 518 παρ.2, 520 παρ.1 ΚΠολΔ), αρμόδια δε και παραδεκτά φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 4 παρ.2 του Ν.3994/2011 σε συνδυασμό με το άρθρο 72 παρ. 13 του ιδίου νόμου). Επομένως, πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της κατά την ίδια ανωτέρω διαδικασία (άρθρα 524 παρ.1, 533 παρ.1 ΚΠολΔ).
Με την από 5-9-2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2014) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίσθηκε ότι προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη εταιρεία, που διατηρεί βιομηχανία παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, την 15-4-1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, έναντι του αναφερομένου συμφωνημένου μηνιαίου μισθού. Ότι από το Νοέμβριο του έτους 2011 η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά να του καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του, με αποτέλεσμα η συνολική οφειλή της από δεδουλευμένους μισθούς να ανέλθει, τον Δεκέμβριο του έτους 2012 στο ποσό των 10.457,55 ευρώ. Ότι κατόπιν τούτου με την από 13-2-2013 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε αυθημερόν στην πρώτη εναγομένη, άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, ενώ συγχρόνως προσέφυγε στο σώμα επιθεώρησης εργασίας. Ότι την 28-3-2013, με πρωτοβουλία της πρώτης εναγομένης καταρτίσθηκε μεταξύ της τελευταίας και του ενάγοντος το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης ρύθμισης της διαφοράς, δυνάμει του οποίου η πρώτη εναγομένη του κατέβαλε μέρος των δεδουλευμένων και ανέλαβε την υποχρέωση να εξοφλήσει τμηματικά το υπόλοιπο, ενόψει δε τούτου ο ίδιος διέκοψε την επίσχεση. Ότι η πρώτη εναγομένη δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με το άνω συμφωνητικό ως προς την καταβολή του υπολοίπου των δεδουλευμένων του και για το λόγο αυτό με την από 7-5-2013 εξώδικη δήλωση του, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 8-5-2013 άσκησε εκ νέου το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του. Ότι την 11-7-2013 η πρώτη εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, επειδή, προηγουμένως, είχε υποβάλει εναντίον του έγκληση για συκοφαντική δυσφήμιση. Ότι την 1-10-2013 την πρώτη εναγομένη διαδέχθηκε, κατά την έννοια των διατάξεων του Π.δ. 178/2002, η δεύτερη εναγομένη, αναλαμβάνοντας και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ’αυτή (αγωγή). Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης και ως αντικείμενη στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Π.δ. 178/2002, αλλά και καταχρηστική, αφού έγινε από εκδικητικότητα και εμπάθεια σε βάρος του επειδή άσκησε επίσχεση εργασίας και προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας για την προστασία των δικαιωμάτων του, ενώ και το περιεχόμενο της έγκλησης είναι ψευδές και η υποβολή της έγινε προσχηματικά, με σκοπό να αποφύγει η πρώτη εναγομένη την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Ότι, συνεπεία της καταχρηστικής καταγγελίας, υπό τις ανωτέρω συνθήκες, υπέστη ηθική βλάβη. Με βάση το ιστορικό αυτό και κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου του στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, ζήτησε : Α) Να αναγνωρισθεί α) ότι νομίμως άσκησε κατά της πρώτης εναγομένης το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του την 13-2-2013 και 8-5-2013 β) η ακυρότητα της από 11-7-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, γ) ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου Β) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του, επικουρικώς, δε, σε περίπτωση ακυρότητας αυτής, με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, η μεν δεύτερη να του καταβάλει για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας λόγω επίσχεσης, συμπεριλαμβανομένων των επιδομάτων εορτών και αδείας, που αφορούν στο χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 30-4-2015 το ποσό των 45.888,52 ευρώ, η δε πρώτη εναγομένη, εις ολόκληρον με τη δεύτερη, μέρος του ποσού αυτού ύψους 17.348,12 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 30-9-2013 Γ) Να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν, εις ολόκληρον εκάστη, το ποσό των 5.000 ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, με το νόμιμο τόκο από τότε που καθεμία αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από 26-8-2013, ημερομηνία επίδοσης της προγενέστερης με αριθμό κατάθεσης ……/……/2013 όμοιας αγωγής του, άλλως από την επίδοση της ένδικης αγωγής Δ) Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της προς το διατακτικό της εκδοθησομένης απόφασης και Ε) Επικουρικώς, στην περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 5.900 ευρώ για την περίπτωση άρνησης συμμόρφωσής της. Τέλος ζήτησε να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινός εκτελεστή. Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη υπ’ αριθμ. 1546/2015 οριστική απόφαση του δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν, αναγνώρισε τη νομιμότητα της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας του ενάγοντος, την ακυρότητα της από 11-7-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την πρώτη εναγομένη ότι αυτός (ενάγων) συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε τη δεύτερη εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, καθώς και να καταβάλει σ’ αυτόν το ποσό των 47.888,52 ευρώ και την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγομένη και από το παραπάνω ποσό των 47.888,52 ευρώ, το ποσό των 19.348,12 ευρώ, νομιμοτόκως κατά τις εκεί διακρίσεις, ενώ κήρυξε την απόφαση ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και ως προς τη δεύτερη εναγομένη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των 15.000 ευρώ. Κατά της απόφασης αυτής παραπονούνται οι εναγόμενες- εκκαλούσες με την ένδικη έφεση, για τους αναφερόμενους σ’ αυτή λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου καθώς και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν την εξαφάνιση της, με σκοπό να απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή. Κατά το άρθρο 648 του ΑΚ ο εργοδότης έχει υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζόμενου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ιδίου κώδικα, όταν ο μισθωτής έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχής για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώνει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση όσο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά. Όμως, το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζόμενου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στου περιορισμούς του άρθρο 281 ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε την εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίστηκε. Διαφορετικά, η άσκηση του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη (ΑΠ 2094/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Εξάλλου, από τα άρθ. 669 § 2 ΑΚ, 1 ν. 2112/ 1920 και 1 και 5 ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και το κύρος της δεν εξαρτάται, καταρχήν, από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλ’ αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου, η άσκηση, όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στους Περιορισμούς του άρθ. 281 ΑΚ, δηλ. της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και επομένως άκυρη σύμφωνα με τα άρθ. 174 και 180 ΑΚ. Η καταγγελία, ειδικότερα, της σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη, η οποία είναι άκυρη και εάν δεν γίνει εγγράφως και δεν καταβληθεί η προβλεπομένη γι’ αυτήν νόμιμη αποζημίωση (άρθ. 5 § 3 ν. 3198/1955), είναι άκυρη ως καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που αυτή οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδίκησης συνεπεία προηγηθείσης νόμιμης αλλά μη αρεστής στον εργοδότη συμπεριφοράς του εργαζομένου. Δεν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής καταγγελίας, όταν δεν υπάρχει γι’ αυτήν κάποια αιτία, αφού ως εκ του αναιτιώδους χαρακτήρα της καταγγελίας, για να θεωρηθεί αυτή άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέσθηκε γι’ αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμμία εμφανής αιτία, αλλ’ απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους που πρέπει να επικαλεσθεί και ν’ αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει το άρθ. 281 ΑΚ, πολύ δε περισσότερο δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν έχει ως πραγματικό κίνητρο την πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων του απολυομένου ή την εκ μέρους του παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεών του. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθ. 5 §§ 1 και 2 ν. 2112/1920, 6 § 2 του β.δ. από 16/18-7-1929 και 7 ν. 3198/1955 συνάγεται ότι ο εργοδότης δικαιούται να καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης, εάν κατά του εργαζομένου υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη που διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει τον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος. Η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού και της εξαιτίας αυτής διατάραξης της εργασιακής σχέσης δεν υπόκειται, όπως προαναφέρθηκε, στις διατυπώσεις του ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθ. 281 ΑΚ, εκτός εάν στην πραγματικότητα η καταγγελία για τον ως άνω λόγο έγινε και για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθ. 281 ΑΚ, κατά τα προαναφερθέντα, όπως όταν έγινε ύστερ’ από ψευδή και προσχηματική έγκληση, που υποβλήθηκε από τον εργοδότη παρά το αβάσιμο της καταγγελίας, για λόγους εκδίκησης ή εχθρότητας ή για καταστρατήγηση των από τον ως άνω ν. 2112/1920 ή από άλλο νόμο δικαιωμάτων του μισθωτού, και είναι ως εκ τούτου άκυρη και ως καταχρηστική, καθόσον στην περίπτωση αυτή υπερβαίνει προφανώς τα όρια που καθορίζονται στην ως άνω διάταξη (ΑΠ 1272/2010, 673/2009, 196/2008). Σε κάθε περίπτωση ο ισχυρισμός του εναγομένου εργοδότη ότι η καταγγελία δεν έγινε για τους λόγους που αναφέρει ο εργαζόμενος (και που την καθιστούν καταχρηστική), αλλά για άλλους που την αιτιολογούν αποτελεί (όχι ένσταση αλλά) αιτιολογημένη άρνηση της αποτελούσης βάση της αγωγής καταχρηστικότητας της καταγγελίας (ΑΠ 2234/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 57,59,330,299,932,914,281,648 ΑΚ, 5 παρ.1 και 2 παρ.1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζόμενου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητας του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση), ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το Δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση (ΑΠ 254/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στο ελληνικό δίκαιο δεν προσδιορίζεται από τον νόμο η έννοια της επιχείρησης ή 1 εκμετάλλευσης, νοείται όμως ως επιχείρηση η κάθε περί το πρόσωπο του φορέα της οργάνωση κεφαλαίου και εργασίας προς επιδίωξη κέρδους, ενώ εκμετάλλευση νοείται κάθε οργανωμένη οικονομική μονάδα που αποβλέπει στην επίτευξη τεχνικού, επιστημονικού ή παραγωγικού σκοπού. Οταν η επιχείρηση είναι οργανωμένη κατά συγκεντρωτικό τρόπο σε μία παραγωγική μονάδα, οι έννοιες της επιχείρησης και εκμετάλλευσης συμπίπτουν, ενώ, εάν είναι οργανωμένη κατά μη συγκεντρωτικό τρόπο σε κλάδους παραγωγής, οι έννοιες μπορεί να διαχωρίζονται και η επιχείρηση μπορεί να αποτελείται από περισσότερες χωριστές εκμεταλλεύσεις, ανά μία εκάστη και με λειτουργική (διοικητική), οικονομική και νομική αυτοτέλεια [ΑΠ Ολ 36/2005 ΕΕργΔ 64,1489, ΑΠ 170/2009 ΕΕργΔ68(2009),1352, ΑΠ 175/2000 ΝοΒ 49 (2001),254, ΑΠ 443/1999 ΕΕργΔ 59 (2000),567, ΑΠ 174/1999 ΕΕργΔ 59 (2000), 367]. Από τον συνδυασμό δετών διατάξεων των άρθρων 648 επ. του ΑΚ και του Ν 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/30.5.1946 ΠΥΣ και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 του ΕισΝΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι με τους όρους της συμφωνίας τους αποβλέπουν στην παροχή της εργασίας, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής της αμοιβής, και ο εργαζόμενος υποβάλλεται σε νομική εξάρτηση’ από τον εργοδότη, η οποία εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει οδηγίες στον εργαζόμενο αναφορικά με τον τρόπο, τόπο και χρόνο παροχής των υπηρεσιών του και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμόρφωσης του προς αυτές [βλ. I. Κουκιάδη, Στοιχεία Εργατικού Δικαίου, έκδ. 1997, σχετικά με τη θεωρία της οικονομικής, νομικής και προσωπικής εξάρτησης, σελ. 87, Γεωργίου Λεβέντη, Διάκριση της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας από συγγενείς σχέσεις, ΔΕΝ 58,515 επ., ΑΠ 1005/2008 ΕΕργΔ 68 (2009),432, ΑΠ 797/2008 ΕΕργΔ 67 (2008),935, ΑΠ 542/2008 ΕΕργΔ 68 (2009), 116, ΑΠ 2078/2007 ΕλλΔνη 49 (2008),462, ΑΠ 1099/2003 ΕλλΔνη 46 (2005), 120, ΑΠ 1596/2002 ΕλλΔνη 45 (2004),1042, ΑΠ 1273/2002 ΕλλΔνη 45 (2004),446, ΑΠ 704/2002 ΕλλΔνη 43 (2002), 1656].
Περαιτέρω, γενικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν έχει θεσπιστεί. Η υπό ευρεία έννοια όμως αυτού δίδεται από διάφορες διατάξεις, όπως του άρθρου 1 παρ. 3 Ν 3239/1955 (ήδη άρθρο 1 παρ. 1 Ν 1876/1990), άρθρο 8 ΑΝ 1846/1951 «περί I ΚΑ», άρθρο 1 παρ. 4 ΑΝ 539/1945, άρθρο 1 ΒΔ της 24.7/21.8.1920, σύμφωνα με τις οποίες εργοδότης θεωρείται το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που μετέχει στη σύμβαση εργασίας χωρίς να είναι μισθωτός (βλ. Γκουτου/ Λεβέντη, Εργατική Νομοθεσία, έκδ. 1988, παρ. 6 αριθμ. 1) ή, κατ’άλλη διατύπωση, κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, στην υπηρεσία του οποίου διατελεί, με σχέση εξαρτημένης εργασίας, άλλο φυσικό πρόσωπο, το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή έναντι μισθού [βλ. ΕφΚρήτ 514/2007 ΕλλΔνη 49(2008), 1512, ΕφΠειρ 714/1999 ΠειρΝομ 2000,41, Λ Λ/τά-σιο, ΕργΔικονΔικ Α/1, έκδ. 1986, σελ. 155].
Κατά τη διάταξη δε της παρ. 1 του άρθρου 6 του Ν 2112/1920 «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ. 1 του ΒΔ 16/18.7.1920, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν 3514/1928, ενώ όμοιο κανόνα περιέχει το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 572/1988 (με το οποίο η ελληνική νομοθεσία εναρμονίστηκε προς τη οδηγία του Συμβουλίου της ΕΟΚ 77/187/14.2.1977). Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ Ολ 5/1994).
Ηδη ισχύει το ΠΔ 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ ΕΚ του Συμβουλίου», κατά το άρθρο 4 του οποίου, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2).
Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή [βλ. ΑΠ Ολ 5/1994 ΕλλΔνη 35,1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48,1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48,469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997,747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35,1311, ΑΠ 610/1991 ΕΕργΔ 1992,136, ΑΠ 18/1991 ΕΕργΔ 1992,125, ΑΠ 227/1990 ΕΕργΔ 1990,722, ΑΠ 889/1992 ΕΕργΔ 1993,456, ΑΠ 942/1992 ΕλλΔνη 35 (1994), 1038, ΑΠ 602/1980 ΕΕργΔ 1980,534, ΕφΑΘ 9346/1988 ΕΕργΔ 1989,403, ΕφΠατρ 61/1988 ΕΕργΔ 1988,971, ΕφΘεσ 420/1989 ΕΕργΔ 1989,518].
Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007,258, βλ. και Γνωμοδότηση Δημ. Ζερδελή σε ΔΕΝ 2009,1169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία).
Υπό την ισχύ του ΠΔ 178/2002 (όπως και του προγενέστερου ΠΔ 572/1988, άρθρο 3 παρ. 1, εκδοθέντος σε συμμόρφωση προς την Οδηγία ΕΟΚ 77/187/14.2.1977 «Προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων περί μεταβιβάσεως επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων αυτών» (ΑΠ 259/2006 ό.π.), ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν αυτός για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό, από το άρθρο 479 ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν από τη μεταβίβαση (για το προγενέστερο νομοθετικό καθεστώς, του ΠΔ 572/1988, βλ. Δημ. Ζερδελή, Μεταβίβαση επιχειρήσεως και συνέπειες στις εργασιακές σχέσεις, ΔΕΕ 1996,238 επ., Αλ. Καρακατσάνη/Στ. Γαρδίκα, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, έκδ. 1995, σελ. 180, ΕφΑΘ 3156/2002 ΔΕΕ 2003,88, ΕφΑΘ 5341/1999 ΕΕργΔ 59,271, ΕφΠειρ 833/2001 ΔΕΕ 2002,884).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν.3588/ 2007 (πτωχευτικού Κώδικα) « 1. Μετά την υποβολή της αίτησης για κήρυξη του οφειλέτη σε πτώχευση, ο Πρόεδρος του αρμοδίου κατά το άρθρο 4 Δικαστηρίου, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, μετά από αίτηση οποιοσδήποτε έχει έννομο συμφέρον, μπορεί να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης. Ο Πρόεδρος μπορεί, ιδίως, να απαγορεύσει οποιαδήποτε διάθεση περιουσιακού στοιχείου από τον οφειλέτη ή προς αυτόν, να διατάξει την αναστολή των ατομικών διώξεων των πιστωτών, να ορίσει μεσεγγυούχο… 2. Τα διατασσόμενα μέτρα παύουν αυτοδικαίως με την έκδοση της απόφασης του Δικαστηρίου επί της αίτησης για κήρυξη της πτώχευσης». Όταν διατάσσεται δικαστικά, ως προληπτικό μέτρο, γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων, χωρίς ειδικότερους προσδιορισμούς, το περιεχόμενο της απαγόρευσης ταυτίζεται με το περιεχόμενο της αρχής της αναστολής των ατομικών καταδιώξεων, που ανέκαθεν ίσχυε στο πτωχευτικό δίκαιο και καθιερώθηκε ρητώς στο άρθρο 25 παρ.1 ΠτΚ. Επομένως, αναστέλλονται για το ως άνω χρονικό διάστημα όλα τα ατομικά καταδιωκτικά μέτρα των πιστωτών κατά του οφειλέτη προς ικανοποίηση η εκπλήρωση πτωχευτικών απαιτήσεων τους. Ιδίως, απαγορεύεται η έναρξη ή συνέχιση της αναγκαστικής εκτέλεσης, η άσκηση αναγνωριστικών ή καταψηφιστικών αγωγών, η συνέχιση των δικών επ’ αυτών, η άσκηση ή εκδίκαση ένδικων μέσων, η έκδοση πράξεων διοικητικής ή φορολογικής φύσης και η εκτέλεση του σε στοιχεία της πτωχευτικής περιουσίας. Πράξεις επιχειρούμενες κατά παράβαση της διαταχθείσας αναστολής των ατομικών διώξεων είναι απολύτως άκυρες, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρο 25 παρ. 2 ΠτΚ. Εάν δε πρόκειται για πράξεις ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, ακυρώνονται δικαστικά κατόπιν επιτυχούς άσκησης ανακοπής εναντίον τους κατά τα άρθρα 933 επ. και 159 περ.1 ΚΠολΔ. Συνέπεια, δε, της αρχής της αναστολής των ατομικών διώξεων είναι, ότι δεν είναι επιτρεπτή η άσκηση αγωγής κατά του πτωχεύσαντος εκ μέρους των πιστωτών, που δεν είναι ασφαλισμένοι εμπραγμάτως ή με ειδικό προνόμιο, και η δίκη, που άρχισε πριν από την κήρυξη της πτώχευσης, δεν μπορεί να συνεχισθεί μετά από αυτή, σε οποιοδήποτε στάδιο και αν βρίσκεται, ακόμη και ενώπιον του εφετείου. Οι πιο πάνω διατάξεις είναι αναγκαστικού δικαίου και αφορούν στην δημόσια τάξη (ΑΠ 47/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 808/1990 ΕλλΔνη 1991.538, Εφ Θεσ. 2774/2004 Αρμ.2004.1705). Κάθε αγωγή ή έφεση που ασκείται στη διάρκεια της αναστολής αυτής των καταδιωκτικών μέτρων, υπό ή κατά του εναγομένου πτωχού, πρέπει να απορρίπτεται ως απαράδεκτη και αυτεπαγγέλτως (ΕΑ 3575/2010, Εφ. Θεσ. 2867/2009, Εφ. Θεσ. 2774/2004 ΤΝ.Π ΝΟΜΟΣ).
Από την επανεκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα του ενάγοντος, την χωρίς όρκο κατάθεση της νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγομένης, που εξετάσθηκαν ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρου Δικαστηρίου και τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζου και επικαλούνται οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων οι υπ’ αριθμ. …… και ……/12-12-2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες λήφθηκαν ύστερα από νομότυπη κλήτευση της πρώτης εναγομένης (βλ. την κλήση που περιέχεται σε προηγούμενη ομοίου περιεχομένου με την ένδικη αγωγή με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/……/2013 σε συνδυασμό με την υπ’ αριθμ ……/26-8-2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Περάκη), που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, καθώς και οι προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τον ενάγοντα ένορκες βεβαιώσεις, οι οποίες δόθηκαν σε δίκες άλλων εργαζομένων κατά της αυτής εναγομένης, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία στην απόφαση, καθόσον αυτές δεν αποτελούν ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, όπως εν προκειμένως, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα, αλλά αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον βέβαια, όπως εν προκειμένω, δεν λήφθηκαν για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικά μέσα στη συγκεκριμένη δίκη (ΑΠ 621/2014, ΑΠ 227/2008, ΑΠ 338/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία αποτελεί βιομηχανία παραγωγής ηλεκτρικών πινάκων διανομής μέσης και χαμηλής τάσης και ηλεκτρονικών αυτοματισμών, που αφορούν κυρίως τα ηλεκτροπαραγωγικά ζεύγη (Η/Ζ), και έχει έδρα την …… Αττικής επί της οδού …… αριθμ. …. Ο ενάγων προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη την 15-4-1999 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, Προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου επί πενθήμερο εβδομαδιαίως και κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο, έναντι συμφωνημένων αποδοχών ανερχόμενες από τον Δεκέμβριο του έτους 2011 στο ποσό των 1300 ευρώ μηνιαίως. Από την αρχή προσέφερε συνεχώς τις υπηρεσίες του χωρίς μέχρι το Νοέμβριο του έτους 2011 να υπάρχει οποιαδήποτε καθυστέρηση στην πληρωμή των νόμιμων αποδοχών του (μισθών, δώρων, αδείας κ.λ.π) και αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι μέχρι τότε δεν υπήρξε διαμαρτυρία του ενάγοντος για τη μη καταβολή εκ μέρους της πρώτης εναγομένης των ανωτέρω αποδοχών του. Από το Νοέμβριο του έτους 2011, όμως, η πρώτη εναγομένη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, ο οποίος την 30-11-2012 διατηρούσε κατ’ αυτής (πρώτης εναγομένης) ληξιπρόθεσμες αξιώσεις για την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του των μηνών Δεκεμβρίου 2011 και Μαρτίου 2012 έως και Νοεμβρίου 2012, συνολικού ποσού 10.457,55 ευρώ. Εξαιτίας δε του αξιόλογου της καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών του, του ύψους αυτών (καθυστερούμενων αποδοχών του), σε συνάρτηση με το γεγονός ότι οι μηνιαίες αποδοχές του ήταν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού του, με την από 5-12-2012 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόκληση-δήλωση, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 6-12-2012 (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/6-12-2012 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Περάκη), την κάλεσε να του καταβάλει εντός προθεσμίας δέκα πέντε (15) ημερών τους δεδουλευμένους μισθούς τους, για το παραπάνω χρονικό διάστημα, συνολικού ποσού 10.457,55 ευρώ, δηλώνοντας της ότι σε περίπτωση παρέλευσης απράκτου της προθεσμίας αυτής θα ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του. Επειδή η πρώτη εναγομένη δε κατέβαλε στον ενάγοντα τις ανωτέρω οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του, πλην τις αποδοχές του μηνός Νοεμβρίου 2012, ο τελευταίος με την από 13-2-2013 εξώδικη διαμαρτυρία- δήλωση του, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη αυθημερόν (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/13-2-2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Περάκη), άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, μέχρις ότου εξοφληθούν οι προαναφερόμενες ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις του, ενώ την ίδια ημέρα προσέφυγε στην επιθεώρηση εργασίας …… και αιτήθηκε τη διενέργεια εργατικής διαφοράς. Την 28-3-2013 υπεγράφη μεταξύ της πρώτης εναγομένης και μεταξύ άλλων και του ενάγοντος το με την ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό εξώδικης διευθέτησης διαφοράς, δυνάμει του οποίου η πρώτη εναγομένη, αφού αναγνώρισε τις αξιώσεις του ενάγοντος από δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας, λόγω της ως άνω ασκηθείσας επίσχεσης, κατέβαλε σ’ αυτόν το ποσό των 3731,51 ευρώ και ανέλαβε να καταβάλει το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό σε πέντε ισόποσες μηνιαίες δόσεις, πληρωτέες την 30/4/2013, 31/5/2013, 30/6/2013, 31/7/2013 και 31/8/2013 αντιστοίχως, προς εξασφάλιση καταβολής των ανωτέρω δόσεων, η πρώτη εναγομένη αποδέχθηκε πέντε συναλλαγματικές, που εξέδωσε εις διαταγήν του ο ενάγων ποσού 1119,45 ευρώ έκαστη, πληρωτέα καθεμία τις αντίστοιχες προαναφερθείσες ημερομηνίες. Επιπλέον, η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα, για τα δικαστικά έξοδα στα οποία υποβλήθηκε αυτός για τη διεκδίκηση των δεδουλευμένων του, το ποσό των 459,89 ευρώ και ανέλαβε την υποχρέωση να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό των 459,89 ευρώ την 30/4/2013. Κατόπιν τούτων, ο ενάγων δήλωσε ότι διακόπτει την επίσχεση και αναλαμβάνει εργασία με τη ρητή επιφύλαξη για την περίπτωση μη τήρησης του ανωτέρω χρονοδιαγράμματος εξόφλησης εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ενώ ανακάλεσε και την αίτηση του προς την επιθεώρηση εργασίας για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς. Ωστόσο, η πρώτη εναγομένη υπήρξε ασυνεπής ως προς τα συμφωνηθέντα με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό και ουδέν ποσόν κατέβαλε στον ενάγοντα. Για το λόγο αυτό ο ενάγων με την από 7/5/2013 εξώδικη δήλωση – διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στην πρώτη εναγομένη την 8/5/2013 (βλ. την υπ’ αριθμ ……./ 8/5/2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη), άσκησε εκ νέου το δικαίωμα επίσχεσης, την οποία είχε διακόψει με επιφύλαξη για την περίπτωση μη τήρησης των συμφωνηθέντων εκ μέρους της πρώτης εναγομένης. Εξάλλου, από τα ίδια ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από τον ισολογισμό του έτους 2011 αποδείχθηκε, ότι η πρώτη εναγομένη, κατά το έτος αυτό, είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) η ύψους 11.544.679,70 ευρώ και διαθέσιμα (ταμεία και καταθέσεις) ύψους 301.817,84 ευρώ. Όπως δε προκύπτει από τις παρατηρήσεις επί του ισολογισμού αυτού του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ……. ……., η αξία κτήσεως των μηχανημάτων της ανωτέρω εναγομένης προσαυξήθηκε με υπόλοιπο λογαριασμών απαιτήσεων ποσού 2.610.850,10 ευρώ, με συνέπεια το κονδύλιο του ισολογισμού «μηχανήματα» να εμφανίζεται αυξημένο κατά 5.294.677,97 ευρώ, ενώ οι απαιτήσεις της εταιρίας μειωμένες κατά 2.610.850,10 ευρώ και τα αποτελέσματα χρήσης και ίδια κεφάλαια ισόποσα αυξημένα κατά 2.683.827,87 ευρώ. Οι ως άνω δε απαιτήσεις ύψους 2.610.850,10 ευρώ, αφορούν απολήψεις μελών της διοικήσεως και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρου 23 α του Ν. 2190/1920. Κατά την προσκομιζόμενη από τις εναγόμενες από 29/4/2014 έκθεση ευρημάτων του Ελεγκτή ……. ……., διενεργήθηκαν στον ισολογισμό οι κατάλληλες λογιστικές έγγραφες, με τις οποίες μειώθηκε κάτω το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ο λογαριασμός «μηχανήματα» και προσαυξήθηκε ισόποσα ο λογαριασμός απαιτήσεων της εταιρίας από τα όργανα της Διοίκησης. Από το ανωτέρω πόσο ένα μέρος και ειδικότερα ποσό 1.404.641,84 ευρώ συμψηφίσθηκε, κατά την ως άνω έκθεση με υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης εταιρείας προς τα όργανα της Διοίκησης από προηγούμενες χρήσεις, το δε υπόλοιπο ποσό, ύψους 1.206.208,26 ευρώ, επιβάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης. Περαιτέρω, στην ίδια ανωτέρω έκθεση ευρημάτων, στην οποία ρητώς αναφέρεται ότι δεν αποτελεί έλεγχο ή επισκόπησης σύμφωνα με τα Διεθνή Πρότυπα Ελέγχου ή τα Διεθνή Πρότυπα Ανάθεσης Εργασιών Επισκόπησης, επισημαίνεται, ότι η δαπάνη των1.206.208,26 ευρώ δεν αναγνωρίζεται και δεν εκπίπτει από τα έσοδα της πρώτης εναγομένης εταιρίας. Από το τέλος του έτους 2011 η πρώτη εναγομένη άρχισε να εμφανίζει προβλήματα ρευστότητας, με αποτέλεσμα τον Ιούλιο του έτους 2012 να εκδοθεί σε βάρος της διαταγή πληρωμής ποσού 174.157,40 ευρώ από τη …… ……., που είχε αναλάβει τον εφοδιασμό με καύσιμα των υβριδικών σταθμών που διατηρεί αυτή (πρώτη εναγομένη) στη βόρεια Ελλάδα. Τα οικονομικά της προβλήματα εντάθηκαν στη συνέχεια και από το Δεκέμβριο του έτους 2012 και μετά εκδόθηκαν σε βάρος της (πρώτης εναγομένης) και άλλες διαταγές πληρωμής, ενώ επιβλήθηκαν σε βάρος της και κατασχέσεις διαφόρων ποσών στα χέρια τρίτων οφειλετών της. Τα οικονομικά της δεδομένα και τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπισε η πρώτη εναγομένη δεν ήσαν γνωστά στον ενάγοντα, αφού αυτός ούτε σε θέση σχετιζόμενη με τα οικονομικά της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης εργαζόταν ούτε σχετική ενημέρωση περί τούτου έλαβε από αυτήν. Εξάλλου, η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια διότι η πρώτη εναγομένη, αν και μπορούσε, ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή του ενάγοντος – εργαζομένου της. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη, αφενός μεν διέθετε αξιόλογη ακίνητη περιουσία, όπως η ίδια συνομολογεί, από τη ρευστοποίηση μικρού μέρους της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του ενάγοντος, αφετέρου δε διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησης της από απολήψεις χρηματικών ποσών στις οποίες είχαν προβεί αυτά, ύψους, τουλάχιστον 1.206.208,26 ευρώ, σύμφωνα με την προαναφερθείσα έκθεση ευρημάτων, από την είσπραξη των οποίων θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλήματα ρευστότητας και οπωσδήποτε θα μπορούσε ευχερώς και εγκαίρως να καταβάλει στον ενάγοντα τα οφειλόμενα ποσά. Σύμφωνα λοιπόν με τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, λαμβανομένων υπόψη της αξιόλογης χρονικής καθυστέρησης πληρωμής των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος και του σημαντικού ύψους του οφειλομένου σ’ αυτόν ποσού από καθυστερούμενες αποδοχές, η επίσχεση εργασίας στην οποία αυτός προέβη ήταν σύννομη, δικαιολογημένη και αναγκαία για την εξασφάλιση της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων δεδουλευμένων αποδοχών του, οι οποίες αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού αυτού. Η οικονομική δε δυσπραγία της πρώτης εναγομένης δεν αίρει την υπερημερία της, ενώ θα μπορούσε νόμιμα να καταγγείλει τη σύμβαση του ενάγοντος ικανοποιώντας συγχρόνως και τις απαιτήσεις του. Συνεπώς, κατά τα ανωτέρω η ένδικη επίσχεση εργασίας δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως καταχρηστική, διότι η άσκηση της δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, αφού το μόνο επεδίωκε ο ενάγων με την επίσχεση εργασίας ήταν η καταβολή των ληξιπρόθεσμων μισθών του από την πρώτη εναγομένη, που λόγω μη καταβολής αυτών κινδύνευε η διαβίωση του, συναινώντας μάλιστα, με την υπογραφή του συμφωνητικού εξώδικης επίλυσης της διαφοράς στην τμηματική καταβολή των δεδουλευμένων του, χορηγώντας στην πρώτη εναγομένη επιπλέον πίστωση χρόνου. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη αναγνώρισε τη νομιμότητα της άσκησης εκ μέρους του ενάγοντος του δικαιώματος της επίσχεσης εργασίας του που έλαβε χώρα την 13/2/2013 και 8/5/2013, απορριπτόμενης της σχετικής ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης αυτού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένου ως αβασίμου του τρίτου λόγου και του πρώτου σκέλους του όγδοου λόγου της έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη με το από 8/7/2013 έγγραφο που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 11/7/2013 κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του τελευταίου, χωρίς την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης κατόπιν άσκησης σε βάρος του της από 5/7/2013 έγκλησης για την αξιόποινη πράξη της συκοφαντικής δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας. Ειδικότερα, με την ανωτέρω έγκληση της η πρώτη εναγομένη ισχυρίστηκε ότι ο ενάγων, μαζί με άλλους συναδέλφους του εργαζόμενους στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, διαδίδει ψευδώς ενώπιον των λοιπών εργαζομένων αλλά και τρίτων, ότι αυτή (πρώτη εναγομένη) έχει ουσιαστικά καταστραφεί, ότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι αυτής δεν είναι ικανοί να αποπληρώσουν τα χρέη τους και ότι η εταιρεία δεν πρόκειται να ανακάμψει ό,τι αυτή έχει «νεκρώσει» και ότι θα κλείσει άμεσα. Με την από 3-8-2014 και με αριθμό Ε.Γ: …… Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών η έγκληση της πρώτης εναγομένης απορρίφθηκε ως προφανώς αβάσιμη στην ουσία της, επειδή τα καταγγελλόμενα με αυτή τύγχαναν εντελώς αναπόδεικτα και δεν προέκυψαν καθόλου ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης- Για τη στήριξη δε των καταγγελλομένων η πρώτη εναγομένη δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό μέσο και μάλιστα, μολονότι κλήθηκε προς τούτο δεν πρότεινε μάρτυρες για την απόδειξη των ισχυρισμών της, ενώ δεν άσκησε προσφυγή κατ’ αυτής ενώπιον του Εισαγγελέα Εφετών, με αποτέλεσμα η δικογραφία να τεθεί στο αρχείο κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ, όπως προκύπτει από τον υπ’ αριθμ. ……/4-5-2015 Πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών. Οι εκκαλούσες με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της ένδικης έφεσης ισχυρίζονται ότι το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη του την ως άνω απορριπτική επί της εγκλήσεως Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών καθώς και το προαναφερθέν πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, από το οποίο προκύπτει ότι η ως άνω έγκληση της πρώτης εναγομένης σε βάρος, μεταξύ άλλων και του ενάγοντος τέθηκε στο αρχείο κατ’ άρθρο 47 ΚΠΔ, μετά την άπρακτη παρέλευση της τρίμηνης προθεσμίας ασκήσεως προσφυγής κατ’ αυτής, διότι ο ενάγων δεν επικαλέστηκε τούτο στις ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του.
Κατά το άρθρο 670 ΚΠολΔ, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών «οι διάδικοι προσάγουν όλα τα αποδεικτικά τους μέσα έως το τέλος της συζήτησης», κατά δε το άρθρο 591 παρ.1, περ δ’, στις ειδικές διαδικασίες, «οι διάδικοι μπορούν, έως τη δωδεκάτη ώρα της τρίτης εργάσιμης ημέρα από τη συζήτηση, να καταθέσουν προσθήκη στις προτάσεις τους, με την οποία σχολιάζονται οι αποδείξεις, προτείνονται ισχυρισμοί και προσκομίζονται ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα και γνωμοδοτήσεις κατά το άρθρο 390, μόνο για την αντίκρουση ισχυρισμών, που προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση». Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι, μέσα στο προβλεπόμενο από το άρθρο 591 παρ.1 δ’ τριήμερο οι διάδικοι μπορούν, νόμιμα, να προσάγουν, μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και έγγραφα, με την προϋπόθεση ότι με αυτά επιδιώκεται η αντίκρουση ισχυρισμών, που προτάθηκαν για πρώτη φορά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. (ΑΠ 615/2015, ΑΠ 911/2013 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της από 4-5-2015 προσθήκης επί των από 28-4-2015 προτάσεων του ενάγοντος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο τελευταίος παραδεκτώς επικαλέστηκε και προσκόμισε με την προσθήκη τα προαναφερθέντα έγγραφα προς αντίκρουση των ισχυρισμών που πρότειναν οι αντίδικοι για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως ρητώς αναφέρεται σ’ αυτή (προσθήκη επί των προτάσεων), απορριπτομένων ως αβασίμων των όσων αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου της έφεσης. Πρέπει δε σημειωθεί ότι παρομοίου περιεχομένου έγκληση έχει υποβληθεί εκ μέρους της πρώτης εναγομένης και κατ’ άλλων εργαζομένων της, η οποία απορρίφθηκε ως προφανώς αβάσιμη. Πέραν τούτων, τα ανωτέρω αποδειχθέντα επιβεβαιώνουν πλήρων οι εξετασθέντες ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών μάρτυρες, οι καταθέσεις των οποίων περιέχονται στις προαναφερθείσες υπ’ αριθμ. …… και ……/12-12-2013 ένορκες βεβαιώσεις, αλλά και ο εξετασθείς ενώπιον του Πρωτοβαθμίου μάρτυρως του ενάγοντος. Με βάση τα προαναφερθέντα, σε συνδυασμό με την αοριστία του περιεχομένου της ανωτέρω έγκλησης, στην οποία ουδεμία αναφορά γίνεται σε πραγματικά περιστατικά, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πρώτη εναγομένη υπέβαλε την έγκληση προσχηματικά, εν γνώσει της αθωότητας του ενάγοντος, επικαλούμενη ψευδή περιστατικά, προκειμένου να διακόψει την υπερημερία της και να καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης, από λόγους εμπάθειας και εκδικητικότητας στο πρόσωπο του ενάγοντος επειδή διεκδίκησε νόμιμα δικαιώματα του, ασκώντας επίσχεση της εργασίας του αλλά και γιατί αρχικώς προσέφυγε στην επιθεώρηση Εργασίας. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι καταχρηστική, ως υπερβαίνουσα τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος και ως εκ τούτου άκυρη ήδη από την άσκηση της, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του αναγνώρισε την ακυρότητα της από 11-7-2013 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της πρώτης εναγομένης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με τον πρώτο λόγο της έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η ένδικη αγωγή εναντίον της πρώτης εναγομένης έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη, επειδή υφίσταται σε ισχύ δικαστική απόφαση που αναστέλει τις ατομικές διώξεις εναντίον της. Από την επισκόπηση της δικογραφίας προκύπτει ότι εναντίον της πρώτης εναγομένης έχει ασκηθεί, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από τη δανείστρια της ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……» η από 21-1-2015 (αριθμ.εκθ.καταθ. ……/2015) αίτηση κήρυξης σε πτώχευση και στο πλαίσιο αυτό ασκήθηκε εναντίον της πρώτης εναγομένης από την ανωτέρω δανείστρια η από 23-1-2015 (αριθμ.εκθ.καταθ. ……/……/2015) αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, επί της οποία εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 3218/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείο Αθηνών με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Με την απόφαση αυτή διατάχθηκε προσωρινά, ως προληπτικό μέτρο, η απαγόρευση κάθε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος της (πρώτης εναγομένης) για την ικανοποίηση των απαιτήσεων πιστωτών της, κάθε διάθεση περιουσιακού της στοιχείου, καθώς και κάθε επιβάρυνση της περιουσίας της με εμπράγματα βάρη, μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……/2015 αίτησης πτώχευσης. Από το διατακτικό και το σκεπτικό της παραπάνω απόφασης προκύπτει με σαφήνεια, ότι δεν έχει διαταχθεί ως προληπτικό μέτρο γενικά η αναστολή των ατομικών διώξεων κατά της πρώτης εναγομένης, παρά μόνον η απαγόρευση κάθε πράξης ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης εναντίον της, στην έννοια της οποίας όμως, δεν περιλαμβάνεται η μείζονα αυτή απαγόρευση της αναστολής των ατομικών διώξεων, αλλά περιορίζεται στην απαγόρευση πράξεων ατομικής αναγκαστικής εκτέλεσης, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η άσκηση αγωγής. Κατόπιν τούτων, απορριπτέος ως αβάσιμος κρίνεται ο δεύτερος λόγος της έφεσης και το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ομοίως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το Νόμο. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία συνιστούσε στην πραγματικότητα οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από τον …… ……, στη μετοχική σύνθεση και το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μετείχε από τη σύστασή της (1997) πλην του ίδιου, και η θυγατέρα του …… …… (βλ. προσκομιζόμενα και επικαλούμενα υπ’ αριθμ ……/ 5/12/1997, ……/4/3/1998, ……/ 20/10/2004, ……/ 3/8/2007 και ……/ 17/8/2012 ΦΕΚ τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ). Ακολούθως, την 7/8/2013, η μέχρι τότε μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της εναγομένης …… …… ίδρυσε δυνάμει της υπ’ αριθμ ……/ 7/8/2013 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Στέφανου Γυριόγλου τη δεύτερη εναγομένη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «……» και το διακριτικό τίτλο «……», της οποίας το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο με πενταετή θητεία συγκροτήθηκε από τη …… …… ως Πρόεδρο Και Διευθύνουσα Σύμβουλο τη μητέρα της …… …… και την …… ……. Η εν λόγω εταιρία (δεύτερη εναγομένη) έχει τον ίδιο καταστατικό σκοπό με την πρώτη εναγομένη, όπως προκύπτει από τα υπ’ αριθμ ……/ 8/8/2013 και ……/ 5/12/1997 ΦΕΚ Τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ, ασκεί την ίδια ακριβώς επιχειρηματική δραστηριότητα, εδρεύει και λειτουργεί στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις και συγκεκριμένα σε χώρο έκτασης 6000 τ.μ. επί της οδού …… αριθμ. … στην …… Αττικής, χρησιμοποιώντας, μάλιστα, τον ίδιο τηλεφωνικό αριθμό και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ). Βέβαια, οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι συστεγάζονται δυνάμει μισθωτικής σχέσης, όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν αποδείχθηκε, αφού δεν προσκόμισαν μισθωτήριο έγγραφο, προκειμένου να αποδείξουν την μισθωτική σχέση. Επίσης, στη δεύτερη εναγομένη μεταβιβάσθηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού (μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας κ.λπ.), όπως προκύπτει και από την υπ’ αριθμ ……/ 29/10/2013 απόφαση του Υπουργού Υποδομών Μεταφορών και Δικτύων, όπου η ανάδοχος – δεύτερη εναγομένη του αναφερομένου εκεί έργου αναλαμβάνει να εκτελέσει αυτό με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της πρώτης εναγομένης. Όπως δε αναφέρει στην ιστοσελίδα της (δεύτερη εναγομένη) σχεδιάζει, παράγει και διανέμει ένα ευρύ φάσμα ενεργειών/ ηλεκτρονικών προϊόντων και λύσεων, στηριγμένη στην πολυετή τεχνογνωσία της πρώτης εναγομένης (……), στο πλούσιο πελατολόγιο που διαθέτει και στην μακροχρόνια πείρα αυτής. Στην αυτή ιστοσελίδα αναφέρεται, ότι η …… (δεύτερη εναγομένη) γεννήθηκε από τα σπλάχνα της ……, αυτοπροσδιοριζόμενη ως διάδοχος της. Αλλά και στην υπ’ αριθμ ……/ 10/2/2014 η απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου ……, με την οποία ανατέθηκαν στη δεύτερη εναγομένη ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας και διασύνδεσης με το σύστημα διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του
Νοσοκομείου, που είχε εγκαταστήσει η πρώτη εναγομένη, η εταιρία …… (δεύτερη εναγομένη) χαρακτηρίζεται ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης. Επίσης, στην ίδια ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο η δεύτερη εναγομένη αναφέρει και τη σύμβαση που είχε συνάψει η πρώτη εναγομένη με την εταιρία «……» (project …… 2011 – 2014), μολονότι η ίδια δεν είχε συσταθεί μέχρι τον Αύγουστο του έτους 2013, στην οποία αναφέρει ότι τα υβριδικά συστήματα της …… έχουν δοκιμαστεί στο πεδίο για μεγάλο χρονικό διάστημα στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, ενώ ταυτόχρονα δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο καταγγελία της προαναφερόμενης σύμβασης από την «……». Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, σαφώς προκύπτει ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης συνέχισε τη λειτουργία της και διατήρησε την ταυτότητά της υπό τον νέο της φορέα, τη δεύτερη εναγομένη, η οποία λειτουργεί κάνοντας χρήση των εγκαταστάσεων, των μηχανημάτων, του εξοπλισμού, του πελατολογίου και της τεχνογνωσίας της πρώτης εναγομένης, και ότι επήλθε έτσι μεταβίβαση επιχείρησης με την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1,2 παρ. 1, 3 παρ. 1,4 παρ. 1 και 2 του ΠΔ 178/2002, καθώς και διαδοχή μεταξύ της προηγουμένης εργοδότριας του ενάγοντος (πρώτης εναγομένης) και της δεύτερης εναγομένης – νέας εργοδότριας αυτού. Με βάση τα παραπάνω, η πρώτη εναγομένη προέβη στην καταγγελία της σύμβασης του ενάγοντος, όπως και άλλων εργαζομένων που είχαν, επίσης, ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης (βλ. προσκομιζόμενες και επικαλούμενες εξώδικες δήλωσεις – καταγγελίες των συμβάσεων εργασίας του …… ……, …… ……, …… ……, …… ……, …… ……, …… ……, …… ……, …… …… και …… ……), ενόψει και λόγω της σχεδιαζόμενης μεταβίβασης, με μοναδικό σκοπό να απαλλαγεί η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση από οφειλές για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, με αποτέλεσμα η απόλυση του ενάγοντος να είναι άκυρη για τον επιπλέον λόγο ο κ. αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 ΠΔ 178/2002. Ωστόσο, λόγω της ως άνω μεταβιβάσης, η διάδοχος δεύτερη εναγομένη εργοδότρια εταιρεία υποκατέστησε αυτοδικαίως την αρχική εργοδότρια πρώτη εναγομένη, με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του από την πρώτη εναγομένη είναι, όπως προαναφέρθηκε, άκυρη (άρθρο 180 ΑΚ), αφετέρου δε οι αξιώσεις αυτού, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότρια του και υφίσταντο κατά το χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, και τη διάδοχο δεύτερη εναγομένη, η οποία ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος, που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης από την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του ενάγοντος, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση της τελευταίας ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση έκρινε ομοίως και αναγνώρισε, λόγω των ως άνω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, υποχρέωσε δε τις εναγόμενες να καταβάλουν στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, λόγω της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, τη μεν δεύτερη για το χρονικό διάστημα από 1/5/2012 έως 30/4/2015 το συνολικό ποσό των 45.888,52 ευρώ τη δε πρώτη, εις ολόκληρον με την πρώτη το ποσό των 17.348,12 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1/5/2012 έως 30/9/2013, διάταξη που δεν προσβάλλεται με την έφεση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με το πρώτο σκέλος του έβδομου και το δεύτερο σκέλος του όγδοου λόγου της έφεσης κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα. Με τον τέταρτο λόγο της έφεσης οι εναγόμενες – εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η πρώτη τούτων κατέβαλε στο ΙΚΑ τις ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούν στον ενάγοντα και ειδικότερα, το ποσό των 283,13 ευρώ για το Δεκέμβριο έτους 2011, το ποσό των 315,10 ευρώ για έκαστο των μηνών Μάρτιο, Απρίλιο, Μάιο, Ιούνιο, Αύγουστο και Οκτώβριο του έτους 2012, το ποσό των 315,09 για τον Ιούλιο του έτους 2012 και το ποσό των 315,08 ευρώ για το Νοέμβριο του έτους 2012 και ως εκ τούτου τα εν λόγω ποσά πρέπει να αφαιρεθούν από τα επιδικασθέντα στον ενάγοντα ποσά, γενομένης δεκτής της ένστασης μερικής καταβολής (άρθρο 416 ΑΚ). Όμως, από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα γραμμάτια είσπραξης δόσεων καθυστερούμενων οφειλών και παρακράτησης καθυστερούμενων οφειλών, σε συνδυασμό με τα ταμειακά παραστατικά του ΙΚΑ, προκύπτει η καταβολή μόνον ενός συνολικού ποσού εισφορών, χωρίς όμως να προκύπτει ότι τούτο αφορά στις ασφαλιστικές εισφορές του ενάγοντος ή έστω του συνόλου του προσωπικού της πρώτης εναγομένης, κατά τους αντίστοιχους μήνες, συμπεριλαμβανομένου και του ενάγοντος, ούτε προκύπτει το ειδικότερο ποσό που καταβλήθηκε στο ΙΚΑ και αναλογεί στις εισφορές του ενάγοντος. Το Πρωτοβάθμιο, επομένως, Δικαστήριο το οποίο έκρινε ομοίως με την εκκαλουμένη απόφαση, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με τον προαναφερόμενο τέταρτο λόγο της έφεσης είναι αβάσιμα.
Εξάλλου, το επίδομα ανεργίας του Ο.Α.Ε.Δ. συνιστά παροχή άσχετη προς τη χρησιμοποίηση του ελεύθερου χρόνου του εργαζόμενου, ως εκ τούτου δεν τελεί σε αιτιώδη συνάφεια προς την υπερημερία του εργοδότη, με συνέπεια να μην αφαιρείται κατ’ άρθρο 565 εδ. β’ ΑΚ, ή δυνάμει ένστασης συμψηφισμού από τους μισθούς υπερημερίας με τη δικαστική απόφαση, ο δε εναγόμενος εργοδότης έχει μόνο το δικαίωμα, κατά την εκτέλεση της δικαστικής απόφασης που επιδίκασε μισθούς υπερημερίας, να αρνηθεί την πληρωμή τους στον ενάγοντα εργαζόμενο, μέχρι την προσκομιδή από το δεύτερο βεβαίωσης του Ο.Α.Ε.Δ. περί καταβολής ή μη σε αυτόν επιδόματος ανεργίας και ποίου ποσού, η οποία πρέπει να συγκοινοποιείται με την επιταγή προς πληρωμή κάτωθι απογράφου της σχετικής δικαστικής απόφασης, αλλιώς είναι αδύνατη η εκτέλεση, σε περίπτωση δε που προσκομιστεί εν λόγω βεβαίωση του ΟΑΕΔ, ο εργοδότης δικαιούται να παρακρατήσει από τους μισθούς υπερημερίας το ποσό του επιδόματος ανεργίας και ακολούθως υποχρεούται να το αποδώσει στον ΟΑΕΔ κατ’άρθρο 31 ν.δ. 2698/1953, μόνο δε τη διαφορά μισθού- επιδόματος υποχρεούται να καταβάλει στον εργαζόμενο (βλ. σχετ ΕΑ 6694/1991 ΕλλΔνη 1993-142, ΕφΘεσ 42/1999 ΕφΙωαν 450/2005 ΤΝΠ. ΝΟΜΟΣ, Βλαστός Ατομικές εργασιακές σχέσεις, έκδ. 2005 σελ. 860, Ντάσιος, Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, τόμος Α/1, έκδ. 1999 σελ. 490- 491, Λαναράς Νομοθεσία εργατική και ασφαλιστική, έκδ. 2007, σελ. 317). Συνακόλουθα, το αίτημα των εναγομένων περί επίδειξης από τον ενάγοντα πιστοποιητικού του ΟΑΕΔ περί επιδότησης του και περί του ύψους αυτής ή εγγράφων απασχόλησής του σε άλλον εργοδότη, πρέπει να απορριφθεί, ενόψει δε των προλεχθέντων, ως αλυσιτελές, απορριπτομένου ως αβάσιμου του πέμπτου λόγου της έφεσης.
Περαιτέρω, από τα άρθρα 591 παρ. 1 β’6 παρ. 1, 115 παρ. 3 και 256 παρ. 1δ’ προκύπτει ότι στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατά την οποία δεν είναι υποχρεωτική η κατάθεση προτάσεων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και επιπλέον οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να καταχωρισθούν στα πρακτικά με συνοπτική έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν. Από τη δεύτερη των ως άνω διατάξεων προκύπτει, ότι η προφορική πρόταση των ισχυρισμών, πρέπει να προκύπτει από τη σχετική σημείωση στα πρακτικά και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της προτάσεων αυτών, είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρουμένων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλομένων εγγράφων προτάσεων (Ολ. ΑΠ 2/2005, ΑΠ 243/2015, ΑΠ 9/2014, ΑΠ 450/2013, ΑΠ 341/2011 ΤΝΠ. ΝΟΜΟΣ). Στην προκειμένη περίπτωση, οι εκκαλούσες – εναγόμενες ισχυρίζονται, επικουρικά, ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι άτομο νεαρής ηλικίας, θα μπορούσε εύκολα να εξεύρει εργασία ανάλογη με τα προσόντα του (ως βαφέας μεταλλικών αντικειμένων), σε άλλον εργοδότη, αποκομίζοντας τις ίδιες αποδοχές που ελάμβανε, παρά ταύτα όμως απέφυγε από κακοβουλία να ανέυρει εργασία, παραμένοντας άνεργος, με αποκλειστικό σκοπό, να εισπράξει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται, με αποτέλεσμα η αξίωσή του αυτή να είναι καταχρηστική. Ο ισχυρισμός αυτός, η θεμελίωση του οποίου επιχειρείται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και περιέχεται στο δεύτερο σκέλος του έβδομου λόγου της έφεσης, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ο εν λόγω ισχυρισμός δεν προβλήθηκε παραδεκτά ενώπιον του ανωτέρω Δικαστηρίου, με συνοπτική ανάπτυξη και καταχώρησή του στα πρακτικά. Απορριπτέο, κατ’ ακολουθίαν, είναι και το συναρτώμενο, προς την παραπάνω ένσταση αίτημα των εναγομένων περί προσκομιδής από τον ενάγοντα βεβαίωσης ή πιστοποιητικού από τον ΟΑΕΔ, σχετικά με το ότι καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα απευθύνθηκε για να εξεύρει εργασία ή βεβαίωση ότι δεν του προσφέρθηκε εργασία από τον ΟΑΕΔ. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμα και αν η εν λόγω ένσταση είχε προβληθεί παραδεκτά ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, αυτή είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν, αφού από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 31/3/2014 ηλεκτρονική επιστολή της αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία «……» προκύπτει, ότι ο ενάγων, κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, αναζήτησε εργασία ακόμη και στο εξωτερικό, χωρίς να καταφέρει να προσληφθεί. Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες – εναγόμενες ισχυρίζονται ότι το αίτημα του ενάγοντος περί επιδίκασης σ’ αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης είναι μη νόμιμο, διότι η μη καταβολή ή η καθυστέρηση καταβολής των αποδοχών του δεν αποτελεί αδικοπραξία και δεν δύναται αυτός να διεκδικήσει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι το αίτημα του ενάγοντος περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης έχει ως νομική βάση, στην προκειμένη περίπτωση, την καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του και την εξ αυτής προσβολή της προσωπικότητάς του και όχι τη μη καταβολή των αποδοχών του. Από τα ανωτέρω δε εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά και δη από τις περιστάσεις υπό τις οποίες η πρώτη εναγομένη μεθόδευσε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος με την υποβολή σε βάρος του της προαναφερθείσας ψευδούς έγκλησης, προσέβαλε παράνομα και υπαίτια την προσωπικότητα του, γιατί μειώθηκε ηθικά έναντι των συναδέλφων του και εθίγη η επαγγελματική και κοινωνική του υπόσταση και ως εκ τούτου δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε το εν λόγω αίτημα ως νόμιμο και βάσιμο κατ’ ουσίαν και, αφού έλαβε υπόψη την έκταση της ηθικής βλάβης, το είδος της προσβολής, το βαθμό πταίσματος των αρμοδίων οργάνων της πρώτης εναγομένης, τις συγκεκριμένες συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα καταγγελία και επήλθε η προσβολή της προσωπικότητας του ενάγοντος, την οικονομική, επαγγελματική και κοινωνική κατάσταση του τελευταίου και της πρώτης εναγομένης για τις εν γένει περιστάσεις, επιδίκασε στον ενάγοντα, για την αιτία αυτή, το ποσό των 2000 ευρώ, για την καταβολή του οποίου ενέχονται αμφότερες οι εναγόμενες, λόγω της μεταβίβασης της επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένου, κατά τα ανωτέρω, ως αβασίμου του ένατου λόγου της έφεσης. Τέλος, με τον έκτο λόγο της έφεσης οι εκκαλούσες – εναγόμενες ισχυρίζονται ότι κακώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλουμένη απόφασή του κήρυξε την καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή, καθώς, στην πραγματικότητα, ουδεμία ανάγκη κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής υφίσταται, ενώ ως προς το αίτημα αυτό η αγωγή είναι αόριστη, καθώς δεν γίνεται επίκληση ουδενός εξαιρετικού λόγου που να δικαιολογεί την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής. Αφού, προηγουμένως, σημειωθεί ότι η αγωγή, ως προς το εν λόγω αίτημα είναι ορισμένη, αφού εκτίθενται πραγματικά περιστατικά που δικαιολογούσαν, κατά την έκδοση της εκκαλουμένης, την κήρυξη της ως προσωρινά εκτελεστής ως προς τη δεύτερηεναγομένη, όπως η διαβίωση του μετά την απόλυση, με δανεικά από τρίτα πρόσωπα, καθώς και η μη εύρεση εργασίας, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, επειδή οι εκκαλούσες στερούνται εννόμου συμφέροντος, δεδομένου ότι η απόφαση που θα εκδοθεί από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο είναι τελεσίδικη και ούτως ή άλλως εκτελεστή (Σ. Σαμουήλ «Η έφεση», έκδ. Δ σελ. 59, ΕΑ 8394/2005, ΕΑ 4457/1992, ΕΑ4566/1987, ΤΝΠ. ΝΟΜΟΣ). Το Πρωτοβάθμιο επομένως, Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση δέχθηκε την αγωγή εν μέρει ως βάσιμη κατ’ ουσίαν κατά την κύρια βάση της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τον Νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι εκκαλούσες με την έφεση κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολό της. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά το σχετικό αίτημα του τελευταίου πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών, που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
– Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων την από 13/7/2015 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/2015) έφεση κατά της υπ’ αριθμ. 1546/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
– Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την έφεση.
– Επιβάλλει σε βάρος των εκκαλουσών τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 7 Φεβρουαρίου 2017 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
