Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Εκ περιτροπής εργασία. Για την επιβολή από τον εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση απαιτείται αφενός να συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητάς του και αφετέρου να γίνει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων. Βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας και δυνατότητες του εργαζόμενου. Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Κριτήρια. Ευθύνη διαδόχου και αρχικού εργοδότη. Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν. Απορρίπτει ένσταση του άρθρου 656 εδ. β’ ΑΚ ως απαραδέκτως υποβληθείσα, επειδή δεν αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο. Λόγω της μη πλήρωσης των τυπικών προϋποθέσεων για τη μονομερή επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, αυτή είναι άκυρη. Η επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας διάρκειας μίας ημέρας την εβδομάδα είναι άκυρη επιπλέον και ως καταχρηστική. Συνέτρεχε προφανής δυσαναλογία μεταξύ των χρονικών διαστημάτων εργασίας του ενάγοντος και του όγκου της διαθέσιμης εργασίας. Πλέον τούτων, η εκ περιτροπής εργασία παρίσταται ως δυσανάλογα επαχθές μέτρο για τον ενάγοντα, καθώς είχε ως αποτέλεσμα τη μισθολογική συρρίκνωση των αποδοχών του κατά ποσοστό 80%, δηλαδή ο ενάγων λάμβανε ως αποδοχές από την εργασία του ποσό χαμηλότερο ακόμη και από το ποσό που θα είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει ως επίδομα ανεργίας, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του. Αποδοχές υπερημερίας. Η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια, διότι η πρώτη εναγομένη, αν και μπορούσε, ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή του ενάγοντος εργαζομένου της. Η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης διατήρησε την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της, δηλαδή τη δεύτερη εναγομένη και επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης. Η υπερημερία της πρώτης εναγομένης, από τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του ενάγοντος, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν. Αναγνωρίζει ακυρότητα της μονομερώς επιβληθείσας εκ περιτροπής απασχόλησης. Αναγνωρίζει τη νομιμότητα της επίσχεσης εργασίας. Αναγνωρίζει ότι ο εργαζόμενος συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, λόγω μεταβίβασης επιχείρησης. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 24.077,87 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΠΟΦΑΣΗ 891/2017
(Αριθμός κατάθεσης αγωγής: …../…../2014)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τον Δικαστή Θεόδωρο Σταματόπουλο, Πρωτοδίκη, ο οποίος ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου, και από τη Γραμματέα Φωτεινή Μαρίνου.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 27 Ιανουαρίου 2017 για να δικάσει τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…../2014 αγωγή, με αντικείμενο εργατική διαφορά, μεταξύ:
ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ….. ….. ….., κατοίκου Αθηνών (οδός ….. αρ. …), που παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου του Γεωργίου-Μιχαήλ, κατοίκου Αθηνών (οδός 28ης Οκτωβρίου αρ. 95), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ: 1) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…..» και τον διακριτικό τίτλο «…..», που εδρεύει στη ….. Ν. Αττικής (οδός ….. αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, και 2) Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…..» και τον διακριτικό τίτλο «…..», που εδρεύει στη ….. Ν. Αττικής (οδός ….. αρ. …) και εκπροσωπείται νόμιμα, που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Ευάγγελου Μπέη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Αθηνών (οδός Σαρανταπήχου αρ. 15), ο οποίος κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.
Ο ενάγων άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 08-09- 2014 αγωγή του, δικάσιμος προς συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικά στις 17-03-2015 και μετ’ αναβολή η αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας.
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παριστάμενων διαδίκων ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τη με αριθμό …../12-09-2014 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που ο ενάγων νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο στις 17-03-2015, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε με απλή σημείωση στο πινάκιο (άρθρ. 241 παρ. 1 ΚΠολΔ) για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην πρώτη εναγομένη. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στην ως άνω δικάσιμο ούτε εκπροσωπήθηκε νόμιμα από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από το πινάκιο με τη σειρά που ήταν γραμμένη, και συνεπώς, δεδομένου ότι η αναβολή της υπόθεσης με απλή σημείωση στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4 εδαφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ – ΑΠ 365/2012 ΤΝΠ Νόμος), πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015).
Με τη διάταξη του άρθρου 38 παρ. 1 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2369/1998, ρυθμίζεται η δυνατότητα του εργοδότη και του εργαζόμενου να συμφωνήσουν, κατά τη σύναψη της εργασιακής σύμβασης, την παροχή εργασίας κατά μερική απασχόληση, καθώς και η δυνατότητα να μετατρέψουν σε σύμβαση μερικής απασχόλησης μια εργασιακή σύμβαση που καταρτίστηκε ως σύμβαση πλήρους απασχόλησης. Όπως επισημαίνεται, στην εν λόγω διάταξη, η μερική απασχόληση μπορεί να αφορά εργασία ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική. Δηλαδή, μπορεί να αναφέρεται στο ημερήσιο ωράριο εργασίας, το οποίο θα είναι μικρότερο του κανονικού, μπορεί όμως να αφήνει άθικτο το ημερήσιο ωράριο και να περιορίζει την εβδομαδιαία ή μηνιαία απασχόληση. Υποπερίπτωση της μερικής απασχόλησης αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία, η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από την παρ. 3 του άρθρου 38 Ν. 1892/1990. Ο όρος “εκ περιτροπής εργασία”, που συνδέεται με την εναλλαγή προσωπικού – χρονικών διαστημάτων εργασίας, ως μέτρο γενικής εφαρμογής πρωτοεμφανίστηκε με τον Α.Ν. 2000/1939 “Περί λήψεως μέτρων, καταπολεμήσεως της ανεργίας”, για την αντιμετώπιση των συνεπειών του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ήδη, η εκ περιτροπής εργασία, εντάχθηκε στον θεσμό της “μερικής απασχόλησης”. Στο ισχύον δίκαιο και δη στο άρθρο 38 Ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 Ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 Ν. 2874/2000 και αντικαταστάθηκε εκ νέου, με το άρθρο 2 Ν. 3846/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α’ 212/17.12.2010), ορίζεται στην παρ. 3 εδαφ. α’ και β’ ότι “Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου”. Και στο εδαφ. δ’ “Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 260/2006 και του ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής απασχόληση δεν αναφέρεται σε λιγότερες ώρες σε ημερήσια βάση, αλλά ως βάση χαρακτηρισμού θεωρούνται οι λιγότερες ημέρες ή εβδομάδες ή μήνες μέσα στο έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο. Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζόμενους, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές, 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Στην πρώτη περίπτωση, η σχέση εκ περιτροπής εργασίας ιδρύεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, είτε πρωτογενώς με την αρχική σύμβαση εργασίας είτε κατά τη λειτουργία μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης με μεταγενέστερη νεότερη συμφωνία των μερών. Στη δεύτερη περίπτωση (εδαφ. δ’ της ίδιας πιο πάνω διάταξης), παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του συστήματος της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο να καταλήξουν σε συμφωνία, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες και δ) η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) ή η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας (ΑΠ 1252/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 468/2012 ΧρΙΔ 2012.756, ΑΠ 969/2011 ΕΕργΔ 2011.1179, Λ. Κιοσσέ-Παυλίδου, Δρόμος ταχείας απορρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας, ΕΕργΔ 2012.1364, Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 200 επομ.). Ειδικότερα, πρωταρχική ουσιαστική προϋπόθεση για την επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι ο «περιορισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης». Ο νόμος δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται ο περιορισμός αυτός ούτε ποια πρέπει να είναι η έκτασή του. Αναμφίβολα, δεν απαιτείται να τίθεται σε κίνδυνο η βιωσιμότητα της επιχείρησης, για να μπορεί να προσφύγει ο εργοδότης μονομερώς στην εκ περιτροπής εργασία. Από την άλλη όμως πλευρά, δεν αρκεί οποιοσδήποτε περιορισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης, για να δικαιολογήσει την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας. Εφόσον η εκ περιτροπής εργασία επιβάλλεται ως ηπιότερη εναλλακτική λύση, προκειμένου να αποτραπούν απολύσεις, θα πρέπει ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις, για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται, δηλαδή, η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας. Προκύπτει ακόμη ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος. Θα πρέπει, αντιθέτως, να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό (ΑΠ 1252/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΜΠρΤρικ 6/2015 ΤΝΠ Νόμος, Κ. Παπαδημητρίου, Εργοδοτικές αποφάσεις ενόψει της οικονομικής κρίσης, ΔΕΝ 2009.1380, Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 200 επομ.). Η εμφάνιση ζημιών ή η μείωση του τζίρου της επιχείρησης ή άλλα οικονομικά προβλήματα, εφόσον δεν συνοδεύονται με περιορισμό της παραγωγικής δραστηριότητας της επιχείρησης, δεν δικαιολογούν την επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας. Ο περιορισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης, είτε αυτός οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες είτε είναι συνέπεια συγκεκριμένης επιχειρηματικής απόφασης, δικαιολογεί την επιβολή εκ περιτροπής εργασίας, όταν λόγω του περιορισμού του όγκου της διαθέσιμης εργασίας δημιουργείται πλεονάζον προσωπικό. Όταν η επιχείρηση εμφανίζει οικονομικές ζημίες, αλλά η ανάγκη της για παροχή εργασίας διατηρείται αμείωτη, τότε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας. Επομένως, αν κατ’ εξαίρεση, παρά τη μείωση του τζίρου της επιχείρησης, εξακολουθεί να υπάρχει η ίδια διαθέσιμη εργασία, τότε δεν δικαιολογείται η επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Αυτό προκύπτει και από την ίδια τη φύση του μέτρου, από το ότι δηλαδή πρόκειται για σύστημα διανομής μεταξύ των μισθωτών της μειωμένης πια διαθέσιμης εργασίας και ενισχύεται από το γεγονός ότι ενώ για τη θέση των εργαζομένων σε διαθεσιμότητα απαιτείται περιορισμός της οικονομικής δραστηριότητας, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας ο νομοθέτης -και μάλιστα διαχρονικά- απαιτεί απλώς περιορισμό της δραστηριότητας, χωρίς να αναφέρεται στο οικονομικό στοιχείο (ΜΠρΚεφ 34/2013 ΤΝΠ Νόμος, Δ. Ζερδελής, Ατομικές Εργασιακές Σχέσεις, Γ’ έκδ. 2015, σελ. 1050, Λ. Κιοσσέ-Παυλίδου, Δρόμος ταχείας απορρύθμισης της εργατικής νομοθεσίας, ΕΕργΔ 2012.1364, Φ. Δερμιτζάκη, Η μονομερώς επιβαλλόμενη εκ. περιτροπής εργασία, ΕΕργΔ 2012.1186, Α. Βάγια, Εκ περιτροπής εργασία: Έννοια και παρανόηση, ΕΕργΔ 2011.1165). Η άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας, ως δυνατότητα μονομερούς επέμβασης στην έννομη θέση των εργαζομένων με ιδιαίτερα επαχθείς για αυτούς συνέπειες, θα πρέπει να τηρεί την αρχή της αναλογικότητας (άρθρ. 25 παρ. 1 του Συντάγματος). Ως εκ τούτου, δεν επιτρέπεται η μείωση της απασχόλησης να υπερβαίνει προφανώς σε έκταση, ένταση και διάρκεια τη μείωση της δραστηριότητας και αντιστοίχως της διαθέσιμης εργασίας. Σε αντίθετη περίπτωση, το δικαίωμα του εργοδότη ασκείται καταχρηστικά (ΜΠρΑθ 1246/2012 ΕΕργΔ 2013.490, ΜΠρΘηβ 263/2012 ΕΕργΔ 2013.520, ΜΠρΚεφ 34/2013 ΤΝΠ Νόμος, Δ. Ζερδελής, οπ.π. σελ. 1052-3, Φ. Δερμιτζάκη, οπ.π. σελ. 1193, Λεβέντης/Παπαδημητρίου, οπ.π., σελ. 202). Περιπτώσεις καταχρηστικής επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής απασχόλησης συνιστούν, ιδίως, η επιβολή του μέτρου κατά τέτοιο τρόπο, ώστε ο χρόνος εργασίας που απομένει στον εργαζόμενο να είναι κατά πολύ μικρότερος από τον χρόνο υποχρεωτικής αργίας, η μείωση του μισθού σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, τέτοια που να θέτει θέματα συντήρησης και διαβίωσης του εργαζομένου και η ύπαρξη δυσαναλογίας ανάμεσα στον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη και στην ένταση με την οποία επιβλήθηκε το μέτρο, ήτοι όταν ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την έκταση της μείωσης των ημερών ή εβδομάδων μη εργασίας που επιβλήθηκε στους εργαζόμενους ή όταν ο σκοπός του εργοδότη δεν είναι η διάσωση των θέσεων εργασίας, αλλά ο εξαναγκασμός των εργαζομένων σε παραίτηση, προκειμένου να αποφύγει την καταβολή αποζημιώσεων στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (ΜονΕφΠειρ 404/2015, ΜΠρΑθ 280/2017 ΤΝΠ Νόμος, Χρ. Τσιμπούκης, Πρόσφατες νομολογιακές εξελίξεις στο ζήτημα της μονομερώς επιβαλλόμενης εκ περιτροπής εργασίας, ΕΕργΔ 2013.465, Φ. Δερμιτζάκη, οπ.π. σελ. 1193). Περαιτέρω, εκτός των πιο πάνω ουσιαστικών προϋποθέσεων, στην επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις. Ειδικότερα, με το Π.Δ. 240/2006 «Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων», που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ. της 11-03-2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23-03-2002), θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ως άνω Π.Δ. 240/2006 «…στ) ως «ενημέρωση» νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν, ζ) ως «διαβούλευση» νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου». Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω Π.Δ.: «1. Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 “Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ 110 Α’) και του π.δ. 178/2002 “Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου” (ΦΕΚ 162 Α’). 3. Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις. 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ’ και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για την επιβολή από τον εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση απαιτείται αφενός να συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητάς του και αφετέρου να γίνει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων η ενημέρωση και διαβούλευση να γίνει με το σύνολο των εργαζομένων. Με βάση τα προαναφερόμενα, σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους, που πρέπει να τηρηθούν για να επιβληθεί η εκ περιτροπής εργασία, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να προχωρήσει σε σοβαρή συζήτηση με το προσωπικό του για τους λόγους που υπαγορεύουν αυτή την επιχειρηματική απόφαση, να δώσει τα οικονομικά στοιχεία και να εξαντλήσει κάθε περιθώριο εναλλακτικών λύσεων. Αν δεν γίνει ενημέρωση με διαβίβαση στοιχείων, ώστε να λάβουν γνώση οι εργαζόμενοι της πρόσφατης και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, καθώς και της κατάστασης, της διάρθρωσης και της πιθανής εξέλιξης της απασχόλησης σε αυτή (επιχείρηση) και δεν δοθεί από τον εργοδότη ένα χρονικό διάστημα διαβούλευσης, τότε η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας θα είναι παράνομη. Αν δεν τηρηθούν, δηλαδή, οι προϋποθέσεις για τη μονομερή επιβολή εκ περιτροπής εργασίας, τότε αυτή θα είναι παράνομη (ΑΠ 1252/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 969/2011 ΕΕργΔ 2011.1179). Ενόψει όλων αυτών, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 Ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη, απορρέοντος από τον νόμο. Αν, αντιθέτως, δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής. Η βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, αποτελεί (παράνομη) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 Ν. 2112/1920 και του ΑΚ. Είναι δε βλαπτική για τον εργαζόμενο η μεταβολή, όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία, αλλά και ηθική. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) Να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη. β) Να θεωρήσει τη μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Αν ο εργαζόμενος δηλώσει ότι θεωρεί τη μεταβολή ως απόλυση, επέρχεται η λύση της σύμβασης και ο εργοδότης δεν μπορεί να αξιώσει την εργασία του μισθωτού, δηλώνοντας ότι ανακαλεί τη βλαπτική μεταβολή, εκτός αν καταρτισθεί νέα σύμβαση με τη συγκατάθεση, εννοείται, του μισθωτού. Η διάταξη, δηλαδή, του άρθρου 7 Ν. 2112/1920 δεν καθιερώνει πλάσμα δικαίου, ώστε η μονομερής βλαπτική μεταβολή, που επιχειρείται από τον εργοδότη, να θεωρείται σε κάθε περίπτωση ως καταγγελία και να συνεπάγεται αφ’ εαυτής τη λύση της σύμβασης, αλλά τεκμήριο υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει τη δυνατότητα να μη θεωρήσει τη βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία και γ) Να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας) (ΑΠ 1252/2014 ΤΝΠ Νόμος, Φ. Δερμιτζάκη, οπ.π. σελ. 1197 – βλ. γενικότερα ΑΠ 24/2014 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 355/2009 ΕλλΔνη 51.444, ΑΠ 1483/2006 ΕλλΔνη 2006.1397, ΑΠ 1435/2006, ΑΠ 650/2005 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΘεσ 734/2009 Αρμ. 2009.1552). Εάν ο εργαζόμενος επιθυμεί να διατηρήσει τη θέση εργασίας, χωρίς όμως να υποκύψει στη δυσμενέστερη μεταβολή των όρων της, από τις τρεις παραπάνω εναλλακτικές δυνατότητες θα επιλέξει την τρίτη. Η επιλογή, όμως, αυτή δεν τον απαλλάσσει από τους κινδύνους, που συνεπάγεται μια ενδεχόμενη πλάνη του ως προς τα όρια του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη. Αν αργότερα, επί της αγωγής του για καταβολή των οφειλόμενων μισθών, κριθεί από το Δικαστήριο ότι η συγκεκριμένη μεταβολή των όρων εργασίας ήταν εντός των ορίων του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη, όπως αυτά καθορίζονται από το περιεχόμενο της σύμβασης και τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, τότε η αποχή του εργαζομένου από την εργασία δεν του στερεί μόνο τις αποδοχές του, για όσο διάστημα δεν παρείχε τις υπηρεσίες του, αλλά είναι δυνατό να θεωρηθεί και ως σιωπηρή καταγγελία της σύμβασης εργασίας από τη δική του πλευρά. Για να αποφύγει ακριβώς τους εν λόγω κινδύνους, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συνεχίσει να εργάζεται προσωρινά με τους νέους όρους εργασίας, επιφυλασσόμενος για τα δικαιώματά του από τη σύμβαση. Τέτοια επιφύλαξη συνιστά, εκτός των άλλων, και η ρηματική διαμαρτυρία του εργαζόμενου. Η επιφύλαξη αυτή επιτρέπει στον εργαζόμενο να διεξαγάγει έναν δικαστικό αγώνα για τον νόμιμο ή παράνομο χαρακτήρα της μεταβολής, χωρίς να θεωρείται η συνέχιση της απασχόλησής του με τους νέους όρους εργασίας ως σιωπηρή αποδοχή. Έτσι, επιτυγχάνεται ο δικαστικός έλεγχος της μονομερούς μεταβολής χωρίς τον κίνδυνο όχι μόνο απώλειας του μισθού, αλλά και της θέσης εργασίας (ΑΠ 1252/2014 ΤΝΠ Νόμος). Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 648 ΑΚ, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να πληρώσει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές του, μετά την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ, κατά τη λειτουργία της σύμβασης, έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 325 ΑΚ, που εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στα πλαίσια της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου Κώδικα, όταν ο εργαζόμενος έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη, σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ’ εξοχήν για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του, ώσπου ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει. Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός, αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση, όσο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή όσο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές, αν για τον λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν κανονικά (ΑΠ 2094/2014, ΑΠ 790/2014, ΑΠ 25/2014 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1153/2009 ΔΕΕ 2011.348, ΑΠ 1303/2005 ΔΕΕ 2005.1333, ΕφΔωδ 173/2012, ΕφΘεσ 483/2005 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, Σ. Βλαστός Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 297). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 2112/1920, «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Κατά δε το άρθρο 3 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας, «τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα από, τυχόν υφιστάμενα, συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας». Η προαναφερθείσα Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50 Οδηγία, προς προσαρμογή δε σε αυτή εκδόθηκε το Π.Δ. 178/2002. Κατά τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Προεδρικού αυτού Διατάγματος, οι οποίες εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, ως μεταβίβαση, κατά την έννοια του ως άνω Π.Δ., θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων, με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας. Ως «μεταβιβάζων» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Ειδικότερα, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί, υπό τον νέο φορέα, της ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747). Ο τρόπος της μεταβίβασης δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311). Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος πρόσθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα τοιαύτα (νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς τον σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κ.λ.π.). Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχείρησης είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται, ωστόσο, εκτός από τη διακοπή, πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση, αν υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης. Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΑΠ 1850/2006 ΧρΙΔ 2007.258, ΕφΠειρ 689/2011 ΠειρΝομ 2012.260, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 132-3, βλ. και Γνωμοδότηση Δ. Ζερδελή σε ΔΕΝ 2009.1169, με παραπομπές στη νομολογία του ΔΕΚ και στην εθνική νομολογία). Συνεπεία της μεταβίβασης της επιχείρησης, μεταβιβάζεται το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008 ΔΕΝ 64.1517). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 1994.1252, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1002/2004 ΕλλΔνη 2005.445). Ως εκ τούτων, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με τον νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (βλ. ΑΠ 14/2012 ΝοΒ 2012.2005, Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, σελ. 786), Ακόμη, ο προηγούμενος εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον νέο εργοδότη, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος, σύμφωνα με το άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002 (βλ. ΑΠ 525/2013 ΔΕΕ 2013.1200, ΑΠ 339/2011, ΑΠ 318/2010 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Ειδικότερα δε, επί μεταβίβασης επιχείρησης, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιοσδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (βλ. ΑΠ 909/2010, ΕφΑθ 711/2011 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1154/1998 ΕλλΔνη 39.1572, ΕφΑθ 711/2011, ΕφΘεσ 1831/2008, ΕφΘεσ 424/2008 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, που εκμεταλλεύεται βιομηχανία παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών, την 01-03-2011, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, αντί συμβατικού μισθού 820 ευρώ μηνιαίως. Ότι από τον μήνα Νοέμβριο του έτους 2011, η πρώτη εναγομένη του κατέβαλλε εκπρόθεσμα και τμηματικά τις μηνιαίες αποδοχές του. Ότι η εργοδότριά του μονομερώς του επέβαλε να εργάζεται με το σύστημα της εκ περιτροπής απασχόλησης για τρεις ημέρες την εβδομάδα, για τα χρονικά διαστήματα από την 01-09-2012 μέχρι τις 31-12-2012 και από 01-01-2013 μέχρι 12-05-2013, και για μια ημέρα την εβδομάδα για το χρονικό διάστημα από τις 13-05-2013, μειώνοντας αντίστοιχα τις αποδοχές του. Ότι η από 13-05-2013 μονομερής επιβολή της εκ περιτροπής απασχόλησής του είναι άκυρη ως παράνομη και ως καταχρηστική για τους ειδικότερα εκτιθέμενους λόγους, με αποτέλεσμα να δικαιούται τις πλήρεις μηνιαίες αποδοχές του. Ότι την 01η-10-2013, την πρώτη εναγομένη διαδέχθηκε, κατά την έννοια των διατάξεων του Π.Δ. 178/2002, η δεύτερη εναγομένη, αναλαμβάνοντας και συνεχίζοντας την επιχειρηματική δραστηριότητα της πρώτης, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα. Ότι επειδή η εργοδότριά του δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της από τη σύμβαση εργασίας του για την καταβολή του συνόλου των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, άσκησε με την από 24-10-2013 εξώδικη δήλωσή του, το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του. Με βάση το ιστορικό αυτό, όπως εκτενέστερα εκτίθεται, ύστερα από δήλωσή του στο επιδοθέν στις εναγόμενες αγωγικό δικόγραφο (βλ. αντίστοιχα τις με αριθμό …../12-09-2014 και …../12-09-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), με την οποία παραδεκτά παραιτήθηκε (άρθρ. 294, 295 παρ. 1, 297 ΚΠολΔ) από τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../……/2014 όμοια αγωγή του, που είχε ασκήσει ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου προηγουμένως κατά της πρώτης εναγομένης, ζητεί, όπως παραδεκτά περιόρισε το αγωγικό του αίτημά (άρθρ. 223 ΚΠολΔ), με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, Α) να αναγνωριστεί α) η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής της εκ περιτροπής απασχόλησής του στις 13-05-2013, β) ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας στις 24-10-2013 και γ) ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, Β) Να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγομένη να του καταβάλει, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και τον νόμο, επικουρικώς, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, για δεδουλευμένες αποδοχές, καθώς και για αποδοχές υπερημερίας, λόγω της ασκηθείσας επίσχεσης, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, το συνολικό ποσό των 24.180,97 ευρώ, όπως εξειδικεύονται τα επιμέρους κονδύλια, που αντιστοιχούν στο χρονικό διάστημα από την 01-12-2011 μέχρι τις 31-12-2015, η δε πρώτη εναγομένη εις ολόκληρον με τη δεύτερη μέρος του ποσού αυτού ύψους 6.674,60 ευρώ, που αντιστοιχεί στο χρονικό διάστημα από την 01-12-2011 μέχρι τις 30-09-2013, με τον νόμιμο τόκο από τον χρόνο που κάθε κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από τις 23-01-2014, ημέρα επίδοσης της προηγούμενης με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …../…../2014 όμοιας αγωγής του, άλλως από την επίδοση της κρινόμενης αγωγής. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η εκδοθησόμενη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στα δικαστικά του έξοδα. Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2, 37 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 664 – 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρ. 1. άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015 (βλ. σχετ. και άρθρ. 1 άρθρ. ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η κρινομένη, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 11-09-2014)]. Είναι δε επαρκώς ορισμένη, εκτός από το κονδύλιο για το επίδομα αδείας έτους 2015, το οποίο τυγχάνει απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, καθώς αρχικά, με το δικόγραφο της αγωγής του, ο ενάγων αιτούνταν για την αιτία αυτή το ποσό των 410 ευρώ. Ακολούθως, με τις προτάσεις του και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του στο ακροατήριο περιόρισε το κονδύλιο αυτό, αφαιρώντας από αυτό, το ποσό που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλους εργοδότες, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας της εργοδότριάς του. Και ενώ ισχυρίζεται ότι έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλους εργοδότες το ποσό των 196,62 ευρώ, με αποτέλεσμα, αφαιρώντας τούτο από το αρχικά αιτούμενο ποσό, να αιτείται το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 213,38 ευρώ (410-196,62= 213,38), στη συνέχεια, αντιφατικά, ισχυρίζεται ότι έλαβε το ποσό των 248,04 ευρώ, αιτούμενος το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 161,96 ευρώ (410-248,04= 161,96), με αποτέλεσμα να προκαλείται αοριστία ως προς το ύψος του αιτούμενου ποσού. Κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή, είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις και σε εκείνες των άρθρων 174, 180, 281, 288, 325, 329, 330, 341, 345, 346, 349, 350, 353, 361, 481, 482, 648, 653, 655, 656, όπως το τελευταίο άρθρο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 61 Ν. 4139/2013, 904 ΑΚ, 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2, 5 παρ. 1 Π.Δ. 178/2002, 1 της Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 19040/1981, 1 παρ. 1 Ν. 1082/1980, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδ. με άρθρ. 3 παρ. 1 ΑΝ 539/1945, 68, 70, 74 αρ. 1, 106, 176, 191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ. Πλην, όμως, το παρεπόμενο αίτημα της τοκοδοσίας από τις 23-01-2014, ημέρα επίδοσης της προηγούμενης όμοιας με την παρούσα με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……/2014 αγωγής του, πρέπει ως προς τη δεύτερη εναγομένη να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Και τούτο, διότι, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η ως άνω προηγούμενη αγωγή δεν ασκήθηκε κατά της δεύτερης εναγομένης, παρά μόνο κατά της πρώτης. Ως εκ τούτου, η παραίτηση από την αγωγή αυτή κατέλυσε αναδρομικά τη διαδικαστική πράξη της αγωγής, χωρίς να ανατρέψει τα αποτελέσματα της όχλησης, με συνέπεια να εξακολουθούν να οφείλονται τόκοι λόγω υπερημερίας της πρώτης εναγομένης κατ’ άρθρο 345 ΑΚ (ΟλΑΠ 13/1994 ΝοΒ 1996.33, ΑΠ 106/2014 ΕφΑΔ 2014.295, ΑΠ 1173/2012 ΤΝΠ Νόμος), η όχληση όμως, όπως και τα αποτελέσματά της, επήλθαν λόγω της υποκειμενικής ενέργειάς της μόνο ως προς την πρώτη εναγομένη (άρθρ. 486 ΑΚ – βλ. σχετ. ΑΠ 208/2012 ΧρΙΔ 2013.439, ΕφΠειρ 178/2004 ΠειρΝομ 2004.164, Β. Βαθρακοκοίλης, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρ. 486 αρ. 3). Ομοίως, ως προς την επικουρικώς προβαλλόμενη βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, επισημαίνεται ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 340, 345, 346, 910 και 911 ΑΚ, δεν ορίζεται δήλη ημέρα πληρωμής επί πλουτισμού, συνιστάμενου σε χρηματική παροχή, και οι τόκοι για αυτόν αρχίζουν από την επίδοση της αγωγής ή την τυχόν προηγηθείσα όχληση ή εν πάση περιπτώσει αφότου έλαβε γνώση ο οφειλέτης ότι οφείλει να επιστρέφει την παροχή στον δανειστή (ΑΠ 424/2010 ΔΕΕ 2010.838, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856). Επίσης, το παρεπόμενο αίτημα της αγωγής να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή, πρέπει όσον αφορά τα αναγνωριστικά αιτήματά της, να απορριφθεί ως μη νόμιμο, διότι με προσωρινή εκτελεστότητα εξοπλίζονται οι καταψηφιστικές αποφάσεις, οι οποίες μετά την τελεσιδικία τους αποτελούν τίτλους εκτελεστούς και όχι οι αναγνωριστικές (αποφάσεις), η ενέργεια των οποίων εξαντλείται στο δεδικασμένο που απορρέει από αυτές (βλ. ΕφΑθ 628/2003 ΕλλΔνη 2004.1470, ΕφΠειρ 1014/1992 ΑρχΝ 1993.63, ΕφΑθ 3702/1986 ΕλλΔνη 1986.706, Ν. Νίκας, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως I – Γενικό μέρος, 2010, σελ. 199, Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας, Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρ. 907 αρ. 3). Επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι για το αντικείμενό της έχει καταβληθεί, ως προς το καταψηφιστικό αίτημα που υπερβαίνει κατά ποσό το όριο της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρα 14 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ και 71 ΕισΝΚΠολΔ), το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. το με αριθμό …… ηλεκτρονικό παράβολο δικαστικού ενσήμου).
Το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ. Συνεπώς, η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται εντός των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά, η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη. Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού και όταν, μεταξύ άλλων, δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη, αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη δυσπραξία του ή σε εξαιρετικά δυσμενείς για αυτόν περιστάσεις, ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάσταχτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη, σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα, ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη (ΑΠ 1502/2010 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1153/2009 ΔΕΕ 2011.348, ΑΠ 1264/1986 ΝοΒ 1987.915, ΕφΔωδ 173/2012, ΕφΘεσ 483/2005 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 1585/2005 ΔΕΕ 2006.418, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 299, Γεωργιάδης/Σταθόπουλος, Ερμηνεία ΑΚ, άρθρ. 652 αρ. 108). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρ. τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015, τα άρθρα 1 έως 590 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών. Αν στις ειδικές αυτές διατάξεις δεν ορίζεται διαφορετικά, οι προτάσεις κατατίθενται στο ακροατήριο, ενώ όλοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί προτείνονται προφορικά και όσοι δεν περιέχονται στις προτάσεις καταχωρίζονται στα πρακτικά. Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ του ίδιου Κώδικα, τα συντασσόμενα από τον γραμματέα πρακτικά συνεδρίασης πρέπει να περιέχουν “όσα έγιναν κατά τη συζήτηση και ιδίως (…) τους ισχυρισμούς, τις αιτήσεις και τις δηλώσεις των διαδίκων, εκτός αν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οπότε αρκεί η αναφορά σε αυτές, τις καταθέσεις των μαρτύρων (…)”. Από την πρώτη από τις διατάξεις αυτές (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), σαφώς συνάγεται ότι στις υποθέσεις που δικάζονται κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρ. 663 έως 676 ΚΠολΔ), όπου δεν είναι υποχρεωτική η υποβολή προτάσεων, οι διάδικοι οφείλουν να προτείνουν όλους τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους, προφορικά κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και, επιπλέον, οι ισχυρισμοί αυτοί καταχωρίζονται στα πρακτικά με σαφή (έστω και συνοπτική) έκθεση των γεγονότων που τους θεμελιώνουν (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν περιέχονται στις κατατιθέμενες στο ακροατήριο προτάσεις. Απαιτείται, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν έχουν κατατεθεί προτάσεις, στις οποίες περιέχονται οι εν λόγω ισχυρισμοί, προφορική πρόταση των ισχυρισμών αυτών, που, “ως γενόμενο κατά τη συζήτηση”, σημειώνεται στα πρακτικά. Από τη δεύτερη δε από τις αμέσως πιο πάνω διατάξεις (του άρθρου 256 παρ. 1 στοιχ. δ’ ΚΠολΔ) συνάγεται ότι η κατά την πρώτη διάταξη (του άρθρου 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) σημείωση της προφορικής πρότασης του ισχυρισμού στα πρακτικά πρέπει να προκύπτει ευθέως από το περί των προτάσεων και δηλώσεων τμήμα αυτών και δεν επιτρέπεται έμμεση συναγωγή της πρότασης αυτών (ισχυρισμών) είτε από το περιεχόμενο των ακολούθως καταχωρούμενων μαρτυρικών καταθέσεων, είτε από το περιεχόμενο των υποβαλλόμενων έγγραφων προτάσεων (ΟλΑΠ 2/2005 ΕλλΔνη 2005.589, ΑΠ 243/2015 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 128/2008 ΕλλΔνη 2009.1021, ΑΠ 2160/2007 ΕΕργΔ 2008.1132, ΑΠ 278/2007 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 144/2007 ΝοΒ 2007.1348, ΑΠ 29/2007 ΕΕμπΔ 2008.323, ΑΠ 1482/2006 ΤΝΠ Νόμος, ΕφΑθ 758/2008 ΕλλΔνη 2008.559, Κ. Μακρίδου, Δικονομία εργατικών διαφορών, σελ. 160 επομ.). Στην προκείμενη περίπτωση, η δεύτερη εναγομένη, με τις νόμιμα και εμπρόθεσμα κατατεθειμένες έγγραφες προτάσεις της, αρνείται τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση της αγωγής. Περαιτέρω, με τις προτάσεις της προβάλλει την ένσταση εκ του άρθρου 656 εδαφ. β’ ΑΚ περί έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων από τον ενάγοντα από τους αιτούμενους από αυτόν μισθούς υπερημερίας, εξαιτίας της παροχής της εργασίας του σε τρίτο εργοδότη. Ο ισχυρισμός αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, δεν αναπτύχθηκε προφορικά. Πλην, όμως, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στη διαδικασία των εργατικών διαφορών, για να είναι παραδεκτοί οι προβαλλόμενοι από τους διαδίκους αυτοτελείς ισχυρισμοί και για να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο, δεν αρκεί αυτοί να περιλαμβάνονται στις προτάσεις που κατατίθενται στο ακροατήριο, αλλά απαιτείται επιπλέον και προφορική ανάπτυξη και καταχώρησή τους στα πρακτικά της δίκης. Επίσης, ισχυρίζεται επικουρικά ότι το δικαίωμά επίσχεσης του ενάγοντος ασκήθηκε καταχρηστικά, καθώς αφενός μεν ο ενάγων διέθετε οικονομικούς πόρους για να συνεχίσει τον βιοπορισμό του, αφού άσκησε το έτος 2014 το δικαίωμα επίσχεσης για μισθούς που του οφείλονταν το έτος 2012, η δε πρώτη εναγομένη τελούσε σε ιδιαίτερα δυσχερή οικονομική κατάσταση. Ο ισχυρισμός αυτός είναι νόμιμος, στηριζόμενος στις διατάξεις των άρθρων 281, 342, 656 ΑΚ και 262 παρ. 1 ΚΠολΔ και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), επίσης από τις με αριθμό …/ και …/12-02-2015 ένορκες βεβαιώσεις, αντίστοιχα, των …… …… και …… …… ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες προσκομίζονται με επίκληση από τον ενάγοντα και ελήφθησαν ύστερα από νομότυπη και εμπρόθεσμη (προ τουλάχιστον 24 ωρών – άρθρ. 671 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015) κλήτευση των εναγομένων (βλ. την κλήση, που διαλαμβάνεται στην παρούσα αγωγή, η, οποία επιδόθηκε στις εναγόμενες κατά τα προαναφερόμενα), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους (άρθρα 261 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία εκμεταλλεύεται βιομηχανία παραγωγής ηλεκτρικών πινάκων διανομής και ηλεκτρονικών αυτοματισμών. Την 01-03-2011, προσέλαβε τον ενάγοντα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του με καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί πέντε ημέρες εβδομαδιαίως και οκτώ ώρες ημερησίως, με την ειδικότητα του ηλεκτρολόγου, αντί συμβατικών ακαθάριστων αποδοχών, εκ ποσού 820 ευρώ μηνιαίως (βλ. ως προς τις μηνιαίες αποδοχές την από 20-11-2012 βεβαίωση της πρώτης εναγομένης, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων). Όμως, παρόλο που ο ενάγων παρείχε προσηκόντως τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, η πρώτη εναγομένη από τον μήνα Νοέμβριο 2011 άρχισε να μην είναι συνεπής στις υποχρεώσεις της απέναντι στον ενάγοντα μισθωτό, που απέρρεαν από την εργασιακή σύμβαση και την εργατική νομοθεσία, καταβάλλοντας εκπρόθεσμα και τμηματικά τις μηνιαίες αποδοχές του. Παράλληλα, η πρώτη εναγομένη προέβη στις 13-05-2013 στη μονομερή επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης, ώστε ο ενάγων να παρέχει από τις 13-05-2013 και για χρονικό διάστημα 9 μηνών τις υπηρεσίες του μια ημέρα την εβδομάδα, και δη κάθε Παρασκευή, αντί μισθού 164 ευρώ. Σε εκτέλεση αυτού του μέτρου, ο ενάγων, παρά την εκφρασθείσα αντίθεσή του στο μέτρο αυτό, εργάστηκε από τις 13-05-2013 μέχρι τις 23-10-2013 εκ περιτροπής για μια ημέρα την εβδομάδα, αντί του προαναφερόμενου μηνιαίου μισθού. Σημειώνεται, ότι δυνάμει αντίστοιχων αποφάσεων της διοίκησης της πρώτης εναγομένης, είχε μονομερώς επιβληθεί στον ενάγοντα η εκ περιτροπής απασχόλησή του και για τα αμέσως προηγούμενα χρονικά διαστήματα από 01-09-2012 μέχρι 31-12-2012 και από 01-01-2013 μέχρι 12-05-2013, για τρεις ημέρες την εβδομάδα. Της μονομερούς επιβολής, στις 13-05-2013, του καθεστώτος της εκ περιτροπής απασχόλησης για μία ημέρα την εβδομάδα δεν προηγήθηκε ενημέρωση του ενάγοντος σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης της πρώτης εναγομένης, που θα δικαιολογούσε τη δική του εργασία μόνο για μια ημέρα την εβδομάδα, καθώς και σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση. Επισημαίνεται ότι τα στοιχεία περί την οικονομική κατάσταση της πρώτης εναγομένης δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει ο ενάγων λόγω της ειδικότητάς του. Ούτε έλαβε χώρα ουσιαστική διαβούλευση μεταξύ της πρώτης εναγομένης και του ενάγοντος, αν μάλιστα ληφθεί υπόψη ότι μεταξύ της ανακοίνωσης- πρόσκλησης σε διαβούλευση και του χρόνου που αυτή έλαβε χώρα δεν μεσολάβησε ούτε μια ημέρα, ώστε ο τελευταίος να προβεί στη δέουσα εξέταση και στην έγκαιρη προετοιμασία του. Λόγω της μη πλήρωσης των τυπικών προϋποθέσεων για τη μονομερή επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας, η τελευταία είναι άκυρη (άρθρ. 180) ως παράνομη, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Η επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας διάρκειας μίας ημέρας την εβδομάδα είναι άκυρη επιπλέον και ως καταχρηστική (ΑΚ 281). Και τούτο, διότι η διοίκηση της πρώτης εναγομένης προσέφυγε στο μέτρο της εκ περιτροπής απασχόλησης αποκλειστικά λόγω της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησής της. Πλην, όμως, σύμφωνα με τα εκτιθεμένα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ο περιορισμός της δραστηριότητας της επιχείρησης δικαιολογεί τη μονομερή επιβολή του καθεστώτος εκ περιτροπής εργασίας, όταν λόγω του περιορισμού του όγκου της διαθέσιμης εργασίας, δημιουργείται πλεονάζον προσωπικό. Αντίθετα, όταν μια επιχείρηση εμφανίζει μεν οικονομικές ζημίες, αλλά η ανάγκη της για παροχή εργασίας διατηρείται αμείωτη, τότε δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας. Στην προκείμενη περίπτωση, παρά τη ζημιογόνο οικονομική πορεία της, ο όγκος της διαθέσιμης εργασίας δεν περιορίστηκε σε βαθμό τέτοιο, ώστε να αρκεί για τη διεκπεραίωση των σχετικών εργασιών της πρώτης εναγομένης, η παροχή εργασίας εκ μέρους του ενάγοντος για μία ημέρα την εβδομάδα. Συνέτρεχε, δηλαδή, προφανής δυσαναλογία μεταξύ των χρονικών διαστημάτων εργασίας του ενάγοντος και του όγκου της διαθέσιμης εργασίας, αφού ο περιορισμός των δραστηριοτήτων της πρώτης εναγομένης δεν ήταν τέτοιας έντασης και έκτασης, που να δικαιολογεί την εκ περιτροπής εργασία με τη μορφή που την επέβαλε η διοίκηση της πρώτης εναγόμενης. Η δε επιβολή στον ενάγοντα της εκ περιτροπής απασχόλησής του για μία ημέρα την εβδομάδα συνιστούσε στην πραγματικότητα εκμηδένιση της απασχόλησής του, εφόσον υφίστατο προφανής δυσαναλογία μεταξύ των χρονικών διαστημάτων εργασίας και μη εργασίας του. Πλέον τούτων, η εκ περιτροπής εργασία παρίσταται ως δυσανάλογα επαχθές μέτρο για τον ενάγοντα, καθώς είχε ως αποτέλεσμα τη μισθολογική συρρίκνωση των αποδοχών του από το ποσό των 820 ευρώ μηνιαίως, στο ποσό μόλις των 164 ευρώ μηνιαίως, ήτοι κατά ποσοστό 80%, δηλαδή ο ενάγων λάμβανε ως αποδοχές από την εργασία του ποσό χαμηλότερο ακόμη και από το ποσό που θα είχε τη δυνατότητα να λαμβάνει ως επίδομα ανεργίας, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασής του και κατέστη με τον τρόπο αυτό εξαιρετικά δυσχερής, αν όχι αδύνατη η συντήρηση και η διαβίωσή του, ακόμη και η κάλυψη βασικών διατροφικών αναγκών του. Τούτο δε ισχύει περισσότερο, αν ληφθεί υπόψη ότι ο ενάγων διατηρούσε ως μόνο οικονομικό πόρο για την εξασφάλιση του βιοπορισμού του τον μισθό του, ενώ είχαν ήδη εξαντληθεί οι οποίες οικονομικές αντοχές του, αφενός μεν με την επιβολή και μάλιστα δύο συναπτές φορές, ήδη από την 01-09-2012, του καθεστώτος της εκ περιτροπής απασχόλησής του, έστω για τρεις ημέρες την εβδομάδα, αφετέρου δε με τη μη προσήκουσα καταβολή του συνόλου των οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών του ήδη από τον μήνα Νοέμβριο 2011. Παρά δε τα όσα αβάσιμα ισχυρίζεται η δεύτερη εναγομένη, ο ενάγων, κατά το χρονικό διάστημα από τις 13-05-2013 μέχρι τις 24-10-2013, οπότε άσκησε κατά τα παρακάτω αναφερόμενα το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, δεν απασχολούνταν σε άλλον εργοδότη (βλ. τον λογαριασμό ασφαλισμένου ΙΚΑ, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων), ώστε να θεωρηθεί ότι δήθεν η μείωση των αποδοχών του δεν επέδρασε στην οικονομική του κατάσταση. Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερόμενα, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι η μονομερής επιβολή του μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας από την πρώτη εναγομένη στα πλαίσια της άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος είναι άκυρη και ως καταχρηστική, καθώς υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, συνιστώντας παράνομη μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος, και συνεπώς δεν επήλθε από τις 13-05-2013 αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης του ενάγοντος, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση του μισθού του. Η μη τήρηση εκ μέρους της πρώτης εναγομένης των συμβατικών όρων, ήτοι η μη αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και η απασχόλησή του με το άκυρο καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης κατέστησαν την πρώτη εναγομένη υπερήμερη δανείστρια, με συνέπεια αυτή να οφείλει στον ενάγοντα, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από τις 13-05-2013. Ειδικότερα, ο ενάγων έπρεπε να λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές ύψους 820 ευρώ. Με την εκ περιτροπής εργασία, οι αποδοχές του μειώθηκαν στο ποσό των 164 ευρώ μηνιαίως, με συνέπεια η πρώτη εναγομένη να του οφείλει τη διαφορά, δηλαδή μηνιαίως το ποσό των 656 ευρώ (820-164). Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι εξαιτίας του αξιόλογου της προαναφερόμενης καθυστέρησης πληρωμής των αποδοχών του και του μεγάλου ύψους των καθυστερούμενων δεδουλευμένων αποδοχών του, σε συνάρτηση προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές του ανάγκες, ο ενάγων, αφού εξάντλησε κάθε περιθώριο υπομονής και αφού επανειλημμένως όχλησε την πρώτη εναγομένη για την καταβολή των οφειλομένων, επέδωσε σε αυτήν στις 16-10-2013 (βλ. τη με αριθμό …../16-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που ο ενάγων νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει) την από 15-10-2013 εξώδικη διαμαρτυρία- πρόσκληση και δήλωσή του, με την οποία την καλούσε να του καταβάλει εντός προθεσμίας 7 ημερών από την επίδοση, τους δεδουλευμένους καθαρούς μισθούς του και υπόλοιπα δεδουλευμένων καθαρών αποδοχών του για τον μήνα Δεκέμβριο 2011 και τους μήνες Απρίλιο 2012 μέχρι και Οκτώβριο 2012 συνολικού ποσού 2.647,52 ευρώ, δηλώνοντας ότι σε αντίθετη περίπτωση θα ασκήσει το δικαίωμα επίσχεσης. Επειδή η πρώτη εναγομένη δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις της, ο ενάγων, με την από 24-10-2013 εξώδικη διαμαρτυρία και δήλωσή του, που επιδόθηκε αυθημερόν στην πρώτη εναγομένη (βλ. τη με αριθμό ……/24-10-2013 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που ο ενάγων νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει), δήλωσε ότι ασκεί από 24-10-2013 το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του. Στην εν λόγω έγγραφη δήλωση αναφέρονται με σαφήνεια κατά ποσό, είδος και αιτία οι ληξιπρόθεσμες αξιώσεις του ενάγοντος για τις οποίες ασκείται το δικαίωμα επίσχεσης (δηλαδή για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2011, Απριλίου 2012, Μαΐου 2012, Ιουνίου 2012, Ιουλίου 2012, Αυγούστου 2012 και Οκτωβρίου 2012 με ειδική αναφορά του ακριβούς χρηματικού ποσού για κάθε επιμέρους αξίωση). Τη δήλωσή του περί άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης ο ενάγων απηύθυνε προφορικά την ίδια ημέρα (24-10-2013) και προς τη νόμιμη εκπρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, …… ……. Η ως άνω, από 24-10-2013, δήλωση του ενάγοντος συνιστά άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του με την έννοια που απαιτείται, εφόσον σε αυτήν περιέχεται σαφής βούλησή του να παύσει να παρέχει την εργασία του μέχρι η πρώτη εναγομένη να του καταβάλει τις καθυστερούμενες αποδοχές του, ενώ αναφέρονται με σαφήνεια κατά ποσό, είδος και αιτία οι ληξιπρόθεσμες αξιώσεις για τις οποίες ασκείται το δικαίωμα της επίσχεσης. Με την ως άνω νομότυπη άσκηση του δικαιώματος της επίσχεσης η πρώτη εναγόμενη εργοδότρια εταιρία, η οποία ήταν μεν πρόθυμη να δεχθεί την παροχή που της προσφερόταν (εργασία του ενάγοντος), αλλά δεν προσέφερε την αντιπαροχή που της ζητούνταν (δεδουλευμένοι μισθοί), κατέστη υπερήμερος δανειστής (άρθρ. 353 ΑΚ). Συνέπεια της υπερημερίας της πρώτης εναγομένης ως προς την αποδοχή της εργασίας είναι ότι οφείλει μισθούς για το χρονικό διάστημα που ο ενάγων δεν παρείχε την εργασία του λόγω της επίσχεσης. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγομένη διαθέτει ακίνητη περιουσία, αποτελούμενη από: α) μία διώροφη οικία με υπόγειο επί της ……, β) ένα βιομηχανικό κτίριο συγκείμενο από ισόγειο, πρώτο και δεύτερο όροφο, συνολικής επιφάνειας 1.871,61 τ.μ., ευρισκόμενο στη θέση «……» ……, γ) ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 308,62 τ.μ. επί της οδού …… στη θέση «……» ……, δ) δύο αγροτεμάχια επιφάνειας 292,40 τ.μ. το καθένα, ευρισκόμενα το ένα επί της οδού …… και το άλλο επί της οδού …… στη θέση «……» ……, ε) ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 290,00 τ.μ. επί της οδού …… στη θέση «……» ……και στ) ένα αγροτεμάχιο επιφάνειας 564,80 τ.μ. επί της οδού …… στη θέση «……» …… (βλ. την από 27-12-2013 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ……/……./27-12-2013 δήλωση παύσης πληρωμών – αίτηση πτώχευσης της ίδιας εναγομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων). Σύμφωνα με τον ισολογισμό της έτους 2011, κατά το έτος αυτό είχε κύκλο εργασιών (πωλήσεις) ύψους 11.544.679,70 ευρώ και διαθέσιμα (ταμείο και καταθέσεις) ύψους 301.817,84 ευρώ. Όπως προκύπτει από τις παρατηρήσεις επί του ισολογισμού αυτού του Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή …… ……, η αξία κτήσης των μηχανημάτων της πρώτης εναγομένης προσαυξήθηκε, πέραν του κόστους κατασκευής τους, και με δαπάνες που αφορούν επισκευή και συντήρηση μηχανημάτων, ποσού 2.610.850,10 ευρώ, καθώς και με υπόλοιπα λογαριασμών απαιτήσεων ποσού 2.610.850,10 ευρώ, με συνέπεια το κονδύλιο του ισολογισμού «μηχανήματα» να εμφανίζεται αυξημένο κατά 5.294.677,97 ευρώ, ενώ οι απαιτήσεις της εταιρίας μειωμένες κατά 2.610.850,10 ευρώ και τα αποτελέσματα χρήσης και ίδια κεφάλαια ισόποσα αυξημένα κατά 2.683.827,87 ευρώ. Οι ως άνω δε απαιτήσεις, ύψους 2.610.850,10 ευρώ, αφορούν απολήψεις μελών της διοίκησης και εμπίπτουν στις απαγορευτικές διατάξεις του άρθρ. 23α του Ν. 2190/1920 (βλ. τον επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον ενάγοντα ισολογισμό της πρώτης εναγομένης έτους 2011 και τη συνημμένη σε αυτόν από 31-05-2012 έκθεση ελέγχου του ανεξάρτητου Ορκωτού Ελεγκτή Λογιστή ….. ……). Σύμφωνα με την από 29-04-2014, έκθεση ευρημάτων του Ελεγκτή ….. ….. διενεργήθηκαν στον ισολογισμό οι κατάλληλες λογιστικές εγγραφές, με τις οποίες μειώθηκε κατά το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ο λογαριασμός «μηχανήματα» και προσαυξήθηκε ισόποσα ο λογαριασμός απαιτήσεων της εταιρίας από τα Όργανα της Διοίκησης. Από το ποσό των 2.610.850,10 ευρώ ένα μέρος, και ειδικότερα το ποσό των 1.404.641,84 ευρώ, συμψηφίστηκε με υποχρεώσεις της πρώτης εναγομένης προς τα όργανα της διοίκησης από προηγούμενες χρήσεις, πλην, όμως, το υπόλοιπο, ύψους 1.206.208,26 ευρώ, επιβάρυνε τα αποτελέσματα χρήσης. Ενώ, λοιπόν, η πρώτη εναγομένη διατηρούσε ιδιαίτερα σημαντικές απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της, ύψους τουλάχιστον 1.206.208,26 ευρώ, σε ουδεμία ενέργεια προέβη προκειμένου να τις ικανοποιήσει και να καταβάλει στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές του. Από το τέλος του έτους 2011 η πρώτη εναγομένη άρχισε να εμφανίζει προβλήματα ρευστότητας, με αποτέλεσμα τον μήνα Ιούλιο του έτους 2012 να εκδοθεί εναντίον της διαταγή πληρωμής ποσού 174.157,40 ευρώ από προμηθεύτριά της, που είχε αναλάβει τον ανεφοδιασμό με καύσιμα των υβριδικών σταθμών που διατηρεί η πρώτη εναγομένη στη Βόρεια Ελλάδα. Τα οικονομικά της προβλήματα εντάθηκαν στη συνέχεια και από τον μήνα Δεκέμβριο του έτους 2012 και μετά εκδόθηκαν εναντίον της (πρώτης εναγομένης) και άλλες διαταγές πληρωμής, ενώ επιβλήθηκαν σε βάρος της και κατασχέσεις διάφορων ποσών στα χέρια τρίτων οφειλετών της. Τα οικονομικά της δεδομένα και τα προβλήματα ρευστότητας που αντιμετώπισε η πρώτη εναγομένη δεν ήταν γνωστά στον ενάγοντα, αφού αυτός ούτε σε θέση σχετιζόμενη με τα οικονομικά της επιχείρησης εργαζόταν ούτε ενημέρωση έλαβε σχετικά από την πρώτη εναγομένη, ακόμη και μετά την αποστολή προς αυτήν των από 16-10-2013 και 24-10-2013 εξώδικων δηλώσεών του, στις οποίες η πρώτη εναγομένη δεν απάντησε. Εξάλλου, η καθυστέρηση καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του ενάγοντος, για τις οποίες ασκήθηκε η επίσχεση εργασίας, ήταν υπαίτια, διότι η πρώτη εναγομένη, αν και μπορούσε, ουδέν έπραξε προκειμένου να καταστεί δυνατή η έγκαιρη πληρωμή του ενάγοντος εργαζομένου της. Ειδικότερα, η πρώτη εναγομένη αφενός μεν διέθετε ακίνητη περιουσία, όπως προαναφέρθηκε, από τη ρευστοποίηση μικρού μέρους της οποίας θα μπορούσε να ικανοποιήσει τις αξιώσεις του ενάγοντος, αφετέρου δε διατηρούσε απαιτήσεις κατά των οργάνων της διοίκησής της από απολήψεις χρηματικών ποσών στις οποίες είχαν προβεί αυτά, ύψους, τουλάχιστον, 1.206.208,26 ευρώ, από την είσπραξη των οποίων θα μπορούσε να αντιμετωπίσει σε ικανοποιητικό βαθμό τα προβλήματα ρευστότητας και οπωσδήποτε θα μπορούσε ευχερώς και εγκαίρως να καταβάλει στον ενάγοντα τα οφειλόμενα ποσά. Από την άλλη πλευρά, ο ενάγων υπέμεινε επί μακρόν την υπερβολική καθυστέρηση της πρώτης εναγομένης ως προς την καταβολή (του συνόλου) των μηνιαίων αποδοχών του, εξάντλησε κάθε περιθώριο υπομονής και όχλησε επανειλημμένα την εργοδότριά του. Με βάση, λοιπόν, τα προαναφερόμενα, λαμβανομένων υπόψη και του αξιόλογου της καθυστέρησης πληρωμής των δεδουλευμένων μισθών του ενάγοντος και του μεγάλου ύψους των καθυστερούμενων αποδοχών, σε συνάρτηση προς τις ατομικές, οικογενειακές και οικονομικές ανάγκες του τελευταίου, και την προαναφερόμενη υπαιτιότητα των νόμιμων εκπροσώπων της πρώτης εναγομένης στην καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων του ενάγοντος, το Δικαστήριο άγεται στην κρίση ότι ο ενάγων δεν άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης καταχρηστικά, απορριπτομένης της σχετικής ένστασης της δεύτερης εναγομένης ως ουσιαστικά αβάσιμης. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η πρώτη εναγόμενη ανώνυμη εταιρία συνιστούσε στην πραγματικότητα μια οικογενειακή επιχείρηση, η οποία ιδρύθηκε από τον ….. ….., στη μετοχική σύνθεση και το Διοικητικό Συμβούλιο της οποίας μετείχε ανελλιπώς, από τη σύστασή της το έτος 1997 μέχρι τις 12-11-2013, πλην του ιδίου, και η θυγατέρα του ….. ….., ως βασική μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ., αντίστοιχα. Δυνάμει δε της από 30-06-2012 απόφασης της Γενικής Συνέλευσης και του από 30-06-2012 πρακτικού Δ.Σ., το Διοικητικό Συμβούλιο της πρώτης εναγομένης συγκροτήθηκε από τον ….. ….. ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την ….. ….. ως Αντιπρόεδρο και τη ….. …… Ο ισχυρισμός της δεύτερης εναγομένης ότι η ….. ….. στερούνταν διαχειριστικής και εκπροσωπευτικής εξουσίας αναιρείται από το γεγονός ότι υπέγραφε για λογαριασμό της πρώτης εναγομένης μηνύσεις και υπομνήματα της εταιρίας προς την Εισαγγελική Αρχή, όλους τους ισολογισμούς της πρώτης εναγομένης, καθώς και βεβαιώσεις προϋπηρεσίας εργαζομένων αυτής. Περαιτέρω, με την από 27-12-2013 αίτησή της, η πρώτη εναγομένη αιτήθηκε την πτώχευσή της. Η αίτησή της απορρίφθηκε με τη με αριθμό 49/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως αβάσιμη στην ουσία της, καθώς κρίθηκε από το Δικαστήριο εκείνο ότι ασκήθηκε καταχρηστικά, προς τον σκοπό της δόλιας αποφυγής πληρωμής των χρεών της. Μόλις λίγους μήνες νωρίτερα, στις 07-08-2013, η μέτοχος και Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της πρώτης εναγομένης ….. ….. συνέστησε, δυνάμει της με αριθμό …/07-08-2013 πράξης του Συμβολαιογράφου Αθηνών ….. ….., τη δεύτερη εναγόμενη Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία «…..». Το πρώτο δε Διοικητικό Συμβούλιο με πενταετή θητεία συγκροτήθηκε από τη ….. ….., ως Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο, την υπέργηρη (γεννηθείσα το έτος 1924) συγγενή της ….. ….. του ….. και την ηλικιωμένη (γεννηθείσα το έτος 1945) ….. …… Η δεύτερη εναγόμενη εταιρία έχει ακριβώς τον ίδιο καταστατικό σκοπό με την πρώτη εναγομένη (βλ. αντίστοιχα ΦΕΚ Τεύχος Α.Ε. και Ε.Π.Ε. …../08-08-2013 και …../05-12-1997) και ακριβώς το ίδιο αντικείμενο εργασιών, ασκεί ακριβώς την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα και λειτουργεί στις ίδιες με αυτήν κτιριακές εγκαταστάσεις στη ….. Ν. Αττικής (οδός ….. αρ. …), χρησιμοποιώντας μάλιστα τους ίδιους τηλεφωνικούς αριθμούς και αριθμό τηλεομοιοτυπίας (φαξ), τόσο στο κεντρικό κατάστημά της, όσο και στο υποκατάστημα που διατηρεί στη …… Επίσης, στη δεύτερη εναγομένη μεταβιβάστηκε το σύνολο του υλικοτεχνικού εξοπλισμού (μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας, οχήματα κλπ – βλ. τη με αριθμ. …../29-10-2013 απόφαση του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων, από την οποία προκύπτει ότι η ορισθείσα ανάδοχος του αναφερόμενου έργου δεύτερη εναγομένη αναλαμβάνει να εκτελέσει το έργο με ηλεκτρολογικό εξοπλισμό της πρώτης, την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, τις ένορκες βεβαιώσεις των εργαζομένων ….. ….. και ….. ….., καθώς και την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στα ταυτάριθμα με τη με αριθμό 1546/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου). Παράλληλα, η δεύτερη εναγομένη απέκτησε το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης εναγομένης και δη τη φήμη, την πελατεία της και την τεχνογνωσία της, στα οποία απέβλεπε η δεύτερη εναγομένη για την επιτυχή λειτουργία της νέας επιχείρησής της, λαμβανομένου υπόψη ότι η πρώτη εναγομένη ευρισκόταν εκεί και λειτουργούσε με επιτυχία την άνω επιχείρηση από πολλά έτη, με μεγάλη και σταθερή πελατεία ένεκα της φήμης της. Μάλιστα η δεύτερη εναγομένη εμφανίζεται στις συναλλαγές της ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης, συνεχίζοντας την εκτέλεση των εκκρεμών συμβάσεων και την εν γένει οικονομική δραστηριότητα της τελευταίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στη με αριθμό …../10-02-2014 απόφαση του Διοικητή του Γενικού Νοσοκομείου ….., που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, η δεύτερη εναγομένη -στην οποία με την ίδια απόφαση ανατέθηκαν ηλεκτρολογικές εργασίες επισκευής και ελέγχου καλής λειτουργίας του συστήματος διαχείρισης ελέγχου του κτιρίου του νοσοκομείου, που είχε εγκαταστήσει η πρώτη εναγομένη- χαρακτηρίζεται ως διάδοχος της πρώτης εναγομένης. Ακόμη, η δεύτερη εναγομένη επικαλείται στην ιστοσελίδα της στο διαδίκτυο και τη σύμβαση που είχε συνάψει η πρώτη εναγομένη με την εταιρία «…..» (project ….. 2011-2014), μολονότι η ίδια δεν είχε καν συσταθεί έως τον Αύγουστο 2013, καθώς αναφέρει πως τα υβριδικά της συστήματα έχουν δοκιμαστεί στο πεδίο για μεγάλο χρονικό διάστημα στα πλαίσια της ανωτέρω σύμβασης, ενώ ταυτόχρονα δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό μέσο η καταγγελία της προαναφερόμενης σύμβασης από την εταιρία «…..». Επίσης, στην ιστοσελίδα της, η δεύτερη εναγομένη αναφέρει ότι στηρίζεται στην πολυετή τεχνογνωσία, στο πλούσιο πελατολόγιο και στη μακρόχρονη πείρα της πρώτης εναγομένης, αυτοπροσδιορίζεται ευθέως ως διάδοχος της τελευταίας («Η ….. γεννήθηκε από τα σπλάχνα της …..»), ενώ ακόμη και ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης εναγομένης («…..») είναι παραπλήσιος αυτού της πρώτης («…..»). Ακριβώς η απόκτηση από τη δεύτερη εναγομένη αυτής της πολυετούς τεχνογνωσίας, της μακρόχρονης εμπειρίας και του πλούσιου πελατολογίου της πρώτης εναγομένης, σε συνδυασμό βέβαια με την άσκηση ακριβώς της ίδιας επιχειρηματικής δραστηριότητας, στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις και με τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό, συνέβαλαν αποφασιστικά, ώστε η δεύτερη εναγομένη, από τον πρώτο κιόλας χρόνο λειτουργίας της, να συμμετέχει επιτυχώς σε δημόσιους διαγωνισμούς, αναλαμβάνοντας και εκτελώντας ως ανάδοχος μεγάλο αριθμό δημόσιων έργων αξιόλογου οικονομικού αντικειμένου σε όλη την χώρα, να έχει κύκλο εργασιών της τάξης των 1.000.000 ευρώ (βλ. την κατάθεση της νομίμου εκπροσώπου της στα ταυτάριθμα με τη με αριθμό 1383/2016 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου), σε αντιδιαστολή βεβαία προς την πρώτη εναγομένη η οποία την ίδια περίοδο είχε διακόψει την παραγωγική λειτουργία της, επιδιώκοντας την πτώχευσή της, και να συνιστά μια «κορυφαία βιομηχανία», όπως αυτοχαρακτηρίζεται στην ιστοσελίδα της. Η δεύτερη εναγομένη ήδη από την έναρξη της παραγωγικής λειτουργίας της, τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2013, απασχόλησε εν τοις πράγμασι εργαζομένους της πρώτης εναγομένης, μεταξύ δε αυτών και τον ενάγοντα, παρά το γεγονός ότι οι τελευταίοι συνέχισαν να εμφανίζονται τυπικά ως εργαζόμενοι της πρώτης εναγομένης. Τούτο αποδεικνύεται από τις αποδείξεις πληρωμής των αποδοχών του τυπικά εργαζομένου της πρώτης εναγομένης ….. ….., που εξέδωσε η δεύτερη εναγομένη και νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, επίσης από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης και τις ένορκες βεβαιώσεις των ….. ….. και ….. ….., οι οποίοι ήταν συνάδελφοι του ενάγοντος, τυπικά εργαζόμενοι της πρώτης εναγομένης, που στην πραγματικότητα απασχολούνταν από τη δεύτερη εναγομένη και έχουν άμεση γνώση και ιδία αντίληψη ως προς τις συνθήκες παροχής της εργασίας τους. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι ακόμη και τα έγγραφα που επιδίδονται και στις δύο εταιρίες, τα παραλαμβάνει η ίδια υπάλληλος (βλ. τις με αριθμό ….. και …../12-09-2014 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη). Η συνέχιση άσκησης από τη δεύτερη εναγομένη της παραγωγικής λειτουργίας και δραστηριότητας της πρώτης εναγομένης προς εξυπηρέτηση των ίδιων πελατών, στις ίδιες εγκαταστάσεις, με τον ίδιο υλικοτεχνικό εξοπλισμό (μηχανήματα, ηλεκτρολογικός εξοπλισμός εργασίας, οχήματα κλπ), διατηρούμενων αναλλοίωτων ακόμη και των τμημάτων της επιχείρησης, είχαν ως συνέπεια να προκληθεί τέτοια σύγχυση στους εργαζομένους, που είχαν τυπικά προσληφθεί από την πρώτη εναγομένη και συνέχισαν να απασχολούνται από τη δεύτερη εναγομένη, ώστε οι τελευταίοι να πιστεύουν πεπλανημένα ότι η μόνη αλλαγή που επήλθε από τον μήνα Οκτώβριο του έτους 2013 (οπότε η δεύτερη εναγομένη άρχισε την παραγωγική λειτουργίας της) ήταν απλώς η αλλαγή του διακριτικού τίτλου της πρώτης εναγομένης από «…..» σε «…..». Από τα παραπάνω στοιχεία, εκτιμώμενα στο πλαίσιο μιας συνολικής αξιολόγησης, συνάγεται ότι η επιχείρηση της πρώτης εναγομένης διατήρησε την ταυτότητά της και υπό τον νέο φορέα της, δηλαδή τη δεύτερη εναγομένη, και ότι επήλθε μεταβίβαση επιχείρησης κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002, καθώς και διαδοχή μεταξύ της προηγούμενης εργοδότριας του ενάγοντος, δηλαδή της πρώτης εναγομένης, και της δεύτερης εναγομένης. Πράγματι, η δεύτερη εναγομένη ως διάδοχος ανέλαβε μια οργάνωση εργασίας που είχε δημιουργήσει η πρώτη εναγομένη, ούσα αρχική εργοδότρια του ενάγοντος, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού, την οποία και διατήρησε, αξιοποιώντας αυτή για την επίτευξη του ίδιου βασικώς και αποκλειστικώς σκοπού, ήτοι την ίδια επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών. Έλαβε δε χώρα συνολική μεταβίβαση του οργανισμού της αρχικής εργοδότριας του ενάγοντος, η οποία «επέζησε» της αλλαγής του φορέα του και δεν πρόκειται για απλή μεταβίβαση ενός αθροίσματος ή μεμονωμένων οικονομικών αγαθών, χωρίς τον μεταξύ τους αναγκαίο για την επίτευξη του συγκεκριμένου οικονομικού σκοπού λειτουργικό σύνδεσμο και οργάνωση. Ωσαύτως, ο νέος φορέας της επιχείρησης της δεύτερης εναγομένης είχε τη βούληση να καταστεί διάδοχος της πρώτης, προς τούτο ανέλαβε την οργάνωση της εργασίας που είχε δημιουργήσει εκείνη και συνέχισε τη λειτουργία της ως οικονομικής μονάδας, διατηρώντας αμετάβλητη την ταυτότητά της, για την επιδίωξη κατά τρόπο διαρκή και σταθερό του ίδιου οικονομικού σκοπού, αναλαμβάνοντας την επιχείρηση ως οργανωμένο σύνολο υλικών και άυλων στοιχείων, τα οποία διατήρησαν την οργανική τους ενότητα και ήταν ικανά να πραγματοποιήσουν τον σκοπό αυτόν, καθόσον τυγχάνει προεχόντως σημαντικός ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, όπως συμβαίνει πράγματι με τις προαναφερόμενες επιχειρήσεις των εναγομένων, αφού το κύριο αντικείμενο παροχής υπηρεσιών των επιχειρήσεών τους ήταν η επιχείρηση παραγωγής ηλεκτροβιομηχανικών ειδών και συναφών υπηρεσιών στους πελάτες της. Λόγω της ως άνω μεταβίβασης, η διάδοχος δεύτερη εναγόμενη εργοδότρια εταιρία υποκατέστησε αυτοδίκαια την αρχική εργοδότρια πρώτη εναγομένη, με συνέπεια αφενός μεν ο ενάγων να συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφετέρου δε οι αξιώσεις του ενάγοντος, που πηγάζουν από τη σύμβαση εργασίας του με την αρχική εργοδότριά του και υφίσταντο κατά τον χρόνο της μεταβίβασης, να βαρύνουν εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής και τη διάδοχο δεύτερη εναγομένη. Η δε δεύτερη εναγομένη ευθύνεται αποκλειστικώς για τις απαιτήσεις του ενάγοντος, που γεννήθηκαν μετά τη διαδοχή, λαμβανομένου υπόψη ότι η υπερημερία της πρώτης εναγομένης, από τη νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του ενάγοντος, συνεχίστηκε στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, χωρίς να απαιτείται γνώση εκ μέρους της ή προσφορά των υπηρεσιών του ενάγοντος σε αυτήν (πρβλ. ΕφΑθ 9825/1991 ΑρχΝ 1992.356, ΕφΑθ 106/1984 ΕΕργΔ 1984.222, Δ. Ζερδελής, Εργατικό Δίκαιο, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, γ’ έκδ. 2014, σελ. 1293-4, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 135). Βάσει των προαναφερομένων, ο ενάγων δικαιούται από τη δεύτερη εναγομένη για το χρονικό διάστημα από 01-12-2011 μέχρι 31-12-2015 για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, λόγω της άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης, τα ακόλουθα ποσά: 1) Για δεδουλευμένο μισθό μηνός Δεκεμβρίου 2011, το ποσό των 820 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 690 ευρώ, όπως συνομολογεί (άρθρ. 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) ο τελευταίος, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τελικά το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 130 ευρώ. 2) Για δεδουλευμένο μισθό μηνός Απριλίου 2012, το ποσό των 820 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 410 ευρώ, όπως συνομολογεί ο τελευταίος, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τελικά το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 410 ευρώ. 3) Για δεδουλευμένο μισθό μηνός Μαΐου 2012, το ποσό των 820 ευρώ. 4) Για δεδουλευμένο μισθό μηνός Ιουνίου 2012, το ποσό των 820 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 500 ευρώ, όπως συνομολογεί ο τελευταίος, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τελικά το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 320 ευρώ. 5) Για δεδουλευμένο μισθό μηνός Ιουλίου 2012, το ποσό των 820 ευρώ. 6) Για δεδουλευμένο μισθό μηνός Αυγούστου 2012, το ποσό των 820 ευρώ. Έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 565 ευρώ, όπως συνομολογεί ο τελευταίος, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τελικά το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 255 ευρώ. 7) Για δεδουλευμένο μισθό μηνός Οκτωβρίου 2012, κατά τον οποίον ο ενάγων απασχολούνταν εκ περιτροπής για 3 ημέρες την εβδομάδα, το ποσό των 492 ευρώ (ήτοι 820 ευρώ μισθός πλήρους απασχόλησης X 3/5). 8) Για δεδουλευμένο μισθό και μισθό υπερημερίας μηνός Μαΐου 2013 το ποσό των 682,24 ευρώ [ήτοι 206,64 ευρώ δεδουλευμένος μισθός για το χρονικό διάστημα από 01-05-2013 μέχρι 12-05-2013, κατά το οποίο ο ενάγων απασχολήθηκε επί τρεις ημέρες την εβδομάδα (820 ευρώ πλήρης μισθός X 3/5= 492 ευρώ X 0,42 μηνός= 206,64 ευρώ) + 475,60 ευρώ δεδουλευμένος μισθός και μισθός υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 13-05-2013 μέχρι 31-05-2013 κατά το οποίο απασχολήθηκε ακύρως εκ περιτροπής για μια ημέρα την εβδομάδα και για το οποίο δικαιούται πλήρεις αποδοχές (820 ευρώ X 0,58 μηνός)]. Έναντι του ποσού αυτού η πρώτη εναγομένη κατέβαλε στον ενάγοντα το ποσό των 426,40 ευρώ, όπως συνομολογεί ο τελευταίος, με αποτέλεσμα ο ενάγων να δικαιούται τελικά το υπόλοιπο, ήτοι το ποσό των 255,84 ευρώ. 9) Για αποδοχές υπερημερίας των μηνών Ιουνίου μέχρι και Σεπτεμβρίου 2013, το ποσό των 2.624 ευρώ [ήτοι 656 ευρώ (820 ευρώ καταβλητέος πλήρης μηνιαίος μισθός – 164 ευρώ δεδουλευμένος μισθός που καταβλήθηκε στον ενάγοντα για εργασία μιας ημέρας την εβδομάδα) X 4 μήνες= 2.624 ευρώ]. 10) Για επίδομα αδείας έτους 2013, το ποσό των 410 ευρώ (820 ευρώ X ½). 11) Για δεδουλευμένο μισθό και μισθό υπερημερίας των μηνών Οκτωβρίου 2013 μέχρι και Οκτωβρίου 2014, το ποσό των 10.660 ευρώ (820 ευρώ X 13 μήνες). 12) Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2013, το ποσό των 854,16 ευρώ (820 ευρώ X 1,04166 συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας). 13) Για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2014, το ποσό των 427,08 ευρώ (820 ευρώ X ½= 410 ευρώ X 1,04166 συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας). 14) Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2014, το ποσό των 854,16 ευρώ (820 ευρώ X 1,04166 συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας), πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας το ποσό των 257,90 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται το έλασσον ποσό των 596,26 ευρώ, που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 15) Για επίδομα αδείας έτους 2014, το ποσό των 410 ευρώ (820 ευρώ X ½= 410 ευρώ), πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας το ποσό των 154,84 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται το έλασσον ποσό των 255,16 ευρώ, που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 16) Για μισθό υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2015, το ποσό των 820 ευρώ, πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας το ποσό των 398,53 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται το έλασσον ποσό των 421,47 ευρώ, που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 17) Για μισθούς υπερημερίας των μηνών Φεβρουαρίου μέχρι και Απριλίου 2015, το ποσό των 820 ευρώ μηνιαίως, πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας για έκαστο μήνα το ποσό των 586,08 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται για έκαστο μήνα το έλασσον ποσό των 233,92 ευρώ, δηλαδή για την παραπάνω περίοδο το ποσό των 701,76 ευρώ (233,92 ευρώ X 3 μήνες), που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 18) Για επίδομα εορτών Πάσχα έτους 2015, το ποσό των 427,08 ευρώ (820 ευρώ X ½= 410 ευρώ X 1,04166 συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας), πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας το ποσό των 274,73 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται το έλασσον ποσό των 152,35 ευρώ, που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 19) Για μισθό υπερημερίας μηνός Μαΐου 2015, το ποσό των 820 ευρώ, πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας το ποσό των 351,65 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται το έλασσον ποσό των 468,35 ευρώ, που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 20) Για μισθό υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2015, το ποσό των 820 ευρώ. 21) Για μισθό υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2015, το ποσό των 820 ευρώ, πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας το ποσό των 196,62 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται το έλασσον ποσό των 623,38 ευρώ, που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 22) Για μισθούς υπερημερίας των μηνών Αυγούστου μέχρι και Δεκεμβρίου 2015, το ποσό των 820 ευρώ, πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας για έκαστο μήνα το ποσό των 586,08 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται για έκαστο μήνα το έλασσον ποσό των 233,92 ευρώ, δηλαδή για την παραπάνω περίοδο το ποσό των 1.169,60 ευρώ (233,92 ευρώ X 5 μήνες), που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). 23) Για επίδομα εορτών Χριστουγέννων έτους 2015, το ποσό των 854,16 ευρώ (820 ευρώ X 1,04166 συντελεστής προσαύξησης αναλογίας επιδόματος αδείας), πλην όμως ο ενάγων, αφαιρώντας το ποσό των 462,70 ευρώ, που έλαβε από την απασχόλησή του σε άλλον εργοδότη κατά το διάστημα της υπερημερίας της δεύτερης εναγομένης, αιτείται το έλασσον ποσό των 391,46 ευρώ, που πρέπει να του επιδικαστεί (άρθρ. 106 ΚΠολΔ). Επομένως, για τις παραπάνω αιτίες, η δεύτερη εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 24.077,87 ευρώ. Από το ποσό αυτό, η πρώτη εναγομένη οφείλει εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγομένη το ποσό των 6.536,84 ευρώ, που αφορά ειδικότερα στις ακόλουθες (εκ των προαναφερόμενων) αιτίες του χρονικού διαστήματος πριν λάβει χώρα η μεταβίβαση στη δεύτερη εναγομένη, δηλαδή μέχρι τις 30-09-2013: 130 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένου μισθού μηνός Δεκεμβρίου 2011 +410 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένου μισθού μηνός Απριλίου 2012+ 820 ευρώ για δεδουλευμένο μισθό μηνός Μαΐου 2012 + 320 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένου μισθού μηνός Ιουνίου 2012 + 820 ευρώ για δεδουλευμένο μισθό μηνός Ιουλίου 2012 + 255 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένου μισθού μηνός Αυγούστου 2012 + 492 ευρώ για δεδουλευμένο μισθό μηνός Οκτωβρίου 2012 + 255,84 ευρώ για υπόλοιπο δεδουλευμένου μισθού και μισθού υπερημερίας μηνός Μαΐου 2013+ 2.624 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας των μηνών Ιουνίου μέχρι και Σεπτεμβρίου 2013 + 410 ευρώ για επίδομα αδείας έτους 2013. Κατά ακολουθία των προαναφερομένων, πρέπει η ένδικη αγωγή, κατά την κύρια βάση της και κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη, και Α) να αναγνωριστεί α) η ακυρότητα του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης, που η πρώτη εναγομένη μονομερώς επέβαλε στον ενάγοντα, στις 13-05-2013, β) ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του στις 24-10-2013 και γ) ότι ο τελευταίος συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, Β) να υποχρεωθούν αφενός μεν η δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 24.077,87 ευρώ, αφετέρου δε η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγομένη και από το παραπάνω συνολικό ποσό των 24.077,87 ευρώ, το ποσό των 6.536,84 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν στους δεδουλευμένους μισθούς και τους μισθούς υπερημερίας από το τέλος εκάστου μήνα, εντός του οποίου κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός έκαστος μηνιαίος μισθός, ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν στα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα από την 31η Δεκεμβρίου και την 30η Απριλίου, αντίστοιχα, κάθε έτους που έπρεπε να καταβληθούν και ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν στα επιδόματα αδείας από την τελευταία ημέρα του οικείου έτους αντίστοιχα (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 350/2004 ΕλλΔνη 2005.1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856, ΑΠ 1341/2002 ΕλλΔνη 2003.253, ΑΠ 1682/2001 ΕλλΔνη 2001.1308). Η παρούσα απόφαση πρέπει, ως προς την καταψηφιστική της διάταξη, να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρ. 908 παρ. 1 εδαφ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ), κατά μερική αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αγωγικού αιτήματος ως και ουσιαστικά βάσιμου, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, επειδή είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προξενηθεί σημαντική ζημία στον ενάγοντα. Επίσης, πρέπει να ορισθεί το νόμιμο παράβολο για την ερήμην δικασθείσα πρώτη εναγομένη, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από αυτήν κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 673, 591, 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, οι εναγόμενες πρέπει να καταδικαστούν, λόγω της μερικής ήττας τους, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρ. 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της πρώτης εναγομένης και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων σαράντα (240) ευρώ για την ερήμην δικασθείσα πρώτη εναγομένη, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από αυτήν κατά της παρούσας απόφασης.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ α) την ακυρότητα του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης, που η πρώτη εναγομένη μονομερώς επέβαλε στον ενάγοντα, στις 13-05-2013, β) ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του στις 24-10-2013 και γ) ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εβδομήντα επτά ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (24.077,87 €) και την πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα εις ολόκληρον με τη δεύτερη εναγομένη και από το παραπάνω συνολικό ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων εβδομήντα επτά ευρώ και ογδόντα επτά λεπτών (24.077,87 €), το ποσό των έξι χιλιάδων πεντακοσίων τριάντα έξι ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (6.536,84 €), με τον νόμιμο τόκο κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της παρούσας διακρίσεις μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την αμέσως παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000) ευρώ ως προς την πρώτη εναγομένη και για το ποσό των δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ ως προς τη δεύτερη εναγομένη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των εννιακοσίων (900) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 14-6-17
