Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου επειδή έγινε προφορικά και χωρίς καταβολή αποζημίωσης. Μισθοί υπερημερίας. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 41.737,64 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Ειδική Διαδικασία
Εργατικές Διαφορές
Αριθμός Απόφασης
1334/2015
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Ελένη Σφήκα, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου και από τη Γραμματέα Γεωργία Μαρούσου.
Συνεδρίασε δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 27 Μαρτίου 2015, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της ενάγουσας: ……………, συζ. ……………, κατοίκου ………….., η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Της εναγομένης: εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία “………………”, που εδρεύει ………….., νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από κανέναν ούτε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 7-2-2012 (Γ.Α.Κ. …………./2012 και Α.Κ.Δ. …………/9-2-2012) αγωγή της, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 14-10-2014, κατά την οποία αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Όπως προκύπτει από την υπ’ αριθμ. …………/13-2-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, η εναγόμενη κλήθηκε νόμιμα κι εμπρόθεσμα (άρθρο 591 § 1 περ. α’ σε συνδ. με άρθρο 128 § 4 ΚΠολΔ) για να παραστεί στη συζήτηση της κρινόμενης αγωγής στην αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 14-10-2014, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο. Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, η εναγόμενη δεν εκπροσωπήθηκε από κανέναν, ούτε από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου. Επομένως, πρέπει αυτή να δικαστεί ερήμην και το Δικαστήριο να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 ΚΠολΔ).
Με την υπό κρίση αγωγή της η ενάγουσα εκθέτει ότι απασχολήθηκε στην εναγομένη ως υπάλληλος με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από την 1-11-2010 μέχρι και την 25-11-2011, οπότε η εναγομένη την απέλυσε χωρίς να της καταβάλει αποζημίωση. Επικαλούμενη δε την ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας, κυρίως επειδή δεν τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις, επικουρικά λόγω του καταχρηστικού χαρακτήρα της, επειδή έγινε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, ζητεί να αναγνωριστεί η ακυρότητα της γενόμενης καταγγελίας, καθώς και να υποχρεωθεί η εναγόμενη, με απόφαση προσωρινά εκτελεστή και με καταδίκη της στα δικαστικά της έξοδα: α] να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, επειδή η μη αποδοχή τους προσβάλλει την προσωπικότητά της, καταδικαζόμενη σε χρηματική ποινή για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της και β] να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 50.723,10 ευρώ, αναλυόμενο ως εξής: i) 4.045,65 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, ii) 41.677,45 ευρώ για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 26-11-2011 μέχρι 30-4-2014, ως πιθανό χρόνο συζήτησης της αγωγής, επιφυλασσόμενη για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα και iii) 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της εξαιτίας της καταχρηστικής απόλυσής της. Τα παραπάνω ποσά ζητεί με βάση τη σύμβαση εργασίας, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επομένη της ημέρας που κάθε επιμέρους μισθολογική αξίωση ήταν καταβλητέα, άλλως από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. Επικουρικά, σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης ύψους 3.256,02 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη της καταγγελίας, άλλως της επίδοσης της αγωγής. Κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου της που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και επανέλαβε στις προτάσεις της, η ενάγουσα παραδεκτά περιόρισε το καταψηφιστικό της αίτημα σε εν μέρει αναγνωριστικό κατά το ποσό των 27.894,88 ευρώ που αφορά τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-10-2012 μέχρι 30-4-2014 (22.894,88€) και την χρηματική ικανοποίηση (5.000€), το δε υπόλοιπο ποσό των 18.782,57 ευρώ που αφορά τις δεδουλευμένες αποδοχές (4.045,65€) και τους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 26-11-2011 μέχρι 30-9-2012 (14.736,92€), παρέμεινε καταψηφιστικό.
Η υπό κρίση αγωγή, για το αντικείμενο της οποίας δεν απαιτείται καταβολή δικαστικού ενσήμου λόγω του ότι, μετά τον παραδεκτό περιορισμό, το καταψηφιστικό της αίτημα υπολείπεται του ανώτατου ποσού της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου {άρθρ. 71 ΕισΝΚΠολΔ), παραδεκτά εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 14 § 2 σε συνδ. με 16 αρ. 2, 25 § 2 ΚΠολΔ), για να εκδικαστεί, σύμφωνα με το άρθρο 663 ΚΠολΔ, κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 664 επ. του ίδιου Κώδικα. Έχει δε ασκηθεί εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας που ορίζει το άρθρο 6 § 1 του Ν. 3198/1955, και συγκεκριμένα στις 13-2-2012 (βλ. την υπ’ αριθμ. …………../13-2-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη), με χρόνο έναρξης της προθεσμίας την 25-11-2011, επομένη της επικαλούμενης καταγγελίας. Η αγωγή είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 59, 174,180, 281, 341, 345, 346, 648 επ., 655, 904 ΑΚ, 3 § 1 του Ν. 2112/1920, 1, 2, 5 και 6 του 3198/1955, 69, 70, 176, 907, 908 § 1 περ. ε’, 910 αρ. 4 και 946 ΚΠολΔ. Πρέπει, επομένως, να ερευνηθεί ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.
Από την εκτίμηση της κατάθεσης της μάρτυρα που εξετάστηκε στο ακροατήριο και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και όλων των προσκομιζόμενων με επίκληση από την ενάγουσα εγγράφων, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η ενάγουσα εργάστηκε ως υπάλληλος γραφείου στην εναγομένη, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από 1-11-2010 μέχρι και 25-11-2011, οπότε και απολύθηκε, με μηνιαίο μισθό 1.227,13 ευρώ. Από τον Αύγουστο του έτους 2011 η εναγομένη άρχισε να καθυστερεί να της καταβάλει τις μηνιαίες αποδοχές της. Πιο συγκεκριμένα, καθυστέρησε να της καταβάλει το μισθό του Αυγούστου και του Σεπτεμβρίου του ως άνω έτους, τον οποίο της κατέβαλε τελικά μόνο κατά το ήμισυ, ενώ δεν της κατέβαλε κανένα ποσό για την εργασία που παρείχε κατά τους μήνες Οκτώβριο και Νοέμβριο του έτους αυτού. Επομένως, για δεδουλευμένες αποδοχές των ως άνω μηνών (613,56€ + 1.227,13€ + 1.079,98€ = 2.920,67€), συμπεριλαμβανομένης της αναλογίας επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2011 που δικαιούνταν (1.033,84€), της οφείλει το συνολικό ποσό των 3.954,51 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διαμαρτυρόταν επανειλημμένα στα αρμόδια όργανα της εναγόμενης για τη μη προσήκουσα καταβολή του μισθού της, δεδομένου ότι η μοναδική πηγή εσόδων της ήταν η εργασία της και επομένως ο μισθός της ήταν απολύτως αναγκαίος για την διαβίωση της ίδιας και της οικογένειάς της. Οι παραπάνω συνεχείς διαμαρτυρίες της ενάγουσας δεν ήταν αρεστές στη διοίκηση της εναγόμενης, η οποία, δια των οργάνων της, αρχικά με καταφρόνηση της δήλωνε ότι μπορεί να αποχωρήσει από την εργασία της και ακολούθως, στις 25-11-2011, λόγω της εύλογης πίεσης που ασκούσε αυτή για καταβολή των οφειλομένων, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της χωρίς, μάλιστα, να της καταβάλει αποζημίωση απόλυσης, ως όφειλε εκ του νόμου, γεγονός που καθιστά την ένδικη καταγγελία άκυρη. Επιπλέον, η παραπάνω καταφρονητική και εκδικητική συμπεριφορά που επέδειξε η εναγομένη σε βάρος της ενάγουσας, επειδή διεκδίκησε τα νόμιμα δικαιώματά της, καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και επισύρει, και για το λόγο αυτό, την ακυρότητά της. Ενόψει της ακυρότητας της ένδικης καταγγελίας, η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να υφίσταται και η ενάγουσα δικαιούται μισθούς υπερημερίας από την επομένη της παραπάνω άκυρης απόλυσής της και μέχρι την 30-4-2014, σύμφωνα με το αγωγικό αίτημα, αφού δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη διέκοψε την υπερημερία της με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως, για το ως άνω χρονικό διάστημα, από 26-11-2011 μέχρι 30-4-2014, δικαιούται μισθούς υπερημερίας, το συνολικό μικτό ποσό των οποίων ανέρχεται σε 35.783,13 ευρώ [(4 ημέρες X 49,09€ ημερομίσθιο) + (29 μήνες X 1.227,13€) = 196,36€ + 35.586,77€]. Επίσης, δικαιούται τα επιδόματα εορτών και αδείας του παραπάνω χρονικού διαστήματος, κατά το οποίο η εναγομένη έχει καταστεί υπερήμερη και συγκεκριμένα αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων έτους 2011 ποσού 193,29 ευρώ, επίδομα Πάσχα έτους 2012 ποσού 613,56 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2012 ποσού 613,56 ευρώ, επίδομα Χριστουγέννων έτους 2012 ποσού 1.227,13 ευρώ, επίδομα Πάσχα έτους 2013 ποσού 613,56 ευρώ, επίδομα αδείας έτους 2013 ποσού 613,56 ευρώ, επίδομα Χριστουγέννων έτους 2013 ποσού 1.227,13 ευρώ και επίδομα Πάσχα έτους 2014 ποσού 613,56 ευρώ. Επομένως, για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 26-11-2011 μέχρι 30-4-2014 η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό μικτό ποσό των 41.498,48 ευρώ. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι η ως άνω καταγγελία, γενόμενη υπό τις προεκτεθείσες περιστάσεις, προσέβαλε την προσωπικότητα της ενάγουσας, η οποία εκτέθηκε στο επαγγελματικό, οικογενειακό και φιλικό περιβάλλον της ως εργαζόμενη, καθόσον, λόγω της απόλυσής της, αμφισβητήθηκε η επαγγελματική της αξία. Επιπλέον, εθίγη η αξιοπρέπειά της, διότι αναγκάστηκε να καταφύγει σε δανεισμό για την κάλυψη βασικών αναγκών της. Με βάση τα παραπάνω η ενάγουσα υπέστη ηθική βλάβη για την οποία δικαιούται χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας -ενόψει του είδους, της διάρκειας και της έντασης της προσβολής, καθώς και της οικονομικής κατάστασης των μερών- καθορίζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 2.000 ευρώ. Περαιτέρω, η άρνηση της εναγομένης να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας προσβάλλει την προσωπικότητά της και το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά της στην εργασία και εν γένει στη συμμετοχή της στην οικονομική ζωή, γι’ αυτό και το αίτημά της να υποχρεωθεί η αντίδικός της να αποδέχεται τις υπηρεσίες της πρέπει να γίνει δεκτό ως βάσιμο κατ’ ουσίαν. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η αγωγή να γίνει δεκτή εν μέρει ως και ουσιαστικά βάσιμη και Α] να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 25-11-2011 καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας, Β] να υποχρεωθεί η εναγομένη i) να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, με την καταδίκη της σε χρηματική ποινή 200 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της, ii) να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 18.456,15 ευρώ (3.954,51€ για δεδουλευμένες αποδοχές + 14.501,64€ για μισθούς υπερημερίας από 26-11-2011 μέχρι 30-9-2012), νομιμοτόκως ως εξής: 613,56 ευρώ από 1-10-2011, 1.227,13 ευρώ από 1-11-2011, 1.079,98 ευρώ από 1-12-2011 και 1.033,84 ευρώ από 1-1-2012 και 14.501,64 ευρώ από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική απαίτηση της ενάγουσας κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, μέχρι την πλήρη εξόφληση, Γ] να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγόμενης να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 23.281,49 ευρώ (21.281,49€ για μισθούς υπερημερίας από 1-10-2012 μέχρι 30-4-2014 + 2.000€ για χρηματική ικανοποίηση), νομιμοτόκως από τότε που κάθε επιμέρους μισθολογική απαίτηση της ενάγουσας κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή για το ποσό των 21.281,49 ευρώ και από την επομένη της επίδοσης της αγωγής για το ποσό των 2.000 ευρώ, μέχρι την πλήρη εξόφληση. Το αίτημα για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο για το ποσό των 15.728,77 ευρώ, κατ’ άρθρο 910 αρ. 4 ΚΠολΔ, καθώς και για την αποδοχή των υπηρεσιών της ενάγουσας από την εναγόμενη, κατ’ άρθρο 908 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να οριστεί το προκαταβλητέο παράβολο για την περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από την εναγομένη (άρθρα 673, 591 § 1 σε συνδ. με 505 § 2 ΚΠολΔ), ενώ τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης κατά το μέρος που ηττήθηκε, όπως ορίζεται στο διατακτικό (άρθρο 178 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει ερήμην της εναγόμενης.
Ορίζει το προκαταβλητέο παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Δέχεται εν μέρει την αγωγή.
Αναγνωρίζει την ακυρότητα της από 25-11-2011 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας.
Υποχρεώνει την εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, καταδικάζοντάς τη σε χρηματική ποινή διακοσίων (200) ευρώ υπέρ της ενάγουσας για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της.
Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων τετρακοσίων πενήντα έξι ευρώ και δεκαπέντε λεπτών (18.456,15€), νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Αναγνωρίζει ότι η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των εικοσιτριών χιλιάδων διακοσίων ογδόντα ενός ευρώ και σαράντα εννέα λεπτών (23.281,49€), νομιμοτόκως κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
Κηρύσσει την παρούσα προσωρινά εκτελεστή ως προς τις καταψηφιστικές διατάξεις της και κατά το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων επτακοσίων είκοσι οκτώ ευρώ και εβδομήντα επτά λεπτών (15.728,77€).
Καταδικάζει την εναγομένη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων τριακοσίων (1.300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίστηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο του Δικαστηρίου στις 9 Ιουνίου 2015.
