Περίληψη: Μονομερώς επιβαλλόμενη εκ περιτροπής εργασία. Προϋποθέσεις. Συλλογικός ο χαρακτήρας του μέτρου. Μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας. Δικαιώματα του εργαζόμενου. Μεταβίβαση επιχείρησης. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβιβάσεως, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις. Κριτήρια. Στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής. Ορθώς ο ενάγων αιτείται την καταβολή μικτών αποδοχών, στις οποίες εμπεριέχονται οι ασφαλιστικές εισφορές, σε περίπτωση δε που αυτές έχουν ήδη καταβληθεί, θα παρακρατηθούν κατά την εκτέλεση της απόφασης. Στοιχεία για το ορισμένο της επικουρικής βάσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Παροχή υπερεργασίας. Επιδικάζει χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Ασκώντας κατά τον ανωτέρω τρόπο το διευθυντικό της δικαίωμα, ήτοι θέτοντας παράνομα και καταχρηστικά τον πρώτο ενάγοντα σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προσέβαλε την προσωπικότητά του, καθόσον μειώθηκε η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του, ενώ αυτός υπέστη και οικονομική εξαθλίωση. Επίσχεση εργασίας. Νομίμως ασκήθηκε. Απορρίπτει ένσταση περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Δεν υπήρξε μακροχρόνια αδράνεια του εργαζόμενου ως προς την άσκηση της αγωγής. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μπορούσε να ανεύρει εργασία κατά το χρονικό διάστημα της επισχέσεως εργασίας του, αλλά δεν το έπραξε από δόλο με σκοπό να πλουτίσει σε βάρος των εναγομένων. Απορρίπτει ένσταση έκπτωσης των αλλαχού κερδηθέντων. Δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργάστηκε σε άλλη εργασία, καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα της επίσχεσης. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 158.286,99 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΕΦΕΤΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

 

Αριθμός απόφασης: 49/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΝΑΥΠΛΙΟΥ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Φωτεινή Καρανικόλα, Εφέτη, που όρισε η Διευθύνουσα το Εφετείου Πρόεδρος Εφετών και από τη Γραμματέα Ελένη Παλιούρα.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στο Ναύπλιο, στις 5 Οκτωβρίου 2022, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Α. Επί της από 20.12.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. …./2019) έφεσης:

Των εκκαλουσών: 1) Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………………», που εδρεύει στο ………….., με ΑΦΜ ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης και 2) ………….., κατοίκου ………….., με ΑΦΜ ………….., οι οποίες παραστάθηκαν διά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Παναγιώτη Μπέσκα, του Δ.Σ. Ναυπλίου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του εφεσίβλητου: ………….., κατοίκου ………….., με ΑΦΜ ………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ευγενίας Προύντζου, του Δ.Σ. Ναυπλίου και Δημητρίου Βλαχόπουλου, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις.

Β. Επί των από 17.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …./2020) πρόσθετων λόγων έφεσης:

Tnς εκκαλούσας-ασκούσας πρόσθετους λόγους: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», με το δ.τ. «…………..», που εδρεύει στο ………….., με ΑΦΜ ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Μπέσκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του εφεσίβλητου: ………….., κατοίκου ………….., με ΑΦΜ ………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ευγενίας Προύντζου, του Δ.Σ. Ναυπλίου και Δημητρίου Βλαχόπουλου, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις.

Γ. Επί της από 14.1.2020 (αριθ. εκθ. κατ. …./2020) έφεσης:

Tnς εκκαλούσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στο ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ ………….., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Λαδά, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσίβλητων: 1) ………….., κατοίκου ………….., με ΑΦΜ ………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ευγενίας Προύντζου, του Δ.Σ. Ναυπλίου, και Δημητρίου Βλαχόπουλου, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, και 2) ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», με το δ.τ, «…………..», που εδρεύει στο ………….., με ΑΦΜ ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της, Παναγιώτη Μπέσκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Δ. Επί των από 17.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …./2020) προσθέτων λόγων έφεσης:

Tnς εκκαλούσας-ασκούσας πρόσθετους λόγους: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στο ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ ………….., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Λαδά, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσίβλητων: 1) ………….., κατοίκου ………….., με ΑΦΜ ………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ευγενίας Προύντζου, του Δ.Σ. Ναυπλίου, και Δημητρίου Βλαχόπουλου, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις και 2) της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», με το δ.τ. «…………..», που εδρεύει στο ………….., με ΑΦΜ ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Μπέσκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Ε. Επί των από 15.9.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …./2022) προσθέτων λόγων έφεσης:

Της εκκαλούσας-ασκούσας πρόσθετους λόγους: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..» και το διακριτικό τίτλο «…………..», που εδρεύει στο ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, με ΑΦΜ ………….., η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Λαδά, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσε προτάσεις.

Των εφεσίβλητων: 1) ………….., κατοίκου ………….., με ΑΦΜ ………….., ο οποίος παραστάθηκε μετά των πληρεξουσίων δικηγόρων του Ευγενίας Προύντζου, του Δ.Σ. Ναυπλίου, και Δημητρίου Βλαχόπουλου, του Δ.Σ. Αθηνών, που κατέθεσαν κοινές προτάσεις, και 2) της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………..», με το δ.τ. «…………..», που εδρεύει στο ………….., με ΑΦΜ ………….., νόμιμα εκπροσωπούμενης, που παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Παναγιώτη Μπέσκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος με την από 19.12.2017 (αριθ. εκθ. καταθ. ………../27-12-2017) αγωγή του κατά των εναγομένων απευθυνόμενη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή. Το ως άνω πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε ερήμην της πρώτης εναγόμενης – ανώνυμης εταιρίας και ήδη εκκαλούσας και αντιμωλία της δεύτερης εναγόμενης – ετερρόρυθμης εταιρίας και ήδη εκκαλούσας, κατά την ειδική διαδικασία εργατικών διαφορών, την υπ’ αριθμ. 696/2019 οριστική απόφασή του, με την οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς την κύρια βάση της, ως ουσιαστικά βάσιμη.

Την απόφαση αυτή προσβάλλουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου οι εναγόμενες και ήδη εκκαλούσες α) με τις ως άνω αυτοτελείς ασκηθείσες εφέσεις τους, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο με τις υπ’ αριθμ. …./2019 και …./2020 πράξεις της Γραμματέα του Δικαστηρίου αυτού, αρχικά για τη δικάσιμο της 17.3.2021 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -…- και -…, αντίστοιχα, και β) με τους από 17.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …./2020), από 17-1-2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …./2020), πρόσθετους λόγους έφεσής τους προσδιορισθέντες αρχικά για τη δικάσιμο της 17.3.2021 και μετ’ αναβολή για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -…- και -…-, αντίστοιχα, και τους από 15-9-2022 (αριθ. εκθ. καταθ. …./2022) πρόσθετους λόγους έφεσης, προσδιορισθέντες για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αύξοντα αριθμό πινακίου -…-, η συζήτηση των οποίων προσδιορίστηκε, στο παρόν Δικαστήριο για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, ζητώντας να γίνουν δεκτές για τους λόγους που αναφέρονται σε αυτές.

Οι υποθέσεις συνεκφωνήθηκαν με τη σειρά τους από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκαν, οι δε πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων παραστάθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρονται προς συζήτηση 1) η από 20.12.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. …/2019) έφεση της εκκαλούσας- δεύτερης εναγόμενης και της μη εισέτι διαδίκου …………….., η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, με την υπ’ αριθ. …/2019 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού, καθώς και οι από 17.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. 61/2020) πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εκκαλούσας-δεύτερης εναγόμενης, και 2) η από 14.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …/2020) έφεση της εκκαλούσας- πρώτης εναγόμενης, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε με την υπ’ αριθ. …/2020 πράξη της Γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου, καθώς και οι από 17.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …/2020) και από 15-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2022) πρόσθετοι λόγοι έφεσης της εκκαλούσας -πρώτης εναγόμενης. Επομένως, ενόψει του ότι οι πρόσθετοι λόγοι, παρά την αυτοτέλεια τους, τελούν σε εξάρτηση από την έφεση και φέρουν σε σχέση με αυτήν παρακολουθηματικό χαρακτήρα (βλ. Σ. Σαμουήλ, «Η Έφεση -κατά τον ΚΠολΔ» εκδ. Ε’ [2003], § 584, σελ. 240) και δικάζονται υποχρεωτικά μαζί με την έφεση (βλ. Μαργαρίτη, σε Κεραμέα/Κονδύλη/ Νίκα, ΚΠολΔ I [2000] υπό άρθρο 520 αρ. 36 σελ. 930), ενώ δεν μπορεί να νοηθεί χωριστή συζήτησή τους [βλ. Ε.Μπαλογιάννη, σε X. Απαλαγάκη, «Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας – Ερμηνεία κατ’ άρθρο» 3η εκδ. (2013), υπό άρθρο 520, αρ. 14, σελ. 104], οι ανωτέρω εφέσεις και πρόσθετοι λόγοι έφεσης πρέπει να συνεκδικαστούν, διότι αφορούν στους ίδιους διαδίκους, υπάγονται στην ίδια ειδική διαδικασία, στρέφονται κατά της ίδιας απόφασης, και κατά την κρίση του Δικαστηρίου αυτού διευκολύνεται και επιταχύνεται η διεξαγωγή της όλης δίκης (άρθρα 520 § 2, 524 § 1 και 246 ΚΠολΔ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 528 ΚΠολΔ «αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλουμένη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως». Από την ως άνω διάταξη με την οποία ρυθμίζονται τα αποτελέσματα της έφεσης κατ’ απόφασης που εκδόθηκε ερήμην του εκκαλούντος και είχε συναχθεί σε βάρος του το τεκμήριο σιωπηρής ομολογίας ή παραίτησης ως προς την αγωγή (άρθρα 271, 272 § 1 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους προσθέτους λόγους, ο δε εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προβάλει και πρωτοδίκως. Με την τυπική παραδοχή της έφεσης, η οποία λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς, να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης, και αναδικάζεται η υπόθεση από το εφετείο, η συζήτηση ενώπιον του οποίου γίνεται πλέον προφορικά. Αν ο εκκαλών αρνηθεί τους αγωγικούς ισχυρισμούς ή προβάλει εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων ως προς τη βάση της αγωγής η απόφαση πλήττεται στο σύνολό της και εξαφανίζεται, ως προς όλες τις διατάξεις της, μετά την τυπική παραδοχή της έφεσης, χωρίς έρευνα των λόγων της (ΑΠ 579/2018, ΑΠ 476/2017, ΑΠ 2150/2014, ΑΠ 1906/2008, ΕφΠειρ 449/2018 ΤΝΠ ΔΣΑ, ΕφΠειρ 67/2016, ΕφΑνατΚρητ 61/2015, ΕφΠειρ 336/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, Μπαλογιάννη σε Απαλαγάκη ΕρμΚΠολΔ άρθρο 528 αρ.3 σ.1468, Πανταζόπουλος σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα άρθρο 528 αρ.2-3). Μετά την εξαφάνιση της απόφασης, χωρεί νέα συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους είχε δικαίωμα να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 του ΚΠολΔ. Αντιθέτως, αν με το εφετήριο προβάλλει ως εναγόμενος, μόνον ενστάσεις καταλυτικές της αγωγής, όπως εξόφλησης, παραγραφής ή εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς την απόρριψη των ενστάσεων αυτών, η απόφαση δεν εξαφανίζεται κατά το μέρος που κρίθηκε βάσιμη η απαίτηση, αλλά μόνον κατά το διατακτικό της (Σ. Σαμουήλ, Η έφεση, έκδοση 2003, σελ. 100 επ.). Για να επέλθει, όμως, το αποτέλεσμα της εξαφάνισης της απόφασης, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν ερευνά αν ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αλλά μόνον, αν είναι νόμιμος, έτσι ώστε, στην αντίθετη περίπτωση, να απορρίπτεται η έφεση και να μην εξαφανίζεται η απόφαση (ΑΠ 251/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1906/2008 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1140/2008 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 753/2020 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2475/2019 ΝΟΜΟΣ, ΕφΑΘ 4948/2018 ΝΟΜΟΣ, Σ. Σαμουήλ, ο.π., σελ. 99, Κεραμέας – Κονδύλης – Νίκας, ΚΠολΔ, Συμπλήρωμα, έκδοση 2003, αρθρ. 528, σελ. 68).

Οι ένδικες εφέσεις ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495, 511, 513, 516, 518 και 520 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, εφόσον δεν απαιτείται να έχει κατατεθεί εκ μέρους των εκκαλουσών για καθεμία από αυτές το προβλεπόμενο εκ του άρθρου 495 § 3Αβ ΚΠολΔ, παράβολο ποσού 100,00 €, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 495 παρ. 4 εδ. ε’ του ΚΠολΔ, να γίνουν τυπικά δεκτές. Οι κρινόμενοι πρόσθετοι λόγοι έφεσης, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα, ήτοι με τα ιδιαίτερα δικόγραφα των εκκαλουσών που κατατέθηκαν στις 4.2.2020, 22.1.2020 και 16- 9-2022 στη Γραμματεία του παρόντος δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, συνταχθεισών σχετικώς των υπ’ αριθ. …/2020, …/2020 και …/2022 εκθέσεων κατάθεσης της Γραμματέως του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου κάτω από τα εν λόγω δικόγραφα, τα οποία οι εκκαλούσες επέδωσαν στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος – εφεσίβλητου, στις 6-2-2020, 22-1-2020 και 19-9-2022 (όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από τις εκκαλούσες υπ’ αριθμ. ……/6-2-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Ναυπλίου Γεωργίου Λαυρενιάδη, ……/22.1.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Αθανασίου Καρακώστα και ……./19-9-2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικής επιμελητή στο Εφετείο Ναυπλίου με έδρα το Πρωτοδικείο Κορίνθου Νικολάου Πουλή), ήτοι οκτώ [8] πλήρεις ημέρες πριν από τη μετ’ αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (άρθρο 591 παρ. 1ζ ΚΠολΔ) και περαιτέρω πλήττουν τα ήδη εκκληθέντα κεφάλαια της πρωτόδικης απόφασης. Αναφορικά με την δεύτερη εκκαλούσα της υπό στοιχείο Α έφεσης, η οποία δεν ήταν διάδικος στην δίκη ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και δεν έχει κάποια από τις ιδιότητες που ορίζει το άρθρο 516 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η έφεση πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη, διότι ασκήθηκε από πρόσωπο που δεν ήταν διάδικος στην εκκαλουμένη απόφαση, κατά τα άρθρα 12, 532,106,111 § 2 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 11/1992 ΕλΔνη 1992,759, ΑΠ 684/2010, ΕφΘεσ 1708/2021, ΕφΑιγ 40/2019, ΕφΠειρ 551/2015 δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η εκκαλούσα της υπό στοιχείο Γ έφεσης (πρώτη εναγόμενη) επικαλούμενη ότι δικάστηκε ερήμην, αρνείται την αγωγή και πλήττει την εκκαλούμενη απόφαση, για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, οπότε η έφεση πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, με βάση τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν, αφού δε, κρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό, κατά το μέρος, κατά το οποίο μεταβιβάσθηκε σ’ αυτό με την έφεση, να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τη νομική και ουσιαστική της βασιμότητα. Κατ’ επέκταση, πρέπει να γίνει τυπικά και ουσιαστικά δεκτή και η έφεση της δεύτερης εναγόμενης, η οποία διώκει, ομοίως την επανάκριση της υποθέσεώς της, με σκοπό την πλήρη απόρριψη της αγωγής, αφού δεν είναι νοητό να χωρήσει παράλληλη και ανεξάρτητη κρίση επ’ αυτής, που θα οδηγούσε σε επικύρωση ή μεταρρύθμιση ανύπαρκτης, της ήδη αναγκαίως εξαφανιζόμενης εκκαλουμένης αποφάσεως, να κρατηθεί, ακολούθως, η υπόθεση από το Δικαστήριο τούτο και να ερευνηθεί περαιτέρω κατ’ ουσίαν η ένδικη αγωγή, ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο αυτής.

Με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι «η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος». Ο ίδιος κανόνας περιέχεται και στο άρθρο 9 παρ. 1 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920. Περαιτέρω με τις διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 (ΦΕΚ Α’ 162/12-7-2002) «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου» λήφθηκαν «μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου». Κατόπιν αυτού, με το άρθρο 11 του Π.Δ/τος 178/2002 καταργήθηκε το προϊσχύσαν Π.Δ. 572/1988, με το οποίο είχε εναρμονισθεί η ελληνική νομοθεσία προς τις ρυθμίσεις της προηγούμενης με αριθ. 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας (η οποία τροποποιήθηκε ως άνω με την 98/50/ΕΚ Οδηγία και τελικά κωδικοποιήθηκε με την Οδηγία 2001/23/ΕΚ). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του Π.Δ/τος 178/2002, η συμμόρφωση προς την Οδηγία, αποβλέπει στη διατήρηση των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων. Έτσι, οι διατάξεις του Π.Δ/τος 178/2002 εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων επιχειρήσεων ή εγκαταστάσεων, η οποία συνιστά μεταβολή του προσώπου του εργοδότη και δύναται να αφορά είτε σε δημόσιους είτε σε ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι ασκούν οικονομικές δραστηριότητες, που ενδέχεται να είναι είτε κερδοσκοπικές είτε μη κερδοσκοπικές (άρθρο 2 παρ.1 στοιχεία α’ και γ’). Περαιτέρω, σύμφωνα με τους ορισμούς των διατάξεων αυτών, ως «μεταβίβαση» θεωρείται η μεταβίβαση μιας οικονομικής οντότητας που διατηρεί την ταυτότητά της, η οποία νοείται ως σύνολο οργανωμένων πόρων με σκοπό την άσκηση οικονομικής δραστηριότητας, είτε κυρίας είτε δευτερεύουσας (άρθρο 2 παρ. 1 στοιχείο β’). Ως «μεταβιβάζων» («εκχωρητής», κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, κατά την ως άνω έννοια, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως «διάδοχος» («εκδοχέας, κατά την επίσημη μετάφραση της Οδηγίας) νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο το οποίο, λόγω μεταβίβασης, κατά την ως άνω έννοια, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης (άρθρο 3 παρ. 1 στοιχεία α και β’). Η Οδηγία αποβλέπει στην προστασία των εργαζομένων. Για την εξασφάλιση της εν λόγω προστασίας, ενδιαφέρει η διατήρηση των θέσεων εργασίας (η «υπόστασή» τους) και το αμετάβλητο των όρων παροχής αυτής (το «περιεχόμενο» τους, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται και οι όροι αμοιβής) υπό το νέο φορέα της οικονομικής δραστηριότητας, που καθίσταται ο νέος εργοδότης. Η ερμηνεία τόσο της προϊσχύσασας Οδηγίας 77/187/ΕΟΚ, όσο και της ήδη ισχύουσας Οδηγίας 98/50/ΕΚ γίνεται από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (τότε ΔΕΚ και ήδη ΔΕΕ) με ευρύ τρόπο. Με τρόπο, δηλαδή που ευνοεί την κατάφαση της «μεταβίβασης» ακόμη και σε περιπτώσεις που εκ πρώτης όψεως θα μπορούσε να αμφισβητηθεί. Σύμφωνα με μια γενική ερμηνευτική προσέγγιση, για να υπάρξει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να πρόκειται για μια «οικονομική οντότητα». Πρέπει δηλαδή να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία μιας επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή ακόμη και ενός τμήματος επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να έχουν κάποια οργανική ενότητα («οικονομική οντότητα»), την οποία να διατηρούν και υπό το νέο φορέα, ώστε να παραμένουν ικανά για την πραγματοποίηση του σκοπού, τον οποίο επιδίωκε ο προηγούμενος φορέας, δηλαδή να συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1832/2017, ΑΠ 1319/2015, ΑΠ 14/2012). Πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η μεταβολή αφορά το πρόσωπο του φορέα της επιχειρηματικής μονάδας που μεταβιβάζεται και όχι την ίδια. Η ταυτότητα της επιχείρησης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι ο διάδοχος προσέθεσε στα μεταβιβαζόμενα στοιχεία και νέα, νέα μηχανήματα, εγκαταστάσεις, προσέλαβε και νέο προσωπικό, τροποποίησε μερικώς το σκοπό, π.χ. επέκταση εργασιών, παραγωγή και νέων προϊόντων κ.λ.π. (ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1850/2006). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το εάν συντρέχει ή όχι μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα, εξοπλισμός κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών (διπλώματα ευρεσιτεχνίας, σήματα, διακριτικοί τίτλοι κλπ) και η αξία τους, 3) η απασχόληση (πρόσληψη) ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 1994, σελ. 1252, ΑΠ 444/2019, ΑΠ 1369/2018, ΑΠ 997/2018, ΑΠ 1831/2017, ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1850/2006 ΔΕΕ 2007, σελ. 628, ΧρΙΔ 2007, σελ. 258, ΜΕφΑθ 2924/20020, ΜΕφΔωδ 85/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Η σημασία αυτών, ως καθοριστικών στοιχείων προσδιοριστικών της ταυτότητάς της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, δεν είναι εκ των προτέρων καθορισμένη. Η βαρύτητα που θα αποδοθεί στο καθένα από τα κριτήρια αυτά, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από το είδος της επιχείρησης και εκμετάλλευσης και από τη μορφή των εφαρμοζομένων μεθόδων παραγωγής ή υπηρεσιών. Η κατά τα άνω συνδρομή όλων ή ορισμένων εκ των ως άνω καθοριστικών κριτηρίων δεν αποκλείει όμως, στο πλαίσιο της συνολικής εκτίμησης και αξιολόγησης, την λήψη υπόψη και άλλων στοιχείων, όπως είναι η διατήρηση της αυτής οργανωτικής δομής της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης από το νέο εργοδότη ή η άσκηση της αυτής ή παραπλήσιας επιχειρηματικής δραστηριότητας στη συγκεκριμένη μονάδα από πρόσωπα στενώς συνδεόμενα με τον προηγούμενο εργοδότη που ασκούν πλέον εργοδοτικά καθήκοντα ή η γειτνίαση των νέων εγκαταστάσεων της επιχείρησης με τις προηγούμενες εγκαταστάσεις της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης, καθότι ναι μεν τα στοιχεία αυτά δεν συνιστούν καθοριστικά στοιχεία, συνιστούν όμως επί πλέον ενδείξεις της διατήρησης της ταυτότητας της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης ή εκμετάλλευσης (πρβλ. ΔΕΚ 12.2.2009 C – 466/07 ..). Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. του Π.Δ/τος 178/2002, με την μεταβίβαση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και οι αντίστοιχες υποχρεώσεις, που είχε ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, μεταφέρονται στο διάδοχο, ο δε προηγούμενος εργοδότης εξακολουθεί να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση αλληλεγγύως και εις ολόκληρο με το διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που είχαν προκύψει από σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΜΕφΑθ 2924/2020). Κατά δε την παρ. 2 του ιδίου άρθρου, μετά τη μεταβίβαση (με την επιφύλαξη τυχόν δικαιωμάτων από υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης, για τα οποία δεν πρόκειται στην υπόθεση αυτή), ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονταν ήδη από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Οπότε, με την κατά τα άνω μεταβίβαση της επιχείρησης επέρχεται μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη, σύμφωνα με τα ήδη γνωστά στο εσωτερικό δίκαιο κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 9 παρ.1 του Β.Δ/τος της 16/18-7-1920 «περί επεκτάσεως του ν. 2112 και επί των εργατών κλπ». Η ως άνω μεταβολή στο πρόσωπο του εργοδότη (φορέα της επιχείρησης) επέρχεται αυτοδικαίως και ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή μεταβίβασης της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτής, για την οποία, αν και οι εργαζόμενοι πρέπει να ενημερωθούν έγκαιρα και να κληθούν σε διαβουλεύσεις, δεν είναι αναγκαίο να συναινέσουν με οποιοδήποτε τρόπο. Εξάλλου ως χρέη της επιχείρησης που μεταβιβάσθηκε νοούνται οι υποχρεώσεις οποιασδήποτε φύσης, είτε από σύμβαση, είτε από αδικοπραξία, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος, ήτοι τα παραγωγικά αυτών γεγονότα να είχαν συντελεσθεί μέχρι τη μεταβίβαση, ανεξαρτήτως του εάν αυτά κατέστησαν ληξιπρόθεσμα και απαιτητά σε μεταγενέστερο χρόνο (ΑΠ 1369/2018). Κατά το άρθρο 4 παρ. 1 εδ. α, β, 2 του Π.Δ. 178/2002, οι διατάξεις του οποίου (Π.Δ.), σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού, εφαρμόζονται σε κάθε συμβατική ή εκ του νόμου μεταβίβαση ή συγχώνευση επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων σε άλλον εργοδότη, διά της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων (παλαιός εργοδότης) από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στο διάδοχο (νέο εργοδότη). Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο, για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι το χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας. Μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης εφόσον δηλαδή συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητά της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (βλ. ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35, σελ. 1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48, σελ. 1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48, σελ. 469, ΜΕφΑΘ 3108/2020 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑΘ 551/2017 ΝΟΜΟΣ). Ο τρόπος της μεταβίβασης δεν ενδιαφέρει (ΑΠ 330/2015 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 14/2012 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1082/2010 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1468/2007 ΝΟΜΟΣ, ΜΕφΑθ 3108/2020 ΝΟΜΟΣ). Αρκεί το πραγματικό γεγονός, ότι ο παλαιός, εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχός του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επιμέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 259/2006, ΜΕφΑθ 2924/2020, ΜΕφΔωδ 85/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Θα πρέπει, δηλαδή, η μεταβιβαζόμενη επιχείρηση ή εκμετάλλευση να διατηρεί την ταυτότητά της και υπό το νέο φορέα της. Η επί μακρόν διακοπή λειτουργίας της επιχειρήσεως είναι δυνατόν να μεταβάλει την ταυτότητα της επιχείρησης, διότι στην περίπτωση αυτή η οργάνωση, η πελατεία, η φήμη εξαφανίζονται ωστόσο, εκτός από τη διακοπή πρέπει να συνεκτιμώνται και άλλα στοιχεία προς διαπίστωση αν υπάρχει μεταβίβαση επιχειρήσεως. Προσωρινή διακοπή δεν μεταβάλει κατά κανόνα την ταυτότητα της επιχειρήσεως. Έχει γίνει δεκτό ότι μπορεί να υφίσταται μεταβίβαση επιχείρησης ως σύνολο σε συσταθείσα εταιρία (νέο εργοδότη, διάδοχο) που συνέχισε τη δραστηριότητα στον ίδιο χώρο χωρίς μεταβολή ταυτότητας, αδιαφόρως αν και ο παλαιός εργοδότης μεταβιβάζων συνέχισε τη λειτουργία στον ίδιο χώρο για ικανό διάστημα πιθανόν για φορολογικούς ή ασφαλιστικούς λόγους (ΜΕφΛαρ 71/2016 ΝΟΜΟΣ). Πεδίο εφαρμογής του εξεταζόμενου θεσμού υπάρχει μόνο, όταν το στοιχείο που μεταβάλλεται στην εργασιακή σχέση είναι το πρόσωπο του εργοδότη, ενώ παραμένουν αμετάβλητα όλα τα άλλα. Εξ αντιδιαστολής συνάγεται, ότι δεν εφαρμόζεται ο θεσμός αυτός, όταν στη σχέση εργασίας, το μεταβαλλόμενο στοιχείο δεν είναι ο εργοδότης. Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν ο εργοδότης είναι νομικό πρόσωπο και μεταβάλλονται μόνον τα στοιχεία που συνδέονται με την εσωτερική δομή και λειτουργία του χωρίς, όμως, να μεταβάλλεται το νομικό πρόσωπο, όπως συμβαίνει επί κεφαλαιουχικών εταιριών, όταν αλλάζουν τα πρόσωπα των μετόχων, μεταβάλλεται η σύνθεση του Δ.Σ. κ.λ.π. (ΑΠ 647/2003). Ενόψει των ανωτέρω, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας, ή από διαιτητική, απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή οικονομικό σκοπό (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 14/2012, ΜΕφΑθ 2924/2020). Μεταβιβάζεται, δηλαδή, το σύνολο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, ενοχικών και διαπλαστικών, καθώς, και των προσδοκιών από τον παλαιό στον νέο εργοδότη (ΑΠ 390/2008), ο οποίος έτσι καθίσταται ειδικός διάδοχος αυτού. Ειδικότερα, ως χρέη της περιουσίας που μεταβιβάστηκε, νοούνται οποιασδήποτε φύσης, είτε εκ σύμβασης είτε εξ αδικοπραξίας, αρκεί ο γενεσιουργός αυτών νομικός λόγος να υπήρχε κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010, ΜΕφΑθ 2924/2020), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1154/1998, ΜΕφΑθ 2924/2020). Από το όλο πλέγμα των διατάξεων του ως άνω Π.Δ. 178/2002 και του Ν. 2112/1920, προκύπτει ότι βασικός σκοπός αυτών είναι η προστασία των εργαζομένων από τις αρνητικές, συνέπειες που μπορεί να έχει για αυτούς η αναδιάρθρωση, εξυγίανση και εν γένει μεταβίβαση της επιχείρησης. Με τις διατάξεις αυτές, καθιερώνεται, κατά κάποιο τρόπο, «πλάσμα δικαίου», με το οποίο, ουσιαστικά, ο νέος εργοδότης ταυτίζεται με τον προηγούμενο, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, η δε εργασιακή σύμβαση του μισθωτού, θεωρείται ως μία και αδιαίρετη (ΑΠ 995/2017, ΜΕφΑθ 2924/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Είναι προφανές ότι η εν λόγω διάταξη διασπά την κατά το άρθρο 479 του ΑΚ αρχή της περιορισμένης ευθύνης του αποκτώντος την επιχείρηση και καθιερώνει και για αυτόν απεριόριστη ευθύνη έναντι των μεταφερόμενων μισθωτών. Σύμφωνα, όμως, με το ίδιο ως άνω άρθρο 4 παρ. 1 του Π.Δ. 178/2002, ο παλαιός εργοδότης, και μετά τη μεταβίβαση, ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το νέο εργοδότη για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (ΑΠ 525/2013, ΑΠ 339/2011). Ο παλαιός εργοδότης συνεχίζει να ευθύνεται και μετά τη μεταβίβαση για τις υποχρεώσεις που είχαν γεννηθεί πριν τη μεταβίβαση, ήτοι εφόσον τα παραγωγικά των σχετικών υποχρεώσεων γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (ΑΠ 909/2010, ΜΕφΑθ 2924/2020), θεωρείται δε το χρέος γεννημένο πριν από τη μεταβίβαση, εφόσον τα παραγωγικά του γεγονότα είχαν συντελεστεί κατά τον χρόνο αυτόν, έστω και αν κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μεταγενέστερα (ΑΠ 1148/2017, ΑΠ 1154/1998, ΜΕφΑθ 2924/2020), ενώ ο νέος εργοδότης ευθύνεται αποκλειστικά μεν για τις υποχρεώσεις που γεννήθηκαν μετά τη μεταβίβαση, παράλληλα δε, μαζί με τον παλαιό εργοδότη χωρίς περιορισμό από το άρθρο 479 του ΑΚ, και για τις αξιώσεις των εργαζομένων κατά του τελευταίου, που είχαν γεννηθεί πριν τη μεταβίβαση. Καθιερώνεται δηλαδή, για τις ανωτέρω υποχρεώσεις, παθητική εις ολόκληρον ενοχή μεταξύ του παλαιού και του νέου εργοδότη σύμφωνα με το άρθρο 481 του ΑΚ (ΑΠ 575/2019, ΜΕφΑθ 2924/2020, ΜΕφΔωδ 15/2020). Η εις ολόκληρον ευθύνη του διαδόχου ως προς τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασιακές σχέσεις περιορίζεται στις εργασιακές εκείνες σχέσεις, οι οποίες κατά το χρονικό σημείο της μεταβίβασης εξακολουθούν να υφίστανται και ως προς τις οποίες ο νέος φορέας της μονάδας έχει, λόγω ακριβώς της μεταβίβασης, υποκαταστήσει τον προηγούμενο εργοδότη και υπεισέλθει στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις εργασιακές σχέσεις (ΑΠ 444/2019 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 318/1998 ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου για το εργατικό δίκαιο η βασική έννοια, η οποία και καθορίζει το πεδίο εφαρμογής του, είναι αυτή του εργαζόμενου. Η έννοια του εργοδότη έχει μικρότερη σημασία, γιατί με την έννοια αυτή, ως σύστοιχη έννοια, περιγράφεται ο αντισυμβαλλόμενος του εργαζόμενου. Εργοδότης είναι εκείνος που απασχολεί τουλάχιστον έναν εργαζόμενο. Νομοθετικός ορισμός της έννοιας του εργοδότη δεν υπάρχει. Η έννοια του εργοδότη, όπως αυτή του αντισυμβαλλόμενου, προκύπτει από τη σύμβαση εργασίας. Εργοδότης είναι ο αντισυμβαλλόμενος του εργαζομένου, ο οποίος από τη σύμβαση εργασίας έχει την αξίωση να απαιτήσει την παροχή εργασίας και την υποχρέωση να καταβάλει, ως αντάλλαγμα για αυτή, την αμοιβή. Ενώ εργαζόμενος μπορεί να είναι μόνο φυσικό πρόσωπο, γιατί μόνο ένα φυσικό πρόσωπο μπορεί να τελεί σε προσωπική εξάρτηση από το άλλο μέρος, εργοδότης μπορεί να είναι είτε φυσικό είτε νομικό πρόσωπο. Επίσης δεν αποκλείεται από την εργοδοτική πλευρά να συμμετέχουν στη σύμβαση περισσότερα πρόσωπα, φυσικά ή νομικά, οπότε την εργοδοτική ιδιότητα την αποκτούν περισσότερα πρόσωπα στο πλαίσιο μιας ενιαίας εργασιακής σχέσης. Η περίπτωση αυτή σπάνια εμφανίζεται στην πράξη λόγω των ιδιαίτερων προβλημάτων που ανακύπτουν τόσο κατά τη λειτουργία της όσο και κατά τη λύση της. Αντίθετα, πιο συχνή, είναι η περίπτωση, κατά τη λειτουργία της σύμβασης εργασίας, να επέρχεται διάσπαση της εργοδοτικής ιδιότητας και ένα μέρος των εργοδοτικών εξουσιών να μην ασκούνται από τον αντισυμβαλλόμενο του εργαζομένου στη σύμβαση εργασίας αλλά από ένα τρίτο πρόσωπο στο πλαίσιο μιας τριμερούς σχέσης, εργασίας. Οι πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις, είναι ο κατ’ επάγγελμα δανεισμός των εργαζομένων και ο απλός ή ευκαιριακός. Η πρώτη περίπτωση, όπου ο δανεισμός γίνεται κατ’ επάγγελμα, ρυθμίζεται από το Ν. 4052/2012 και αφορά το δανεισμό που γίνεται από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, η κύρια δραστηριότητα των οποίων συνίσταται ακριβώς στην πρόσληψη προσωπικού με σκοπό να παραχωρούνται προσωρινά, έναντι ορισμένης αμοιβής, σε άλλες επιχειρήσεις για την κάλυψη των αναγκών τους. Στη δεύτερη περίπτωση, όπου ο δανεισμός γίνεται συμπτωματικά, δηλαδή ενώ ο εργαζόμενος παρέχει την εργασία του κανονικά στον εργοδότη που τον έχει προσλάβει και τον απασχολεί, παραχωρείται με τη συναίνεσή του για ορισμένο, κατά κανόνα σύντομο, διάστημα σε άλλη επιχείρηση, δεν εφαρμόζεται ο ανωτέρω νόμος. Η σχέση μεταξύ έμμεσου εργοδότη και προσωρινά απασχολούμενου χαρακτηρίζεται από την έλλειψη συμβατικού δεσμού μεταξύ των μερών. Συμβατικός, δεσμός, υπάρχει μόνο μεταξύ άμεσου εργοδότη και εργαζόμενου. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 651, 652 και 653 του ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ως εργοδότης θεωρείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο στην υπηρεσία, του οποίου διατελεί άλλο φυσικό πρόσωπο το οποίο του παρέχει την εργασία αυτή και όχι απαραιτήτως το πρόσωπο το οποίο προέβη στην πρόσληψή του. Συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας, συνάπτεται η σύμβασή. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας, λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας, της επιχειρήσεως και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (ΑΠ 873/2009). Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 1773/2017, ΑΠ 499/2016). Εξ άλλου με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ A 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ A 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/2000 (ΦΕΚ A 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3646/2010 (ΦΕΚ A 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ A 212) ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: «Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση, θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας». Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου «Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης γ) τα συμβούλια εργαζομένων, 6) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης». Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλόμενη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του «σύστημα εκ περιτροπής εργασίας», μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο «αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας», προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής «συστήματος εκ περιτροπής εργασίας», αντί της καταγγελίας, των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας, σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 771/2017, ΑΠ 1252/2014, σχετ. ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ, παροχής εργασίας. Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ A 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ’ άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με εργαζομένων, πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή, εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπο ώστε στη περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη, μείωση, των αποδοχών ενός μεγαλύτερου αριθμού εργαζομένων η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν. 1767/1988 (ΑΠ 771/2017, σχετ. ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στο τρόπο με τον οποίο λαμβάνει χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση, και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. Τούτο ενισχύεται και από τη ρύθμιση της παρ.4 περ. δ του πιο πάνω άρθρου που ορίζει ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων, εάν ελλείπουν οι κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων στην επιχείρηση, αυτή. Αντίθετη άλλωστε ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια και χωρίς προηγούμενο διάλογο επιβολή του επαχθούς εκ του αποτελέσματος μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας με μονομερή απόφαση του εργοδότη, δια της οποίας τροποποιούνται μονομερώς επί τα χείρω και κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής pacta sunt servanda οι όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και θα περιόριζε την καθιέρωση του εν λόγω διαλόγου σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων, ενόψει και της δομής της ελληνικής οικονομίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 Ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 του ΑΚ), εφ’ όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη, νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 του ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 240/2006 «Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων», σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (Ε.Ε.Ι 80/23.3.2002): «…στ) ως «ενημέρωση» νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν, ζ) ως «διαβούλευση» νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου». Κατά το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω Π.Δ.: «1. Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη, των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο» καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 «Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 110 Α) και του Π.Δ. 178/2002 «Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου» (ΦΕΚ 162 Α). 3. Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις. 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 1 σημείο στ’ και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη, και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού». Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για την επιβολή, από τον εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση απαιτείται αφενός να συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητας του και αφετέρου να γίνει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων η ενημέρωση και διαβούλευση να γίνει με το σύνολο των εργαζομένων. Ως προς την ουσιαστική προϋπόθεση εξάλλου, ως περιορισμός των δραστηριοτήτων, ενόψει της επεμβάσεως με δυνατότητα μονομερούς καθορισμού μάλιστα, στον πυρήνα της εργασιακής σύμβασης, νοείται το αποτέλεσμα που προκύπτει από το συνδυασμό του κύκλου εργασιών σε σχέση και με τη μείωση του μικτού ή καθαρού περιθωρίου κέρδους. Απαιτείται ωστόσο ο περιορισμός να είναι σοβαρός και να απειλεί άμεσα την ύπαρξη των θέσεων εργασίας, δεδομένου ότι ο νόμος ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αποτροπή απώλειας τους. Ακολούθως, σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους, που πρέπει να τηρηθούν για να επιβληθεί η εκ περιτροπής εργασία, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να προχωρήσει σε σοβαρή συζήτηση με το προσωπικό του για τους λόγους που υπαγορεύουν αυτή την επιχειρηματική απόφαση, να δώσει τα οικονομικά στοιχεία και να εξαντλήσει κάθε περιθώριο εναλλακτικών λύσεων. Αν δεν γίνει ενημέρωση με διαβίβαση στοιχείων ώστε να λάβουν γνώση οι εργαζόμενοι της πρόσφατης και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, καθώς και της κατάστασης, της διάρθρωσης και της πιθανής εξέλιξης της απασχόλησης σε αυτήν (επιχείρηση) και δεν δοθεί από τον εργοδότη ένα χρονικό διάστημα διαβούλευσης, τότε η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας θα είναι παράνομη (ΑΠ 697/2018 ΧρΙΔ 2019, σελ. 147). Κατά το άρθρο 655 του ΑΚ, επί συμβάσεως εργασίας, αν δεν υπάρχει αντίθετη συμφωνία ή συνήθεια, ο μισθός καταβάλλεται μετά την παροχή της εργασίας και, αν υπολογίζεται κατά ορισμένα διαστήματα κατά τη διάρκεια της συμβάσεως, καταβάλλεται στο τέλος καθενός από αυτά. Σε κάθε περίπτωση μόλις λήξει η σύμβαση γίνεται απαιτητός ο μισθός, που αντιστοιχεί στο χρόνο έως τη λήξη. Εξ άλλου, μισθός κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως σε συνδυασμό προς τα άρθρα 648 και 649 του ΑΚ και Ί της 95 Διεθνούς Συμβάσεως Εργασίας, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, είναι κάθε παροχή, την οποία οφείλει ο εργοδότης κατά το νόμο ή τη σύμβαση στο μισθωτό ως αντάλλαγμα για την παρεχόμενη εργασία του. Άρα, μισθό υπό την έννοια των ως άνω διατάξεων αποτελούν και οι αμοιβές, που οφείλονται κατά νόμο στο μισθωτό ως αντάλλαγμα υπερεργασίας του, νόμιμης υπερωριακής εργασίας του και επιτρεπόμενης απασχολήσεώς του σε ημέρα αργίας, αφού συνιστούν νόμιμα ανταλλάγματα εγκύρως παρεχόμενης εργασίας του μισθωτού. Επομένως, και για τις αμοιβές αυτές τάσσεται από το άρθρο 655 του ΑΚ, κατά τα ανωτέρω δήλη ημέρα καταβολής, εις τρόπον ώστε με μόνη την πάροδο αυτής να καθίσταται ο εργοδότης υπερήμερος κατά το άρθρο 341 παρ. 1 του ΑΚ και να οφείλει έκτοτε επί χρηματικού χρέους τόκους υπερημερίας κατά το άρθρο 345 εδάφ. α’ του ΑΚ. Για την αμοιβή δε της υπερεργασίας, της νόμιμης υπερωριακής εργασίας και της επιτρεπόμενης εργασίας σε ημέρες αργίας, δήλη ημέρα καταβολής των απαιτήσεων αυτών σε μισθωτό που αμείβεται με μηνιαίο μισθό είναι η τελευταία ημέρα του μήνα μέσα στον οποίο παρασχέθηκαν οι επί μέρους αυτές εργασίες (ΑΠ 286/2013).

Με την από 19-12-2017 και με αρ. κατάθ, …/27-12-2017 αγωγή, ο ενάγων εξέθετε ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη εταιρία, στις 20-7-1994, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος με την ειδικότητα του αποθηκάριου και παρείχε τις υπηρεσίες του στην πρώτη εναγόμενη, επί πενθήμερο, εβδομαδιαίως, κατά πλήρες ωράριο, έναντι συμφωνημένων μηνιαίων αποδοχών, οι οποίες το επίδικο χρονικό διάστημα ανέρχονταν στο ποσό των 1.924,99 ευρώ (μικτές αποδοχές). Ότι παρότι εργαζόταν όλες τις εργάσιμες ημέρες, από τις 08:00 έως τις 17:00, η πρώτη εναγόμενη ουδέποτε του κατέβαλε την προβλεπόμενη για την πέραν του νόμιμου ωραρίου του απασχόληση αμοιβή. Ότι από τον Ιανουάριο του έτους 2012 η πρώτη εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά τις αποδοχές του, ενώ ήδη δεν του είχε καταβάλει το επίδομα αδείας έτους 2010. Ότι από την 1-7-2010 έως τις 30-9-2011 τον έθεσε μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο τέσσερις ημέρες την εβδομάδα, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, από την 1-1-2012 έως τις 31-7-2012 τον έθεσε μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο τρεις ημέρες την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των, αποδοχών του, ενώ από 1-2-2013 έως τις 31-10-2013 τον έθεσε για μία εισέτι φορά μονομερώς σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο μία ημέρα την εβδομάδα, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών του, γεγονός που επαναλήφθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2014 έως 30-9-2014, κατά τα ειδικότερα στην αγωγή εκτιθέμενα και για το οποίο διαμαρτυρήθηκε επανειλημμένα. Ότι, στις 6-2-2014, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, ζητώντας την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών του, κατά τη συζήτηση δε της εργατικής διαφοράς, η πρώτη εναγόμενη συνομολόγησε ότι του οφείλει το ποσό των 7.674,22 ευρώ, το οποίο υποσχέθηκε να του καταβάλει σε δόσεις, τις οποίες δεν τήρησε, ενώ ακολούθως, στις 6-10-2014, η πρώτη εναγόμενη τον μετέθεσε αιφνιδίως στο κατάστημά της, στο ……….., αν και έως τότε απασχολείτο στο κατάστημά της, στην …………, με προφανή σκοπό να τον εξαναγκάσει σε παραίτηση. Ότι στις 13-10-2014 προέβη σε επίσχεση εργασίας μέχρι την καταβολή των ληξιπρόθεσμων αξιώσεών του, στις 24-3-2015 δε, η πρώτη των εναγομένων του ζήτησε με εξώδικο να επιστρέψει στην εργασία του, δηλώνοντάς του ότι σε διαφορετική περίπτωση θα θεωρήσει την απουσία του ως οικειοθελή αποχώρηση. Ακόμη, ότι στο προαναφερόμενο εξώδικό της διέλαβε φράσεις που προσέβαλαν την προσωπικότητά του, καθόσον κατέλειπε υπόνοιες για την τέλεση από μέρους του παράνομων πράξεων, κατά την παροχή των υπηρεσιών του, όπως αυτές αναλυτικά εκτίθενται στην αγωγή. Ότι η άσκηση από την πρώτη εναγόμενη του δικαιώματος της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας μίας ημέρας, έγινε κατά κατάχρηση του σχετικού δικαιώματος και με σκοπό τον εξαναγκασμό του σε οικειοθελή αποχώρηση προς αποφυγή καταβολής της αποζημιώσεως απολύσεως και αποτελεί μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, προσέβαλε δε την προσωπικότητά του, γι’ αυτό και διαμαρτυρήθηκε άμεσα και έντονα στη διοίκησή της, δηλώνοντας ότι δεν αποδέχεται τη μεταβολή αυτή, ζητώντας την απασχόλησή του με πλήρες ωράριο, σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του. Ότι, στις 8-1-2013, ο βασικός μέτοχος της πρώτης εναγόμενης ……………. μεταβίβασε το ποσοστό του επί της δεύτερης εναγόμενης, ήτοι, το 90%, στη σύζυγό του ………………….., η οποία επίσης απέκτησε το ποσοστό 9% του ετερόρρυθμου εταίρου ……………., ακολούθως δε, τροποποιήθηκε η επωνυμία της πρώτης εναγόμενης και ορίσθηκε σε «…………….» και το διακριτικό τίτλο «…………….», που αποτελεί τη δεύτερη εναγόμενη εταιρία. Ότι, από 2-1-2015, ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης εναγόμενης η δεύτερη εξ αυτών, της οποίας αποκλειστική διαχειρίστρια, νόμιμη εκπρόσωπος και μοναδική ετερόρρυθμη μέτοχος είναι η ως άνω ……………., ενώ η πρώτη εναγόμενη διέκοψε τη λειτουργία της. Ότι η πρώτη εναγόμενη επιθυμούσε να τον ωθήσει σε παραίτηση, ενόψει της ως άνω μεταβιβάσεως, με σκοπό να αποφύγει την εκ του νόμου μεταβίβαση των υποχρεώσεών της στην ιδίων οικονομικών συμφερόντων διάδοχό της — δεύτερη εναγόμενη. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζήτησε, ύστερα από τον νόμιμο περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, που έλαβε χώρα με τις προτάσεις που κατέθεσε και με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του, πριν από την έναρξη της συζήτησης της ουσίας της υπόθεσης στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά (άρθρα 223, 294, 295 παρ. 1 και 297 ΚΠολΔ), 1) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της μονομερούς επιβολής καθεστώτος εκ περιτροπής απασχόλησης, που έλαβε χώρα την 1-2-2013 και την 1-1-2014, 2) να αναγνωριστεί ότι νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας, στις 13-10-2014, 3) να αναγνωριστεί ότι, στις 2-1-2015, έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη και ότι συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, 4) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη, ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τη δεύτερη, να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 56.009,67 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές υπερημερίας έως τη μεταβίβαση της επιχείρησης, καθώς και σε αμοιβή για την υπερεργασιακή του απασχόληση, όπως τα ποσά αυτά αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή και τις προτάσεις του, 5) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να του καταβάλει το συνολικό ποσό των 84.472,21 ευρώ, ευθυνόμενη εις ολόκληρον, με την πρώτη εναγόμενη έως του ποσού των 56.009,67 ευρώ για τις ανωτέρω αιτίες, ενώ το επιπλέον ποσό αφορά σε αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από την μεταβίβαση της επιχείρησης έως και τις 31-12-2015, 6) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να του καταβάλουν, εις ολόκληρον ευθυνόμενες, το ποσό των 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία της πρώτης εξ αυτών και να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης να του καταβάλει επιπλέον το ποσό των 73.391, 78 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας του που ανάγονται στα έτη 2016, 2017 και 2018, όπως αναλύονται ειδικότερα στην αγωγή και τις προτάσεις του, άπαντα τα ανωτέρω ποσά δε με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωσή του κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της από 4-12-2015 με αριθμ. κατάθ. δικογρ. …./8-12-2015 προηγούμενης αγωγής του, ήτοι από τις 7-1-2016, άλλως από την επίδοση της παρούσας αγωγής μέχρι την εξόφληση, 7) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, από την επίδοση της εκκαλούμενης απόφασης και να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε μέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της αυτή, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη. Επικουρικά, ο ενάγων ζήτησε άνω ως άνω ποσά, σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, αφού αντιστοιχούν στην ωφέλεια που αποκόμισαν οι εναγόμενες, η οποία συνίσταται στις αποδοχές που θα κατέβαλαν σε άλλον εργαζόμενο που θα απασχολούσαν με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας (ειδικότητα, καθήκοντα) με εκείνες του ενάγοντος. Η αγωγή αυτή, αναφορικά με την κύρια αυτής βάση και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της δεύτερης εναγόμενης, είναι αρκούντως ορισμένη, εφόσον, επαρκώς εκτίθενται σε αυτήν, όχι μόνον ο χρόνος κατάρτισης της συμβάσεως, ο συμφωνηθείς μισθός (ρητά αναφέρεται δε ότι πρόκειται για μικτές αποδοχές και με βάση αυτές υπολογίζονται τα αιτούμενα κονδύλια), το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, οι όροι παροχής της και ο χρόνος για τον οποίον οφείλονται, αλλά και το επάγγελμα του εργαζομένου και το είδος της επιχείρησης του εναγόμενου εργοδότη και ότι αυτός ήταν σε ετοιμότητα για την παροχή των υπηρεσιών του στις εναγόμενες, ενώ δεν απαιτείται να αναφέρεται εάν οι σχετικές ΣΣΕ ή Δ.Α. κηρύχθηκαν υποχρεωτικές, αφού εν προκειμένω μεταξύ ενάγοντος και πρώτης εναγόμενης υπήρχε συμφωνηθείς μηνιαίος μισθός και με βάση αυτόν ο ενάγων υπολογίζει τα αιτούμενα κονδύλια και όχι με βάση τον προβλεπόμενο στην αντίστοιχη ΣΣΕ μισθό, ενώ ορισμένη είναι και η απαίτησή του η προερχόμενη από την αδικοπραξία της πρώτης εναγόμενης σε βάρος του. Επίσης, αντικείμενο της αξίωσης, άρα και της δίκης για αποδοχές μισθωτού είναι οι ακαθάριστες (μικτές) αποδοχές του, δηλαδή εκείνες στις οποίες περιλαμβάνονται και οι κατά νόμο κρατήσεις υπέρ ασφαλιστικών οργανισμών, ο φόρος μισθωτών υπηρεσιών κλπ., τις οποίες πρέπει ο εργοδότης να παρακρατεί από τις αποδοχές του μισθωτού. Έτσι, αν ο εργοδότης έχει ήδη εκουσίως ή συνεπεία Π.Ε.Ε. καταβάλει στον ασφαλιστικό φορέα τις εισφορές για οφειλόμενες σε εργαζόμενο αποδοχές, τούτο στηρίζει ένσταση καταβολής κατά το άρθρο 416 ΑΚ, αποσβεστική κατά το οικείο ποσό της αξίωσης του εργαζομένου για δεδουλευμένες αποδοχές. Αν δεν υποβληθεί τέτοια ένσταση, οι εν λόγω ασφαλιστικές εισφορές παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της απόφασης (ΑΠ 178/2010, ΑΠ 59/2009, ΑΠ 332/2008, ΑΠ 1678/2007, δημοσιευμένες στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 335/2008, ΕΝΑΥΤΔ 2008.287). Συνεπώς, ορθώς ο ενάγων αιτούνταν την καταβολή μικτών αποδοχών, στις οποίες εμπεριέχονται οι ασφαλιστικές εισφορές, σε περίπτωση δε, που αυτές έχουν ήδη καταβληθεί, θα παρακρατηθούν, κατά την εκτέλεση της απόφασης. Επιπλέον, η αγωγή είναι αρκούντως ορισμένη και ως προς την επικουρική βάση της, καθόσον αναφέρεται στο δικόγραφό της, ότι σε περίπτωση που κριθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, αναζητείται ο πλουτισμός των εναγόμενων, που ισοδυναμεί με το ποσό που θα δαπανούσαν για την απασχόληση άλλου εργαζόμενου με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό την ίδια ειδικότητα και τις ίδιες συνθήκες εργασίας με εκείνες του ενάγοντος (ΑΠ 831/2020, 1330/2021, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε ορισμένη την ένδικη αγωγή ορθώς το νόμο ερμήνευσε κι εφάρμοσε και, ως εκ τούτου, οι σχετικοί δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, ένατος, δέκατος και δωδέκατος λόγοι της υπό στοιχείο Α έφεσης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Επίσης, η αγωγή τυγχάνει νόμιμη, στηριζόμενη, κατά την κύρια βάση της, στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 3, 57, 59, 71, 174, 180, 281, 288, 299, 325, 330, 340, 341, 345, 346, 353, 361, 479, 481, 482, 648, 651, 652, 653, 655, 656, 914, 932 ΑΚ, 68, 69 παρ. 1 εδ.α’, 70, 74, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 94651, 176 19152 ΚΠολΔ, 1, 2 παρ. 1, 3παρ. 1, 4 παρ. 1 και 2 του Π.Δ. 178/2002, 1 παρ. 2 του Ν. 1082/1980 σε συνδυασμό με τα άρθρα 1, 3, 6 της με αρ. 19040/1981 ΚΥΑ Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, 3 παρ. 16 Ν. 4504/1966 σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 και 3 παρ. ΑΝ 539/1945 όπως το άρθρο 2 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 Ν. 3302/2004. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινομένη αγωγή, πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο, για το αντικείμενό της — μετά τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό — τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις, κατά το μέρος που υπερβαίνει το ποσό της αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, σύμφωνα με το αρθρ. 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με το αρθρ. 14 παρ. 1 του ΚΠολΔ (βλ. το υπ’ αριθμ. ……………. ηλεκτρονικό παράβολο και την από 11-10-2017 απόδειξη πληρωμής αυτού της Τράπεζας Eurobank).

Κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 61 του ν. 4139/2013, το οποίο (σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις και συνακόλουθα την ένδικη υπόθεση που ήταν εκκρεμής ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου την 20.3.2013, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ ο νόμος αυτός (4139/2013) και τέθηκε σε ισχύ κατά το άρθρο 104 αυτού “Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε. Δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Στις ανωτέρω περιπτώσεις ο εργαζόμενος δεν είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από το μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού”. Υπερήμερος περί την αποδοχή της εργασίας καθίσταται και ο εργοδότης που κατήγγειλε ακύρως (για οποιοδήποτε λόγο) την εργασιακή σύμβαση, εφόσον πλέον δεν αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού (ΑΠ 440/2016, 414/2016, 359/2015). Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια (ΑΠ 414/2016, 363/2015, 223/2014). Ειδικότερα απαιτείται, για την ευδοκίμηση της ως άνω ενστάσεως του εργοδότη, όπως ο τελευταίος επικαλεσθεί και αποδείξει, α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός της συγκεκριμένης επιχείρησης, β) τους λόγους για τους οποίους είναι αδικαιολόγητη και κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια την οποία θα αποκόμιζε από την άλλη εργασία, με αναφορά συγκεκριμένων αποδοχών που θα ελάμβανε από την εργασία αυτή και δ) την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που αποκόμισε ο εργαζόμενος, δηλαδή από το γεγονός ότι δεν απασχολήθηκε στην υπηρεσία του εργοδότη και διέθεσε το χρόνο που αποδεσμεύτηκε σε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα (ΑΠ 223/2014). Μόνη η μακρά διάρκεια του χρονικού διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης καταχρηστική (Ολ. ΑΠ 2/2019 ΝΟΜΟΣ, Ολ. ΑΠ 8/2018 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1331/022, 613/2018).

Η πρώτη εναγόμενη με τους συναφείς δέκατο τρίτο, δέκατο τέταρτο, δέκατο έκτο και εικοστό λόγους έφεσής της, με τους οποίους επαναφέρει τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αγωγής, που επιχειρεί να στηρίξει στη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, ισχυρίζεται ότι μετά από παρέλευση ικανού χρόνου αρκετών ετών ο ενάγων επέλεξε να διεκδικήσει όσα αυτός φρονεί ότι στερήθηκε, αν και δεν έχει οικονομικά προβλήματα ούτε έχει υποστεί μειώσεις των εισοδημάτων του ούτε κι έχει καταστεί αφερέγγυος, καθότι, σύμφωνα με πληροφορίες της, διαθέτει προσοδοφόρα ακίνητα, ότι αυτός επιδιώκει να υποστεί η πρώτη εναγόμενη ανεπανόρθωτη βλάβη, με βάση τις αξιώσεις που προβάλλει με την αγωγή του, ότι με την αγωγή του διεκδικεί μη αναγνωριζόμενη και μη εκκαθαρισμένη απαίτηση και τέλος ότι καταχρηστικώς διεκδικεί υπερβολικά ποσά για μισθούς υπερημερίας, ενώ θα έπρεπε να περιοριστεί στους πρώτους τέσσερις (4) μήνες από την άκυρη απόλυσή του, δηλαδή μέχρι τον Απρίλιο του 2015, διότι η μετά από την πάροδο του χρονικού αυτού ορίου, αδράνεια του, υπερβαίνει καταφανώς τα όρια της καλής πίστης εκ του άρθρου 281 του ΑΚ. Η ως ένσταση που παραδεκτώς επαναφέρεται με τους παραπάνω λόγους έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη διότι η πρώτη εναγόμενη δεν εκθέτει σε σχέση με την καταχρηστικότητα της αγωγής του ενάγοντος, κατά το μέρος με το οποίο διώκει την καταβολή μισθών υπερημερίας ότι α) ο ενάγων ηθελημένα και μάλιστα από κακοβουλία παρέλειψε να βρει αλλού εργασία υπαλλήλου ή παρεμφερούς σχετικής με τα προσόντα του, με ανάλογες αποδοχές ύψους, με αυτές που ελάμβανε από την πρώτη εναγόμενη, την οποία θα μπορούσε ευχερώς να εξεύρει, λαμβανομένου υπ’ όψη της προϋπηρεσίας του, του βαθμού ζήτησης ισότιμης εργασίας, σε σχέση με τις ανάγκες της εγχώριας αγοράς και των ικανοτήτων του ως υπαλλήλου αποθήκης, β) ότι τέτοιου είδους εργασία θα μπορούσε να ανεύρει σε σύντομο χρονικό διάστημα μετά την άκυρη καταγγελία και γ) ότι ο ενάγων, ενώ είχε τη δυνατότητα ανευρέσεως άλλης εργασίας, αντίστοιχης ειδικότητας και αποδοχών, εν όψει της ηλικίας του, διήγε το 55ο έτος και των επαγγελματικών της προσόντων, ενεργώντας σκοπίμως και από οκνηρία, επέλεξε την ικανοποίηση των αξιώσεων του, παρότι γνώριζε ότι η πρώτη εναγόμενη δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της συμβάσεως εργασίας του. Μόνη η αναφορά ότι ο ενάγων διεκδικεί μεγάλα χρηματικά ποσά από την πρώτη εναγόμενη, αν και δεν έχει οικονομικό πρόβλημα, ότι η απαίτησή του δεν είναι εκκαθαρισμένη και αναγνωριζόμενη και ότι αυτός αδράνησε για μακρό χρονικό διάστημα, του οποίου μάλιστα δεν αναφέρει τη διάρκεια, για να ασκήσει τις αξιώσεις του αυτές, δεν αρκούν για να θεμελιώσουν την εκ του άρθρου 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικότητας της αγωγής, αναφορικά με την ως άνω αξίωση μισθών υπερημερίας.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος, ως προς την αποδοχή της εργασίας, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία του σε άλλο χρόνο. Ο εργοδότης, όμως, έχει το δικαίωμα να εκπέσει, από τον μισθό, καθετί, που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε, από τη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται, ότι, εφόσον υπάρχει έγκυρη σύμβαση εργασίας, η οποία δεν έχει λυθεί νομίμως και ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μισθωτού, που αυτός, πραγματικά και προσηκόντως, του προσφέρει, περιέρχεται σε υπερημερία και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον μισθωτό τις αποδοχές, που εκείνος θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο (ΣΣΕ ή ΔΑ), εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη, να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του. Από τις αποδοχές, όμως, αυτές ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να αφαιρέσει την ωφέλεια, που απεκόμισε ο μισθωτός, από τη ματαίωση της εργασίας του, δηλαδή, από την χρησιμοποίηση του χρόνου του, που έμεινε ελεύθερος, λόγω της υπερημερίας του εργοδότη και ο μισθωτός ωφελήθηκε, από την αξιοποίηση αυτής, είτε αυτοαπασχολούμενος είτε απασχολούμενος σε άλλο εργοδότη. Αντίθετα, δεν αφαιρείται η ωφέλεια, που προϋπήρχε της υπερημερίας του εργοδότη, προερχόμενη από την αξιοποίηση, εκ μέρους του μισθωτού του, εκτός του ωραρίου εργασίας χρόνου του. Δηλαδή, πρέπει να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια, μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας του μισθωτού. Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο παραπάνω ισχυρισμός, που αποτελεί ένσταση του εργοδότη, κατά της αγωγής του μισθωτού, που ζητεί την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, πρέπει να προσδιορίζονται τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία προέκυψε η ωφέλεια, δηλαδή, το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, το όνομα του εργοδότη, που απασχολήθηκε, οι αμοιβές, που καταβλήθηκαν (βλ. ΑΠ 1414/2015, ΑΠ 223/14, ΑΠ 960/13, ΕφΘες 545/2021, δημ. σε ΤΝΠ Νόμος).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δέκατο ένατο λόγο της έφεσής της η δεύτερη εναγόμενη επαναφέρει παραδεκτά τον προβληθέντα πρωτοδίκως ισχυρισμό της που επιχειρεί να στηρίξει στη διάταξη του άρθρου 656 εδ. δ’ του ΑΚ, και με τον οποίο ζητεί να αφαιρεθεί από τους μισθούς υπερημερίας που στην αδόκητη περίπτωση επιδικαστούν στον ενάγοντα, κάθε ωφέλεια που θα μπορούσε και όφειλε να αποκομίσει λόγω της υπαίτιας, κακόπιστης και καταχρηστικής παράλειψής του και αδράνειας να ωφεληθεί από την απαλλαγή αυτή, δεδομένου ότι αυτός είναι μηχανικός, έχει προϋπηρεσία, είναι σχετικά νέος, χωρίς σοβαρές οικογενειακές υποχρεώσεις, διαμένει στο ……………., πλησίον του οποίου βρίσκονται οργανωμένες υπηρεσίες εύρεσης εργασίας, καθώς και ομοειδείς με την δεύτερη εναγόμενη επιχειρήσεις. Ο παραπάνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος διότι η δεύτερη εναγόμενη-εκκαλούσα δεν αναφέρει τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προέκυψε η ωφέλεια, δηλαδή το είδος της παρασχεθείσας εργασίας, το όνομα του εργοδότη που απασχολήθηκε και οι αμοιβές που τυχόν καταβλήθηκαν στον ενάγοντα.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων (ενός για κάθε διάδικο μέρος), που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, την ένορκη κατάθεση του μάρτυρος της πρώτης εναγόμενης – εκκαλούσας που εξετάστηκε νόμιμα στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου, από όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, από τις με αριθμούς …/14-3-2018, …/14-3-2018, …/25-4-2018 και …/25-4-2018 ένορκες βεβαιώσεις των ……………., ……………., …………….  και ……………. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Ναυπλίου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων και οι οποίες ελήφθησαν κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήσης των εναγομένων (με τις υπ’ αριθμ. …/28-12-2017, …/28-12-2017, …/19-4-2018 …/19-4-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Ναυπλίου Αναστάσιου Ουλή), την με αριθμό …/16-10-2018 ένορκη βεβαίωση του ……………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Ναυπλίου Ευαγγελίας Σωτηροπούλου, που νόμιμα προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων με την προσθήκη των προτάσεών του και η οποία ελήφθη με πρωτοβουλία του, μετά από νόμιμη κλήτευση της δεύτερης εναγόμενης, με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου του στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου που περιλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, λαμβανομένης υπόψη όμως μόνο προς αντίκρουση των ισχυρισμών που προτάθηκαν για πρώτη φορά στο ακροατήριο (πρβλ. ΑΠ 411/2008, ΑΠ 1704/2007, αμφότερες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 659/2007 ΝοΒ 2007.1823, ΑΠ 66/2007 ΔΕΕ 2007.1230, ΑΠ 229/2002 ΕλλΔνη 2003.132), καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που λαμβάνονται αυτεπαγγέλτως υπόψη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ) από το Δικαστήριο, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Στις 20 Ιουλίου 1994, ο ενάγων προσλήφθηκε, με έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την πρώτη των εναγόμενων, η οποία δραστηριοποιούνταν στον κλάδο της εμπορίας, συντήρησης και επισκευής αυτοκινήτων, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως υπάλληλος, με την ειδικότητα του αποθηκάριου και ειδικότερο καθήκον τον συντονισμό των εργασιών της αποθήκης εμπορευμάτων και τοποθετήθηκε αρχικά στην εγκατάστασή της (κατάστημα πώλησης αυτοκινήτων και ανταλλακτικών και συνεργείο) στο … χλμ. ……………., στο ……………., ενώ, από το 2002 και εντεύθεν, μεταφέρθηκε και παρείχε τις υπηρεσίες του στο υποκατάστημα (συνεργείο αυτοκινήτων) που διατηρούσε στην …………….  (…° χλμ. …………….). Ο ενάγων συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία του επί πενθήμερο εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο, έναντι μηνιαίου μισθού, ο οποίος κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ανήλθε στο ποσό των 1.924,99 ευρώ μικτά. Πλην, όμως, στην πραγματικότητα, από την αρχή εργαζόταν από Δευτέρα έως Παρασκευή, κατά το ωράριο 08.00-17.00, ήτοι επί μία ώρα επιπλέον καθημερινά, παρέχοντας έτσι υπερεργασία, χωρίς όμως να του καταβάλλεται η προβλεπόμενη αμοιβή για την εργασία του αυτή. Από τον Ιανουάριο του έτους 2012, η πρώτη εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά να καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές του ενάγοντος, ενώ είχε παραλείψει, ήδη, την καταβολή του επιδόματος αδείας του έτους 2010. Από την 1-7-2010, η πρώτη των εναγομένων έθεσε τον ενάγοντα, μονομερώς, σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας έως τις 30-9-2011 με αποτέλεσμα να εργάζεται μόνο τέσσερις ημέρες την εβδομάδα με αντίστοιχη μείωση των μικτών αποδοχών του στο ποσό των 1.539,92 ευρώ, ενώ, στη συνέχεια, από 1-1-2012 έως τις 31-7-2012 τον έθεσε εκ νέου σε καθεστώς εκ περιτροπής απασχόλησης, με αποτέλεσμα να εργάζεται τρεις ημέρες την εβδομάδα και να λαμβάνει μικτές αποδοχές ποσού 1.154,99 ευρώ. Ακολούθως, από 1η Φεβρουαρίου 2013, του επέβαλε για τρίτη φορά να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, αυτή τη φορά επί μία ημέρα την εβδομάδα, για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, ήτοι μέχρι την 31η Οκτωβρίου 2013, με συνακόλουθη μείωση των μηνιαίων μικτών αποδοχών του στο ποσό των 369,60 ευρώ, γεγονός για το οποίο ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε έντονα προφορικά στον νόμιμο εκπρόσωπο της πρώτης των εναγόμενων, ζητώντας επίμονα να απασχολείται κατά πλήρες ωράριο, σύμφωνα με τη σύμβαση εργασίας του. Παρόλα αυτά, την 1η Ιανουαρίου 2014, η πρώτη των εναγόμενων του επέβαλε για τέταρτη φορά εργασία με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης και πάλι επί μία ημέρα ανά εβδομάδα, έναντι μηνιαίου μικτού μισθού ποσού 385,00 ευρώ, για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, ήτοι μέχρι την 30η Σεπτεμβρίου 2014, οπότε και πάλι ο ενάγων διαμαρτυρήθηκε, ζητώντας να απασχολείται με πλήρες ωράριο, καθημερινά. Η ανωτέρω θέση του ενάγοντος σε εκ περιτροπής εργασία μίας ημέρας έγινε χωρίς να προηγηθεί διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων ή ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης, ενώ δεν προκύπτει καν γνωστοποίησή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπως απαιτείται. Συνεπώς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας, η ανωτέρω θέση του ενάγοντος σε εκ περιτροπής εργασία, έγινε χωρίς να τηρηθούν οι απαιτούμενοι από το νόμο όροι και προϋποθέσεις και δεν υφίστατο σχετικό δικαίωμα της πρώτης εναγόμενης, οπότε αποτελεί (παράνομη) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας του, ενώ ο ενάγων επέλεξε με τη στάση του να εμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του, σύμφωνα με τους, πριν από τη μεταβολή, όρους, ήτοι, να εξακολουθήσει να εργάζεται επί πενθήμερο, με πλήρες ωράριο και να λαμβάνει πλήρεις αποδοχές. Η πρώτη εναγόμενη, ασκώντας κατά τον ανωτέρω τρόπο το διευθυντικό της δικαίωμα, ήτοι θέτοντας παράνομα και καταχρηστικά τον πρώτο ενάγοντα σε καθεστώς εκ περιτροπής εργασίας, υπερβαίνοντας προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, προσέβαλε την προσωπικότητά του, καθόσον μειώθηκε η επαγγελματική του αξία και η υπόληψή του, ενώ αυτός υπέστη και οικονομική εξαθλίωση. Ως εκ τούτου, το αίτημα του ενάγοντος για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης θα πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσία βάσιμο για το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ. Ο τελευταίος, στις 6-2-2014, προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων …………….) και υπέβαλε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο τις οφειλόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του, κατά τη συζήτηση δε της εργατικής διαφοράς, στις 12 Μαρτίου 2014, η πρώτη των εναγομένων συνομολόγησε ενώπιον της άνω Υπηρεσίας ότι του οφείλει, για δεδουλευμένες αποδοχές και επίδομα αδείας έτους 2010 το ποσό των 7.674,22 ευρώ και ανέλαβε την υποχρέωση να τον εξοφλήσει τμηματικά, σε τέσσερις ισόποσες δόσεις, με έναρξη της πρώτης δόσης στις 10-4-2014 και οι άλλες την 10η ημέρα κάθε μήνα, πρόταση την οποία ο ενάγων αποδέχθηκε, πλην όμως η πρώτη εναγόμενη δεν τήρησε το χρονοδιάγραμμα εξόφλησής του, καταβάλλοντάς του μέρος μόνο των άνω συνομολογημένων από πλευράς της, οφειλόμενων ποσών. Ωστόσο, στις 6 Οκτωβρίου 2014, η πρώτη εναγόμενη επέδωσε στον ενάγοντα μία επιστολή, με την οποία του γνωστοποίησε ότι τον μετέθετε, από 13-11-2014, στο κατάστημά της στο ……………., χωρίς, όμως, να αναλαμβάνει την υποχρέωση κάλυψης των εξόδων μετακίνησής του. Κατόπιν των ανωτέρω, ο ενάγων με την από 8-10-2014 εξώδικη επιστολή του, προς την πρώτη εναγόμενη (η οποία της επιδόθηκε στις 10-10-2014), προέβη σε επίσχεση της υπ’ αυτού παρεχόμενης εργασίας, εξαιτίας της μη εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης εκπληρώσεως της υποχρεώσεώς της προς καταβολή των νόμιμων αποδοχών του, καλώντας την παράλληλα να του καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές του. Η πρώτη εναγόμενη, με την από 24 Μαρτίου 2015 εξώδικη πρόσκληση δήλωση και διαμαρτυρία της, αρνήθηκε την οποιαδήποτε οφειλή της προς τον ενάγοντα και τον κάλεσε εντός δύο ημερών να εμφανιστεί για να εργαστεί στην έδρα της επιχείρησης, δηλώνοντας του ότι θεωρεί την απουσία του ως οικειοθελή. Έως το χρόνο της επισχέσεως η πρώτη εναγόμενη όφειλε στον ενάγοντα τα εξής ποσά: 874,98 ευρώ για επίδομα αδείας 2010 + 183,23 ευρώ για επίδομα αδείας 2011 [962,49 Ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2} – 779,26 που έλαβε] + 528,93 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.396,06 ευρώ που έλαβε] + 924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός 1.000 ευρώ που έλαβε] + 1.228,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 696,00 ευρώ που έλαβε] + 528,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2012 [1,924,99ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.396,00 ευρώ που έλαβε] + 528,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2012 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.396 ευρώ που έλαβε] + 728,84 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2012 [2.005,18 ευρώ {ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 0,4166} – 1.276,34 ευρώ που έλαβε] + 572,06 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2013 [ 1.924,99 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.352,93 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 677 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2013 [1.002,59 ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας; 1.924,99/2χ 1,04166} – 325,59 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαϊου 2013 [1.924,99 Ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός 304,92 Ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2013 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.620,07 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 304,92 ευρώ που έλαβε] + 1.624,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2013 (1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 300,00 ευρώ που έλαβε] + 1.272,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2013 [1.924,99 ευρώ – 652,00 ευρώ που έλαβε] + 1.603,82 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2013 [1.924,99 ευρώ καταβλητέος μισθός – 321,17 ευρώ που έλαβε] + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2013 [ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 0,4166 2.005,18] + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2014 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2014 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 924,99/2 X 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαϊου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2014 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2014 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2014 + 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2014, ήτοι το συνολικό ποσό των 46.497,02 ευρώ. Επιπλέον, η πρώτη εναγόμενη όφειλε στον ενάγοντα την αμοιβή του για την υπερεργασία που αυτός προσέφερε, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, και ειδικότερα για το αιτούμενο χρονικό διάστημα, από 1-8-2012 έως 31-1-2013, το συνολικό ποσό των 1.732,50 ευρώ [ήτοι 11 ευρώ ωρομίσθιο (1.924,99 ευρώ μηνιαίος μισθός: 25 X 6 : 40 = 11,55 ευρώ) + 2,31 προσαύξηση 20% = 13,86 ευρώ X 125 ώρες (25 εβδομάδες X 5 ώρες =125 ώρες)]. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγόμενη παρείχε στον ενάγοντα αμειβόμενο διάλειμμα 30 λεπτών κάθε μέρα, το οποίο θα πρέπει να αφαιρεθεί από το κονδύλιο των αποδοχών υπερεργασίας. Συνεπώς, αυτός νομίμως άσκησε το δικαίωμά του προς επίσχεση εργασίας, έως ότου (του) καταβληθούν τα ανωτέρω οφειλόμενα ποσά, τα οποία έως και σήμερα δεν έχει λάβει. Επίσης, η πρώτη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα και τους μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επίσχεση εργασίας του έως τη μεταβίβαση της επιχείρησής της στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία έλαβε χώρα, στις 2-1-2015, σύμφωνα με όσα θα εκτεθούν κατωτέρω και, επομένως, του οφείλει επιπλέον τα εξής ποσά: 1.924,99 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2014 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2014 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2014 (ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 1,04166), ήτοι το συνολικό ποσό των 7.780,15 ευρώ. Συνεπώς η συνολική οφειλή της πρώτης εναγόμενης προς τον ενάγοντα από την ως άνω εργασιακή του σχέση ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 56.509,67 ευρώ. Όσον αφορά στο αίτημα του ενάγοντος περί επιδικάσεως σε αυτόν χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, επειδή στην από 24-3-2015 εξώδικη δήλωσή της προς αυτόν, η πρώτη εναγόμενη διέλαβε επί λέξει – μεταξύ άλλων – και τα εξής: «…να διεκπεραιωθούν ορισμένες συγκεκριμένες εκκρεμότητες (αφορώσες αδικοπρακτική και ζημιογόνο συμπεριφορά σας) και να δώσετε συγκεκριμένες εξηγήσεις (γι’ αυτή), όπως είχατε υποσχεθεί. Επίσης, ΟΥΔΕΠΟΤΕ, παρά τις οχλήσεις μου, προσήλθατε, προκειμένου να δώσετε τις δέουσες και απαραίτητες εξηγήσεις για όσα σας είχα επισημάνει και να υπογράψετε τα έγγραφα που απαιτούνται σε παρόμοιες περιπτώσεις […] η καθυστέρησή σας είναι, πλέον, εκτός από ύποπτη και αναιτιολόγητη […] να προβείτε στις δέουσες εξηγήσεις [ . . . ] θα προβώ σε κάθε νόμιμη ενέργεια προκειμένου οι παράνομες και αντισυμβατικές αυτές, σε βάρος μου, ενέργειές σας […] να ελέγξω οτιδήποτε έχει σχέση με την παρουσία – εργασία – συμπεριφορά σας, καθ’ όσο χρόνο εργασθήκατε στην επιχείρησή μου […] για τις πλείστες αντισυμβατικές και προσβλητικές σας ενέργειες…», αυτό τυγχάνει απορριπτέο ως ουσία αβάσιμο, δεδομένου ότι από το περιεχόμενο της εξώδικης δήλωσης δεν αποδείχθηκε κάποια συγκεκριμένη μομφή σε βάρος του ενάγοντος, ούτε αποδίδεται σ’ αυτόν η τέλεση κάποιας παράνομης πράξης, συνεπώς δεν αποδείχθηκε η οποιαδήποτε προσβολή της προσωπικότητάς του, λαμβανομένου υπόψη μάλιστα ότι και ο ενόρκων βεβαιών μάρτυρας απόδειξης …………….  αναφέρει για το συγκεκριμένο θέμα ότι διάβασε το εξώδικο αλλά δεν κατάλαβε για τι ακριβώς κατηγορεί η πρώτη εναγόμενη τον ενάγοντα, αφού δεν ανέφερε κάτι συγκεκριμένο, παρά μόνο υπονοούμενα και αόριστες συκοφαντίες. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 8 Ιανουαρίου 2013, δυνάμει του, από 8-1-2013, τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού, ο βασικός μέτοχος, πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης των εναγόμενων και – κατά τον χρόνο εκείνο – βασικός εταίρος και μοναδικός ομόρρυθμος εταίρος της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «…………….», ……………., μεταβίβασε ολόκληρο το ποσοστό – μερίδιο του στην ως άνω ετερόρρυθμη εταιρία (ήτοι ποσοστό 90%), προς τη σύζυγο του ……………., η οποία, επίσης, απέκτησε το ποσοστό – μερίδιο του ετερόρρυθμου εταίρου της άνω εταιρίας, …………….  (9%). Επίσης, μετά την μεταβολή αυτή, δυνάμει του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, τροποποιήθηκε η επωνυμία της άνω ετερόρρυθμης εταιρίας, η οποία ορίσθηκε σε «…………….», διατηρώντας τον διακριτικό τίτλο «…………….». Η ……………., που κατέχει πλέον το 99% του εταιρικού κεφαλαίου της δεύτερης των εναγόμενων, ορίσθηκε αποκλειστική διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπός της, καθώς και μοναδική ομόρρυθμη εταίρος αυτής. Η εταιρία αυτή, με βάση το καταστατικό της, το οποίο εμπλουτίστηκε, δυνάμει του από 19-11-2013 τροποποιητικού ιδιωτικού συμφωνητικού (αρ. ΓΕΜΗ …/3012-2013) και της από 1-12-2016 κωδικοποίησης καταστατικού (αρ. ΓΕΜΗ ……)], εδρεύει στο …° χλμ. ……………. στο ……………. και ως σκοπό έχει: α) την εκμετάλλευση επιχειρήσεων ανταλλακτικών αυτοκινήτων, β) την ανάληψη πάσης φύσεως αντιπροσωπειών εσωτερικού και εξωτερικού, γ) την επί προμήθεια διαμεσολάβηση για την πώληση αυτοκινήτων (επιβατικών, φορτηγών και λεωφορείων), δ) την, με οποιονδήποτε τρόπο, κτήση και εκμετάλλευση αγοραπωλησία) κάθε είδους και μορφής οχημάτων και μεταφορικών μέσων, καθώς και ανταλλακτικών αυτών, ε) την άσκηση κάθε άλλης (συναφούς ή μη) εμπορικής και βιομηχανικής επιχείρησης, όπως η επέκταση της δραστηριότητάς της και σε άλλες επιχειρήσεις (λ.χ. μισθώσεις οχημάτων, αντιπροσωπεύσεις, πρατήρια υγρών καυσίμων και φυσικού αερίου, εκμετάλλευση και εγκατάσταση και αγοραπωλησία ηλιακής και αιολικής ενέργειας και φυσικών πόρων κ.λπ.), στ) τη συμμετοχή της σε οποιοσδήποτε μορφής επιχείρηση (νομικού ή φυσικού προσώπου και κάθε εταιρικού τύπου) εντός ή εκτός Ελλάδας, καθώς και τη συνεργασία αυτής με συναφείς ή/και διαφορετικής μορφής και δραστηριότητας (ημεδαπές ή αλλοδαπές) επιχειρήσεις, ζ) την πρακτόρευση κάθε είδους ασφαλειών, η) την ενοικίαση κάθε είδους οχημάτων, θ) τις υπηρεσίες οδικής βοήθειας, ι) την αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) κάθε τύπου μηχανολογικού εξοπλισμού συνεργείου, ια) την αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) και επεξεργασία κάθε είδους αποβλήτων, απορριμμάτων και ανακυκλώσιμων και άλλων υλικών, καθώς και την ανακύκλωση και μεταβίβαση αυτών, ιβ) την αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) κάθε είδους μεταχειρισμένων ανταλλακτικών και οχημάτων, ιγ) την παροχή και εκμετάλλευση υπηρεσιών οδικής βοήθειας και τη μεταφορά οχημάτων, ιδ) την εκμετάλλευση κάθε είδους (ανανεώσιμης κ.λπ.) πηγής ενέργειας και την κατασκευή, αγορά, πώληση, μίσθωση, εκμετάλλευση και παραχώρηση (με ή χωρίς αντάλλαγμα) κάθε είδους μηχανημάτων και εξαρτημάτων για τον σκοπό αυτό και ιε) άλλες υπηρεσίες παροχής επιχειρηματικών συμβουλών. Η δεύτερη των εναγόμενων, από τις 2 Ιανουαρίου 2015, ανέλαβε και συνέχισε την επιχειρησιακή δραστηριότητα της πρώτης των εναγόμενων, η οποία, αφού σταδιακά περιόρισε τη δραστηριότητα της σε μεγάλο βαθμό, βρέθηκε, στα τέλη του 2014, να λειτουργεί μόνο το συνεργείο αυτοκινήτων στο …° χλμ. ……………., έχοντας παύσει τη λειτουργία όλων των υπολοίπων εκμεταλλεύσεων υποκαταστημάτων της επιχείρησής της. Μετά την ανάληψη της επιχείρησης (που πλέον ταυτιζόταν με τη μοναδική εκμετάλλευση της, που ήταν το συνεργείο αυτοκινήτων στο …° χλμ. …………….) από τη δεύτερη των εναγόμενων, η πρώτη διέκοψε τη λειτουργία της. Η πρώτη εναγόμενη και η δεύτερη εναγόμενη αρνούνται ότι υπήρξε μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη, πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός, που προβάλλουν με τους πρώτο, δεύτερο, όγδοο, δέκατο έβδομο και εικοστό πρώτο λόγους της υπό στοιχείο Α έφεσής της και τον μοναδικό πρόσθετο λόγο αυτής, καθώς και με τον πρώτο λόγο της υπό στοιχείο Γ έφεσης και τους πρόσθετους λόγους αυτής, τυγχάνει απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος. Ειδικότερα, πέραν της συγγενικής σχέσης που αποδείχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ του ομορρύθμου εταίρου της πρώτης εναγόμενης και της ομορρύθμου εταίρου της δεύτερης εναγόμενης, η επιχείρηση της τελευταίας ασκεί την ίδια ακριβώς κατ’ αντικείμενο δραστηριότητα με την πρώτη εναγόμενη (εμπορία ανταλλακτικών και άλλων εξαρτημάτων αυτοκινήτων και άλλων οχημάτων, παροχή υπηρεσιών επισκευής – service, φανοποιείο, βαφείο κ.λπ.). Άλλωστε, οι σκοποί των δύο εταιριών, όπως συνάγεται από τα καταστατικά τους, είναι πανομοιότυποι, η δεύτερη εναγόμενη λειτουργεί στις ίδιες κτιριακές εγκαταστάσεις, στο …° χλμ. ……………. στο ……………., η επωνυμία και ο διακριτικός τίτλος της δεύτερης των εναγόμενων παραπέμπει ευθέως στην επωνυμία και τον διακριτικό τίτλο της πρώτης, ενώ και ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός (ανυψωτικά, ευθυγραμμίσεις, ζυγοσταθμίσεις, φρενόμετρα, αεροσυμπιεστές, αναλυτές πετρελαίου, πρέσες, σασμανόγρυλλοι, τρίποδα στήριξης, λιπαντικά κ.λπ. μηχανήματα συνεργείου, εργαλειοθήκες – πάγκοι, ράμπες, ηλεκτρονικοί υπολογιστές, εργαλεία συνεργείου, εξοπλισμός γραφείου κ.λπ.) μεταβιβάστηκε στο σύνολο του από την πρώτη των εναγομένων στη δεύτερη. Επίσης στη δεύτερη των εναγόμενων μεταβιβάστηκε το σύνολο των άυλων αγαθών της πρώτης (τεχνογνωσία, φήμη, επαγγελματικές σχέσεις με προμηθευτές, τρίτους κ.λπ.), η αξία των οποίων είναι ιδιαίτερα σημαντική, αφού πρόκειται για πολύ παλαιά επιχείρηση, καταξιωμένη στον κλάδο του αυτοκινήτου, καθώς και η πελατεία της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης, η οποία είναι μεγάλη, μόνιμη και τακτική. Ενδεικτικό δε, της συνέχειας της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης από τη δεύτερη εναγόμενη είναι ότι η τελευταία χρησιμοποιεί τους ίδιους τηλεφωνικούς αριθμούς (……………., ……………., …………….), τον ίδιο αριθμό τηλεομοιοτυπίας (fax) και τον ίδιο λογαριασμό ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) «…………….», με την πρώτη εναγόμενη, καθώς και ότι το προσωπικό της δεύτερης των εναγομένων προέρχεται, σχεδόν στο σύνολο του, από την πρώτη. Επίσης, η δεύτερη εναγόμενη, μετά την μεταβίβαση διατήρησε στην προμετωπίδα της επιχείρησης τον διακριτικό τίτλο της πρώτης εναγόμενης «…………….», καθώς και το όνομα «…………….», επειδή ακριβώς απέβλεψε στη φήμη που η επιχείρηση είχε αποκτήσει, όταν ακόμη λειτουργούσε υπό την ιδιοκτησία της πρώτης εναγόμενης. Είναι δε αδιάφορος νομικά ο τρόπος που η δεύτερη εναγόμενη απέκτησε τόσο την εγκατάσταση της πρώτης εναγόμενης όσο και το σήμα της, αφού σημασία έχει μόνο το πραγματικό γεγονός της χρήσης των εγκαταστάσεων και του σήματος. Σημειωτέον δε, ότι, ήδη, πριν από το έτος 2012, δηλαδή, αρκετά χρόνια πριν υλοποιηθεί η μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη στη δεύτερη εναγόμενη, η πρώτη εναγόμενη είχε παύσει να είναι εξουσιοδοτημένη επισκευάστρια και διανομέας της «…………….», πράγμα που αποδεικνύει ότι η εταιρία αυτή είχε σταματήσει να αγοράζει και να πωλεί καινούρια αυτοκίνητα και γνήσια ανταλλακτικά και αξεσουάρ της παραπάνω αλλοδαπής εταιρίας, και, επομένως, την ίδια δραστηριότητα συνέχισε, μετά τη μεταβίβαση, να ασκεί η δεύτερη εναγόμενη εταιρία. Προκύπτει αναμφίβολα δε, κοινότητα οικονομικών συμφερόντων, αφού ο βασικός μέτοχος, πρόεδρος του Δ.Σ. και νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης των εναγόμενων ……………. και η βασική εταίρος και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης των εναγόμενων, ……………. τυγχάνουν σύζυγοι, ενώ η τελευταία κατείχε θέση μέλους στο Δ.Σ. της πρώτης εναγόμενης, ανά περιόδους. Η δεύτερη των εναγομένων, δηλαδή, από τις 2-1-2015, ανέλαβε ως οργανωμένο σύνολο προσώπων, τεχνικών μέσων, εγκαταστάσεων κ.λπ. την επιχείρηση της πρώτης των εναγόμενων, για την επίτευξη του ίδιου οικονομικού σκοπού. Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων αποδείχθηκε ότι υπήρξε μεταβίβαση της επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη εναγόμενη, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι δεν σταμάτησε η λειτουργία της επιχείρησης ούτε για μία ημέρα, όπως κατέθεσε και ο μάρτυρας ανταπόδειξης ……………., εξεταζόμενος στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου, που επιβεβαίωσε ότι το κτήριο της πρώτης εναγόμενης στο ……………. μισθώθηκε και ο εξοπλισμός της πωλήθηκε στην δεύτερη εναγόμενη. Εξάλλου, το γεγονός ότι η πρώτη εναγόμενη – εκκαλούσα μεταβίβασε τον υλικοτεχνικό εξοπλισμό της στην δεύτερη εναγόμενη – εκκαλούσα συνομολογεί και η δεύτερη εναγόμενη, τόσο με τις προτάσεις της προς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όσο και με την έφεσή της. Με τους παραπάνω αναφερόμενους λόγους εφέσεων και προσθέτων λόγων οι εκκαλούσες ισχυρίζονται ότι η εταιρία με την επωνυμία «…………….» μίσθωσε τις κτιριακές εγκαταστάσεις της «…………….» στην ……………., χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζουν τον χρόνο κατά τον οποίο έλαβε χώρα η επικαλούμενη μίσθωση και χωρίς να έχουν προσκομίσει το επικαλούμενο μισθωτήριο. Από τα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας αποδεικνύεται ότι η εταιρία «…………….» δεν ανέλαβε τη λειτουργία της εκμετάλλευσης της πρώτης εναγόμενης «…………….» στην ……………., αφού αυτή είχε πάψει να υφίσταται ως οργανωμένο σύνολο τεχνικών μέσων, άυλων αγαθών κ.λπ. και είχε χάσει την ταυτότητά της, ήδη, από τα τέλη του 2014, γεγονός που δεν έχουν αρνηθεί ποτέ οι εκκαλούσες. Ειδικότερα, όπως συνομολογούν οι εκκαλούσες και προκύπτει από τα έγγραφα, η «…………….» τυγχάνει επί πολλά έτη εξουσιοδοτημένη επισκευάστρια και διανομέας γνήσιων ανταλλακτικών και αξεσουάρ της «…………….», δραστηριοποιούμενη επισήμως και αποκλειστικά με οχήματα της φίρμας αυτής. Από την άλλη πλευρά, ο ίδιος ο μάρτυρας ανταπόδειξης κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η εταιρία «…………….», ήδη από το έτος 2011, είχε παύσει να είναι εξουσιοδοτημένη επισκευάστρια και διανομέας γνησίων ανταλλακτικών και αξεσουάρ της «…………….». Είναι, επομένως, πρόδηλο ότι η εκμετάλλευση της επιχείρησης της πρώτης εναγόμενης στην ……………., όταν ακόμη λειτουργούσε (δηλαδή ως τα τέλη του 2014), ήταν ένα συνεργείο, που αυτονοήτως δεν αναλάμβανε τις εξειδικευμένες και απαιτητικές εργασίες που αναλαμβάνει ένα εξουσιοδοτημένο συνεργείο αυτοκινήτων και δη μίας τόσο μεγάλης αυτοκινητοβιομηχανίας, όπως η «…………….», ούτε, άλλωστε, ισχυρίστηκαν οι εκκαλούσες κάτι διαφορετικό. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι οι σκοποί των δύο εταιριών είναι πανομοιότυποι, δεν αποδεικνύεται ως ουσία βάσιμος. Άλλωστε, ο ίδιος ο μάρτυρας ανταπόδειξης και αντιπρόεδρος του Δ.Σ. της «…………….», ……………., κατέθεσε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου ότι η επικαλούμενη εκμίσθωση έλαβε χώρα στο πλαίσιο εκμετάλλευσης του ακινήτου και όχι στο πλαίσιο εκμετάλλευσης του συνεργείου και ανάληψης της λειτουργίας αυτού. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εταιρία «…………….» τυγχάνει παλαιά και μεγάλου οικονομικού μεγέθους ανώνυμη εταιρία, η οποία έχει εδραιωθεί στον χώρο του αυτοκινήτου και εκμεταλλεύεται πασίγνωστη επιχείρηση, με κεντρικό κατάστημα, στην Αθήνα και περισσότερες εκμεταλλεύσεις, ανά την Ελλάδα. Επομένως, η επικαλούμενη εκμίσθωση του μεμονωμένου αυτού περιουσιακού στοιχείου της «…………….», αποδεικνύει ότι η εταιρία «…………….», στο πλαίσιο διεύρυνσης των δραστηριοτήτων της, αναζήτησε και βρήκε ένα ακίνητο στη συγκεκριμένη περιοχή, το οποίο ήταν κατάλληλο για τον σκοπό που το ήθελε. Η εταιρία «…………….» μπορεί να μίσθωσε το ακίνητο, δεν ανέλαβε όμως ούτε συνέχισε τη λειτουργία της εκμετάλλευσης της «…………….», αφού δεν είχε τέτοια ανάγκη, ενόψει του μεγέθους και της μακράς επιτυχημένης επαγγελματικής πορείας της στον χώρο του αυτοκινήτου. Εξάλλου, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται πότε έλαβε χώρα η επικαλούμενη εκμίσθωση του ακινήτου στην εταιρία «…………….». Σε κάθε περίπτωση, πάντως, από το, με ημεροχρονολογία ανάκτησης 13/10/2018 και ημεροχρονολογία ανάρτησης 23/11/2016, απόσπασμα από τη σελίδα της «…………….» στην πλατφόρμα κοινωνικής δικτύωσης «facebook.com», που προσκομίζει ο εφεσίβλητος, προκύπτει ότι η λειτουργία του υποκαταστήματος της «…………….», στην ……………., ξεκίνησε την 23η Νοεμβρίου 2016, δηλαδή, δύο (2) περίπου χρόνια μετά την παύση λειτουργίας της εκμετάλλευσης της «…………….», στην …………….. Διατείνονται, επιπλέον, οι εκκαλούσες, ότι ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός της εταιρίας «…………….» μισθώθηκε, στο σύνολό του, από την «…………….». Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός αποδεικνύεται ως ουσία βάσιμος. Εξάλλου, ο ισχυρισμός των εκκαλουσών ότι ο υλικοτεχνικός εξοπλισμός της «…………….» μεταβιβάστηκε στη «……………..», έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, διότι το υποκατάστημα που διατηρεί η «…………….» στην ……………. είναι ένα εξουσιοδοτημένο συνεργείο της «…………….», στο οποίο, για τη διεκπεραίωση των εργασιών, χρησιμοποιούνται ειδικά μηχανήματα (διαγνωστικά κ.λπ.), όργανα και εργαλεία τελευταίας τεχνολογίας, τα οποία παρέχει εν πολλοίς στους συνεργάτες της η άνω αυτοκινητοβιομηχανία, ούτως ώστε να μπορεί το συνεργείο να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των οχημάτων, ενώ εμπορεύεται γνήσια ανταλλακτικά και αξεσουάρ μοντέλων αυτοκινήτων της «…………….». Το γεγονός ότι η ως άνω εταιρία χρησιμοποιεί τα τηλέφωνα της πρώτης εναγόμενης είναι σύνηθες για μία εταιρία που μισθώνει ένα ακίνητο άλλης επιχείρησης, όμως, η ίδια χρησιμοποιεί τη δική της διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (…………….). Εξάλλου, ο ισχυρισμός ότι το προσωπικό της εταιρίας «…………….» προέρχεται, από την πρώτη εναγόμενη σχεδόν στο σύνολό του, αποδεικνύεται ουσία αβάσιμος. Ειδικά, δε, όσον αφορά στους πρώην υπαλλήλους της πρώτης εναγόμενης ……………. και ……………., ο μάρτυρας του εφεσίβλητου βεβαίωσε ενόρκως ότι αυτοί πράγματι προσλήφθηκαν από την ως άνω εταιρία, πλην όμως πολύ μεταγενέστερα και συγκριμένα τρία (3) σχεδόν χρόνια μετά την παύση λειτουργίας της εκμετάλλευσης της επιχείρησης της ……………., η οποία έλαβε χώρα στα τέλη του 2014 (βλ. υπ’ αριθμ. …./16-10-2018, ένορκη βεβαίωση του …………….  ενώπιον της συμβολαιογράφου Ναυπλίου, Ευαγγελίας Σωτηροπούλου).

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε κοινότητα οικονομικών συμφερόντων μεταξύ της «…………….» και της «…………….» ούτε αποδείχθηκε οποιαδήποτε σύνδεση μεταξύ των δύο εταιριών. Ο ενάγων, συνεπώς, απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη έως τις 2 Ιανουαρίου 2015, οπότε η επιχείρηση μεταβιβάστηκε στη δεύτερη των εναγομένων, κατά τα ανωτέρω, η οποία ανέλαβε και συνέχισε τη λειτουργία της (επιχείρησης) και στην οποία ο ενάγων εξακολούθησε έκτοτε να παρέχει τις υπηρεσίες του, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις, συνεχίστηκε δε, η επίσχεση εργασίας του και μετά τη μεταβίβαση, αφού ούτε η δεύτερη εναγόμενη του κατέβαλε το οφειλόμενο ποσό των 56.509,67 ευρώ, ως όφειλε, δεδομένου ότι από το σημείο της μεταβίβασης της επιχείρησης υπεισήλθε στη θέση της πρώτης εναγόμενης, επομένως η υπερημερία της πρώτης εναγόμενης — παλαιάς εργοδότριας συνεχίστηκε και στο πρόσωπο αυτής, ως νέας εργοδότριας, χωρίς να απαιτείται προς αυτήν προσφορά των υπηρεσιών εκ μέρους του ενάγοντος. Συνεπώς, η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από τη μεταβίβαση της επιχείρησης (2-1-2015) έως τη συζήτηση της ένδικης αγωγής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (11-10-2018) και ειδικότερα: 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2015 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2015 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 I 2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2015 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2015 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2015 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2015 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος, αδείας: 1.924,99 X 1,04166], 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2016 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2016 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99/2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαϊου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2016 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2016 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] +1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2016 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2016 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2016 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2017 + 1.002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2017 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99/2 X 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2017 + 962,49 ευρώ για επίδομα αδείας 2017 [ήμισυς μηνιαίος μισθός: 1.924,99/2] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2017 + 2.005,18 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2017 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2018 + 1 002,59 ευρώ για επίδομα Πάσχα 2018 [ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος με την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.924,99/2 χ 1,04166] + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαϊου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2017 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2018 + 1.924,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2018 + 847 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2018 [ένα ημερομίσθιο εξ 77,00 ευρώ {1.924,99 ευρώ/25} X 11 ημέρες εργασίας έως τη 11 η Οκτωβρίου 2018}]+ 1.392,40 ευρώ για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων 2018 [δύο ημερομίσθια για κάθε δεκαεννιαήμερο εργασίας από 1/5/2018 έως 11/10/2018 και το γινόμενο προσαυξημένο κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 2 X 1.924,99 / 25 X 8,68 X 1,04166]), συνολικού ποσού 101.777,32 ευρώ. Ήτοι συνολικά η δεύτερη εναγόμενη οφείλει στον ενάγοντα το ποσό των 158.286,99 ευρώ.

Μετά ταύτα, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν και α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης που η πρώτη εναγόμενη επέβαλε μονομερώς στον ενάγοντα την 1-2-2013 και την 1-1-2014, β) να αναγνωριστεί ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, στις 13-10-2014, γ) να αναγνωριστεί ότι, στις 2-1-2015, έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη και ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες σε ολόκληρο, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 56.009,67 ευρώ, που αντιστοιχεί σε δεδουλευμένες αποδοχές, επιδόματα εορτών και αδείας και αποδοχές υπερημερίας έως την μεταβίβαση της επιχείρησης, ε) να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον το συνολικό ποσό των 28.462,54 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας του χρονικού διαστήματος από την μεταβίβαση της επιχείρησης έως και τις 31-12-2015, στ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο ευθυνόμενες, το ποσό των 500 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης που υπέστη από την ως άνω αδικοπραξία της πρώτης εξ αυτών και ζ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον το ποσό των 73.314,78 ευρώ που αντιστοιχεί στις αποδοχές υπερημερίας του, που ανάγονται στα έτη 2016, 2017 και 2018, όλα τα ανωτέρω ποσά δε με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξίωσή του κατέστη απαιτητή, ως εξής: α) για τις δεδουλευμένες αποδοχές και τις αποδοχές υπερημερίας, από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής κάθε μηνιαίου μισθού, που συμπίπτει με την τελευταία μέρα κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο ενάγων παρείχε ή θα παρείχε (σε περίπτωση που δεν είχε προβεί σε επίσχεση εργασίας) την εργασία του (άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ), β) για το επιδικασθέν ποσό που αντιστοιχεί στην παρασχεθείσα υπερεργασία από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής του, που συμπίπτει με την τελευταία μέρα κάθε μήνα, κατά τον οποίο ο ενάγων παρείχε την εργασία του, σύμφωνα με τα άρθρα 341 παρ. 1 και 655 ΑΚ, γ) για το επίδομα εορτής Πάσχα, από τότε που κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την επομένη της Απριλίου του οικείου έτους, δ) για το επίδομα εορτής Χριστουγέννων και αδείας από την 1η-1 του επομένου έτους, αφού σύμφωνα με τα άρθρα 10 της ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 4 παρ. 1 του Α.Ν.539/1945, του Ν.4504ΙΙ96Ι και I παρ. 3 του Ν.Δ. 4547/1966, δήλη ημέρα καταβολής τους είναι η 31 η Δεκεμβρίου εκάστου έτους (ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1477, ΑΠ 201/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) ε) για την χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, όσον αφορά στη δεύτερη εναγόμενη και από την επίδοση της από 4-12-2015 με αριθμό κατάθεσης …./8-12-2015 αγωγής, ήτοι από 7-1-2016 μέχρι την πλήρη εξόφληση, όσον αφορά στην πρώτη εναγόμενη. Επίσης, πρέπει να υποχρεωθεί η δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, κατά τους όρους της εργασιακής του σύμβασης, με την απειλή εναντίον της χρηματικής ποινής ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την υποχρέωσή της αυτή. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσίβλητου-ενάγοντος, για αμφοτέρους τους βαθμούς δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή σχετικού νόμιμου αιτήματος του, (άρθρο 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των εκκαλουσών-εναγόμενών, λόγω της ήττας τους (άρθρα 183, 176 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων την από 20.12.2019 (αριθ. εκθ. καταθ. …/2019) έφεση, τους από 17.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …/2020) πρόσθετους λόγους, την από 14.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …/2020) έφεση, τους από 17.1.2020 (αριθ. εκθ. καταθ. …/2020) πρόσθετους λόγους και τους από 15-9-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. …/2022) πρόσθετους λόγους.

Επί της από 20-12-2019 και με αρ. κατάθ. …/2019 έφεσης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 20-12-2019 και με αρ. κατάθ. …/2019 έφεση ως προς την δεύτερη εκκαλούσα.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσία ως προς την πρώτη εκκαλούσα.

Επί της από 14-1-2020 και με αρ. κατάθ. …/2020 έφεσης.

ΔΕΧΕΤΑΙ την έφεση τυπικά και κατ’ ουσία.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την υπ’ αριθμ. 696/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, δικάσαντος κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών.

ΚΡΑΤΕΙ την υπόθεση και δικάζει επί της από 19-12-2017 (…/27- 12-2017) αγωγής.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ α) την ακυρότητα του μέτρου της εκ περιτροπής απασχόλησης που η πρώτη εναγόμενη επέβαλε μονομερώς στον ενάγοντα την 1-2-2013 και την 11-2014, β) ότι ο ενάγων νομίμως άσκησε το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του στις 13-10-2014 και γ) ότι στις 2-1-2015 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την πρώτη εναγόμενη στη δεύτερη και ότι ο ενάγων συνδέεται με τη δεύτερη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τις εναγόμενες, ευθυνόμενες σε ολόκληρο, να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των πενήντα έξι χιλιάδων εννέα ευρώ και εξήντα επτά λεπτών (56.009,67), νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τη δεύτερη εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον το συνολικό ποσό των είκοσι οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα δύο ευρώ και πενήντα τεσσάρων λεπτών (28.462,54), νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση των εναγόμενων να καταβάλουν στον ενάγοντα, σε ολόκληρο ευθυνόμενες, το ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ, νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της δεύτερης εναγόμενης να καταβάλει στον ενάγοντα επιπλέον το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων τριακοσίων δεκατεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (73.314,78), νομιμοτόκως κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την δεύτερη εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης του.

ΑΠΑΓΓΕΛΛΕΙ κατά της δεύτερης και υπέρ του ενάγοντας χρηματική ποινή ύψους εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στην αμέσως πιο πάνω διάταξη.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το οποίο ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο Ναύπλιο, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 2 Φεβρουαρίου 2023, χωρίς να παρίστανται οι διάδικοι και οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies