Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Άκυρη η εργασία την έκτη ημέρα καθ’ υπέρβαση του πενθημέρου. Επιδίκαση αποζημίωσης κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Αποζημίωση απόλυσης. Δεν αποδείχθηκε ότι η εκκαλούσα προειδοποίησε την εργαζόμενη για την καταγγελία της σύμβασης. Ένσταση συγγνωστής πλάνης ως προς τον υπολογισμό της αποζημίωσης απόλυσης. Απορρίπτεται ως απαράδεκτη διότι δεν προβλήθηκε νόμιμα πρωτόδικα. Απορρίπτει την έφεση κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης που είχε επιδικάσει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 14.157,35 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

Αριθμός 29/2015

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΕΦΕΤΕΙΟ ΠΕΙΡΑΙΩΣ

Αποτελούμενο από τη Δικαστή Ουρανία Κουζέλη-Δημήτρουλα, Εφέτη, η οποία ορίσθηκε από την Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Εφετείου Πειραιώς, και από τη Γραμματέα Γεωργία Λογοθέτη.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 6 Νοεμβρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :

ΕΚΚΑΛΟΥΣΑΣ : ……………………….., κατοίκου ………………………, η οποία εκπροσωπήθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Πέτρου Μαρκέτου (με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ 2 ΚΠολΔ).

ΕΦΕΣΙΒΛΗΤΗΣ : ………………………, κατοίκου ……………………., η οποία εκπροσωπήθηκε διά του πληρεξουσίου της δικηγόρου Δημητρίου Βλαχόπουλου.

Η εφεσίβλητη άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς την με αριθ. εκθ. καταθ. …………/17.9.2012 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η με αριθ. 5782/2013 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η εναγόμενη με την από 23.12.2013 (αριθ. εκθ. καταθ. …../2014) έφεσή της, επί της οποίας δικάσιμος ορίστηκε αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το οικείο πινάκιο και συζητήθηκε.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας, ο οποίος παραστάθηκε με δήλωση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ανέπτυξε τις απόψεις του με τις έγγραφες προτάσεις που προκατέθεσε και ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εφεσίβλητης, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, αναφέρθηκε στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση έφεση (αρ. καταθ. ………../2.1.2014) έφεση της εκκαλούσας-εναγόμενης, κατά της με αριθ 5782/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών των άρθρων 666 επ ΚΠολΔ και δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την με αριθ. καταθ. ………/2012 αγωγή. Η ένδικη έφεση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, (άρθρα 495 παρ 1, 2, 498, 511, 513 παρ 1β, 516 παρ 1, 517, 518 παρ 1, 2 και 652 παρ 1 του ΚΠολΔ). Πρέπει επομένως, η έφεση να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, κατά την ίδια ειδική διαδικασία, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τη (άρθρ 533 παρ 1 ΚΠολΔ).

Με την από 17.9.2012 υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εξέθετε ότι από την 07.05.2007 έως την 30η του Ιουνίου του έτους 2012. εργάσθηκε ως πωλήτρια στην επιχείρηση εμπορίας εσωρούχων της εναγομένης, δυνάμει άτυπης σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, σε πενθήμερη βάση εβδομαδιαίως από Τρίτη έως και Σάββατο και με πλήρες ωράριο, αντί μισθού καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ. Ότι η εναγόμενη ήδη από το μήνα Νοέμβριο του 2007 την απασχολούσε επιπλέον και κατά την ημέρα της Δευτέρας επί έξι ώρες, χωρίς να της καταβάλλει καμιά αμοιβή για την εργασία της αυτή, ενώ και οι αποδοχές που τις κατέβαλλε υπολείπονταν των νομίμων, όπως επίσης δεν της χορηγούσε τη νόμιμη άδεια της για έκαστο ημερολογιακό έτος. Ότι την 30.06.2012 η εναγόμενη προέβη σε άκυρη καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, αφενός μεν κατά παράβαση του άρθρου 281 ΑΚ, για λόγους εκδίκησης λόγω των επανειλημμένων διαμαρτυριών της για το βεβαρημένο ωράριο εργασίας της και την καταβολή μέρους των δεδουλευμένων αποδοχών της που της οφείλονταν, αφετέρου δε, διότι της κατέβαλε ελλιπή αποζημίωση απόλυσης. Με βάση αυτό το ιστορικό, ζητούσε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, β) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις πραγματικά και με τον προσήκοντα τρόπο προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, με την απειλή της πρώτης για κάθε παράβαση της υποχρέωσης αυτής σε χρηματική ποινή 500 Ευρώ και με προσωπική της κράτηση διάρκειας ενός έτους, γ) να υποχρεωθεί η εναγόμενη, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 20.811.58 Ευρώ, όπως ειδικότερα κάθε επιμέρους κονδύλι του αναλύεται στην αγωγή, αποτελούντων το σύνολο των εργασιακών της αξιώσεων, που έχει κατά της παραπάνω εργοδότριας της κατά της διάρκεια της εργασιακής της απασχόλησης σε αυτή, και οι οποίες αντιστοιχούν σε διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, αποζημίωση μη ληφθείσης άδειας, αμοιβή εργασίας κατά την έκτη ημέρα, χρηματική ικανοποίηση λόγω προσβολής της προσωπικότητας της καθώς και μισθούς υπερημερίας (για το διάστημα από 01.07.2012 έως 31.12.2012, ως πιθανολογούμενη ημερομηνία συζήτησης της υπό κρίση αγωγής), επικουρικά δε και σε περίπτωση που δεν ήθελε κριθεί άκυρη η καταγγελία ποσό 1718.32€ προς συμπλήρωση της οφειλόμενης σε αυτή αποζημίωσης απόλυσης. Επικουρικά, σε περίπτωση που θεωρηθεί άκυρη η σύμβαση εργασίας της, ζητούσε να υποχρεωθεί η αντίδικος της να της καταβάλει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 904 του ΑΚ. τα ίδια ποσά, κατά τα οποία αυτή έγινε σε βάρος της πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, αφού κατά τους ισχυρισμούς της, οποιονδήποτε άλλον και αν απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, με τα ίδια προσόντα στο ίδιο χρονικό διάστημα για την ίδια εργασία με τους αυτούς όρους και συνθήκες, θα ήταν υποχρεωμένη να τα καταβάλει, δ) να απειληθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους ως μέσο εκτέλεσης για την είσπραξη του ποσού που τυχόν θα επιδικασθεί. Επικουρικά και σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας μετά της εναγομένης έχει λυθεί, να υποχρεωθεί η τελευταία να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας με την απειλή χρηματικής ποινής 500 Ευρώ και με προσωπική της κράτηση διάρκειας ενός έτους για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης της προς την υποχρέωση της αυτή. Τέλος ζητούσε να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η με αριθ 5782/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά με την οποία κρίθηκε  ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας έλαβε χώρα στις 30.6.2012 χωρίς προειδοποίηση και είναι άκυρη λόγω ελλιπούς καταβολής αποζημίωσης με περαιτέρω συνέπεια να επιδικάσει για μισθούς υπερημερίας ποσό 5891,40 ευρώ καθώς και αποζημίωση για εργασία παρεχόμενη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας της. Κατά της απόφασης αυτής η εναγομένη παραπονείται  σήμερα με την υπό κρίση έφεσή της και ζητεί την εξαφάνισή της για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου και κακή εκτίμηση των αποδείξεων με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση, πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, των με αριθμούς ……….., ……. και ………/22.10.2012 817 ενόρκων βεβαιώσεων των …………………, ………………….. και ………………….., αντίστοιχα, που ελήφθησαν με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης των εναγομένων, κατ’ αρθρ. 671 παρ.1 ΚΠολΔ (βλ. την με αριθμό …………….21.09.2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), την υπ’ αριθ ………../2014 ένορκη βεβαίωση της Ειρηνοδίκου που λήφθηκε νομότυπα (671 ΚΠολΔ) μετά προηγούμενη κλήτευση της ενάγουσας και προσκομίζεται παραδεκτά κατά την παρούσα συζήτηση κατ’άρθρ. 527 ΚΠολΔ (αντίθετα οι υπ’ αριθ ……./2014 και ……../2014 ένορκες βεβαιώσεις που λήφθηκαν εξ αφορμής άλλης δίκης ασφαλιστικών μέτρων και προσκομίζονται στην παρούσα συζήτηση το πρώτον δεν λαμβάνονται ούτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων γιατί κατά την κρίση του Δικαστηρίου λήφθηκαν επίτηδες για να χρησιμοποιηθούν στην υπό κρίση υπόθεση (ΑΠ 472/2004 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 624/2004 ΤΝΠ Νόμος) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρία διατηρεί κατάστημα εμπορίας έτοιμων εσωρούχων στην περιοχή ……………. επί της οδού ………………….. Δυνάμει άτυπης σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου που καταρτίσθηκε στις 07.05.2007 η εναγόμενη προσέλαβε την ενάγουσα προκειμένου να την απασχολήσει ως πωλήτρια στο κατάστημα της υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας και δη από Τρίτη έως Σάββατο με οκτάωρο ημερήσιο ωράριο, αντί μηνιαίου μισθού καθοριζόμενου από τις εκάστοτε ισχύουσες ΣΣΕ «για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας».

Από το πρώτο έτος της πρόσληψης της και συγκεκριμένα από το μήνα Νοέμβριο του έτους 2007 έως και την ημερομηνία απόλυσης της πλην του διαστήματος από Μάιο έως Σεπτέμβριο του έτους 2010, η ενάγουσα παρείχε την εργασία της επιπλέον και την ημέρα της Δευτέρας από τις 09.00 έως και τις 15:00 κατά παράβαση του πενθήμερου συστήματος εργασίας. Το γεγονός αυτό καταθέτουν άπαντες οι ενόρκως βεβαιούντες, οι οποίοι είναι κάτοικοι της περιοχής και πελάτες της επίδικης επιχείρησης (πλην του ………………… ο οποίος τυγχάνει σύντροφος της ενάγουσας), και αναφέρουν ότι όλες τις ώρες και ημέρες της εβδομάδος που το κατάστημα λειτουργούσε η ενάγουσα ήταν πάντα εκεί. Ο ισχυρισμός του μάρτυρα ανταπόδειξης ότι η ενάγουσα αποκλείεται να εργαζόταν τη Δευτέρα επειδή εκείνη την ημέρα εργαζόταν η εναγόμενη και πήγαινε και ο γιος της ο ………………….. να βοηθήσει τη μητέρα του, δεν κρίνεται αληθής για το λόγο ότι ο μάρτυρας αναφέρει ότι το διαπίστωσε αυτό επειδή πήγαινε στο μαγαζί δυο – τρεις φορές την εβδομάδα χωρίς να προσδιορίζει περαιτέρω ούτε ποιες ημέρες ούτε ποιες ώρες επισκεπτόταν αυτός το κατάστημα. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι και ο ίδιος εργαζόταν ως ιδιωτικός υπάλληλος, σε αντίθεση με τις ενόρκως βεβαιούσες …………………….και …………., οι οποίες αμφότερες είναι άνεργες, δε θα μπορούσε να επισκέπτεται λόγω της εργασίας του κατά την ημέρα της Δευτέρας το κατάστημα τις πρωινές ώρες, πλην όμως οι ώρες λειτουργίας των καταστημάτων τη συγκεκριμένη ημέρα είναι μόνο πρωινές. Όπως προέκυψε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, η ενάγουσα για την ημέρα της Δευτέρας δεν έπαιρνε αμοιβή κι ως εκ τούτου δικαιούται να λάβει από την εναγομένη για την ως άνω αιτία τα κάτωθι ποσά: Για το χρονικό διάστημα από 01.11.2007 έως 31.12.2007 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 255,42 Ευρώ (ήτοι (787,66 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 4.73 Ευρώ το (ωρομίσθιο X 6 ώρες X 9 Δευτέρες = 255.42 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2008 έως 31.07.2008 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 874,8 Ευρώ ήτοι (810 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 4,86 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 (ώρες X 30 Δευτέρες =        874,8 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.08.2008 έως 29.08.2008 η ενάγουσα δεν εργάστηκε όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες καταστάσεις χορηγήσεως αδειών κι ως εκ τούτου το αιτούμενο ποσό των 29.34 Ευρώ θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμο. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2008 έως 31.12.2008 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 546,48 Ευρώ {ήτοι (843,76 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,06 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 18 Δευτέρες = 546,48 Ευρώ]. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2009 έως 31.07.2009 (πλην των ημερών της Δευτέρας του μήνα Αυγούστου, τις οποίες η ενάγουσα συνυπολογίζει πλην όμως όπως προκύπτει από τις καταστάσεις χορηγήσεως αδειών αυτή είχε λάβει άδεια από 01.08.2009 έως 26.09.2009) δικαιούτο να λάβει το ποσό των 993.24 Ευρώ (ήτοι (889,48 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 5.34 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 31 Δευτέρες = 993,24 Ευρώ). Κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2009 έως 30.04.2010 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 1176 Ευρώ {ήτοι (933,95 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,60 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 34 Δευτέρες = 1176 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.2010 έως 31.12.2010 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 567.84 Ευρώ {ήτοι (933,95 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,60 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 13 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 567,84 Ευρώ}. Κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2011 έως 30.06.2011 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 1182.32 Ευρώ {ήτοι (97,1.31 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 X 6 / 40 =) 5,83 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 26 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 1182,32 Ευρώ). Κατά το χρονικό διάστημα από 01.07.2011 έως 30.09.2011 (πλην τον ημερών της Δευτέρας του μήνα Αυγούστου, τις οποίες η ενάγουσα συνυπολογίζει πλην όμως όπως προκύπτει από τις καταστάσεις χορηγήσεως αδειών αυτή είχε λάβει άδεια από 01.08.2011 έως 31.08.2011) δικαιούτο να λάβει το ποσό των 367,53 Ευρώ {ήτοι (981.86 Ευρώ ο νόμιμος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40=) 5,89 Ευρώ το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 8 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 367.53 Ευρώ). Κατά το χρονικό διάστημα από 01.10.2011 έως 31.05.2012 δικαιούτο να λάβει το ποσό των 1607,97 Ευρώ {ήτοι (981.90 Ευρώ ο καταβαλλόμενος μηνιαίος μισθός / 25 Χ6 / 40 =) 5,89 Εύρο το ωρομίσθιο X 6 ώρες X 35 Δευτέρες + 30% προσαύξηση = 1607.97 Ευρώ}. Συνολικά, επομένως, οφείλεται στην ενάγουσα για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα το ποσό των 7.571,6 Ευρώ (= 255,42 + 874.8 + 546.48 + 993.24 + 1 176 + 567,84 +1182,32+367,53 + 1607,97) το οποίο δικαιούται εφόσον η ενάγουσα εργάστηκε σε επιχείρηση που εφαρμόζεται η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας και 6η ημέρα την εβδομάδα, η απασχόληση της την ημέρα αυτή είναι άκυρη, αφού πρόκειται για εργασία παρεχομένη εκτός των ημερών της εβδομαδιαίας εργασίας, ήτοι σε ημέρα ανάπαυσης, και δικαιούται γι αυτήν αποζημίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (αρθρ. 904 επ. ΑΚ), που είναι ίση με το ποσό που η αιτούσα – εργοδότης θα κατέβαλε σε άλλο εργαζόμενο που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας κατά τις ως άνω ημέρες και υπό τις ίδιες συνθήκες με την καθ’ ης που εργάστηκε άκυρα κατ’ αυτές, κατά το οποίο και αυτή πλούτισε (ΑΠ 66/2007 ΕΕργΔ 2007.1234, ΑΠ 804/2003 ΕΕργΔ 2003.1350, ΑΠ 659/2003 ΕλΔνη 2004.1640, ΕφΛαμ 8/2010 δημ στην ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ»). Σημειώνεται δε εδώ ότι ο ισχυρισμός της εκκαλούσας που αποτελεί και ξεχωριστό λόγο έφεσης περί εσφαλμένου υπολογισμού της αποζημίωσης για την έκτη ημέρα εργασίας της ενάγουσας είναι αβάσιμος και πρέπει ν’ απορριφθεί εφόσον αυτός (υπολογισμός) έγινε με την εκκαλουμένη απόφαση όπως αναλυτικά αναφέρθηκε παραπάνω με βάση τις αποδοχές που καθορίζουν οι οικείες ΣΣΕ και νόμοι για τους υπαλλήλους εμπορικών επιχειρήσεων (βλ ΣΣΕ 30/7/2008 και αρθρ 8 του ν 3846/2010) σε συνδυασμό με τα προσόντα της ενάγουσας (προϋπηρεσία κ.λπ.) που δεν αμφισβητεί ειδικότερα η εναγομένη-εκκαλούσα.

Στη συνέχεια η εκκαλούσα ισχυρίζεται με ξεχωριστό (πρώτο) λόγο έφεσης ότι η ίδια κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της καθ’ ης στις 30-6-2012, αφού προηγουμένως την είχε εγγράφως προειδοποιήσει στις 30-4-2012, με συνέπεια η οφειλόμενη αποζημίωση, που υπολογίζεται στο ήμισυ της αποζημίωσης που οφείλεται για καταγγελία χωρίς προειδοποίηση, να ανέρχεται στο ποσό των 1.718,33 ευρώ, κατ’ εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1 και 3 ν. 2112/1920, 4 του ν. 3198/1955 και 74 παρ. 2 περ. Β ν. 3863/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 5 ν. 3899/2010, πλην όμως η εκκαλουμένη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, άλλως κατά κακή εκτίμηση των αποδείξεων, έκρινε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καθ’ ης έλαβε χώρα στις 30-6-2012 χωρίς προειδοποίηση και είναι άκυρη λόγω ελλιπούς καταβολής αποζημίωσης, αφού η ίδια (αιτούσα) κατέβαλε το ποσό των 1.718,33 ευρώ, αντί του ποσού των 3.436,65 ευρώ που όφειλε δήθεν να καταβάλει, με περαιτέρω συνέπεια να επιδικάσει στην καθ’ ης εσφαλμένα για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 5.891,40 ευρώ. Επικουρικά δε, η αιτούσα ισχυρίζεται ότι αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι η καθ’ ης δικαιούνταν την αποζημίωση της καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση, έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η καταβολή της ελλιπούς αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή της πλάνη, καθώς και ότι δεν επήλθε ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά η καθ’ ης δικαιούται τη συμπλήρωση της αποζημίωσης κατά το ποσό των 1.718,33 ευρώ. Και ο λόγος έφεσης αυτός όμως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί διότι σύμφωνα με το άρθρο 74 παρ. 2 του ν. 3863/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 του ν. 3 899/2010 και ίσχυε κατά το χρόνο καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, σύμβαση μισθωτού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα μηνών, δύναται να καταγγελθεί κατόπιν προηγούμενης έγγραφης προειδοποίησης του εργοδότη ως εξής: α) … β) … γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) χρόνια συμπληρωμένα έως δέκα (10) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών πριν την απόλυση. Εργοδότης ο οποίος δεν κάνει χρήση της δυνατότητας έγγραφης προειδοποίησης καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των νόμων 2112/1920 (ΦΕΚ 67 Α’) και 3198/1955 (ΦΕΚ 98 Α’). Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφως τον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικίες διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 για τα χρόνια εργασίας που έχει συμπληρώσει ο απολυόμενος, σε περίπτωση καταγγελίας κατόπιν προειδοποίησης. Στην προκειμένη περίπτωση από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα από την έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της καθ’ ης, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η εκκαλούσα-εναγομένη κατήγγειλε εγγράφως την ένδικη σύμβαση εργασίας στις 30-6-2012, χωρίς όμως να προκύπτει προηγούμενη έγγραφη προειδοποίηση της καθ’ ης προ τριμήνου, όπως απαιτείται σύμφωνα με τις παραπάνω αναγραφόμενες διατάξεις, αφού στο κείμενο της παραπάνω έγγραφης καταγγελίας έχει απλώς σημειωθεί ως ημερομηνία προειδοποίησης η 30-4-2012, χωρίς όπως να προκύπτει ότι πράγματι τηρήθηκε ο απαιτούμενος έγγραφος τύπος της προειδοποίησης, ούτε τούτο πιθανολογείται από άλλο αποδεικτικό μέσο. Επομένως, η εκκαλούσα όφειλε να καταβάλει πλήρη αποζημίωση προς την καθ’ ης, η οποία ανέρχονταν στο ποσό των 3.436,65 ευρώ.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 5 παρ. 1, 3 του ν. 3198/1955, 1 και 3 του ν. 2112/1920 προκύπτει ότι, για να είναι έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τον εργοδότη πρέπει να καταβληθεί συγχρόνως η οφειλόμενη αποζημίωση. Η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημίωσης ή αλλιώς η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας είτε, παραιτούμενος από το δικαίωμα προσβολής της καταγγελίας ως άκυρης, να ζητήσει την καταβολή του υπολοίπου της αποζημίωσης. Όμως, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 200, 288 και 342 ΑΚ, δεν επέρχεται ακυρότητα της καταγγελίας και ο εργοδότης δεν γίνεται υπερήμερος, αν προκύπτει από συγκεκριμένες συνθήκες ότι η μη καταβολή ή η καταβολή ελλιπούς αποζημίωσης απόλυσης είναι δικαιολογημένη κατά τις αρχές της καλής πίστης και δεν προκύπτει από κακοβουλία, αλλά οφείλεται σε εύλογη αμφιβολία ή συγγνωστή πλάνη ή παραδρομή ως προς το ακριβές ποσό της αποζημίωσης. Ο εργοδότης μπορεί να προβάλει κατ’ ένσταση και να αποδείξει τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά, οπότε το κύρος της καταγγελίας διασώζεται και ο μισθωτός δύναται να ζητήσει μόνο την καταβολή ή τη συμπλήρωση της ελλιπούς αποζημίωσης. Σύμφωνα με τη θεωρία και την πάγια νομολογία, ο ισχυρισμός περί συγγνωστής πλάνης θεμελιώνει καταλυτική ένσταση του εναγομένου εργοδότη κατά της αγωγής του εργαζομένου με την οποία διώκεται η αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας εξαιτίας μη καταβολής ή καταβολής ελλιπούς αποζημίωσης (ΑΠ 985/2011 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 311/2010 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 748/2010 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 194/2009 ΔΕΕ 2010. 493, ΑΠ 1320/2010 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 90/2009 ΔΕΝ 2009. 902, ΑΠ 194/2009 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 1033/2008 ΔΕΝ 2009. 215, ΑΠ 468/2007 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠΊ160/2007 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 1691/2007 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 1208/2005 ΕλλΔνη 47. 142, ΕφΑιγ 99/2011 ΤΝΠ NOMOS, ΕφΑΟ 17/2005 ΕλλΔνη 46. 553).

Εξάλλου, είναι απαράδεκτη η για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, προβολή από τον εκκαλούντα πραγματικών ισχυρισμών που αποτελούν ενστάσεις ή αντενστάσεις, εκτός αν αυτοί γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 527 στ. 2 ΚΠολΔ, ή συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 παρ. 2 ΚΠολΔ., μεταξύ των οποίων, αν αυτοί αποδεικνύονται με δικαστική ομολογία του αντιδίκου η αποδεικνύονται εγγράφως και το δικαστήριο κρίνει ότι ο διάδικος δεν γνώριζε ούτε μπορούσε να έχει πληροφορηθεί εγκαίρως την ύπαρξη των εγγράφων (όλως ενδεικτικώς ΑΠ 1320/2010 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 1691/2007 ΤΝΠ NOMOS, ΑΠ 468/2007 ΤΝΠ NOMOS).

Στην προκειμένη περίπτωση, η εκκαλούσα ισχυρίζεται επικουρικά ότι αν ήθελε να γίνει δεκτό ότι η ενάγουσα δικαιούνταν την αποζημίωση της καταγγελίας χωρίς προειδοποίηση έπρεπε να γίνει δεκτό ότι η καταβολή της ελλιπούς αποζημίωσης οφείλεται σε συγγνωστή της πλάνη και η ενάγουσα δικαιούται σε συμπλήρωση αυτής. Η καταλυτική αυτή ένσταση περί συγγνωστής πλάνης που προβάλλει το πρώτον ενώπιον Σας η εκκαλούσα (η άνω ένσταση δεν είχε προβληθεί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου-ίδετε τα, ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη, πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και τις πρωτόδικες προτάσεις της εκκαλούσας), προβάλλεται απαραδέκτως, χωρίς να τηρηθεί ο νόμος και η δικονομική τάξη, που απαγορεύει την προβολή στην κατ’ έφεση δίκη πραγματικών ισχυρισμών που δεν προτάθηκαν πρωτοδίκως. Εξάλλου, δεν συντρέχουν ούτε οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 παρ 2 ΚΠολΔ, καθώς ο ισχυρισμός περί δήθεν συγγνωστής πλάνης της εκκαλούσας γεννήθηκε πριν την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την επίδοση ήδη της αγωγής στην εκκαλούσα οπότε έλαβε γνώση όλων των ισχυρισμών της ενάγουσας, ούτε συντρέχει όμως κάποια από τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος στο άρθρο 269 παρ 2 ΚΠολΔ. Δεν επικαλείται άλλωστε ούτε η ίδια η εκκαλούσα τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 527 παρ 2 ΚΠολΔ. Επομένως, ο ισχυρισμός της αιτούσας περί δήθεν συγγνωστής πλάνης, ως προς το ύψος της αποζημίωσης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος. Τα ίδια επομένως που έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με την εκκαλουμένη απόφασή του έκρινε την ένδικη καταγγελία και επιδίκασε στην ενάγουσα τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά ως αποζημίωση καθώς και αποζημίωση για την έκτη ημέρα της εβδομάδας εργασίας της δεν έσφαλε ως προς την ορθή εφαρμογή του νόμου και την σωστή εκτίμηση των αποδείξεων γι’αυτό πρέπει ν’ απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης καθώς και η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της. Τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης πρέπει να επιδικαστούν σε βάρος της εκκαλούσας λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 ΚΠολΔ) για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό της μέρος ΚΑΙ

Απορρίπτει αυτήν κατά το ουσιαστικό της μέρος

Επιβάλλει σε βάρος της εκκαλούσας τα δικαστικά έξοδα της εφεσίβλητης τα οποία ορίζει σε τετρακόσια (400) ευρώ για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στον Πειραιά σε έκτακτη, δημόσια στο ακροατήριό του συνεδρίαση, στις 15 Ιανουαρίου 2015, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων τους δικηγόρων.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies