Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Μεταβολή του προσώπου του εργοδότη. Έννοια και νομοθετικό πλαίσιο. Ευθύνη μεταβιβάζοντος και διαδόχου. Μερική απασχόληση. Περίπτωση εκ περιτροπής εργασίας. Προϋποθέσεις για τη νομιμότητα αυτής. Έκταση δικαιώματος. Επιδίκαση αμοιβής υπερεργασιακής απασχόλησης, δεδουλευμένων αποδοχών και αποζημίωσης μη ληφθείσης αδείας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 11.188,78 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
1017/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Δημήτριο Νικητόπουλο, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του άνω Πρωτοδικείου, και τη Γραμματέα, Μαρία Χορού.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του ενάγοντος: …………….., κατοίκου ……………., με ΑΦΜ ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του, Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜΔΣ Αθηνών 029922), που κατέθεσε προτάσεις.
Των εναγομένων: 1) ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………………………», που εδρεύει στη …………….., εκπροσωπείται νόμιμα, έχει ΑΦΜ ……………. και 2) μονοπρόσωπης ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρείας με την επωνυμία «……………………………» και το διακριτικό τίτλο «……………………………», που εδρεύει στη ……………., εκπροσωπείται νόμιμα, έχει ΑΦΜ ……………., οι οποίες παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους, Κωνσταντίνου Μουλαγιάννη (ΑΜΔΣ Αθηνών 013356), που κατέθεσε προτάσεις.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 20-6-2017 (αρ. εκθ. καταθ. δικογρ. ……../…………/.22-6-2017) αγωγή του, της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε για τις 23-10-2017 και μετ’ αναβολήν για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο, οπότε και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 §1 Ν. 2112/1920, “η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχόμενη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογή των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος”. Το ίδιο ορίζεται και με το άρθρο 9 §1 του Β.Δ της 18.7.1920 αναφορικά με τους εργάτες και υπηρέτες, ενώ, σύμφωνα με. το άρθρο 8 του Κ.Ν. 3514/1928, αν μεταβληθεί το πρόσωπο του εργοδότη, οι υποχρεώσεις του, που καθιερώνει το νομοθέτημα αυτό για την περίπτωση στρατεύσεως των ιδιωτικών υπαλλήλων, μεταβιβάζονται αυτοδικαίως στον νέο εργοδότη. Επίσης, το άρθρο 6 §2 του Ν. 3239/1955 για τις συλλογικές διαφορές εργασίας όριζε ότι η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη δεν επιδρά στην εφαρμοστέα συλλογική σύμβαση εργασίας, τα δε δικαιώματα και οι υποχρεώσεις που πηγάζουν από αυτή μεταβιβάζονται αυτοδικαίως για το μέλλον στους διαδόχους του. Κατά δε το άρθρο 3 §§1 και 2 του Π.Δ. 572/1988, με το οποίο εναρμονίσθηκε η ελληνική νομοθεσία προς εκείνη των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ειδικότερα προς τις διατάξεις της 77/187/ΕΟΚ Οδηγίας, “τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας, που υφίστανται κατά την ημερομηνία της, για οποιονδήποτε λόγο, μεταβίβασης, βαρύνουν, εξαιτίας της μεταβίβασης αυτής, το διάδοχο. Με την επιφύλαξη της επομένης παραγράφου (η οποία αναφέρεται σε δικαιώματα, από τυχόν υφιστάμενα συστήματα επαγγελματικής ή διεπαγγελματικής ασφάλισης), μετά την για οποιονδήποτε λόγο μεταβίβαση, ο διάδοχος τηρεί τους όρους εργασίας, που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας”. Η προαναφερθείσα Οδηγία τροποποιήθηκε με την 98/50 Οδηγία, ενώ με την 2001/23 Οδηγία οι τροποποιηθείσες διατάξεις της κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο. Ήδη ισχύει το Π.Δ. 178/2002 “Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων ή τμημάτων εγκαταστάσεων, σε συμμόρφωση προς την ως άνω Οδηγία 98/50/Ε.Κ. του Συμβουλίου”, κατά το άρθρο 4 του οποίου, δια της μεταβιβάσεως και από την ημερομηνία αυτής, όλα τα υφιστάμενα δικαιώματα και υποχρεώσεις που έχει ο μεταβιβάζων από σύμβαση ή σχέση εργασίας μεταβιβάζονται στον διάδοχο. Ο μεταβιβάζων και μετά τη μεταβίβαση ευθύνεται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με τον διάδοχο για τις υποχρεώσεις που προέκυψαν από τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, μέχρι τον χρόνο που αναλαμβάνει ο διάδοχος (παρ. 1). Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, μετά τη μεταβίβαση, ο διάδοχος εξακολουθεί να τηρεί τους όρους εργασίας που προβλέπονται από συλλογική σύμβαση εργασίας, απόφαση διαιτησίας, κανονισμό ή ατομική σύμβαση εργασίας (παρ. 2). Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 του ίδιου Π.Δ., η μεταβίβαση μιας επιχείρησης, εγκατάστασης ή τμήματος επιχείρησης ή εγκατάστασης δεν συνιστά αυτή καθεαυτή λόγο απόλυσης εργαζομένων. Η διάταξη του προηγουμένου εδαφίου δεν εμποδίζει, τηρουμένων των σχετικών περί απολύσεων διατάξεων, απολύσεις που είναι δυνατόν να επέλθουν για λόγους οικονομικούς, τεχνικούς ή οργανώσεως, που συνεπάγονται μεταβολές εργατικού δυναμικού (παρ. 1). Αν η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ή η εργασιακή σχέση καταγγελθεί λόγω του ότι η μεταβίβαση συνεπάγεται ουσιαστική μεταβολή των όρων εργασίας σε βάρος του εργαζομένου, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας ή της εργασιακής σχέσης θεωρείται ότι επήλθε εξαιτίας του εργοδότη (παρ. 2). Συνεπώς, μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, κατά την έννοια των πιο πάνω διατάξεων, είναι η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρησιακής δραστηριότητας από τρίτον, εφόσον δεν μεταβάλλεται η ταυτότητα της επιχειρήσεως ή εκμεταλλεύσεως, εφόσον δηλαδή συνεχίζεται, ως οικονομική μονάδα, η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση και διατηρεί αυτή, υπό τον νέο φορέα, την ταυτότητα της με τον ίδιο ή διάφορο τίτλο ή μορφή (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997). Ο τρόπος της μεταβιβάσεως δεν ενδιαφέρει. Αρκεί το πραγματικό, γεγονός ότι ο παλαιός εργοδότης χάνει την ιδιότητα του φορέα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης και ο διάδοχος του αποκτά την ιδιότητα αυτή, έστω και προσωρινά. Ως “μεταβιβάζων” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο, λόγω μεταβίβασης, χάνει την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης, ενώ ως “διάδοχος” νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο λόγω μεταβίβασης, αποκτά την ιδιότητα του εργοδότη στην επιχείρηση, την εγκατάσταση ή το τμήμα επιχείρησης ή εγκατάστασης. Για να υπάρχει μεταβίβαση επιχείρησης ή εκμετάλλευσης ή τμήματος αυτών πρέπει να μεταβιβάζονται τόσα επί μέρους στοιχεία της επιχείρησης και κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα μεταβιβαζόμενα στοιχεία να διατηρούν την οργανική τους ενότητα και υπό τον νέο φορέα (εργοδότη), ικανά να πραγματοποιήσουν τον επιδιωκόμενο κερδοσκοπικό, οικονομικό ή τεχνικό σκοπό, γεγονός που συμβαίνει, όταν η κάθε είδους ανάληψη και συνέχιση της επιχειρηματικής δραστηριότητας από τρίτον δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, δηλαδή συνεχίζεται η ίδια επιχείρηση ή εκμετάλλευση (ΟλΑΠ 5/1994 ΕλλΔνη 35.1252, ΑΠ 14/2012, ΑΠ 200/2009 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 259/2006 ΕλλΔνη 48.1405, ΑΠ 564/2005 ΕλλΔνη 48.469, ΑΠ 1723/1995 ΕΕργΔ 1997.747, ΑΠ 1364/1992 ΕλλΔνη 35.1311). Η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, στην περίπτωση αυτή, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση τού νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη για το μετά τη μεταβολή χρονικό διάστημα. Το αποτέλεσμα αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων (ΟλΑΠ 5/1994 ο.π, ΑΠ 200/2009, ΑΠ 1468/2007, ΑΠ 1551/2006, ΑΠ 389/2005 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1002/2004 ΕλλΔνη 2005.445). Ως εκ τούτων, ο νέος εργοδότης υπεισέρχεται σε όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις προϋφιστάμενες εργασιακές σχέσεις, χωρίς αυτές και τα εν γένει δικαιώματα των μισθωτών να επηρεάζονται από τη μεταβίβαση, είτε τα δικαιώματα αυτά προέρχονται από Σ.Σ.Ε., από ατομική σύμβαση εργασίας ή από διαιτητική απόφαση, αρκεί η επιχείρηση να συνεχίζεται ως οικονομική μονάδα και να διατηρεί την ταυτότητά της με το νέο φορέα, επιδιώκοντας τον ίδιο κερδοσκοπικό ή. οικονομικό σκοπό (ΑΠ 14/2012 ΝοΒ 2012.2005). Η κρίση για τη διατήρηση ή μη της ταυτότητας της οικονομικής μονάδας και, επομένως, για το αν συντρέχει μεταβίβαση επιχείρησης, εκμετάλλευσης ή τμημάτων τους, εξαρτάται από τη συνολική εκτίμηση των συνθηκών της συγκεκριμένης περίπτωσης. Στο πλαίσιο της συνολικής αυτής εκτίμησης κρίσιμα είναι τα εξής στοιχεία: 1) Η μεταβίβαση ή μη υλικών στοιχείων (κτίρια, μηχανήματα κ.λπ.), 2) η μεταβίβαση ή μη άυλων αγαθών και η αξία τους, 3) η απασχόληση ή μη σημαντικού μέρους του εργατικού δυναμικού της μεταβιβαζόμενης επιχείρησης από τον νέο επιχειρηματία, 4) η μεταβίβαση ή μη της πελατείας, 5) ο βαθμός ομοιότητας των δραστηριοτήτων που ασκούνται πριν και μετά τη μεταβίβαση, και 6) η διάρκεια της ενδεχόμενης διακοπής των δραστηριοτήτων αυτών [ΑΠ 1148/2017 ΤΝΠ Νόμος]. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 38 §1 του Ν. 1892/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998, ρυθμίζεται η δυνατότητα του εργοδότη και του εργαζομένου να συμφωνήσουν, κατά την σύναψη της εργασιακής σύμβασης την παροχή εργασίας κατά μερική απασχόληση, καθώς και τη δυνατότητα, να μετατρέψουν σε σύμβαση μερικής απασχόλησης μια εργασιακή σύμβαση που καταρτίστηκε ως πλήρους απασχόλησης. Όπως επισημαίνεται, στην εν λόγω διάταξη, η μερική απασχόληση μπορεί να αφορά εργασία ημερήσια, εβδομαδιαία, δεκαπενθήμερη, η οποία θα είναι μικρότερης διάρκειας από την κανονική. Μπορεί δηλαδή, να αναφέρεται στο ημερήσιο ωράριο εργασίας, το οποίο θα είναι μικρότερο του κανονικού, μπορεί, όμως να αφήνει άθικτο το ημερήσιο ωράριο και να περιορίζει την εβδομαδιαία ή μηνιαία απασχόληση. Υποπερίπτωση της μερικής απασχόλησης αποτελεί η εκ περιτροπής εργασία η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από την §3 του άρθρου του Ν. 1892/1990. Ο όρος ’’εκ περιτροπής εργασία”, που συνδέεται με την εναλλαγή προσωπικού, – χρονικών διαστημάτων εργασίας, ως μέτρο γενικής εφαρμογής πρωτοεμφανίστηκε με τον Α.Ν. 2000/1939 “Περί λήψεως μέτρων καταπολεμήσεως της ανεργίας”. Η εκ περιτροπής εργασία, ήδη, εντάχθηκε στον θεσμό της “μερικής απασχόλησης”. Στο ισχύον δίκαιο και δη στο άρθρο 38 του Ν. 1892/1990, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/2000 και αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 §3 του Ν. 3899/2010 [ΦΕΚ Α’ 212/17-12-2010] ορίζονται, στην §3 εδ. α’ και β’ αυτού, τα ακόλουθα; “Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου”, στο εδ. δ’ αυτού: “Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρηση του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 260/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής απασχόληση δεν αναφέρεται σε λιγότερες ώρες σε ημερήσια βάση, αλλά ως βάση χαρακτηρισμού θεωρούνται, οι λιγότερες ημέρες ή εβδομάδες ή μήνες μέσα στο έτος αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο. Στην περίπτωση αυτή συνομολογείται ότι μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης θα είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του για ορισμένες μόνο ημέρες της εβδομάδας ή του μήνα, εναλλασσόμενος ατομικά ή ομαδικά με άλλους εργαζόμενους, σε τακτά χρονικά διαστήματα. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δυο ειδικότερες μορφές: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Στην πρώτη περίπτωση η σχέση εκ περιτροπής εργασία ιδρύεται μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, είτε πρωτογενώς με την αρχική σύμβαση εργασίας είτε κατά τη λειτουργία μιας σύμβασης πλήρους απασχόλησης με μεταγενέστερη νεότερη συμφωνία των μερών. Με τη σύμβαση εκ περιτροπής απασχόλησης συμφωνείται ότι, μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης είναι συνεχής, ο μισθωτός θα παρέχει την εργασία του απασχολούμενος κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας αλλά κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και με συνδυασμό αυτών, αμειβόμενος με ανάλογα μειωμένο μισθό. Εξ αυτού προκύπτει ότι η εκ περιτροπής εργασία ενέχει εναλλαγή ενοτήτων εργασίας και μη εργασίας, οι οποίες επιτρέπεται να συμφωνηθούν ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς, με μόνο περιορισμό να παρέχεται η ημερήσια εργασία κατά πλήρες ωράριο. Έτσι, επιτρέπεται να συμφωνηθεί μειωμένη εβδομαδιαία εργασία (όπως επί συστήματος πενθήμερης εργασίας να παρέχεται η εργασία από μία έως τέσσερις ημέρες την εβδομάδα) ή συνδυασμός μειωμένης εβδομαδιαίας εργασίας για κάποιες μόνο εβδομάδες του μήνα (όπως τρεις ημέρες εργασίας κάθε δεύτερη εβδομάδα) ή η εναλλαγή πλήρους μηνιαίας εργασίας με μήνες περιορισμένου εβδομαδιαίου χρόνου εργασίας. Πάντως, κάθε συνδυασμός εκ περιτροπής εργασίας θα πρέπει να επιτρέπει εναλλαγή ενοτήτων απασχόλησης με μη απασχόληση, χωρίς όμως οι χρονικές ενότητες εργασίας και μη εργασίας να είναι απαραίτητα της ίδιας χρονικής έκτασης. Επίσης, ο νόμος δεν θέτει περιορισμούς ως προς την χρονική έκταση της συμβατικής εκ περιτροπής εργασίας, όπως αντίθετα κάνει στην περίπτωση της μονομερούς επιβολής της. Η ίδρυση της σχέσης αυτής δεν συνδέεται με καμία πρόσθετη ουσιαστική προϋπόθεση (όπως ορισμένους λόγους επιλογής της). Θα πρέπει, όμως, η σχετική συμφωνία, να είναι έγγραφη. Ο έγγραφος τύπος έχει συστατική ισχύ,-υπό την έννοια ότι η έλλειψη του εγγράφου επιφέρει ακυρότητα της σχετικής συμφωνίας. Στη δεύτερη περίπτωση (εδ. δ’ της ίδιας πιο πάνω διάταξης), παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη, σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του συστήματος της μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός, των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο να καταλήξουν σε συμφωνία, γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες και δ) η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) ή η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ [8] ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το γεγονός ότι εν προκειμένω η επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας προβλέπεται αντί της καταγγελίας, της σύμβασης εργασίας, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας. Προκύπτει ακόμη ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αν είναι εντελώς ασήμαντος. Θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό. Το δικαίωμα του εργοδότη για επιβολή εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί διαπλαστικό δικαίωμά του, από τον νόμο, ασκούμενο με μονομερή απευθυντέα δήλωση βούλησης. Εντάσσεται στο διευθυντικό δικαίωμά του εν ευρεία έννοια. Με την άσκηση του ως άνω δικαιώματος, για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, μεταβάλλεται η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργαζόμενου, ενώ ταυτόχρονα μεταβάλλεται και η κύρια συμβατική υποχρέωση του εργοδότη. Επιπλέον, με την απονομή από τον νόμο στον εργοδότη του δικαιώματος αυτού θεσπίζεται εξαιρετικό δίκαιο, με το οποίο εισάγεται απόκλιση και από το άρθρο 656 του ΑΚ. Το δικαίωμα για επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν είναι διαρκές αλλά στιγμιαίο, δηλαδή με την περιέλευση της δήλωσης στον αποδέκτη της επέρχεται η διάπλαση, η οποία λαμβάνει χώρα σύμφωνα με το περιεχόμενο της δήλωσης και για ολόκληρο το χρονικό διάστημα που αυτή καλύπτει. Από την πρόβλεψη του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Από την άποψη αυτή επιβάλλεται, κατ’ αρχήν, στον εργοδότη να επιλέγει το μέτρο αυτό προκειμένου να αποφύγει την καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Περαιτέρω, εκτός των πιο πάνω προϋποθέσεων, στην επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις. Με το Π.Δ. 240/2006, που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/ΕΚ, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Πάντως, κατά το προαναφερόμενο άρθρο 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010, δεν απαιτείται και να επιτευχθεί συμφωνία, ανάμεσα στον εργοδότη και στους εκπροσώπους των εργαζομένων. Ο εργοδότης επιτρέπεται να προχωρήσει στην επιβολή του συστήματος, εκ περιτροπής εργασίας, ανεξαρτήτως της έκβασης των διαβουλεύσεων και της τυχόν διαφωνίας των εκπροσώπων των εργαζομένων. Στην περίπτωση δηλαδή αυτή ο εργοδότης, αντί να απολύσει έναν ή περισσότερους μισθωτούς, έτσι ώστε να μειωθεί ο αριθμός τους για να ανταποκρίνεται στις πραγματικές ανάγκες της επιχείρησης, μπορεί εφαρμόζοντας το σύστημα “εκ περιτροπής εργασίας”, να αποφύγει τις απολύσεις κατανέμοντας τη διαθέσιμη εργασία στους υπεράριθμους πλέον εργαζόμενους. Ενόψει όλων αυτών, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής. Η βλαπτική αυτή μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, αποτελεί (παράνομη) μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και του ΑΚ. Είναι δε βλαπτική, όπως αναφέρθηκε για τον εργαζόμενο η μεταβολή, όχι μόνο όταν προκαλεί υλική ζημία αλλά και ηθική. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 του ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Π.Δ. 240/2006 “Περί θεσπίσεως γενικού πλαισίου ενημερώσεως και διαβουλεύσεως των εργαζομένων”, σύμφωνα με την Οδηγία 2002/14/ΕΚ της 11.3.2002 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (E.E.L 80/23.3.2002): “…στ) ως “ενημέρωση” νοείται η διαβίβαση στοιχείων από τον εργοδότη στους εκπροσώπους των εργαζομένων προκειμένου να λάβουν γνώση του εκάστοτε θέματος και να το εξετάσουν, ζ) ως “διαβούλευση” νοείται η ανταλλαγή απόψεων και η καθιέρωση διαλόγου μεταξύ των εκπροσώπων των εργαζομένων και του εργοδότου”. Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του ίδιου ως άνω Π.Δ.: “1. Σύμφωνα με τις αρχές που αναφέρονται στο άρθρο 1 και με την επιφύλαξη των τυχόν υφιστάμενων ευνοϊκότερων για τους εργαζόμενους, διατάξεων ή πρακτικών, οι πρακτικές λεπτομέρειες άσκησης του δικαιώματος ενημέρωσης και διαβούλευσης στο ανάλογο επίπεδο, καθορίζονται ως ακολούθως: 2. Η ενημέρωση και διαβούλευση καλύπτουν: α) την ενημέρωση σχετικά με την πρόσφατη και την πιθανή εξέλιξη των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης ή της εγκατάστασης, β) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με την κατάσταση, τη διάρθρωση και την πιθανή εξέλιξη της απασχόλησης μέσα στην επιχείρηση ή εγκατάσταση, καθώς και τα μέτρα πρόληψης που ενδεχομένως προβλέπονται σε περίπτωση ιδίως που η απασχόληση απειλείται, γ) την ενημέρωση και τη διαβούλευση σχετικά με αποφάσεις που μπορούν, να επιφέρουν ουσιαστικές μεταβολές στην οργάνωση της εργασίας ή στις συμβάσεις εργασίας, συμπεριλαμβανομένων όσων καλύπτονται από τις ισχύουσες διατάξεις του ν. 1387/1983 “Έλεγχος ομαδικών απολύσεων και άλλες διατάξεις” (ΦΕΚ 110 Α”) και του π.δ. 178/2002 “Μέτρα σχετικά με την προστασία των δικαιωμάτων των εργαζομένων σε περίπτωση μεταβίβασης επιχειρήσεων, εγκαταστάσεων, ή τμημάτων εγκαταστάσεων ή επιχειρήσεων, σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 98/50/ΕΚ του Συμβουλίου” (ΦΕΚ 162 Α”). 3. Η ενημέρωση πραγματοποιείται κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, ώστε να μπορούν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να προβαίνουν στη δέουσα εξέταση και να προετοιμάζονται ενδεχομένως για διαβουλεύσεις. 4. Η διαβούλευση πραγματοποιείται: α) κατά τον κατάλληλο χρόνο, τρόπο και περιεχόμενο, β) στο ενδεδειγμένο επίπεδο διεύθυνσης και εκπροσώπησης ανάλογα με το θέμα που συζητείται, γ) βάσει των σχετικών πληροφοριών που παρέχει ο εργοδότης, σύμφωνα με το άρθρο 2 σημείο στ’ και της γνώμης που έχουν δικαίωμα να διατυπώσουν οι εκπρόσωποι των εργαζομένων, δ) κατά τρόπον ώστε οι εκπρόσωποι των εργαζομένων να μπορούν να συναντήσουν τον εργοδότη και να λαμβάνουν αιτιολογημένη απάντηση στη γνώμη που ενδεχομένως διατύπωσαν, ε) προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όσον αφορά τις αποφάσεις που εμπίπτουν στις αρμοδιότητες του εργοδότη, οι οποίες αναφέρονται στην παράγραφο 2 στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού”. Σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, για την επιβολή από τον εργοδότη της εκ περιτροπής εργασίας στην επιχείρηση απαιτείται αφενός να συντρέχει η ουσιαστική προϋπόθεση του περιορισμού της δραστηριότητας του και αφετέρου να γίνει ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, στην περίπτωση δε που δεν υπάρχουν, συνδικαλιστικές οργανώσεις και συμβούλιο εργαζομένων η ενημέρωση και διαβούλευση να γίνει με το σύνολο των εργαζομένων. Ως προς την ουσιαστική προϋπόθεση εξάλλου, ως περιορισμός των δραστηριοτήτων, ενόψει της επεμβάσεως με δυνατότητα μονομερούς καθορισμού μάλιστα, στον πυρήνα της εργασιακής σύμβασης, νοείται το αποτέλεσμα που προκύπτει από το συνδυασμό του κύκλου εργασιών σε σχέση και με τη μείωση του μικτού ή καθαρού περιθωρίου κέρδους. Απαιτείται ωστόσο, ο περιορισμός να είναι σοβαρός και να απειλεί άμεσα την ύπαρξη των θέσεων εργασίας, δεδομένου ότι ο νόμος ενδιαφέρεται πρωτίστως για την αποτροπή απώλειάς τους. Ακολούθως, σε ό,τι αφορά τις προϋποθέσεις της ενημέρωσης και διαβούλευσης με τους εργαζομένους, που πρέπει να τηρηθούν για να επιβληθεί η εκ περιτροπής εργασία, ο εργοδότης έχει υποχρέωση να προχωρήσει σε σοβαρή συζήτηση με το προσωπικό του για τους λόγους που υπαγορεύουν αυτή την επιχειρηματική απόφαση, να δώσει τα οικονομικά στοιχεία και να εξαντλήσει κάθε περιθώριο εναλλακτικών λύσεων. Αν δεν γίνει ενημέρωση με διαβίβαση στοιχείων ώστε να λάβουν γνώση οι εργαζόμενοι της πρόσφατης και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων και της οικονομικής κατάστασης της επιχείρησης, καθώς και της κατάστασης, της διάρθρωσης και της πιθανής εξέλιξης της απασχόλησης σ’ αυτήν (επιχείρηση), και δεν δοθεί από τον εργοδότη ένα χρονικό διάστημα διαβούλευσης, τότε η επιβολή της εκ περιτροπής εργασίας θα είναι παράνομη [ΑΠ 697/2018 ΧρΙΔ 2019.147]. Με την κρινόμενη αγωγή του, ο ενάγων ιστορεί ότι στις 22-10-1999 προσλήφθηκε από την 1η των εναγομένων, που διατηρεί επιχείρηση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παράσχει την εργασία του ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων, υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, επί πενθήμερο (Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτάωρο ημερησίως, ήτοι επί σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μηνιαίου μισθού, ποσού 1.300,86 ευρώ από 1-1-2012. Ότι η 1η των εναγομένων κατά τα έτη 2012, 2013 και 2014 τον υποχρέωσε να απασχολείται κατά τη διάρκεια του πενθημέρου κατά μέσο όρο επί σαράντα τέσσερεις (44) ώρες εβδομαδιαίως, απασχολούμενος έτσι καθημερινά επί τέσσερεις (4) ώρες, πλέον του συμφωνηθέντος ωραρίου του, πράγμα που συνιστά υπερεργασία για την οποία ουδέποτε έλαβε αμοιβή. Ότι επιπλέον η 1η των εναγομένων του οφείλει τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου 2016, καθώς και μέρους του επιδόματος Χριστουγέννων του ιδίου έτους. Ότι στις 31-12-2016 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης κατά τις διατάξεις του ΠΔ 178/2002, εις τρόπον ώστε η 2η των εναγομένων ΙΚΕ -της οποίας ιδρύτρια είναι η ……….., θυγατέρα του νομίμου εκπροσώπου της 1ης των εναγομένων, …………..- υπεισήλθε στην ως άνω εργασιακή σύμβαση, αφού συνέχισε χωρίς διακοπή την ίδια επιχειρηματική και παραγωγική δραστηριότητα με τη 1η των εναγομένων, που έπαυσε κατ’ ουσίαν τη λειτουργία της, αναλαμβάνοντας προς τούτο την υφιστάμενη υλικοτεχνική υποδομή, το σύνολο των άυλων αγαθών (πελατολόγιο, τεχνογνωσία κ.ο.κ.) της 1ης των εναγομένων, καθώς και το σημαντικότερο τμήμα του προσωπικού της, καταστάσα έτσι διάδοχος εργοδότρια αυτού. Ότι η 2η των εναγομένων στις 17-1-2017 υποχρέωσε τον ενάγοντα να απασχολείται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, ήτοι επί μια (1) ημέρα την εβδομάδα για χρονικό διάστημα τριών (3)μηνών. Ότι η κατά τα άνω επιβολή του συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης, υπό τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα, συνιστά καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της εναγομένης και μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του, την οποία ο τελευταίος απέκρουσε ρητά κατά την ίδια ως άνω ημερομηνία, θεωρώντας την παράλληλα ως άτακτη εργοδοτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Με βάση το παραπάνω ιστορικό, επικαλούμενος κυρίως την έγκυρη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά, για την περίπτωση που αυτή ήθελε κριθεί ως άκυρη την απλή σχέση εργασίας επί τη βάσει των περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεων του ΑΚ, του πλουτισμού συνισταμένου στα ποσά που οι εναγόμενες θα κατέβαλαν σε άλλον εργαζόμενο απασχολούμενο εγκύρως υπό τις αυτές με τον ενάγοντα συνθήκες, ο τελευταίος ζητεί: (α) να αναγνωριστεί ότι στις 31-12-2016 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την 1η των εναγομένων στη 2η των εναγομένων και, συνακόλουθα, ότι συνδέθηκε με τη 2η των εναγομένων με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, (β) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες να του καταβάλουν εις ολόκληρον το συνολικό ποσό των οκτώ χιλιάδων πεντακοσίων οκτώ ευρώ και ενενήντα τριών λεπτών (8.508,93), ήτοι: i).3.110,66 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας και επίδομα Χριστουγέννων και ii) 5.398,27 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας, εντόκως αφ’ ης εκάστη αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, (γ) να υποχρεωθεί η 2η των εναγομένων να του καταβάλει το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (20.891,89), ήτοι: i) 18.212,04 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, ii) 1.300,86 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας έτους 2017, iii) 650,43 ευρώ για επίδομα αδείας 2017 και ίν) 728,56 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2017, όλα δε τα άνω ποσά εντόκως αφ’ ης εκάστη αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, (δ) άλλως και επικουρικώς προς αμέσως προηγούμενο [υπό στοιχείο (γ)] αίτημα, σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί ότι δεν έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης στις 31-12-2016, να υποχρεωθεί η 1η των εναγομένων να του καταβάλει το συνολικό ποσό των είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και ογδόντα εννέα λεπτών (20.891,89), ήτοι: i) 18.212,04 ευρώ για αποζημίωση απόλυσης, ii) 1.300,86 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσης αδείας έτους 2017, iii) 650,43 ευρώ για επίδομα αδείας 2017 και iv) 728,56 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2017, όλα δε τα άνω ποσά εντόκως αφ’ ης εκάστη αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, (ε) να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ενόψει της αδικαιολόγητης άρνησης τους, να του χορηγήσουν πιστοποιητικά εργασίας, στα οποία να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, καθώς και η διαγωγή του κατά το χρονικό διάστημα που εργάστηκε σε καθεμιά επ’ απειλή χρηματικής ποινής ύψους 500,00 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησης τους να συμμορφωθούν με την ως άνω υποχρέωση τους, (στ) να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και (ζ) να καταδικαστούν οι εναγόμενες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του. Με το περιεχόμενο αυτό, η αγωγή, εισάγεται αρμόδια και παραδεκτά για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 7, 8, 9, 10, 11, 13, 14 §2, 16 αρ. 2, 25 §2, 218 και 219 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, εφαρμοζομένων των ειδικότερων ρυθμίσεων που αφορούν στις εργατικές διαφορές (άρθρα 591, 614 παρ. 3, 621 – 622 του ΚΠολΔ). Η αγωγή έχει ασκηθεί εντός της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 §2 του Ν. 3198/1955, κατά το μέρος εκείνο που αφορά στην καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης, δεδομένου ότι, με επικαλούμενο από τον ενάγοντα ως χρόνο καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του την 17η-1-2017, η επίδοση της κρινόμενης αγωγής στις εναγόμενες (με την οποία ολοκληρώθηκε, κατ’ άρθρον 215 αρ. 1 ΚΠολΔ, η άσκησή της) έλαβε χώρα στις 5-7-2017, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ’ αρ. ……….. και ………../21-6-2017 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κων/νου Λεράκη. Περαιτέρω, η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη (άρθρο 216 §1 σε συνδυασμό με άρθρα 117 και 118 ΚΠολΔ) και νόμω βάσιμη, αφού στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων που αναφέρονται και αναπτύσσονται στους οικείους τόπους των προτασσόμενων νομικών σκέψεων, και σε εκείνες των άρθρων 281, 330, 340, 341, 345, 346, 361, 648 επ., 678 και 904 επ. ΑΚ, των άρθρων 1 §§1, 3 και 5 του Ν. 3385/2005 (σχετικά με την υπερεργασιακή απασχόληση), όπως ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 74 §10 του Ν. 3863/2010, που ισχύει από την 15η-7-2010 (άρθρο 76 του ιδίου νόμου), των άρθρων 1 §§1 & 2, 15 επ. του Ν. 1082/1980 και 3 §16 του Ν. 4504/1966 (για το δώρο εορτής Χριστουγέννων), του άρθρου 5 §5 του Α.Ν. 539/194, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 §3 του Ν. 1346/1983 (για τις αποδοχές αδείας), των άρθρων 5 του Β.Δ. της 16.7.1920, 2 και 5 του Ν. 3198/1955 (για την αποζημίωση απόλυσης) και των άρθρων 70, 176, 907, 908, 910 και 946 §1 ΚΠολΔ. Κατόπιν τούτων και δεδομένου ότι για το καταψηφιστικό αντικείμενό της, κατά το μέτρο που υπερβαίνει το όριο των 20.000 ευρώ [άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ σε συνδυασμό με 14 §1 εδ.α’ ΚΠολΔ — βλ. Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα (-Κουσούλη), ΚΠολΔ II (2000) ΕισΝΚΠολΔ 71 αρ. 1] καταβλήθηκε το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου, όπως αποδεικνύεται από το υπ’ αρ. ……………. e — Παράβολο με τη συνημμένη σ’ αυτό βεβαίωση της ALPHA BANK περί της πληρωμής του, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν.
Από την εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων, ………… (για τον ενάγοντα) και ……….. (για τις εναγόμενες), που εξετάστηκαν ενόρκως στο ακροατήριο και το περιεχόμενό τους διαλαμβάνεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, της υπ’ αρ. ……./16-3-2018 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα, …………., που λήφθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών, μετά από νομότυπη κλήτευση των εναγομένων (βλ. τις υπ’ αρ. ………… και …………/13-3-2018 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, Κων/νου Λεράκη με τις συνημμένες σ’ αυτές από 12-3-2018 εξώδικες κλήσεις – γνωστοποιήσεις εξέτασης μαρτύρων), και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων που προσκομίζουν νόμιμα με επίκληση οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα κρίσιμα για την υπόθεση, πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων στις 22-10-1999 προσλήφθηκε από την 1η των εναγομένων, που διατηρεί επιχείρηση ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να παρέχει την εργασία ως ηλεκτρολόγος εγκαταστάσεων του υπό συνθήκες πλήρους απασχόλησης, επί πενθήμερο (Δευτέρα έως Παρασκευή) και οκτάωρο ημερησίως, ήτοι επί σαράντα (40) ώρες εβδομαδιαίως, έναντι μηνιαίου μισθού, ποσού 1.300,86 ευρώ από 1-1-2012. Ο ενάγων υποχρεώθηκε από την ως άνω εργοδότριά του, κατά τα έτη 2012, 2013 και 2014, να απασχολείται κατά τη διάρκεια του πενθημέρου κατά μέσο όρο επί σαράντα τέσσερεις (44) ώρες εβδομαδιαίως, πραγματοποιώντας έτσι καθημερινά εργασία τεσσάρων (4) ωρών πλέον του συμφωνηθέντος ωραρίου του. Η ως άνω πρόσθετη πέραν του κανονικού του ωραρίου απασχόλησή του συνιστά υπερεργασία για την οποία, όμως, η 1η των εναγομένων ουδέποτε του κατέβαλε αμοιβή. Για την υπερεργασιακή του αυτή απασχόληση ο ενάγων, με δεδομένο ότι το καταβαλόμενο ωρομίσθιό του ανερχόταν στο ποσό των [1.300,86 (μηνιαίος μισθός) / 25 X 6 / 40 =) 7,81 ευρώ και κατά το άνω χρονικό διάστημα απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι συμπληρώσεως των 45 ωρών, κατά τις εργάσιμες ημέρες, συνολικά επί 576 ώρες (144 εβδομάδες X 4 ώρες = 576 ώρες), δικαιούται να λάβει από την 1η των εναγομένων το ποσό των [576 (ώρες) X 7,81 ευρώ (ωρομίσθιο) + 20% (προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η) =] 5.398,27 ευρώ. Περαιτέρω, η 1η των εναγομένων οφείλει στον ενάγοντα τις δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του 2016 ποσού [1.300,86 (μηνιαίος μισθός) X 2 (μήνες) =] 2.601,72 ευρώ και μέρος του επιδόματος (δώρου) Χριστουγέννων του 2016 ποσού 508,94 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 3.110,66 ευρώ. Με την κρινόμενη αγωγή ο ενάγων ισχυρίζεται ότι στις 31-12-2016 η 2η των εναγομένων ΙΚΕ -της οποίας ιδρύτρια είναι η …………., θυγατέρα του νομίμου εκπροσώπου της 1ης των εναγομένων, ……………..- ανέλαβε την υφιστάμενη υλικοτεχνική υποδομή, το σύνολο των άυλων αγαθών (πελατολόγιο, τεχνογνωσία κ.ο.κ.) της 1ης των εναγομένων, καθώς και το σημαντικότερο τμήμα του προσωπικού της, συνέχισε δε χωρίς διακοπή την ίδια επιχειρηματική και παραγωγική δραστηριότητα με τη 1η των εναγομένων, η οποία έπαυσε κατ’ ουσίαν τη λειτουργία της, με συνέπεια να καταστεί διάδοχος εργοδότρια αυτού. Αναφορικά με τους ανωτέρω αγωγικούς ισχυρισμούς αποδεικνύεται ότι η 2η των εναγομένων συστήθηκε το έτος 2014 ως μονοπρόσωπη ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία με μοναδική εταίρο και διαχειρίστριά της, τη …………….., με αντικείμενο (α) τη μελέτη, την επίβλεψη, τη συντήρηση και κατασκευή πάσης φύσεως τεχνικών έργων και ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων, υποσταθμών και εργασιών του Δημοσίου Τομέα ή έργων ιδιωτικών, δημοτικών ή νομικών προσώπων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, τα οποία αναλαμβάνονται είτε από μόνη αυτήν ως ανάδοχο — εργοληπτική επιχείρηση είτε σε κοινοπραξία με τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, (β) την εμπορία ηλεκτρολογικών ειδών και την αντιπροσώπευση οίκων του εξωτερικού και του εσωτερικού, που παράγουν τέτοια είδη, καθώς και την εργοληψία κατασκευής ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων ιδιωτικού και δημοσίου τομέα, (γ) την επί κέρδει εκτέλεση οικοδομικών εργασιών, που αφορούν είτε σε εργολαβίες ιδιωτών ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου με ή χωρίς υλικά (φατούρα) και (δ) την παραγωγή, κατασκευή και εμπορία ηλεκτρολογικών και μηχανολογικών υλικών, την εμπορία δομικών και λοιπών συναφών υλικών, την εισαγωγή και αντιπροσώπευση οίκων του εσωτερικού ή εξωτερικού παραγόντων ή εμπορευμάτων τέτοιων ειδών, την εισαγωγή και την εμπορία μηχανημάτων κυρίως εργολαβικών, καθώς και τη μίσθωση και την εκμίσθωση αυτών. Για την επίτευξη δε του σκοπού της η ως άνω εταιρεία μπορεί: α) να συμμετέχει σε οποιεσδήποτε άλλες εταιρείες οποιουδήποτε εταιρικού τύπου και να συνεργάζεται με άλλες επιχειρήσεις, που υφίστανται ήδη ή θα συσταθούν στην Ελλάδα ή το εξωτερικό και που θα επιδιώκουν τον ίδιο ή παραπλήσιο ή οποιονδήποτε άλλο σκοπό, ακόμη και να αντιπροσωπεύει οίκους εμπορικούς και βιομηχανικούς, εσωτερικού και εξωτερικού, καθώς και να δημιουργεί θυγατρικές εταιρείες στην Ελλάδα ή στην αλλοδαπή, β) να συνεργάζεται με οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο, με οποιοδήποτε τρόπο, γ) να ιδρύει υποκαταστήματα ή πρακτορεία ή αποθήκες ή γραφεία οπουδήποτε και δ), να αντιπροσωπεύει οποιαδήποτε επιχείρηση ημεδαπή ή αλλοδαπή, με όμοιο ή παρεμφερή σκοπό [βλ. την από 9-7-2014 Πράξη Σύστασης Μονοπρόσωπης ΙΚΕ, η οποία (ΙΚΕ) φέρει αριθμό ΓΕΜΗ …………… και ημερομηνία καταχώρησης την 21-7-2014]. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, κατά τον προ της επικαλούμενης μεταβίβασης χρόνο, η 2η των εναγομένων ανέπτυσσε αυτοτελή επιχειρηματική δραστηριότητα με την ανάληψη εργολαβιών ως ανάδοχος και την περαιτέρω ανάθεση και την εκτέλεση τμημάτων των σχετικών έργων σε τρίτες επιχειρήσεις — υπεργολάβους, μεταξύ των οποίων και στην 1η των εναγομένων, ενώ την ίδια δραστηριότητα συνέχισε να αναπτύσσει και μετά τον ως άνω χρόνο. Ωστόσο από κανένα ασφαλές στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η 2η των εναγομένων από τις 31-12-2016 και εφεξής ανέλαβε τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις από τις υφιστάμενες συμβάσεις της 1ης των εναγομένων με τρίτους εις τρόπον ώστε η τελευταία να παύσει τη μέχρι τότε δραστηριότητά της. Ειδικότερα, δεν αποδείχτηκε η εκ μέρους τη τελευταίας οριστική διακοπή των εργασιών της, ούτε και το πραγματικό γεγονός της μεταφοράς του συνόλου του προσωπικού της στη 2η των εναγομένων, με αποτέλεσμα η 1η των εναγομένων να διατηρήσει και μετά την 31-12-2016 τη νομική της αυθυπαρξία και την επιχειρηματική της ταυτότητα, ως αυτοτελής οικονομική — παραγωγική μονάδα. Εις επίρρωση των ανωτέρω πρέπει να σημειωθεί ότι στις 11-1-2017, δηλ. μετά το χρονικό σημείο της επικαλούμενης μεταβίβασης, η 1η των εναγομένων δια του νομίμου εκπροσώπου της, ……………, ήταν εκείνη που κάλεσε το προσωπικό της σε διαβούλευση για την εισαγωγή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας και όχι η 2η των εναγομένων [βλ. την από 11-1-2017 Ανακοίνωση, με ενημέρωση — Πρόσκληση σε διαβούλευση]. Εξάλλου, η αποχώρηση της ………. από την 1η των εναγομένων με την ταυτόχρονη παραχώρηση του εταιρικού της μεριδίου στη νεοεισερχόμενη σ’ αυτήν μητέρα της, ……………. [βλ. το από 30-3-2017 συμφωνητικό περί τροποποίησης καταστατικού ετερορρύθμου εταιρείας — αποχώρησης εταίρου — μεταβίβασης εταιρικού μεριδίου], δεν αποτελεί ένδειξη περί του αντιθέτου, αφού σε κάθε περίπτωση η εν λόγω μεταβολή συνέβη μετά τον εκτιθέμενο στην αγωγή χρόνο συντέλεσης της επικαλούμενης μεταβίβασης. Άρα από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι στις 31-12-2016 έλαβε χώρα μεταβίβαση επιχείρησης από την 1η των εναγομένων στη 2η εξ αυτών, με συνέπεια η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος μετά την ημερομηνία αυτή να εξακολουθεί να υφίσταται μεταξύ των αρχικώς συμβληθέντων, ήτοι αυτού και της 1ης των εναγομένων. Συνεπώς, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που στρέφεται σε βάρος της 2ης των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η 1η εναγομένη εντός του έτους 2016 αντιμετώπιζε οικονομική κάμψη, πράγμα το οποίο ουδόλως αρνείται ο ενάγων -είναι δε χαρακτηριστικό ότι τόσο ο επ’ ακροατηρίω εξετασθείς μάρτυρας του όσο και ο ενόρκως υπέρ αυτού βεβαιώσας κατέθεσαν θετικά περί της ύπαρξης οικονομικών προβλημάτων της εργοδότριάς τους και για την καθυστέρηση της καταβολής των δεδουλευμένων τους-, με αποτέλεσμα την 11η-1-2017 να εκδηλώσει την πρόθεση για διαβούλευση με το προσωπικό της αναφορικά με την εισαγωγή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας προς αποφυγή διενέργειας απολύσεων και με σκοπό τη διατήρηση των υφιστάμενων εργασιακών συμβάσεων. [βλ. την προαναφερθείσα από 11-1-2017 Ανακοίνωση με ενημέρωση — Πρόσκληση σε διαβούλευση]. Στο πλαίσιο αυτό, η 1η εναγομένη δια του νομίμου εκπροσώπου της, αφού έθεσε τα απαραίτητα στοιχεία υπόψη του συνόλου των εργαζομένων στην επιχείρησή της —δεδομένου ότι σ’ αυτήν δεν υπήρχε ούτε επιχειρησιακό σωματείο ούτε συμβούλιο εργαζομένων- και παρέσχε σχετικές πληροφορίες, ανακοίνωσε την πρόθεσή της, όπως λειτουργήσει από 17-1-1017 έως 31-1-2017 και κατόπιν από 1-2-2017 έως 30-4-2017 με το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας [βλ. το από 16-1-2017 πρακτικό διαβούλευσης], εν συνεχεία δε προέβη στις απαιτούμενες από τη διάταξη του άρθρου 38 §3 του Ν. 1892/1990, ως αυτό ισχύει μετά το Ν. 3846/2010, γνωστοποιήσεις της μονομερούς αυτής απόφασής της στο αρμόδιο Γραφείο της Επιθεώρηση Εργασίας Νέας Ιωνίας Αττικής με κατάλογο των ονομάτων των εργαζομένων της που θα απασχολούνταν υπό το σύστημα αυτό και κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες σ’ αυτές ημέρες και ώρες [βλ. τις από 17-1-2017 και 30-1-2017 αποφάσεις περί μονομερούς επιβολής εκ περιτροπής απασχόλησης μετά των αντιστοίχων με ίδιες ημερομηνίες γνωστοποιήσεων στην Επιθεώρηση Εργασίας]. Από τα ως άνω προκύπτει με σαφήνεια ότι στην προκείμενη περίπτωση τηρήθηκαν όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις για τη μονομερή επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας, ήτοι (α) διαπιστώθηκε σημαντικός περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, εξαιτίας του οποίου παρίστατο η ανάγκη κατάργησης θέσεων εργασίας και εντεύθεν απολύσεων, εάν συνεχιζόταν η εφαρμογή του συστήματος πλήρους απασχόλησης, (β) διενεργήθηκε ενημέρωση και διαβούλευση με το σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης, (γ) η διάρκεια της επιβληθείσας εκ περιτροπής απασχόλησης δεν υπερβαίνει από τους εννέα μήνες και (δ) οι σχετικές αποφάσεις του εργοδότη να κοινοποιήθηκαν εντός οκτώ [8] ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας- Συνεπώς, το μονομερώς επιβληθέν από την 1η εναγόμενη σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, κατά τα λεπτομερώς αναφερόμενα στην αντίστοιχη νομική σκέψη, καλύπτεται από την εντός των ορίων του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού άσκηση του διευθυντικού του δικαιώματος του εργοδότη, δεν προσκρούει στα χρηστά ήθη και την καλή πίστη, με συνέπεια, στην προκείμενη περίπτωση να μην συντρέχει καταχρηστική άσκηση αυτού και η επιβληθείσα μονομερής μεταβολή των όρων εργασίας του ενάγοντος να μη συνεπάγεται την εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920, περί εξομοιώσεως αυτής με άτακτη εργοδοτική καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος. Ως εκ τούτου το κονδύλιο περί καταβολής αποζημίωσης απόλυσης πρέπει να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Πλην όμως, ο ενάγων δικαιούται να λάβει από την 1η εναγόμενη το ποσό των [14 (ημέρες απασχόλησης από 1-1-2017 έως 17-1-2017) X 52,04 ( 1.300,86 / 25 ημερομίσθιο) ευρώ =] 728,56 ευρώ για το δεδουλευμένο μισθό τμήματος του μηνός Ιανουαρίου του 2017, και τα ποσά των 1.300,86 ευρώ και 650,43 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας και επίδομα αδείας του έτους 2017, αντίστοιχα, δεδομένου ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην 1η εναγομένη κατά το ως άνω ρηθέν χρονικό διάστημά εντός του έτους 2017 και οφείλονται σ’ αυτόν και σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εργασίας με οποιονδήποτε τρόπο εντός του έτους στο οποίο αναφέρονται [βλ. Δημ. Ζερδελή, Εργατικό Δίκαιο — Ατομικής Εργασιακές Σχέσεις, Αθήνα – Κομοτηνή 2011, σελ. 964 — 965]. Τέλος, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν αποδείχτηκε ότι η 1η εναγομένη αρνήθηκε να χορηγήσει στον ενάγοντα το αιτηθέν απ’ αυτόν πιστοποιητικό εργασίας, αφού τόσο ο επ’ ακροατηρίω εξετασθείς μάρτυράς του όσο και ο ενόρκως βεβαιώσας υπέρ αυτού ουδέν κατέθεσαν περί τούτου, με συνέπεια το σχετικό αίτημα να είναι απορριπτέο ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο. Κατόπιν τούτων, αφού η κρινόμενη αγωγή γίνει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη εν μέρει, πρέπει να υποχρεωθεί η 1η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των [5.398,27 ευρώ (για αμοιβή υπερεργασίας των ετών 2012, 2013 και 2014) + 2.601,72 ευρώ (για δεδουλευμένες αποδοχές των μηνών Νοεμβρίου και Δεκεμβρίου του έτους 2016) + 508,94 ευρώ (για μέρος του επιδόματος — δώρου Χριστουγέννων του έτους 2016) + 728,56 ευρώ (για δεδουλευμένες αποδοχές του διαστήματος 1-1-2017 έως 17-1-2017) + 1.300,86 ευρώ (για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας του έτους 2017) + 650,43 ευρώ (για, επίδομα αδείας του έτους 2017) =] έντεκα χιλιάδων εκατόν ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (11.188,78 €), με το νόμιμο τόκο κατά τις ακόλουθες επιμέρους διακρίσεις: (α) για τους δεδουλευμένους μισθούς, από την επομένη από τότε που έκαστος εξ αυτών κατέστη ληξιπρόθεσμος και απαιτητός, ήτοι από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα από εκείνον στον οποίον αναφέρεται [δήλη ημέρα, άρθρα 341 & 345 ΑΚ], (β) για το επίδομα εορτής Χριστουγέννων, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου αυτό κατέστη απαιτητό, (γ) για την αποζημίωση και το επίδομα αδείας, με το νόμιμο τόκο από το τέλος του έτους μετά την παρέλευση του οποίου αυτά κατέστησαν απαιτητά και (δ) για την αμοιβή της υπερεργασιακής απασχόλησης, με, το νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα από την επίδοση της αγωγής [για την έναρξη τοκοφορίας των υπό στοιχεία (β) και (γ) κονδυλίων βλ. ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1479]. Όσον αφορά στο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ενόψει του ότι μέρος των απαιτήσεων του ενάγοντος αφορά σε καθυστερούμενους μισθούς πριν από την άσκηση της αγωγής (άρθρο 910 αρ. 4 του ΚΠολΔ), το Δικαστήριο κρίνει ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να του προκαλέσει σημαντική ζημία, και ως εκ τούτου πρέπει να γίνει δεκτό, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα να συμψηφισθούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρο 179 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή ως προς τη 2η των εναγομένων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή ως προς την 1η των εναγομένων.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την 1η των εναγομένων να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των έντεκα χιλιάδων εκατόν ογδόντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών (11.188,78 €), με το νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής κατά αιτία διακρίσεις.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση αυτή προσωρινά εκτελεστή ως προς την πιο πάνω καταψηφιστική διάταξή της.
ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ τα δικαστικά έξοδα στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων Δικηγόρων τους, στις 6-5-19
