Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Εκ περιτροπής εργασία. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο “αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας”, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Το σύστημα της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζόμενους. Αν δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Δικαιώματα εργαζόμενου σε περιπτώσεις μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων της σύμβασης εργασίας. Η μονομερής επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης από πλευράς της εναγομένης είναι παράνομη. Τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας. Η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Εφόσον δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η καταγγελία είναι άκυρη. Απορρίπτει ένσταση εξόφλησης ως αόριστη, αφού υπεβλήθη επιγραμματικά και δεν περιλαμβάνει τα απαιτούμενα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά και συγκεκριμένα την αιτία, δηλαδή κάθε επιμέρους απαίτηση της ενάγουσας, η οποία φέρεται να εξοφλήθηκε, τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα, καθώς και τον ακριβή χρόνο της καταβολής. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 39.793,72 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης 109/2018
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή, Μιχαήλ-Άγγελο Γιαννακάκο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα, Αμαλία Σαμπράκου.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Φεβρουαρίου 2017, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας : ………….., κατοίκου ………….. με ΑΦΜ …………….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου, Δημήτριου Βλαχόπουλου.
Της εναγομένης : ………………, κατοίκου ………………., με ΑΦΜ ………….., Δ.Ο.Υ …………., οδός ………….., η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξουσίου Δικηγόρου, Κωνσταντίνου Προίσκου.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 28-11-2016 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2016, αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………/2016 και για την παρούσα δικάσιμο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης οι πληρεξούσιοι Δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990 (ΦΕΚ A 101), όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 2 του Ν. 2639/1998 (ΦΕΚ A 205) και συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του Ν. 2874/ 2000 (ΦΕΚ A 286) και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 2 του Ν. 3846/2010 (ΦΕΚ A 66), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 17 παρ. 3 Ν. 3899/2010 (ΦΕΚ Α’ 212) ορίζεται στην παρ. 3 αυτού ότι: “Κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας ή κατά τη διάρκειά της ο εργοδότης και ο μισθωτός μπορούν με έγγραφη ατομική σύμβαση να συμφωνήσουν κάθε μορφή απασχόλησης εκ περιτροπής. Εκ περιτροπής απασχόληση θεωρείται η απασχόληση κατά λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή κατά λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή κατά λιγότερους μήνες το έτος ή και συνδυασμός αυτών κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Η παρεχόμενη από το άρθρο αυτό προστασία καλύπτει και τους απασχολούμενους με βάση τις συμφωνίες του προηγούμενου εδαφίου. Αν περιοριστούν οι δραστηριότητες του ο εργοδότης μπορεί, αντί καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, να επιβάλλει σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης στην επιχείρησή του, η διάρκεια της οποίας δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τους εννέα (9) μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος, μόνο εφόσον προηγουμένως προβεί σε ενημέρωση και διαβούλευση με τους νόμιμους εκπροσώπους των εργαζομένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Π.Δ. 240/2006 και του Ν. 1767/1988. Οι συμφωνίες ή οι αποφάσεις της παραγράφου αυτής γνωστοποιούνται μέσα σε οκτώ (8) ημέρες από την κατάρτιση ή τη λήψη τους στην οικεία Επιθεώρηση Εργασίας”. Κατά δε την παρ.4 του ιδίου άρθρου “Ως εκπρόσωποι των εργαζομένων για την εφαρμογή της προηγουμένης παραγράφου ορίζονται κατά την εξής σειρά προτεραιότητας: α) οι εκπρόσωποι από την πλέον αντιπροσωπευτική συνδικαλιστική οργάνωση της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, η οποία καλύπτει κατά το καταστατικό της τους εργαζομένους, ανεξάρτητα από την κατηγορία, τη θέση ή την ειδικότητα τους, β) οι εκπρόσωποι των υφισταμένων συνδικαλιστικών οργανώσεων της επιχείρησης ή της εκμετάλλευσης, γ) τα συμβούλια εργαζομένων, δ) εάν ελλείπουν συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων, η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων. Η ενημέρωση μπορεί να γίνει με εφάπαξ ανακοίνωση σε. εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης. Η διαβούλευση πραγματοποιείται σε τόπο και χρόνο που ορίζει ο εργοδότης”. Από τις ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία (συμβατική ή επιβαλλομένη μονομερώς), αποτελεί ειδικότερη μορφή μερικής απασχόλησης, κατά την οποία ο μισθωτός απασχολείται στην επιχείρηση ή σε ορισμένο τμήμα αυτής λιγότερες ημέρες την εβδομάδα ή λιγότερες εβδομάδες το μήνα ή λιγότερους μήνες το έτος, αλλά πάντα κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο εργασίας. Βασικό εννοιολογικό γνώρισμα της εκ περιτροπής εργασίας είναι η εναλλαγή χρονικών διαστημάτων εργασίας και αργίας (μη εργασίας), μολονότι η λειτουργία της επιχείρησης ή τμήματος αυτής παραμένει συνεχής. Από τις ίδιες αυτές διατάξεις, συνάγεται ότι η εκ περιτροπής εργασία μπορεί να λάβει δύο ειδικότερες μορφές και συγκεκριμένα: 1) της συμφωνημένης (συμβατικής) εκ περιτροπής εργασίας, η οποία επιτρέπεται να συμφωνηθεί ελεύθερα με διάφορους συνδυασμούς που επιλέγουν τα μέρη, με μόνο περιορισμό της παροχής της ημερήσιας εργασίας κατά πλήρες ωράριο και 2) αυτής που εφαρμόζεται με μονομερή εργοδοτική απόφαση. Ειδικότερα στη δεύτερη περίπτωση παρέχεται η δυνατότητα στον εργοδότη και στο πλαίσιο του διευθυντικού του δικαιώματος σε ευρεία έννοια (ΑΠ 468/2012), σε περίπτωση περιορισμού της δραστηριότητάς της επιχείρησής του, να επιβάλλει στην επιχείρησή του “σύστημα εκ περιτροπής εργασίας”, μέχρι εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος. Προϋποθέσεις κατά την τελευταία ως άνω διάταξη του εδαφίου δ της ως άνω παραγράφου για τη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι: α) περιορισμός των δραστηριοτήτων του εργοδότη, β) ενημέρωση και διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και, ελλείψει αυτών, με το σύνολο των εργαζομένων, χωρίς να είναι απαραίτητο τα μέρη να καταλήξουν σε συμφωνία, οπότε η εφαρμογή του συστήματος εκ περιτροπής εργασίας λαμβάνει χώρα με μονομερή απευθυντέα δήλωση του εργοδότη προς τους εργαζομένους, διαπλαστικού χαρακτήρα (ΑΠ 1252/2014), γ) η διάρκειά της να μην είναι μεγαλύτερη από τους εννέα μήνες στο ίδιο ημερολογιακό έτος και δ) η απόφαση του εργοδότη (όταν αυτή επιβάλλεται μονομερώς) ή η συμφωνία (όταν πρόκειται για συμβατική εκ περιτροπής εργασία) να κοινοποιηθεί εντός οκτώ (8) ημερών στην Επιθεώρηση Εργασίας. Από το ότι η μονομερής επιβολή του συστήματος της εκ περιτροπής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη προβλέπεται κατά το νόμο “αντί της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας”, προκύπτει ότι ο περιορισμός της δραστηριότητας του εργοδότη, ανεξαρτήτως των λόγων στους οποίους οφείλεται, πρέπει να είναι τέτοιος, που θα οδηγούσε σε απολύσεις για οικονομικοτεχνικούς λόγους. Προϋποτίθεται δηλαδή η από τον περιορισμό της δραστηριότητας του εργοδότη πρόκληση πλεονάζοντος προσωπικού, λόγω της μείωσης της διαθέσιμης εργασίας, ήτοι της ανάγκης του εργοδότη για παροχή εργασίας προς αυτόν. Ως εκ τούτου ο περιορισμός της δραστηριότητας δεν δικαιολογεί την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, αν είναι εντελώς ασήμαντος, αλλά θα πρέπει αντιθέτως να πρόκειται για σημαντικό περιορισμό αυτής. Από την πρόβλεψη δε επιβολής “συστήματος εκ περιτροπής εργασίας”, αντί της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας του πλεονάζοντος προσωπικού, συνάγεται ότι το σύστημα αυτό αξιολογείται από τον νομοθέτη ως ηπιότερο μέτρο σε σχέση με την καταγγελία. Το σύστημα δε της εκ περιτροπής εργασίας που δικαιούται να επιβάλει μονομερώς ο εργοδότης προϋποθέτει αναγκαίως εναλλαγή εργαζομένων στην ίδια επιχείρηση στην ίδια ή περισσότερες θέσεις εργασίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους, ενώ η λειτουργία της επιχείρησης παραμένει συνεχής. Η εναλλαγή αυτή μπορεί να γίνεται, είτε κατά ομάδες μισθωτών εκ των οποίων η μία θα αντικαθιστά την άλλη διαδοχικά στην απασχόληση και τη μη απασχόληση, είτε από ένα μισθωτό τη φορά, υπό την έννοια ότι κάθε φορά ένας μισθωτός θα τίθεται εναλλάξ σε υποχρεωτική αργία, ενώ ο άλλος μισθωτός θα καλύπτει κατά πλήρες ωράριο τη θέση εργασίας. Χωρίς αυτή την εναλλάξ παροχή εργασίας, η οποία θα καταλαμβάνει το σύνολο των εργαζομένων στην επιχείρηση ή στο τμήμα αυτής που εμφανίζει σημαντικά μειωμένη δραστηριότητα, η εφαρμογή του συστήματος δεν είναι, νοητή και κατά συνέπεια δεν μπορεί να επιβληθεί με μονομερή απόφαση του εργοδότη κατά το εδάφιο δ της παρ.3 του άρθρου 38 του Ν. 1892/1990, όπως τροποποιηθέν ισχύει (ΑΠ 1252/2014, σχετ. ΑΠ 969/2011 υπό το πριν το Ν. 3846/2010 ισχύον νομοθετικό καθεστώς). Συνακόλουθα δεν είναι κατά νόμο επιτρεπτή η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής επιβολή συστήματος εργασίας κατά πλήρες ημερήσιο ωράριο για τις ίδιες συγκεκριμένες ημέρες την εβδομάδα σε μισθωτούς της επιχείρησής του, αφού στη περίπτωση αυτή ελλείπει το στοιχείο της εναλλάξ παροχής εργασίας. Περαιτέρω, εκτός της πιο πάνω ουσιαστικής προϋπόθεσης του περιορισμού της δραστηριότητας της επιχείρησης, για την επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, τίθενται επιπλέον και ορισμένες τυπικές προϋποθέσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται η υποχρέωση ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης με τους εκπροσώπους αυτών, και σε περίπτωση έλλειψης εκπροσώπων, με το σύνολο των εργαζομένων. Εξάλλου με το Π.Δ. 240/2006 (ΦΕΚ A 252), που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την οδηγία 2002/14/Ε.Κ., στο οποίο παραπέμπει η διάταξη του ως άνω εδαφίου δ ως προς τον τρόπο κατά τον οποίο γίνεται η ενημέρωση των εργαζομένων και στη συνέχεια η διαβούλευση αυτών με τον εργοδότη, θεσπίστηκε γενικότερα η υποχρέωση του εργοδότη για ενημέρωση και διαβούλευση, με τους εκπροσώπους των εργαζομένων, για ζητήματα, όπως και η εκ περιτροπής εργασία. Η ενημέρωση αυτή, η οποία μπορεί να γίνει και με εφάπαξ ανακοίνωση σε εμφανές και προσιτό σημείο της επιχείρησης, θα πρέπει να περιέχει τους λόγους που κατά την εργοδοσία επιβάλλουν την εκ περιτροπής εργασία, όπως στοιχεία από τα οποία προκύπτει ο σημαντικός περιορισμός της δραστηριότητας, η πιθανή διάρκειά της και το συγκεκριμένο σύστημα κατανομής της απασχόλησης που προτίθεται να εφαρμόσει ο εργοδότης. Δεν αποκλείεται βεβαίως η ενημέρωση να γίνει και κατ’ άλλο τρόπο, όπως με προφορική ανακοίνωση, προς τους εργαζομένους, που θα συνιστά άλλωστε τη συνήθη περίπτωση σε μικρές επιχειρήσεις με μικρό αριθμό εργαζομένων. Η διαβούλευση στη συγκεκριμένη περίπτωση συνίσταται στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ του εργοδότη και των εκπροσώπων των εργαζομένων ή του συνόλου αυτών σχετικά με τα μέτρα και τις αποφάσεις που πρέπει να ληφθούν για την αντιμετώπιση των δυσχερειών της επιχείρησης από τη σημαντική μείωση της δραστηριότητας αυτής και ειδικότερα για τη δημιουργία συστήματος κατανομής της εναπομένουσας διαθέσιμης εργασίας στο σύνολο του προσωπικού της επιχείρησης ή του τμήματος αυτής, προκειμένου να διασωθούν έτσι οι θέσεις εργασίας. Επομένως για την εκ μέρους του εργοδότη μονομερή επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας στους εργαζομένους κάποιας επιχείρησης ή τμήματος αυτής δεν αρκεί απλώς η εκ μέρους των τελευταίων γνώση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει η επιχείρηση και μάλιστα λόγω του μικρού μεγέθους αυτής, αλλά απαιτείται η εκ μέρους του εργοδότη κατά τα ανωτέρω ενημέρωση και διαβούλευση με τους εργαζόμενους πριν την επιβολή του ανωτέρω μέτρου. Ενόψει δε του συλλογικού χαρακτήρα του ανωτέρω μέτρου της επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας, το οποίο συνιστά μία μορφή ex lege εργατικής αλληλεγγύης εις τρόπον ώστε στη περίπτωση προσφυγής του εργοδότη στο μέτρο αυτό να μετατρέπεται το ενδεχόμενο της πλήρους απώλειας των θέσεων εργασίας συγκεκριμένου αριθμού εργαζομένων σε μείωση του χρόνου απασχόλησης με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών ενός μεγαλυτέρου αριθμού εργαζομένων, η τήρηση της υποχρέωσης ενημέρωσης και εν συνεχεία διαβούλευσης αφορά όλες τις επιχειρήσεις στις οποίες ο εργοδότης προτίθεται να επιβάλει το μέτρο αυτό, ανεξαρτήτως του αριθμού των εργαζομένων σε αυτές και ειδικότερα ανεξαρτήτως του αν αυτές απασχολούν μικρότερο αριθμό εργαζομένων από τον προβλεπόμενο για την εφαρμογή τους στο άρθρο 3 του Π.Δ/τος 240/2006 και στο άρθρο 1 του Ν. 1767/1988 (σχετ. ΑΠ 1252/2014), αφού η σχετική παραπομπή του εδαφίου δ στις διατάξεις των νόμων αυτών αναφέρεται στο τρόπο με τον οποίο λαμβάνει, χώρα η κατά τα άνω ενημέρωση και εν συνεχεία διαβούλευση και όχι στο μέγεθος της επιχείρησης. Τούτο ενισχύεται και από τη ρύθμιση της παρ.4 περ. δ του πιο πάνω άρθρου που ορίζει ότι η ενημέρωση και η διαβούλευση γίνεται με το σύνολο των εργαζομένων, εάν ελλείπουν οι κατά τις προηγούμενες περιπτώσεις συνδικαλιστικές οργανώσεις ή συμβούλια εργαζομένων στην επιχείρηση αυτή. Αντίθετη άλλωστε ερμηνευτική εκδοχή θα είχε ως αποτέλεσμα την αιφνίδια και χωρίς προηγούμενο διάλογο επιβολή του επαχθούς εκ του αποτελέσματος μέτρου της εκ περιτροπής εργασίας με μονομερή απόφαση του εργοδότη, δια της οποίας τροποποιούνται μονομερώς επί τα χείρω και κατά παράβαση της θεμελιώδους αρχής pacta sunt servanda οι όροι της ατομικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του μισθωτού και θα περιόριζε την καθιέρωση του εν λόγω διαλόγου σε μικρό αριθμό επιχειρήσεων, ενόψει και της δομής της ελληνικής οικονομίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η νόμιμη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας δεν συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας κατά την έννοια του άρθρου 7 ν. 2112/1920, διότι λαμβάνει χώρα κατ’ ενάσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του εργοδότη απορρέοντος από τον νόμο. Αν αντιθέτως δεν τηρούνται οι ανωτέρω όροι και προϋποθέσεις, δεν υφίσταται σχετικό δικαίωμα του εργοδότη για μονομερή μεταβολή των όρων εργασίας, δεν επέρχεται δηλαδή αναστολή της πλήρους λειτουργίας της εργασιακής σύμβασης, με τη μείωση του χρόνου απασχόλησης και την αντίστοιχη μείωση της αμοιβής, η δε μονομερής επιβολή της συνιστά (παράνομη) βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας, που λαμβάνει χώρα χωρίς τη συμφωνία του εργαζομένου και χωρίς σχετικό δικαίωμα του εργοδότη, η οποία επισύρει τις συνέπειες του άρθρου 7 του Ν. 2112/1920 και των άρθρων 361, 349, 350, 656 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή, ο μισθωτός έχει διαζευκτικώς τις εξής δυνατότητες: α) να αποδεχθεί τη μεταβολή, οπότε συνάπτεται νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη (άρθ. 361 ΑΚ), εφ’ όσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, β) να θεωρήσει την μονομερή βλαπτική μεταβολή ως καταγγελία από την πλευρά του εργοδότη και να αποχωρήσει, αξιώνοντας συγχρόνως την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης κατά το άρθρο 7 του Ν. 2112/1920 και γ) να εμμείνει στην τήρηση των συμβατικών όρων, προσφέροντας τις υπηρεσίες του σύμφωνα με τους πριν από τη μεταβολή όρους, οπότε η μη αποδοχή τους από τον εργοδότη τον καθιστά υπερήμερο δανειστή και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζει το άρθρο 656 ΑΚ (καταβολή μισθών υπερημερίας). Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ.3 του Ν. 3198/1955 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 1 και 3 του Ν. 2112/1920 (και επί εργατοτεχνιτών των άρθρων 3 και 5 του Β.Δ/τος της 16/18.7.1920 που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθ. 12 παρ.2 του Ν.2112/1920), 174 και 180 του ΑΚ, η κατά τα ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού με ποινή την σχετική ακυρότητα αυτής υπέρ του μισθωτού, πρέπει να γίνει εγγράφως και να καταβληθεί η προβλεπομένη από το νόμο αποζημίωση απόλυσης. Σε περίπτωση ακυρότητας της καταγγελίας, λόγω μη τήρησης των ανωτέρω τυπικών προϋποθέσεων, η σύμβαση εργασίας δεν λύεται και τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μερών από τη σύμβαση παραμένουν ακέραια. Έτσι ο εργαζόμενος, για όσο διάστημα ο εργοδότης αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του, έχει αξίωση κατά τα άρθρα 349, 350 και 656 του ΑΚ να του καταβάλλονται οι συμφωνημένες ή νόμιμες αποδοχές (μισθοί υπερημερίας (ΑΠ 771/2017 «ΝΟΜΟΣ»
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει στην κρινόμενη αγωγή της (με την οποία παραιτείται από το δικόγραφο της από 9-9-2016 αριθμ. ……./………/2016 αγωγής της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου) ότι στις 17-11-1997 προσλήφθηκε από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος με την ειδικότητα της πωλήτριας στο ………. Αττικής, με την αμοιβή, τις συνθήκες και τους όρους, που αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι από τα τέλη του 2011 και ύστερα η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί συστηματικά να της καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της. Ότι στις 18-9-2012 η εναγομένη της επέβαλε να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχολήσεως έως τις 31 Δεκεμβρίου του 2012. Ότι η εναγομένη της επέβαλε εκ νέου να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχολήσεως για, χρονικό διάστημα 9 μηνών ήτοι μέχρι τις 25-11-2015. Ότι η ως άνω μονομερής επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απόλυσης είναι παράνομη για τους λόγους που ειδικότερα εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι σε κάθε περίπτωση η ως άνω μονομερής επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας είναι καταχρηστική για τους ειδικότερα εκτιθέμενους λόγους. Ότι τα ανωτέρω συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της ενάγουσας. Ότι η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας στις 23-6-2016 και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς με αντικείμενο την οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της που έλαβε χώρα δια της επανειλημμένης παράνομης, άλλως καταχρηστικής επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασία της στις 24-6-2016, με τετράμηνη προθεσμία προειδοποίησης. Ότι μετά τη λήξη της τετράμηνης ως άνω προθεσμίας η εναγομένη παρέλειψε να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Ότι η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της εκδικητικά, αγομένη από μένος και εμπάθεια εναντίον της αποκλειστικά λόγω του γεγονότος ότι προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, προκειμένου να προασπίσει τα δικαιώματά της και έκτοτε και από την ημερομηνία της άκυρης απόλυσής της περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας και της οφείλει μισθούς υπερημερίας. Ότι η εκτιθέμενη στο αγωγικό δικόγραφο προσέβαλε βάναυσα την προσωπικότητά της και της προξένησε ηθική βλάβη αποτιμώμενη στο ποσό των 10.000 ευρώ.
Με βάση το ως άνω ιστορικό η ενάγουσα ζητεί – μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτούμενου κονδυλίου των μισθών υπερημερίας από 55.433,10 ευρώ σε 39.793,71 ευρώ, που έλαβε χώρα με δήλωση του πληρεξούσιου Δικηγόρου της ενάγουσας, που καταχωρίσθηκε στα πρακτικά και αναλύεται στις έγγραφες προτάσεις της [άρθρα 295 παρ.1εδ. β, 297, 223, 224, και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ] να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 24-6-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την πλευρά της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 39.793,72 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας λόγω μονομερούς βλαπτικής μεταβολής και άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του και β) 10.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης και άπαντα τα άνω ποσά νομίμως εντόκως αφ’ ης εκάστη αξίωση, ως προσδιορίστηκε η γένεσή της στο ιστορικό της αγωγής, κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της προηγούμενης από 9-9-2016 με γενικό αριθμό καταθέσεως ………../2010 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………/2016 αγωγής εναντίον της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ήτοι από 13-9-2016 άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση. Επικουρικώς, στην περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας μετά της εναγομένης έχει λυθεί να υποχρεωθεί αυτή α) να της καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 8.645,70 ευρώ νομίμως εντόκως από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας (24-6-2016), άλλως από την επίδοση της προηγούμενης από 9-9-2016 με γενικό αριθμό κατάθεσης …………/2016 και αριθμό κατάθεσης δικογράφου ………./2016 αγωγής της εναντίον της, ήτοι από 13-9-2016 άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση και β) να της χορηγήσει κατ’ άρθρο 678 παρ. 1 και 2 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητά της εργασίας της, καθώς και διαγωγή του και να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή ύψους 300 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησή της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησομένη υποχρέωσή της, να διαταχθεί σε βάρος της εναγομένης προσωπική κράτηση διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης για την είσπραξη του επιδικασθησομένου ποσού, να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινώς εκτελεστή και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή της εν γένει δικαστικής της δαπάνης.
Η κρινόμενη αγωγή παραδεκτώς και αρμοδίως εισάγεται καθ’ ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών οι οποίες υπάγονται στις περιουσιακές διαφορές [άρθρα 7, 9, 10, 16 παρ.2, 25 αρ.2 και 614 αριθμ. 3 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι ως άνω διατάξεις (613 αρ. 3 και, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ισχύουν μετά από την έναρξη ισχύος (1-1-2016) του ν.4335/2015 (που αφορά στις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με το άρθρο 9 παρ 2. του ως άνω ν. 4335/2015 «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου μετά από την 1η-1ου-2016 και δη στις 28-11-2016], ασκήθηκε, δε, παραδεκτώς εντός της αυτεπαγγέλτως λαμβανόμενης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης και της εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 παρ.παρ. 1 και 2 του ν. 3198/1955 [ΑΚ 279, 280, Ολ.ΑΠ 16/1994, ΑΠ192/2009 ΕΕργΔ 68(2009).1344], αναφορικά με το αγωγικά κονδύλια περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης και περί επιδικάσεως μισθών υπερημερίας, και με το επικουρικώς αιτηθέν αγωγικό αίτημα περί αποζημιώσεως απολύσεως, καθώς με επικαλούμενο από την ενάγουσα ως χρόνο λύσης, της επίδικης συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας της, την 24-6-2016 η αγωγή επιδόθηκε στης εναγομένη στις 8-12-2016, όπως τούτο προκύπτει από την επισημείωση επί του δικογράφου της αγωγής του Δικαστικού Επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη αρμοδίως εισάγεται, καθ’ύλην και κατά τόπον, προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 7, 9, 10,16 παρ.2, 25 αρ.2, 33 και 664-676 σε συνδ. με 591 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως οι ως άνω διατάξεις (664-676, 591 παρ. 1 ΚΠολΔ) ίσχυαν πριν από την έναρξη ισχύος (1-1-2016) του ν.4335/2015 (που αφορά στις τροποποιήσεις του ΚΠολΔ), καθόσον σύμφωνα με το άρθρο ένατο (μεταβατικές και άλλες διατάξεις), στην παρ 2. του ως άνω ν. 4335/2015 «Οι διατάξεις για τα ένδικα μέσα και τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 εφαρμόζονται για τα κατατιθέμενα από την 1.1.2016 ένδικα μέσα και αγωγές», ενώ η κρινόμενη αγωγή κατατέθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου πριν από την 1η-1ου-2016 και δη την 29-2-2015]. Περαιτέρω, η αγωγή αναφορικά με το κονδύλιο των μισθών υπερημερίας είναι αρκούντως ορισμένη διότι περιέχει όλα τα απαιτούμενα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τη νομική θεμελίωση και τη δικαστική εκτίμηση της, καθότι περιέχει τα στοιχεία της σύμβασης εργασίας, το εργασιακό αντικείμενο, την ειδικότητα της ενάγουσας, την παροχή της εργασίας της στον εργοδότη, το ύψος του μισθού της ενάγουσας, ο οποίος περιλαμβάνει ποσοτικώς και ποιοτικώς ό,τι αυτή θα ελάμβανε, εάν η εργοδότρια αποδεχόταν την εργασία της, σύμφωνα με την εργασία ή της σύμβαση και το νόμο [ΑΠ 341/2008 ΕΕργΔ 68(2009).573=ΕλΔ 50(2009).484=ΔΕΝ 65(2009).468], των δε λοιπών αναφερόμενων ως ελλειπόντων στοιχείων δυναμένων να προκύψουν και από την αποδεικτική διαδικασία χωρίς βλάβη της εναγομένης, αναφορικά με τη δυνατότητα άμυνάς της, χωρίς να απαιτείται τα στοιχεία αυτά να διατυπώνονται κατά τρόπο πανηγυρικό στο δικόγραφο, αρκεί ότι εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτουν ή συνάγονται επαρκώς από όλο το κείμενο της αγωγής (ΑΠ 2016/2007, ΑΠ 184/2007, ΑΠ 66/2007, ΑΠ 199/2004, ΑΠ 584/2000 «ΝΟΜΟΣ»). Σημειώνεται ότι για να είναι ορισμένο το ως άνω αγωγικό κονδύλιο αρκεί να αναγράφεται και ο μέσος όρος των μισθών κατά το αναφερόμενο διάστημα, (βλ. και ΑΠ 431/2006 Δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΧΡΙΔ 2006/658, Εφ. Δωδ. 12/2014 «ΝΟΜΟΣ»), ενώ καθίσταται περιττή η επιπρόσθετη μνεία περί πραγματικής και προσηκούσης προσφοράς της εργασίας του μισθωτού, διότι η καταγγελία της συμβάσεως εμπεριέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος (βλ. ΑΠ 192/2009, ΤΝΠ «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1024/2006, ΕλλΔνη 50, 437, ΑΠ 431/2006, ΕλλΔνη 49, 464 και ΑΠ 216/2002, ΕλλΔνη 44: 120, Εφ. Πειρ.123/2014 «ΝΟΜΟΣ»). Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, ερειδόμενη στις διατάξεις των άρθρων άρθρων 648, 649, 652, 653, 655, 656, 659, 669, 330, 349, 350, 353, 361, 340, 341, 345, 346, 479, 914 και 932 ΑΚ, 3 του ν. 2112/1920,1, 2 και 5 του Ν. 3198/1955, 5 του β.δ/τος της 16/18-7-1920,23 παρ. 2 του Ν. 1264/1982, 1 παρ.1 και 2 του Ν.1082/1980 και 1 παρ. 1&2, 2, 3 παρ.1, 6 και 10 της 19040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας 4 παρ. 1 του ΑΝ 539/1945, 1 3π. του Ν. 4504/1966 και 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, 4 παρ. 1 του ΠΔ 178/2002, 68, 70 (αναφορικά με το κύριο αγωγικό αναγνωριστικό αίτημα), 907 και 908 αρ.1 εδ. ε’, 910 αρ. 4 (αναφορικά με τα κύρια αγωγικά καταψηφιστικά αιτήματα) και 946, 176 και 189 παρ. 1 σε συνδ. με 191 αρ. 2 του ΚΠολΔ και 63 παρ. 1, 68 παρ. 1, 84 παρ. 1 του Κωδ.Δικηγόρων Ν.4194/2013, (ΦΕΚ Α’ 208/27-9-2013). Συνεπώς, πρέπει η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω και από ουσιαστική άποψη, καθώς καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το e-Παράβολο με κωδικό …………….).
Από τις ένορκες καταθέσεις στο ακροατήριο των μαρτύρων των διαδίκων (ένας από κάθε πλευρά) και από το σύνολο των εγγράφων που προσκομίζονται μετ’ επικλήσεως αποδεικνύονται τ’ ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα προσλήφθηκε στις 17-11-1997 από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της πωλήτριας και τοποθετήθηκε σε κατάστημα της εμπορίας ενδυμάτων επί της οδού …………… στο ………….., το οποίο το έτος 2011 μεταφέρθηκε σε κοντινή απόσταση επί της οδού …………. και Φθινόπωρο του 2014 μεταφέρθηκε σε κοντινή απόσταση επί της οδού …………… Συμφωνήθηκε να παρέχει την εργασία της επί πενθήμερο εβδομαδιαίως κατά πλήρες ωράριο έναντι μηναίου μισθού ύψους 1.317,58 ευρώ από 1η Ιανουαρίου 2012 έως 31 Αυγούστου 2013 και 1.235,10 ευρώ από 1η Σεπτέμβριο 2012 και εφεξής. Τα καθήκοντα της ενάγουσας συνίσταντο στην εν γένει εξυπηρέτηση των πελατών του καταστήματος, καθώς και στην προετοιμασία και τον ευθετισμό του χώρου. Περαιτέρω στις 18-9-2012 η εναγομένη επέβαλε στην ενάγουσα να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχολήσεως έως τις 31 Δεκεμβρίου 2012 (επί δύο εργάσιμες ημέρες ανά εβδομάδα και επιπλέον κατά τα Σάββατα του μηνός Δεκεμβρίου και μια Κυριακή. Αμέσως μετά (από 1 Ιανουαρίου 2013) η εναγομένη επέβαλε στην ενάγουσα εκ νέου να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης (επί διημέρου ανά εβδομάδα) και έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2013. Στη συνέχεια και συγκεκριμένα στις 25 Φεβρουαρίου 2015 επιβλήθηκε στην ενάγουσα και πάλι να εργάζεται με σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης (επί δύο ημέρες ανά εβδομάδα), για χρονικό διάστημα εννέα μηνών, ήτοι μέχρι τις 25 Νοεμβρίου 2015.
Η ως άνω μονομερής επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης από πλευράς της εναγομένης είναι παράνομη για τους εξής λόγους : α) Η ενάγουσα κατά τις κρίσιμες χρονικές περιόδους ήταν η μοναδική εργαζομένη στο κατάστημα της εναγομένης συνεπώς δεν νοείται επιβολή συστήματος εκ περιτροπής απασχόλησης σε έναν μόνον εργαζόμενο. Σημειωτέον ότι η μονομερώς επιβαλλόμενη εκ περιτροπής εργασίας αποτελεί μέτρο με συλλογικό χαρακτήρα. Ο συλλογικός της χαρακτήρας ευρίσκεται έκφραση και στη διατύπωση της διάταξης, η οποία κάνει λόγο για «σύστημα» εκ περιτροπής εργασίας και επιβεβαιώνεται και από το γεγονός ότι προϋπόθεση για την επιβολή του μέτρου αυτού είναι η διαβούλευση με τους εκπροσώπους των εργαζομένων και ελλείψει αυτών με το σύνολο των εργαζομένων της επιχείρησης (άρθρο 38 παρ. 4 εδ. δ του ν. 1892/1990) (βλ. Ζερδελή Εργατικό Δίκαιο Ατομικές Εργασιακές. Σχέσεις Γ’ Έκδοση (2015) σελ. 1049 αριθμ, 2054). β) Ουδέποτε έλαβε χώρα ανακοίνωση-πρόσκληση του ενάγοντος σε διαβούλευση. Γ) Δεν προηγήθηκε της επιβολής ουσιαστικής ενημέρωσης και διαβούλευσης. Δ) Δεν γνωστοποιήθηκε στην ενάγουσα οποιοδήποτε οικονομικό ή άλλο στοιχείο της επιχείρησης της εναγομένης, ούτως ώστε να λάβει γνώση της πρόσφατης και της πιθανής εξέλιξης των δραστηριοτήτων και την οικονομική κατάστασή της, καθώς και της διάρθρωσης και της πιθανής εξέλιξης της απασχόλησης σε αυτήν.
Περαιτέρω, στις 11 Μαρτίου 2015 η ενάγουσα κοινοποίησε στην εναγομένη την από 10-3-2015 εξώδικη διαμαρτυρία-πρόσκληση και δήλωσή στην οποία της εξέθεσε τις ληξιπρόθεσμες αξιώσεις της μέχρι το χρόνο εκείνο, διαμαρτυρήθηκε για την τρίτη κατά σειρά παράνομη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας και κάλεσε την εναγομένη αφενός να της καταβάλει τα οφειλόμενα, αφετέρου αν αποδέχεται τις υπηρεσίες πλήρους απασχόλησης, σύμφωνα με τους συμβατικούς όρους, με τη ρητή μνεία ότι σε διαφορετική περίπτωση θα προσέφευγε αρμοδίως για την προστασία των αγωγικών δικαιωμάτων της. Η εναγομένη ουδεμία απάντηση έδωσε στην ως άνω εξώδικη διαμαρτυρία της ενάγουσας. Περαιτέρω, η ενάγουσα στις 23-6-2016 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς με αντικείμενο την οφειλή δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας λόγω της μονομερούς βλαπτικής μεταβολής των όρων εργασίας της, που έλαβε χώρα δια της επανειλημμένης παράνομης επιβολής συστήματος εκ περιτροπής εργασίας. Την ίδια ημέρα (23 Ιουνίου 2016) η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη ότι είχε προσφύγει στη Επιθεώρηση Εργασίας και την κάλεσε να ρυθμίσουν τις διαφορές τους. Η εναγομένη δεν δέχθηκε κάτι τέτοιο και την επόμενη ημέρα (24-6-2016) επέδωσε στην ενάγουσα τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας της με τετράμηνη προειδοποίηση. Στις 24-10-2016, οπότε έληξε η τετράμηνη ως άνω προθεσμία αποζημίωσης η εναγομένη έπαψε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας χωρίς να της καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Εφόσον δεν καταβλήθηκε στην ενάγουσα η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, συνεπακόλουθα η ως άνω καταγγελία είναι άκυρη. Επίσης, εφόσον κατά τα προεκτεθέντα η εναγόμενη παρά το νόμο επέβαλε στην ενάγουσα μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής απασχόλησης, και ως εκ τούτου επήλθε σε βάρος της ενάγουσας μονομερής βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της κατά την έννοια του άρθρου 7 εδ. α του ν. 2112/1920. Περαιτέρω, τα ποσά τα οποία θα λάμβανε η ενάγουσα ανά μήνα υπό τη συνήθη και κανονική πορεία των πραγμάτων, για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 10-2-2017 (ημεροχρονολογία συζήτησης της επίδικης υπόθεσης), και τα οποία της οφείλει η εναγομένη για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας, κατ’ άρθρον 656 Α.Κ, είναι τα εξής: (81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε) + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Φεβρουαρίου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός 1.236,05 Ευρώ που έλαβε} + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαρτίου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε} + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε} + 54,66 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2012 [686,24 Ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.317,58/2 χ 1,04166} – 631,58 Ευρώ που έλαβα} + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβα} + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε} + 81,53 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 1.236,05 Ευρώ που έλαβε} + 70,68 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2012 [1.317,58 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος, μισθός 1.246,90 Ευρώ που έλαβε} + 311,24 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας Σεπτεμβρίου 2012 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός 923,86 Ευρώ που έλαβε} + 760,82 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2012 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 474,28 Ευρώ που έλαβε] + 642,25 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2012 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 592,85 Ευρώ που έλαβε} + 367,22 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2012 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 867,88 Ευρώ που έλαβε] + 300,10 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2012 [1.286,55 Ευρώ {ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: χ 1,04166} – 986,45 Ευρώ που έλαβε} + 734,88 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2013 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 500,22 Ευρώ που έλαβε} + 793,98 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2013 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 441,12 Ευρώ που έλαβα}”+ 675,60 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2013 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 559,50 Ευρώ που έλαβα] + 620,02 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2013 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 615,08 Ευρώ που έλαβα} + 439,58 Ευρώ για επίδομα Πάσχα 2013 [643,28 Ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.235,10/2 χ 1,04166} – 203,70 Ευρώ που έλαβα] + 734,88 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2013 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 500,22 Ευρώ που έλαβα} + 790,46 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2013 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 444,64 Ευρώ που έλαβα] + 814,03 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2013 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 421,07 Ευρώ που έλαβε] + 280,74 Ευρώ για επίδομα αδείας 2013 [617,55 Ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός 1.235,10/ 2} – 336,81 Ευρώ που έλαβε] + 782,00 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2013 (1.235,10 ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 453,10 Ευρώ που έλαβε} + 790,46 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2013[1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 444,64 Ευρώ που έλαβε} + 619,72 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Φεβρουαρίου 2015 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 615,38 Ευρώ που έλαβε} + 760,82 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαρτίου 2015 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 474,28 Ευρώ που έλαβε} + 642,25 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Απριλίου 2015 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 592,85 Ευρώ που έλαβε} + 91,98 Ευρώ για επίδομα Πάσχα [643,28 Ευρώ {ήμισυς μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.235,10/2 χ 1,04166} – 551,30 Ευρώ που έλαβε} + 701,54 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Μαΐου 2015 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 533,56 Ευρώ που έλαβε} + 760,82 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουνίου 2015 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 474,28 Ευρώ που έλαβε} + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιουλίου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Αυγούστου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Σεπτεμβρίου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου 2015 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2015 + 706,92 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2015 [1.286,55 Ευρώ {ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: χ 1,04166} – 579,63 Ευρώ που έλαβε} + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιανουαρίου 2016 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Φεβρουαρίου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές Μαρτίου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Απριλίου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Μαΐου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουνίου 2016 + 1.235,10 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Ιουλίου 2016 + 962,91 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Αυγούστου 2016 [1.235,10 Ευρώ καταβλητέος μηνιαίος μισθός – 272,19 Ευρώ που έλαβα} + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2016 + 1.235,10 Ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές και αποδοχές υπερημερίας μηνός Οκτωβρίου 2016 + 1.235,10 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Νοεμβρίου + 1.235,10 Ευρώ για αποδοχές υπερημερίας μηνός Δεκεμβρίου 2016 + 1.286,55 Ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2016 [ένας μηνιαίος μισθός προσαυξημένος κατά την αναλογία του επιδόματος αδείας: 1.235,10 χ 1,04166} + 1.235,10 Ευρώ Υια αποδοχές υπερημερίας μηνός Ιανουαρίου 2017 + 494,10 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας από 1 Φεβρουαρίου έως 10 Φεβρουαρίου 2017.
Περαιτέρω, περιστατικά αδικοπρακτικής συμπεριφοράς εκ μέρους της εναγομένης δεν αποδείχθηκαν. Πρέπει, δε, να σημειωθεί ότι μόνη η άκυρη απόλυση του μισθωτού είτε για τυπικούς λόγους είτε λόγω παραβάσεως του άρθρου 281 ΑΚ δεν συνιστά καθαυτή προσβολή της προσωπικότητας αυτού, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει κατά τα άρθρα 59 και 932 του ΑΚ αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, εκτός αν συντρέχουν και άλλα περιστατικά που συνιστούν προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου (ΑΠ 1540/2006 δημοσίευση σε ΤΝΠ «Νόμος» ΕφΑΘ 5592/1999 ΕλλΔνη 2000, 1402, Μον. Πρωτ. Αθηνών 1325/2013 «ΝΟΜΟΣ»). Επομένως πρέπει να απορριφθεί το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ύψους 10.000 ευρώ και συνακόλουθα και το αίτημα περί προσωπικής κράτησης σε βάρος της ενάγουσας. Αναφορικά με την προταθείσα με δήλωση στα πρακτικά και με τις έγγραφες προτάσεις της εναγομένης ένσταση εξόφλησης παρατηρητέα τυγχάνουν τ’ ακόλουθα: Η εναγομένη με τις προτάσεις της αναφέρει τα εξής: «Η ενάγουσα ζητεί διαφορές αποδοχών για το έτος 2012, πλην όμως έχει πλήρως εξοφληθεί για αυτές, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας … … … για τον λόγο δε αυτό προβλέπεται η σχετική ένσταση εξοφλήσεως. Επίσης, ζητεί δεδουλευμένες αποδοχές για τα έτη 2015 και 2016, πλην όμως οι μόνες που οφείλονται είναι όσες αναφέρω και συνομολογώ στο από 13/10/2016 υπόμνημά μου προς την Επιθεώρηση Εργασίας για την χρονική περίοδο Ιουλίου 2015 έως Οκτωβρίου 2016, συνολικού ποσού 10.895 ευρώ … … … …., ενώ οι υπόλοιπες έχουν πλήρως εξοφληθεί, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες αποδείξεις μισθοδοσίας … για τον λόγο δε αυτό προβάλλεται η σχετική ένσταση εξοφλήσεως».
Αναφορικά με την ένσταση αυτή παρατηρητέα τυγχάνουν τα ακόλουθα : Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 ΚΠολΔ, η ένσταση όπως και η αγωγή (άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν. Η απουσία κρίσιμων περιστατικών που θεμελιώνουν το αμυντικό αίτημά της οδηγεί σε απόρριψη τη ενστάσεως ως αόριστης- απαράδεκτης (Μακρίδου Δικονομία Εργατικών Διαφορών σελ 152). Επομένως για να είναι ορισμένη η ένσταση εξόφλησης χρηματικής απαιτήσεως, που έχει ως βάση περισσότερες της μίας καταβολές, πρέπει να διαλαμβάνει αναλυτικώς τα επιμέρους ποσά που απαρτίζουν το συνολικό ποσό που φέρεται καταβληθέν ή προταθέν σε συμψηφισμό (ΑΠ 1522/2011, «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1163/2011 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 960/2011 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 178/2010 «ΝΟΜΟΣ») και ειδικώς, για να είναι ορισμένη η υποβαλλόμενη από τον εργοδότη ένσταση εξόφλησης των πάσης φύσεως αποδοχών και αξιώσεων του εργαζομένου από τη σχέση εργασίας, με την επίκληση σχετικής έγγραφης απόδειξης του μισθωτού περί πληρωμής όλων των απαιτήσεών του δεν αρκεί να διαλαμβάνεται κατά τρόπο γενικό το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε στο μισθωτό για την παρεχόμενη εργασία του εκτός αν πρόκειται για μία και μόνη απαίτηση και προσδιορίζεται το ποσό και η αιτία της καταβολής, άλλως πρέπει να μνημονεύονται και τα επιμέρους ποσά που καταβλήθηκαν για κάθε αιτία και ο χρόνος καταβολής αυτών, διότι έτσι μόνο προστατεύεται ο εργαζόμενος από τυχόν καταστρατήγηση των εργατικών νόμων. Για τον λόγω αυτό, άλλωστε, με τα άρθρα 18 του ν. 1082/1980 και 20 παρ. 2 του ν. 1469/1984 επιβάλλεται στους ενάγοντες η υποχρέωση να χορηγούν, εφόσον πρόκειται περί φυσικών ή νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου, κατά την εξόφληση των αποδοχών του προσωπικού τους, εκκαθαριστικό σημείωμα ή, σε περίπτωση εφαρμογή μηχανογραφικού συστήματος, ανάλυση μισθοδοσίας. Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει να απεικονίζονται αναλυτικά οι πάσης φύσεως αποδοχές του προσωπικού καθώς και οι κρατήσεις που έγιναν σε αυτές (ΑΠ 1069/2014 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 381/2014 «ΝΟΜΟΣ»). Στην προκειμένη περίπτωση η ως άνω ένσταση της εναγομένης είναι απαράδεκτη ως αόριστη, αφού υπεβλήθη επιγραμματικά και δεν περιλαμβάνει τα απαιτούμενα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά και συγκεκριμένα την αιτία, δηλαδή κάθε επιμέρους απαίτηση της ενάγουσας, η οποία φέρεται να εξοφλήθηκε, τα ακριβή ποσά που καταβλήθηκαν στην ενάγουσα, καθώς και τον ακριβή χρόνο της καταβολής. Σε ουδένα σημείο των προτάσεών της εναγομένης αναφέρονται συγκεκριμένα ποσά που δόθηκαν έναντι συγκεκριμένων αξιώσεων και ακριβής χρόνος της επικαλούμενης καταβολής. Επομένως η ως άνω ένσταση πρέπει να απορριφθεί.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 24-6-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την πλευρά της εναγομένης, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 39.793,72, ευρώ, το οποίο αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας επιδόματα εορτών, επιδόματα, αδείας ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου αγωγικού κονδυλίου (Ολ.ΑΠ 39/2002 «ΝΟΜΟΣ», Ολ.ΑΠ 40/2002 «ΝΟΜΟΣ», ΟλΑΠ 626/1980 ΕΕργΔ 1980,566, ΑΠ 1240/2014 «ΝΟΜΟΣ», ΑΠ 1339/2005 «ΝΟΜΟΣ» ΑΠ 350/2004 Δνη 46.1480, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 63.856, ΑΠ 1341/2002 Δνη 44.253, ΑΠ 1682/2001 Δνη 42.1308, Εφ. Λαμ. 9/2011 «ΝΟΜΟΣ»], ως ακολούθως, ήτοι για τις δεδουλευμένες αποδοχές και για τις αποδοχές υπερημερίας νομιμοτόκως από το τέλος εκάστου μήνα που ο κάθε αντίστοιχος μηνιαίος μισθός έπρεπε να καταβληθεί, για τα επιδόματα αδείας και δώρα Χριστουγέννων νομιμοτόκως από τις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους που αφορούν και για τα δώρα Πάσχα νομιμοτόκως από τις 30 Απριλίου εκάστου έτους που αφορούν μέχρι την πλήρη εξόφληση. Περαιτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι και ότι η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, δεδομένου ότι προέκυψε ότι αυτή είναι μισθοσυντήρητη και εξαρτώμενη αποκλειστικώς από τα εισοδήματα της εργασίας της και ως εκ τούτου το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει η παρούσα απόφαση να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την προαναφερόμενη καταψηφιστική της διάταξη, κατά μερική αποδοχή του σχετικού παρεπόμενου αιτήματος της ενάγουσας ως και ουσιαστικά βάσιμου, λόγω και της φύσεως των επιδικαζόμενων κονδυλίων ως εργατικών απαιτήσεων και εφόσον στο εύρος της διατάξεως του άρθρου 910 αριθμ. 4 του ΚΠολΔ εμπίπτουν σαφώς και οι αποδοχές υπερημερίας [άρθρο 908 παρ.1 εδ. α’ και περ. ε’ ΚΠολΔ, βλ. Κεραμεύς/Κονδύλης/Νίκας (Νικολόπουλος), ΚΠολΔ II, έκδ. 2000, άρθρο 908, 910 ΚΠολΔ] και δη (πρέπει να κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή) για το ποσό των 8.000 ευρώ. Περαιτέρω, πρέπει η εναγομένη να χορηγήσει στην ενάγουσα κατ’άρθρο 678 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της πρέπει να καταδικασθεί η εναγομένη σε χρηματική ποινή ποσού είκοσι (20) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην ως άνω υποχρέωσή της, κηρυσσόμενης της απόφασης προσωρινά εκτελεστής ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να κατανεμηθούν ανάλογα με την έκταση της νίκης και της ήττας του καθενός διαδίκου και να καταδικασθεί η εναγομένη να πληρώσει μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό (άρθρο 178 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Απορρίπτει ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει την ακυρότητα, της από 24-6-2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας από την πλευρά της εναγομένης.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των τριάντα εννέα χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα τριών ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (39.793,72 ευρώ) το οποίο αφορά δεδουλευμένες αποδοχές, αποδοχές υπερημερίας επιδόματα εορτών, επιδόματα αδείας με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου αγωγικού κονδυλίου, όπως αναλύονται στο σκεπτικό, ως ακολούθως, ήτοι για τις δεδουλευμένες αποδοχές και για τις αποδοχές υπερημερίας νομιμοτόκως από το τέλος εκάστου μήνα που ο κάθε αντίστοιχος μηνιαίος μισθός έπρεπε να καταβληθεί, για τα επιδόματα αδείας και δώρα Χριστουγέννων νομιμοτόκως από τις 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους που αφορούν και για τα δώρα Πάσχα νομιμοτόκως από τις 30 Απριλίου εκάστου έτους που αφορούν μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κηρύσσει την απόφαση εν μέρει προσωρινώς εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη και δη για το ποσό των οκτώ χιλιάδων (8.000) ευρώ.
Διατάσσει την εναγομένη να χορηγήσει στην ενάγουσα κατ’άρθρο 678 ΑΚ πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, καθώς και η διαγωγή της διαφορετικά και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς της καταδικάζει την εναγομένη σε χρηματική ποινή ποσού είκοσι (20) ευρώ για κάθε ημέρα αρνήσεώς της να συμμορφωθεί στην ως άνω υποχρέωσή της.
Κηρύσσει την απόφαση προσωρινά εκτελεστή ως προς την αμέσως ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη.
Καταδικάζει την εναγομένη να πληρώσει μέρος των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1.500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων Δικηγόρων τους, στις 17-01-2018.
