Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Η τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί αγωγής με την οποία ο εργαζόμενος αξιώνει από τον εργοδότη του, που έχει καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας του, μισθούς υπερημερίας και επιδόματα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παράγει δεδικασμένο σε νέα αγωγή αυτού, με την οποία αξιώνει από τον ίδιο εργοδότη, που εξακολουθεί να αρνείται να τον απασχολήσει, μισθούς υπερημερίας και επιδόματα για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, τόσο για την ύπαρξη της έννομης σχέσης δηλαδή τη σχέση εργασίας, όσο και για την περιέλευση του εναγομένου εργοδότη σε κατάσταση υπερημερίας και για τις έννομες συνέπειες αυτής. Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος απόληψης μισθών υπερημερίας. Από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα απασχόλησης του ενάγοντος με την ίδια ειδικότητα σε συναφείς επιχειρήσεις και, παρ’ όλα αυτά, η αμέλεια του να επιδιώξει την πρόσληψη του. Απορρίπτει την έφεση του εργοδότη κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 55.791,16 Ευρώ.
ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ
ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
968/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
3° Τμήμα
Αποτελούμενο από τη Δικαστή, Αγγελική Καρδαρά, Προεδρεύουσα Εφέτη, που όρισε το Τριμελές Συμβούλιο Διοικήσεως του Εφετείου Αθηνών και από το Γραμματέα Ιωάννη Διαμαντόπουλο.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «……» και το διακριτικό τίτλο «……», που εδρεύει στη …… (……) και διατηρεί υποκατάστημα στις …… Αττικής, επί της οδού ……, αριθμ. … (……) και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε στο ακροατήριο, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Παναγιώτης Μουντζουρώνης.
ΤΟΥ ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΟΥ: …… …… του ……, κατοίκου Αθηνών (……), οδός ……, αριθμ. …, τον οποίο εκπροσώπησε στο ακροατήριο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Δημήτριος Βλαχόπουλος.
Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος …… ……, με την από 5 Οκτωβρίου 2012 αγωγή του, προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που είχε κατατεθεί με αριθμό ……/……/2012, ζήτησε να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Το Δικαστήριο εκείνο εξέδωσε την υπ’ αριθμ. 1790/2013 οριστική του απόφασή του αντιμωλία των διαδίκων και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.
Την παραπάνω οριστική απόφαση προσέβαλε η εκκαλούσα – εναγόμενη, με την από 22 Αυγούστου 2013 έφεσή της, προς το Δικαστήριο τούτο που έχει κατατεθεί με αριθμό ……/2013 και ζητεί να γίνουν δεκτά τα όσα αναφέρονται σ’ αυτή.
Η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – εναγομένης, αναφέρθηκε στις προτάσεις που κατέθεσε.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του εφεσίβλητου – ενάγοντος, κατέθεσε εμπρόθεσμα τις προτάσεις του και παραστάθηκε με δήλωσή του, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22-8-2013 (με αριθμ. εκθ. κατάθ. ……/2013 και ορισμού δικασίμου στο παρόν δικαστήριο ……/2013) έφεση της εν μέρει ηττηθείσας εναγομένης κατά της υπ’ αριθμ. 1790/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ) και δέχθηκε εν μέρει την από 5-10-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/2012) αγωγή του ενάγοντος και ήδη εφεσιβλήτου, ασκήθηκε νομίμως με νομότυπη κατάθεση του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και εμπροθέσμως, καθόσον η εκκαλουμένη απόφαση επιδόθηκε την 23-7-2013 (βλ. σχετική επισημείωση επί του σώματος αυτής του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείου Αθηνών Κων/νου Λεράκη), ενώ η ασκηθείσα από την εναγομένη έφεση κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 22-8-2013, ήτοι μέσα στη νόμιμη προθεσμία των 30 ημερών (άρθρα 495 παρ. 1, 2, 496, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517, 518 παρ. 1 520 παρ. 1 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ). Πρέπει, επομένως, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της, κατά την ίδια διαδικασία που εκδόθηκε η εκκαλουμένη (άρθρο 533 ΚΠολΔ).
Με την από 5-10-2012 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/ 2012) αγωγή του, την οποία απεύθυνε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά της ήδη εκκαλούσας, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι την 6-3-1997 προσελήφθη από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……», που διατηρούσε ο πατέρας του με τους δύο αδελφούς του, η οποία παρήγε, εισήγε και εμπορευόταν πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη, για να παρέχει την εργασία του στη λειτουργία του πρατηρίου της ως άνω εταιρείας στο ……. Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2001 η παραπάνω εταιρεία άλλαξε εταιρική μορφή και μετατράπηκε σε ΑΕ με την επωνυμία «……», έκτοτε δε μεταφέρθηκε και παρείχε την εργασία του στις εγκαταστάσεις που διατηρούσε αυτή (ως άνω εταιρεία) στις …… Αττικής. Ότι την 19-5-2003 η προαναφερόμενη εταιρεία απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ΑΕ, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφηθείσης εταιρείας, παρέχοντας έκτοτε την εργασία του σ’ αυτή ως προϊστάμενος του τμήματος διανομών, καθήκοντα που είχαν ανατεθεί σ’ αυτόν ήδη από τον Ιανουάριο του έτους 2001. Ότι την 27-10-2008, οπότε επέστρεψε από την λήγουσα την 16-10-2008 κανονική άδεια του και την μετά από αυτή επί πλέον άδεια που του χορήγησε η εναγομένη αυτοβούλως και τη συνεχόμενη άδεια λόγω ασθενείας του, η τελευταία (εναγομένη και ήδη εκκαλούσα) προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής του σύμβασης μετακινώντας τον, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών σε τρίτο εργοδότη και συγκεκριμένα στη θυγατρική της εταιρεία «……», όπου τον τοποθέτησε στο τμήμα παραγωγής και του ανέθεσε την εκτέλεση χειρωνακτικής εργασίας, χωρίς τη συναίνεσή του, όπως άλλωστε διαγνώστηκε με την υπ’ αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών μετά την άσκηση σχετικής αγωγής εκ μέρους του, με την οποία υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ άλλων να του καταβάλει, μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Ότι η εναγομένη αρνείται μέχρι σήμερα να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να καθίσταται υπερήμερη. Με βάση τα περιστατικά αυτά ο ενάγων ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας και διαφορών αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας για το χρονικό διάστημα από 27-10- 2009 έως 26-12-2012 (πιθανή ημερομηνία συζήτησης της αγωγής του), μετά από προηγούμενη αφαίρεση του ποσού των 8.036,75 ευρώ, το οποίο έλαβε ως μισθό για την εργασία που παρείχε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «……» κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2011 έως 30-12-2011, το ποσό των 63.679,61 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Περαιτέρω, ζήτησε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στα δικαστικά του έξοδα. Για την υπόθεση αυτή εκδόθηκε η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως βάσιμη κατ’ ουσίαν και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα, για την ως άνω αιτία το συνολικό ποσό των 55.791,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό, ενώ κήρυξε αυτή (ανωτέρω απόφαση), ως προς την ως άνω καταψηφιστική της διάταξη, εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή. Κατά της απόφασης αυτής παραπονείται ήδη η εναγομένη με την υπό κρίση έφεσή της για τους περιεχόμενους σ’ αυτήν λόγους, που ανάγονται σε εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε να απορριφθεί καθ’ ολοκληρίαν η εναντίον της αγωγή.
Από τα άρθρα 321, 322, 324 και 330 του Κ.Πολ.Δ, συνάγεται ότι το δεδικασμένο που παράγεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, καλύπτει ως ενιαίο σύνολο ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το Δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της υπάρξεως ή όχι της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, δεδικασμένο παράγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα, μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, υπό την έννοια των περιστατικών τα οποία ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και του νομικού χαρακτηρισμού που το Δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου. Επεκτείνεται, όμως, το δεδικασμένο τούτο και σε ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, εφόσον αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος, οπότε καταλαμβάνει και την κρίση που εξέφερε το αρμόδιο δικαστήριο για την έννομη σχέση, εφόσον η κρίση αυτή ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης. Το δεδικασμένο τούτο επί του παρεμπιπτόντως ζητήματος λειτουργεί και αυτοτελώς σε κάθε νέα δίκη, στην οποία ανακύπτει το συγκεκριμένο ζήτημα, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό. Επομένως, δεδικασμένο από τελεσίδικη δικαστική απόφαση δημιουργείται και όταν τα αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνου που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει ως αναγκαία, όμως, προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στην προηγούμενη δίκη (Ολ. ΑΠ. 1/2005 Δίκη 2005, ΑΠ 310/2012 ΝοΒ 2012. 1788). Έτσι, το δεδικασμένο που παράγεται από τελεσίδικη δικαστική απόφαση, που εκδόθηκε σε προγενέστερη δίκη εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει τη συγκεκριμένη έννομη σχέση που κρίθηκε με αυτή ή των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής αποκλείει την αμφισβήτηση σε νεότερη δίκη της ίδιας έννομης σχέσης, που αποτελεί τη βάση μεταγενέστερης επίδικης αξίωσης και λαμβάνεται υπόψη ως αμάχητη αλήθεια, που δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την εξαφάνιση της απόφασης από την οποία παράγεται, έπειτα από επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων (Ολ. ΑΠ 1/2005 ο.π). Ειδικότερα, η εκδοθείσα τελεσίδικη δικαστική απόφαση επί αγωγής με την οποία ο εργαζόμενος αξιώνει από τον εργοδότη του, που έχει καταστεί υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας του, μισθούς υπερημερίας και επιδόματα για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, παράγει δεδικασμένο σε νέα αγωγή αυτού, με την οποία αξιώνει από τον ίδιο εργοδότη, που εξακολουθεί να αρνείται να τον απασχολήσει, μισθούς υπερημερίας και επιδόματα για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, τόσο για την ύπαρξη της έννομης σχέσης δηλαδή τη σχέση εργασίας, όσο και για την περιέλευση του εναγομένου εργοδότη σε κατάσταση υπερημερίας και για τις έννομες συνέπειες αυτής, δηλαδή την υποχρέωση καταβολής μισθών υπερημερίας, που διαγνώσθηκαν τελεσίδικα με την απόφαση που εκδόθηκε επί της προηγούμενης αγωγής του εργαζόμενου, αφού τα παραπάνω, ως αναγκαίες προϋποθέσεις (νομική και ιστορική αιτία) για τη θεμελίωση της μεταγενέστερης αξίωσης του εργαζόμενου, αποτελούν προδικαστικά ζητήματα στη νέα δίκη (Ολ. ΑΠ 1/2005 ο.π, ΑΠ 391/2011 ΔΕΕ 2012. 493, ΑΠ 1516/2008). Περαιτέρω, το δικαίωμα του εργαζόμενου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας σύμφωνα με το άρθρο 656 ΑΚ, υπόκειται στους περιορισμούς του 281 ΑΚ, αν δηλαδή η άσκηση του υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει με τη θέληση του άνεργος, αποφεύγοντας να επιδιώξει να ανεύρει και να παράσχει άλλη εργασία, την οποία μπορεί να ανεύρει, προκειμένου να λαμβάνει από τον εργοδότη του, κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του τελευταίου, μισούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζόμενου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή ανεύρεσης και παροχής εργασίας και δεν αρκεί ότι αυτός δεν ανεύρε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η επί του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση του εργοδότη πρέπει να αναφέρονται, α) η εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός και συγκεκριμένης επιχείρησης β) οι λόγοι για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζόμενου αλλού και γ) η ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία (ΑΠ 223/1014 Δημν/ση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 962/2013 Δημ/ση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 960/2013 ΔΕΕ 2014/730).
Στην προκειμένη περίπτωση, από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου και εκτιμώνται αναλόγως με το βαθμό αξιοπιστίας και το μέτρο γνώσεως του κάθε μάρτυρα (άρθρ. 340 Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 419/2004, Δίκη 2005. 361, ΑΠ 1547/1995 Ελλ.Δνη 1997. 1573, Εφ. Θεσ. 447/2011 Αρμ.2011, 1149) και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως, μεταξύ των οποίων οι υπ’ αριθμ. ……/26-1-2010, ……/26-1-2010, ……/29-1-2010 και ……/20-2-2012 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης, προκειμένου να χρησιμοποιηθούν σε άλλη μεταξύ των ίδιων διαδίκων δίκη (την από 27-11-2008 και με αριθμ. κατάθ. ……/……/2008 αγωγή του νυν ενάγοντος κατά της ίδιας ανωτέρω εναγομένης) και λαμβάνονται υπόψη στην παρούσα δίκη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και οι υπ’ αριθμ. ……/26-4-2013 και ……/26-4-2013 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κιλκίς Θεμιστοκλή Μανασή και Ειρηνοδίκη Αθηνών αντιστοίχως, που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, οι οποίες λήφθηκαν μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εναγομένης (βλ. υπ’ αριθμ. ……/ 25-4-2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κων/νου Λεράκη), μετά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου προς απόκρουση των ισχυρισμών και ενστάσεων που προτάθηκαν το πρώτον με τις προτάσεις της εναγομένης ενώπιον του ιδίου ανωτέρω Δικαστηρίου και αποτελούν νόμιμο αποδεικτικό μέσο (άρθρ. 237 παρ. 3, 591 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, ΑΠ 605/2001 Ελλ.Δνη 2002. 110) και την εν γένει διαδικασία, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσελήφθη την 6-3-1997 από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία «……», που διατηρούσε ο πατέρας του και οι δύο αδελφοί του, η οποία παρήγε, εισήγε και εμπορευόταν πλαστικούς σωλήνες και συναφή είδη. Τον Ιανουάριο του έτους 2001 η παραπάνω εταιρεία άλλαξε εταιρική μορφή και μετατράπηκε σε ΑΕ με την επωνυμία «……», ενώ την 19-5-2003 απορροφήθηκε από την εναγομένη και ήδη εκκαλούσα ΑΕ, που υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορρροφηθείσης εταιρείας. Όταν ο ενάγων προσελήφθη από την προαναφερθείσα ΟΕ είχε ολοκληρώσει τις σπουδές του ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων στη ….., αποκτώντας το σχετικό δίπλωμα, προσελήφθη δε αρχικά ως βοηθός Ηλεκτρολόγου και εργάσθηκε αρχικά στην παραγωγή μέχρι το έτος 2001. Από το έτος 2001 και εφεξής, ο ενάγων εργαζόταν στο τμήμα διανομών και μάλιστα ως προϊστάμενος του τμήματος τούτου, έχοντας ως καθήκοντα τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τη διαδικασία διανομής των εμπορευμάτων, τον προγραμματισμό των συναφών με την παράδοση δρομολογίων των φορτηγών μετά από συνεννόηση με τους πελάτες, την παραγγελιοληψία δια της επικοινωνίας με όλο το πελατολόγιο της Νοτίου Ελλάδος και τον παράλληλο έλεγχο των αποθεμάτων των προϊόντων στις αποθήκες της εναγομένης. Την ίδια ακριβώς θέση συνέχισε να κατέχει και μετά τη γενόμενη, κατά τα ανωτέρω, την 19-5-2003 απορρόφηση της «……» από την εναγομένη ΑΕ. Πλην όμως η εναγομένη, όλως αιφνιδίως και ενώ ο ενάγων απουσίαζε από την εργασία του έχοντας λάβει κανονική άδεια, τοποθέτησε στην έως τότε θέση αυτού (ενάγοντος) τον μέχρι τότε υφιστάμενο του …… ……, ενέργεια της οποίας αυτός (ενάγων) έλαβε γνώση μετά την επιστροφή του περί την 27-10-2008 από τη χορηγηθείσα σ’ αυτόν κανονική άδεια, οπότε του ανακοινώθηκε δια του νομίμου εκπροσώπου της (εναγομένης) ότι η εναγομένη είχε μονομερώς αποφασίσει τη μεταφορά του, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη και μάλιστα στη θυγατρική της εταιρεία «……», όπου θα παρείχε τις υπηρεσίες του σε χειρωνακτική εργασία ως εργάτης, μεταβάλλοντας κατά τον τρόπο αυτό μονομερώς και βλαπτικά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης. Ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε άμεσα στην εναγομένη για την προαναφερθείσα βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, δηλώνοντας της ότι αυτός εμμένει στην προσφορά των υπηρεσιών του, όπως προσέφερε αυτές και προ της συντελεσθείσας βλαπτικής μεταβολής και ότι αυτή θα περιέλθει σε υπερημερία μη αποδεχόμενη αυτές. Τα ανωτέρω διαγνώσθηκαν τελεσιδίκως με την υπ’ αριθμ. 4893/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατόπιν ασκήσεως, από τον νυν ενάγοντα κατά της εναγομένης, της από 27-11-2008 (αριθμ. εκθ. καταθ. ……/……/1-12-2008) αγωγής του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, από την οποία λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων και ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας, παράγεται, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, ως προς αυτά δεδικασμένο. Με την ίδια ανωτέρω απόφαση υποχρεώθηκε η εναγομένη, μεταξύ άλλων, να καταβάλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίες για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρνείται μέχρι σήμερα να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, καθώς και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του, με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να καθίσταται υπερήμερη. Ισχυρίζεται, περαιτέρω, η εναγομένη ότι η επίδικη αξίωση περί καταβολής μισθών υπερημερίας ασκείται από τον ενάγοντα καταχρηστικώς, καθόσον με δική του θέληση και προκειμένου να εισπράξει υψηλές αποδοχές υπερημερίας παρέμεινε άνεργος καθόλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς θα μπορούσε να ανεύρει άλλη εργασία ανάλογη προς την αναφερόμενη ειδικότητα του και με αποδοχές ανάλογες με αυτές που λάμβανε από αυτή (εναγομένη), γεγονός που, σύμφωνα με όσα ισχυρίζεται, αποδεικνύεται από πληθώρα αγγελιών που ακόμα και σήμερα είναι ανηρτημένες σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας. Τα όσα όμως ανωτέρω ισχυρίζεται η εναγομένη κρίνονται απορριπτέα ως αβάσιμα, καθόσον αποδείχθηκε ότι ο ενάγων, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εκδήλωσε σχετικό ενδιαφέρον, υποβάλλοντας αίτηση με το βιογραφικό του για πρόσληψη στις εταιρείες «……» και «……», οι οποίες δεν έγιναν δεκτές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από 2-2- 2012 και 18-10-2012 επιστολές των ανωτέρω εταιρειών αντιστοίχως. Επιπλέον, η μνεία πληθώρας αγγελιών εφημερίδων, ή ανηρτημένων σε ιστοσελίδες ευρέσεως εργασίας δεν συνιστά προσφορά εργασίας ισότιμης ή ανάλογης με την εργασία που παρείχε ο ενάγων στην εναγομένη (ΑΠ. 223/2014 ο.π). Εξάλλου, το γεγονός ότι ο ενάγων κατέβαλε σοβαρή προσπάθεια για την εξεύρεση άλλης εργασίας, ανάλογη με τις ικανότητες και τα προσόντα του, αποδεικνύεται από το ότι επιχείρησε να εργασθεί στην εταιρεία «……», όπου παρείχε το έτος 2009 δοκιμαστικά εργασία για λίγες ημέρες, άνευ αποδοχών και τελικώς δεν προσελήφθη. Τα ανωτέρω σαφώς επιβεβαιώνονται από την από 23-4-2013 επιστολή της ανωτέρω εταιρείας, καθώς και από την προαναφερθείσα υπ’ αριθμ. ……/26-4-2013 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κιλκίς Θεμιστοκλή Μανασή, του Αντιπροέδρου του ΔΣ και νομίμου εκπροσώπου της προαναφερθείσας εταιρείας. Η μόνη δε εργασία που τελικώς απασχολήθηκε ο ενάγων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήταν ως υπάλληλος στην εταιρεία με την επωνυμία «……», όπου εργάσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2011 έως 30-12-2011, λαμβάνοντας ως μισθό το συνολικό ποσό των 8.036,75 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από 31-12-2011 βεβαίωση αποδοχών της παραπάνω εταιρείας). Άλλωστε, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκαν συγκεκριμένα περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει η δυνατότητα απασχόλησης του ενάγοντος με την ίδια ειδικότητα σε συναφείς επιχειρήσεις και, παρ’ όλα αυτά, η αμέλεια του να επιδιώξει την πρόσληψη του. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης περί καταχρηστικής ασκήσεως της εναντίον της αγωγής πρέπει να απορριφθεί. Κατόπιν τούτων η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα, λόγω της υπερημερίας της, τους μηνιαίους μισθούς του για το χρονικό διάστημα από 27-10-2009 έως 26-12-2012, καθώς και τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας του άνω χρονικού διαστήματος που θα λάμβανε αν απασχολείτο στην εναγομένη, αφαιρουμένου του ποσού των 8.036,75 ευρώ που έλαβε ατός (ενάγων), κατά τα προαναφερόμενα, από την εργασία του σε άλλο εργοδότη (την εταιρεία «……»), αφαίρεση στην οποία προέβη ο ίδιος με το δικόγραφο της αγωγής του, κεφάλαιο κατά το οποίο δεν εφεσιβάλλεται ειδικά. Δεν έσφαλε, επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο δέχθηκε τα ίδια και ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις. Γι’ αυτό ο σχετικός λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος κατ’ ουσίαν και πρέπει να απορριφθεί. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εκκαλούσα, που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας (άρθρ. 176 και 183 και Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
– Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
– Δέχεται τυπικά την έφεση.
– Απορρίπτει αυτήν κατ’ ουσίαν.
– Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει σε εξακόσια (600) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2015 σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοί τους δικηγόροι.
