Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ειδική παροχή ύψους 176 Ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στους υπαλλήλους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997. Η διαδοχική χορήγηση της εν λόγω παροχής σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, οι οποίοι τελούν υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες, από την απόληψη της ειδικής παροχής, χωρίς μάλιστα να υπάρχει αιτιολογία γι’ αυτό, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητά κατονομαζόμενων δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, πρέπει δε για την αποκατάστασή της να εφαρμοστεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Οι ενάγοντες τελούν σε όμοιες συνθήκες απασχόλησης με τους συναδέλφους τους δημοσίους υπαλλήλους και δικαιούνται την εν λόγω παροχή. Επιδικάζει σε κάθε έναν από τους εργαζόμενους το συνολικό ποσό των 9.856,00 Ευρώ.
ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
1013/2014
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαρία Ζαχαριάδου, Πρόεδρο. Πρωτοδικών, που όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 28 Ιανουαρίου 2014, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΩΝ ΚΑΛΟΥΝΤΩΝ-ΕΝΑΓΟΝΤΩΝ: 1) …………….., κατοίκου …………. και 2) …………….., κατοίκου …………., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν στο Δικαστήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο ΒΛΑΧΟΠΟΥΛΟ.
ΤΟΥ ΚΑΘ’ ΟΥ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ: “ΔΗΜΟΥ………”, που εδρεύει στο …………… και εκπροσωπείται νόμιμα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε στο Δικαστήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική ΚΟΝΤΟΕ- ΠΑΠΑΘΩΜΑ.
Οι ενάγοντες ζητούν να γίνει δεκτή η από 28-7-2011 αγωγή τους ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών για καταβολή σ’ αυτούς του επιδόματος των 176 ευρώ, που ήλθε κατόπιν παραπομπής ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου με την από 19-11-2012 κλήση (με αριθμό καταθ. …../23-11-2012) και κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, για την οποία ορίστηκε δικάσιμος κατόπιν αναβολής αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
ΚΑΤΑ τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δίκης και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος «οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου». Με τη διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια, μπορεί, όμως ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (Ολ. ΑΠ 3/2009). Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ’ αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική. Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από τη δικαστική εξουσία η αρχή της διακρίσεως των εξουσιών που θεσπίζεται από τα αρθρ. 1, 26, 73επ. και 87 επ. του Συντάγματος, αφού τα δικαστήρια στην περίπτωση αυτή υποχρεούνται σύμφωνα με τα αρθρ. 87 παρ. 1 και 2, 93 παρ. 4 και 120 παρ. 2 του Συντ. να ασκήσουν έλεγχο στο έργο της νομοθετικής εξουσίας και να εφαρμόσουν, σε όλη την έκταση την αρχή της ισότητας και με βάση της αρχής αυτής να καταλήξουν στην εφαρμογή του νόμου που περιέχει την ευμενή ρύθμιση. Εάν τα δικαστήρια περιορίζονταν να κηρύξουν μόνο την αντισυνταγματικότητα της διάταξης που εισάγει τη δυσμενή διάκριση χωρίς να μπορούν να επεκτείνουν την ειδική ευμενή ρύθμιση και υπέρ εκείνου σε βάρος του οποίου έγινε η δυσμενής διάκριση, τότε θα παρέμενε η αντισυνταγματική ανισότητα και δεν θα είχε ουσιαστικό περιεχόμενο η ζητούμενη δικαστική προστασία. Αυτό δεν αντίκειται στο άρθρο 80 παρ. 1 του Συντ., κατά το οποίο «μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους, ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο», διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 13 παρ. 1 Ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κλπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμιστούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας. Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν’ αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθρο 14 Ν. 3016/2002 «για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις» ορίστηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: «§1. Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ’ εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 Ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001. §2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 Ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. §3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και, το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. §4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών, και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους…..§6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002». Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002, η ρύθμιση της παρ. 1, δηλ. της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 Ν. του Ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές (71) κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 2470/1997 «αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις» καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ. Όλες οι προαναφερθείσες ΚΥΑ έχουν ουσιωδώς όμοιο περιεχόμενο. Επικαλούνται τις διατάξεις τού άρθρου 14 Ν! 3016/2002 και 1 Ν. 3029/2002, καθορίζουν το ποσό της ειδικής παροχής σε 88 € από 1-1-2002 και σε 176 € από 1-7-2002, ορίζουν ότι η καταβολή αυτής εξακολουθεί και κατά το χρονικό διάστημα των θεσμοθετημένων αδειών (κανονικών, συνδικαλιστικών, εκπαιδευτικών, λοχείας, κύησής κλπ.), ότι υπόκειται στις συνήθεις κρατήσεις των επιδομάτων και συνεντέλλεται με τις μηνιαίες αποδοχές των δικαιούχων, και αναφέρουν ως δικαιούμενους την παροχή αυτή όλους τους υπαλλήλους της αντίστοιχης υπηρεσίας που αφορά η απόφαση, χωρίς μνεία κάποιου λόγου ή αιτίας που δικαιολογεί την χορήγηση της ειδικά στους υπαλλήλους αυτούς, ενώ και κατ’ άρθρο 1. παρ. 13 Ν. 3029/2002 η παροχή αυτή λαμβάνεται υπόψη στην βάση του υπολογισμού της σύνταξης των εφεξής εξερχόμενων από την υπηρεσία. Ενώ δηλ. η χορήγηση της μηνιαίας ειδικής παροχής του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 προβλέφθηκε προκειμένου να εξομαλυνθούν οι μισθολογικές διαφορές υπέρ των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι δεν λαμβάνουν πρόσθετες μισθολογικές παροχές, με τις εκδοθείσες στην συνέχεια υπουργικές αποφάσεις χορηγήθηκε η ειδική αυτή παροχή χωρίς να γίνεται στις διατάξεις τους η συγκεκριμένη αναφορά ότι αυτοί δεν λαμβάνουν πράγματι πρόσθετες μισθολογικές παροχές. Έτσι με τη χορήγηση της παροχής αυτής και μάλιστα σε ιδιαίτερα σύντομο χρονικό διάστημα σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων που αφενός δεν πληρούσαν αποδεδειγμένα την προϋπόθεση αυτή και αφετέρου βρίσκονταν σε τελείως διαφορετικές μεταξύ τους εργασιακές συνθήκες η παροχή αυτή απέκτησε τον χαρακτήρα μισθολογικής παροχής που προσαυξάνει, χωρίς άλλη προϋπόθεση, τον μισθό όλων ανεξαιρέτως υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και ΝΠΔΔ, που αμείβονται σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις του μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης. Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι ναι μεν με το άρθρο 28 παρ. 4 Ν. 3205/2003 καταργήθηκαν από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού) το ως άνω άρθρο 14 Ν. 3016/2002 και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότησή του για την χορήγηση των ως άνω ειδικών παροχών, ορίστηκε, όμως, με το άρθρο 24 παρ. 2 του ανωτέρω Ν. 3205/2003 ότι ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού που εκδόθηκαν κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 Ν. 3205/2003, ενώ και με το άρθρο 2 παρ. 3 Ν. 3336/2005 η ίδια παροχή χορηγήθηκε και σε όσους διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν σε υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνταν ήδη η παροχή αυτή ως προσωπική διαφορά. Επομένως, η διαδοχική χορήγηση της ειδικής παροχής του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 σε όλους σχεδόν τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ που αμείβονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εκάστοτε ισχύοντος μισθολογίου του προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης, ανεξάρτητα από τον φορέα, το είδος και τις συνθήκες εργασίας αυτού, κατέστησε την παροχή αυτή προσαύξηση του μισθού. Έτσι, κάθε υπάλληλος αμειβόμενος σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές δικαιούται, κατ’ εφαρμογή της αρχής της ισότητας, να λαμβάνει ως τμήμα του μισθού του την παροχή αυτή, την οποία μόνο από την 1-1-2004 (έναρξη ισχύος του ν. 3205/2003) και εντεύθεν δεν δικαιούται να λαμβάνει ή λαμβάνει μειωμένη, εφόσον αποδειχθεί ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος λαμβάνει κάποια πρόσθετη μισθολογική παροχή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 Ν. 3016/2002 ή του χορηγήθηκε κάποια νέα παροχή ή αυξήθηκε το κίνητρο απόδοσης, Λόγω της προαναφερθείσας πλήρους αποδέσμευσης και αυτονόμησης της παροχής αυτής, που αποτελεί πλέον γενική μισθολογική παροχή, από το είδος, την φύση και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας, είναι αυτή ανεπίδεκτη αλληλοεπικάλυψης και συμψηφισμού, κατά την ειδική έννοια του άρθρου 14 Ν. 3016/2002, με τυχόν άλλες καταβαλλόμενες παροχές που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με το είδος και τις συνθήκες της παρεχόμενης εργασίας και αποτελούν αποζημίωση ή αμοιβή για πρόσθετη απασχόληση, οι οποίες, επομένως, δεν παρεμποδίζουν την γέννηση της αξίωσης για την καταβολή της παροχής αυτής. Έτσι, από τις παρατιθέμενες διατάξεις προκύπτει ότι στις απολαβές που συμψηφίζονται με την ως άνω ειδική παροχή περιλαμβάνονται οι πρόσθετες μισθολογικές παροχές (εκτός αυτών που χορηγούνται για υπερωριακή εργασία κλπ.) που λαμβάνουν όλοι οι υπάλληλοι συγκεκριμένης κατηγορίας έναντι της συνήθους απασχόλησης τους εντός του νομίμου ωραρίου της εργασίας τους, με οποιανδήποτε ονομασία και αν τους χορηγούνται, όχι, όμως, και τα τακτικά επιδόματα που προβλέπονται από το εκάστοτε μισθολόγιο των δημοσίων υπαλλήλων (άρθρο 8 του Ν. 2470/1997 και στη συνέχεια του Ν. 3205/2003) {ΑΠ 306/2011 Α’ Δημοσίευση ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ}.
Εν προκειμένω με την από 28-7-2011 αγωγή τους οι ενάγοντες ιστορούν, ότι ως υπάλληλοι του καταργηθέντος πλέον ΝΠΔΔ με την επωνυμία “…………..”, που ανήκει από 1-1-2011 στον εναγόμενο Δήμο …………., με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από τον Νοέμβριο του 2006, υπάγονται μισθολογικά στο καθεστώς των Ν. 2470/1997 και 3205/2003 και ότι με την υπ’ αριθμ. 2/40326/0022 (ΦΕΚ Β’ 1242/23-9-2002) ΚΥΑ χορηγήθηκε ειδική παροχή ύψους 176 ευρώ του άρθρου 14 του Ν. 3016/2002 στους υπαλλήλους του Υπουργείου Πολιτισμού καθώς και των Δημ. Υπηρεσιών που εποπτεύονται απ’ αυτό, ενώ με ακόμη 54 όμοιες ΚΥΑ του έτους 2002 χορηγήθηκε η παραπάνω μισθολογική παροχή και σε πληθώρα άλλων υπαλλήλων της Δημόσιας Διοίκησης. Ότι η παραπάνω αμοιβή χορηγήθηκε επιλεκτικά σε συναδέλφους τους υπαλλήλους ορισμένων τομέων, η μη χορήγησή της δε στους ίδιους αποτελεί άνιση μεταχείρισή τους κατά παράβαση του Συντάγματος. Με βάση τα ανωτέρω ζητούν να υποχρεωθεί το εναγόμενο με απόφαση προσωρινά εκτελεστή να καταβάλει στον καθένα τους την ανωτέρω πρόσθετη μηνιαία παροχή των 176 ευρώ, που τους οφείλεται για το χρονικό διάστημα που αναφέρουν (δηλαδή από τον χρόνο πρόσληψής τους τον Νοέμβριο του 2006) και την υπολογίζουν αναλυτικά για τον καθένα στο ποσό των 10.032,00 ευρώ για τον 1ο και σ’ αυτό των 9.944,00 ευρώ για την 2η, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε αξιούμενη απαίτηση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και να καταδικαστεί ο εναγόμενος στην καταβολή των δικαστικών τους εξόδων. Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή, στην οποία παραδεκτά κατ’ άρθρο 74 παρ. 2 και 668 ΚΠολΔ ομοδικούν οι ενάγοντες, διότι η αξίωση καθενός από αυτούς στηρίζεται στην ίδια πραγματική και νομική αιτία, αρμόδια και παραδεκτά φέρεται προς εκδίκαση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατ’ άρθρα 8, 9, 16 αρ. 2, 25, 664 και 663 – 676 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που προεκτέθηκαν, καθώς και, σ’ αυτές των άρθρων 346 ΑΚ και 176 και 908 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αντικείμενό της έχει καταβληθεί το. ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα με αριθμούς ………., ……….. και ……… δικαστικά ένσημα αγωγόσημα).
Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο 1ος ενάγων απασχολείται ως ηθοποιός – σκηνοθέτης κλάδου ΤΕ, ενώ η 2η ενάγουσα ως βιβλιοθηκονόμος κλάδου ΤΕ στο ΝΠΔΔ «………….», το οποίο από 7-7-2011 καταργήθηκε και περιήλθε έκτοτε αυτοδικαίως στον εναγόμενο Δήμο …………., που υφίσταται από 1-1-2011 (βάσει του άρθρου 1 παρ. 2 Ν. 3852/2010). Οι ενάγοντες απασχολούνται δυνάμει σχέσης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (βλ. τις με αριθμό πρωτ. …/1-11-2006 και …./15-11-2006 αποφάσεις του πρώην Δημάρχου ………) και υπάγονται στο ενιαίο μισθολογικό πλαίσιο που διέπει τον ευρύτερο τομέα του Δημοσίου, τους ΟΤΑ και τα ΝΠΔΔ, όπως αυτό καθιερώθηκε και ίσχυσε από 1-1-1984 και εντεύθεν με τον Ν.1505/1984, αργότερα με τον Ν. 2470/1997 και τώρα με τον Ν. 3205/2003. Αυτοί εργάζονταν με το παραπάνω καθεστώς κατά τα χρονικά διαστήματα που θα εκτεθούν παρακάτω, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τον εναγόμενο. Σ’ αυτούς εκτός των τακτικών μηνιαίων παροχών τους δεν χορηγείται άλλη παροχή ή επίδομα λόγω ειδικών προσόντων, ιδιοτήτων, συνθηκών εργασίας κλπ. Δικαιούνται δε όλες τις προβλεπόμενες και χορηγούμενες από το νόμο παροχές και ειδικά επιδόματα, λόγω των ειδικών και ιδιαζόντων συνθηκών εργασίας τους. Τo δικαίωμά τους αυτό καθίσταται εμφανέστερο, διότι η επίδικη παροχή έχει χορηγηθεί σε ευρείες και ετερόκλητες κατηγορίες μισθωτών με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου σε διάφορες κατηγορίες Υπηρεσιών της Δημόσιας Διοίκησης και ΝΠΔΔ, χωρίς να απαιτούνται για την καταβολή της ειδικές προϋποθέσεις και χωρίς την οποιαδήποτε συνάρτηση προς το είδος ή το εύρος της παρεχόμενης εργασίας, με αποτέλεσμα η χορήγησή της να έχει προσλάβει λόγω και της εν γένει κανονιστικής αντιμετώπισής της, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, εξαρχής χαρακτήρα επιμίσθιου εργασίας, δηλαδή γενικής προσαύξησης των τακτικών αποδοχών των εργαζόμενων σωρευτικά με την ενιαία και απρόσβλητη μισθολογική βάση του ενιαίου μισθολογίου των Ν. 2470/97 και 3205/03. Επομένως και επειδή η εξαίρεση κατηγορίας εργαζομένων, οι οποίοι τελούν υπό τις ίδιες μισθολογικές συνθήκες, από την απόληψη της ειδικής παροχής, χωρίς μάλιστα να υπάρχει αιτιολογία γι’ αυτό, συνιστά αδικαιολόγητη άνιση μεταχείριση αυτών έναντι των ρητά κατονομαζόμενων δικαιούχων υπαλλήλων και οδηγεί σε ευθεία παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας, σε συνδυασμό με την αρχή της ίσης αμοιβής για ίσης αξίας εργασία, πρέπει για την αποκατάστασή της να εφαρμοστεί και για εκείνους σε βάρος των οποίων έγινε η δυσμενής διάκριση, η διάταξη που ισχύει για τις κατηγορίες εργαζομένων υπέρ των οποίων θεσπίστηκε η ειδική ρύθμιση. Συνεπώς οι ενάγοντες δικαιούνται τη μισθολογική παροχή ύψους 176 ευρώ που προβλέπεται στο άρθρο 14 πάρ. 2 Ν. 3016/02 και στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες ΚΥΑ, ως υπάλληλοι του εναγόμενου πλέον, οι οποίοι τελούν σε όμοιες συνθήκες απασχόλησης με τους συναδέλφους τους δημοσίους υπαλλήλους, προς τους οποίους χορηγήθηκε, εφόσον υπάγονται και αυτοί στο ίδιο ενιαίο μισθολογικό καθεστώς (Ν. 2470/1997 και 3205/2003), δηλαδή πληρούν τη μοναδική προϋπόθεση πού θέτει το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο για την καταβολή της ένδικης παροχής, καθόσον ούτε στην εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 παρ. 2 Ν. 3016/2002, ούτε στις κατ’ εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες ΚΥΑ γίνεται μνεία ειδικής αιτιολόγησης της καταβολής της αναγόμενης π.χ. σε είδος και συνθήκες εργασίας κλπ. των ρητά κατονομαζόμενων ως δικαιούχων της παροχής (βλ. σχετικές ΚΥΑ με αριθμούς 2/1969/0022/28-3-2001 και 2/ 75109/2002/18-2-2003 με τις οποίες χορηγήθηκε ειδική μηνιαία πρόσθετη αμοιβή στους υπαλλήλους του Υπουργείου Εσωτερικών). Οι ενάγοντες, λοιπόν, ως υπάλληλοι του εναγόμενου δικαιούνται να λάβουν αναδρομικά απ’ αυτόν το ποσό των 176 ευρώ μηνιαίως ως εξής; 1) Από 18-8-2007 έως 31-12-2007 (5 μήνες + δώρο Χριστουγέννων + επίδομα αδείας 2007 = 6 μήνες X 176 € μηνιαίως =) 1056,00 ευρώ, 2) Από 1-1-2008 έως 31-12-2008 (12 μήνες + δώρο Πάσχα 2008+δώρο Χριστουγέννων 2008 + επίδομα άδειας 2008 = 14 μήνες X 176 € μηνιαίως =) 2.464,00 ευρώ, 3) Από 1-1-2009 έως 31-12-2009 (12 μήνες +δώρο Πάσχα 2009+δώρο Χριστουγέννων 2009 + επίδομα αδείας 2009 = 14 μήνες X 176 € μηνιαίως =) 2.464,00 ευρώ, 4) Από 1-1-2010 έως 31-12-2010 (12 μήνες-+δώρο Πάσχα 2010 + δώρο Χριστουγέννων 2010 +επίδομα αδείας 2010 = 14 μήνες X 176 € μηνιαίως =) 2.464,00 ευρώ και 5) Από 1-1-2011 έως 28-7-2011 (7 μήνες + δώρο Πάσχα 2011 + επίδομα αδείας 2011 = 8 μήνες X 176 € μηνιαίως =) 1408,00 ευρώ, και συνεπώς καθένας από τους ενάγοντες δικαιούται να λάβει για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των 9.856,00 ευρώ για τα προαναφερθέντα χρονικά διαστήματα. Περαιτέρω, σημειώνεται ότι οι αξιώσεις των εναγόντων για το χρονικό διάστημα από τον Νοέμβριο του 2006 μέχρι και 18-8-2007, οι οποίες υπόκεινται σε διετή παραγραφή, έχουν παραγραφεί, καθόσον από 1-11-2006 και από 15-11-2006 αντίστοιχα, που άρχισε η διετής παραγραφή (από τη γέννηση των αξιώσεων) και μέχρι την άσκηση της από 7-8-2009 αρχικής αγωγής τους (επίδοση στις 18-8-2009), με την οποία και διακόπηκε η παραγραφή, παρήλθε η διετία για τις αξιώσεις του άνω χρονικού διαστήματος, η δε παραγραφή στην προκείμενη περίπτωση εξετάζεται αυτεπάγγελτα. Από την αγωγή τους αυτή οι ενάγοντες παραιτήθηκαν νομίμως κατ’ άρθρο 294 ΚΠολΔ με την επόμενη από 25-2-2011 αγωγή τους και από αυτήν παραιτήθηκαν επίσης νομίμως με την κρινόμενη από 28-7-2011 αγωγή, χωρίς στο μεταξύ διάστημα να έχει χωρήσει παραγραφή εν επιδικία (δηλαδή συμπλήρωση διετίας).
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και να επιδικαστούν στους ενάγοντες οι ένδικες χρηματικές αξιώσεις από την ανωτέρω πρόσθετη μηνιαία αμοιβή. Επομένως, θα υποχρεωθεί ο εναγόμενος Δήμος να καταβάλει σε κάθε ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.856,00 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφλησή του. Οι ενάγοντες δεν επικαλούνται πάντως, ούτε ωστόσο απέδειξαν κάποιον ιδιαίτερο λόγο κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, δηλαδή επείγουσα περίπτωση ή πιθανή βλάβη τους από την καθυστέρηση της εκτέλεσης. Συνεπώς, το αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής θα απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Τέλος, ο εναγόμενος πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγόντων μειωμένα στο μισό (άρθρο 307 παρ. 2 του Π.Δ/τος 410/1995 – Δημοτικός και Κοινοτικός Κώδικας).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει σε κάθε έναν από τους ενάγοντες το ποσό των 9.856,00 ευρώ, από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφλησή τους.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον εναγόμενο στα δικαστικά έξοδα των εναγόντων, μειωμένα στο μισό, τα οποία ορίζει σε 200,00 ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς να παρευρίσκονται οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοί δικηγόροι τους, στις 28 Μαρτίου 2014.
