Περίληψη: Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Αγωγή για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας δεύτερου χρονικού διαστήματος μετά την αναγνώριση της ακυρότητας καταγγελίας σύμβασης εργασίας. Η τελεσίδικη απόφαση που δέχεται ότι η απόλυση του εργαζομένου ήταν άκυρη, αποτελεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του ορισμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας και, συνεπώς, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αργότερα μεταγενέστερης αγωγής, με την οποία διώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της ίδιας απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο, από το δεδικασμένο. Η τυχόν άρση της υπερημερίας ή η απαλλαγή του εργοδότη για καταβολή του μισθού για οποιοδήποτε λόγο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ενστάσεως του εναγομένου εργοδότη. Για να θεωρηθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Στοιχεία του ορισμένου της σχετικής ένστασης. Μόνη η μακρά διάρκεια του διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης, καταχρηστική. Δεν αποδείχθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα για οποίο ασκείται η αγωγή, οι ενάγουσες μπορούσαν να εργαστούν ευχερώς σε άλλη παρόμοια εργασία με ίδιες περίπου αποδοχές και ότι δολίως απέφυγαν να εργαστούν με απώτερο σκοπό να εισπράξουν από την εναγόμενη μισθούς υπερημερίας. Αντιθέτως, αποδεικνύεται ότι έγινε η προσήκουσα προσπάθεια καθώς και οι δύο ενάγουσες εργάστηκαν μεν αλλά δεν κατέστη εφικτό να βρουν σταθερή εργασία. Μερικώς δεκτή η ένσταση της εναγόμενης για καταχρηστική αναζήτηση μισθών υπερημερίας λόγω παρέλευσης μακρού διαστήματος, κατά το οποίο μειώθηκαν οι αποδοχές των συναδέλφων των εναγουσών. Δέχεται εν μέρει την αγωγή χωρίς αφαίρεση ωφέλειας των εναγουσών από την εργασία τους σε άλλους εργοδότες. Τους επιδικάζει το συνολικό ποσό των 18.400,00 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
1125/2022
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Καραμπογιά, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και τη Γραμματέα Ελένη Σίγουρα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 29η Μαρτίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΥΣΩΝ : 1) ………… του …………, κατοίκου Αθηνών, επί της ………… αριθμ. … (Α.Φ.Μ. …………) και 2) ………… του ……….., κατοίκου Αθηνών, επί της οδού ………… αριθμ. … (Α.Φ.Μ. …………), οι οποίες παραστάθηκαν στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου τους Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 29922).
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ : Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία ………… και τον διακριτικό τίτλο …………, που εδρεύει στην …………, επί της οδού ………… αριθμ. … και εκπροσωπείται νόμιμα (Α.Φ.Μ. …………), η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Φωτεινής Σουλεϊμάνη (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 36215).
Οι ενάγουσες ζητούν να γίνει δεκτή η από 26.3.2021 αγωγή τους, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ……/2021 και αύξ. αριθμ. έκθ. κατάθ. δικογρ. …/2021 και προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 18ης.05.2021 και μετά από διαδοχικές αναβολές για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο πινάκιο.
Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του σχετικού πινακίου και κατά τη συζήτησή της, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
I. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι οι τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, ορθές ή εσφαλμένες, δημιουργούν δεδικασμένο με τη θετική και αρνητική λειτουργία του, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ένδικων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο. Το δεδικασμένο καλύπτει (ως ενιαίο όλο) ολόκληρο τον δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης. Συγκεκριμένα, το δεδικασμένο καλύπτει: α) το δικαίωμα που κρίθηκε ή την έννομη σχέση που διαγνώσθηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που διαγνώστηκε και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή τον νομικό χαρακτηρισμό που έδωσε το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου για τη διάγνωση του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης (ΟλΑΠ 34/1992 Δνη 1992. 1450, ΟλΑΠ 3/2003 ΝοΒ 2003. 1395, ΑΠ 4/1992 Δνη 1993. 65, ΑΠ 1103/2000 Δνη 2001. 1288). Συγκεκριμένα, κατά το άρθρο 322 παρ. 1α του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση, που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, κατά το άρθρο 324 του ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, κατά το άρθρο 325 περ. 1 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων και, κατά το άρθρο 331 του ΚΠολΔ, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλην αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 218/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τα παραπάνω και δη από το συνδυασμό των άρθρων 324 και 330 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει εξ ολοκλήρου το δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επιδίκου εννόμου σχέσεως και, συγκεκριμένα, καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, δηλαδή την έννομη σχέση που έχει διαγνωσθεί, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή με την απόφαση, υπό την έννοια των περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της εννόμου σχέσεως, καθώς και τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντάς τα στην οικεία διάταξη νόμου. Ειδικότερα, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήσαν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν (ΑΠ 1331/2001 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Έτσι, η τελεσίδικη απόφαση που δέχεται ότι η απόλυση του εργαζομένου ήταν άκυρη, αποτελεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του ορισμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας και, συνεπώς, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται αργότερα μεταγενέστερης αγωγής, με την οποία διώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της ίδιας απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο, από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 1/2003, ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 1613/1997 ΕΕργΔ 1999. 663, ΕφΛαρ 114/2014, ΕφΑθ 4483/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, εν όψει της διατάξεως του άρθρου 656 του ΑΚ, κατά την έννοια της οποίας όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη έχει αυτός την υποχρέωση να καταβάλλει στο μισθωτό όλες τις απολαβές, που θα έπρεπε να του καταβάλλει κατά το ίδιο διάστημα, σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της συμβάσεως εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχόμενης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως (ΕφΛαρ 114/2014 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
II. Κατά το άρθρο 349 του ΑΚ, ο δανειστής γίνεται υπερήμερος, αν δεν αποδέχεται την παροχή που του προσφέρεται, η δε προσφορά της εργασίας πρέπει να είναι πραγματική και προσήκουσα. Κατά δε το άρθρο 350 του αυτού Κώδικα ο δανειστής γίνεται υπερήμερος και με προσφορά του οφειλέτη μη πραγματική, αν δήλωσε ήδη ότι δε δέχεται την παροχή, ενώ κατά το άρθρο 656 του ΑΚ, αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ή αν η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που τον αφορούν και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει το μισθό, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο. Η εκ του άρθρου 656 του ΑΚ αξίωση του μισθωτού για μισθούς υπερημερίας, λόγω αρνήσεως του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, μετά την άκυρη καταγγελία της συμβάσεως εργασίας του, στηρίζεται στη σύμβαση εργασίας και, συνεπώς, για να είναι ορισμένη η σχετική αγωγή, πρέπει να εκτίθενται σε αυτή η κατάρτιση της συμβάσεως εργασίας, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός του μισθωτού και η άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του. Με την αναφορά, όμως, του στοιχείου της καταγγελίας, καθίσταται περιττή η μνεία, περί πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας του ενάγοντος μισθωτού, διότι η καταγγελία της συμβάσεως εμπεριέχει και δήλωση της βουλήσεως του εργοδότου, για μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος (ΑΠ 787/2017, ΑΠ 606/2017, ΑΠ 429/2016, ΜονΕφΘεσ 1274/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Σε συνάφεια προς τα ανωτέρω, ο εργοδότης υποχρεούται μέχρι την άρση της υπερημερίας του να καταβάλλει τις αποδοχές υπερημερίας στον απολυθέντα μισθωτό (ΑΠ 1594/2017, ΑΠ 525/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ο οποίος δεν υποχρεούται σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών του (ΑΠ 1594/2017 ό.π, ΜονΕφΑθ 428/2020 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Δικαίωμα να απαιτήσει τον μισθό έχει ο εργαζόμενος και στην περίπτωση που η αποδοχή της εργασίας είναι αδύνατη από λόγους που αφορούν στον εργοδότη και δεν οφείλονται σε ανώτερη βία. Και ναι μεν ο εργαζόμενος, όπως ήδη εκτέθηκε δεν είναι υποχρεωμένος και σε αυτή την περίπτωση να παράσχει την εργασία σε άλλο χρόνο, ο εργοδότης, όμως, έχει δικαίωμα να αφαιρέσει από τον μισθό καθετί που ο εργαζόμενος ωφελήθηκε από τη ματαίωση της εργασίας ή από την παροχή της αλλού (ΑΠ 613/2018, ΑΠ 118/2017 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, η τυχόν άρση της υπερημερίας ή η απαλλαγή του εργοδότη για καταβολή του μισθού για οποιοδήποτε λόγο δεν αποτελεί στοιχείο της αγωγής, αλλά περιεχόμενο ενστάσεως του εναγομένου εργοδότη (ΑΠ 787/2017 ό.π), ο οποίος μπορεί να άρει την υπερημερία του με την επαναπρόσληψη του μισθωτού ή με δήλωση ότι δέχεται τις υπηρεσίες του υπό τους ίδιους όρους εργασίας ή με μεταγενέστερη έγκυρη καταγγελία της αυτής σύμβασης (ΑΠ 363/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας κατά το άρθρο 656 του ΑΚ υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει και όταν κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, για να εισπράττει τους μισθούς υπερημερίας χωρίς να εργάζεται. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι δε ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη, πρέπει αυτός να αναφέρει : α) την εργασία την οποία ο εργαζόμενος μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση, β) τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόληση του εργαζομένου αλλού, γ) την ωφέλεια που θα αποκόμιζε (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 613/2018, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 613/2018, ΑΠ 414/2016, ΑΠ 363/2015 ό.π). Μόνη η μακρά διάρκεια του διαστήματος για το οποίο ζητούνται αποδοχές υπερημερίας, χωρίς παράλληλα να είναι δόλια και κακόβουλη η αποφυγή του εργαζομένου προς ανεύρεση εργασίας, δεν καθιστά την άσκηση της σχετικής αξίωσης, καταχρηστική (ΑΠ 1451/2019, ΑΠ 613/2018, ό.π, ΑΠ 118/2017). Για το ορισμένο δε της ένστασης του εργοδότη από το άρθρο 656 εδ. τελ. του ΑΚ, δηλαδή για την αφαίρεση από τις αποδοχές υπερημερίας του εργαζομένου της ωφέλειας του τελευταίου από την κατά τη διάρκεια της υπερημερίας του εργοδότη ματαίωση της εργασίας του ή από την παροχή της αλλού, πρέπει να προσδιορίζεται συγκεκριμένα η ωφέλεια του εργαζομένου κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα και να αποδίδεται αυτή στην υπερημερία του εργοδότη, σε περίπτωση δε που η ωφέλεια αυτή συνίσταται σε αποδοχές που έλαβε ο εργαζόμενος παρέχοντας την εργασία του σε άλλον εργοδότη, πρέπει να κατονομάζεται ο εργοδότης, στον οποίο απασχολήθηκε ο εργαζόμενος, να προσδιορίζεται το είδος εργασίας που παρείχε και το ποσό των αποδοχών που έλαβε σε συγκεκριμένο χρόνο (ΑΠ 1451/2019, ό.π, ΑΠ 1162/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ως και περιστατικά από τα οποία να προκύπτει η συνδρομή του στοιχείου της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της υπερημερίας του εργοδότη και της ωφέλειας που απεκόμισε ο εργαζόμενος (ΑΠ 1451/2019 ό.π).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι ενάγουσες, με την υπό κρίση αγωγή τους, εκθέτουν ότι δυνάμει της από ………… (ΓΑΚ ……/2016 και ΕΑΚ ……/2016) αγωγής τους, που άσκησαν κατά της εναγομένης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 122/2018 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή τους και, μεταξύ άλλων, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους λόγω μη καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους και να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας για το αιτηθέν χρονικό διάστημα από 01.01.2016 έως 13.03.2017. Ότι, ακολούθως, η εναγόμενη άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από ………… (ΓΑΚ ……/2018 και ΕΑΚ ……/2018) έφεσή της επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1160/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση. Ότι η εναγόμενη δεν έχει άρει την υπερημερία της και, επομένως, συνεχίζει να τους οφείλει μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 14.03.2017 έως 31.03.2022. Με δεδομένα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, οι ενάγουσες, όπως παραδεκτά παραιτήθηκαν εν μέρει από τα ένδικα αγωγικά κονδύλια, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου τους στο ακροατήριο, που καταχωρήθηκε στο οικείο πρακτικό κατά την έναρξη της συζήτησης (άρθρα 293 και 294 εδ. α’ του ΚΠολΔ)- ζητούν να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 77.466,34 ευρώ και στην δεύτερη εξ αυτών το συνολικό ποσό των 84.390,45 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αποδοχές υπερημερίας, από την 30η Απριλίου κάθε έτους για το επίδομα Πάσχα και από την 31η Δεκεμβρίου κάθε έτους για το δώρο Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας κάθε έτους, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Τέλος, ζητούν να κηρυχθεί η εκδοθησομένη απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγόμενη στα δικαστικά τους έξοδα.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η ένδικη αγωγή, παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία περιουσιακών διαφορών (άρθρα 614 παρ. 3 και 621 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το Ν. 4335/2015, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4335/2015, διότι οι διατάξεις του εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες μετά την 01.01.2016 ένδικα μέσα και αγωγές). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 656 επ. του ΑΚ, 106, 176, 191 παρ. 2, 904, 908 του ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να εξεταστεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησής της έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα υπ’ αριθμ. ………… και ………… e-Παράβολα σε συνδυασμό με τα παραστατικά εξόφλησης μέσω internet banking).
Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης (η εναγόμενη δεν επιμελήθηκε την εξέταση μάρτυρα), που νόμιμα εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά και έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ως αποδεικτικά μέσα (άρθρο 340 ΚΠολΔ – ΑΠ 81/2009, ΑΠ 1421/2008, ΑΠ 405/2008, ΑΠ 691/2007 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος), καθώς και από τις ομολογίες των διαδίκων που διαλαμβάνονται στα δικόγραφά τους (άρθρα 261 παρ. 1 και 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εναγόμενη εταιρία δραστηριοποιείται στον κλάδο παραγωγής και εμπορίας αγροτικών προϊόντων και στα πλαίσια της ως άνω εμπορικής δραστηριότητάς της προσέλαβε τις ενάγουσες στις 17.03.2008 την πρώτη εξ αυτών και στις 02.05.2007 την δεύτερη εξ αυτών, προκειμένου να εργαστούν στο υποκατάστημα που διατηρούσε στην Αθήνα επί της οδού ………… με την ιδιότητα των πωλητριών και με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης. Ωστόσο, η εναγόμενη άρχισε να καθυστερεί την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους ήδη από το έτος 2013, με αποτέλεσμα αυτές να ασκήσουν την από 18.03.2016 (ΓΑΚ ……/2016 και ΕΑΚ ……/2016) αγωγή τους, με την οποία ζητούσαν να αναγνωριστεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας τους, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες τους και να υποχρεωθεί να τους καταβάλει μισθούς υπερημερίας. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 122/2018 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή τους και αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, καθώς η εναγόμενη δεν τους είχε καταβάλει ολόκληρη την αποζημίωση απόλυσης, το μέρος δε αυτής που πράγματι είχε καταβάλει δεν έγινε εντός εύλογου χρονικού διαστήματος, με αποτέλεσμα αυτή να έχει καταστεί υπερήμερη. Με δεδομένα τα ανωτέρω, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα ποσό ύψους 23.830,51 ευρώ και στην δεύτερη ενάγουσα ποσό ύψους 22.437,79 ευρώ για μισθούς υπερημερίας και ποσό 2.981,38 ευρώ στην πρώτη ενάγουσα και ποσό 3.277,70 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές (βλ. προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. 122/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών). Ακολούθως, η εναγόμενη άσκησε κατά της ως άνω απόφασης την από 07.02.2018 (ΓΑΚ ……/2018 και ΕΑΚ ……/2018) έφεσή της, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 1160/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, αφού έγινε τυπικά δεκτή η έφεσή της, την απέρριψε στην ουσία της. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η εναγόμενη εταιρία έχει υποβληθεί σε καθεστώς εξυγίανσης, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/2019 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου (βλ. προσκομιζόμενη απόφαση) λόγω σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετωπίζει, εξαιτίας των οποίων έχει κλείσει τα υποκαταστήματα, που διατηρούσε στην Αθήνα και συγκεκριμένα τα υποκαταστήματα ………… (βλ. υπ’ αριθμ. ……/15.02.2013 βεβαίωση μεταβολής εργασιών της ΔΟΥ Α’ Ηρακλείου), ………… (βλ. υπ’ αριθμ. ……/16.10.2013 βεβαίωση μεταβολής εργασιών της ΔΟΥ Α’ Ηρακλείου), ………… (βλ. υπ’ αριθμ. ……/23.01.2014 βεβαίωση μεταβολής εργασιών της ΔΟΥ Α’ Ηρακλείου), ………… (βλ. υπ’ αριθμ. ……/10.04.2014 βεβαίωση μεταβολής εργασιών της ΔΟΥ Α’ Ηρακλείου), ………… (βλ. υπ’ αριθμ. ……/14.10.2014 βεβαίωση μεταβολής εργασιών της ΔΟΥ Α’ Ηρακλείου) και …………, επί της οδού ………… (βλ. υπ’ αριθμ. ……/10.10.2014 βεβαίωση μεταβολής εργασιών της ΔΟΥ Α’ Ηρακλείου). Η εναγόμενη προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η επίδικη αξίωση περί καταβολής μισθών υπερημερίας ασκείται από τις ενάγουσες καταχρηστικά (άρθρο 281 του ΑΚ), καθόσον με δική τους θέληση και προκειμένου να εισπράξουν υψηλές αποδοχές υπερημερίας παρέλειψαν να ανεύρουν μόνιμη απασχόληση καθ’ όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, αν και ευχερώς θα μπορούσαν να ανεύρουν άλλη εργασία ανάλογη προς την αναφερόμενη ειδικότητά τους και τις σπουδές τους και με αποδοχές ανάλογες με αυτές που λάμβαναν από αυτήν (εναγομένη). Επίσης, επικαλείται ότι έχει αρθεί η υπερημερία της καθώς αδυνατεί πλέον να τις απασχολήσει στο υποκατάστημα, στο οποίο εργάζονταν, το οποίο έχει πλέον κλείσει. Πλην όμως, δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρονικό διάστημα που ενδιαφέρει εδώ (από 14.03.2017 έως 31.03.2022), οι ενάγουσες μπορούσαν ευχερώς να εργαστούν σε άλλη παρόμοια εργασία και να λαμβάνουν τις ίδιες περίπου αποδοχές, που λάμβαναν από την εναγομένη, ούτε αποδείχθηκε ότι, παρ’ όλα αυτά, δόλια και κακόβουλα απέφυγαν (αυτές) να εργαστούν μόνιμα σε θέση εργασίας, κατά το ως άνω διάστημα της υπερημερίας της εναγομένης, με αποκλειστικό σκοπό να εισπράξουν από αυτήν μισθούς υπερημερίας. Μόνη δε η επίκληση και προσκομιδή σειράς αγγελιών που έχουν αναρτηθεί σε ιστοσελίδες εύρεσης εργασίας (Karriera.gr σε συνδυασμό με τα προσκομιζόμενα ΦΕΚ), δεν αποδεικνύει την προβαλλόμενη με την ένσταση της εναγομένης κακόβουλη συμπεριφορά των εναγουσών, αφού, όχι μόνο δεν γίνεται επίκληση από την εναγομένη της γνώσης από τις ενάγουσες του περιεχομένου αυτών (αγγελιών), αλλά ούτε αποδείχθηκε ποια από τις θέσεις που περιείχαν οι αγγελίες θα μπορούσαν να αντικαταστήσουν εκείνες που αυτές κατείχαν στην επιχείρησή της (εναγομένης), χωρίς να δημιουργεί δυσμενέστερες συνθήκες στην προσφορά της εργασίας τους, ώστε η άρνησή τους να εκφράζει κακόβουλη διάθεση εκ μέρους τους. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγουσες κατέβαλαν κατά το επίδικο χρονικό διάστημα κάθε δυνατή προσπάθεια για την ανεύρεση άλλης εργασίας, δεν κατέστη όμως εφικτό να προσληφθούν σε σταθερή εργασία, με αποτέλεσμα να αλλάξουν εντός τριών ετών έξι εργοδότες η πρώτη ενάγουσα και επτά η δεύτερη ενάγουσα (βλ. προσκομιζόμενα έγγραφα ΕΦΚΑ, που προμηθεύτηκε η εναγόμενη κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας). Επομένως, η άσκηση της εν λόγω αξίωσης των εναγουσών δεν είναι εξ αρχής καταχρηστική, απορριπτομένου, κατ’ αρχήν, ως αβάσιμου του σχετικού ισχυρισμού της εναγομένης. Ωστόσο, το σχετικό δικαίωμα του εργαζομένου να αναζητήσει επί μακρό χρονικό διάστημα μισθούς υπερημερίας μπορεί να προσβληθεί ως καταχρηστικώς ασκηθέν, κατ’ άρθρο 281 του ΑΚ. Εν προκειμένω δε, η σχετική ένσταση που προέβαλε η εναγόμενη πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη για το χρονικό διάστημα από 01.01.2018 και εντεύθεν. Η παραπάνω εκτίμηση δεν ανατρέπεται από τη μη ενεργοποίηση της εναγομένης προς την κατεύθυνση της νομότυπης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, καθώς και αυτή ακόμη η αδράνεια ή εμμονή της τελευταίας στην άκυρη καταγγελία της δεν αίρει την καταχρηστικότητα της άσκησης του ένδικου αγωγικού δικαιώματος, για όλο το επίδικο χρονικό διάστημα, δοθέντος ότι έχουν περάσει επτά συνολικά έτη από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους, για το οποίο αναζητούν μισθούς υπερημερίας, το ύψος των οποίων ουδείς εκ των υπαλλήλων της λαμβάνει (βλ. προσκομιζόμενα αντίγραφα μισθοδοσίας υπαλλήλων με την επισημείωση ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εναγόμενης λαμβάνει 1.366,65 ευρώ μικτά). Επομένως, η άσκηση του ένδικου δικαιώματος των εναγουσών για απόληψη μισθών υπερημερίας, είναι καταχρηστική για το διάστημα από 01.01.2018 και έπειτα, γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος (βλ. ΜονΕφΑθ 2927/2019 αδημ., ΜονΕφΘεσ 1860/2019 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, προσκομιζόμενες). Άλλωστε, η επιδίκαση μισθών υπερημερίας είναι κατάλληλο, αναγκαίο και αναλογικό μέσο για την επίτευξη του σκοπού της εξασφάλισης είσπραξης από τον εργαζόμενο της αποζημίωσης απόλυσης, εν προκειμένω για δύο έτη από την απόλυσή τους, από 31.12.2015 έως 31.12.2017, δοθέντος ότι αυτές έχουν ήδη λάβει μισθούς υπερημερίας ύψους 23.830,51 ευρώ η πρώτη και 22.437,79 ευρώ η δεύτερη, που επιδικάσθηκαν με την υπ’ αριθμ. 1160/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία κρίθηκε και η ακυρότητα της απόλυσής τους, η δε άσκηση του σχετικού δικαιώματος τους για το μετέπειτα χρονικό διάστημα θα προκαλέσει δυσβάστακτες συνέπειες στην εναγομένη, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική της υπόσταση και την προσπάθεια εξυγίανσής της. Να σημειωθεί δε ότι η εναγόμενη ουδέποτε αιτήθηκε στο δικαστήριο τον συμψηφισμό των ποσών που έχουν καταβληθεί στις ενάγουσες ως αποζημίωση απόλυσης ύψους 4.986,38 ευρώ σε κάθε μία εξ αυτών, οι δε μισθοί υπερημερίας που έχουν καταβληθεί στις ενάγουσες είναι πολύ υψηλότερες από το υπόλοιπο της οφειλόμενης αποζημίωσης απόλυσης ποσού 1.539,02 ευρώ για την πρώτη ενάγουσα και ποσού 2.859,40 ευρώ για την δεύτερη ενάγουσα. Με δεδομένα τα ανωτέρω, λαμβάνοντας υπόψη ότι εάν οι ενάγουσες συνέχιζαν να εργάζονται στην εναγόμενη οι μηνιαίες αποδοχές τους θα είχαν μειωθεί στο ποσό των 800 ευρώ (βλ. προσκομιζόμενες μισθοδοσίες υπαλλήλων της εναγομένης) η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει για μισθούς υπερημερίας χρονικού διαστήματος από 14.03.2017 έως 31.12.2017 το συνολικό ποσό των 9.200 ευρώ [= 800 ευρώ X 9 μήνες + 400 ευρώ δώρο Πάσχα + 800 ευρώ δώρο Χριστουγέννων + 400 ευρώ επίδομα αδείας + 400 ευρώ υπόλοιπο μηνός Μαρτίου] σε κάθε μία εκ των εναγουσών. Από το ποσό αυτό δεν θα αφαιρεθεί τυχόν ωφέλεια των εναγουσών από την εργασία τους σε άλλους εργοδότες, καθώς δεν αποδείχτηκε ότι παρείχαν τέτοια. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει σε κάθε μία εκ των εναγουσών ποσό ύψους 9.200 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, καταβλητέο σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις. Τέλος, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί μερικώς προσωρινά εκτελεστή, γιατί η καθυστέρηση στην εκτέλεση μπορεί να προκαλέσει σημαντική ζημία στις ενάγουσες και το εναγόμενο να καταδικαστεί λόγω της μερικής ήττας του σε μέρος των δικαστικών εξόδων των εναγουσών (άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλει σε κάθε μία ενάγουσα το ποσό των εννέα χιλιάδων διακοσίων (9.200) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα κάθε μήνα για τις αποδοχές υπερημερίας, από την 30η Απριλίου για το επίδομα Πάσχα και από την 31η Δεκεμβρίου για το δώρο Χριστουγέννων και το επίδομα αδείας, καταβλητέο σε πέντε ισόποσες ετήσιες δόσεις.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση μερικώς προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των χιλίων οκτακοσίων σαράντα (1.840) ευρώ για κάθε μία ενάγουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγόμενη στα δικαστικά έξοδα των εναγουσών, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 25 Οκτωβρίου 2022.
