Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Οικιακοί μισθωτοί. Οικόσιτοι και μη. Η εργασιακή τους σχέση δεν διέπεται από τις ειδικές διατάξεις για τον χρόνο εργασίας των μισθωτών, για εργασία κατά τις Κυριακές, αργίες, ημέρες αναπαύσεως, υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, επιπλέον δε, δεν ισχύουν γι’ αυτούς τα κατώτατα όρια μισθών και ημερομισθίων των εκάστοτε εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αλλά ο μισθός τους ρυθμίζεται με συμφωνία και, σε περίπτωση που δεν συμφωνήθηκε, οφείλεται ο ειθισμένος μισθός. Προφορική και αζήμια καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Δικαίωμα αδείας του μισθωτού. Δέχεται την έφεση της εργαζόμενης. Δέχεται κατά ένα μέρος την αγωγή. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 53.179,86 Ευρώ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

6443/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ: 4ο

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Παναγιώτα Χρυσοχόου, Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ελισσάβετ Τσιτσικάου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 7 Ιανουαρίου 2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ- ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: ……. συζ. ………, κατοίκου ……, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Δημήτριο Βλαχόπουλο.

ΤΗΣ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ- ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: ……….  …….., το γένος …….. και …………, κατοίκου ………, νόμιμα εκπροσωπουμένης υπό της Δικαστικής της Συμπαραστάτριας κ. ………. του …….., κατοίκου ………., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μαζί με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ιωάννη Χατζόπουλο.

Η ενάγουσα ……… ……, με την από 23 Ιουνίου 2016 αγωγή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που έχει κατατεθεί με αριθμό …./2016, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμόν 314/2019 οριστική του απόφαση με την οποία έταξε όσα αναφέρονται σ’ αυτήν.

Την απόφαση αυτή προσέβαλαν οι εκκαλούσες με τις από 9 Ιουλίου 2019 και 26 Ιουλίου 2019 αντίθετες εφέσεις τους προς το Δικαστήριο τούτο, που έχουν κατατεθεί με αριθμούς ……/2019 και ……/2019.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.

Οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων αναφέρθηκαν στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

I. Οι από 9/7/2019 και από 26/7/2019 αντίθετες εφέσεις κατά της υπ’ αριθμό 314/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθήνας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών (άρθρα 614 και 621 ΚΠολΔ), επί αγωγής της εκκαλούσας της από 9/7/2019 έφεσης, η οποία (αγωγή) έγινε εν μέρει δεκτή, έχουν ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 511 επ. ΚΠολΔ) και επομένως, πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές και να ερευνηθούν περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενες (άρθρα 246 και 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την ίδια ως άνω διαδικασία.

II. Με την αγωγή επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου της, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εξέθεσε ότι, δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προσελήφθη από την εναγομένη – που εκπροσωπείται από τη δικαστική συμπαραστάτριά της, ……………… – και εργάστηκε γι’ αυτήν από τις 6/6/2011 μέχρι τις 26/12/2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή της, δίχως την τήρηση έγγραφου τύπου και την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, απασχολούμενη, αρχικά, έως τις 12/7/2011, ως αποκλειστική νοσοκόμα, στη συνέχεια, από τις 13/7/2011 έως τις 30/11/2011, ως οικιακή βοηθός – νοσηλεύτρια και, τέλος, από την 1/12/2011 και εξής, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός, με μηνιαίο μισθό 3.000 ευρώ, ζήτησε, δε, μετά τον μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει τα οφειλόμενα επιδόματα εορτών, εκ 25.748,31 ευρώ και να αναγνωριστεί ότι της οφείλει, αφενός, το ποσό των 38.155,67 ευρώ, για επιδόματα και αποδοχές (μη ληφθείσης) αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, αφού, αν και ζήτησε τις άδειες των επιδίκων ετών, η εναγομένη δεν της τις χορήγησε, καθώς και το ποσό των 12.574,83 ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο από την ημέρα που κατέστη απαιτητό το κάθε επιμέρους ποσό, άλλως, από την επίδοση της αγωγής και, ακόμα, να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει το πιστοποιητικό εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ, ενόψει της αδικαιολόγητης άρνησής της να ικανοποιήσει το σχετικό αίτημά της και να καταδικαστεί στη δικαστική της δαπάνη. Με την εκκαλούμενη απόφασή του, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχτηκε εν μέρει την ως ανωτέρω αγωγή, ως νόμω και ουσία βάσιμη, κατά της αποφάσεως, δε, αυτής παραπονούνται αμφότερες οι διάδικοι, με τις υπό κρίση εφέσεις τους και ζητούν, για τους αναφερόμενους σε αυτές λόγους, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη, με σκοπό η μεν ενάγουσα να γίνει καθ’ ολοκληρίαν δεκτή η αγωγή, η δε εναγομένη να απορριφθεί.

III. Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα πρακτικά της υπ’ αριθμό 314/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και όλων, ανεξαιρέτως, των εγγράφων, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται – μεταξύ των οποίων και η νομίμως ληφθείσα, με αριθμό ………/28.4.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος της ενάγουσας, ………………, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών – αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την εναγομένη – υπέργηρη και εκπροσωπούμενη νομίμως από τη δικαστική συμπαραστάτριά της, ………………  – και εργάστηκε γι’ αυτήν από τις 6/6/2011 έως τις 26/12/2015, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβασή της, δίχως την τήρηση έγγραφου τύπου και την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, απασχολούμενη, αρχικά, έως τις 12/7/2011, ως αποκλειστική νοσοκόμα, εν συνεχεία, από τις 13/7/2011 μέχρι τις 30/11/2011, ως οικιακή βοηθός – νοσηλεύτρια και, τέλος, από την 1/12/2011 και εξής, ως οικόσιτη οικιακή βοηθός – νοσοκόμα, αντί του συμφωνηθέντος μηνιαίου μισθού των 3.000 ευρώ, όπερ και προέκυψε σαφώς, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενάγουσα δεν παρείχε μόνο τις υπηρεσίες της οικιακής βοηθού στην εναγομένη, αλλά και, κυρίως, αυτές της νοσοκόμας – κατείχε άδεια εργασίας αποκλειστικής αδελφής νοσοκόμας-, δεκτού γενομένου, ως βασίμου, του σχετικού λόγου της εφέσεώς της, εξακολουθούν, δε, να της οφείλονται τα δώρα εορτών, συνολικού ποσού 21.499,86 ευρώ – και ειδικότερα: α) για αναλογία δώρου Χριστουγέννων 2011, το ποσό των 2.749,98 ευρώ (3.000 ευρώ X 2/25 X 11 19ήμερα εργασίας από 6/6/2011 έως 31/12/2011 = 2.640 ευρώ + 2.640 X 0,04166 η αναλογία του επιδόματος αδείας), β) για δώρο Πάσχα 2012, το ποσό των 1.562,49 ευρώ (3.000 ευρώ : 2 = 1.500 ευρώ + 1.500 X 0,04166), γ) για δώρο Χριστουγέννων 2012, το ποσό των 3.124,98 ευρώ (3.000 ευρώ + 3.000 X 0,04166), δ) για δώρο Πάσχα 2013, το ποσό των 1.562,49 ευρώ, ε) για δώρο Χριστουγέννων 2013, το ποσό των 3.124,98 ευρώ, στ) για δώρο Πάσχα 2014, το ποσό των 1.562,49 ευρώ, ζ) για δώρο Χριστουγέννων 2014, το ποσό των 3.124,98 ευρώ, η) για δώρο Πάσχα 2015, το ποσό 1.562,49 ευρώ και θ) για δώρο Χριστουγέννων 2015, το ποσό των 3.124,98 ευρώ -, καθώς και τα επιδόματα και οι αποδοχές μη ληφθείσης αδείας, συνολικού ποσού 21.180 ευρώ – και ειδικότερα, για αποδοχές αδείας έτους 2011, το ποσό των 1.680 ευρώ (2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης, ήτοι 3.000 ευρώ X 2/25 X 7 μήνες), για αποδοχές αδείας των ετών 2012, 2013, 2014 και 2015, ένας μηνιαίος μισθός κατ’ έτος, ήτοι 12.000 ευρώ (3.000 ευρώ X 4 έτη) και για επιδόματα αδείας των επιδίκων ετών, μισός μηνιαίος μισθός κατ’ έτος, ήτοι 7.500 ευρώ (1.500 ευρώ X 5 έτη). Όσον αφορά, δε, στην αιτούμενη προσαύξηση ποσοστού 100% επί των ως ανωτέρω αποδοχών αδείας, σημειωτέον ότι, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, όπως έχει συμπληρωθεί με το άρθρο 3 του Ν.Δ. 3755/1957, ο εργοδότης που αρνήθηκε να χορηγήσει στον μισθωτό τη νόμιμη, κατ’ έτος, άδειά του, υποχρεούται, μόλις λήξει το έτος κατά το οποίο ο εργαζόμενος δικαιούται την άδεια, να του καταβάλει, εκτός από τις αποδοχές που αντιστοιχούν στις ημέρες της άδειας, την προσαύξηση των εν λόγω αποδοχών κατά ποσοστό 100%, η οποία θεωρείται αστική κύρωση της υπερημερίας του εργοδότη και γι’ αυτό προϋποθέτει υπαιτιότητά του, έστω και στον βαθμό της ελαφριάς αμέλειας και υπάρχει εφόσον ο μισθωτός ζήτησε την άδεια – αυτούσια, γραπτά ή προφορικά και έγκαιρα, για συγκεκριμένο έτος -, ο δε εργοδότης δεν του τη χορήγησε (ΑΠ 1970/2017, 1180/2017, 455/2010, ΤΝΠ Νόμος), εξαναγκάζοντάς τον σε παροχή εργασίας, κατά τον χρόνο που έπρεπε να βρίσκεται σε νόμιμη άδεια, τούτο, όμως, δεν αποδείχθηκε εν προκειμένω, απορριπτομένου του αντίστοιχου κονδυλίου της αγωγής, προεχόντως, ως ουσία αβασίμου, ενώ απορριπτέο, ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, τυγχάνει και το αίτημα της αγωγής περί χορηγήσεως στην ενάγουσα του πιστοποιητικού εργασίας του άρθρου 678 ΑΚ, αφού, από τα τεθέντα υπόψη του Δικαστηρίου τούτου αποδεικτικά στοιχεία, δεν προέκυψε ότι η εναγομένη αρνήθηκε να χορηγήσει στην ενάγουσα το εν λόγω πιστοποιητικό, απορριπτομένων, συνακόλουθα, ως αβασίμων, των σχετικών λόγων έφεσης. Εν συνεχεία, η ενάγουσα δικαιούται αποζημίωση απόλυσης, ποσού 10.500 ευρώ (3 μηνιαίοι μισθοί, συν το 1/6 αυτών, για την αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας), αναφορικά, δε, με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν υποχρεούται να καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, κατ’ άρθρο 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, επισημαίνεται πως, κατ’ άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση, κατά δε τα άρθρα 6 παρ. 2 του Β.Δ. της 16/18 Ιουλίου 1920 και 5 παρ. 1 του Ν. 2112/1920, ο εργοδότης μπορεί να καταγγείλει δίχως τήρηση προθεσμίας τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχτηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή εάν απαγγέλθηκε κατ’ αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος, ήτοι, η καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας για τον λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ενώ, κατ’ άρθρο 7 του νόμου 3198/1955, η προαναφερθείσα διάταξή του δεν εφαρμόζεται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ’ αυτών μηνύσεως (εκτός εάν επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού με βούλευμα ή δικαστική απόφαση), εν προκειμένω, ωστόσο, οι επικαλούμενες από την εναγομένη, από 26/2/2016 και από 20/4/2017 μηνύσεις εναντίον της ενάγουσας υποβλήθηκαν μετά την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας και άραγε, δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων, κατά την προφανή έννοιά τους, ούτε, άλλωστε, η κρίση της υπ’ όψιν αγωγής εξαρτάται από την έκβαση αυτών των μηνύσεων, απορριπτομένου του αιτήματος της εναγομένης να αναβληθεί η δίκη, ο δε ισχυρισμός της περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος από την πλευρά της ενάγουσας, λόγω της εξώδικης ομολογίας της ότι ουδέν ποσό της οφείλεται εκ της εργασίας της, της κρινόμενης αγωγής ασκηθείσης με σκοπό τον περιορισμό των ανταπαιτήσεων της εναγομένης, τυγχάνει απορριπτέος, ως νόμω αβάσιμος, διότι και αληθή υποτιθέμενα τα ανωτέρω δε στοιχειοθετούν την έννοια της κατάχρησης δικαιώματος.

IV. Συμπερασματικά, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την υπό κρίση αγωγή, έσφαλε όσον αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτού γενομένου, ως βασίμου, κατά τα προεκτεθέντα, του λόγου της από 9/7/2019 έφεσης της ενάγουσας περί του ύψους του μισθού της. Επομένως, πρέπει η ως άνω έφεση να γίνει δεκτή και κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση, να απορριφθεί, δε, ως ουσία αβάσιμη, η από 26/7/2019 έφεση της εναγομένης, απορριπτομένων όλων των λόγων της, ως αβασίμων, κατά τα προδιαληφθέντα, επίσης, να επιβληθεί στην εκκαλούσα η δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (183 ΚΠολΔ), κατά το διατακτικό. Περαιτέρω, κρατηθείσης της υπόθεσης από το Δικαστήριο τούτο, προς εκδίκαση κατ’ ουσίαν (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει η αγωγή, αφού απορριφθεί ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο, να γίνει εν μέρει δεκτή, ως νόμω και ουσία βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 21.499,86 ευρώ, για δώρα εορτών, με τον νόμιμο τόκο τα μεν δώρα Πάσχα από την 1η Μαΐου του έτους στο οποίο αφορούν, τα δε δώρα Χριστουγέννων από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους αυτού στο οποίο αφορούν, ακόμα, να αναγνωριστεί ότι οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των 21.180 ευρώ, για αποδοχές και επιδόματα αδείας, με τον νόμιμο τόκο από την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους αυτού στο οποίο αφορούν, καθώς και το ποσό των 10.500 ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδικης καταγγελίας, ήτοι από 27/12/2015. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί στην εναγομένη μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις από 9/7/2019 (αρ. κατ. ……/2019) και από 26/7/2019 (αρ. κατ. ……/2019) αντίθετες εφέσεις, αντιμωλία των διαδίκων.

Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ’ ουσίαν την από 26/7/2019 (αρ. κατ. ……/2019) έφεση.

Επιβάλλει στην εκκαλούσα τη δικαστική δαπάνη της εφεσίβλητης του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, την οποίαν ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων (400) ευρώ.

Δέχεται τυπικά και κατ’ ουσίαν την από 9/7/2019 (αρ. κατ. ……/2019) έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη, με αριθμό 314/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή.

Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε ως απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι μιας χιλιάδων τετρακοσίων ενενήντα εννέα ευρώ και ογδόντα έξι λεπτών (21.499,86), για επιδόματα εορτών, με τον νόμιμο τόκο κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

Αναγνωρίζει ότι η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των είκοσι μιας χιλιάδων εκατόν ογδόντα (21.180) ευρώ, για αποδοχές και επιδόματα αδείας, με τον νόμιμο τόκο όπως αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης, καθώς και το ποσό των δέκα χιλιάδων πεντακοσίων (10.500) ευρώ, για αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο από 27/12/2015.

Επιβάλλει στην εναγομένη μέρος της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, το οποίο ορίζει στο ποσό των οχτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Νοεμβρίου 2020, απουσών των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies