Περίληψη:

Υπόθεση: Εργατική διαφορά μεταξύ εργαζομένου (οδηγού-επόπτη) και εργοδότη (ατομική επιχείρηση μεταφορών) που αφορά την καταβολή αποδοχών για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρίες, εργασία Κυριακών, πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ο εργαζόμενος ισχυρίστηκε ότι η αρχική καταγγελία της σύμβασης εργασίας ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, εκδικητικότητας και επειδή τελούσε σε άδεια. Ο εργοδότης προέβη σε επικουρική καταγγελία μετά την άσκηση της αγωγής, καταβάλλοντας το υπόλοιπο της αποζημίωσης απόλυσης.

Πραγματικά περιστατικά: Ο εργαζόμενος προσελήφθη την 1-7-2020 ως οδηγός με σύμβαση αορίστου χρόνου. Από 19-4-2021 ανέλαβε επιπλέον χρέη επόπτη οδηγών, εργαζόμενος κατά μέσο όρο 12 ώρες ημερησίως (Δευτέρα-Σάββατο) και 13 Κυριακές επί 8 ώρες. Ο μηνιαίος μισθός του ανερχόταν σε 1.165 ευρώ μεικτά (1.000 ευρώ καθαρά), ενώ στη σύμβαση αναφερόταν χαμηλότερο ποσό. Στις 2-1-2023 ο εργοδότης κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας, καταβάλλοντας αποζημίωση απόλυσης 1.798,72 ευρώ, ποσό κατώτερο της νόμιμης. Μετά την άσκηση αγωγής, ο εργοδότης προέβη σε επικουρική καταγγελία, καταβάλλοντας το υπόλοιπο ποσό αποζημίωσης. Ο εργαζόμενος είχε παραιτηθεί πρωτοδίκως από το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας και από τους μισθούς υπερημερίας.

Ζητήματα: 1) Κύρος της αρχικής καταγγελίας λόγω μη καταβολής της πλήρους αποζημίωσης απόλυσης. 2) Έννομες συνέπειες της επικουρικής καταγγελίας  και της καταβολής του υπολοίπου της αποζημίωσης απόλυσης. 3) Παραδεκτό προσβολής της επικουρικής καταγγελίας ως άκυρης εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955. 4) Δικαίωμα του εργαζομένου σε πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης μετά την επικουρική καταγγελία. 5) Υπολογισμός και επιδίκαση αποδοχών για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρίες και εργασία Κυριακών. 6) Ύπαρξη εκδικητικής απόλυσης ή καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. 7) Δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: Άρθρα 669 παρ. 2, 349, 350, 648, 656, 167, 280, 281 ΑΚ. Άρθρα 1, 3 Ν. 2112/1920. Άρθρα 1, 5, 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955. Άρθρο 8 παρ. 4 Ν. 4020/1959. Άρθρα 64 παρ. 3, 66 παρ. 5 Ν. 4808/2021. Άρθρα 31, 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2, 242 παρ. 2, 246, 495 παρ. 1 και 2, 498, 499, 500, 511, 513 παρ. 1 περ. β’ εδ. α’, 516, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2, 520 παρ. 1, 527, 529, 533 παρ. 1, 535 παρ. 1 ΚΠολΔ. ΥΑ 4241/2019, ΥΑ 107675/2021, ΥΑ 388665/2022.

Η κρίση του δικαστηρίου: Το Εφετείο έκρινε ότι η αρχική καταγγελία ήταν άκυρη λόγω μη καταβολής της πλήρους αποζημίωσης απόλυσης. Ωστόσο, η επικουρική καταγγελία, συνοδευόμενη από την καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσης, ήταν έγκυρη και έλυσε τη σύμβαση εργασίας από εκείνη την ημερομηνία. Ο εργαζόμενος δεν προσέβαλε την επικουρική καταγγελία εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955, καθιστώντας την έγκυρη. Συνεπώς, δεν δικαιούται πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης. Το Εφετείο επιδίκασε στον εργαζόμενο αποδοχές για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρίες, προσαύξηση για εργασία Κυριακών και αποζημίωση για στέρηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, συνολικά 34.725,80 ευρώ. Απέρριψε τους ισχυρισμούς περί εκδικητικής απόλυσης, απόλυσης κατά τη διάρκεια άδειας και καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, καθώς και το αίτημα χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 946/2026

ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

5ο ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαλαματή Πετκανά, Εφέτη, και από τη Γραμματέα Ελένη Λιάσκου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Νοεμβρίου 2025, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΟΥ ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ Α ΕΦΕΣΗΣ – ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ Β ΕΦΕΣΗΣ: … του …, κατοίκου …, με ΑΦΜ …., ο οποίος παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου Κωνσταντίνου Κωνσταντέλλου (AM ΔΣΑ 22163).

ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ Α ΕΦΕΣΗΣ – ΕΚΚΑΛΟΥΝΤΟΣ Β ΕΦΕΣΗΣ: … του …, κατοίκου Πειραιά, οδός … αριθ. …, με ΑΦΜ …, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση του άρ. 242 παρ. 2 ΚΠολΔ που κατέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος (AM ΔΣΑ 29922).

Ο ενάγων και ήδη εκκαλών Β έφεσης – εφεσίβλητος Α έφεσης άσκησε σε βάρος του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος Α έφεσης – εφεσίβλητου Β έφεσης, την από 29-3-2023 και με αριθμό καταθέσεως …/…./29-3-2023 αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 960/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), το οποίο, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και επέβαλε μέρος της δικαστικής δαπάνης του ενάγοντας σε βάρος του εναγομένου ύψους 500 ευρώ. Κατά της υπ’ αριθ. 960/2024 απόφασης, ο εναγόμενος και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 10-3-2025 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών …/…/17-3- 2025 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών …/…./27-3-2025 και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικώς η 27-5-2025 και μετά από αναβολή η σημερινή. Επίσης, ο ενάγων και ήδη εκκαλών άσκησε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου την από 18-3-2025 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών …/…/18-3-2025 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών …/…/20-3-2025 και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτήν, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίστηκε αρχικώς η 27-5-2025 και μετά από αναβολή η σημερινή.

Κατά τη συζήτηση των δύο εφέσεων και την εκφώνησή τους από τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν όπως προαναφέρθηκε και ζήτησαν να γίνουν δεκτοί οι ισχυρισμοί που περιέχονται στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Αρμοδίως φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου α) η από 10-3-2025 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών …/…/17-3-2025 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών …/…/27-3-2025 και β) η από 18-3- 2025 έφεση με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών …/…/18-3-2025 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών …/…/20-3-2025, στρεφόμενες αμφότερες κατά της υπ’ αριθ. 960/2024 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών που εκδόθηκε κατά την Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών, αντιμωλία των διαδίκων, έχουν δε ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495 παρ. 1 και 2, 498, 499, 500, 511, 513 παρ.1 περ. β’ εδ. α’, 516, 517 εδ. α’, 518 παρ. 2 και 520 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθώς η εκκαλουμένη απόφαση δημοσιεύτηκε την 2-12-2024, χωρίς να προκύπτει επίδοση αυτής και οι εφέσεις κατατέθηκαν στο εκδόν την εκκαλουμένη απόφαση Δικαστήριο, Πρωτοδικείο Αθηνών, η Α έφεση στις 17-3-2025 και η Β έφεση στις 18-3-2025, ήτοι εντός δυο (2) ετών από την δημοσίευση της εκκαλουμένης απόφασης, και επομένως οι ως άνω εφέσεις ασκήθηκαν εμπροθέσμως (άρθρο 518 παρ. 2 ΚΠολΔ). Συνεπώς, οι εφέσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, και αφού διαταχθεί η συνεκδίκασή τους, λόγω της πρόδηλης συνάφειας (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ), της διευκόλυνσης διεξαγωγής της δίκης, μείωσης των εξόδων και αποφυγής έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, καθώς στρέφονται κατά της ίδιας ως άνω εκκαλουμένης απόφασης, ασκήθηκαν από και κατά των αυτών διαδίκων και υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία των περιουσιακών – εργατικών διαφορών, πρέπει να εξεταστούν, περαιτέρω, κατά την ίδια ως άνω διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Με την αγωγή ο ενάγων ισχυριζόταν ότι στις 1-7-2020 προσελήφθη από τον εναγόμενο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως υπάλληλος – οδηγός αυτοκινήτου, απασχολούμενος για 6 ημέρες με πλήρες ωράριο έναντι μικτού μισθού 1.164,42 ευρώ (1.000 ευρώ καθαρά), πλην όμως εξ αρχής τοποθετήθηκε ατύπως στη θέση του προϊσταμένου των αυτοκινήτων και οδηγών του εναγομένου στην περιοχή της Αττικής και από 19-4-2021 ανέλαβε χρέη υπεύθυνου εποπτείας των συνεργαζόμενων καταστημάτων, ενώ από 1-7-2022 ο μηνιαίος μισθός του ανήλθε σε 1.280,86 ευρώ μικτά (1.100 ευρώ καθαρά). Ότι εργαζόταν από Δευτέρα έως Σάββατο επί 12 ώρες ημερησίως, από 8.00 έως 20.00 συνήθως χωρίς ο εναγόμενος να του καταβάλει τις προβλεπόμενες αμοιβές και αποζημιώσεις, ενώ εργάσθηκε και 13 Κυριακές χωρίς να λάβει προσαύξηση και αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, ούτε έλαβε προσαύξηση λόγω νυχτερινής εργασίας και ο εναγόμενος δεν του χορηγούσε εξοφλητικές αποδείξεις και τον ασφάλιζε πλημμελώς, παρά τις διαμαρτυρίες του ενάγοντος. Ότι όταν ο εναγόμενος του ανακοίνωσε στις 8-12-2022 ότι θα τον απασχολεί πλέον ως απλό οδηγό, ο ενάγων αρνήθηκε την υλική και ηθική μείωση και αμέσως προσέφυγε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Γλυφάδας – Δάφνης, ενημερώνοντας αυθημερόν τον εναγόμενο, ενώ επέστρεψε στον εναγόμενο το επαγγελματικό όχημα, το κινητό τηλέφωνο και την κάρτα καυσίμων όπως του ζήτησε ο εναγόμενος. Ότι στις 2-1-2023, τελώντας ο ενάγων σε κανονική άδεια, ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του, καταβάλλοντας μειωμένη την αποζημίωση απόλυσης, η δε απόλυσή του έγινε εκδικητικά, επειδή διαμαρτυρόταν για τα οφειλόμενα σε αυτόν ποσά και λόγω της προσφυγής του στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, όπου προσέφυγε και πάλι στις 4-1-2023. Ότι ο εναγόμενος του οφείλει αμοιβές για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση/παράνομη υπερωριακή απασχόληση, καθώς και αμοιβή για απασχόληση την Κυριακή και τη νύχτα, αφαιρουμένου του χρονικού διαστήματος της κανονικής του αδείας. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε ως αντίδραση σε ενάσκηση δικαιώματος του, τελώντας σε κανονική άδεια, έγινε καταχρηστικά και είναι άκυρη, υποχρεούμενου του εναγομένου να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας από Ιανουάριο 2023 έως Δεκέμβριο 2025, μαζί και τα επιδόματα δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα και αδείας, επιπλέον να του καταβάλει το υπόλοιπο ποσό της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ύψους 977,33 ευρώ, πρόσθετη αποζημίωση ύψους 7.685,16 ευρώ (6 μηνιαίους μισθούς), αποδοχές μη ληφθείσας άδειας έτους 2023 ύψους 625,99 ευρώ, επίδομα αδείας 2023 ύψους 184,91 ευρώ, καθώς και να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσής του να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 10.000 ευρώ, να επαναπασχολήσει τον εναγόμενο όπως και πριν την άκυρη απόλυση, και πάλι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, με την καταβολή χρηματικής ποινής ύψους 50.000 ευρώ, αλλά και να του επιδικαστεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ύψους 5.000 ευρώ, λόγω της εκδικητικής του αποπομπής και της παραβίασης των εργασιακών και ασφαλιστικών του δικαιωμάτων και της υπαίτιας συμπεριφοράς του εναγομένου. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων ζητούσε κατά την κύρια βάση εκ της συμβάσεως εργασίας του: 1) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 2-1-2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, 2) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τους συνδέει, από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί, και, σε περίπτωση μη συμμόρφωσής του, να καταδικαστεί στην καταβολή χρηματικής ποινής ποσού 50.000 ευρώ, 3) να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει ποσό 108.569,69 ευρώ και ειδικότερα ποσό 48.795,98 ευρώ για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση/παράνομη υπερωριακή απασχόληση τις εργάσιμες ημέρες, ποσό 1.160,21 ευρώ για αποζημίωση απασχόλησης τις Κυριακές, ποσό 117,27 ευρώ για προσαύξηση απασχόλησης τις νύχτες, ποσό 53.496,23 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και ποσό 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, όλα δε τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως όπως ειδικότερα αναφέρει, άλλως από την επίδοση της αγωγής, και επικουρικώς, αν κριθεί ότι λύθηκε η σύμβαση εργασίας του ή κριθεί άκυρη, να υποχρεωθεί ο εναγόμενος: 1) να του καταβάλει, πέραν όλων των παραπάνω κονδυλίων (με αριθμό 3), τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (διαφορά) ποσού 977,33 ευρώ και πρόσθετη αποζημίωση ποσού 7.685,16 ευρώ, νομιμοτόκως αμφότερες από 2-1-2023, άλλως από την επίδοση της αγωγής, 2) να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, σε περίπτωση δε μη συμμόρφωσής του να καταδικαστεί στην καταβολή χρηματικής ποινής 10.000 ευρώ, επιπλέον δε ζητούσε να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή η απόφαση, όπως ειδικότερα αναλύει και την καταδίκη του εναγομένου στη δικαστική του δαπάνη. Με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος που καταχωρήθηκε στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ο ενάγων παραιτήθηκε από το αίτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της από 2-1-2023 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, από το αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις συμφωνημένες υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τον συνδέει με τον ενάγοντα, από το αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 53.496,23 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και από το επικουρικό αίτημα να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης (διαφορά) 977,63 ευρώ, την οποία του κατέβαλε μετά την άσκηση της αγωγής.

Επί της αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθ. 960/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών), αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αφού απέρριψε ως αόριστη την αγωγή ως προς τη νομική βάση αυτής περί καταχρηστικότητας της απόλυσης κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, ως αόριστο το αίτημα της αγωγής περί χορήγησης πιστοποιητικού εργασίας και ως μη νόμιμο το αίτημα περί έναρξης της τοκοδοσίας πριν την επίδοση της αγωγής για τα αιτούμενα κονδύλια των κατ’ εξαίρεση παράνομων υπερωριών τις καθημερινές, της εργασίας τις Κυριακές και της αποζημίωσης για μη χορήγηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης, της πρόσθετης αποζημίωσης απόλυσης και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ακολούθως, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή ως ουσία βάσιμη, επιδικάζοντας για υπερεργασία από 19-4-2021 έως 31-12-2022 το ποσό των 5.302,48 ευρώ, για κατ’ εξαίρεση υπερωρία από 19-4-2021 έως 31-12-2022 το ποσό των 28.555,68 ευρώ, για εργασία 13 Κυριακές επί 8 ώρες κάθε φορά, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, το ποσό των 261,84 ευρώ και 605,80 ευρώ αντίστοιχα, για πρόσθετη αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 3.500 ευρώ και συνολικά υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 38.225,80 ευρώ, κηρύσσοντας προσωρινά εκτελεστή την απόφαση ως προς την ως άνω διάταξη για το ποσό των 15.000 ευρώ, καταδίκασε δε τον εναγόμενο σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος ύψους 500 ευρώ.

Κατά της απόφασης αυτής (960/2024), ο εναγόμενος άσκησε την υπό στοιχείο Α έφεση, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί, κατά το μέρος μόνο των λόγων έφεσης, η εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί εξ ολοκλήρου η αγωγή, με την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας, ο δε ενάγων άσκησε την υπό στοιχείο Β έφεση, παραπονούμενος για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και για πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, ζητώντας να εξαφανιστεί, άλλως να μεταρρυθμιστεί, κατά το μέρος μόνο των λόγων έφεσης, η εκκαλουμένη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή κατά το αιτητικό της, όπως αυτό περιορίστηκε, με την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας.

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας για οποιονδήποτε λόγο, δεν επέρχεται η λύση της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και συνακόλουθα ο εργοδότης περιέρχεται σε υπερημερία ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του εργαζομένου, υποχρεούμενος να δέχεται τις υπηρεσίες του και να καταβάλλει τις αποδοχές αυτού, κατά τα άρθρα 349, 350, 648 και 656 του ΑΚ (ΑΠ 860/2024, ΑΠ 397/2017, ΑΠ 277/2016, ΕφΑθ(Μον) 1174/2024 ΝΟΜΟΣ). Η υπερημερία του εργοδότη και συνακόλουθα η υποχρέωση αυτού να καταβάλλει τις αποδοχές του μισθωτού κατά το διάστημα που τελεί σε υπερημερία και να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, παύει α) με την αποδοχή της εργασίας του μισθωτού, β) με τη δήλωση του εργοδότη ότι αποδέχεται τις υπηρεσίες του εργαζομένου σύμφωνα με τους πριν την απόλυση όρους, γ) με την περιέλευση του εργαζομένου, για πραγματικούς ή νομικούς λόγους, σε κατάσταση αδυναμίας παροχής της εργασίας του, εκτός εάν η αδυναμία αυτή οφείλεται σε γεγονός για το οποίο ο εργοδότης υπέχει ευθύνη και δ) με την καθ’ οιονδήποτε τρόπο έγκυρη λύση της σύμβασης εργασίας, χωρίς να ενδιαφέρει ο λόγος λύσης. Επομένως, όταν η υπερημερία του εργοδότη απορρέει από μία άκυρη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αυτή παύει με μία έγκυρη  νέα καταγγελία (ΑΠ 400/2017 ΕφΘεσ(Μον) 1039/2020 ΝΟΜΟΣ). Η νέα αυτή καταγγελία, η οποία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη και επικουρικά, δηλαδή με την επιφύλαξη κάθε δικαιώματος του από την προηγούμενη καταγγελία και με σκοπό να αρθεί η υπερημερία στην οποία είχε περιέλθει ως προς την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού και ως προς την υποχρέωση καταβολής αποδοχών υπερημερίας, είναι επιτρεπτή από το νόμο και επιφέρει, από τη στιγμή που περιέρχεται στον μισθωτό (άρθρο 167 του ΑΚ), τη διαπλαστική της ενέργεια, ήτοι τη λύση της σύμβασης εργασίας (σε περίπτωση ακυρότητας της αρχικής καταγγελίας). Το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι έγινε κατά τον χρόνο που ο εργοδότης τελούσε σε υπερημερία ή σε χρόνο που η πρώτη καταγγελία δεν είχε ακόμη κριθεί τελεσίδικα ως άκυρη, αφού ευθέως ο εργοδότης αποβλέπει με αυτή στη λύση της εργασιακής σύμβασης και άρση της υπερημερίας του. Η δεύτερη αυτή καταγγελία, που γίνεται επικουρικά, περιέχει επομένως αίρεση δικαίου, η οποία όμως είναι από το νόμο επιτρεπτή και, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμία αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης εργασίας (ΑΠ 860/2024, ΑΠ 839/2019, ΑΠ 400/2017, 277/2016 ΝΟΜΟΣ). Η νομιμότητα και το παραδεκτό της προβολής του περί ακυρότητας της κάθε καταγγελίας ισχυρισμού κρίνεται αυτοτελώς, βάσει των συνθηκών που ισχύουν κατά την άσκηση της καθεμίας από αυτές.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, όπως το δεύτερο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 19 του Ν. 435/1976, ορίζεται ότι “πάσα αξίωσις μισθωτού πηγάζουσα εξ ακύρου καταγγελίας της σχέσεως εργασίας τυγχάνει απαράδεκτος, εφ’ όσον η σχετική αγωγή δεν εκοινοποιήθη εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από της λύσεως της σχέσεως εργασίας. Η διάταξις της παρούσης εφαρμόζεται μόνον επί καταγγελίας σχέσεων εξηρτημένης εργασίας”. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική, αποσκοπεί στην ταχεία άρση κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας και στην εκκαθάριση εντός σύντομου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη, όταν παρέλθει δε άπρακτη η αποσβεστική αυτή προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 215/2023, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016 ΝΟΜΟΣ). Η ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 για την άσκηση αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας και απόληψης μισθών υπερημερίας, λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ) και έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εξαρτημένης εργασίας, είτε αορίστου είτε ορισμένου χρόνου είναι αυτή, καταλαμβάνει δε κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την, για οποιονδήποτε λόγο, ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 359/2015 ΝΟΜΟΣ). Στον ίδιο ως άνω χρονικό περιορισμό υπόκειται και η ένσταση ή αντένσταση περί ακυρότητας της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 215/2023, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016 ΝΟΜΟΣ). Η μη κοινοποίηση δηλαδή της αγωγής περί ακυρότητας της καταγγελίας στον εργοδότη εντός της ανωτέρω τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας ή η μη προβολή σχετικής ένστασης στο πλαίσιο εκκρεμούς δίκης, καθιερώνει απαράδεκτο, το οποίο αφορά την ουσία της διαφοράς και κατά κύριο λόγο πλήττει το δικαίωμα της επίκλησης και προσβολής της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ως άκυρης και κατ’ ανάγκη τις συνεχόμενες με αυτό ουσιαστικές αξιώσεις της καταβολής αποδοχών υπερημερίας και πραγματικής απασχόλησης του μισθωτού. Ως εκ τούτου, εάν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, η καταγγελία αυτή καθίσταται έγκυρη (του εργαζομένου δικαιούμενου να ζητήσει μόνο την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης) και η σχετική αγωγή ή ένσταση απορρίπτεται ως (ουσιαστικά) απαράδεκτη (ΑΠ 215/2023, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής με αντικείμενο την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας και την επιδίκαση αποδοχών υπερημερίας, προκειμένου να απαλλαγεί, επικαλεστεί κατ’ ένσταση νέα (δεύτερη) έγκυρη καταγγελία και συνακόλουθα ανυπαρξία υπερημερίας του, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα της καταγγελίας αυτής αποτελεί αντένσταση, η οποία πρέπει να προβληθεί κατά νόμιμο και παραδεκτό τρόπο. Ο μισθωτός έχει βέβαια, και στην περίπτωση αυτή, τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν, καθ’ υποφορά με το δικόγραφο της αγωγής επιδίκασης αποδοχών υπερημερίας, οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης. Ο ισχυρισμός όμως αυτός (ακυρότητας της καταγγελίας), που προβάλλεται από τον εργαζόμενο με αντένσταση προς απόκρουση του ισχυρισμού του εργοδότη, για να είναι παραδεκτός, πρέπει, όπως προελέχθη, να προβληθεί μέσα στην ανατρεπτική προθεσμία των τριών μηνών από την περιέλευση στον μισθωτό της καταγγελίας (ΟλΑΠ 1338/1985, ΑΠ 121/2017, ΑΠ 429/2016 ΝΟΜΟΣ). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και στην περίπτωση επικουρικής καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας εκ μέρους του εργοδότη, για την περίπτωση που η αρχική καταγγελία ήθελε κριθεί τελεσιδίκως άκυρη. Εξάλλου, από καμία διάταξη δεν προκύπτει ότι κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας για την αναγνώριση ως άκυρης της αρχικής καταγγελίας αναστέλλεται η κατά τα άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955 για την εκ μέρους του εργαζομένου προσβολή ως άκυρης της επικουρικής καταγγελίας, εφόσον, όπως προαναφέρθηκε, οι προϋποθέσεις του παραδεκτού της κατά τα άνω προσβολής ερευνώνται αυτοτελώς για κάθε καταγγελία (ΑΠ 376/2025 ΝΟΜΟΣ).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, … και …, που δόθηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά της δίκης, της υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ-…./19-9-2024 ένορκης βεβαίωσης του … που δόθηκε ενώπιον της Δικηγόρου Ειρήνης Γραβάνη (AM ΔΣΑ 41972) για λογαριασμό του ενάγοντος, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του εναγομένου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. …/13-9-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Σύρου Καλλιόπης Ψαρομπά), των υπ’ αριθ. …/23-9-2024 και …/23-9-2024 ενόρκων βεβαιώσεων της … και του … αντίστοιχα που δόθηκαν ενώπιον του Συμβολαιογράφου Αθηνών Κυριακούλη Πραστάκου (σε αναπλήρωση των Συμβολαιογράφων Αθηνών Αναστασίας Πανταζοπούλου και Αλεξάνδρας Αθανασίου αντίστοιχα), για λογαριασμό του εναγομένου, μετά από νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση του ενάγοντος (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. …/18-9-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Παναγιώτας Γεωργαντά), καθώς και της υπ’ αριθ. πρωτ. ΔΣΑ-…/30-9-2024 ένορκης βεβαίωσης του … που δόθηκε ενώπιον της Δικηγόρου Ειρήνης Γραβάνη (AM ΔΣΑ 41972) για λογαριασμό του ενάγοντας, με νομότυπη κλήτευση του εναγομένου στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου του ενάγοντος, αλλά και της υπ’ αριθ. …/1-10-2024 ένορκης βεβαίωσης του … που δόθηκε ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Αναστασίας Πανταζοπούλου για λογαριασμό του εναγομένου, μετά από νομότυπη κλήτευση του ενάγοντος (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. …/26-9-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Πειραιά Αριστείδη Στεφανή) καθώς, πέρα από το άρθρο 529 ΚΠολΔ, που ορίζει ότι στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων όταν δεν αποδεικνύεται ότι δεν είχαν προσκομιστεί από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια, κατ’ άρθρο 527 ΚΠολΔ, στην κατ’ έφεση δίκη μπορούν να προταθούν πραγματικοί ισχυρισμοί που δεν προτάθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, αν αποδεικνύονται εγγράφως, απορριπτομένου του ισχυρισμού του εκκαλούντος – εναγομένου να μην ληφθεί υπ’ όψιν η ως άνω ένορκη βεβαίωση του … και, ακολούθως, από όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, των οποίων δεν απαιτείται ειδική μνεία για το καθένα στην απόφαση αλλά είναι ισοδύναμα και συνεκτιμώνται όλα για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς και τα οποία λαμβάνονται υπ’ όψιν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Ο εναγόμενος διατηρώντας ατομική επιχείρηση, αναλάμβανε από τον Μάιο 2020 τη μεταφορά προϊόντων από την αλυσίδα σούπερ μάρκετ … (εταιρία … ΑΕΒΕ) σε καταναλωτές – πελάτες της ως άνω επιχείρησης που αγόραζαν μέσω διαδικτυακής παραγγελίας, ενώ από τον Ιανουάριο 2021 ανέθεσε στην εταιρία … IKE υπεργολαβικά τη μεταφορά των προϊόντων. Στην ατομική επιχείρηση του εναγομένου απασχολήθηκε ο ενάγων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από 1-7-2020 προκειμένου να παρέχει τις υπηρεσίες του ως οδηγός αυτοκινήτου – διανομέας, εργαζόμενος επί έξι ημέρες, από Δευτέρα έως Σάββατο, επί 6 ώρες και 40 λεπτά καθημερινά, με ωράριο 11.30 έως 18.10. Στην αναγγελία της ατομικής σύμβασης εργασίας του αναγράφεται ότι το ημερομίσθιο ήταν 31,94 ευρώ και το ωρομίσθιο 4,79 ευρώ. Το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης αναρτήθηκε στις 2-7-2020, όπου ορίστηκε το σύνολο των μεικτών αποδοχών του σε 830,44 ευρώ και το ωρομίσθιο σε 4,79 ευρώ για 40 ώρες εργασίας  εβδομαδιαίως. Στις ενδεικτικά προσκομιζόμενες αποδείξεις πληρωμής αποδοχών αποτυπώνεται ότι στις 26 ημέρες ασφάλισης του ενάγοντος το καθαρό ποσό αποδοχών του ανερχόταν σε 703,13 ευρώ και το μεικτό σε 830,44 ευρώ (Αύγουστος 2020), καθώς και το καθαρό ποσό αποδοχών σε 713,18 ευρώ και το μεικτό 830,44 ευρώ (Απρίλιος 2021, Σεπτέμβριος 2021, Νοέμβριος 2021), λόγω διαφοράς στις ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου, και στις 27 ημέρες ασφάλισης του ενάγοντος το καθαρό ποσό αποδοχών του ανερχόταν σε 730,18 ευρώ και το μεικτό σε 862,38 ευρώ (Δεκέμβριος 2020), καθώς και το καθαρό ποσό αποδοχών σε 740,61 ευρώ και το μεικτό σε 862,38 ευρώ (Ιούλιος 2021, Δεκέμβριος 2021), λόγω διαφοράς στις ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου. Μετά την αύξηση του ημερομισθίου και ωρομισθίου (32,58 και 4,89), στις 26 ημέρες ασφάλισης του ενάγοντος, το καθαρό ποσό αποδοχών του ανερχόταν σε 727,47 ευρώ και το μεικτό σε 847,08 ευρώ (Ιανουάριος 2022, Απρίλιος 2022), και μετά τη νέα αύξηση του ημερομισθίου και ωρομισθίου (35,04 και 5,26), στις 26 ημέρες ασφάλισης του ενάγοντος, το καθαρό ποσό αποδοχών του ανερχόταν σε 782,40 ευρώ και το μεικτό σε 911,04 ευρώ (Μάιος 2022) καθώς και το καθαρό ποσό αποδοχών σε 784,68 ευρώ και το μεικτό σε 911,04 ευρώ (Νοέμβριος 2022), λόγω διαφοράς στις ασφαλιστικές κρατήσεις εργαζομένου. Στις 19-4-2021 ο ενάγων ανέλαβε χρέη Επιθεωρητή Καταστημάτων, έχοντας τη γενική εποπτεία των εργαζομένων της εταιρίας στα συνεργαζόμενα καταστήματα, αναθέτοντας σε αυτόν να επικοινωνεί για οποιοδήποτε εργασιακό θέμα ή πρόβλημα προκύπτει με τηλέφωνό του, σύμφωνα με την από 19-4-2021 ηλεκτρονική αλληλογραφία της … μεταξύ άλλων και προς τον ενάγοντα. Ωστόσο, αποδεικνύεται ότι ο πραγματικά καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός του ενάγοντος ανερχόταν στο ποσό των 1.000 ευρώ καθαρά και των 1.165 ευρώ μεικτά. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος – εναγομένου ότι οι μεικτές αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν σε 830,44 ευρώ κρίνεται αβάσιμος. Σε επικοινωνία των διαδίκων μέσω εφαρμογής των κινητών τους στις 6-6-2022, όταν ο ενάγων ζήτησε να συμπληρώσει ο εναγόμενος το υπόλοιπο του μισθού Μαΐου 2022 ποσού 217,60 ευρώ καθώς του είχαν καταβληθεί 782,40 ευρώ, ο εναγόμενος δεν το αρνήθηκε και του απέστειλε αυθημερόν και το ποσό των 217,60 ευρώ (782,40 + 217,60 = 1.000 ευρώ καθαρό ποσό αποδοχών). Άλλωστε, ο μηνιαίος αυτός μισθός δικαιολογείται και λόγω της νέας θέσης ττου ανατέθηκε στον ενάγοντα ως επόπτη των λοιπών οδηγών – εργαζομένων στα συνεργαζόμενα καταστήματα. Σχετικά με το επιπλέον ποσό που ελάμβανε ο ενάγων σε σχέση με τα αναγραφόμενα στη σύμβαση εργασίας του, ο μάρτυρας ανταπόδειξης … επιβεβαίωσε ότι ο ενάγων ελάμβανε επιπλέον ποσό, δικαιολογώντας ότι αυτό μπορεί να συνέβαινε λόγω τυχόν υπερεργασίας ή υπερωριών που έκανε ο ενάγων κάποιες φορές και προσπαθώντας να αιτιολογήσει το γραπτό ως άνω μήνυμα μεταξύ των κινητών των διαδίκων. Όσα όμως αναφέρει ο εν λόγω μάρτυρας περί κάποιων ωρών υπερεργασίας και υπερωρίας, ουδόλως αποδυναμώνει το αποδειχθέν ότι ο ενάγων ελάμβανε καθαρό ποσό 1.000 ευρώ, καθώς από την απάντηση του εναγομένου προς τον ενάγοντα στο εν λόγω μήνυμα ουδεμία αντίρρηση διατυπώθηκε σε τι αφορά αυτό το ποσό και αν είναι υπερεργασία ή υπερωρίες. Βάσιμα αποδεικνύεται ότι ο μηνιαίος μισθός του ενάγοντος από 19-4-2021 ανερχόταν σε 1.000 ευρώ καθαρά. Ο μάρτυρας απόδειξης που εργαζόταν από Ιανουάριο 2022 ως οδηγός στην εταιρία … αναγνώριζε ως προϊστάμενό του τον ενάγοντα, στον οποίο απευθυνόταν όποτε είχε κάποιο πρόβλημα με πελάτη ή με το αυτοκίνητο, διευκρινίζοντας ότι είχε και άλλους προϊσταμένους για μικρά διαστήματα, όπως τον … που έμεινε για 2-3 μήνες και μετά απολύθηκε αλλά και τον … που ήρθε το καλοκαίρι 2022 να εργασθεί. Ωστόσο, κατέθεσε ότι από το πρωί στις 8.30 που ξεκινούσε την εργασία του έβρισκε τον ενάγοντα τηλεφωνικά και η επικοινωνία τους ήταν έως αργά, και μετά το κανονικό του ωράριο στις 17.30. Αποδεικνύεται ότι ο ενάγων από 19-4-2021, οπότε και του ανατέθηκαν τα καθήκοντα του επόπτη, εργαζόταν κατά μέσο όρο 12 ώρες ημερησίως, δηλαδή από 8.00 περίπου έως 20.00 περίπου, παρέχοντας υπερωριακή απασχόληση, που ήταν απαραίτητη για την άσκηση των καθηκόντων του, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από τον εκκαλούντα – εναγόμενο τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα. Για το χρονικό διάστημα από 1-7-2020 έως 18-4-2021 δεν αποδείχθηκε ότι εργάσθηκε ως οδηγός περισσότερες ώρες από το ωράριο που αναφέρεται στη σύμβαση εργασίας του. Πέρα από όσα κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης για το πραγματικό ωράριο εργασίας του προϊσταμένου του (ενάγοντος), και ο ενόρκως βεβαιώσας … επιβεβαίωσε ότι έως 8-1-2022 που σταμάτησε την εργασία του, ο ενάγων ήταν προϊστάμενός του, ευρισκόμενος σε καθημερινή επικοινωνία μαζί του, ο οποίος επέβλεπε την εργασία του, τις αποστολές, τη διαχείριση και καθόριζε τη βάρδια καθενός οδηγού σε σύνολο περίπου 30 οδηγών. Μάλιστα, συμπληρώνοντας (στην ένορκη βεβαίωση), ανέφερε ότι όταν οι οδηγοί είχαν κάποιο κώλυμα ή ήταν σε άδεια, ο ενάγων τους αναπλήρωνε. Επιβεβαίωσε ότι σε αυτόν απευθυνόταν για τυχόν προβλήματα και αυτός ενημέρωνε την εργοδοσία για τα ζητήματα που προέκυπταν, προσθέτοντας ότι είχε επικοινωνία καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασίας του τις απογευματινές ώρες που εργαζόταν, επισημαίνοντας ότι οι ώρες εργασίας του ενάγοντος ήταν από 8.00 έως 20.00. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από τον ενόρκως βεβαιώσαντα …, ο οποίος απασχολήθηκε ως τον Απρίλιο 2022 στην εταιρία … και είχε την εποπτεία των οδηγών – διανομέων της εταιρίας στο βόρειο τομέα της Αττικής, με τον αντίστοιχο ρόλο να έχει στον νότιο και δυτικό τομέα της Αττικής ο ενάγων, έχοντας παράλληλα και τα καθήκοντα του διανομέα. Άλλωστε, και ο ενόρκως βεβαιώσας … επιβεβαιώνει τον διπλό ρόλο του ενάγοντος, ως οδηγού και επόπτη ομάδας οδηγών 15-20 ατόμων. Τα όσα αναφέρει περί εργασίας του ενάγοντος για εποπτεία και διανομή προϊόντων σε 3-4 ώρες καθημερινά και τροποποίησης σε καθημερινή βάση του ημερήσιου δηλωθέντος ωραρίου του (11.30-18.10) με δική του πρωτοβουλία (ενάγοντος) που λειτουργούσε ανεξέλεγκτα, ώστε να μην γίνονται οι αλλαγές στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, δεν μπορούν να αναιρέσουν τα όσα ανέφεραν ο μάρτυρας απόδειξης και ο …, ενόψει και της μη ύπαρξης παραπόνου ή παρατήρησης εκ μέρους του εναγομένου για τις υποτιθέμενες, χωρίς ενημέρωση, αλλαγές στο ωράριο του ενάγοντος. Άλλωστε, δεν προέκυψε ότι ο εναγόμενος ως εργοδότης είχε οχλήσει τον ενάγοντα για το λόγο ότι εργάζεται άλλες ώρες από τις συμφωνημένες, ώστε να τροποποιούνται οι αλλαγές στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ. Καταθέτοντας μάλιστα ο μάρτυρας ανταπόδειξης …, ανέφερε ότι ο ενάγων μπορούσε να ξεκινήσει την εργασία το πρωί στις 8.30 και να τελειώσει το μεσημέρι, κάτι που γνώριζε ο εναγόμενος. Επομένως, ο εναγόμενος δεν προέβαινε σε αλλαγή στο σύστημα ΕΡΓΑΝΗ, παρότι γνώριζε ότι άλλες ώρες εκτελεί τα καθήκοντά του ο ενάγων. Δεν αποδεικνύεται ότι ο εναγόμενος επαφιόταν στον ενάγοντα για το ωράριο εργασίας του και για την πληρωμή των ωρών υπερεργασίας και υπερωρίας, χωρίς ο ίδιος να έχει έλεγχο όσων ο ενάγων έπραττε. Όσο για τα επιπλέον χρήματα που ελάμβανε ο ενάγων από τον εναγόμενο με τη μορφή κουπονιών της …, αξίας 100 ευρώ, η ενόρκως βεβαιώσασα … αναφέρει ότι αυτά δεν αποτελούσαν μόνιμη παροχή και ήταν ελεύθερα ανακλητή. Μάλιστα, το γεγονός ότι αυτά τα κουπόνια δεν αποτελούσαν μόνιμη παροχή επιβεβαιώνεται και από τις λίγες προσκομιζόμενες αποδείξεις είσπραξης, ειδικότερα της 1-8-2022, 3-9-2022 ποσού 200 ευρώ εκάστη και μίας χειρόγραφης απόδειξης ποσού 150 ευρώ τον μήνα Οκτώβριο 2022 (άνευ συγκεκριμένης ημέρας). Η εργασία του ενάγοντος από 19-4-2021 αποδεικνύεται ότι ήταν 12 ώρες ημερησίως και δεν αναιρείται από το γεγονός ότι οι παραγγελίες που παρέδιδε ο ίδιος ήταν λιγότερες σε σχέση με τον επικαλούμενο αριθμό ωρών εργασίας του, καθώς τα καθήκοντά του, όπως προεκτέθηκε, δεν περιορίζονταν μόνο στη διανομή παραγγελιών αλλά και στην εποπτεία άλλων οδηγών κατά τη διάρκεια των βαρδιών τους, οι οποίες ξεκινούσαν από 8.30 και έφταναν έως 20.30 (8.30-11.30, 11.30-14.30, 14.30-17.30, 17.30-20.30 όπως κατέθεσε ο …). Ασφαλώς δεν αποδεικνύεται ότι οι ώρες εργασίας του ενάγοντος ήταν περισσότερες από 12 από Δευτέρα έως Σάββατο, το δε έγγραφο – βεβαίωση που είχε δοθεί στον ενάγοντα τον Απρίλιο 2021 προκειμένου να κινείται τις ώρες 7.00 έως 22.00, δόθηκε προς αντιμετώπιση και διευκόλυνση της μετακίνησης μεγάλης μερίδας εργαζομένων κατά τη διάρκεια που είχαν ληφθεί μέτρα προστασίας κατά του κορονοϊού και δεν αποδεικνύει η εν λόγω βεβαίωση ότι εργαζόταν όλες αυτές τις ώρες. Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε 13 Κυριακές, όπως συνομολογείται και από τον εναγόμενο. Η εργασία του διαρκούσε 8 ώρες κάθε Κυριακή, και όχι 12 όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών – ενάγων και ουδείς μάρτυρας απόδειξης ή ενόρκως βεβαιώσαντες ανέφεραν κάτι τέτοιο, ούτε από κάποιο άλλο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε εργασία την Κυριακή πέραν των 8 ωρών. Επίσης, δεν αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε νυχτερινές ώρες, η δε κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης ότι είχε τύχει να μιλήσει με τον ενάγοντα για θέματα εργασίας όχι το απόγευμα που τελείωνε το ωράριό του (ο μάρτυρας) αλλά στις 10 το βράδυ ή στις 11 το βράδυ, δεν γίνεται συγκεκριμένη, με κάποιες ελάχιστες έστω ορισμένες ημερομηνίες εργασίας μετά τις 22.00 και δεν εξηγείται ο λόγος που ο εν λόγω οδηγός (μάρτυρας) απευθυνόταν τόσο αργά στον ενάγοντα για θέματα εργασίας. Άλλωστε, όπως υποστηρίζει ο εναγόμενος τα μάρκετ κλείνουν στις 21.00 το αργότερο και οι παραδόσεις προϊόντων γίνονται έως 20.30 το αργότερο, χωρίς να δικαιολογείται επιπλέον παραμονή και εργασία του ενάγοντος νυχτερινές ώρες. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι ο μηνιαίος συμφωνημένος μισθός του ενάγοντος ανήλθε από 1-7-2022 στο ποσό των 1.280,86 ευρώ μεικτά και 1.100 ευρώ καθαρά, καθώς και ο μάρτυρας απόδειξης το έμαθε από τον ίδιο τον ενάγοντα ενώ και τα καθήκοντα του ενάγοντος δεν είχαν κάποια αλλαγή εκείνη την ημερομηνία που να δικαιολογεί την αύξηση του μηνιαίου μισθού του. Επιπλέον, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων εργάσθηκε στον εναγόμενο έως 31-12-2022, καθώς στις 2-1-2023 ο εναγόμενος κοινοποίησε στον ενάγοντα την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, καταβάλλοντας συγχρόνως το ποσό των 1.798,72 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης. Ο εναγόμενος, κατά το έντυπο αναγγελίας πρόσληψης του ενάγοντος της 2-7-2020, χαρακτήρισε τον ενάγοντα ως εργάτη, υποστηρίζοντας πρωτοδίκως ότι ο ενάγων προσελήφθη και απασχολούνταν ως εργατοτεχνίτης και υπολόγισε εν συνεχεία την αποζημίωση απόλυσης για την εύρεση του μηνιαίου μισθού πολλαπλασιάζοντας το ημερομίσθιο του ενάγοντος κατά τον μήνα πριν την απόλυση (35,04 X 22 = 770,88 ευρώ + 1/6 προσαυξήσεις δώρων και άδειας = 889,36 ευρώ X 2 έτη διάρκεια απασχόλησης = 1.798,20 ευρώ), αποκρούοντας το αιτούμενο από τον ενάγοντα ποσό για αποζημίωση απόλυσης ύψους 1.280,86 ευρώ. Λαμβανομένου υπ’ όψιν ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας (2-1-2023) ο ενάγων είχε συμπληρώσει 2 έτη προϋπηρεσίας στον εναγόμενο και ότι ο μεικτός μηνιαίος μισθός του με πλήρη απασχόληση αποδείχθηκε ότι ανερχόταν σε 1.165 ευρώ (1.000 ευρώ καθαρά), η αποζημίωση απόλυσης που δικαιούτο ο ενάγων ανερχόταν στο ποσό των 2.718,33 ευρώ [1.165 X 2 = 2.330 X 1/6 (= 388,33) = 2.718,33]. Επομένως, η από 2-1-2023 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρ. 5 παρ. 3 Ν. 3198/1955. Ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι είχε εύλογη αμφιβολία ως προς τη βάση υπολογισμού της αποζημίωσης απόλυσης λόγω της αναγγελίας πρόσληψης του ενάγοντος ως εργατοτεχνίτη, δεν κρίνεται βάσιμος, καθώς αφενός το ημερομίσθιο του εναγομένου ανερχόταν σε 46,60 ευρώ και όχι σε 35,04 ευρώ, όπως εσφαλμένα υποστηρίζει ο εναγόμενος, αφετέρου στον ενάγοντα καταβαλλόταν μηνιαίος μισθός, οπότε, κατ’ άρ. 64 παρ. 3 Ν. 4808/2021, η αποζημίωση απόλυσης υπολογίζεται με βάση τον μισθό και όχι με βάση τα 22 ημερομίσθια. Ακολούθως, ο εναγόμενος, αφού η υπό κρίση αγωγή είχε επιδοθεί στον ίδιο (31-3-2023), κοινοποίησε στον ενάγοντα με την από 4-4-2023 εξώδικη δήλωση, στις 5-4-2023, επικουρική καταγγελία για την περίπτωση που κριθεί τελεσίδικα ότι στις 2-1-2023 είχε χορηγηθεί άδεια αναψυχής στον ενάγοντα και επομένως κριθεί άκυρη η προηγούμενη καταγγελία του (2-1-2023). Στην επικουρική καταγγελία της 5-4-2023 σημειώνεται ότι ο εναγόμενος κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας ώστε να αρθεί η τυχόν υπερημερία του και προκειμένου να επέλθει λύση της από 1-7-2020 μεταξύ τους σύμβασης εργασίας. Ο εναγόμενος υποστήριξε επικουρικά ότι τυχόν τελεσίδικη κρίση ότι η αποζημίωση απόλυσης είναι ελλιπής και επομένως άκυρη η από 2-1-2023 καταγγελία, διά της καταβολής του ποσού των 977,33 ευρώ που πραγματικά προσέφερε (ο εναγόμενος), επήλθε η λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας. Το ποσό των 977,33 ευρώ καταβλήθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος στις 5-4-2023, όπως δεν αμφισβητείται. Αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε από 19-4-2021 έως 31-12-2022 για 72 ώρες εβδομαδιαίως, ήτοι για 32 ώρες πέραν του νομίμου και συμβατικά καθορισμένου ωραρίου (72-40), εκ των οποίων οι 8 ώρες συνιστούν υπερεργασία που αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 20% και οι 24 ώρες συνιστούν κατ’ εξαίρεση υπερωρία (καθώς δεν είχαν τηρηθεί οι τασσόμενες από το νόμο προϋποθέσεις) που για το χρονικό διάστημα έως 18-6-2021 αμείβεται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 80% και για το χρονικό διάστημα από 19-6-2021 (με βάση τις διατάξεις του Ν. 4808/2021) με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 120%. Επομένως, σύμφωνα με το ωρομίσθιο του ενάγοντος ύψους 6,99 ευρώ (1.165 : 25 X 6/40), ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για υπερεργασία στο χρονικό διάστημα από 19-4-2021 έως 31-12- 2022, πλην των χρονικών διαστημάτων πέντε εβδομάδων για το 2021 και για το 2022 (οπότε και ο ενάγων έλαβε την άδεια αναψυχής), ήτοι για απασχόληση 79 εβδομάδων (89-10) πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως εντός του συμβατικού εξαήμερου, συνολικά επί 8 ώρες ανά εβδομάδα, ήτοι για 632 ώρες (79X8), το ποσό των 5.302,48 ευρώ [632 X (6,99 + 6,99 X 20% =) 8,39] για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης, νομιμοτόκως από την επομένη της παρόδου του χρονικού διαστήματος (μηνός) το οποίο αφορούν. Επιπλέον, για κατ’ εξαίρεση υπερωρία ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 19-4-2021 έως 18-6-2021, ήτοι για 216 ώρες (24 ώρε X 9 εβδομάδες) το ποσό των 2.717,28 ευρώ [216 X 6,99 + 6,99 X 80%=) 12,58] και για το χρονικό διάστημα από 19-6-2021 έως 31-12-2022, ήτοι για 1.680 ώρες (24 ώρες X 70 εβδομάδες) το ποσό των 25.838,40 ευρώ [1.680 X 6,99 + 6,99 X 120%=) 15,38], νομιμοτόκως τα ανωτέρω ποσά από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επίσης, ο ενάγων εργάσθηκε στον εναγόμενο 13 Κυριακές και συγκεκριμένα στις 20-12-2020, 27-12-2020, 25-4- 2021, 11-7-2021, 7-11-2021, 12-12-2021, 19-12-2021, 16-1-2022, 10-4-2022, 8-5-2022, 6-11-2022, 11-12-2022, 18-12-2022, όπως συνομολογείται και από τον εναγόμενο, χωρίς όμως να λάβει την προβλεπόμενη εκ του νόμου προσαύξηση για την εργασία την Κυριακή και χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης. Το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου άνω των 25 ετών, όπως ο ενάγων, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, διαμορφώθηκε για το χρονικό διάστημα από 1-7-2020 έως 31-12-2021 δυνάμει της ΥΑ 4241/2019 (ΦΕΚ Β 173/30-1-2019) στο ποσό των 26 ευρώ (650 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των 3,90 ευρώ (650 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25 X 6/40), για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022 δυνάμει της ΥΑ 107675/2021 (ΦΕΚ Β 6263/27- 12-2021) στο ποσό των 26,52 ευρώ (663 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των 3,98 ευρώ (663 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25 X 6/40), για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 31-12-2022 δυνάμει της ΥΑ 388665/2022 (ΦΕΚ Β 2030/21-4-2022) στο ποσό των 28,52 ευρώ (713 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25) και το αντίστοιχο ωρομίσθιο στο ποσό των 4,28 ευρώ (713 ευρώ μηνιαίος μισθός : 25 X 6/40). Ενόψει των ανωτέρω, για την εργασία του ενάγοντος την Κυριακή, αυτός δικαιούται: α) για το χρονικό διάστημα από 1-7-2020 έως 31-12-2021 που απασχολήθηκε 7 Κυριακές, για προσαύξηση εργασίας την Κυριακή το ποσό των 136,50 ευρώ [7 X (26 X 75%=) 19,50] και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν σε 46.60 (1.165 : 25), το ποσό των 326,50 ευρώ (7 X 46,60), β) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2022 έως 30-4-2022 που απασχολήθηκε 2 Κυριακές, για προσαύξηση εργασίας την Κυριακή το ποσό των 39,78 ευρώ [2 X (26,52 X 75%=) 19,89] και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν σε 46.60 (1.165 : 25), το ποσό των 93,20 ευρώ (2 X 46,60), γ) για το χρονικό διάστημα από 1-5-2022 έως 31-12-2022 που απασχολήθηκε 4 Κυριακές, για προσαύξηση εργασίας την Κυριακή το ποσό των 85,56 ευρώ [4 X (28,52 X 75%=) 21,39] και για αποζημίωση λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης, δεδομένου ότι το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο ανερχόταν σε 46,60 (1.165 : 25), το ποσό των 186,40 ευρώ (4 X 46,60), όλα τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Εξάλλου, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος – εναγομένου περί μερικής εξόφλησης της υπερεργασίας και των υπερωριών στις 29-4-2021, στις 2-9-2021 και στις 4- 12-2021 και της εργασίας τις Κυριακές, με καταβολές κάθε μήνα και κάθε Κυριακής (πλην των Κυριακών 6-11-2022, 11-12-2022, 18-12-2022), όπως ειδικότερα αναφέρει, είναι ορισμένος, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του εκκαλούντος – ενάγοντος και νόμιμος, πλην όμως κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό των 1.165 ευρώ αποτελούσε τον μηνιαίο μισθό του ενάγοντος από 19-4-2021 και ο εναγόμενος δεν επικαλείται σχετική συμφωνία περί κάλυψης των αμοιβών για υπερεργασία, υπερωρίες και εργασία την Κυριακή από τις υπέρτερες των νομίμων καταβαλλόμενες αποδοχές, τέτοια δε συμφωνία θα ήταν άκυρη όσον αφορά την υπερεργασία και τις υπερωρίες, κατ’ άρ. 8 παρ. 4 Ν. 4020/1959 (Δ. Ζεδερλής, Εγχειρίδιο Ατομικού Εργατικού Δικαίου, 8η έκδοση, 2023, σελ. 609- 610). Εξάλλου, ο ενάγων παραιτήθηκε από το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 2-1-2023 καταγγελίας, από το αίτημα της υποχρέωσης να αποδέχεται ο εναγόμενος τις συμφωνημένες υπηρεσίες κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τον συνδέει με τον ενάγοντα και από το αίτημα της υποχρέωσης του εναγομένου να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθώς και από το επικουρικό αίτημα περί καταβολής της διαφοράς της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 977,33 ευρώ. Ωστόσο, δεν προκύπτει ότι ο ενάγων έχει προσβάλει ως άκυρη την από 5-4-2023 επικουρική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εντός της τρίμηνης προθεσμίας κατ’ άρ. 6 παρ. 1 Ν. 3198/1955. Εν προκειμένω, πρέπει να αναφερθεί ότι με την επικουρική αυτή καταγγελία λύθηκε η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έκτοτε (από 5-4-2023), αφού καταβλήθηκε το υπόλοιπο ποσό αποζημίωσης απόλυσης, χωρίς βέβαια η καταγγελία αυτή να ανατρέχει αναδρομικά στην από 2-1-2023 καταγγελία. Όπως εκτέθηκε και στην προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας, η δεύτερη καταγγελία που γίνεται επικουρικά, περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία όμως είναι από το νόμο επιτρεπτή και, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη, δεν έχει καμία αξία και έννομη επιρροή, αν δε είναι άκυρη, επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης εργασίας και επιπλέον, η νομιμότητα και το παραδεκτό της προβολής του περί ακυρότητας της κάθε καταγγελίας ισχυρισμού κρίνεται αυτοτελώς, βάσει των συνθηκών που ισχύουν κατά την άσκηση της καθεμίας από αυτές. Εν προκειμένω, μετά την παραίτηση του ενάγοντος από το αίτημα αναγνώρισης ακυρότητας της από 2-1-2023 καταγγελίας και από το αίτημα καταβολής μισθών υπερημερίας, ενόψει της μεταγενέστερης επικουρικής καταγγελίας, με την οποία καταβλήθηκε η υπόλοιπη αποζημίωση απόλυσης και επομένως είναι έγκυρη (καθώς δεν προσβλήθηκε ως άκυρη από τον ενάγοντα για οποιονδήποτε λόγο), παράγουσα τα αποτελέσματά της, ο ενάγων δεν μπορεί να αιτείται την καταβολή πρόσθετης αποζημίωσης. Ο ενάγων μπορούσε να αιτηθεί μισθούς υπερημερίας από τον εναγόμενο για το μεταξύ των δύο καταγγελιών χρονικό διάστημα, πλην όμως παραιτήθηκε από το αίτημα αυτό. Η διάταξη της παρ. 5 άρ. 66 Ν. 4808/2021 με την οποία η εκ των υστέρων πλήρωση της τυπικής έλλειψης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας δεν την ισχυροποιεί αναδρομικά, συνδέεται με τη δυνατότητα του εργοδότη να αναπληρώσει, αναδρομικά, σε προθεσμία ενός μηνός, τυχόν τυπικές παραλείψεις της καταγγελίας, εξαιρουμένης όμως της περίπτωσης που η ακυρότητα της καταγγελίας αφορά τη μη καταβολή αποζημίωσης απόλυσης. Επομένως, η διάταξη αυτή δεν αφορά τη δυνατότητα που έχει ο εργοδότης να προβεί σε νέα καταγγελία. Επομένως, εν όψει της καταβολής του υπολοίπου της αποζημίωσης απόλυσης και της νέας καταγγελίας, η πρώτη ως άνω καταγγελία από 2-1-2023 είναι ανυπόστατη και η νέα καταγγελία από 5-4-2023 είναι έγκυρη, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, και δεν οφείλεται πρόσθετη αποζημίωση στον ενάγοντα – εκκαλούντα, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο εκκαλών – εναγόμενος με τον πρώτο λόγο της Α έφεσης. Συνεπώς, τα υποστηριζόμενα με τον πρώτο λόγο της Α έφεσης κρίνονται βάσιμα και κατ’ ουσίαν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων. Μετά ταύτα, η Α έφεση πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση, αναγκαίως δε, κατά τη συναρτώμενη με την όλη έκβαση της δίκης, και η διάταξη της εκκαλουμένης απόφασης περί δικαστικών εξόδων, εν συνεχεία το Δικαστήριο να κρατήσει την υπόθεση (άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ) και να δικάσει την αγωγή. Περαιτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα και ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα : 1) για υπερεργασία για το χρονικό διάστημα από 19-4-2021 έως 31-12-2022 το ποσό των 5.302,48 ευρώ, νομιμοτόκως από το τέλος του μήνα που κάθε κονδύλιο αφορούσε και κατά τον οποίο ήταν καταβλητέο, 2) για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση για το χρονικό διάστημα από 19-4-2021 έως 31-12-2022 το ποσό των 28.555,68 (2.717,28 + 25.838,40) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, 3) για εργασία την Κυριακή το ποσό των 261,84 (136,50 + 39,78 + 85,56) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, 4) ως αποζημίωση για την στέρηση αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης λόγω εργασίας την Κυριακή το ποσό των 605,80 (326,20 + 93,20 + 186,40) ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, ήτοι συνολικά για όλες τις ως άνω αιτίες το ποσό των 34.725,80 ευρώ (5.302,48 + 28.555,68 + 261,84 + 605,80). Ακολούθως, με τον όγδοο λόγο της Β έφεσης, ο εκκαλών – ενάγων υποστηρίζει ότι η εκκαλουμένη έσφαλε δεχόμενη ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι ελαττωματική μόνο για τον λόγο της μη καταβολής σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και απορρίπτοντας τις επάλληλες βάσεις, δηλαδή ότι η καταγγελία έλαβε χώρα εκδικητικά ως αντίδραση σε ενάσκηση των δικαιωμάτων του εκκαλούντος – ενάγοντος, ότι κατά τον χρόνο της απόλυσης ο ενάγων τελούσε νόμιμη άδεια αλλά και επικουρικά ότι η καταγγελία έλαβε χώρα εκδικητικά κατ’ άρ. 281 ΑΚ. Τον όγδοο αυτό λόγο έφεσης, όπως υποστηρίζει ο εκκαλών – ενάγων, τον προβάλλει επικουρικά ως προς τις παραπάνω βάσεις της αγωγής του (απόλυσης ως αντίδραση σε ενάσκηση δικαιώματος και απόλυση κατά τη διάρκεια της άδειας αναψυχής και επικουρικά κατάχρηση δικαιώματος) για την περίπτωση ευδοκίμησης του πρώτου λόγου έφεσης του αντιδίκου του καθώς ο εκκαλών – εναγόμενος βάλλει με λόγο έφεσης κατά της βάσης της αγωγής που έγινε δεκτή, δηλαδή την καταβολή αποζημίωσης υπολειπόμενης της νόμιμης. Ωστόσο, ο λόγος αυτός έφεσης κρίνεται απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, καθώς ο εκκαλών – ενάγων είχε παραδεκτώς παραιτηθεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της από 2-1-2023 καταγγελίας συνολικά (αλλά και από το αίτημα της υποχρέωσης να αποδέχεται ο εναγόμενος τις συμφωνημένες υπηρεσίες κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης που τον συνδέει με τον ενάγοντα και από το αίτημα της υποχρέωσης του εναγομένου να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, καθώς και από το επικουρικό αίτημα περί καταβολής της διαφοράς της αποζημίωσης απόλυσης ποσού 977,33 ευρώ), χωρίς δηλαδή να διακρίνει κάποιες από τις αναφερόμενες στην αγωγή αιτίες ακυρότητας της καταγγελίας, ήτοι της μη καταβολής σε αυτόν της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, της καταγγελίας που έλαβε χώρα εκδικητικά ως αντίδραση σε ενάσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος, της νόμιμης άδειας στην οποία ο ενάγων τελούσε κατά τον χρόνο της απόλυσης και της επικουρικής καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της καταγγελίας. Κατά το σκέλος του όγδοου λόγου Β έφεσης με την οποία υποστηρίζει επικουρικά ότι είναι καταχρηστική η απόλυση κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, αυτός κρίνεται επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος καθώς ο εκκαλών – ενάγων δεν αναφέρει τα περιστατικά και τα συγκεκριμένα στοιχεία που στοιχειοθετούν την καταχρηστικότητα αυτή και συνιστούν υπέρβαση των χρηστών ηθών, της καλής πίστης και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος, όπως ορθώς έκρινε και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Σε κάθε περίπτωση, ο όγδοος λόγος της Β έφεσης κρίνεται απορριπτέος και ως αβάσιμος, ασκούμενος επικουρικώς για την περίπτωση ευδοκίμησης του πρώτου λόγου της Α έφεσης (ο οποίος εν προκειμένω έγινε δεκτός ως βάσιμος). Συγκεκριμένα, η από 2-1-2023 καταγγελία αποδεικνύεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι είναι ανυπόστατη, με τη νέα από 5-4-2023 καταγγελία να είναι έγκυρη. Ωστόσο, η πρώτη καταγγελία (από 2-1-2023) δεν αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα εκδικητικά ως αντίδραση στην ενάσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων του ενάγοντος, και συγκεκριμένα, λόγω της προσφυγής του ενάγοντος στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, και σε χρόνο που ο ενάγων τελούσε σε άδεια αναψυχής. Όταν ο εναγόμενος επέδωσε στον ενάγοντα την από 2-1-2023 καταγγελία, δεν είχε λάβει γνώση της προσφυγής του ενάγοντος στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας. Η αρχική προσφυγή του ενάγοντος έγινε στις 8-12-2022 και έλαβε αριθμό πρωτοκόλλου …/9-12-2022 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η δε πρόσκληση προς τον εργοδότη συντάχθηκε στις 24-1-2023 (αριθ. πρωτ. …, αριθ. ειδ. …) προκειμένου να προσέλθει στις 13-2-2023 στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Γλυφάδας – Δάφνης, εν συνεχεία δε ο ενάγων, αφού ήδη του είχε κοινοποιηθεί η από 2-1-2023 καταγγελία, προσέφυγε και πάλι στις 4-1-2023 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (αριθ. πρωτ. …/10-1- 2023) και η πρόσκληση προς τον εργοδότη συντάχθηκε στις 11-1-2023 (αριθ. πρωτ. …, αριθ. ειδ. …), Ο εναγόμενος ενημερώθηκε για την ύπαρξη της προσφυγής μετά την κλήση από την Επιθεώρηση Εργασίας, μέσω mail στις 24-1-2023, και όχι νωρίτερα. Ο εναγόμενος δεν είχε πληροφορηθεί από τον ενάγοντα περί της προσφυγής στις 8-12-2022, όπως αβάσιμα υποστηρίζει ο ενάγων. Άλλωστε, και ο μάρτυρας απόδειξης δεν είχε ιδία γνώση επί της από 8-12-2022 προσφυγής του ενάγοντος και πληροφορήθηκε για την προσφυγή τον Ιανουάριο 2023 όταν επικοινώνησε με τον ενάγοντα. Επιπλέον, ο ενόρκως βεβαιώσας … που εργάσθηκε στην εταιρία … ως οδηγός – διανομέας και αποχώρησε (από την εταιρία) στις 3-11-2023, ανέφερε γενικόλογα και ασαφώς για τον ενάγοντα … ότι “Όλοι είχαν ακούσει ότι ο … είχε κάνει καταγγελία”, χωρίς δηλαδή αυτό να σημαίνει ότι αν γνώριζε κάποιος συνάδελφος του ενάγοντος ότι είχε προσφύγει στην Επιθεώρηση Εργασίας, το γνώριζε και ο εργοδότης, κάτι που δεν ανέφερε βέβαια και ο ενόρκως βεβαιώσας. Ούτε επίσης από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής συνάγεται ότι ο ενάγων είχε ενημερώσει για την προσφυγή του στην Επιθεώρηση Εργασίας τον εναγόμενο καθώς έτσι δεν δικαιολογείται γιατί ο εναγόμενος περίμενε να περάσει ολόκληρος ο μήνας Δεκέμβριος 2022 και δεν προέβη σε καταγγελία τις επόμενες ημέρες από την προσφυγή. Εξάλλου, στις 2-1-2023, οπότε ο εναγόμενος κοινοποίησε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ο ενάγων δεν τελούσε σε κανονική άδεια αλλά τελούσε σε αργία η επιχείρηση του εναγομένου λόγω της ετήσιας απογραφής των καταστημάτων στα οποία ο τελευταίος παρείχε τις υπηρεσίες του. Επομένως, ο ενάγων δεν απέδειξε τα πραγματικά περιστατικά που είναι ικανά να στηρίξουν την πεποίθηση ότι η απόλυσή του έγινε για τους προαναφερόμενους λόγους (καταγγελία που έλαβε χώρα εκδικητικά ως αντίδραση σε ενάσκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος, νόμιμη άδεια στην οποία ο ενάγων τελούσε κατά τον χρόνο της απόλυσης και επικουρική καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας), αποδεικνυομένου από την πλευρά του εκκαλούντος – εναγομένου ότι η απόλυση του ενάγοντος δεν έγινε για τους ανωτέρω λόγους. Επομένως, ο όγδοος λόγος της Β έφεσης κρίνεται απορριπτέος στο σύνολό του. Επιπλέον, με τον έκτο λόγο της Β έφεσης, ο εκκαλών – ενάγων παραπονείται για την απόρριψη του αγωγικού αιτήματος για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου και κακής εκτίμησης των αποδείξεων. Η απόλυση του ενάγοντος δεν αποδεικνύεται ότι συντελέστηκε υπό μειωτικές και εξόχως προσβλητικές για την προσωπικότητά του συνθήκες, ούτε ότι η απόλυση οφειλόταν σε εκδικητικότητα λόγω ενάσκησης νομίμου δικαιώματος του ενάγοντος ή επειδή ο ενάγων διαμαρτυρόταν για την μη καταβολή των οφειλόμενων ποσών και προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, και, επομένως, δεν υφίστανται περιστατικά που να συνιστούν απαξιωτική συμπεριφορά. Η απόλυση του ενάγοντος δεν συνιστά αδικοπραξία και ως εκ τούτου ο τελευταίος δεν μπορεί να θεμελιώσει αξίωση για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, με προσβολή της προσωπικότητάς του, αφού και η τελευταία προϋποθέτει αδικοπραξία. Εξάλλου, ο ενάγων δεν επικαλείται επιπρόσθετα πραγματικά περιστατικά, καθώς η απόλυση, παρά τις δυσμενείς επιπτώσεις για τη διαβίωση του εργαζομένου και της οικογένειάς του, δεν συνιστά προσβολή της προσωπικότητας, εφόσον δεν συνοδεύεται από περιστάσεις τέτοιες που μπορούν να προκαλέσουν την παραπάνω προσβολή. Η διαφωνία των διαδίκων περιορίστηκε σε αυστηρώς προσωπικό επίπεδο, δεν δημοσιοποιήθηκε και δεν εξωτερικεύτηκε και δεν περιήλθε σε γνώση των λοιπών συναδέλφων ή του οικογενειακού και φιλικού περιβάλλοντος του ενάγοντος. Ουδείς συνάδελφος του ενάγοντος ή άλλος εργαζόμενος ή φίλος ή μέλος της οικογένειας του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε ότι ήταν παρών κατά τις διαφωνίες των διαδίκων ή κατά την απόλυση του ενάγοντος και επομένως ουδόλως ο εναγόμενος ευθύνεται για τυχόν ενημέρωση της απόλυσης του ενάγοντος στο επαγγελματικό, φιλικό και οικογενειακό περιβάλλον. Άλλωστε, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας απόδειξης, όταν τον Δεκέμβριο 2022 τηλεφώνησε στον ενάγοντα και διαπίστωσε ότι το επαγγελματικό του τηλέφωνο του τελευταίου ήταν κλειστό, τον ξανακάλεσε μία εβδομάδα μετά και ήταν πάλι κλειστό, και εν συνεχεία ο ίδιος ενάγων τηλεφώνησε στον εν λόγω μάρτυρα και του είπε για την καταγγελία, δηλαδή ούτε ο μάρτυρας απόδειξης είχε μάθει έως τότε για την απόλυση του ενάγοντος και επομένως επιβεβαιώνεται ότι δεν δημοσιοποιήθηκε η διαφορά των διαδίκων και δεν έγινε γνωστή η απόλυση του ενάγοντος σε τρίτα πρόσωπα με πρωτοβουλία του εναγομένου και εν τέλει ο ενάγων δεν υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς του. Επομένως, ο έκτος λόγος της Β έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Μετά την απόρριψη όλων των λόγων της Β έφεσης, πρέπει και η έφεση αυτή να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας του εφεσίβλητου της Β έφεσης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος της Β έφεσης, λόγω της ήττας του, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό και μέρος των δικαστικών εξόδων του εφεσίβλητου – ενάγοντος της Α έφεσης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας έφεση πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του εκκαλούντος – εναγομένου, ανάλογα με την έκταση της νίκης και ήττας κάθε διαδίκου (άρθρα 178 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-3-2025 έφεση (υπό στοιχείο Α) με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών …/…/17-3- 2025 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών …/…/27-3-2025 και την από 18-3-2025 έφεση (υπό στοιχείο Β) με αριθμό καταθέσεως δικογράφου έφεσης στο Πρωτοδικείο Αθηνών …/…/18-3-2025 και με αριθμό καταθέσεως δικογράφου στο Εφετείο Αθηνών …/…/20-3-2025, αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά τις εφέσεις.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ κατ’ ουσίαν την Β έφεση.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας του εφεσίβλητου της Β έφεσης σε βάρος του εκκαλούντος της Β έφεσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων (600) ευρώ.

ΔΕΧΕΤΑΙ κατ’ ουσίαν την Α έφεση.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθ. 960/2024 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Ειδική Διαδικασία Εργατικών Διαφορών).

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και ΔΙΚΑΖΕΙ επί της ουσίας την αγωγή.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των τριάντα τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και ογδόντα λεπτών (34.725,80), νομιμοτόκως όπως ειδικότερα αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος του εναγομένου, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα την 25 Φεβρουάριου 2026, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies