άδειες εργαζόμενουχρόνος εργασίας - υπερωρίεςΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 117/2023

Περίληψη: Οδηγοί φορτηγών αυτοκινήτων. Αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης. Τρόπος υπολογισμού. Πρόσθετη εργασία φορτοεκφόρτωσης. Αν ο εργοδότης αναθέσει στον εργαζόμενο μισθωτό (πρόσθετη) εργασία πέρα από τη συμφωνημένη ή συνηθισμένη, που δεν είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αναποσπάστως συνδεδεμένη ή παρεμφερής με τα κύρια καθήκοντα του, τότε ο εργαζόμενος μπορεί ή να αποκρούσει τη σχετική πρόταση ή να την αποδεχθεί και να ζητήσει ως αμοιβή τον συνηθισμένο μισθό, δηλαδή εκείνον που θα έπαιρνε άλλος εργαζόμενος, ο οποίος παρέχει την ίδια εργασία, στον ίδιο τόπο και χρόνο και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, εφόσον δεν συμφωνήθηκε η μη καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής. Μη χορήγηση της νόμιμης άδειας αναψυχής μέσα στο ημερολογιακό έτος στο οποίο αντιστοιχεί. Η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Αν ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως αλλά ο εργοδότης δεν την χορήγησε, αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 44.547,41 Ευρώ για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωρία, πρόσθετη εργασία φορτοεκφόρτωσης και αποδοχές μη ληφθείσας άδειας με αστική ποινή.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός Απόφασης

117/2023

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Παναγιώτα Πετροπούλου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από το Γραμματέα Μιχαήλ Μανιαδάκη.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 21 Νοεμβρίου 2022 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ του ………… ……….., κατοίκου Αθηνών, οδός …… αρ. ……, με ΑΦΜ ……, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (ΑΜΔΣΑ 29922).

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……Ο.Ε.» με ΑΦΜ ……, η οποία εδρεύει στο …… Αττικής, …… αρ. …… και εκπροσωπείται νόμιμα από τον παριστάμενο ……, που παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Κωνσταντίνου Μουγκοπέτρου (ΑΜΔΣΑ 11618).

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από …-…-2021 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……/…../2021, προσδιορίστηκε για την αρχική δικάσιμο της 22.3.2021 και κατόπιν αναβολής για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας ημερομηνία συνεδρίασης και γράφτηκε στο πινάκιο με αριθμό ΚΑ-…..

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 1 του νόμου 3385/2005 που αντικατέστησε το άρθρο 4 του Ν. 2874/2000, «σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά είκοσι πέντε τοις εκατό (25 %) και πλέον 20% σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010) και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζόμενους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα η σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα (από 41η έως 48η ώρα)». 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργάσιμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) ωρών την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας». 3. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά σαράντα τοις εκατό (40 %). Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εξήντα τοις εκατό (60 %). 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ’ εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά εκατό τοις εκατό (100 %) και πλέον κατά 80% σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010 (ΦΕΚ Α 115/15.7.2010)». Για να έχει νομική πληρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1 εδ. α’ ΚΠολΔ το δικόγραφο αγωγής μισθωτού που έχει αίτημα την καταβολή αμοιβής για υπερεργασία και υπερωριακή εργασία, θα πρέπει να αναφέρεται η εργασιακή σχέση και οι όροι αυτής, καθώς και η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα εργασίας (βλ. ΑΠ 1409/2014, ΑΠ 1548/2011, ΑΠ 66/2007, ΑΠ 2168/2007, ΑΠ 842/2003, ΕφΑθ 3879/2012 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Προσέτι, από τις διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι, αν ο εργοδότης στα πλαίσια ασκήσεως του διευθυντικού του δικαιώματος και προς θεραπεία διαρκών και μονίμων αναγκών του αναθέσει στο μισθωτό κατά τη διάρκεια του κανονικού ωραρίου του (νομίμου ή συμβατικού) εργασία της ειδικότητάς του πέραν από τη συμφωνημένη ή συνηθισμένη (πρόσθετη), η οποία συνεπάγεται την καταβολή περισσότερο εντατικών, σωματικών ή πνευματικών, δυνάμεων ή την ανάληψη μεγαλύτερης ευθύνης και από τη φύση της ή το χρόνο και τον τόπο, που παρέχεται, δεν είναι κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αναποσπάστως συνδεδεμένη ή παρεμφερής με τα κύρια καθήκοντα του, οπότε πρόκειται για εργασία, που σιωπηρά συμφωνήθηκε ότι θα παρέχεται στο κανονικό ωράριο χωρίς καταβολή άλλης αμοιβής, τότε ο μισθωτός μπορεί ή να αποκρούσει τη σχετική πρόταση, θεωρώντας την ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας με τις εντεύθεν συνέπειες, ή να την αποδεχθεί ρητά ή σιωπηρά. Στη δεύτερη όμως περίπτωση, εφόσον δεν συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά η μη καταβολή ιδιαίτερης αμοιβής και δεν προσδιορίσθηκε η ιδιαίτερη αμοιβή, δικαιούται να ζητήσει ως τέτοια το συνηθισμένο μισθό, δηλαδή εκείνο που θα έπαιρνε άλλος μισθωτός, ο οποίος παρέχει την ίδια εργασία, στον ίδιο τόπο και χρόνο και κάτω από τις ίδιες συνθήκες (ΑΠ 639/2008 ΤΝΠ ΔΣΑ). Τέλος, με το Ν. 4093/2012 (Υποπαρ. ΙΑ. 11) καθορίσθηκε νέο σύστημα διαμόρφωσης νομοθετικά κατώτατου μισθού για τους εργαζομένους του ιδιωτικού τομέα όλης της χώρας, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 01.04.2013. Έτσι δημιουργήθηκαν δύο κατηγορίες γενικών κατωτάτων ορίων νόμιμου μισθού. Τον νομοθετικά καθοριζόμενο κατώτατο μισθό, ο οποίος είναι η κατ’ εξοχήν γενική κατηγορία και αυτή που λαμβάνεται υπόψη κάθε φορά, που γίνεται αναφορά από τη νομοθεσία στα κατώτατα όρια και μια δεύτερη κατηγορία που ισχύει μόνο για τους εργαζομένους των οποίων οι εργοδότες είναι μέλη των συμβαλλόμενων εργοδοτικών οργανώσεων που υπέγραψαν την Εθνική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Η δεύτερη κατηγορία μόνο ευνοϊκότερους όρους μπορεί να περιέχει. Αρχικά ο νομοθετημένος γενικός κατώτατος μισθός διαμορφώθηκε ως εξής: α) για τους υπαλλήλους άνω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίσθηκε σε 586,08 € και για τους εργατοτεχνίτες άνω των 25 ετών το κατώτατο ημερομίσθιο ορίσθηκε σε 26,18       €, β) για τους υπαλλήλους κάτω των 25 ετών ο κατώτατος μισθός ορίσθηκε σε 510,95 € και για τους εργατοτεχνίτες κάτω των 25 ετών ορίσθηκε σε 22,83 €. Ο κατά τα άνω κατώτατος μισθός προσαυξάνεται με τις προβλεπόμενες στο νόμο προσαυξήσεις τριετιών. Οι προσαυξήσεις αυτές έχουν, πάντως, ανασταλεί για προϋπηρεσία, που συμπληρώνεται μετά την 14.02.2012. Στη συνέχεια, με την υπ’ αριθ. 4241/127/30.01.2019 Υπουργική Απόφαση, και κατ’ εφαρμογή του άρθ. 103 του Ν. 4172/2013, ο νόμιμος κατώτατος μισθός και ημερομίσθιο για πλήρη απασχόληση καθορίσθηκαν από 01.02.2019 για μεν τους υπαλλήλους στα 650,00 €, για δε τους εργατοτεχνίτες στα 29,04 €. Ο ανωτέρω μισθός ισχύει για όλους τους εργαζομένους της χώρας χωρίς τις ηλικιακές διακρίσεις που προβλέπονταν προηγουμένως, οι οποίες άλλωστε προσέκρουαν στην αρχή της απαγόρευσης διακρίσεων λόγω ηλικίας. Όσον αφορά τις τριετίες εξακολούθησε να ισχύει για το ένδικο χρονικό διάστημα το “πάγωμα” στις 14.02.2012 μέχρι το ποσοστό της ανεργίας να διαμορφωθεί σε ποσοστό μικρότερο του 10% (άρθ. 4 ΠΥΣ 6/2012). Έτσι, η προσαύξηση των τριετιών χορηγείται για υπηρεσία – προϋπηρεσία που έχει διανυθεί μέχρι 14.02.2012, ενώ δεν λαμβάνεται υπόψη υπηρεσία-προϋπηρεσία που έχει διανυθεί και διανύεται εφεξής (Δ. Ζερδελή, ΕργΔ, έκδ. 2019, σσ. 796 etpassim, Χρ. Πετίνη – Πηνιώτη, Ο καθορισμός των νέων κατωτάτων ορίων μισθού – ημερομισθίου, ΔΕΝ 2019/267).

Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι είχε συνάψει σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη εταιρεία, η οποία εκμεταλλεύεται επιχείρηση χονδρικής εμπορίας ποτών και τροφίμων από τις 4.10.2016, με τους ειδικότερους όρους που αναφέρονται στην αγωγή, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός, με συμφωνημένο μηνιαίο μισθό το μικτό ποσό των 820,51 ευρώ από την πρόσληψή του έως και τις 31.1.2019 και το ποσό των 840,00 ευρώ από την 1.2.2019 και εντεύθεν και συμφωνημένο ωράριο 40 ωρών με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση. Ότι κατά τη διάρκεια του ωραρίου του παρείχε και πρόσθετη εργασία ως φορτοεκφορτωτής των προϊόντων της εταιρίας, χωρίς όμως να λαμβάνει αμοιβή για την πρόσθετη αυτή εργασία του. Ότι πραγματοποιούσε πλέον του νομίμου ωραρίου του τις αναφερόμενες ώρες υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής εργασίας, χωρίς όμως να λαμβάνει τη νόμιμη αμοιβή του, ενώ, επιπλέον, η εναγομένη του στέρησε τη χορήγηση ολόκληρης της δικαιούμενης άδειας αναψυχής για τα έτη 2018 και 2019, παρά το ότι το είχε αιτηθεί ρητώς. Με βάση τα παραπάνω ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλλει το συνολικό ποσό των 44.549,69 ευρώ που αναλύεται σε α) ποσό 34.830,00 ευρώ για αμοιβή υπερεργασίας και παράνομης υπερωριακής απασχόλησης, β) ποσό 7.663,00 ευρώ για αμοιβή πρόσθετης εργασίας και γ) ποσό 2.059,69 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας, προσαυξημένες κατά 100%, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους παροχή έγινε απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την ολοσχερή εξόφληση. Τέλος, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Επικουρικά δε, σε περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας του ήταν άκυρη, ζητεί να του καταβληθούν τα ως άνω ποσά κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9,10,12 παρ. 1, 13, 14 αρ. 2,16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρ. 591, 614 αρ. 3, 621-622 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθ. 1 άρθρ. τέταρτο Ν. 4335/2015, καθώς η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 7-2-2021 – βλ. σχετ. και άρθρ. 1 άρθρ. ένατο παρ. 2 Ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01-01-2016 αγωγές]. Είναι δε επαρκώς ορισμένη, δεδομένου ότι διαλαμβάνει όλα τα αξιούμενα από τον νόμο στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση και έρευνα της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητάς της, περιέχοντας σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένα αιτήματα. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι από το υπό κρίση δικόγραφο προκύπτουν σαφώς η εργασιακή σχέση του ενάγοντος και οι όροι αυτής, το ωράριο εργασίας του, οι ώρες ημερήσιας και εβδομαδιαίας εργασίας της, οι ώρες της υπερωριακής απασχόλησής του και της πρόσθετης εργασίας του κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, κατά το οποίο παρείχε την εργασία του, οι καταβαλλόμενες αποδοχές και το ύψος των αιτούμενων απαιτήσεών του (ΟλΑΠ 10/2002, ΑΠ 1600/2006, ΑΠ 1221/2005 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος). Επίσης, η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις και στις διατάξεις των άρθρων 330, 340, 341, 346 εδαφ. α’, 648, 649, 653, 904 επ. ΑΚ, 1 του ν. 3385/2005, ως αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 άρθρου 74 ν. 3863/2010 (ως προς την παροχή υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας), 2 παρ. 1 του ν. 539/1945, όπως η παρ. 1 είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρ. 13 του ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3302/2004, 2, 5 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και 5 παρ. 5 του ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983 (αποδοχές αδείας), 176,191 παρ. 2, 218, 907 και 908 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί κατά την ουσιαστική βασιμότητά της, καθόσον έχει καταβληθεί το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου, καθ’ ο μέρος το αίτημά της υπερβαίνει κατά ποσό το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3994/2011 (ίδετε το ηλεκτρονικό παράβολο με κωδικό …… και την από 21.11.2022 απόδειξη εξόφλησης).

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός από κάθε πλευρά) που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο (βλ. τα πρακτικά της δίκης) και των εγγράφων που οι διάδικοι νομότυπα επικαλούνται και προσκομίζουν, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη, ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, οι υπ’ αριθμούς …… και …… /18.11.2022 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αθηνών, οι οποίες ελήφθησαν με πρωτοβουλία της εναγομένης κατόπιν κλήτευσης του ενάγοντος, δυνάμει της υπ’ αριθμ. ……/17.11.2022 έκθεσης επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, Θεοδώρου Η. Γαλάνη – Γοργολίτσα, οι οποίες συνιστούν ανύπαρκτα (ανυπόστατα) αποδεικτικά μέσα γιατί δεν τηρήθηκε η προθεσμία των δύο εργασίμων ημερών για την κλήτευση του αντιδίκου του καλούντος (άρθρο 422 ΚΠολΔ, ΑΠ 31/2022 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων συνήψε την από 4.10.2016 σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με την εναγομένη που τυγχάνει εταιρία με αντικείμενο την χονδρική εμπορία ποτών και τροφίμων, προκειμένου να εργαστεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων Γ’ κατηγορίας, διαθέτοντας προς τούτο την ειδική άδεια οδήγησης επί σκοπώ διανομής των πωληθέντων ειδών προς τα καταστήματα λιανικής πώλησης με τα οποία συνεργαζόταν. Ο συμφωνημένος μισθός του ανερχόταν στο μεικτό ποσό των 820,51 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του και έως τις 31.1.2019 και στο ποσό των 840,00 ευρώ για το διάστημα από την 1.2.2019 και εντεύθεν και αφορούσε πλήρη απασχόληση με συμφωνημένο ωράριο 40 ωρών με πενθήμερη εβδομαδιαία απασχόληση και ωράριο από τις 10 π.μ. έως τις 18:30 μ.μ. (με ενδιάμεσο διάλειμμα μεταξύ 2:30 και 3 μ.μ.). Πλην όμως, το άνω συμφωνηθέν ωράριο δεν τηρούνταν, καθώς η εναγομένη επέβαλε την έναρξη της βάρδιας του ενάγοντος από την 8η πρωινή, ήτοι κατά δύο ώρες νωρίτερα, ενώ η λήξη δεν συνέπιπτε με την άνω καθορισθείσα ώρα, παρά ήταν αστάθμητη συνιστώσα πληθώρας παραγόντων (αριθμός δρομολογίων, αποστάσεις από την έδρα της εταιρείας, απρόβλεπτες συνθήκες κυκλοφορίας) και υπερέβαινε τούτη συστηματικά εξικνούμενη ενίοτε μέχρι τις 20.30 μ.μ., άλλοτε και μέχρι τις 23.00 μ.μ., με αποτέλεσμα το ωράριο εργασίας του να μην υπολείπεται σε καμία περίπτωση ημερησίως των 12,5 ωρών συνολικής εργασίας. Πλέον συγκεκριμένα, ως προεκτέθηκε, ο ενάγων κατά τη διάρκεια της εργασιακής του απασχόλησης στην επιχείρηση της εναγόμενης, πραγματοποιούσε καθημερινά δρομολόγια για την παράδοση των ειδών ανεφοδιασμού προς τα καταστήματα λιανικής (σούπερ μάρκετ, παντοπωλεία και συναφή καταστήματα). Ειδικότερα, κάθε ημέρα περί ώρα 8.00 π.μ. προσερχόταν στις αποθηκευτικές εγκαταστάσεις της εναγόμενης, που συστεγάζονται με την έδρα της στο ……….. Αττικής, όπου καταρχάς μεριμνούσε από κοινού με τον αποθηκάριο για τη μεταφορά από τις αποθήκες και το ορθό στοίβαγμα των ειδών που περιλαμβάνονταν στο δρομολόγιο παράδοσης της αυτής ημέρας. Η εναγομένη διατείνεται ότι ο ενάγων ουδέποτε συμμετείχε στη διαδικασία της τοποθέτησης των εμπορευμάτων στο φορτηγό, το οποίο παραλάμβανε ήδη έμφορτο με επιμέλεια του εκπροσώπου της, ……, και του υπαλλήλου της αποθήκης, περί ώρα 10η πρωινή, ήτοι στην έναρξη της εργασίας του, οπότε και αναχωρούσε αμέσως για το πρώτο δρομολόγιο. Πλην όμως, η εκδοχή αυτή δεν αντέχει στον έλεγχο της κοινής λογικής, καθότι είναι αδιανόητος ο αποκλεισμός του ενάγοντος, ο οποίος κατά τη σαφή παραδοχή της εναγομένης, προέβαινε κατά μόνας στις προγραμματισμένες παραδόσεις, από την ιδιαιτέρως κρίσιμη διαδικασία της τακτοποίησης του οχήματος, χάριν της οποίας έπρεπε να έχει κατά λογική αναγκαιότητα ενεργό ρόλο στη διαμόρφωση του φορτίου, ουχί μόνον για να γνωρίζει εκ των προτέρων με απόλυτη σαφήνεια τον προορισμό του κάθε είδους προς αποφυγή σφαλμάτων κατά την παράδοση, αλλά και για να συντονίζει ορθώς και εγκαίρως τη διαδικασία προκειμένου να εξυπηρετείται η σκοπιμότητα της μέγιστης δυνατής ταχύτητας, χωρίς χρονοβόρες ανακτήσεις δεμάτων μέσα στον όγκο των παραδοτέων ειδών εντός του φορτηγού. Εξάλλου, περί της τοιαύτης αναγκαιότητας να γνωρίζει επακριβώς ο ενάγων το περιεχόμενο του φορτίου συγκατατίθεται με σαφήνεια ο μάρτυρας ανταπόδειξης, ……, εργαζόμενος ως πωλητής στην εναγόμενη, χωρίς ωστόσο να υποστηρίζει ότι ούτος συμμετέχει ενεργά στην διαδικασία της φόρτωσης, την οποία εναποθέτει στα καθήκοντα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας. Εντούτοις, η ανάληψη των απαιτητικών χειρωνακτικών καθηκόντων της μεταφοράς των εμπορευμάτων από τον νόμιμο εκπρόσωπο σε καθημερινή βάση, αντίκειται στη γενικώς ειθισμένη πρακτική των επιχειρήσεων, ενώ παράλληλα επιβαρύνει με την πρόσθετη εργασία της ύστερης ενημέρωσης του ενάγοντος για το αποτέλεσμα της φόρτωσης, η οποία θα παραλείπετο εάν ο τελευταίος διαδραμάτιζε καθοριστικό ρόλο στην διεκπεραίωσή της. Έπειτα, και χωρίς να επιβαίνει στο όχημα συνοδηγός πέραν των εξαιρετικών περιπτώσεων που υπήρχε χρεία παράδοσης σημαντικού όγκου εμπορευμάτων, ο ενάγων ξεκινούσε για τα δρομολόγια της ημέρας, τα οποία κυμαίνονταν περί τα 14 έως 15 σε ημερήσια βάση και εκτείνονταν στην ευρύτερη περιοχή των ορίων του λεκανοπεδίου Αττικής. Όταν δε έφτανε σε κάθε προορισμό, στάθμευε το όχημά του, και εκφόρτωνε μόνος του το προς παράδοση εμπόρευμα, τοποθετημένο σε παλέτες, με τη χρήση χειροκίνητου παλετοφόρου, το οποίο μετέφερε στην καρότσα του φορτηγού και εναπόθετε τα εμπορεύματα στον περιβάλλοντα χώρο των καταστημάτων, όπου τα παραλάμβαναν οι αρμόδιοι προς τούτο υπάλληλοι. Ακολούθως φόρτωνε ο ίδιος τις παλέτες τις οποίες τακτοποιούσε στο εσωτερικό του φορτηγού και συνέχιζε τη διαδρομή του για τον επόμενο παραλήπτη, οπότε επιδιδόταν στις αυτές ως άνω εργασίες. Η λήξη των ημερήσιων καθηκόντων του συνέπιπτε ουχί με τη λήξη του τυπικού ωραρίου του, περί ώρα 18.30 μ.μ., αλλά με την επιτυχή περάτωση του συνόλου των προγραμματισμένων παραδόσεων της ίδιας ημέρας, δοθέντος ότι δεν προβλεπόταν δυνατότητα του ενάγοντος να επιστρέφει παραδοτέα προϊόντα στις αποθήκες της εναγόμενης, προκειμένου να τα παραδώσει στους παραλήπτες τους κάποια επόμενη ημέρα, ύστερα από αυτόβουλο επανακαθορισμό του δρομολογίου, ως με σαφήνεια κατέθεσε ο ίδιος μάρτυρας ανταπόδειξης στο ακροατήριο. Έχοντας συμπληρώσει εργασία περί τις 12,5 ώρες ημερησίως (από την 8.00′ έως την 8.30′ απογευματινή από Δευτέρα έως Παρασκευή, ο ενάγων επέστρεφε στις εγκαταστάσεις της εναγομένης, όπου και στάθμευε το αυτοκίνητό του μέχρι το πρωί της επόμενης ημέρας, το ασφάλιζε και, επί απουσία του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας, εναπόθετε τα κλειδιά σε ειδικό προστατευόμενο σημείο φύλαξης, και κατόπιν αποχωρούσε. Τα διάδικα μέρη, ως προεκτέθηκε, ερίζουν, αφενός, ως προς το χρόνο έναρξης, αφετέρου ως προς το χρόνο λήξης της ημερήσιας εργασίας του ενάγοντος, με την εναγομένη να εμμένει εμφατικά στην πιστή και απαρέγκλιτη τήρηση του οκταώρου ωραρίου. Πλην όμως, ο ισχυρισμός της αυτός δεν μπορεί να παράσχει επαρκή αποδεικτική πίστη στο δικαστήριο, δοθέντος ότι αναιρείται από το σημαντικό αριθμό των προσκομιζομένων φωτοαντιγράφων των δίσκων καταγραφής της κίνησης των υπό του ενάγοντος οδηγούμενων οχημάτων (ταχογράφων) που προσκομίζονται σε πληθώρα από αμφότερα τα διάδικα μέρη και εμφανίζουν το φορτηγό του να βρίσκεται σε κίνηση σε ώρες και πριν από την έναρξη την ωραρίου του, ήτοι ενίοτε ήδη από την 9η πρωινή ή και λίγο νωρίτερα (ίδετε, ενδεικτικά, τους προσκομιζομένους από τον ενάγοντα ταχογράφους με καταγεγραμμένες ημερομηνίες τις 13.10.2016, 4.11.2016, 7.9.2017, 20.9.2017, 6.6.2018, 20.6.2019, 22.6.2020 και τους προσκομιζομένους από την εναγομένη ταχογράφους με ημερομηνίες τις 17.10.2018, 18.10.2018, 30.10.2018, 25.1.2019,   6.2.2019, 25.4.2019). Επισημαίνεται ότι ισχυρισμός περί ανακριβούς συμπλήρωσης των σχετικών εγγράφων δεν διατυπώνεται από την εναγομένη, σε κάθε περίπτωση ο ενάγων δεν θα διακινδύνευε ανά πάσα στιγμή να βρεθεί υπόλογος σε περίπτωση ελέγχου. Ως προς δε το πραγματικό πέρας της εργασίας του ενάγοντος, ο ισχυρισμός του μάρτυρος ανταπόδειξης περί της κατά κανόνα τήρησης του συμφωνηθέντος ωραρίου δεν κρίνεται πειστικός, δοθέντος ότι ο μάρτυρας αποχωρούσε από την έδρα της εταιρείας, κατά δήλωσή του, ήδη από τις 17.00, ήτοι σε κάθε περίπτωση νωρίτερα από τον ενάγοντα, γεγονός που του στερούσε την προσωπική γνώση και αντίληψη. Πέραν τούτου, η κατάθεσή του αυτού μάρτυρα ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας εγκατέλειπε τελευταίος τις εγκαταστάσεις της εναγομένης σε καθημερινή βάση, ήτοι μετά την επιστροφή του ενάγοντος προς παράδοση του οχήματος του, αυτοαναιρείται από την κατάθεση του ιδίου, ότι συνέβαινε κατά περίπτωση ο ενάγων να επιστρέφει στην έδρα της εταιρείας μετά την αποχώρηση του ……….., ήτοι κατά πρόδηλη υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου της εργασίας του. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του ενάγοντος τάσσεται η ένορκη στο ακροατήριο κατάθεση του υιού του, ……, ο οποίος συνοικώντας μαζί του έως τον Οκτώβριο του 2020, είχε άμεση και προσωπική αντίληψη περί του πραγματικού ωραρίου της εργασίας του, ως συναγόταν από τις καθημερινές ώρες άφιξης και επιστροφής του στην κοινή οικία. Εκ των ανωτέρω συνάγεται ότι ο ενάγων δεν εργαζόταν μόνο ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, αλλά πραγματοποιούσε παράλληλα με την κύρια εργασία του σταθερά, μόνιμα και καθημερινά εργασία φορτοεκφόρτωσης των εμπορευμάτων που πουλούσε η εναγομένη, διάρκειας δύο ωρών ημερησίως, η παροχή της οποίας δεν είχε ρητά συμφωνηθεί, ούτε στην γνωστοποίηση αρμοδίως των όρων της σύμβασης εργασίας του περιλήφθηκε ειδικότερος όρος περί πρόσθετης εργασίας, ούτε συμπεριλαμβανόταν στα καθήκοντα του ως οδηγού φορτηγού αυτοκινήτου, ούτε συμφωνήθηκε για την εργασία αυτή ιδιαίτερη αμοιβή, ούτε ότι θα εκτελείται χωρίς αμοιβή, και επομένως δικαιούνταν για την εργασία αυτή πρόσθετη αμοιβή ως τέτοια δε πρέπει να του επιδικασθεί: Α) Για το χρονικό διάστημα από 4.10.2016 έως 31.1.2019, οπότε το νόμιμο κατώτατο ημερομίσθιο του εργατοτεχνίτη διαμορφώνεται στο ποσό των 26,18 ευρώ μικτά και το ωρομίσθιο σε 3,93 ευρώ (26,18 x 6/40=), ο ενάγων εκτελούσε πρόσθετη εργασία, ως εξειδικεύεται ανωτέρω, ήτοι φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων επί 2 ώρες ημερησίως, ήτοι επί (114 εβδομάδες x 5 ημέρες x 2 ώρες ημερησίως), 1.140 ώρες, και συνεπώς δικαιούται ως αμοιβή το ποσό των (1.140 x 3,93=) 4.480,20 ευρώ Β) Για το χρονικό διάστημα από 1.2.2019 έως 30.9.2020,     οπότε το κατώτατο ημερομίσθιο αυξάνεται (από την 1η Φεβρουαρίου) στα 29,04 ευρώ ανά ημέρα μεικτά (αύξηση 11%) και το ωρομίσθιο στο ποσό των (29,04 x 6/40=) 4,36 ευρώ, ο ενάγων εκτελούσε πρόσθετη εργασία ως φορτοεκφορτωτής ως ανωτέρω επί δύο ώρες ημερησίως, ήτοι επί (73 εβδομάδες x 5 ημέρες x 2 ώρες ημερησίως) 730 ώρες και δικαιούται το ποσό των (730 x 4,36=) 3.182,80 ευρώ. Επισημαίνεται ότι η εναγομένη δεν αντιλέγει ως προς το ύψος της πρόσθετης αμοιβής, ούτε και προέβαλε ισχυρισμό για διαφορετικό υπολογισμό της. Ήτοι για τις παραπάνω αιτίες ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 7.663,00 ευρώ. Εξάλλου, κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από 4.10.2016 έως 30.9.2020, ο ενάγων εργαζόταν τακτικά και πλέον του ωραρίου του, χωρίς να λαμβάνει πρόσθετη αμοιβή για την υπερεργασία και την υπερωριακή του απασχόληση, η οποία ήταν παράνομη, λόγω μη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας. Το αυτοκίνητο (φορτηγό), που οδηγούσε ο ενάγων, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του Β.Δ/τος της 28-1/4-2-1938, υπάγεται στη Γ’ κατηγορία και έτσι, για τον ενάγοντα, οδηγό αυτού, ισχύει η πενθήμερη εβδομάδα εργασίας, με χρόνο εργασίας τις σαράντα (40) ώρες, κατά εβδομάδα και με ημερήσια απασχόληση τις οκτώ (8) ώρες. Η εναγομένη, όμως, ως προεκτέθηκε, δεν τηρούσε το ωράριο αυτό, υποχρεώνοντας τον ενάγοντα, να απασχολείται, συχνά, πέραν του συμβατικού και του νόμιμου ωραρίου του, όπως ειδικότερα αναφέρεται στη συνέχεια, και συμπληρώνοντας εργασία 12,5 ωρών ημερησίως. Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εναγομένης, ότι ο ενάγων δεν εκτελούσε υπερεργασιακή εργασία και υπερωρίες, ελέγχεται, ως ουσιαστικά αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με βάση τα ανωτέρω, ο ενάγων εργάστηκε πέραν του ωραρίου του ως εξής: α) Για υπερεργασία: i. Κατά το χρονικό διάστημα από 4/10/2016 έως 31/1/2019, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 4,92 Ευρώ (820,51 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40), απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών, κατά τις εργάσιμες ημέρες, συνολικά επί 570 ώρες (114 εβδομάδες x 5 ώρες = 570 ώρες), επομένως δικαιούται για την αιτία αυτή, το ποσό των 3.363,00 Ευρώ (570 ώρες x 4,92 Ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την   45η = 3.363,00 Ευρώ). ii. Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης/2/2019 έως 30/9/2020, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 5,04 Ευρώ (840,00 Ευρώ μηνιαίος μισθός / 25 x 6 / 40), απασχολήθηκε πέραν των 40 ωρών εβδομαδιαίως και μέχρι τη συμπλήρωση των 45 ωρών, κατά τις εργάσιμες ημέρες, συνολικά επί 365 ώρες (73 εβδομάδες x 5 ώρες = 365 ώρες), επομένως δικαιούται για την αιτία αυτή, το ποσό των 2.207,52 Ευρώ (365 ώρες x 5,04 Ευρώ ωρομίσθιο + 20% προσαύξηση για παροχή υπερεργασιακής απασχόλησης για κάθε ώρα από την 41η έως την 45η =       2.207,52 Ευρώ), β)         Για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή  απασχόληση: i. Κατά το χρονικό διάστημα από 4ης/10/2016 έως 31/1/2019, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 4,92 Ευρώ, απασχολήθηκε πέραν των 9 ωρών ημερησίως (και 45 ωρών εβδομαδιαίως) κατά τις εργάσιμες ημέρες, συνολικά επί 1.995,00 ώρες       (114   εβδομάδες x 17,5 ώρες ανά εβδομάδα = 1.995,00 ώρες), επομένως δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 17.667,72 Ευρώ (1.995,00 ώρες x 4,92 Ευρώ ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση για παροχή κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης 17.667,72      Ευρώ. ii. Κατά το χρονικό διάστημα από 1ης/2/2019 έως 30/9/2020, που το καταβαλλόμενο ωρομίσθιό του ήταν 5,04 Ευρώ, απασχολήθηκε πέραν των 9 ωρών ημερησίως (και 45 ωρών εβδομαδιαίως) κατά τις εργάσιμες ημέρες, συνολικά     επί 1.277,50 ώρες (73 εβδομάδες x 17,5 ώρες ανά εβδομάδα = 1.277,50 ώρες), επομένως δικαιούται για την αιτία αυτή το ποσό των 11.589,48 Ευρώ (1.277,50 ώρες x 5,04 Ευρώ ωρομίσθιο + 80% προσαύξηση για παροχή κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης = 11.589,48 Ευρώ). Επομένως για τις παραπάνω αιτίες (υπερεργασία και παράνομη υπερωρία) δικαιούται το ποσό των 34.827,72 ευρώ (3.363,00 + 2.207,52 + 17.667,72      + 11.589,48). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δικαιούταν, σύμφωνα με τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, ετήσια άδεια αναψυχής 25 εργάσιμες ημέρες για έκαστο των ετών 2018 και 2019 (ΕΓΣΣΕ από 23.5.2000 για εργαζόμενους με προϋπηρεσία 12 ετών σε οποιονδήποτε εργοδότη, αν εφαρμόζεται στην επιχείρηση σύστημα πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας), τις οποίες έπρεπε να λάβει εντός του οικείου έτους. Ο ενάγων ζήτησε από τον νόμιμο εκπρόσωπο της εναγομένης προφορικώς να του χορηγήσει τις παραπάνω ημέρες ετήσιας άδειας αναψυχής εντός του οικείου ημερολογιακού έτους, και δη την περίοδο της άνοιξης, προκειμένου να κάνει χρήση του δικαιώματος του κατά τους μήνες Αύγουστο ή Σεπτέμβριο του ίδιου έτους, πλην όμως η εναγόμενη αρνήθηκε την ολοκληρωτική χορήγησή τους, με την αιτιολογία ότι υπήρχε φόρτος εργασίας, εναπομένοντος ούτως υπολοίπου μη χορηγηθεισών ημερών αδείας 17 τον αριθμό, για το έτος 2018 και 14, για το έτος 2019. Τη χορήγηση ημιτελούς άδειας αναψυχής για το έτη 2018 και 2019, επιβεβαίωσε κατηγορηματικά στο ακροατήριο ο μάρτυρας απόδειξης, χωρίς να αντικρουσθεί πειστικά από τον μάρτυρα ανταπόδειξης, ο οποίος εντελώς αόριστα και με εικασίες εξέφρασε την πεποίθηση ότι η δικαιούμενη άδεια χορηγείτο ολόκληρη στους εργαζομένους της εναγομένης, κατόπιν συνεννόησης αναμεταξύ τους για τα ειδικότερα διαστήματα που επρόκειτο να λάβει χώρα. Πάντως η εναγομένη αν και εμφατικά επιμένει για την ορθή τήρηση του καθεστώτος των χορηγούμενων αδειών, εντούτοις παραλείπει να παραθέσει τις επακριβείς ημερομηνίες που ο ενάγων φέρεται να έκανε χρήση του παραπάνω δικαιώματος του, οι οποίες αθροιζόμενες να απολήγουν στον ελάχιστο νόμιμο αριθμό ημερών της δικαιούμενης αδείας του. Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η μη χορήγηση στον ενάγοντα των ημερών ετήσιας άδειάς του ετών 2018 και 2019 οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης. Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται λόγω της υπαίτιας παράλειψης (αμέλειας) της εναγομένης να του χορηγήσει κατά τα έτη 2018 και 2019 το σύνολο των ημερών κανονικής άδειας, τις οποίες όφειλε να του χορηγήσει, τις αποδοχές άδειας δηλαδή τις συνήθεις αποδοχές που θα ελάμβανε, εάν απασχολούνταν στην επιχείρηση της εναγομένης κατά τον αντίστοιχο χρόνο, προσαυξημένες κατά ποσοστό 100%. Ειδικότερα, η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα για τις πιο πάνω αιτίες τα κάτωθι χρηματικά ποσά: α) Για το έτος 2018, το ποσό των 1.115,88 ευρώ (δηλ. 820,51 /25 x17=) 557,95 ευρώ + 100% προσαύξηση = 1.115,89) για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας και προσαύξηση αυτών κατά ποσοστό 100% και β) για το έτος 2019, το ποσό των 459,48 ευρώ (δηλ. 840/25 x 14 ημέρες= 470,40 ευρώ) για αποδοχές μη ληφθείσας αδείας + προσαύξηση 100% = 940,80 και συνολικά το ποσό των (1.115,89 + 940,80) 2.056,69 ευρώ. Για όλες δε τις προαναφερόμενες αιτίες, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των ευρώ (7.663,00 + 34.827,72 + 2.056,69) 44.547,41 ευρώ. Στο σημείο αυτό, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το αίτημα του ενάγοντος για επίδειξη και προσκόμιση των εγγράφων των δίσκων καταγραφής της κίνησης του συνόλου των φορτηγών οχημάτων της εναγομένης που αφορούν την επίδικη περίοδο, των βιβλίων δρομολογίων και των βιβλίων αδειών των ετών 2018 και 2019, κρίνεται απορριπτέο ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, με δεδομένο ότι κρίνεται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα ότι οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί του ενάγοντος τυγχάνουν αποδεδειγμένοι, όπως διεξοδικώς για τους ανωτέρω λόγους έγινε δεκτό. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 44.547,41 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό έως την εξόφληση και συγκεκριμένα: i) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε αποδοχές αδείας από την 1η Ιανουάριου του επομένου έτους που έκαστο αφορά και ii) για τις επιδικασθείσες αξιώσεις που αφορούν σε νόμιμες προσαυξήσεις λόγω υπερεργασίας, κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης, σε νόμιμες προσαυξήσεις των αποδοχών αδείας και σε αμοιβή για την παροχή πρόσθετης εργασίας φορτοεκφορτωτή, από την επίδοση της αγωγής και μέχρι εξοφλήσεως, διότι πρόκειται για παροχές για τις οποίες δεν τάσσεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής, οπότε τοκοφορούν από την όχληση της εναγομένης που επέρχεται με την επίδοση αγωγής και όχι από προγενέστερο χρόνο (ΑΠ 653/2000 ΕλλΔνη 2001.125, ΑΠ 1244/2001 ΕλλΔνη 2002.166, ΑΠ 360/2002 ΕΕργΔ 2003.1030, ΕφΛαρ 49/2013 ΝΟΜΟΣ), ενώ ειδικά ως προς την πρόσθετη εργασία που εκτελείται στο πλαίσιο της κύριας απασχόλησης και κατά τη διάρκεια του νόμιμου ωραρίου εργασίας, αφορά τις προσαυξήσεις του μισθού που η καταβολή τους συνδέεται με ειδικές περιστάσεις που δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σε κάθε μισθολογική περίοδο (ίδετε ΑΠ 1002/2017). Το παρεπόμενο αίτημα περί κηρύξεως της αποφάσεως προσωρινώς εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη αφενός διότι πρόκειται για εργατικές απαιτήσεις (άρθρα 907 και 908 παρ.1 περ. ε’ του ΚΠολΔ) και αφετέρου διότι κατά την κρίση του Δικαστηρίου η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα επιφέρει σημαντική ζημία στον ενάγοντα, καθόσον οι αποδοχές εκ της εργασίας του αποτελούν το μοναδικό μέσο βιοπορισμού και κάλυψης των βιοτικών αναγκών του ίδιου και της οικογένειάς του. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, αναλόγως της έκτασης της νίκης και της ήττας τους και κατόπιν υποβολής σχετικού εκ μέρους του τελευταίου αιτήματος (άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα στο σκεπτικό κριθέντα.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των σαράντα τεσσάρων χιλιάδων πεντακοσίων σαράντα επτά ευρώ και σαράντα ενός λεπτών του ευρώ (44.547,41 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη που κάθε επιμέρους ποσό κατέστη απαιτητό και μέχρι ολοσχερούς εξόφλησης. ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000,00) ευρώ.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη στα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος, το ύψος των οποίων ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500,00) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, στην Αθήνα, στις 9.2.2023, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies