Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Απόλυση εργαζομένης σε κατάσταση εγκυμοσύνης χωρίς σπουδαίο λόγο. Μη νόμιμο το αίτημα περί καταβολής αποζημίωσης λόγω στέρησης επιδομάτων ασθενείας και λοχείας εφόσον η καταβολή των εν λόγω επιδομάτων δεν συνδέεται αιτιωδώς με την συμπεριφορά της εναγομένης-εργοδότριας. Απορριπτέοι ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι οι ισχυρισμοί της εναγομένης ότι είχαν διατυπωθεί παράπονα σε βάρος της ενάγουσας εργαζομένης κατά την εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων της από διάφορους πελάτες, καθόσον η εναγομένη δε προέβαλε την σχετική ένσταση αναπτυχθείσα προφορικώς και καταχωρηθείσα στα πρακτικά του δικαστηρίου. Η άρνηση της εναγομένης-εργοδότριας να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, παρά την προσχηματική εξώδικη δήλωση για επάνοδο στην εργασία της ήταν παράνομη με συνέπεια να έχει περιέλθει σε υπερημερία εργοδότη. Προσβολή προσωπικότητας. Χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αναγνωρίζεται η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Αποδοχές υπερημερίας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 8.476,90 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης
100/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή, Μαρία Τσακίρη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διεύθυνσης του Πρωτοδικείου, και από την Γραμματέα, Γεωργία Μαρούσου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20-11-2019, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: …………., φέρουσας Α.Φ.Μ. ……….…, κατοίκου ……………, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Δημήτριου Βλαχόπουλου (Α.Μ. ΔΣΑ 029922).
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ……………., φέρουσας Α.Φ.Μ. ………….., κατοίκου ………………, η οποία παραστάθηκε στο Δικαστήριο διά της πληρεξούσιας δικηγόρου της, Δέσπως Στεφάνου-Καμούτση (Α.Μ. ΔΣΑ 011252).
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 18-1-2019 αγωγή της, που κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου με αριθμό κατάθεσης δικογράφου ……../………/2019, προσδιορίστηκε να συζητηθεί αρχικά κατά τη δικάσιμο της 22-3- 2019, και, κατόπιν νόμιμης αναβολής, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 15 παρ. 1 ν. 1483/1984 «Απαγορεύεται και είναι απόλυτα άκυρη η καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας εργαζόμενης από τον εργοδότη της, τόσο κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της όσο και για το χρονικό διάστημα δεκαοκτώ (18) μηνών μετά τον τοκετό ή κατά την απουσία της για μεγαλύτερο χρόνο, λόγω ασθένειας που οφείλεται στην κύηση ή τον τοκετό, εκτός εάν υπάρχει σπουδαίος λόγος για καταγγελία. Η προστασία από την καταγγελία της σύμβασης ή σχέσης εργασίας ισχύει τόσο έναντι του εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται, χωρίς να έχει προηγουμένως απασχοληθεί αλλού, πριν συμπληρώσει δεκαοκτώ (18) μήνες από τον τοκετό ή το μεγαλύτερο χρόνο που προβλέπεται στην παρούσα, όσο και έναντι του νέου εργοδότη, στον οποίο η τεκούσα προσλαμβάνεται και μέχρι τη συμπλήρωση των ανωτέρω χρόνων. Ως σπουδαίος λόγος δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ενδεχόμενη μείωση της απόδοσης στην εργασία της εγκύου που οφείλεται στην εγκυμοσύνη». Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 π.δ. 176/1997 «Προκειμένου να εξασφαλισθεί στις εργαζόμενες γυναίκες κατά την έννοια του άρθρου 2, η άσκηση των δικαιωμάτων προστασίας της ασφάλειας και της υγείας τους, τα οποία αναγνωρίζονται στο παρόν άρθρο, προβλέπεται ότι: 1. Απαγορεύεται η καταγγελία της σχέσης εργασίας των εργαζομένων γυναικών, κατά την έννοια του άρθρου 2, σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984. 2. Σε περίπτωση καταγγελίας της σχέσης εργασίας εφόσον υπάρχει σπουδαίος λόγος σύμφωνα με το άρθρο 15 του ν. 1483/1984, ο εργοδότης οφείλει να αιτιολογήσει δεόντως την καταγγελία γραπτώς και να προβεί σε σχετική κοινοποίηση και προς τις αρμόδιες υπηρεσίες επιθεώρησης εργασίας των Νομαρχιακών Αυτοδιοικήσεων». Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει αφενός μεν ότι η προστασία από αυτές παρέχεται στην εργαζόμενη έγκυο γυναίκα ανεξάρτητα από την εκ μέρους του εργοδότη γνώση της εγκυμοσύνης της, αφετέρου δε ότι η παράλειψη του εργοδότη να αναγγείλει τη γενόμενη καταγγελία της σύμβασης δεν επιφέρει την ακυρότητα αυτής. Το έγκυρο της καταγγελίας, εφόσον έχει καταβληθεί και η νόμιμη αποζημίωση, συναρτάται με το λόγο που επικαλείται ο εργοδότης, ήτοι από το αν αυτός κριθεί σπουδαίος. Ως σπουδαίος λόγος για την καταγγελία θεωρούνται ένα ή περισσότερα περιστατικά, τα οποία κατ’ αντικειμενική κρίση καθιστούν κατά τη συναλλακτική καλή πίστη μη ανεκτή από τον εργοδότη την εξακολούθηση της εργασιακής σχέσης, ανεξαρτήτως από την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος εκείνου κατά του οποίου γίνεται η καταγγελία. Σημειώνεται, δε, ότι η καλή πίστη δεν απαιτεί με κάθε τίμημα και θυσία ή ανοχή της εργαζόμενης μέχρι τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών, αλλά θέτει ορισμένα όρια ανοχής, η υπέρβαση των οποίων δικαιολογεί την απαλλαγή από τη συμβατική δέσμευση. Το όριο της θυσίας το οποίο μπορεί ή δεν μπορεί να αξιωθεί ορίζεται από το δικαστήριο στη συγκεκριμένη περίπτωση, ύστερα από ειδική εκτίμηση των ειδικών συνθηκών και τη στάθμιση των συγκρουόμενων συμφερόντων των μερών, αφού ληφθεί υπόψη ότι η σύμβαση εργασίας δημιουργεί σχέση προσωπικής συνεργασίας και αμοιβαίας εμπιστοσύνης, η έλλειψη των οποίων συνεπάγεται την ακαταλληλότητα της εργαζόμενης για την εργασία που συμφωνήθηκε. Έτσι η ουσιώδης παράβαση των υποχρεώσεων αποτελεί σπουδαίο λόγο καταγγελίας, χωρίς να απαιτείται αναγκαίος και υπαιτιότητα. Αρκεί και ένα μόνο περιστατικό, το οποίο, αντικειμενικούς θεωρούμενο, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, καθιστά μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της εργασιακής σχέσης για τον εργοδότη. Η ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της εγκύου εργαζομένης αποτελεί περιεχόμενο ένστασης του εργοδότη που ενάγεται για την καταβολή αποδοχών υπερημερίας λόγω της για την αιτία αυτή ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ 954/2018, ΤΝΠ Νόμος).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα εκθέτει, μεταξύ άλλων, με την κρινόμενη αγωγή της, ότι, την 20-9-2017, προσλήφθηκε από την εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως πωλήτρια, στην ατομική επιχείρηση εμπορίας γυναικείων ειδών που διατηρεί η εναγομένη στην ………, επί της …………., υπό πλήρες ωράριο (40 ώρες εβδομαδιαίως) και υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, αμειβόμενη με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό, ύψους 586,08 ευρώ. Ότι, τον Φεβρουάριο του έτους 2018, η ίδια πληροφορήθηκε ότι ήταν έγκυος και ότι αμέσως γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στην εναγόμενη εργοδότριά της. Ότι, εξαιτίας του γεγονότος ότι στις 30-7-2018 διαγνώσθηκε με διαλείπουσα κολπική αιμόρροια, χρήζουσα αναρρωτικής άδειας, χρονικού διαστήματος από 30-7-2018 έως 23-8-2018, ενώ στις 23-8-2018 εκκινούσε η άδεια κυοφορίας της, αξίωσε από την εναγομένη να της χορηγήσει βεβαίωση διακοπής εργασιών και αποχής από την εργασία της, προκείμενου να λάβει από τον οικείο ασφαλιστικό της φορέα το προβλεπόμενο εκ του νόμου επίδομα ασθενείας, καθώς και το επίδομα κυοφορίας. Ότι, στις 10-9-2018, η εναγομένη αρνήθηκε να της χορηγήσει την εν λόγω βεβαίωση, καλώντας την να υπογράψει έντυπο οικειοθελούς αποχώρησης. Ότι η ίδια προσέφυγε, στις 12-9-2018, στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας, διαμαρτυρόμενη για την προαναφερόμενη συμπεριφορά της εναγομένης. Ότι η εναγομένη, διά της από 17-10-2018 εξώδικής δήλωσης-πρόσκλησής της, την κάλεσε να προσέλθει προς εργασία, αν και η ίδια βρισκόταν σε άδεια λοχείας, αξιώνοντας παράλληλα την καταβολή αποζημίωσης ύψους 15.000,00 ευρώ, επικαλούμενη ψευδώς αντισυμβατική εκ μέρους της συμπεριφορά, ισχυρισμό που επανέλαβε και ενώπιον των αρμόδιων οργάνων της επιθεώρησης εργασίας, ενώ, στις 6-11-2018, της κοινοποίησε έγγραφο με το οποίο επικαλείτο την οικειοθελή αποχώρησή της από την ανωτέρω εργασία. Ότι η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγομένης συνιστά άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, που επήλθε στις 7-11-2018. Ότι η ένδικη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ήταν άκυρη, διότι έγινε αποκλειστικώς εξαιτίας της κατάστασης εγκυμοσύνης της, χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, και από προφανή εκδικητικότητα της εναγομένης, λόγω της προσφυγής της στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας. Ότι, εξαιτίας της προπεριγραφόμενης παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς της εναγομένης στερήθηκε του επιδόματος ασθενείας της, ύψους 586,00 ευρώ, καθώς και του επιδόματος κυοφορίας της, ύψους 1.382,96 ευρώ, ήτοι ζημιώθηκε κατά το ποσό των 1.968,96 (586,00+1.382,96) ευρώ. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζητεί, μετά το νόμιμο ποσοτικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της, με προφορική δήλωσή του πληρεξούσιου δικηγόρου της, καταχωρηθείσα στα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, που επανέλαβε με τις έγγραφες προτάσεις της (άρθρα 223, 295 αρ. 1, 297 ΚΠολΔ), κυρίως από την έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της (ΑΚ 648 επ.), άλλως και επικουρικώς, σύμφωνα με τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις του Αστικού Κώδικα (904 επ.), να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 7-11-2018 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της εκ μέρους της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, υπό την απειλή χρηματικής ποινής ποσού πεντακοσίων (500,00) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της στη σχετική διάταξη της εκδοθησόμενης απόφασης και να υποχρεωθεί η εναγομένη, με την έκδοση προσωρινά εκτελεστής απόφασης, να της καταβάλει, το συνολικό ποσό των επτά χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και εννέα λεπτών (7.476,09), ως αποδοχές υπερημερίας, χρονικού διαστήματος από 8-11-2018 έως 7-11-2019, επίδομα Χριστουγέννων 2018 και επίδομα Πάσχα 2019, όπως τα ποσά αυτά εξειδικεύονται ειδικότερα στο κρινόμενο δικόγραφο, άλλως και επικουρικώς, ήτοι σε περίπτωση που ήθελε υποτεθεί ότι απολύθηκε εγκύρως, η ενάγουσα ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των χιλίων τριακοσίων εξήντα επτά ευρώ και πενήντα δύο λεπτών (1.367,52), ως αποζημίωση απόλυσης, όλα, δε, τα ανωτέρω ποσά νομιμοτόκως από τότε που έκαστο αγωγικό κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό (δήλη ημέρα, άρθρα 341, 345 και 655 εδ. α ΑΚ), άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγομένη να της αποδώσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια, η ποιότητα της εργασίας της και η διαγωγή της, υπό την απειλή χρηματικής ποινής ύψους 300,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης στην εκδοθησόμενη απόφαση. Περαιτέρω, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των χιλίων εννιακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και ενενήντα έξι λεπτών (1.968,96), ως αποζημίωση λόγω στέρησης του επιδόματος ασθενείας και κυοφορίας, καθώς και το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη από τις συνθήκες της άκυρης (παράνομης και υπαίτιας) απόλυσής της, επιφυλασσόμενη να δηλώσει παράσταση πολιτικής αγωγής ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για το ποσό των σαράντα τεσσάρων (44) ευρώ, τα ανωτέρω, δε, ποσά με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Τέλος, ζητεί να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδά της. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, η οποία ασκήθηκε παραδεκτώς εντός της τρίμηνης και εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ. 1 και 2 ν. 3198/1955 (άρθρα 279, 280 ΑΚ) αναφορικά, αντιστοίχως, με τα αγωγικά κονδύλια αποδοχών υπερημερίας και αποζημίωσης απόλυσης, όπως αποδεικνύεται από την υπ’ αρ. ……/23-1-2019 προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, και με επικαλούμενο από την ενάγουσα ως χρόνο άκυρης απόλυσής της από την εναγομένη, την 7-11-2018, αρμοδίως εισάγεται, καθ’ ύλη και κατά τόπο, προκειμένου να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, και 22 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 αρ. 3, 621 και 622 ΚΠολΔ), και είναι ορισμένη, κατ’ άρθρο 216 αρ. 1 ΚΠολΔ, και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 281, 340, 341, 345, 346, 353, 648 επ., 655, 656, 904 επ. ΑΚ, 15 παρ. 1 ν. 1483/1984, 10 π.δ. 176/1997, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 3, 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 και 5 του ν. 3198/1955 (για την αποζημίωση απόλυσης), 70, 176, 191 αρ. 2 ΚΠολΔ, πλην α) του αιτήματος περί παροχής πιστοποιητικού εργασίας, επιχειρούμενο να θεμελιωθεί στη διάταξη του άρθρου 678 ΑΚ, που κρίνεται απορριπτέο ως απαράδεκτο λόγω αοριστίας, εφόσον η ενάγουσα δεν επικαλείται ότι αξίωσε πράγματι από την εναγομένη την παροχή του εν λόγω πιστοποιητικού και ότι η τελευταία της το αρνήθηκε (βλ. ΑΠ 667/2012, ΕφΠειρ. 595/2018, ΤΝΠ Νόμος), καθώς και β) του αιτήματος περί καταβολής αποζημίωσης ύψους 1.968,96 ευρώ, λόγω στέρησης των επιδομάτων ασθενείας και λοχείας, που κρίνεται απορριπτέο ως μη νόμιμο, εφόσον η μη καταβολή των εν λόγω επιδομάτων δεν συνδέεται αιτιωδώς με την προπεριγραφόμενη συμπεριφορά της εναγομένης, λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εν λόγω επιδόματα καταβάλλονται στην ενάγουσα-εργαζόμενη από τον οικείο ασφαλιστικό της φορέα, κατόπιν έκδοσης σχετικής απόφασης αρμόδιου οργάνου του, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης της ενάγουσας, διά της προσκόμισης σχετικών δικαιολογητικών εγγράφων, την υποβολή της οποίας, μετά των εγγράφων αυτών, η ενάγουσα ουδόλως αναφέρει στο κρινόμενο δικόγραφο. Ενόψει των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή, κατά τη συζήτηση της οποίας, ο παρασταθείς πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας προσκόμισε το με αριθμό Π…………/2019 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α., ενώ η παρασταθείσα πληρεξούσια δικηγόρος της εναγομένης προσκόμισε, αντιστοίχως, το με αριθμό Π…………/2019 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του Δ.Σ.Α., για το παραδεκτό της κατάθεσης προτάσεων και της παράστασής τους, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 4 του ν.4194/2013 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ. 8 περ. γ’ του ν.4205/2013), κατά το μέρος που κρίθηκε ορισμένη και νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι, για το καταψηφιστικό αίτημα αυτής, δεν απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου μετά προσαυξήσεων υπέρ τρίτων (άρθρα 14 παρ. 1 α’ ΚΠολΔ και 71 ΕισΝΚΠολΔ).
Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ένας από κάθε πλευρά, που εξετάστηκαν ενώπιον του ακροατηρίου του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και από το σύνολο ίων επικαλούμενων και προσκομιζόμενων εκ μέρους των διαδίκων εγγράφων, λαμβανομένης υπόψη της υπ’ αρ. ………./6-3-2019 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα της ενάγουσας, ……………, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, η οποία λήφθηκε νομίμως, ήτοι, προ δύο (2) τουλάχιστον εργάσιμων ημερών κλήτευσης της αντιδίκου της (άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ), όπως απoδεικνύεται από τη με ημερ. 18-1-2019 κλήση της ενάγουσας, ενσωματωμένη στο κρινόμενο δικόγραφο, σε συνδυασμό με τη με αριθμό ………/23-1-2019 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, χωρίς, ωστόσο, να λαμβάνονται υπόψη οι προσκομιζόμενες εκ μέρους της εναγομένης υπεύθυνες δηλώσεις, κατ’ άρθρο 8 του ν. 1599/1986, των μαρτύρων ………….., ……………….. και …………….., εφόσον η πρώτη εξ αυτών, συνταχθείσα άνευ ημερομηνίας, καθώς και η δεύτερη εξ αυτών, συνταχθείσα στις 15-11-2019, συντάχθηκαν για να χρησιμοποιηθούν στο πλαίσιο της παρούσας δίκης (βλ. ΑΠ 6/2019, ΤΝΠ Νόμος), ενώ την τρίτη εξ αυτών δεν την επικαλείται η ενάγουσα νομίμως, κατ’ άρθρο 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, με τις έγγραφες προτάσεις της, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε, στις 20-9-2017, με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως πωλήτρια, στην ατομική επιχείρηση εμπορίας γυναικείων ειδών, που διατηρεί η εναγόμενη εργοδότρια στην …………., επί της ………………, υπό πλήρες ωράριο (40 ώρες εβδομαδιαίως) και υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, αμειβόμενη με τον κατώτατο μηνιαίο μισθό, ύψους 586,08 ευρώ, όπως προβλέπει η διάταξη του άρθρου πρώτου παρ. ΙΑ1 υποπαραγρ. ΙΑ.11. παρ. 3 περ. α’ του ν. 4093/2012. Κατά τη διάρκεια της εν λόγω σύμβασης εργασίας, η ενάγουσα κατέστη έγκυος, γνωστοποίησε, δε, το γεγονός αυτό στην εναγόμενη εργοδότριά της, τον Φεβρουάριο του έτους 2018. Η κατάσταση εγκυμοσύνης της ενάγουσας αποτέλεσε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τη μοναδική αιτία για τη μεταβολή της συμπεριφοράς της εναγομένης απέναντι της, ήδη από το χρόνο που πληροφορήθηκε την εγκυμοσύνη της ενάγουσας, εφόσον άμεσα και με σκοπό να εξαναγκαστεί η ενάγουσα σε οικειοθελή αποχώρηση, της ζητήθηκε να απασχολείται ημερησίως με μειωμένο ωράριο. Η εν λόγω συμπεριφορά της εναγομένης συνιστούσε μονομερή βλαπτική μεταβολή ουσιώδους όρου της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας, εφόσον, ναι μεν ο εργοδότης έχει το διευθυντικό δικαίωμα να ρυθμίζει τα θέματα, τα οποία ανάγονται στην οργάνωση και λειτουργία της επιχείρησής του προς επιτυχία των σκοπών της, δεν μπορεί όμως να μεταβάλει μονομερώς, με βλάβη άμεση ή έμμεση, ηθική ή υλική, του εργαζομένου, τους όρους της εργασιακής σχέσης, εκτός αν έχει τέτοιο δικαίωμα από το νόμο ή τη σύμβαση, το οποίο, όμως, υπόκειται στους κατά το άρθρο 281 περιορισμούς. Ειδικότερα και εφόσον δεν προσκομίστηκε έγγραφη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μεταξύ των διαδίκων με βέβαιη χρονολογία, δεν αποδείχτηκε ότι τέτοιο δικαίωμα παρείχετο στην εναγομένη από τη σύμβαση, ήτοι δικαίωμα να μεταβάλει μονομερώς ουσιώδη όρο της επίδικης προφορικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της ενάγουσας και αποκλειστικά για τις ανάγκες της επιχείρησης και εφόσον η πρόταση της εναγομένης αφορούσε στη ρύθμιση του χρόνου εργασίας της ενάγουσας επί το δυσμενέστερο για την τελευταία. Η ενάγουσα αρνήθηκε την μεταβολή αυτή των εργασιακών της συνθηκών, ενώ, τον Ιούλιο του έτους 2018, εμφανίζοντας διαλείπουσα κολπική αιμόρροια, σταμάτησε να προσέρχεται προς εργασία, αξιώνοντας από την εναγομένη να απουσιάσει νομίμως από την εργασία της λόγω ασθενείας, κατά το χρονικό διάστημα από 30-7-2018 έως 23-8-2018, προσκομίζοντας την με αρ. πρωτ. ……../30-7-2018 ιατρική γνωμάτευση του Γενικού Νοσοκομείου Αθηνών «ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ», γνωστοποίησε, δε, στην εναγομένη την πιθανή ημερομηνία τοκετού της (18-10-2018), προσκομίζοντας την από 25-7-2018 ιατρική γνωμάτευση τού προαναφερόμενου νοσοκομείου. Παρά ταύτα, η εναγομένη αρνήθηκε να της χορηγήσει τόσο βεβαίωση διακοπής εργασιών για το χρονικό διάστημα δικαιολογημένης απουσίας της λόγω ασθενείας όσο και βεβαίωση διακοπής εργασιών για το χρονικό διάστημα δικαιολογημένης απουσίας της λόγω κυοφορίας (23-8-2018 έως 18-10-2018). Για τον λόγο, δε, αυτό η ενάγουσα προσέφυγε στο Σώμα Επιθεώρησης Εργασίας, υποβάλλοντας την με αρ. πρωτ. …………/12-9-2018 αίτησή της, διαμαρτυρόμενη για την προπεριγραφείσα συμπεριφορά της εναγομένης. Ακολούθως, η εναγομένη, για λόγους εκδίκησης, κοινοποίησε στην ενάγουσα, η οποία είχε ήδη γεννήσει, στις 9-10-2018, ένα άρρεν τέκνο, την από 17-10-2018 εξώδικη δήλωση, τιτλοφορούμενη «ΕΞΩΔΙΚΗ ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΑ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΜΕ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ» (βλ. σχ. επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 17-10-2018 εξώδικη δήλωση, μετά της με αριθμό ……../25-10-2018 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Γεώργιου Ρίζου), αξιώνοντας από την τελευταία την καταβολή συνολικού χρηματικού ποσού 15.000,00 ευρώ, λόγω περιουσιακής ζημίας και ηθικής βλάβης, οφειλόμενης σε δήθεν αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας, καθώς και την επιστροφή αυτής στην εργασία της, εντός τριών (3) ημερών από την κοινοποίηση του ανωτέρω εγγράφου, ήτοι έως τις 28-10-2018. Κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, η εναγομένη, διά της εν λόγω εξώδικης δήλωσης, κατήγγειλε με προειδοποίηση τη σύμβαση εργασίας της εναγόμενης, χωρίς να ασκεί έννομη επιρροή η επιδοθείσα στην ενάγουσα, στις 7-11-2018, από 6-11-2018 επικαλούμενη και προσκομιζόμενη έγγραφη εξώδικη δήλωση, αφού με την τελευταία επιβεβαιώνεται απλώς η ήδη εκπεφρασμένη και ανέκκλητη βούληση της εναγομένης για τη λύση της προαναφερόμενης σύμβασης εργασίας στις 29-10-2018. Οι ένδικοι, δε, ισχυρισμοί της εναγομένης, ότι είχαν διατυπωθεί παράπονα σε βάρος της ενάγουσας, κατά την εκτέλεση των συμβατικών καθηκόντων της, από διάφορους πελάτες της (εναγομένης) και οι οποίοι κατατείνουν στην απόδειξη σπουδαίου λόγου για την εγκυρότητα της απόλυσης εγκύου εργαζομένης, είναι στο σύνολό τους απορριπτέοι ως απαραδέκτως προβαλλόμενοι, εφόσον η εναγομένη δεν προέβαλε, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, σχετική ένσταση, αναπτυχθείσα προφορικώς και καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατ’ άρθρο 591 παρ. 1 περ. δ’ ΚΠολΔ, σε κάθε, δε, περίπτωση, τυγχάνουν στο σύνολό τους απορριπτέοι ως ουσία αβάσιμοι, εφόσον δεν αποδείχθηκαν από κανένα αξιόπιστο αποδεικτικό μέσο, ενώ, άλλωστε, οι ισχυρισμοί αυτοί της εναγομένης αντιφάσκουν και με τον έτερο ισχυρισμό της, δηλαδή ότι προτάθηκε στην ενάγουσα, με την προαναφερόμενη εξώδική δήλωσή της, να επανέλθει στην εργασία της (ήτοι, παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες των πελατών της εναγομένης και την κακή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της ενάγουσας), εντός χρονικού διαστήματος τριών (3) ημερών από την επίδοση του ανωτέρω εξωδίκου. Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη προέβη σε σχετική κοινοποίηση και προς την αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, ως όφειλε σε τέτοια περίπτωση, λόγω της ιδιότητας της ενάγουσας ως εγκύου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη. Με βάση τα ανωτέρω και εφόσον αποδείχτηκε ότι η εναγομένη τελούσε σε γνώση της κατάστασης εγκυμοσύνης της ενάγουσας, σύμφωνα με τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η απόλυση της ενάγουσας στις 29-10-2008 (πάροδος τριήμερης προθεσμίας), χωρίς σπουδαίο λόγο, δεν επέφερε έννομα αποτελέσματα, ως αντικείμενη στις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1 και 2 του ν. 1483/1984, η δε εφεξής άρνηση της εναγομένης να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας και παρά την προσχηματική εξώδικη δήλωση που της επέδωσε (για επάνοδο στην εργασία της), ήταν παράνομη, με συνέπεια να έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη (άρθρα 349, 350 και 656 ΑΚ) και να έχει την υποχρέωση να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνη θα λάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση της εναγομένης να αποδεχτεί τις υπηρεσίες της και εφόσον οι αποδοχές υπερημερίας δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας του μισθωτού. Ενόψει των ανωτέρω, η ενάγουσα δικαιούται να λάβει για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 8-11-2008 έως 7-11-2009, όπως ζητεί (106 ΚΠολΔ), το ποσό των (586,08 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 12 μήνες=) 7.032,96 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της τελευταίας ημέρας εκάστου μηνός, εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, ενώ περαιτέρω, δικαιούται να λάβει το ποσό των 586,08 ευρώ, ως επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2018, από το οποίο, όμως, η ενάγουσα αξιώνει μόνο το ποσό των 138,69 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τις 31-12- 2018 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθώς και το ποσό των 305,25 ευρώ, ως επίδομα Πάσχα του έτους 2019, με τον νόμιμο τόκο από τις 30-4-2019. Περαιτέρω, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ενάγουσα, από την παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εναγομένης, η οποία, παράλληλα με την απόλυση της ενάγουσας, αξίωσε από την τελευταία, όλως παρελκυστικά και αναιτιολόγητα, την καταβολή χρηματικού ποσού ύψους 15.000,00 ευρώ, υπέστη προσβολή της προσωπικότητάς της, προς αποκατάσταση της οποίας δικαιούται χρηματικής ικανοποίησης, η οποία, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανέρχεται στο ποσό των 1.000,00 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ποσό το οποίο θεωρείται ότι είναι εύλογο, με βάση το είδος της ηθικής βλάβης που υπέστη η ενάγουσα και την βαρύτητα του πταίσματος της εναγομένης (απόλυση εγκύου), την ομαλή εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών της ενάγουσας μέχρι το χρόνο της άκυρης καταγγελίας, την ένδικη συμπεριφορά της εναγομένης, όπως εκτέθηκε ανωτέρω, την ηλικία της ενάγουσας κατά το χρόνο απόλυσής της (29 ετών), την κοινωνική κατάστασή της ενάγουσας ως εργαζόμενης μητέρας και την οικονομική κατάσταση των διαδίκων. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 29-10-2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης και να υποχρεωθεί η τελευταία να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας, επ’ απειλή χρηματικής ποινής ποσού εκατό (100,00) ευρώ, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της στην υποχρέωσή της αυτή, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό χρηματικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και ενενήντα λεπτών (8.476,90), νομιμοτόκως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης αυτής να προξενηθεί σημαντική ζημία στην ενάγουσα, η οποία αποδείχτηκε ότι είναι μισθοσυντήρητη και εξαρτώμενη αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της παρεχόμενης εργασίας της. Γι’ αυτό, πρέπει η παρούσα να κηρυχθεί μερικώς προσωρινά εκτελεστή, κατ’ αποδοχή του σχετικού παρεπομένου αιτήματος της ενάγουσας, ως και ουσιαστικά βάσιμου, για κεφάλαιο και τόκους του προσωρινά εκτελεστού χρηματικού ποσού, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων (άρθρα 908 παρ. 1 εδ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν, κατόπιν αιτήματος της, κατά το λόγο της νίκης και ήττας των διαδίκων, σε βάρος της εναγομένης (άρθρα 106, 178 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την ακυρότητα της από 29-10-2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, εκ μέρους της εναγομένης.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της ενάγουσας με τους όρους της σύμβασης εργασίας της, επ’ απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος της ποσού εκατό (100,00) ευρώ, σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της εναγομένης στην υποχρέωση της να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των οκτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και ενενήντα λεπτών (8.476,90), νομιμοτόκως, όπως ειδικότερα ορίζεται στο σκεπτικό της παρούσας και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση μερικώς προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, για κεφάλαιο και τόκους, ήτοι ως προς το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων (4.000,00) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2020, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.
