Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Για να είναι ορισμένη η αγωγή που ερείδεται σε σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, δεν απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με τα τυχόν απαιτούμενα πιστοποιητικά, όπως εν προκειμένω με άδεια εργασίας, καθώς η ύπαρξη των πιστοποιητικών αυτών δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής με την οποία αυτός αξιώνει οφειλόμενες αποδοχές, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ’ ένσταση την έλλειψή τους και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές, αλλά έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ, για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης. Ωστόσο, σε περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται ευθέως εκ του νόμου – όχι βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού – τις αποδοχές και το επίδομα αδείας καθώς και τα επιδόματα (δώρα) εορτών. Ο ενάγων εξέδωσε μεταγενέστερα άδεια εργασίας, συνεπώς και εφόσον η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας αλλοδαπού λόγω έλλειψης αδείας εργασίας θεωρείται κατ’ άρθ. 183 ΑΚ ότι καθίσταται έγκυρη εξ υπαρχής, εάν εκδοθεί στην συνέχεια η απαιτούμενη άδεια και ο μισθωτός αυτός εξακολουθήσει να εργάζεται χωρίς εναντίωση του εργοδότη. Επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Αν ο εργοδότης αρνηθεί την παροχή πιστοποιητικού εργασίας, ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής σχέσης, ο εργαζόμενος μπορεί να το αξιώσει δικαστικά. Η αγωγή δεν ασκήθηκε καταχρηστικά, αφού μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου δεν αρκεί. Αόριστη σχετική ένσταση του εναγομένου. Απορρίπτεται η έφεση του εργοδότη.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Αριθμός αποφάσεως 5573/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
τμήμα 5ο – εργατικών
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Μαρία – Μάριον Δερεχάνη, εφέτη, την οποία όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διεύθυνσης του Εφετείου Αθηνών και τη Γραμματέα Ευαγγελία Μπεκιάρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Φεβρουαρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: ……….. ……….. του ……….., κατοίκου ……….. Αττικής, οδός ……….. αρ. …, με Α.Φ.Μ. ……….. Δ.Ο.Υ. ……….., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Παναγιώτη Πορφύρη.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……….. (……….. – όνομα) ……….. (………..- επώνυμο) του ……….., κατοίκου Αθηνών, οδός ……….. αρ. … – ……….., με ΑΦΜ ……….., ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου του δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Ο εφεσίβλητος – εκκαλών – ενάγων ……….. ……….. με την, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και κατά του ήδη εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – εναγομένου ……….. ……….., από 30.06.2014 (αριθ. εκθ. κατ. ………../………../2014) αγωγή του και για τους λόγους που περιέχονται σ’ αυτή ζήτησε τα αναφερόμενα στο αιτητικό της.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 113/2016 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία τη δέχτηκε εν μέρει.
Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν ο μεν εναγόμενος την από 03.07.2016 (αριθμ. εκθ. κατ. στο εκδόν δικαστήριο ………../04.07.2016) έφεση, ο δε ενάγων την από 18.07.2016 (αριθμ. εκθ. κατ. στο εκδόν δικαστήριο ………../18.07.2016) έφεση, απευθυνόμενες προς το Δικαστήριο τούτο και για τους λόγους που περιέχονται σε εκάστη εξ αυτών ζήτησαν τα αναφερόμενα στο αιτητικό τους αντιστοίχως.
Επί των εφέσεων αυτών (που έλαβαν αριθμό πράξεως προσδιορισμού δικασίμου ………../2016 και ………../2016 αντιστοίχως στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο τούτο) ορίσθηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ο μεν πληρεξούσιος δικηγόρος του εκκαλούντος – εφεσιβλήτου – εναγομένου παραστάθηκε στο ακροατήριο και αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε, ο δε πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσιβλήτου – εκκαλούντος – ενάγοντος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, αλλά παρέδωσε στις 16.02.2018 (εμπροθέσμως) στην αρμόδια γραμματέα τις υπό την αυτή ημερομηνία μονομερείς δηλώσεις του τού άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και προκατέθεσε τις έγγραφες προτάσεις του.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Οι κρινόμενες αντίθετες εφέσεις, από 03.07.2016 και 18.07.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ……/04.07.2016 και ……/18.07.2016, των εν μέρει ηττηθέντων πρωτοδίκως εναγομένου και ενάγοντος αντιστοίχως κατά της 113/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν την ισχύ του ν. 4335/2015), αρμοδίως φερόμενες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρο 19 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 3994/2011), ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τα άρθρα 495 επ., 511 επ., 518 παρ. 1 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ (όπως ισχύουν μετά την τροποποίησή τους με τον ν. 4335/2015, ενόψει του χρόνου άσκησης των εφέσεων μετά την 01.01.2016 – άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015). Επομένως πρέπει, αφού συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας και για λόγους διευκολύνσεως και επιταχύνσεως της διεξαγωγής της δίκης (άρθρα 246, 524 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθεί, κατά την ίδια διαδικασία, το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους.
2. Ο εφεσίβλητος – εκκαλών – ενάγων με την από 30.06.2014 (αριθ. εκθ. κατ. ……/……/2014) αγωγή του, την οποία απηύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά του ήδη εκκαλούντος – εφεσιβλήτου εναγομένου, ισχυρίστηκε ότι δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσλήφθηκε από τον εναγόμενο τον Οκτώβριο του 2006 ως βοηθός τεχνίτης και από το έτος 2009 ως τεχνίτης προκειμένου να εργαστεί, επί πενθήμερον εβδομαδιαίως και με πλήρες ωράριο εργασίας, στην επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας κουφωμάτων αλουμινίου και σιδηροκατασκευών του τελευταίου και ότι σε εκτέλεση της συμβάσεως αυτής, παρείχε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο μέχρι την 01-01-2014, οπότε ο εναγόμενος, κατά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, έθεσε αυτόν παρανόμως σε καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, παρά τις αντιδράσεις του και προσφερόμενου στην παροχή των υπηρεσιών του με τους προηγούμενους όρους και έτσι ο εναγόμενος περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την καταβολή των αποδοχών του πλήρους απασχόλησης. Ότι κατόπιν, στις 04-04-2014 ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ατύπως και χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και επομένως ακύρως και εντεύθεν περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας ως προς την αποδοχή των προσηκόντως προσφερόμενων υπηρεσιών του και την καταβολή των αποδοχών του με αποτέλεσμα να του οφείλει αποδοχές υπερημερίας. Επίσης, ο εναγόμενος του οφείλει από το έτος 2010 και μετά επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επιδόματα αδείας ως και για το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 2010 έως και Δεκέμβριο 2013 τις προσαυξήσεις του Σαββάτου παρά το ότι το χρονικό αυτό διάστημα τον απασχολούσε και τα Σάββατα. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, κυρίως, α) να αναγνωρισθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του είναι άκυρη, β) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 34.932,55 ευρώ, για διαφορές μισθών (υπερημερίας) από την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας του για το χρονικό διάστημα από 01-01-2014 έως 04-04-2014, για επιδόματα εορτών και αδείας, αποδοχές αδείας, προσαυξήσεις απασχόλησης Σαββάτου και για μισθούς υπερημερίας (λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας) για το χρονικό διάστημα από 05-04-2014 έως 04-02-2015, όπως τα μερικότερα κονδύλια εξειδικεύονται στην αγωγή, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση και γ) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής σε περίπτωση άρνησής του, και επικουρικώς, ήτοι για την περίπτωση που κριθεί ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του δεν ήταν άκυρη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης εκ 5.588,85 ευρώ ως και τα επιδόματα (εορτών και αδείας), αποδοχές αδείας και προσαυξήσεις απασχόλησης Σαββάτου που αναφέρονται στην αγωγή, νομιμοτόκως κατά τα εκτιθέμενα σ’ αυτή, και να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας κατ’ άρθρο 678 του ΑΚ, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής σε περίπτωση αρνήσεώς του. Επικουρικώς, ζήτησε τα ανωτέρω ποσά κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Η υπόθεση εκδικάστηκε από το παραπάνω Δικαστήριο, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ως άνω ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση (113/2016), με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος α) να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό 14.670,68 ευρώ, για επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές αδείας των ετών 2010 έως και 2013, νομιμοτόκως από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου κονδυλίου και μέχρις εξοφλήσεως και β) να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας από το οποίο να προκύπτει η ειδικότητα του ενάγοντα και η καλή ποιότητα της εργασίας του, με την απειλή χρηματικής ποινής πενήντα (50) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμορφώσεώς του. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονούνται ήδη οι εκκαλούντες (εναγόμενος και ενάγων) με τους λόγους που περιέχονται στις κρινόμενες εφέσεις τους για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητούν ο μεν ενάγων την εξαφάνισή της και την παραδοχή εξολοκλήρου της αγωγής του, ο δε εναγόμενος την εξαφάνισή της κατά το μέρος που δέχτηκε την αγωγή και την εξολοκλήρου απόρριψη αυτής.
3. Κατά την αληθή έννοια της διατάξεως του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της ασκήσεώς του ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε, υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο. Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, που συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστης, δεν συγχωρείται να γίνει προς απόκρουση του δικαιώματος, επίκληση πράξεων άσχετων με τη συμπεριφορά αυτή. Για την εφαρμογή της διατάξεως δεν αρκεί μόνη η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατ’ αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί, ούτε κατ’ ανάγκην από την άσκησή του να δημιουργούνται απλώς δυσμενείς ή και αφόρητες επιπτώσεις για τον υπόχρεο, αλλά απαιτείται κατά περίπτωση, συνδυασμός των ανωτέρω (ΟλΑΠ 5/2011, ΑΠ 16/2017, ΤΝΠ Νόμος). Στην προκειμένη περίπτωση ο εναγόμενος, ισχυρίστηκε, επικουρικώς, ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ότι ο ενάγων ασκεί το επίδικο δικαίωμά του καταχρηστικά κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ αναφέροντας ότι «η καταχρηστικότητα δε είναι προφανής, αφού μέχρι και την 4-7-2014 οπότε και μου κοινοποιήθηκε η υπό κρίση αγωγή, ουδέποτε ο αντίδικος μου είχε θέσει θέμα της δήθεν οφειλής μου. Ουδέποτε μου είχε κάνει την παραμικρή αναφορά ότι δήθεν του οφείλω άδεια, επίδομα, Σάββατο κ.λ.π. Έτσι καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που συνεργαζόταν με εμένα μου δημιούργησε εδραία την πεποίθηση ότι δεν επρόκειτο να ασκήσει ουδέν δικαίωμά του ή αξίωση για το επίδικο χρονικό διάστημα, λαμβάνοντος μάλιστα και το ποσό των 1.000,00 ευρώ το μήνα! Πλην όμως ουδέποτε έλαβε χώρα κάτι τέτοιο και το πρώτον πληροφορούμαι για τις ένδικες αξιώσεις με την κοινοποίηση σε εμένα της υπό κρίση αγωγής του. Για πρώτη φορά με την υπό κρίση αγωγή κάνει λόγο για δήθεν σύμβαση εργασίας από το έτος 2006! Έτσι, επί τόσα έτη μου είχε δημιουργήσει εδραία την πεποίθηση και την σιγουριά ότι ποτέ δεν θα θέσει τέτοιο θέμα». Τα εκτιθέμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική με την προπαρατιθέμενη έννοια την άσκηση του επιδίκου δικαιώματος, αφού μόνη η επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, ενώ δεν γίνεται επίκληση περαιτέρω ειδικών συνθηκών και περιστάσεων, που σε συνδυασμό με την αδράνεια του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος να εξέρχεται των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ και, επομένως, η προβληθείσα σχετική ένσταση εκ μέρους του εναγομένου καταχρηστικής άσκησης του επιδίκου δικαιώματος του ενάγοντος είναι αόριστη και ως τέτοια απορριπτέα. Η εκκαλούμενη απόφαση, κατ’ ορθήν εκτίμηση των επικαλούμενων από τον εναγόμενο πραγματικών περιστατικών της καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος του ενάγοντος και ερμηνεία και εφαρμογή της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, απέρριψε τη σχετική ένσταση του εναγομένου ως αόριστη, και ο τέταρτος (4ος) λόγος της εφέσεως του εναγομένου, με τον οποίο αφενός παραπονείται για την πρωτοδίκως απόρριψη της σχετικής ενστάσεώς του και αφετέρου επαναφέρει την ένστασή του αυτή, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
4. Από το άρθρο 19 παρ. 1 του ν. 2910/2001 (αντίστοιχη καταργηθείσα διάταξη 23 παρ. 1 του ν. 1975/1991), που αναφέρεται στους αλλοδαπούς, οι οποίοι δεν διέπονται από το κοινοτικό δίκαιο (άρθρο 2 παρ. 1 του ίδιου νόμου) και ορίζει ότι «επιτρέπεται η είσοδος αλλοδαπού στην Ελλάδα για απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας σε συγκεκριμένο εργοδότη και για συγκεκριμένο είδος απασχόλησης, αν του χορηγηθεί άδεια εργασίας από το νομάρχη», προκύπτει ότι η σύμβαση εργασίας στην Ελλάδα του αλλοδαπού, που δεν είναι υπήκοος κράτους – μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν είναι εφοδιασμένος με την απαιτούμενη κατά νόμο άδεια εργασίας, είναι κατ’ αρχήν απολύτως άκυρη κατά τα άρθρα 3, 174 και 180 ΑΚ, γιατί αντιβαίνει στην ως άνω διάταξη, που είναι δημόσιας τάξης. Εάν ο αλλοδαπός σε εκτέλεση της άκυρης αυτής συμβάσεως παρέχει την εργασία του στον εργοδότη, δεν δικαιούται να λάβει τις συμφωνηθείσες ή νόμιμες αποδοχές, αλλά έχει αξίωση, κατά τις διατάξεις 904 επ. ΑΚ, για απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργοδότης από την παροχή της εργασίας του σε εκτέλεση της άκυρης εργασιακής σύμβασης (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 458/2012). Στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται να λάβει την αποζημίωση απόλυσης, η οποία οφείλεται άμεσα από τον νόμο και όχι κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι και στην περίπτωση άκυρης σύμβασης εργασίας δημιουργείται, λόγω της πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού, εργασιακή σχέση και απολαμβάνει αυτός την προστασία των εργατικών νόμων, που αναφέρονται στη «σχέση εργασίας» ιδιαίτερα, δε όταν αυτοί επιβάλλουν υποχρεώσεις προνοίας, φέροντες έτσι το χαρακτήρα κανόνων αναγκαστικού δικαίου, όπως είναι οι περί αποζημίωσης διατάξεις, λόγω καταγγελίας της εργασιακής σχέσης (ΑΠ 131/2015, ΑΠ 24/2014, ΑΠ 1401/2011). Επίσης, τα επιδόματα εορτών, τις αποδοχές και το επίδομα αδείας, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 § 1 ν. 1082/1980, 1 § 2 της ΚΥΑ 19040/1981, 1 § 1 και 2 α.ν. 539/1945, 3 § 16 ν. 4504/1966 και του άρθρου 2 της κυρωθείσης με το ν. 133/1975 από 26-2-1975 ΕΓΣΣΕ, δικαιούνται όχι μόνο οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι με έγκυρη σύμβαση εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους με άκυρη, για οποιονδήποτε λόγο, σύμβαση εργασίας, οι σχετικές δε αξιώσεις τους θεμελιώνονται ευθέως στις ως άνω διατάξεις και όχι στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό (ΑΠ 907/2017, ΑΠ 780/2017, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1113/2013). Εξάλλου, η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας αλλοδαπού λόγω έλλειψης αδείας εργασίας θεωρείται κατ’ άρθρο 183 ΑΚ ότι καθίσταται έγκυρη εξ υπαρχής, εάν εκδοθεί στην συνέχεια η απαιτούμενη άδεια και ο μισθωτός αυτός εξακολουθήσει να εργάζεται χωρίς εναντίωση του εργοδότη (ΑΠ 1113/2013). Περαιτέρω δεν είναι στοιχείο της βάσεως της αγωγής, η οποία ερείδεται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και επιδιώκει την πληρωμή οφειλόμενων μισθών, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος ήταν εφοδιασμένος με τα τυχόν απαιτούμενα πιστοποιητικά αδείας εργασίας, αλλά απόκειται στον εναγόμενο εργοδότη να επικαλεσθεί κατ’ ένσταση την έλλειψή τους και την εντεύθεν ακυρότητα της σύμβασης (ΑΠ 939/2011). Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 678 ΑΚ, «κατά τη λήξη της σύμβασης, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει από τον εργοδότη πιστοποιητικό για το είδος και τη διάρκεια της εργασίας του. Μόνο αν το ζητήσει ειδικά ο εργαζόμενος, βεβαιώνεται και η ποιότητα της εργασίας του και η διαγωγή του». Από τη διάταξη αυτή, η οποία έχει τεθεί προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου εργαζομένου, προκειμένου, στη συνέχεια, ήτοι μετά την λήξη, με οποιονδήποτε τρόπο, της εργασιακής του σχέσης, να διευκολυνθεί στην ανεύρεση εργασίας αλλού και, γενικά να σταδιοδρομήσει επαγγελματικά, σε συνδυασμό με την διατρέχουσα το εργατικό δίκαιο αρχή της εύνοιας προς τον εργαζόμενο, προκύπτει ότι η γένεση της υποχρεώσεως αυτής του εργοδότη, προς παροχή πιστοποιητικού εργασίας, δεν εξαρτάται από το κύρος της εργασιακής συμβάσεως. Επομένως και σε περίπτωση άκυρης συμβάσεως (όταν, π.χ. δεν έχει εφοδιασθεί ο εργαζόμενος με βιβλιάριο υγείας ή δεν έχουν τηρηθεί οι νόμιμες διατυπώσεις πρόσληψης κ.λπ.), υπάρχει τέτοια υποχρέωση του εργοδότη και, εάν αυτός αρνείται, ο εργαζόμενος, δικαιούται να προσφύγει δικαστικώς και να ζητήσει την παροχή πιστοποιητικού εργασίας. Το «είδος» εξάλλου, της εργασίας, που αναφέρεται στο νόμο, για το οποίο ο εργοδότης υποχρεούται να παράσχει βεβαίωση, δεν αναφέρεται στον νομικό προσδιορισμό της εργασιακής σχέσης, αλλά στο αντικείμενο της εργασίας, την οποία ο εργαζόμενος παρείχε. Συνεπώς, για την επίκληση εφαρμογής της ως άνω διατάξεως του άρθρου 678 ΑΚ, αρκεί η ύπαρξη πραγματικής σχέσης εργασίας (ΑΠ 667/2012). Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, οι οποίοι εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μετά από πρόταση των διαδίκων αντιστοίχως, και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από τον εκκαλούντα-εφεσίβλητο (εναγόμενο) υπ’ αριθμ. ……, …… και …… της 15-10-2015 ένορκες βεβαιώσεις, που δόθηκαν ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Δανιά – Σινάνη, με επιμέλεια αυτού, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου του (ενάγοντος), προ εικοσιτεσσάρων τουλάχιστον ωρών από τη λήψη αυτών, κατ’ άρθρο 671 παρ. 1 εδ. δ’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο λήψης αυτών προ του ν. 4335/2015 – άρθρα 12 και 21 εδ, β ΕισΝΚΠολΔ (βλ. την υπ’ αριθμ. ……/14-10-2015 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Νικολάου Χρόνη), την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον εφεσίβλητο-εκκαλούντα (ενάγοντα) υπ’ αριθμ. ……/20-10-2015 ένορκη βεβαίωση, που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, με επιμέλεια αυτού (ενάγοντος), εντός της προθεσμίας για την προσθήκη-αντίκρουση μετά τη συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του αντιδίκου του – εναγομένου με προφορική δήλωση στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, στις 16.10.2015, παρουσία του πληρεξουσίου δικηγόρου του εναγομένου, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση αυτού πρακτικά (άρθρα 671 παρ. 1 εδ. γ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε κατά το χρόνο λήψης αυτής προ του ν. 4335/2015, 12 και 21 εδ. β ΕισΝΚΠολΔ) και η οποία (ανεξαρτήτως του αν και υπό ποιες προϋποθέσεις ελήφθη υπόψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο) επιτρεπτώς προσκομίζεται στο παρόν εφετείο και λαμβάνεται υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και δη, κατά μείζονα λόγο, αφού ενώπιον αυτού επιτρέπονται και νέα αποδεικτικά μέσα (άρθρα 591 παρ. 1α και 529 παρ. 1 ΚΠολΔ), άρα και ένορκες βεβαιώσεις που δόθηκαν ακόμη και μετά την έκδοση της εκκαλουμένης (ΑΠ 1877/2005 Δνη 2006. 455, ΑΠ 229/2002 Δνη 2003. 132), και από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων, Αλβανός υπήκοος, προσελήφθη το έτος 2006, ανήλικος τότε, από τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρούσε επιχείρηση παραγωγής και εμπορίας κουφωμάτων αλουμινίου και σιδηροκατασκευών, αρχικά στην ………. και μετέπειτα στην οδό ………. αριθμ. … στον ………. Αττικής, ως ανειδίκευτος βοηθός τεχνίτη, μέχρι το έτος 2010 και μετέπειτα ως ειδικευμένος τεχνίτης στην τοποθέτηση κουφωμάτων και σιδηροκατασκευών σε οικοδομές, με πενθήμερη απασχόληση εβδομαδιαίως, έναντι καθαρών αποδοχών 1.000 ευρώ μηνιαίως και μικτών 1.197,61 ευρώ. Εργασία του ενάγοντος κατά τα Σάββατα δεν αποδείχθηκε, καθώς περί αυτού δεν υπήρξε πειστική απόδειξη, αφού η εξετασθείσα στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου κατά πρόταση του ενάγοντος μάρτυρας μητέρα του καταθέτει γεγονότα από τις διηγήσεις του ιδίου του ενάγοντος σ’ αυτή και ο ενόρκως βεβαιών επιμελεία του τελευταίου ………. ………., δεν εργαζόταν συνεχώς στον εναγόμενο μέχρι το έτος 2013, ώστε να έχει ιδία αντίληψη όλων όσων καταθέτει, αλλά εκ περιτροπής, εφόσον εργάσθηκε και στον Δήμο ως συμβασιούχος, όπως ο ίδιος καταθέτει (………./20-10-2015 ένορκη βεβαίωση). Κατά την πρόσληψή του ο ενάγων, αλβανικής υπηκοότητας, δεν διέθετε άδεια εργασίας. Χορηγήθηκαν όμως σ’ αυτόν στις 04-02-2010, 02-10-2011, 18-04-2012 και 21-01-2013 άδειες διαμονής και εργασίας, τις οποίες αυτός επικαλείται και προσκομίζει. Συνεπώς, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, η αρχικά άκυρη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, λόγω έλλειψης αδείας εργασίας θεωρείται κατ’ άρθρο 183 ΑΚ έγκυρη εξ υπαρχής, εφόσον ο ενάγων εξακολούθησε να εργάζεται χωρίς εναντίωση του εργοδότη – εναγομένου και ο σχετικός ισχυρισμός του εναγόμενου, ότι η ένδικη σύμβαση εργασίας είναι άκυρη είναι αβάσιμος και απορριπτέος κατ’ ουσίαν. Στις 16.09.2013 οι διάδικοι συμφώνησαν να συνάψουν και εγγράφως πλέον την επίδικη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και τροποποίησαν αυτήν σε εργασία μερικής απασχόλησης, με τους νέους όρους της οποίας ο ενάγων θα απασχολούνταν στον εναγόμενο επί πέντε (5) ημέρες την εβδομάδα, πέντε (5) ώρες την ημέρα και έναντι ημερομισθίου 17,12 ευρώ. Η νέα αυτή σύμβαση εργασίας υπεγράφη από αμφοτέρους τους διαδίκους και μάλιστα το γνήσιο της υπογραφής του ενάγοντος βεβαιώθηκε και από το αρμόδιο κέντρο εξυπηρέτησης πολιτών στις 17-09-2013 και δεν αποδείχθηκε ότι ήταν εικονική ως προς το περιεχόμενό της, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων. Επομένως δεν αποδείχθηκε μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, με τις εντεύθεν συνέπειες, όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο τελευταίος. Η τροποποιημένη αυτή μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας εξακολούθησε μέχρι το τέλος του έτους 2013, οπότε ο ενάγων αποχώρησε οικειοθελώς από στην εργασία του, εξαιτίας κάποιου επεισοδίου σε εργασιακό θέμα, το οποίο έθεσε ο εναγόμενος, όπως ρητά και εξ ιδίας αντιλήψεως κατέθεσαν οι ενόρκως βεβαιώνοντες ………. ………. και ………. ………. (……. και ……. της 15-10-2015 ένορκες βεβαιώσεις αντιστοίχως) και δεν επανήλθε έκτοτε και δεν καταγγέλθηκε ατύπως η εν λόγω σύμβαση εκ μέρους του εναγομένου σε μεταγενέστερο χρονικό διάστημα (με τις εντεύθεν συνέπειες), όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά λύθηκε από αυτόν κατόπιν οικειοθελούς αποχώρησής του και, επομένως, ουδεμίας δικαιούται αποζημίωσης (εκ της λύσεως της συμβάσεως). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι από το έτος 2010 μέχρι και το έτος 2013, ο εναγόμενος δεν κατέβαλε στον ενάγοντα τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και τα επιδόματα και τις αποδοχές αδείας τα οποία εδικαιούτο και οφείλει σ’ αυτόν, ήτοι: α) για το έτος 2010, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ : 2 Χ 1,04166 αναλογία επιδόματος αδείας =) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166) 1.247,50 ευρώ, για αποδοχές αδείας 1.197,61 ευρώ και για επίδομα αδείας 598,81 ευρώ, β) για το έτος 2011, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ : 2 X 1,04166) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166 =) 1.247,50 ευρώ, για αποδοχές αδείας 1.197,61 ευρώ και για επίδομα αδείας 598,81 ευρώ, γ) για το έτος 2012, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ : 2 X 1,04166 = ) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166 =) 1.247,50 ευρώ, για αποδοχές αδείας 1.197,61 ευρώ και για επίδομα αδείας 598,81 ευρώ και δ) για το έτος 2013, για επίδομα Πάσχα (1.197,61 ευρώ : 2 X 1,04166 =) 623,75 ευρώ, για επίδομα Χριστουγέννων (1.197,61 ευρώ X 1,04166 =) 1.247,50 ευρώ, για αποδοχές αδείας 1.197,61 ευρώ και για επίδομα αδείας 598,81 ευρώ, και συνολικά το ποσό των 14.670,68 ευρώ. Επίσης, πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, κατ’ άρθρον 678 ΑΚ, από το οποίο να προκύπτει η ειδικότητά του και η καλή ποιότητα της εργασίας του, διότι αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξελίχθηκε σε εξειδικευμένο τεχνίτη κουφωμάτων και σιδηροκατασκευών και καθ’ όλο το διάστημα που εργάστηκε για τον εναγόμενο υπήρξε συνεπής και καλός στην εργασία του, με απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής 50 ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς του να συμμορφωθεί με την ως άνω υποχρέωση του. Η εκκαλούμενη απόφαση, η οποία έκρινε όμοια με τα ως άνω, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και εφάρμοσε τις διατάξεις, οι οποίες περιέχονται στην μείζονα νομική σκέψη και οι πρώτος έως και τρίτος λόγοι της εφέσεως του ενάγοντος και οι πρώτος, δεύτερος, τρίτος και πέμπτος λόγοι της εφέσεως του εναγομένου, οι οποίοι υποστηρίζουν τα αντίθετα είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι, ως και αμφότερες οι εφέσεις στο σύνολό τους. Τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφισθεί καθολοκληρίαν λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας τους κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο διατακτικό (άρθρα 178 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΟΝΤΑΣ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις από 03.07.2016 (αριθμ. εκθ. κατ. …../4-7-2016) και από 18.07.2016 (αριθμ. εκθ. κατ. …..//18- 7-2016) εφέσεις κατά της 113/2016 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία εργατικών διαφορών).
ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά αμφότερες τις εφέσεις.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ αυτές κατ’ ουσίαν.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε έκτακτη και δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση στις 13 Νοεμβρίου 2018, απόντων των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.
