απόλυσηΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1157/2022

Περίληψη: Δεδικασμένο. Έννοια και έκταση αυτού. Όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήταν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης και συνεπώς το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αργότερα μεταγενέστερης αγωγής με την οποία διώκεται η καταψήφιση ή αναγνώριση της αυτής απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο, από το δεδικασμένο. Ισχυρισμός της εναγόμενης ότι κατά το χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στην πραγματική απασχόληση της ενάγουσας έως τη συζήτηση της αγωγής, έπαυσε να απασχολεί προσωπικό λόγω μείωσης του τζίρου και των αναγκών της επιχείρησής της, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η απασχόληση της ενάγουσας. Απορριπτέος καθώς δεν επαρκεί για την επικαλούμενη άρση της υπερημερίας της ενάγουσας, η οποία δύναται να επέλθει μόνο με την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας ή τη λύση της ένδικης σχέσης με καταγγελία ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος απόληψης μισθών υπερημερίας. Απορριπτέα καθώς δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα η δυνατότητα εξεύρεσης από την ενάγουσα εργασίας. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 17.644,78 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΕΙΔΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

1157/2022

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Χριστίνα Ρούτη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα, Γεωργία Μαρούσου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 16.09.2021, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : ………… του …………, κατόχου Α.Φ.Μ. …………, κατοίκου Αθηνών (οδός …… αρ. …), η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου της δικηγόρου, Δημητρίου Βλαχόπουλου,

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ………… του …………, κατόχου Α.Φ.Μ. ………… Δ.Ο.Υ. … Αθηνών, κατοίκου ………… Αττικής (οδός …… αρ. …), η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας της δικηγόρου, Δέσποινας Στεφάνου-Καμούτση.

Η ενάγουσα ζητά να γίνει δεκτή η από 24.5.2021 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό έκθεσης κατάθεσης …/…/24.5.2021 και προσδιορίστηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης και την εκφώνηση της από το οικείο πινάκιο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς αυτών και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και τις έγγραφες προτάσεις, που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το περιεχόμενο των διατάξεων των άρθρων 321, 332, 324 και 330 ΚΠολΔ, δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Αυτό συμβαίνει, όταν στη νέα δίκη πρόκειται να κριθεί η ίδια έννομη σχέση και το ίδιο νομικό ζήτημα με αυτό, το οποίο κρίθηκε με την προηγούμενη απόφαση. Εξαίρεση από τον ανωτέρω κανόνα συντρέχει, όταν ο κρίσιμος για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνος διέρρευσε κάτω από νομικό καθεστώς διαφορετικό από εκείνο που υπήρχε κατά τον χρόνο που ήταν κρίσιμος στην προηγούμενη δίκη και υπό την ισχύ του οποίου επιδικάσθηκε ή όχι η απαίτηση, η οποία ήταν επίμαχη στη δίκη εκείνη, αφού στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει η προϋπόθεση της ταυτότητας και στις δύο δίκες του νομικού ζητήματος, της νομικής, δηλαδή, αιτίας (ΟλΑΠ 1/2005 Δ 2005.709, ΟλΑΠ 34/1992 ΕλλΔνη 1992.1451, ΕφΠατρ 17/2021 ΤΝΠ Νόμος). Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση ή όχι της έννομης σχέσης, και όχι μόνο το δικαίωμα που κρίθηκε αλλά και την ιστορική αιτία, που έγινε δεκτή από την απόφαση, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά επί των οποίων θεμελιώνεται η αγωγή, καθώς και τη νομική αιτία, το νομικό, δηλαδή, χαρακτηρισμό, που το δικαστήριο προσέδωσε στα πραγματικά περιστατικά (ΟλΑΠ 3/2003 ΝοΒ 2003.1395, ΟλΑΠ 34/1992 όπ.π., ΑΠ 1559/2017 ΤΝΠ Νόμος). Το δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση δημιουργείται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ιδίων προσώπων, είναι διαφορετικό από εκείνο, που ζητήθηκε στη δίκη που προηγήθηκε, έχει, όμως, ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη (ΟλΑΠ 1/2005, ΑΠ 1559/2017 όπ.π., ΑΠ 310/2012 ΝοΒ 2012.1788). Αν υπάρχει δεδικασμένο, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος, που διέπει μια έννομη σχέση (ΑΠ 1559/2017 όπ.π., ΑΠ 1832/2001 ΕλλΔνη 2002.1376) ή των πραγματικών περιστατικών, που αποτελούν προϋπόθεση της σχέσης αυτής, αποκλείεται η αμφισβήτηση σε μεταγενέστερη δίκη της έννομης σχέσης που αποτελεί τη βάση της αξίωσης. Δεδικασμένο αποτελεί και η ενδεχομένως άδικη ή εσφαλμένη τελεσίδικη απόφαση και ανατρέπεται μόνο με την επιτυχή άσκηση των έκτακτων ενδίκων μέσων της αναίρεσης ή της αναψηλάφησης κατά της απόφασης που αποτελεί δεδικασμένο (ΑΠ 1559/2017 όπ.π., ΑΠ 386/2000 ΤΝΠ Νόμος, ΑΠ 1174/1999 ΤΝΠ Νόμος). Κατά τη νέα δίκη, στην, οποία ως προδικαστική έννομη σχέση αναφύεται η τελεσιδίκως κριθείσα, από την οποία αναβλύζουν άλλες αξιώσεις για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα το δικαστήριο υποχρεούται να θεωρήσει ως δεδομένη την ύπαρξή της και επ’ αυτής να στηρίξει τη δικαιοδοτική κρίση του σχετικά με την ύπαρξη των μεταγενέστερων αξιώσεων που αποτελούν, ως κύριο ζήτημα, το νομικό αντικείμενο της νέας δίκης (ΟλΑΠ 10/2002 ΕΕργΔ 2002.1419, ΑΠ 1.11/2008 ΕλλΔνη 50.7120). Έτσι, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας, η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο, παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήταν αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης, καθώς και τις ενστάσεις που μπορούσαν να προταθούν και δεν προτάθηκαν (ΑΠ 1331/2001 ΤΝΠ Νόμος), ώστε η τελεσίδικη απόφαση που δέχεται ότι η απόλυση του, εργαζόμενου ήταν άκυρη, να αποτελεί δεδικασμένο ως προς την αξίωση για μισθούς υπερημερίας του ορισμένου χρονικού διαστήματος, την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης εργασίας και την ακυρότητα της καταγγελίας, το δε δικαστήριο που επιλαμβάνεται χρονικά ακόλουθης αγωγής, με την οποία διώκεται η καταψήφιση ή η αναγνώριση της ίδιας απαίτησης για χρονικό διάστημα, μεταγενέστερο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση, από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 1/2005 όπ.π., ΟλΑΠ 1/2003 ΕΕργΔ 2003.1272, ΕφΑΘ 4483/2012 ΤΝΠ Νόμος). Επομένως, σύμφωνα και με τη διάταξη του άρθρου 656 ΑΚ, κατά την οποία, όσο διαρκεί η υπερημερία του εργοδότη, αυτός έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στο μισθωτό όλες τις απολαβές, που θα έπρεπε να του καταβάλει κατά το ίδιο διάστημα σύμφωνα με την εργατική νομοθεσία, συνάγεται ότι καλύπτονται από το δεδικασμένο το κύρος της σύμβασης εργασίας, το είδος της συμφωνημένης και παρεχόμενης εργασίας και τα πραγματικά περιστατικά που διαμορφώνουν εκάστοτε -σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές- το ύψος των αποδοχών, αφού και αυτά είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της αρχικής απόφασης. Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 και 167 του ΑΚ προκύπτει ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία, που παράγει νομική ενέργεια από τότε που θα περιέλθει σε εκείνον που απευθύνεται και ως δήλωση δικαιοπρακτικής βουλήσεως μπορεί να γίνει από τον καταγγέλλοντα και σιωπηρά, με πράξεις του από τις οποίες συνάγεται σαφώς και αναμφιβόλως η θέλησή του να λύσει την σύμβαση. Τέτοια σιωπηρή καταγγελία αποτελεί και η άρνηση του εργοδότη να αποδεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες σε αυτόν υπηρεσίες του μισθωτού, όταν η άρνηση αυτή συνοδεύεται από περιστάσεις από τις οποίες προκύπτει αναμφιβόλως και γίνεται αντιληπτό από το μισθωτό ότι ο εργοδότης εκδήλωσε τη θέλησή του για λύση της μεταξύ τους σύμβασης εργασίας του τελευταίου.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι δυνάμει της με αριθμό 100/2020 απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 6.11.2018 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας της από την εναγόμενη και αναγνωρίσθηκε η υποχρέωση της τελευταίας να καταβάλει ως οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην απόφαση αυτή ποσά. Ότι τα ανωτέρω επικυρώθηκαν από τη με αριθμό 2234/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Ότι, περαιτέρω, η εναγομένη ουδέποτε διέκοψε την υπερημερία της μετά την αναγνώριση ως άκυρης της απόλυσής της, είτε καλώντας την να προσφέρει πραγματικώς τις υπηρεσίες της είτε αποδεχόμενη την προσφορά της εργασίας της. Ότι, παρά τις προσπάθειές της να ανεύρει εργασία, παραμένει άνεργη καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητά να υποχρεωθεί η εναγομένη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή, να της καταβάλει για μισθούς υπερημερίας, πλέον επιδομάτων εορτών και αδείας, κατά το χρονικό διάστημα από 8.11.2019 έως 31.12.2022, το συνολικό ποσό των 29.593,94 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από το χρόνο πού κάθε επιμέρους αναφερόμενο κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, καθώς και να καταδικαστεί η εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.

Με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα, η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 12 παρ. 1, 13, 16 αρ. 2, 22 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663-676 ΚΠολΔ), είναι δε ορισμένη, απορριπτομένου του αντίθετου ισχυρισμού της εναγόμενης, καθώς αναφέρονται με σαφήνεια στο μέτρο που στην περίπτωση κατά την οποία η υπερημερία του εργοδότη οφείλεται σε ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, δεν είναι αναγκαία η αναφορά στην αγωγή για την καταβολή, οφειλόμενων μισθών υπερημερίας του στοιχείου της πραγματικής και προσήκουσας προσφοράς της εργασίας από τον εργαζόμενο, αφού η καταγγελία της σύμβασης περιέχει και δήλωση βούλησης του εργοδότη για μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος (ΑΠ 431/2006 ΧρΙΔ 2006.658, ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803). Η αγωγή είναι και νόμιμη, στηριζόμενη, σύμφωνα και με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, στις διατάξεις των άρθρων 340, 341, 345, 346, 349, 353, 648, 655, 656 ΑΚ, 15 παρ. 1 ν. 1483/1984, 10 πδ 176/1997, 3, 6 ν. 2112/1920, 68, 70, 106, 176, 191 παρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου, ότι έχει καταβληθεί το ανάλογο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. το με κωδικό ………… ηλεκτρονικό παράβολο και τη συνημμένη σε αυτό από 16.9.2021 απόδειξη πληρωμής της Alpha Bank).

Με τις έγγραφες προτάσεις που νομότυπα κατέθεσε, η εναγόμενη συνομολόγησε την απασχόληση της ενάγουσας ως πωλήτριας στην επιχείρησή της και τη λήξη της συνεργασίας τους στις 6.11.2018, αρνούμενη, κατά τα λοιπά την ένδικη αγωγή, της οποίας ζήτησε την απόρριψη λόγω άσκησής της κατά κατάχρηση του αντίστοιχου δικαιώματος της ενάγουσας. Ειδικότερα, ισχυρίστηκε ότι η τελευταία παρέλειψε αδικαιολόγητα και κακόβουλα κατά το χρονικό διάστημα που ακολούθησε την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της να εξεύρει άλλη εργασία, από την οποία θα μπορούσε να αποκομίζει κατ’ ελάχιστο το ποσό των 700 ευρώ. Ο ισχυρισμός αυτός παραδεκτά προβάλλεται, συνιστά δε ένσταση ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική του βασιμότητα.

Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας, που περιλαμβάνεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, την ανώμοτη κατάθεση της εναγομένης, και από τα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και η από 6.3.2019 και με αριθμό …… ένορκη βεβαίωση του ………… του ………… ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, για λογαριασμό της ενάγουσας, μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγόμενης (βλ. την από 23.1.2019 εξώδικη γνωστοποίηση της ενάγουσας προς την εναγομένη, όπως επιδόθηκε σύμφωνα με τη με αριθμό ……/23.1.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη), η οποία δόθηκε στο πλαίσιο έτερης μεταξύ των διαδίκων δίκης, για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά γεγονότα: Η ενάγουσα απασχολήθηκε δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως πωλήτρια στην ατομική επιχείρηση εμπορίας γυναικείων αξεσουάρ της εναγόμενης με την επωνυμία «…………» από τις 20.9.2017. Η συνεργασία των μερών εξελίχθηκε ομαλά έως και το έτος 2018, οπότε η ενάγουσα απουσίασε αρχικά λόγω αναρρωτικής άδειας από τις 30.7.2018 έως τις 23.8.2018, για την αντιμετώπιση προβλημάτων που ανέκυψαν κατά την κύησή της, ακολούθως δε, κατά τις επόμενες 56 ημέρες, λόγω της κατάστασης κύησης και, στη συνέχεια, λόγω της νόμιμης άδειας μητρότητας. Κατά το διάστημα της ανωτέρω απουσίας της ενάγουσας, η εναγομένη προέβη στην από 17.10.2018 «εξώδικη καταγγελία σύμβασης εργασίας με προειδοποίηση», ακολούθως δε στην από 6.11.2018 «δήλωση-αναγγελία οικειοθελούς αποχώρησης μισθωτού», τάσσοντας σε αμφότερες τις περιπτώσεις στην ενάγουσα προθεσμία είτε για εμφάνισή της προς εργασία είτε για οικειοθελή της αποχώρηση από τη θέση εργασίας της. Το περιεχόμενο των ανωτέρω δηλώσεων κρίθηκε ότι συνιστά άκυρη καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τη με αριθμό 100/2020 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, κατά την οποία η εναγομένη υποχρεώθηκε να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες από την ενάγουσα υπηρεσίες, να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 7.032,96 ευρώ για οφειλόμενες αποδοχές υπερημερίας κατά το χρονικό διάστημα από τις 8.11.2018 έως τις 7.11.2019, πλέον του αντίστοιχου επιδόματος Χριστουγέννων, και ποσού 1.000 ευρώ ως αποζημίωση για την αποκατάσταση της περιγραφόμενης σε αυτήν ηθικής της βλάβης. Κατά της απόφασης αυτής, οι διάδικοι άσκησαν εφέσεις, οι οποίες συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η με αριθμό 2234/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία επιβεβαιώθηκε η ακυρότητα της ως άνω καταγγελίας και υποχρεώθηκε η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα επιπλέον ποσό 1.898,64 ευρώ, ως αποζημίωση για την απώλεια ισόποσου επιδόματος από τον υπόχρεο ασφαλιστικό της φορέα λόγω ασθένειας κατά την κύηση με υπαιτιότητά της. Με την τελευταία αυτή απόφαση κρίθηκε, με δύναμη δεδικασμένου, κατά την έννοια που αναπτύχθηκε στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, η ύπαρξη της έγκυρης και ενεργού σύμβασης εργασίας μεταξύ των διαδίκων και ο συμβατικός μισθός της ενάγουσας, η περιέλευση της εναγόμενης σε υπερημερία, ομοίως δε και η υποχρέωσή της να καταβάλει στην ενάγουσα αποδοχές υπερημερίας. Από τα ίδια ως άνω, άλλωστε, αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι η ανωτέρω αναφερόμενη υπερημερία της εναγομένης σχετικά με την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας εξακολούθησε έως την κατάθεση της ένδικης αγωγής, καθώς ουδέποτε έκτοτε επιχειρήθηκε καταγγελία της σύμβασης εργασίας, ή λύση αυτής με οποιονδήποτε άλλο τρόπο ή πραγματική απασχόληση της ενάγουσας στη θέση εργασίας της. Παρά δε τις προσπάθειες της ενάγουσας να εξεύρει νέα απασχόληση, αυτό δεν κατέστη δυνατό, με αποτέλεσμα η εναγομένη να της οφείλει μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από τις 8.11.2019 έως τις 31.09.2021. Συγκεκριμένα, δεδομένης της ισχύος της με αριθμό 4241/127/30.1.2019 Υ.Α. από την 1η.2.2019, δικαιούται για το διάστημα από 8.11.2019 έως 30.11.2019 (20 ημερομίσθια χ 26 ευρώ=) 520 ευρώ, για δε το διάστημα από το Δεκέμβριο του έτους 2019 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2021, όποτε συζητήθηκε η κρινόμενη αγωγή (22 μήνες χ 650 ευρώ=) 14.300 ευρώ, για οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας, με το νόμιμο τόκο για κάθε οφειλόμενο μισθό από την τελευταία ημέρα εκάστου μήνα και μέχρι την εξόφληση. Περαιτέρω δικαιούται για δώρο Πάσχα των ετών 2019, 2020, 2021 [(650 ευρώ/2 χ 1,04166) χ 3] = 1.015,62 ευρώ, και για δώρο Χριστουγέννων των ετών 2019, 2020 (677,08 χ 2=) 1.354,16 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις 30η Απριλίου και 31η Δεκεμβρίου κάθε αντίστοιχου έτους για κάθε αντίστοιχη αιτία (άρθρο 10 Υ.Α. 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980), ενώ για επίδομα αδείας των ετών 2019, 2020, 2021 [(650 ευρώ/2) χ 3] = 975 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την 1η ημέρα του επόμενου έτους, στο οποίο αφορά (άρθρο 4 ,παρ. 1 α.ν. 539/1945, ν. 4504/1961 και 1 παρ. 3 ν.δ. 4547/1966). Ο δε ισχυρισμός της εναγόμενης ότι κατά το χρόνο που μεσολάβησε ανάμεσα στην πραγματική απασχόληση της ενάγουσας έως τη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής, έπαυσε να απασχολεί προσωπικό λόγω μείωσης του τζίρου και των αναγκών της επιχείρησής της, με αποτέλεσμα να καθίσταται αδύνατη η απασχόληση της ενάγουσας, δεν επαρκεί για την επικαλούμενη άρση της υπερημερίας της, η οποία δύναται να επέλθει μόνο με την αποδοχή της εργασίας της ενάγουσας ή τη λύση της ένδικης σχέσης με καταγγελία ή οποιονδήποτε άλλο τρόπο. Απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη είναι και η ερειδόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση της εναγομένης σχετικά με την αδικαιολόγητη και κακόβουλη παράλειψη της ενάγουσας να απασχοληθεί σε νέα θέση εργασίας, καθώς από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε καθ’ όλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα η δυνατότητα εξεύρεσης από την ενάγουσα εργασίας με μηνιαίες αποδοχές ύψους 700 ευρώ, αφού καμία συγκεκριμένη πρόταση προς αυτήν δεν προσκομίστηκε ή αγγελία για προσφορά εργασίας κατά το ένδικο χρονικό διάστημα, με αντίστοιχα της ενάγουσας προσόντα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή και ως ουσιαστικά αβάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει σε αυτήν το συνολικό ποσό των 17.644,78 ευρώ με το νόμιμο τόκο, κατά τις ανωτέρω αναφερόμενες διακρίσεις και μέχρι την εξόφληση. Το παρεπόμενο αίτημα κήρυξης προσωρινά εκτελεστής της απόφασης αυτής, πρέπει να γίνει δεκτό και ως ουσιαστικά βάσιμο, καθώς συντρέχουν οι αναγκαίες για το σκοπό αυτό προϋποθέσεις, λόγω δε της ήττας της (άρθρα 176, 19 Γ παρ. 2 ΚΠολΔ), η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκαεπτά χιλιάδων εξακοσίων σαράντα τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα οκτώ λεπτών του ευρώ (17.644,78 €), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της παρούσας διακρίσεις και μέχρι την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ προσωρινά εκτελεστή την απόφαση αυτή.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στην καταβολή των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 1.11.2022.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies