Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022
Περίληψη: Υπερεργασία, ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση και παράνομη υπερωρία. Για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί η εβδομαδιαία απασχόληση, ενώ για την υπερωριακή εργασία, η ημερήσια. Εργασία το Σάββατο ως έκτη ημέρα επί πενθήμερης εργασίας. Οφείλεται αποζημίωση στον εργαζόμενο βάσει των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Κανονική άδεια. Αν δεν χορηγηθεί έως το τέλος του έτους στον εργαζόμενο, ενώ την ζήτησε, του οφείλονται οι αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά 100%. Κρίση ότι ο εργαζόμενος εργαζόταν καθ’ υπέρβαση του ημερήσιου και εβδομαδιαίου ωραρίου στην επιχείρηση του εναγομένου, αλλά και κατά τις εξαιρετέες ημέρες ενώ δεν του χορηγήθηκε η νόμιμη άδεια για το προηγούμενο της καταγγελίας της σύμβασης του έτος και οι αποδοχές αδείας για το έτος που καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας. Απορρίπτει έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
5618/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
3ο Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή Eυαγγελία Γεωργίτση, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Καλλιόπη Παπαζαφείρη.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ – ΑΝΤΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ (πιν. … + ….): …………………., κατοίκου ……………… (………………. και διατηρούντος υποκατάστημα στην Αθήνα (οδός ….., αρ. …., ……….), με Α.Φ.Μ. ……………….. Δ.Ο.Υ. ………….., τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, με δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Γεώργιος Παπαθεοδωρόπουλος.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ – ΑΝΤΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ: ……….., κατοίκου ……………, οδός ……….., αρ. …., με Α.Φ.Μ. ………….., τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο, με δήλωσή του κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος – αντεκκαλών ………….., με την από 17 Μαΐου 2016 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που είχε κατατεθεί με αριθμό ………../………./2016, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’αριθμ. 291/2018 οριστική απόφασή του, αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την παραπάνω απόφαση προσέβαλαν οι διάδικοι: α) ο εκκαλών – εναγόμενος …………………, με την από 8 Μαρτίου 2018 (αριθμ. κατ. δικ. …………………/…………../2018) έφεσή του και β) ο αντεκκαλών – ενάγων …………………., με την από 3 Ιουλίου 2018 (αριθμ. κατ. δικ. ………./…………/2018) αντέφεσή του, προς το Δικαστήριο τούτο και ζητούν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σ’ αυτές.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου (… + …) και συζητήθηκε.
Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων κατέθεσαν εμπρόθεσμα στις προτάσεις τους και παραστάθηκαν με δηλώσεις τους κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Οι από 8-3-2018 και 3-7-2018 έφεση και αντέφεση, αντίστοιχα, κατά της υπ’ αριθμ. 291/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, νομοτύπως και εμπροθέσμως ασκήθηκαν υπό του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος – εφεσίβλητου και ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου – εκκαλούντος, ηττηθέντων πρωτοδίκως εν μέρει [άρθρα 496, 511, 513 παρ. 1, 516, 517 του ΚΠολΔ], δεδομένου ότι κατετέθησαν στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 16-3-2018 και 3-7-2018, αντίστοιχα, κοινοποιήθηκαν δε στις 20-3-2018 (βλ. υπ’ αριθμ. ………….. έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού στο Πρωτοδικείο Πειραιώς Αναστάσιου Παπασπύρου) και στις 13-7-2018 [βλ. υπ’ αριθμ. …………… έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κων/νου Λεράκη] αντιστοίχως, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, δημοσιευθείσας στις 8-2-2018 (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, οι υπό κρίση έφεση και αντέφεση να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω κατ’ ουσία, μέσα στα όρια που καθορίζονται από αυτές, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατά την ίδια ειδική διαδικασία με την οποία εξεδόθη και η προσβαλλομένη απόφαση (άρθρα 522 και 533 παρ. 1 σε συνδ. με άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες, λόγω της προδήλου, μεταξύ τους, συνάφειας (άρθρα 31, 246, 523 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Με την από 17-5-2016 αγωγή, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος – εκκαλών, ιστορούσε ότι, προσλήφθηκε στις 15-5-2014 από τον εναγόμενο, ο οποίος διατηρεί ατομική επιχείρηση οδικών μεταφορών στην ………….., διατηρώντας υποκατάστημα αυτής στην Αθήνα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να απασχοληθεί στο υποκατάστημα της Αθήνας ως εργάτης, επί 5 ημέρες την εβδομάδα και 8 ώρες ημερησίως, αντί του αναφερόμενου συμβατικού μισθού, ήτοι αρχικώς εκ ποσού 740,28 ευρώ μικτά και από 25/10/2014 εκ ποσού 987,05 ευρώ μικτά. Ότι, κατά τα ειδικότερα προσδιοριζόμενα χρονικά διαστήματα, εργάστηκε τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, καθ’ υπέρβαση του οκταώρου, πραγματοποιώντας υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, επιπλέον δε παρείχε εργασία κατά παράβαση του πενθημέρου σε ημέρες Σαββάτου, χωρίς ο εναγόμενος να του καταβάλει τις νόμιμες αμοιβές, αποζημιώσεις και προσαυξήσεις για την εργασία του αυτή. Ότι, ο εναγόμενος δεν του χορήγησε από υπαιτιότητά του την ετήσια άδεια αναψυχής για το έτος 2014, με αποτέλεσμα να του οφείλει τις αποδοχές αδείας προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, ενώ επιπλέον του οφείλει το επίδομα αδείας έτους 2014 και τις αποδοχές αδείας έτους 2015. Με βάσει το ιστορικό αυτό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται στην υπό κρίση αγωγή, επικαλούμενος κυρίως τη σύμβαση εργασίας του και τον νόμο, επικουρικώς δε, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, τις διατάξεις περί του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος – εκκαλών αιτείτο να υποχρεωθεί ο εναγόμενος : α) να του καταβάλει για τις προαναφερόμενες αιτίες το συνολικό ποσό των 24.751,81 ευρώ, ήτοι το ποσό των 2.294,80€ για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και επίδομα αδείας, το ποσό των 21.045,60€ για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης κατά τις εργάσιμες ημέρες, το ποσό των 1.411,41 € για αμοιβή απασχόλησης κατά τα Σάββατα, με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και β) να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του, με την απειλή σε βάρος του χρηματικής ποινής ποσού 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής του να συμμορφωθεί προς αυτήν την υποχρέωσή του, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση εδέχθη εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, το συνολικό ποσό των 14.745,63 ευρώ, ήτοι : α) το ποσό των 11.099,07€ ως νόμιμη αποζημίωση για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, β) το ποσό των 1.376,43€ ως νόμιμη αποζημίωση για την απασχόλησή του κατά ημέρα Σάββατο, και γ) το ποσό των 2.270,13€ ως αποζημίωση για αποδοχές αδείας, προσαυξήσεις αυτών και επίδομα αδείας, υποχρέωσε τον εναγόμενο να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας ενώ καταδίκασε τον ενάγοντα σε χρηματική ποινή ποσού 100 ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησής του, καταδίκασε δε την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, στο ποσό των 600 ευρώ.
Με την από 8-3-2018 ως άνω έφεσή του, η εναγόμενος και νυν εκκαλών – εφεσίβλητος, παραπονείται για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ισχυριζόμενος : 1) ότι, η εκκαλουμένη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε ως χρονικό διάστημα της συμβάσεως εργασίας από 15-5-2014 έως 14-8-2015, αλλά αντίθετα θα έπρεπε να δεχθεί ότι αυτή διήρκησε από 25-10-2014 έως 14-8-2015, 2) ότι, από την έναρξη της απασχόλησης του ενάγοντος, ο τελευταίος αμοιβόταν με το ποσό των 510,75 ευρώ, 3) ότι, το ωράριο εργασίας του ενάγοντος ήταν από 08.00 έως 16.00 και όχι μετά το πέρας της 8ώρου εργασίας του, καθώς και ότι ουδέποτε απασχολήθηκε σε ημέρα Σαββάτου, Κυριακής ή αργίας, 4) ότι, εσφαλμένως η εκκαλουμένη απόφαση προέβη στον υπολογισμό του καθαρού μισθού και ωρομισθίου, με βάσει τις παραπάνω παραδοχές και στον φερόμενο ως μικτό μηνιαίο μισθό, 5) ότι δεν υφίσταται πρόσθετη απασχόληση, 6) ότι ουδέν ποσό οφείλεται στον ενάγοντα από υπερεργασία και υπερωρία, διότι ο τελευταίος ουδέποτε εργάστηκε πέραν του 8ώρου, 7) ότι ουδέποτε ο ενάγοντας απασχολήθηκε σε ημέρα Σάββατο, 8) ότι, αφού ο ενάγων δεν προσλήφθηκε την 15-5-2014 δεν δικαιούται άδεια ή επίδομα αδείας, 9) ότι ουδέποτε ο εναγόμενος αρνήθηκε να χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στον ενάγοντα, πλην όμως ο τελευταίος ουδέποτε αιτήθηκε κάτι τέτοιο, και 10) ότι η εκκαλουμένη εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή του περί αοριστίας της ένδικης αγωγής και ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, να απορριφθεί η αγωγή και να καταδικασθεί ο αντίδικός στην δικαστική του δαπάνη.
Με την από 3-7-2018 ως άνω αντέφεσή του, ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος – εκκαλών, παραπονούμενος για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, μόνο ως προς την απόρριψη του αγωγικού του αιτήματος περί παροχής δεκαπενταώρου εργασίας (από 07.00 έως 22.00′) και όχι επί δωδεκαώρου εργασίας όπως έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση (από 07.00 έως 19.00′), υπολειπομένων έτσι ποσών επί των αιτηθέντων κονδυλίων, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο και ζητεί να μεταρρυθμισθεί η εκκαλουμένη, επί τω τέλει, όπως γίνει δεκτή η αγωγή του εν όλω και να καταδικασθεί ο αντίδικός του στην δικαστική του δαπάνη.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 Ν. 435/1976, οι μισθωτοί που απασχολούνται νομίμως πέραν από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατα χρονικά όρια διάρκειας της ημερήσιας εργασίας, δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τοιαύτης απασχόλησης, η οποία είναι ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, αυξημένο κατά τα οριζόμενα στην παρ. 1 ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί, οι οποίοι παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία, δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν των απαιτήσεών τους εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς το 100% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου τους. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 της από 14-02-1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 11770/2030/1984 (Φ.Ε.Κ. Β’ 81/1984), η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 01-01-1984 σε σαράντα (40) ώρες, για την απασχόληση δε πέραν του συμβατικού (συλλογικού) εβδομαδιαίου ωραρίου έως τη συμπλήρωση του νόμιμου ανώτατου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας (υπερεργασία) καταβάλλεται αμοιβή σύμφωνα με το άρθρο 9 της με αριθμό 1/1982 απόφασης του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών, η οποία κηρύχθηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 11245/1982, δηλαδή με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, το οποίο κατά το άρθρο 5 της από 26-02-1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η οποία κυρώθηκε με τον Ν. 133/1975, υπολογίζεται επί του καταβαλλόμενου μισθού. Ειδικά για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, ως υπερεργασία θεωρείται η κατά τις εργάσιμες πέντε ημέρες της εβδομάδας απασχόληση πέραν των σαράντα (40) και μέχρι τη συμπλήρωση σαράντα πέντε (45) ωρών εργασίας εβδομαδιαίως. Επομένως, για τους εργαζομένους με το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας: α) η εργασία που παρέχεται πέραν του εβδομαδιαίου ωραρίου, το οποίο έχει καθορισθεί με ατομική συμφωνία ή με συλλογική σύμβαση εργασίας ή με διαιτητική απόφαση για κάθε κατηγορία εργαζομένων, η οποία ανέρχεται γενικώς σε σαράντα (40) ώρες και μέχρι τη συμπλήρωση του ανώτατου επιτρεπόμενου νόμιμου ωραρίου των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή πρώτη (41η) έως και τεσσαρακοστή πέμπτη (45η) ώρες την εβδομάδα αποτελούν υπερεργασία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25%, β) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών, ήτοι οι τεσσαρακοστή έκτη (46η), τεσσαρακοστή εβδόμη (47η) και τεσσαρακοστή ογδόη (48η) ώρες αποτελούν ιδιόρρυθμη υπερωρία, η οποία αμείβεται με το ωρομίσθιο και προσαύξηση 25% (για την οποία δεν απαιτείται άδεια της αρχής) και γ) η εργασία που παρέχεται πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών εβδομαδιαίως αποτελεί υπερωρία, η οποία, όταν είναι νόμιμη, αμείβεται σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 και 2 Ν. 435/1976. ήτοι οι εξήντα (60) πρώτες ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25%, οι επόμενες εξήντα (60) ώρες με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% και πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών με το ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75% (ΑΠ 804/2003 ΔΕΝ 2003.1387). Όμως, με τις διατάξεις των παρ. 1-5 του άρθρου 4 Ν. 2874/2000 (“Προώθηση της απασχόλησης και άλλες διατάξεις”) καταργήθηκε η υπερεργασία και ορίσθηκε ότι στις επιχειρήσεις, για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας σαράντα (40) ωρών εργασίας την εβδομάδα, ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του επί τρεις (3) ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση). Από 1-4-2001 και εφεξής, η πέραν των σαράντα τριών (43) ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ. 1 του Νόμου αυτού θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι τη συμπλήρωση των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 50%. Για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθρου 1 Ν. 435/1976. Ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση προς το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας. Ωστόσο, η διάταξη του άρθρου 4 Ν. 2874/2000 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3385/2005 και ισχύει από την 01-10-2005 με το εξής περιεχόμενο: “1. Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής ως κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%”. Από την τελευταία αυτή διάταξη (τόσο υπό την αρχική, όσο και υπό την ισχύουσα διατύπωση) σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση αμοιβής της “υπερεργασίας” ή της “ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης” και της παράνομης υπερωρίας στηρίζεται ευθέως στον νόμο και όχι στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις (ΕφΠειρ 103/2013, ΕφΛαρ 233/2012, ΕφΠειρ 573/2012, ΕφΠειρ 572/2009 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΔΣΑ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 Ν. 3863/2010. η οποία ισχύει από 15-07-2010 (βλ. άρθρ. 76 Ν. 3863/2010). Το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (δηλ. από την 41η έως και την 45η ώρα εκάστης εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομάδας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών, και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.7.1975 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του Ν 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 615/2008, ΑΠ 338/2008, ΑΠ 101/2008 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 804/2003 ΕλλΔνη 45.141, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΕφΠειρ 933/2003 ΕλλΔνη 45.544). Περαιτέρω, η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, δεν αποτελεί υπερεργασία, δηλαδή δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 418/2004 ΕλλΔνη 47.146, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΑΠ 679/2001 ΔΕΝ 2002.1628, ΑΠ 24/2000 ΔΕΝ 2000.851, ΑΠ 882/1998 ΔΕΝ 2000.378, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141 ΕφΑΘ 7576/2005 ΕλλΔνη 47.1474, ΕφΑΘ 810/2001 ΕλλΔνη 42.1381), ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερήσιας βάσης, είναι δυνατόν η εν λόγω εργασία, αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, μόνο εάν υπερβαίνει για κάθε μια από αυτές το γενικό νόμιμο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο (ΑΠ 679/2001 ΕλλΔνη 42.1590, ΑΠ 119/1997 ΕλλΔνη 38.1554, ΕφΠειρ 572/2009 ΠειρΝομ 2010.141). Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 του Ν. 435/1976 και 6 της από 14.2.1984 ΕΓΣΣΕ, για την εργασία των υπαγόμενων στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας μισθωτών, που παρέχεται κατά την έκτη (6) ημέρα της εβδομάδας, δηλαδή (κατά κανόνα) το Σάββατο, και δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης, το οποίο, σύμφωνα με τα άρθρα 1 και 9 παρ. 1 του Ν.Δ. 1037/1971 καθορίστηκε σε οκτώ (8) ώρες, οφείλεται ως αποζημίωση, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (άρθρ. 904 επομ. ΑΚ), ενόψει του ότι η εργασία αυτή είναι παράνομη, ως παρασχεθείσα σε ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, το ποσό το οποίο ο εργοδότης θα κατέβαλλε ως βασική αμοιβή σε άλλον εργαζόμενο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ιδιαίτερες περιστάσεις του τελευταίου, λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως, αφού κατά το ποσό αυτό, που δεν μπορεί να είναι κατώτερο από το νόμιμο ημερομίσθιο, καθίσταται χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερος ο εργοδότης, χωρίς να δικαιούται ο εργαζόμενος και οποιαδήποτε άλλη προσαύξηση (βλ. ΑΠ 175/2013 ΔΕΕ 2013.832, ΑΠ 191/2011, ΑΠ 1413/2009, ΑΠ 1519/2008, ΑΠ 2161/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 2125/2007 ΔΕΝ 2008.182, ΑΠ 2018/2007 ΕΕργΔ 2008.1191, ΕφΑΘ 3879/2012 ΤΝΠ Νόμος). Όμως, με τη διάταξη του άρθρου 8 Ν. 3846/2010, ορίστηκε ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδας κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Η εργασία κατά την 6η ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και συνεπώς άκυρη. Ο παράνομος χαρακτήρας της άλλωστε επιβεβαιώνεται από τη φράση του νομοθέτη «ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις», φράση που δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν επρόκειτο περί νόμιμης απασχόλησης. Κατά συνέπεια, ορθότερο θα ήταν να γίνεται λόγος για «αποζημίωση» και όχι «αμοιβή» της συγκεκριμένης απασχόλησης (Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό εργατικό Δίκαιο, σελ. 430). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 3 παρ. 15 του Ν. 4504/1966: «Η χρονική περίοδος χορηγήσεως της άδειας κανονίζεται μεταξύ εργοδότου και μισθωτών, του πρώτου υποχρεωμένου να χορηγήσει την αιτηθείσαν άδειαν το πολύ εντός διμήνου από της υπό του δευτέρου διατυπώσεως της σχετικής αιτήσεως. Πάντως, το ήμισυ τουλάχιστον των κατ’ έτος, εν εκάστη επιχειρήσει, δικαιουμένων αδείας, δέον να ικανοποιούνται εντός του από 1ης Μαΐου μέχρι 30ης Σεπτεμβρίου χρονικού διαστήματος. Η κατά τα ανωτέρω απαιτουμένη αίτησις σκοπεί μόνον εις τον προσδιορισμόν των χρονικών ορίων, εντός των οποίων υφίσταται υποχρέωσις δια την χορήγησιν της αδείας και δεν αποτελεί τυπικήν προϋπόθεσιν δια την υπό του μισθωτού, κατά τας διατάξεις του παρόντος νόμου, άσκησιν του εις άδειαν μετ’ αποδοχών δικαιώματος αυτού, του εργοδότου υποχρεουμένου όπως, προ της λήξεως του ημερολογιακού έτους, παράσχη την άδειαν, έστω και αν δεν εζητήθη αυτή υπό του μισθωτού». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η προβλεπόμενη από τον Α.Ν. 539/1945 ετήσια (κανονική) άδεια πρέπει να χορηγείται στον μισθωτό οπωσδήποτε μέσα στο έτος στο οποίο αφορά και δεν επιτρέπεται, ούτε με συμφωνία μεταξύ του τελευταίου και του εργοδότη, η μεταφορά αυτής εν όλω ή εν μέρει στο επόμενο ή μεθεπόμενο έτος. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως έχει τροποποιηθεί με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνήθηκε να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη κατ’ έτος άδειά του, υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο ο μισθωτός δικαιούται την άδεια, να καταβάλει σε αυτόν: α) τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες της άδειας και β) προσαυξήσεις των αποδοχών αυτών κατά 100% (δηλαδή τις αποδοχές άδειας στο διπλάσιο). Η προσαύξηση αυτή θεωρείται αστική κύρωση της υπερημερίας του εργοδότη, για τον λόγο αυτό και προϋποθέτει υπαιτιότητα του εργοδότη, έστω και στον βαθμό της ελαφράς αμέλειας (άρθρο 300 ΑΚ), η οποία όμως (υπαιτιότητα) δεν υπάρχει, όταν ο μισθωτός δεν ζήτησε την άδεια, οπότε και δεν δικαιούται την προσαύξηση (ΟλΑΠ 32/2005 ΕλλΔνη 2005.1030, ΑΠ 434/2011 ΔΕΝ 67.1274, ΑΠ 809/2010, ΑΠ 1678/2007, ΑΠ 1394/2005, ΑΠ 1339/2005, ΑΠ 1045/2004 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1234/2003 ΕλλΔνη 2005.1357, ΑΠ 636/2000 ΔΕΝ 2000.1357, ΑΠ 1554/1997 ΔΕΝ 1998.682). Για να είναι δε ορισμένη η αγωγή, με την οποία ζητείται η καταβολή στον μισθωτό προσαύξησης των αποδοχών άδειας κατά 100%, λόγω μη χορήγησης της άδειας εντός του έτους κατά την οποία την εδικαιούτο, απαιτείται να αναφέρεται στο δικόγραφό της, εκτός των άλλων, ότι αυτός υπέβαλε αίτημα προς τον εργοδότη για τη χορήγηση της άδειάς του και ο τελευταίος, από υπαιτιότητά του, δεν την χορήγησε (ΑΠ 581/1999 ΕλλΔνη 2000.92). Για τον υπολογισμό των αποδοχών της άδειας (όπως και του επιδόματος της άδειας) και, συνεπώς, και της προσαύξησης 100%, η οποία σημειωτέον γίνεται μόνον επί των αποδοχών και όχι επί του επιδόματος άδειας (ΑΠ 434/2011 ΔΕΝ 67.1275, ΑΠ 376/2006 ΕΕργΔ 2006. 1244), θα ληφθούν ως βάση οι αποδοχές (του μισθωτού) της 31ης Δεκεμβρίου του έτους στο οποίο αντιστοιχεί η άδεια αναψυχής, αφού η ημέρα αυτή αποτελεί το απώτατο χρονικό σημείο, κατά το οποίο υπάρχει υποχρέωση να χορηγηθεί η συγκεκριμένη άδεια και όχι η τυχόν εξ άλλης αιτίας (συμβατικής ή επίσης νόμιμης) οφειλόμενη (ΑΠ 570/2004 ΔΕΝ 2004.1404), με έννομη συνέπεια η εν λόγω ημερομηνία να αποτελεί δήλη ημέρα καταβολής των αποδοχών και του επιδόματος της άδειας, και όχι και της ανωτέρω αστικής ποινής, και συνεπώς από την επομένη της ημέρας αυτής οφείλονται σε στενή έννοια νόμιμοι τόκοι υπερημερίας (άρθρα 241 παρ. 1, 293 και 341 ΑΚ), χωρίς να απαιτείται όχληση του εργοδότη (άρθρο 345 ΑΚ) (ΟλΑΠ 40/2002 ΔΕΝ 2002.1699). Μετά δε τη λήξη του έτους εντός του οποίου έπρεπε να δοθεί στον εργαζόμενο η νόμιμη άδεια αναψυχής, η αξίωση για αυτή μετατρέπεται σε χρηματική, καθόσον μεταφορά της άδειας στο σύνολό της ή κατά ένα μέρος στον επόμενο χρόνο δεν επιτρέπεται, ακόμη και αν η μεταφορά γίνεται με τη συναίνεση του εργαζόμενου (ΑΠ 1234/2003 ΕΕργΔ 2004.210).
Από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, τις ένορκες επ’ ακροατηρίω του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά, καθώς επίσης και από τις με αριθμό ……………/18-10-2017 και …………../19-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αργοστολίου Άννας Γιαννακοπούλου και τις με αριθμό ……… – ………/20-10-2017 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, ενώπιον της Συμβολαιογράφου Πειραιώς Ελένης Τσούμα, οι οποίες αμφότερες ελήφθησαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, τα οποία έγγραφα και ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις ελήφθησαν υπόψιν, τόσο αυτοτελώς, όσο και σε συνδυασμό μεταξύ τους, κατά τον λόγο γνώσεως και τον βαθμό αξιοπιστίας, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και από τα υπό των διαδίκων συνομολογούμενα (άρθρο 261 ΚΠολΔ), απεδείχθησαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Αρχικώς, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, η υπό κρίση αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, αφού περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία την θεμελιώνουν και τα οποία δικαιολογούν την άσκηση αυτής, έχει ακριβή περιγραφή του αντικειμένου και ορισμένο αίτημα (άρθρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών και 10ου ως άνω λόγου εφέσεως, του εναγομένου και νυν εκκαλούντος – εφεσίβλητου. Περαιτέρω, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά : Ο εναγόμενος και νυν εκκαλών εφεσίβλητος, διατηρεί επιχείρηση χερσαίων μεταφορών, η οποία έχει την έδρα της στο ……………., ενώ διατηρεί υποκατάστημα (πρακτορείο) στην Αθήνα, επί της οδού ……… αρ. …… Αντικείμενος της επιχειρήσεώς του αυτής, είναι η διενέργεια με φορτηγά αυτοκίνητα οδικών μεταφορών εμπορευμάτων και λοιπών αντικειμένων, κυρίως εμπορικών επιχειρήσεων αλλά και ιδιωτών, από την Αθήνα προς την ………….. και αντίστροφα. Στις 15-5-2014, ο εναγόμενος προσέλαβε τον ενάγοντα, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως εργάτης – φορτοεκφορτωτής στο ως άνω υποκατάστημα της Αθήνας, με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (από Δευτέρα μέχρι και Παρασκευή) και οκτώ ώρες ημερησίως (από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00), αντί καθαρού μισθού 600 ευρώ. Το αντικείμενο της εργασίας του συνίστατο, κυρίως, στη φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων και λοιπών αντικειμένων και δη στη φόρτωση αυτών εντός και εκτός των φορτηγών αυτοκινήτων του εναγομένου, από Αθήνα προς ………….. και αντιστρόφως, στον εκάστοτε αποθηκευτικό χώρο, ώστε στη συνέχεια να παραληφθούν από τους παραλήπτες αυτών. Παράλληλα δε, ο ενάγων και νυν εφεσίβλητος – εκκαλών, μετέβαινε περιοδικά, τις εργάσιμες ημέρες κατά τις απογευματινές ώρες και τις ημέρες Σαββάτου κατά τις πρωινές ώρες, ως συνοδηγός, με φορτηγό αυτοκίνητο του εναγομένου σε διάφορους προορισμούς στον Ν. Αττικής, κυρίως σε οικίες, και περισυνέλεγε και φόρτωνε στο φορτηγό διάφορα αντικείμενα, τα οποία ακολούθως μεταφέρονταν στο πρακτορείο του εναγομένου, με σκοπό να φορτωθούν σε έτερα φορτηγά και να μεταφερθούν στην …………… Με αυτή την ειδικότητα, ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του μέχρι τις 14-8-2015, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, αποχωρώντας οικειοθελώς από την εργασία του. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, μέχρι και τις 25-10-2014, ο εναγόμενος δεν ανήγγειλε την πρόσληψη του ενάγοντος στον ΟΑΕΔ, ούτε προέβη στην ασφάλισή του στο ΙΚΑ, μη καταβάλλοντας και τις σχετικές ασφαλιστικές εισφορές. Ωστόσο, μετά από συνεχείς οχλήσεις και διαμαρτυρίες του ενάγοντος, ο εναγόμενος ανήγγειλε στις αρμόδιες αρχές ότι προσέλαβε τον ενάγοντα, με ημερομηνία πρόσληψης όμως την 25-10-2014 και όχι την πραγματική της 15-5-2014. Ο ισχυρισμός του εναγομένου και νυν εκκαλούντος – εφεσίβλητου, ότι ο ενάγων προσελήφθη στις 25-10-2014, τυγχάνει πρωτίστως απορριπτέος ως αβάσιμος στην ουσία του, αφού, ο εναγόμενος κατέθετε τις καθαρές αποδοχές του ενάγοντος, όσο και του πατέρα αυτού, στον τραπεζικό λογαριασμό του τελευταίου, από τις 15-5-2014 μέχρι και τις 9-10-2014, όπως αποδεικνύεται από την εκτύπωση κινήσεων πελατειακού λογαριασμού της Τράπεζας ………….., και οι οποίες καλύπτουν το άθροισμα των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του ενάγοντος, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτόμενου προς τούτο του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος – εναγομένου. Περαιτέρω, ο εναγόμενος, μετά την αναγγελία της πρόσληψης του ενάγοντος, κατέβαλλε στον τελευταίο ως καθαρό μηνιαίο μισθό το ποσό των 800 ευρώ, κατόπιν νεώτερης συμφωνίας των διαδίκων. Ωστόσο, γνωστοποίησε στο ΙΚΑ ότι ο ενάγων δήθεν αμείβεται σύμφωνα με τον (κατώτερο) νόμιμο μισθό, ειδικότερα δε ότι δήθεν αμείβεται με ακαθάριστο μισθό ύψους 510,95 ευρώ, όπως αυτός προβλέπεται από την Ε.Γ.Σ.Σ.Ε.. Τούτο δε έπραξε προφανώς για να καταβάλλει προς το ΙΚΑ μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές, ήτοι τις μικρότερες ασφαλιστικές εισφορές που αναλογούσαν στον (κατώτερο) νόμιμο μισθό και όχι τις μεγαλύτερες που αναλογούσαν στον (ανώτερο) συμβατικό καθαρό μισθό των 800 ευρώ που πράγματι, σε εκτέλεση της σχετικής προφορικής συμφωνίας του με τον ενάγοντα, κατέβαλλε στον τελευταίο. Ειδικότερα, με βάση τον προφορικά συμφωνηθέντα καθαρό μηνιαίο μισθό, οι καταβλητέες ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν για το χρονικό διάστημα από 15-5-2014 μέχρι και 24-10-2014 στο ποσό των 740,28 ευρώ (ήτοι 600 ευρώ καθαρός μισθός + 140,28 ευρώ αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ – ΕΤΑΜ εκ ποσοστού 18,95%) και για το χρονικό διάστημα από 25-10-2014 μέχρι 14-08- 2015 στο ποσό των 987,05 ευρώ (ήτοι 800 ευρώ καθαρός μισθός + 187,05 ευρώ αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές ΙΚΑ – ΕΤΑΜ εκ ποσοστού 18,95%). Το δε ωρομίσθιο διαμορφώνεται, αντίστοιχα, στο ποσό των 4,44 ευρώ (740,28 ευρώ : 25 X 6 :40) και στο ποσό των 5,92 ευρώ (987,05 ευρώ: 25 X 6 :40). Επομένως, ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι οι ακαθάριστες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 510,75 ευρώ, επομένως οι καθαρές μηνιαίες αποδοχές στο ποσό των 413,96 ευρώ (510,75 ευρώ – 96,79 ευρώ αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές εκ ποσοστού 18,95%), αναιρείται από την εξοφλητική απόδειξη μισθοδοσίας μηνός Ιουνίου 2015, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα, κάτω από το μηχανογραφημένο κείμενο της απόδειξης, στο οποίο (μηχανογραφημένο κείμενο) αναγράφεται ως σύνολο μικτών αποδοχών του ενάγοντος το ποσό των 510,95 ευρώ και ως σύνολο καθαρών αποδοχών το ποσό των 414,12 ευρώ, υπάρχει χειρόγραφη σημείωση, με ημερομηνία 15-07-2017, με την υπογραφή του ενάγοντος και τη σφραγίδα της επιχείρησης του εναγομένου, από την προκύπτει ότι ο ενάγων έλαβε το καθαρό ποσό των 500 ευρώ ως «έναντι Ιουλίου» και ότι απομένει οφειλόμενο το ποσό των 386 ευρώ («επιπλέον 386 ευρώ»). Το αποδεικτικό πόρισμα περί του αληθούς ύψους του μηνιαίου μισθού του ενάγοντος ενισχύεται περαιτέρω από το ύψος των μηνιαίων καταθέσεων της μισθοδοσίας του ενάγοντος, που από τις 27-12-2014 μέχρι τις 13-08-2015 πραγματοποιούσε ο εναγόμενος στον τραπεζικό λογαριασμό του πατέρα του ενάγοντος, όπως προκύπτει από τα αντίγραφα συναλλαγής μεταφοράς της ανωτέρω τράπεζας. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι λόγω του εύρους του μεταφορικού έργου και του μεγάλου φόρτου εργασίας στην επιχείρηση του εναγομένου, ο ενάγων εργαζόταν τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας ημερησίως επί 12 ώρες κατά μέσον όρο και δη από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 19:00. Η συστηματική απασχόληση του ενάγοντος καθ’ υπέρβαση του συμβατικού και νόμιμου ωραρίου του αποδεικνύεται, κυρίως, από τη σαφή και κατηγορηματική ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, πατέρα του ενάγοντος, ο οποίος επίσης απασχολούνταν στο υποκατάστημα του εναγομένου και έχει άμεση γνώση και ιδία αντίληψη ως προς τον χρόνο έναρξης και λήξης της εργασίας του ενάγοντος, η δε κατάθεσή του δεν αναιρείται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, υιού του εναγομένου, και τις ένορκες βεβαιώσεις, που ο εναγόμενος νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει. Ωστόσο, όπως προκύπτει από την ιστοσελίδα της επιχείρησης του εναγομένου, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, το ωράριο λειτουργίας του πρακτορείου σε άλλο σημείο αναγράφεται ότι είναι από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 16:00, σε άλλο σημείο από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 17:30 και σε άλλο σημείο από ώρα 08:00 μέχρι ώρα 16:00. Εν πάση περιπτώσει, είναι πρόδηλο ότι το ωράριο αυτό αποτελεί το ωράριο κατά το οποίο το πρακτορείο της επιχείρησης ήταν ανοικτό για τους πελάτες της και δη για την παραλαβή ή παράδοση εμπορευμάτων και λοιπών αντικειμένων και όχι προς τους εργαζομένους. Εξάλλου, ακόμη και ο μάρτυρας ανταπόδειξης αναφέρθηκε στην κατάθεσή του σε απασχόληση του ενάγοντος καθ’ υπέρβαση του οκταώρου, για την οποία μάλιστα απασχόληση κατέθεσε ότι ο ενάγων «πληρώθηκε μαύρα», έστω και αν απέφυγε να προσδιορίσει την έκταση αυτής. Επομένως, βάσει των παραπάνω, ο ενάγων εργαζόταν επί 60 ώρες εβδομαδιαίως, από τις οποίες οι 40 ώρες αποτελούν το συμβατικό ωράριο, οι πέντε επόμενες (από 41η μέχρι και την 45η) υπερεργασία και οι 15 επόμενες (από την 46η μέχρι και την 60η) υπερωρία. Η υπερωρία αυτή είχε τον χαρακτήρα της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, διότι ο εναγόμενος δεν είχε τηρήσει τις προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Έτσι, ο ενάγων δικαιούται για κάθε ώρα υπερεργασίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 20% και για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 80%, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Επομένως, με βάση τα προαναφερόμενα δικαιούται: Α) Για το χρονικό διάστημα από 15-05-2014 μέχρι 24-10-2014: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 590,83 ευρώ [δηλ. 22,17 εβδομάδες (ήτοι 5,33 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 5 ώρες ανά εβδομάδα X 5,33 ευρώ (ήτοι 4,44 ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση= 5,33 ευρώ)] και β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 2.657,07 ευρώ [δηλ. 22,17 εβδομάδες (ήτοι 5,33 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 15 ώρες ανά εβδομάδα X 7,99 ευρώ (ήτοι 4,44 ευρώ ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση= 7,99 ευρώ)]. Β) Για το χρονικό διάστημα από 25-10-2014 μέχρι 14-08-2015: α) Για την αμοιβή της υπερεργασίας, το συνολικό ποσό των 1.184,40 ευρώ [δηλ. 40,18 εβδομάδες (ήτοι 9,66 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 5 ώρες ανά εβδομάδα X 7,10 ευρώ (ήτοι 5,92 ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση= 7,10 ευρώ)] και β) Για την αποζημίωση της κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το συνολικό ποσό των 6.424,78 ευρώ [δηλ. 40,18 εβδομάδες (ήτοι 9,66 μήνες X 4,16 εβδομάδες) X 15 ώρες ανά εβδομάδα X 10,66 ευρώ (ήτοι 5,92 ευρώ ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση= 10,66 ευρώ)]. Δηλαδή, για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 11.099,07 ευρώ (590,83 + 2.657,07+ 1.426,39+ 6.424,78), όπως ορθά και αιτιολογημένα έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων απασχολούνταν καθ’ υπέρβαση του πενθήμερου και κατά ημέρα Σάββατο, ως 6η ημέρα της εβδομάδας, και συγκεκριμένα κατά μέσο όρο 2 Σάββατα μηνιαίως, ημερησίως από ώρα 07:00 μέχρι ώρα 15:00, δηλαδή επί 8 ώρες. Ο λόγος εφέσεως του εκκαλούντος – εναγομένου ότι ο ενάγων δεν απασχολούνταν κατά ημέρα Σάββατο, επειδή το πρακτορείο της επιχείρησής του την ημέρα αυτή ήταν κλειστό, αντιφάσκει προς την από 25-10-2014 γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας (Π.Δ. 156/1994), που συνέταξε ο ίδιος ο εκκαλών – εναγόμενος, στην οποία αναγράφεται ότι η πενθήμερη απασχόληση του ενάγοντος εκτείνεται από Δευτέρα μέχρι Σάββατο, όπως και προς την αναφορά στην ιστοσελίδα της επιχείρησής του στο διαδίκτυο, σύμφωνα με την οποία «Η εταιρεία μας λειτουργεί από Δευτέρα έως Σάββατο», ενώ και ο πληρεξούσιος δικηγόρος του τελευταίου, ενώπιον της Επιθεώρησης Εργασίας, δήλωσε ότι ο ενάγων «Εργαζόταν από Δευτέρα έως Σάββατο» (βλ. σχετικό δελτίο εργατικής διαφοράς). Ως εκ τούτου και ο εν λόγω λόγος εφέσεως του εκκαλούντος – εναγομένου, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος. Έτσι, για την απασχόλησή του κατά ημέρα Σάββατο, ο ενάγων δικαιούται το καταβαλλόμενο ημερομίσθιό του προσαυξημένο κατά ποσοστό 30% και ειδικότερα τα παρακάτω ποσά: Α) Για το χρονικό διάστημα από 15-05-2014 μέχρι 24-10-2014, το συνολικό ποσό των 410,30 ευρώ [δηλ. 2 Σάββατα ανά μήνα X 5,33 μήνες X 38,49 ευρώ (ήτοι 740,28 ευρώ μισθός : 25 ημέρες = 29,61 ευρώ ημερομίσθιο + 30%= 38,49 ευρώ)], πλην όμως ο ενάγων αιτείται το έλασσον ποσό των 384,93 ευρώ που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση. Β) Για το χρονικό διάστημα από 25-10-2014 μέχρι 14-08-2015, το συνολικό ποσό των 991,50 ευρώ [δηλ. 2 Σάββατα ανά μήνα X 9,66 μήνες X 51,32 ευρώ (ήτοι 987,05 ευρώ μισθός : 25 ημέρες = 39,48 ευρώ ημερομίσθιο + 30%= 51,32 ευρώ)]. Επομένως, για την απασχόλησή του κατά ημέρα Σάββατο, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 1.376,43 ευρώ (384,93+ 991,50). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούταν, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ετήσια άδεια αναψυχής 15 εργάσιμες ημέρες (2 ημέρες X 7,53 μήνες) για το έτος 2014 και 15 εργάσιμες ημέρες (2 ημέρες X 7,46 μήνες) για το έτος 2015, τις οποίες έπρεπε να λάβει εντός του οικείου έτους. Ο ενάγων ζήτησε από τον εναγόμενο προφορικώς να του χορηγήσει τις παραπάνω ημέρες ετήσιας άδειας αναψυχής για το έτος 2014 εντός του ημερολογιακού έτους, πλην όμως ο εναγόμενος αρνήθηκε τη χορήγησή τους, με την αιτιολογία ότι υπήρχε φόρτος εργασίας. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η μη χορήγηση στον ενάγοντα των ημερών ετήσιας άδειάς του έτους 2014 οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του εναγομένου. Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) του εναγομένου να του χορηγήσει κατά το έτος 2014 το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας, τις οποίες όφειλε να του χορηγήσει, τις αποδοχές άδειας, δηλαδή τις συνήθεις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν απασχολούνταν στην επιχείρηση του εναγομένου κατά τον αντίστοιχο χρόνο, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%, ενώ για το έτος 2015, κατά το οποίο λύθηκε η σύμβαση εργασίας του, χωρίς ο ενάγων να λάβει τις ημέρες αδείας, ο τελευταίος δικαιούται τις αποδοχές μη ληφθείσας αδείας. Ειδικότερα, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για τις πιο πάνω αιτίες τα κάτωθι χρηματικά ποσά: α) Για το έτος 2014, το ποσό των 1.184,40 ευρώ (δηλ. 39,48 ευρώ ημερομίσθιο X 15 ημέρες= 592,20 ευρώ + 100% προσαύξηση= 1.184,40) για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και προσαύξηση αυτών κατά ποσοστό 100% και β) για το έτος 2015, το ποσό των 592,20 ευρώ (δηλ. 39,48 ευρώ ημερομίσθιο X 15 ημέρες= 592,20 ευρώ) για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας. Επιπλέον, ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα το επίδομα αδείας έτους 2014, που ανέρχεται στο ποσό των 493,53 ευρώ (ήτοι 987,05 ευρώ X 1/2). Δηλαδή, για τις παραπάνω αιτίες (αποδοχές αδείας, προσαύξηση αυτών και επίδομα αδείας), ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 2.270,13 ευρώ. Για όλες δε τις προαναφερόμενες αιτίες, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 14.745,63 ευρώ (11.099,07 + 1.376,43 + 2.270,13), όπως ορθά και αναλυτικά εκθέτει η εκκαλουμένη απόφαση.
Συνεπώς, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και σε ουδεμία πλημμέλεια υπέπεσε, αιτιολογώντας πλήρως και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις κείμενες νομικές διατάξεις και ως εκ τούτου οι λόγοι αμφοτέρων της υπό κρίση έφεσης και αντέφεσης περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αυτών, συνεχομένων δια ταυτοσήμου επιχειρηματολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες. Ως εκ τούτου, η υπό κρίση έφεση και αντέφεση πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμες, ενώ, τέλος, η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί μεταξύ των διαδίκων (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Συνεκδικάζει τις από 8-3-2018 και 3-7-2018 έφεση και αντέφεση.
Δέχεται αυτές τυπικά και απορρίπτει στην ουσία αμφότερες έφεση και αντέφεση.
Συμψηφίζει τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 8 Οκτωβρίου 2019 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
