Περίληψη:

Υπόθεση: Αγωγή ψήστριας κατά εταιρίας εστίασης για καταβολή διαφορών αποδοχών, αμοιβών υπερεργασίας/υπερωρίας, προσαυξήσεων Κυριακών, αργιών και νυκτερινής εργασίας, αποζημίωσης αδείας, επιδομάτων εορτών, προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης από προσβολή προσωπικότητας στον χώρο εργασίας.

Πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσελήφθη στις ως ψήστρια σε εστιατόριο της εναγόμενης. Αποδείχθηκε ότι από 4.2.2022 εργαζόταν σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, επί εξαήμερο (Τρίτη–Κυριακή) και περίπου 11 ώρες ημερησίως, συμπεριλαμβανομένων Κυριακών και νυκτερινών ωρών. Αποδείχθηκε επίσης μεμονωμένο περιστατικό προσβολής της αξιοπρέπειας της ενάγουσας από τον υπεύθυνο του καταστήματος ενώπιον τρίτων. Δεν αποδείχθηκε έγκαιρη γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας στην εναγόμενη εντός της επίδικης περιόδου.

Ζητήματα: 1. Ποιο ήταν το πραγματικό ωράριο απασχόλησης ανά χρονική περίοδο; 2. Δικαιούται η ενάγουσα προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας; 3. Είναι βάσιμη η ένσταση εξόφλησης της εναγόμενης; 4. Είναι βάσιμη η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ); 5. Στοιχειοθετείται αξίωση χρηματικής ικανοποίησης λόγω προσβολής προσωπικότητας;

Κυριότερες διατάξεις που εφαρμόστηκαν: ΑΚ 57, 59, 281, 299, 330, 340, 341, 345, 346, 648, 649, 653, 655, 656, 904 επ., 914, 932 – Α.Ν. 380/1968 άρθρο 1 – Β.Δ. 748/1966 άρθρο 1 – Ν. 435/1976 άρθρα 4, 5, 6 – Α.Ν. 539/1945 άρθρα 1, 3 – Ν. 4504/1966 άρθρο 3 παρ. 16 – Υ.Α. 19040/1981 άρθρο 1 – Ν. 3863/2010 άρθρο 74 – Ν. 4808/2021 άρθρα 4, 12 παρ. 5, 58 – Π.Δ. 80/2022 (Κώδικας Ατομικού Εργατικού Δικαίου) άρθρα 143, 184, 209-216 – Π.Δ. 62/2025 (νέος Κώδικας Εργατικού Δικαίου) άρθρα 150, 175, 194, 219, 221-226 – ΚΠολΔ 176, 178, 216, 261, 338, 614 αρ. 3, 621 επ., 907, 908, 910 αρ. 4 – Σύνταγμα άρθρα 2 παρ. 1, 5 παρ. 1

Η κρίση του Δικαστηρίου: Το Δικαστήριο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή. Αναγνώρισε πλήρη απασχόληση για το διάστημα 4.2.2022–30.11.2024 και απέρριψε τα αγωγικά κεφάλαια για το προγενέστερο διάστημα. Απέρριψε το κεφάλαιο προϋπηρεσίας λόγω μη απόδειξης έγκαιρης γνωστοποίησης. Απέρριψε ως αόριστη την ένσταση της εργοδότριας περί εξόφλησης. Απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την ένσταση της εργοδότριας περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Επιδίκασε συνολικά 32.407,45 € πλέον τόκων και εξόδων.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ

ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ 1017/2026

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Εμμανουήλ Φωτάκη, Πρωτοδίκη Ειδικής Επετηρίδας, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Βασιλική Χατζηαναστασίου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 20η Απριλίου 2026, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: … του …, ιδιωτικής υπαλλήλου, κατοίκου Αθηνών (οδός … αρ. …), με ΑΦΜ …, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Γ. Βλαχόπουλου (Α.Μ. 29922 Δ.Σ.Α.).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία «… Ο.Ε.», που εδρεύει στην Αθήνα (οδός … αρ. …), με ΑΦΜ …, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία παραστάθηκε διά του πληρεξουσίου δικηγόρου της Αριστοτέλη Π. Μερεκούλια (Α.Μ. 29630 Δ.Σ.Α.).

Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 19.12.2024 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με γενικό αριθμό κατάθεσης ΓΑΚ …/2024 και ειδικό αριθμό κατάθεσης ΕΑΚ …/2024 και προσδιορίστηκε να συζητηθεί κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά του πινακίου με αριθμό …. Κατά τη δημόσια συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικά τους ισχυρισμούς τους και αναφέρθηκαν στις έγγραφες προτάσεις τους. Το Δικαστήριο,

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 648, 649, 653 και 655 ΑΚ προκύπτει ότι, με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, ο εργαζόμενος υποχρεούται να παρέχει την εργασία του υπό τις οδηγίες και τον έλεγχο του εργοδότη, ο δε τελευταίος οφείλει να καταβάλλει τις συμφωνημένες ή τις κατά νόμο οφειλόμενες αποδοχές, τηρώντας το συμφωνημένο ή, άλλως, το πραγματικό ωράριο απασχόλησης. Για τον προσδιορισμό της πραγματικής έκτασης και διάρκειας της απασχόλησης δεν αρκεί η τυπική αναγγελία των όρων εργασίας στο πληροφοριακό σύστημα «ΕΡΓΑΝΗ», αλλά συνεκτιμώνται η πραγματική οργάνωση της επιχείρησης, τα καθήκοντα, οι ώρες παρουσίας, τα αρχεία απασχόλησης και μισθοδοσίας, οι τραπεζικές κινήσεις και κάθε άλλο πρόσφορο αποδεικτικό μέσο, δεδομένου ότι η αναγγελία αποδεικνύει μόνο τους δηλωθέντες και όχι αμάχητα τους αληθείς όρους απασχόλησης.

Κατά τα άρθρα 1 του Α.Ν. 380/1968 και 1 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε., η νυκτερινή εργασία (22:00-06:00) αμείβεται με προσαύξηση 25% επί του νόμιμου ωρομισθίου, ενώ κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. 748/1966, όπως αντικαταστάθηκε, και τα άρθρα 4, 5 και 6 του Ν. 435/1976, η εργασία κατά τις Κυριακές και τις ημέρες υποχρεωτικής αργίας αμείβεται με προσαύξηση 75% επί του ημερομισθίου, η δε αμοιβή της υπερεργασίας και της υπερωρίας διέπεται από το άρθρο 74 του Ν. 3863/2010 και το άρθρο 58 του Ν. 4808/2021. Οι διατάξεις αυτές κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 143 (επίδομα νυκτερινής εργασίας), 184 (αμοιβή υπερεργασίας και υπερωρίας) και 209 (προσαύξηση αμοιβής για εργασία κατά τις Κυριακές και τις αργίες) του Κώδικα Ατομικού Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 80/2022), οι οποίες, με το ίδιο ουσιαστικό περιεχόμενο, αναριθμήθηκαν στη συνέχεια στα άρθρα 150, 194 και 219, αντίστοιχα, του νεότερου Κώδικα Εργατικού Δικαίου (Π.Δ. 62/2025), ο οποίος κατήργησε τον πρώτο, χωρίς η αναδιάρθρωση αυτή να μεταβάλλει το ισχύον, κατά τον κρίσιμο χρόνο έως 30.11.2024, νομικό καθεστώς. Κατά τα άρθρα 1 και 3 του Α.Ν. 539/1945, όπως ίσχυαν και στη συνέχεια κωδικοποιήθηκαν στα άρθρα 210 έως 216 του Π.Δ. 80/2022 και ήδη στα άρθρα 175 και 221 έως 226 του Π.Δ. 62/2025, κάθε μισθωτός δικαιούται ετήσια άδεια με αποδοχές, η δε μη χορήγησή της γεννά αξίωση για τις αντίστοιχες αποδοχές προσαυξημένες κατά 100%, ενώ κατά το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 4504/1966 και το άρθρο 1 της Υ.Α. 19040/1981, ο μισθωτός δικαιούται επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα ίσα προς έναν και μισό μηνιαίο και προς μισό μηνιαίο μισθό αντίστοιχα, υπολογιζόμενα με βάση τις πράγματι καταβαλλόμενες αποδοχές κατά τον κρίσιμο χρόνο.

Ως προς την προσαύξηση των αποδοχών λόγω αναγνωριζόμενης προϋπηρεσίας σε άλλον εργοδότη, από τη σχετική ρύθμιση προκύπτει ότι, εφόσον δεν πρόκειται για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, η υποχρέωση καταβολής των αντίστοιχων αυξημένων αποδοχών αρχίζει από την υποβολή στον εργοδότη πιστοποιητικού ή άλλου πρόσφορου αποδεικτικού στοιχείου της προϋπηρεσίας αυτής, ο τύπος δε αυτός αποσκοπεί στην καθιέρωση ασφαλούς τρόπου γνώσης της προϋπηρεσίας από τον εργοδότη, με αποτέλεσμα να μην απαιτείται η τήρησή του, εφόσον η προϋπηρεσία ήταν γνωστή στον εργοδότη ή συνομολογείται από αυτόν, μη αποκλειόμενης της απόδειξης της γνώσης του με οποιονδήποτε άλλο τρόπο (ΑΠ 80/2013, ΑΠ 1332/1997, ΑΠ 1053/1987, ΑΠ 306/1987, ΕφΘεσσαλονίκης 2711/2018, ΕφΔωδεκανήσου 91/2007). Το βάρος απόδειξης της προϋπηρεσίας και της κατά τα ανωτέρω γνωστοποίησής της στον εργοδότη φέρει ο εργαζόμενος.

Κατά τα άρθρα 4 και 12 παρ. 5 του Ν. 4808/2021, απαγορεύεται κάθε μορφή βίας και παρενόχλησης που εκδηλώνεται κατά τη διάρκεια της εργασίας, συνδέεται με αυτήν ή προκύπτει από αυτήν, ως τέτοιας νοούμενης κάθε συμπεριφοράς, πράξης ή πρακτικής που αποσκοπεί, οδηγεί ή ενδέχεται να οδηγήσει σε ψυχολογική ή άλλη βλάβη, είτε μεμονωμένα είτε κατ’ επανάληψη, καθώς και κάθε συμπεριφοράς που έχει ως σκοπό ή αποτέλεσμα την προσβολή της αξιοπρέπειας του προσώπου μέσω εκφοβιστικού, εξευτελιστικού ή ταπεινωτικού περιβάλλοντος, η δε παραβίαση της απαγόρευσης αυτής γεννά αξίωση πλήρους αποζημίωσης, καλύπτουσας τη θετική και αποθετική ζημία, καθώς και την ηθική βλάβη του θιγόμενου προσώπου. Σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 299, 330, 914 και 932 ΑΚ, καθώς και των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, η παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου μέσω βίαιης ή προσβλητικής συμπεριφοράς στον χώρο εργασίας γεννά δικαίωμα χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος της οποίας προσδιορίζεται από το δικαστήριο κατ’ εύλογη κρίση, λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας του πταίσματος, του είδους της προσβολής και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών.

Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η δε απλή αδράνεια άσκησης μη παραγεγραμμένου δικαιώματος ή η επιδίωξη των πάσης φύσεως, και δη ασφαλιστικών, συνεπειών από την αναγνώριση της πραγματικής φύσης της εργασιακής σχέσης δεν αρκούν, χωρίς πρόσθετη συμπεριφορά του δικαιούχου δημιουργούσα στον υπόχρεο εύλογη και σταθερή πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν πρόκειται να ασκηθεί, ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του να επάγεται δυσβάσταχτες για τον τελευταίο συνέπειες (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 323/2019, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1121/2017).

ΙΙ. Εξάλλου, κατά τα άρθρα 338 ΚΠολΔ και 416 ΑΚ, ο εργαζόμενος φέρει το βάρος απόδειξης της παροχής της εργασίας και των θεμελιωτικών περιστατικών των αξιώσεών του, ενώ ο εργοδότης φέρει το βάρος απόδειξης της εξόφλησης των οφειλόμενων αποδοχών. Η απλή απόδειξη τραπεζικής πίστωσης αποδεικνύει την καταβολή του συγκεκριμένου ποσού, όχι όμως, χωρίς πρόσθετα στοιχεία, την αιτία της καταβολής, την περίοδο στην οποία αυτή αφορά ή τον καταλογισμό της σε συγκεκριμένη, αυτοτελή απαίτηση, ιδίως όταν πρόκειται για σύνθετες και ετερογενείς απαιτήσεις από διαφορετικές αιτίες (βασικός μισθός, προσαυξήσεις, επιδόματα εορτών, αποδοχές αδείας), οπότε ο εργοδότης που προτείνει ένσταση εξόφλησης οφείλει να εξειδικεύσει, για κάθε πίστωση, την αιτία, την περίοδο και το κονδύλιο στο οποίο αυτή καταλογίζεται (ΑΠ 694/2025). Ένσταση εξόφλησης που δεν εξειδικεύεται κατά τα ανωτέρω προβάλλεται αορίστως και είναι απορριπτέα ως τέτοια, χωρίς να αναιρείται το δικαίωμα του δικαστηρίου να λάβει υπόψη, ως αποδεδειγμένες καταβολές, εκείνα τα ποσά τα οποία ο ίδιος ο ενάγων αναγνωρίζει ρητώς ως ληφθέντα και αφαιρεί από τα οικεία κεφάλαια της αγωγής του.

Με την υπό κρίση αγωγή , όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της ενάγουσας που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα Πρακτικά Δίκης (αρθρ.222-224 ΚΠολΔ) και με τις προτάσεις που επί της Έδρας κατέθεσε, η ενάγουσα εκθέτει ότι στις 16.3.2019 προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να απασχοληθεί ως ψήστρια στο εστιατόριο της τελευταίας επί της οδού … αρ. … στην Αθήνα, δηλωθείσα ως απασχολούμενη επί πενθημέρου Τρίτη έως Σάββατο) και πλήρους ωραρίου, έναντι των εκάστοτε κατώτατων νομοθετημένων αποδοχών. Ότι, ωστόσο, της επιβλήθηκε στην πραγματικότητα καθεστώς απασχόλησης υπερβαίνον το συμβατικό και, μεταγενέστερα, και το νόμιμο ωράριο, ήτοι, κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2020 έως 31.1.2022, οκτάωρο και ήμισυ (8,5) ημερησίως επί πενθημέρου, με ταυτόχρονη και τακτική απασχόληση και τις Κυριακές, ως έκτη ημέρα εβδομαδιαίως, και, κατά το διάστημα από 1.2.2022 έως 30.11.2024, ενδεκάωρο (11) ημερησίως, επί εξαημέρου Τρίτης έως Κυριακής. Ότι, καθ’ όλο το ανωτέρω διάστημα, δεν της κατεβλήθησαν στο σύνολό τους οι νόμιμες αποδοχές, οι νόμιμες προσαυξήσεις νυκτερινής εργασίας, Κυριακών και αργιών, τα επιδόματα εορτών, οι αποδοχές και το επίδομα αδείας, καθώς και η προσαύξηση 20% λόγω αναγνωρισμένης προϋπηρεσίας της άνω δύο τριετιών σε προηγούμενους εργοδότες του ίδιου κλάδου, την οποία επικαλείται ότι γνωστοποίησε στην εναγομένη. Ότι, περαιτέρω, από την έναρξη της εργασιακής της σχέσης υφίστατο συστηματική προσβλητική συμπεριφορά εκ μέρους των οργάνων της εναγομένης, συνιστάμενη ιδίως σε προσβολές και υποτιμητικές εκφράσεις εκ μέρους του υπευθύνου του καταστήματος. Ότι στις 4.10.2024 προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, η οποία, κατόπιν συζήτησης στις 5.12.2024, διαπίστωσε ότι δεν είχαν καταβληθεί οι δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2024, τις οποίες, πάντως, η εναγομένη κατέβαλε μεταγενέστερα, ενώ, ως προς το κονδύλιο της προϋπηρεσίας, διαπίστωσε ότι δεν είχε προσκομιστεί από την ενάγουσα κανένα αποδεικτικό στοιχείο γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας της στην εναγόμενη. Με το ιστορικό αυτό, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 73.520,83 ευρώ, αναλυόμενο σε επιμέρους κεφάλαια για: (α) διαφορές αποδοχών και επιδομάτων εορτών και αδείας λόγω προϋπηρεσίας (16.211,82 €), (β) αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας (5.148,62 €), (γ) αμοιβή και αποζημίωση για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση εντός του συμβατικού πενθημέρου (17.865,36 €), (δ) αμοιβή και αποζημίωση απασχόλησης κατά τις Κυριακές (26.471,19 (ε) προσαύξηση απασχόλησης κατά τις αργίες (763,67 €), (στ) προσαύξηση απασχόλησης κατά τις νύκτες (2.060,17 €) και (ζ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (5.000,00 €), με τον νόμιμο τόκο από τη γένεση εκάστης αξίωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή αρμοδίως εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδίου (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 25 παρ. 2 και 33 ΚΠολΔ), κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών και ειδικότερα των εργατικών διαφορών (άρθρα 614 αριθ. 3 και 621 επ. ΚΠολΔ). Είναι επαρκώς ορισμένη (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), παρά τις περί του αντιθέτου αιτιάσεις της εναγόμενης, καθόσον εκτίθενται με σαφήνεια η διάρκεια και το περιεχόμενο της εργασιακής σχέσης, το επικαλούμενο πραγματικό ωράριο ανά περίοδο, οι κατηγορίες των αξιώσεων και ο τρόπος υπολογισμού των επιμέρους κονδυλίων. Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις προαναφερθείσες διατάξεις, καθώς και στα άρθρα 174, 180, 340, 341, 345, 346, 349, 350, 648, 653, 655, 656 και 904 επ. ΑΚ και 907, 908 και 176 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της καταβλήθηκε το νόμιμο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις ανάλογες υπέρ τρίτων προσαυξήσεις που αντιστοιχεί στο αιτούμενο κεφάλαιο (βλ. το υπ’ αριθμόν … Ηλεκτρονικό παράβολο Γενικής Γραμματείας Πληροφοριακών Συστημάτων ) ενώ δεν απαιτείται υπογεγραμμένο ενημερωτικό έντυπο εκούσιας διαμεσολάβησης του αρ. 3 παρ. 2 Ν. 4640/2019 καθόσον η εν λόγω διάταξη έχει κριθεί αντισυνταγματική και, συνεπώς, ανίσχυρη (ΕιρΑΘ 976/2020 Α’δημ. ΤΝΠ Νόμος, ΕιρΑΘ 1044/2020 ΕφΑΔ 2020.1322 με παρατηρήσεις Μαστροπέρου Λ., υπ ΔΝ και πρ. Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής Διαμεσολάβησης, Γιαννόπουλος Π., Διαμεσολάβηση και Πολιτική Δίκη, Σάκκουλας, Αθήνα – Θεσσαλονίκη, 2020, σελ. 203) κι ως εκ τούτου πρέπει να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα

Η εναγομένη αρνείται την αγωγή στο σύνολό της και ισχυρίζεται, πρώτον, ότι η ενάγουσα απασχολείτο πράγματι επί πενθημέρου (Τρίτη έως Σάββατο) και επί τετράωρο -και όχι οκτάωρο και ήμισυ ή ενδεκάωρο- ημερησίως καθ’ όλη την επίδικη περίοδο, χωρίς ποτέ να απασχολείται τις Κυριακές, δεύτερον, ότι έχει εξοφλήσει πλήρως την ενάγουσα για την πραγματική της απασχόληση, όπως προκύπτει από τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας και τα αντίστοιχα τραπεζικά καταθετήρια, τρίτον, ότι η ενάγουσα, κατά την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας, δήλωσε ότι έχει ήδη εξοφληθεί εν μέρει για την επικαλούμενη υπερεργασιακή και υπερωριακή απασχόλησή της, χωρίς ωστόσο να αφαιρεί οποιοδήποτε ποσό από τα αντίστοιχα αγωγικά κεφάλαια, με αποτέλεσμα η αγωγή να είναι, κατά το μέρος αυτό, νόμω και ουσία αβάσιμη, τέταρτον, ότι το κεφάλαιο της προϋπηρεσίας είναι απορριπτέο, καθόσον η ενάγουσα ουδέποτε προσκόμισε στην εναγομένη οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο της επικαλούμενης προϋπηρεσίας της, όπως, εξάλλου, διαπίστωσε και η αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, και, πέμπτον, επικουρικώς, ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα, μολονότι γνώριζε το πραγματικό της ωράριο, δεν διαμαρτυρήθηκε για έτη, επιδιώκοντας απλώς την προσαύξηση του ασφαλιστικού της χρόνου. Αμφότερες οι ενστάσεις (εξόφλησης και κατάχρησης δικαιώματος ) ως βάλλουσες κατά του θεμελίου του δικαιώματος της αγωγής, νομίμως προβάλλονται και πρέπει να εξεταστούν στην ουσία τους.

Από την εκτίμηση όλων των εγγράφων που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τα διδάγματα της κοινής πείρας, από τις ομολογίες που συνάγονται από τις έγγραφες προτάσεις των διαδίκων (άρθρο 261 ΚΠολΔ), από την επ’ ακροατηρίω ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης …, θυγατέρας της ενάγουσας, όπως αυτή αποτυπώθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, η οποία εκτιμάται σε συνάρτηση με τον βαθμό συγγένειας και το προσωπικό της ενδιαφέρον, καθώς και από τις νομίμως ληφθείσες ένορκες βεβαιώσεις που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, ιδίως την υπ’ αριθμ. πρωτ. ΔΣΑ_ΕΒ_…/17-4-2026, ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Δικηγόρου Αθηνών, Ειρήνης Γραβάνη του Μιχαήλ, της … του …, πρώην συναδέλφου της ενάγουσας άνευ ιδίου συμφέροντος από την έκβαση της δίκης, η οποία (ένορκη βεβαίωση) ελήφθη μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης, όπως προκύπτει από την από 7 Απριλίου 2026, κλήση που επιδόθηκε εμπρόθεσμα δια της υπ’ αριθμ. …/8-4-2026, έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών, Μαρίας Π. Δημητριάδη, αφετέρου εκείνες που συνεισέφερε στην απόδειξη η εναγόμενη, ήτοι τις νομίμως ληφθείσες (κατόπιν εμπροθέσμου επιδόσεως της από 9-4-2026 κλήσης της εναγόμενης στην ενάγουσα με την υπ’αρ…/14-4-2026 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Εφετείου Αθηνών Θεοδώρου Μουντρίχα) υπ’ αριθμούς ΔΣΑ_ΕΒ…, ΔΣΑ_ΕΒ… και ΔΣΑ_ΕΒ… ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της δικηγόρου Αθηνών Μαρίας Μπονάτσου των μαρτύρων ανταπόδειξης …, … και …, στελεχών και συνεργαζόμενων προσώπων της εναγομένης, οι οποίες εκτιμώνται ανάλογα με τον λόγο γνώσης, την εξάρτηση εκάστου εξετασθέντος από τους διαδίκους και το βαθμό αξιοπιστίας του, σε συνδυασμό με τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας και τα αντίστοιχα τραπεζικά καταθετήρια που αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται (άρθρο 655 ΑΚ), με το από 27.3.2026 απόσπασμα Ατομικού Λογαριασμού Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. που προσκομίζει η ενάγουσα και με τα έγγραφα της Επιθεώρησης Εργασίας, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: η ενάγουσα προσελήφθη από την εναγομένη στις 16.3.2019, δηλωθείσα ως απασχολούμενη επί πενθημέρου και πλήρους ωραρίου. Οι πράγματι καταβληθείσες μηνιαίες αμοιβές της ενάγουσας όμως αποδείχθηκε ότι υπολείπονταν σταθερά και σημαντικά εκείνων που θα αντιστοιχούσαν σε πλήρη οκτάωρη ημερήσια απασχόληση επί του εκάστοτε κατώτατου νομοθετημένου ωρομισθίου, καθ’ όλη τη διάρκεια των ετών 2019, 2020 και 2021, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα τραπεζικά καταθετήρια αμφότερων των διαδίκων Ενδεικτικά, τον Μάρτιο του 2019 κατεβλήθησαν στην ενάγουσα 236,02 ευρώ, ενώ το αντίστοιχο ποσό πλήρους οκταώρου ανέρχεται σε 418,56 ευρώ, με απόκλιση 182,54 ευρώ- η ίδια, σχεδόν διπλάσια απόκλιση επαναλαμβάνεται σταθερά σε ολόκληρη την περίοδο, όπως, ενδεικτικώς, τον Ιούνιο του 2021, οπότε κατεβλήθησαν 417,32 ευρώ αντί των 732,48 ευρώ πλήρους οκταώρου (απόκλιση 315,16 ευρώ), και τον Οκτώβριο του 2021, οπότε κατεβλήθησαν 469,48 ευρώ αντί 802,24 ευρώ (απόκλιση 332,76 ευρώ). Η απόκλιση αυτή, σταθερή και επαναλαμβανόμενη σε όλους σχεδόν τους μήνες της περιόδου 2019-2021, συνάδει με και επιρρωννύει την περί μειωμένου, κατ’ ουσίαν περίπου τετράωρου, ωραρίου κατά το διάστημα αυτό εκδοχή της εναγομένης. Αντιθέτως, από τις 4.2.2022, ημερομηνία την οποία η ίδια η εναγομένη επικαλείται ως χρόνο μετάβασης της ενάγουσας σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης, η απόκλιση αυτή μειώνεται αισθητά και σταθερά, όπως προκύπτει από τις καταβολές του Μαρτίου του 2022 (709,09 ευρώ αντί 781,44 ευρώ πλήρους οκταώρου, απόκλιση μόλις 72,35 ευρώ) και του Ιουλίου του 2022 (758,87 ευρώ αντί 841,28 ευρώ, απόκλιση 82,41 ευρώ), απόκλιση η οποία δεν υπερβαίνει πλέον το εύλογο περιθώριο αποκλίσεων λόγω απουσιών, αδειών ή στρογγυλοποιήσεων. Τούτο προκύπτει αντικειμενικώς από τα ίδια τα προσκομιζόμενα τραπεζικά στοιχεία αμφότερων των διαδίκων, κι επιβεβαιώνει την αλήθεια της θέσης της εναγομένης για το διάστημα από 16.3.2019 έως 3.2.2022 και, αντιστρόφως, ότι η εργάστηκε σε καθεστώς πλήρους απασχόλησης για το διάστημα από 4.2.2022 και εντεύθεν, χωρίς να ασκεί αντίθετη επιρροή η κατάθεση της μάρτυρος …, θυγατέρας της ενάγουσας, η οποία, μολονότι συνεπής ως προς τις ώρες προσέλευσης και αποχώρησης της μητέρας της καθ’ όλη τη διάρκεια της σχέσης, δεν έχει ίδια, ανεξάρτητη γνώση επιβεβαιωτική της έκτασης της αμειβόμενης απασχόλησης ειδικώς κατά το πρώιμο διάστημα, κατά το οποίο, εξ όσων αντικειμενικά αποδείχθηκαν, η αμειβόμενη απασχόληση ήταν μειωμένη. Για το διάστημα από 4.2.2022 και εντεύθεν, όπως μετά λόγου γνώσεως βεβαίωσε η μάρτυρας απόδειξης …, η οποία απασχολήθηκε στην ίδια επιχείρηση από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2024, χωρίς να συνδέεται πλέον με οποιονδήποτε τρόπο με τους διαδίκους, και καταθέτει με σαφήνεια απεδείχθη ότι η ενάγουσα εργαζόταν κατά το χρονικό αυτό διάστημα έξι ημέρες εβδομαδιαίως, από Τρίτη έως Κυριακή, επί περίπου ένδεκα ώρες ημερησίως, συμπεριλαμβανομένων όλων των Κυριακών. Κατάθεση η οποία συνάδει πλήρως με τα προεκτεθέντα τραπεζικά στοιχεία και κρίνεται περισσότερο αξιόπιστη από τις αντίστοιχες ένορκες βεβαιώσεις των …, … και …, προσώπων συνδεόμενων με σχέση εξάρτησης ή συνεργασίας με την εναγόμενη, οι οποίες, εξάλλου, δεν αναφέρονται με ειδικότητα στο πραγματικό ωράριο απασχόλησης της ενάγουσας, αλλά επιχειρούν με γενικόλογες αναφορές να αντικρούσουν τον βασικό αγωγικό ισχυρισμό περί αδήλωτων ωρών απασχόλησης. Επιβεβαιώνεται, έτσι, για το διάστημα από 4.2.2022 έως 30.11.2024, η κατ’ ουσίαν βασιμότητα της αγωγικής εκδοχής περί απασχόλησης της ενάγουσας πέραν του συμβατικού πενθημέρου και ωραρίου, συμπεριλαμβανομένης της εργασίας κατά τις Κυριακές, της νυκτερινής απασχόλησης όπου αυτή προκύπτει και της υπέρβασης του νομίμου ημερησίου ωραρίου, ενώ για το προγενέστερο διάστημα, από 16.3.2019 έως 3.2.2022, η αγωγική αυτή εκδοχή δεν αποδείχθηκε, όπως ειδικότερα αναλύεται κατωτέρω κατά κεφάλαιο. Αναφορικά με τις ήδη καταβληθείσες αμοιβές και την εξ αυτών προβαλλόμενη ένσταση εξόφλησης δέον όπως σημειωθεί ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ένσταση εξόφλησης της εναγομένης ως αυτοτελή λόγο απόρριψης έκαστου κεφαλαίου, δεδομένου ότι η εναγομένη δεν εξειδικεύει, για κάθε μεμονωμένη τραπεζική πίστωση, την ακριβή αιτία και την περίοδο στην οποία αυτή αντιστοιχεί (ΑΠ 694/2025). Αντ’ αυτού, για κάθε επιμέρους κεφάλαιο προσδιορίζεται το σύνολο του δικαιούμενου ποσού με βάση το ανωτέρω αποδειχθέν πραγματικό ωράριο και από αυτό αφαιρούνται τα ποσά που αποδεδειγμένα καταβλήθηκαν για την ίδια αιτία, όπως προκύπτουν από τα τραπεζικά στοιχεία που αμφότεροι οι διάδικοι επικαλούνται και η ίδια η ενάγουσα, στους οικείους αγωγικούς πίνακες, αναγνωρίζει ως ληφθέντα. Ειδικότερα, εντός του αναγνωρισθέντος ως πλήρους απασχόλησης διαστήματος (4.2.2022-30.11.2024), διακρίνεται μεταξύ του χρονικού τμήματος από 1.4.2024 έως 30.11.2024, για το οποίο προέκυψε εκ της ως άνω αξιόπιστης μαρτυρίας …, (η οποία απασχολήθηκε στην επιχείρηση από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2024), και του προγενέστερου τμήματος, από 4.2.2022 έως 31.3.2024, για το οποίο η μόνη διαθέσιμη τεκμηρίωση συνίσταται στη συνέπεια, των τραπεζικών καταβολών με το αγωγικώς επικαλούμενο ωράριο και στην κατάθεση συγγενικού προσώπου. Ελλείψει ανεξάρτητης εξειδικευμένης μαρτυρίας για το τμήμα αυτό και ενόψει της μη πλήρους αντιστοιχίας των καταβολών με το αιτούμενο ωράριο, τα κονδύλια υπερεργασίας, υπερωρίας, Κυριακών και νυκτερινής απασχόλησης που αναλογούν στο διάστημα 4.2.2022-31.3.2024 δέον όπως αναγνωριστούν μειωμένα όσο η μη τεκμηριωμένη απόκλιση, ενώ τα αναλογούντα στο διάστημα 1.4.2024-30.11.2024, που καλύπτεται από την ανεξάρτητη μαρτυρία, αναγνωρίζονται πλήρως.

Ως προς την προϋπηρεσία εκ του προσκομιζόμενου από 27.3.2026 αποσπάσματος Ατομικού Λογαριασμού Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α. αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα είχε συμπληρώσει, ήδη μέχρι το έτος 2011, χίλιες και πλέον ημέρες ασφάλισης σε επιχειρήσεις με κωδικό δραστηριότητας (ΚΑΔ) 5530, ήτοι στον ίδιο κλάδο (μονάδες εστίασης) με εκείνον της εναγόμενης, υπερβαίνουσα σε κάθε περίπτωση τις δύο τριετίες προϋπηρεσίας που επικαλείται. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το πόρισμα της αρμόδιας Επιθεώρησης Εργασίας επί της από 4.10.2024 προσφυγής της ενάγουσας, δεν προσκομίστηκε από την τελευταία, μέχρι τότε, κανένα έγγραφο ή άλλο πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας της στην εναγομένη, ενώ ούτε η μάρτυρας … ήταν σε θέση να διασαφηνίσει με βεβαιότητα το αν και πότε είχε κατατεθεί στην εναγομένη σχετικό έγγραφο. Δεδομένου ότι, κατά τα εκτεθέντα στην υπό στοιχεία I νομική σκέψη, η υποχρέωση καταβολής της προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας αρχίζει από τη γνωστοποίηση αυτής στον εργοδότη με πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο (ΑΠ 80/2013, ΑΠ 1332/1997), και δεδομένου ότι το ίδιο το πόρισμα της Επιθεώρησης Εργασίας διαπιστώνει ότι, ακόμη και κατά τον χρόνο διεξαγωγής της ενώπιον της διαδικασίας (5.12.2024), δεν είχε προσκομιστεί από την ενάγουσα κανένα τέτοιο στοιχείο, ενώ το μοναδικό πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζεται στην παρούσα δίκη (το από 27.3.2026 απόσπασμα Ατομικού Λογαριασμού Ασφάλισης του e-Ε.Φ.Κ.Α.) φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη τόσο της λήξης της επίδικης περιόδου (30.11.2024) όσο και της άσκησης της υπό κρίση αγωγής, δεν αποδεικνύεται ότι η γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας με πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο έλαβε χώρα εντός της επίδικης περιόδου. Το αίτημα της αγωγής περί αναγνώρισης της αντίστοιχης προσαύξησης 20% είναι, συνεπώς, απορριπτέο στο σύνολό του ως αναπόδεικτο, δεδομένου ότι η τυχόν μεταγενέστερη, εντός της παρούσας δίκης, γνωστοποίηση δεν δύναται να θεμελιώσει αναδρομικώς αξίωση για μισθολογική περίοδο που είχε ήδη λήξει.

Επιπροσθέτως, απορριπτέα είναι, ως νόμω αβάσιμη κατά το μέτρο που δεν αποδείχθηκε ειδική συμπεριφορά της ενάγουσας δημιουργήσασα στην εναγομένη εύλογη πεποίθηση περί μη άσκησης του δικαιώματός της, η επικουρικώς προταθείσα ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος κατ’ άρθρο 281 ΑΚ, δεδομένου ότι η απλή αδράνεια άσκησης μη παραγεγραμμένου δικαιώματος, καθώς και η επιδίωξη των εντεύθεν απορρεουσών ασφαλιστικών συνεπειών, δεν αρκούν προς τούτο (ΑΠ 105/2020, ΑΠ 323/2019, ΑΠ 598/2019, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1121/2017), άλλωστε δε αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας το έτος 2024, γεγονός ασύμβατο με την ύπαρξη της επικαλούμενης εύλογης πεποίθησης της εναγομένης.

Αποδειχθείσης πλήρους απασχόλησης, μόνο για το χρονικό διάστημα από 4.2.2022 έως 30.11.2024, με αντίστοιχη απόρριψη, ως αναπόδεικτου, του κατά τα λοιπά αιτούμενου κονδυλίου υπερεργασίας, υπερωρίας, νυκτερινής και κυριακάτικης απασχόλησης για το διάστημα από 16.3.2019 έως 3.2.2022, κι αφού προέκυψε αναγνώριση της προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας μόνο από 4.10.2024 και εντεύθεν και κατόπιν της αφαίρεσης από το εκάστοτε δικαιούμενο ποσό, των αποδεδειγμένα καταβληθέντων για την ίδια αιτία, το Δικαστήριο προσδιορίζει το δικαιούμενο ποσό ανά κεφάλαιο ως εξής: Επί του κεφαλαίου των διαφορών αποδοχών και επιδομάτων λόγω προϋπηρεσίας, αγωγικά αιτούμενου σε 16.211,82 €, το κεφάλαιο αυτό απορρίπτεται στο σύνολό του ως αναπόδεικτο, δεδομένου ότι, κατά τα προεκτεθέντα, δεν αποδείχθηκε γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας με πρόσφορο αποδεικτικό στοιχείο εντός της επίδικης περιόδου (16.3.2019-30.11.2024). Επί του κεφαλαίου αποζημίωσης μη ληφθείσας άδειας, αγωγικά αιτούμενου σε 5.148,62 €, ναι μεν ο αριθμός των μη χορηγηθεισών ημερών ανά έτος δεν αμφισβητείται από την εναγομένη εξειδικευμένα, πλην όμως το καταβλητέο για κάθε τέτοια ημέρα ημερομίσθιο πρέπει να υπολογιστεί με βάση το πράγματι ισχύον, κατά τα προεκτεθέντα, καθεστώς απασχόλησης ανά έτος, ήτοι με το ήμισυ του αντίστοιχου ποσού πλήρους οκταώρου για τα έτη 2019, 2020 και 2021, κατά τα οποία αποδείχθηκε μειωμένη απασχόληση, και με το πλήρες ποσό για το έτος 2023 και το μεγαλύτερο μέρος του έτους 2022, με αποτέλεσμα να δικαιολογείται, άνευ της μη αποδειχθείσας προσαύξησης λόγω προϋπηρεσίας, το ποσό των 3.105,50 €. Επί του κεφαλαίου αμοιβής και αποζημίωσης για υπερεργασία και παράνομη υπερωριακή απασχόληση εντός του συμβατικού πενθημέρου, αιτούμενου σε 17.865,36 €, το αναφερόμενο στο διάστημα από 16.3.2019 έως 3.2.2022 τμήμα απορρίπτεται ως αναπόδεικτο, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα περί μειωμένης απασχόλησης κατά το διάστημα αυτό για το διάστημα από 4.2.2022 έως 31.3.2024 αναγνωρίζεται μειωμένο και για το διάστημα από 1.4.2024 έως 30.11.2024 αναγνωρίζεται πλήρως, ώστε, μετά και την αφαίρεση των καταβληθέντων για την αιτία αυτή ποσών, να προκύπτει συνολικό δικαιούμενο ποσό 10.339,47 €. Επί του κεφαλαίου αμοιβής και αποζημίωσης απασχόλησης κατά τις Κυριακές, εκ του αιτούμενου ποσού των 26.471,19 €, το αναφερόμενο στο διάστημα από 16.3.2019 έως 3.2.2022 τμήμα απορρίπτεται ομοίως ως αναπόδεικτο, δεδομένου ότι δεν αποδείχθηκε τακτική απασχόληση κατά τις Κυριακές πέραν του ήδη δηλωθέντος και αμειφθέντος ωραρίου κατά το διάστημα αυτό- για το διάστημα από 4.2.2022 έως 31.3.2024 αναγνωρίζεται ομοίως μειωμένο και για το διάστημα από 1.4.2024 έως 30.11.2024 αναγνωρίζεται πλήρως, χωρίς πλέον την αιτούμενη προσαύξηση λόγω προϋπηρεσίας, της οποίας δεν αποδείχθηκε η έγκαιρη και προσήκουσα γνωστοποίηση, με αποτέλεσμα να προκύπτει συνολικό δικαιούμενο ποσό 14.514,05 €. Επί του κεφαλαίου προσαύξησης απασχόλησης κατά τις αργίες, αιτούμενου ποσού των 763,67 €, εφαρμόζεται η αυτή διάκριση περιόδων, δεδομένου ότι η πραγματοποίηση εργασίας κατά τις αργίες συναρτάται με το ίδιο αποδειχθέν ωράριο, με αποτέλεσμα να αναγνωρίζεται μόνο το αναλογούν στο μεταγενέστερο της 4.2.2022 διάστημα ποσό των 314,38 €. Αντιστοίχως το κεφάλαιο προσαύξησης απασχόλησης κατά τις νύκτες, εκ του αιτούμενου ποσού των 2.060,17 €, δεν αποδείχθηκε στο σύνολό του , αλλά περιορίζεται στο διάστημα από 4.2.2022-31.3.2024, και προκύπτει δικαιούμενο ποσό 1.134,05 €. Τέλος, επί του κεφαλαίου χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αγωγικά αιτούμενου σε 5.000,00 €, από την από 22.12.2025 ένορκη βεβαίωση της … αποδείχθηκε συγκεκριμένο περιστατικό, λαβόν χώρα τον Σεπτέμβριο του 2024, κατά το οποίο ο υπεύθυνος του καταστήματος … αποκάλεσε την ενάγουσα «ηλίθια» ενώπιον της μάρτυρος και δύο ακόμη συναδέλφων, εξαιτίας νευρικότητάς του για ζήτημα της δουλειάς, ενώ η ίδια μάρτυρας αναφέρεται γενικώς και σε άλλες, μη εξειδικευμένες ως προς τον χρόνο τέλεσης, προσβλητικές εκφράσεις εκ μέρους του ίδιου προσώπου και των ιδιοκτητών της εναγομένης. Δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι η συμπεριφορά αυτή είχε τον χαρακτήρα διαρκούς, συστηματικής και κατ’ επανάληψη επιβεβαιωμένης παρενόχλησης καθ’ όλη τη διάρκεια της εργασιακής σχέσης, καθόσον η ενάγουσα δεν προσκόμισε άλλα, χρονικώς προσδιορισμένα και εξειδικευμένα περιστατικά πέραν του ανωτέρω. Το μεμονωμένο, πάντως, αυτό περιστατικό, ως εκδηλωθέν ενώπιον τρίτων και συνιστάμενο σε προσβλητικό για την αξιοπρέπεια της ενάγουσας χαρακτηρισμό, στοιχειοθετεί παράνομη και υπαίτια προσβολή της προσωπικότητάς της κατά την έννοια του άρθρου 4 του Ν. 4808/2021, σε συνδυασμό με τα άρθρα 57, 59 και 932 ΑΚ, δικαιολογώντας την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, ωστόσο σε ύψος ανάλογο με τη μεμονωμένη, και όχι διαρκή ή κατ’ επανάληψη αποδειχθείσα, έκταση της προσβολής. Λαμβανομένων υπόψη, κατά τα κριτήρια που έχουν αναλόγως διατυπωθεί για τον προσδιορισμό της κατ’ άρθρο 932 ΑΚ χρηματικής ικανοποίησης (πρβλ. άρθρο 37 Ν. 4356/2015, τροποποιητικού του άρθρου μόνου παρ. 2 Ν. 1178/1981, όπου γίνεται ρητή αναφορά στο είδος, τη φύση, τη βαρύτητα και τη διάρκεια της προσβολής, στην ένταση του πταίσματος και στην κοινωνική και οικονομική κατάσταση των διαδίκων), ιδίως της μεμονωμένης φύσης του αποδειχθέντος περιστατικού, της βαρύτητας του χαρακτηρισμού που χρησιμοποιήθηκε, της δημόσιας, ενώπιον τρίτων, εκδήλωσής του και της οικονομικής κατάστασης των διαδίκων, το Δικαστήριο κρίνει ότι το αιτούμενο ποσό των 5.000,00 € υπερβαίνει το εύλογο μέτρο, δεδομένου ότι αντιστοιχεί σε ένταση προσβολής προσήκουσα σε συστηματική και διαρκή παρενόχληση, η οποία εν προκειμένω δεν αποδείχθηκε, και επιδικάζει, κατ’ εύλογη κρίση του, το ποσό των 3.000,00 €. Με βάση τα ανωτέρω, το συνολικό ποσό που δικαιούται η ενάγουσα ανέρχεται σε 32.407,45 €, (3.105,50 + 10.339,47 + 14.514,05 + 314,38 + 1.134,05 + 3.000,00. Ως προς την τοκοφορία, η ενάγουσα ζήτησε νόμιμο τόκο από τη γένεση εκάστης επιμέρους αξίωσης, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Οι επιμέρους αγωγικοί υπολογισμοί τόκων ανά έτος και κεφάλαιο δεν δύνανται να αναπαραχθούν κατόπιν του δικαστικού περιορισμού των αναγνωρισμένων κονδυλίων σε συνάρτηση με τον χρόνο πλήρους απασχόλησης και τον χρόνο γνωστοποίησης της προϋπηρεσίας, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή, από τους αγωγικούς πίνακες η ασφαλής αντιστοίχιση του τελικώς αναγνωρισθέντος κεφαλαίου σε κάθε επιμέρους μηνιαία ή ετήσια ημερομηνία απαιτητού. Η επίδοση της αγωγής στην εναγομένη αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, σαφή όχληση για το σύνολο του δικαστικώς προσδιορισθέντος ποσού, κατά τα άρθρα 340, 341, 345 και 346 ΑΚ. Επομένως, το ποσό των 32.407,45 ευρώ πρέπει να επιδικαστεί με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ήτοι από 24.12.2024, μέχρι την εξόφληση.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 32.407,45 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από 24.12.2024 μέχρι την εξόφληση. Κατά το επιπλέον αιτούμενο ποσό, καθώς και κατά το μέρος των μη αναπαραγώγιμων κατά κεφάλαιο και έτος τόκων, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή κατά το μέρος των επιδικαζόμενων απαιτήσεων που αποτελούν αντάλλαγμα της παρασχεθείσας εργασίας ή συνδέονται άμεσα με αυτήν, ήτοι των αποδοχών άδειας και των αμοιβών και προσαυξήσεων της πρόσθετης, κυριακάτικης, εξαιρέσιμης και νυκτερινής απασχόλησης. Η φύση των απαιτήσεων αυτών ως παροχών προορισμένων για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της μισθωτής και ο χρόνος που έχει μεσολαβήσει από το απαιτητό τους δικαιολογούν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, την άμεση εκτέλεση της αντίστοιχης καταψηφιστικής διάταξης, αφού η περαιτέρω καθυστέρηση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ). Κατά το μέρος που συντρέχει το χρονικό και ουσιαστικό πεδίο εφαρμογής του άρθρου 910 αριθ. 4 ΚΠολΔ, λαμβάνεται υπόψη και η ειδική αυτή ρύθμιση για καθυστερούμενους μισθούς. Λόγω δε της εν μέρει νίκης και ήττας των διαδίκων, μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας πρέπει να επιβληθεί σε βάρος της εναγομένης, σύμφωνα με τα άρθρα 176 και 178 ΚΠολΔ, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των τριάντα δύο χιλιάδων τετρακοσίων επτά ευρώ και σαράντα πέντε λεπτών (32.407,45 €), με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (24.12.2024) μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινά εκτελεστή μέχρι του ποσού των 29.407,456

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το οποίο ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων ευρώ (2.300 €).

©2022 VlachopoulosLaw. Designed & Developed by CityConsulting

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies