ασφαλιστικά μέτρατροχαίο ατύχημαΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1416/2019

Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Ασφαλιστική εκκαθάριση. Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων. Αστική ευθύνη τροχαίων ατυχημάτων. Δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφάλιση. Μη εμπρόθεσμη αναγγελία των απαιτήσεων από ασφάλιση λόγω του σοβαρού τραυματισμού του ανακόπτοντος. Η ανακοπή που ασκείται από ασφαλισμένους που δεν ανήγγειλαν εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις τους θεωρείται ως ανακοπή της διάταξης του άρθρου 92 παρ. 1 του ΠτΚ. Νόμιμη η άσκηση της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 92 ΠτΚ. Αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του Ν. 4364/2016 και του ν.δ 400/1970. Το ζημιογόνο συμβάν προκλήθηκε από υπαιτιότητα του ανακόπτοντος. Μη επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης. Απορρίπτεται η ανακοπή.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ

Αριθμός Αποφάσεως

1416/2019

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τον Δικαστή Αδαμαντόπουλο Κωνσταντίνο, Πρόεδρο Πρωτοδικών, ο οποίος ορίσθηκε κατόπιν κληρώσεως σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 3327/2005.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 19 Φεβρουαρίου 2019 για να δικάσει χωρίς τη σύμπραξη Γραμματέα την υπόθεση μεταξύ :

Του ανακόπτοντος : ………….. κατοίκου ……………, ο οποίος παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου του Δημήτριου Βλαχόπουλου.

Της καθής η ανακοπή : Τελούσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία ………………………….., που εδρεύει ………………….. και εκπροσωπείται νόμιμα από την ασφαλιστική εκκαθαρίστριά της…………… η οποία παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου της Αικατερίνης Παπανικολάου.

Ο ανακόπτων ζητεί να γίνει δεκτή η από 14-1-2019 ανακοπή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό καταθέσεως …………/2019 και με ειδικό αριθμό καταθέσεως δικογράφου …./2019 και προσδιορίσθηκε προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως.

Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των παρισταμένων διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν αυτοί δεκτοί, καθώς και τα όσα αναφέρουν στα κατατεθέντα έγγραφα σημειώματά τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την παρ. 1 του άρθρ. 235 Ν 4364/2016 «Προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας στην Οδηγία 2009/138/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του Συμβουλίου της 25ης Νοεμβρίου 2009 σχετικά με την ανάληψη και την άσκηση δραστηριοτήτων ασφάλισης και αντασφάλισης (Φερεγγυότητα II)» ορίζεται ότι : «Η Εποπτική Αρχή είναι η μόνη αρμόδια να ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης του άρθρου 220 του παρόντος. Στην περίπτωση αυτή ακολουθεί το στάδιο ασφαλιστικής εκκαθάρισης, εκτός αν άλλως ορίζεται στην απόφαση …». Με την παρ. 3 εδ. α του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι : «Στην περίπτωση ασφαλιστικής εκκαθάρισης εφαρμόζονται συμπληρωματικά οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα, και επί ζητημάτων που δεν ρυθμίζονται από τον Πτωχευτικό Κώδικα οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 και του ΚΠολΔ». Με την παρ. 7 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι : «Ασφαλιστική επιχείρηση δεν κηρύσσεται σε πτώχευση ούτε είναι δυνατόν να ανοίξει επ’ αυτής προπτωχευτική διαδικασία εξυγίανσης. Λύση για οποιονδήποτε λόγο του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης δεν μπορεί να επέλθει εφόσον η Εποπτική Αρχή δεν έχει προηγουμένως ανακαλέσει την άδεια λειτουργίας της επιχείρησης σύμφωνα με την παρ. 1 του παρόντος άρθρου». Επίσης, με τις παρ. 3, 4, 5 και 6 του άρθρ. 239 του ιδίου νόμου ορίζονται τα ακόλουθα : «3. Κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση αναστέλλεται κάθε αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της και σε βάρος κάθε ασφαλισμένων της για ασφαλίσεις αστικής ευθύνης μέχρι το ποσό για το οποίο ευθύνεται εις ολόκληρο η ασφαλιστική επιχείρηση. Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα αναστέλλονται οι ατομικές διώξεις των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση κατά της ασφαλιστικής επιχείρησης. 4. Αγωγές του ασφαλιστικού εκκαθαριστή κατά οφειλετών εισάγονται και εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. 5. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό. 6. Κατάσχεση ή δέσμευση περιουσιακών στοιχείων της ασφαλιστικής επιχείρησης στα-χέρια της ιδίας ή τρίτου δεν επιτρέπεται κατά το χρονικό διάστημα που η ασφαλιστική επιχείρηση βρίσκεται σε ασφαλιστική εκκαθάριση». Περαιτέρω, με την παρ. 2 του άρθρ. 242 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι : «Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής καλεί μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το διορισμό του ή από την πάροδο του χρονικού διαστήματος της παρ. 4 του άρθρου 235 του παρόντος τους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση με ανακοίνωση που δημοσιεύεται μία (1) φορά την εβδομάδα επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες σε πέντε (5) ημερήσιες, πανελλαδικής κυκλοφορίας, εφημερίδες, καθώς και στην ιστοσελίδα της επιχείρησης, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία. Οι αναγγελίες απαιτήσεων γίνονται δεκτές εντός προθεσμίας τεσσάρων (4) μηνών από την πρώτη δημοσίευση. Η επαλήθευση των απαιτήσεων από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή αρχίζει το αργότερο μέσα σε δεκαπέντε (15) ημέρες από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας και ολοκληρώνεται στο συντομότερο χρονικό διάστημα. Γίνονται δεκτές οι απαιτήσεις από ασφαλίσεις που δεν αμφισβητούνται από τον ασφαλιστικό εκκαθαριστή ή έχουν επιδικασθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση ή με απόφαση διαιτητικού δικαστηρίου, εναντίον της οποίας δεν έχει ασκηθεί αγωγή ακύρωσης εντός της προβλεπομένης από τον ΚΠολΔ προθεσμίας, ή αυτή έχει απορριφθεί τελεσίδικα. Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής δημοσιεύει κατάσταση των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση. Στην κατάσταση αυτή περιλαμβάνονται : α) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις ζωής, β) οι δικαιούχοι απαιτήσεων από ασφαλίσεις κατά ζημιών που έχουν δηλώσει την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης και έχει καταχωρηθεί η δήλωση στα βιβλία της ασφαλιστικής επιχείρησης, γ) όσοι αναγγέλθηκαν μέσα στην ως άνω προθεσμία. Στην ανωτέρω κατάσταση περιλαμβάνονται και εκείνες οι απαιτήσεις που αμφισβητούνται δικαστικά ή εξώδικα με αναφορά στο ποσό που διεκδικεί ο δικαιούχος απαιτήσεων από ασφάλιση, καθώς και στο τυχόν ποσό που εκτιμά ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής ότι αναλογεί στην απαίτηση … Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Έφεση κατά της απόφασης του πρωτοδικείου εκδικάζεται από το αρμόδιο εφετείο κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η απόφαση του εφετείου δεν υπόκειται σε κανένα ένδικο μέσο». Με την παρ. 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι : «Ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής γνωστοποιεί στο Επικουρικό Κεφάλαιο την αναλυτική κατάσταση με τις βεβαιωμένες απαιτήσεις από ασφαλίσεις αστικής ευθύνης αυτοκινήτων, καθώς και την εκπροσώπηση αυτής. Το Επικουρικό Κεφάλαιο καταβάλλει αποζημίωση σε κάθε δικαιούχο με βάση την κατάσταση του προηγουμένου εδαφίου και σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο ν.δ. 489/1976 (Α` 331). Στην περίπτωση αυτή το Επικουρικό Κεφάλαιο δεν υποκαθίσταται στα εξαιτίας του ατυχήματος δικαιώματα του προσώπου που ζημιώθηκε έναντι του υπόχρεου για αποζημίωση, υποκαθίσταται όμως μέχρι του ποσού της αποζημίωσης που κατέβαλε στο κατ’ άρθρ. 240 του παρόντος προνόμιο των απαιτήσεων από ασφάλιση». Εξάλλου, με το άρθρο 248 του ιδίου νόμου ορίζεται ότι:«1.Από τις διατάξεις του παρόντος άρθρου διέπονται οι υφιστάμενες κατά την 31η-12-2015 ασφαλιστικές εκκαθαρίσεις. 2. Στις εκκαθαρίσεις της παρ. 1 του παρόντος άρθρου έχουν εφαρμογή τα άρθρα 235 παρ. 1, 2, 3, 5 και 6, 236 έως 239, 242 τταρ. 1 και 3, 246 και 247 του παρόντος … 8. Μέσα σε δέκα (10) ημέρες από τον διορισμό του ο ασφαλιστικός εκκαθαριστής καλεί τους δικαιούχους από ασφάλιση, μέ ανακοίνωση που δημοσιεύεται μία (1) φορά την εβδομάδα, επί τρεις (3) συνεχείς εβδομάδες σε τρεις (3) ημερήσιες, πανελλαδικής κυκλοφορίας, εφημερίδες, καθώς και στην ιστοσελίδα της επιχείρησης, να του αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους με όλα τα δικαιολογητικά τους στοιχεία. Δεν καλούνται οι δικαιούχοι ασφαλίσεων αστικής ευθύνης από την κυκλοφορία αυτοκινήτων, καθώς και οι δικαιούχοι ασφαλίσεων ζωής, για τους οποίους δεν έχει επέλθει ασφαλιστική περίπτωση» (βλ. και ΕφΑθ 2781/2018 αδημ.). Εξάλλου, μολονότι η δυνατότητα προβολής αιτήματος περί εκπρόθεσμης αναγγελίας θα μπορούσε εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί ως ένα είδος αντίρρησης της ανακοπής του άρθρ. 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, εντούτοις η συγκεκριμένη προσέγγιση αφενός προσκρούει στη γραμματική διατύπωση του άρθρου, αφετέρου δεν είναι συμβατή με το ειδικότερο εννοιολογικό περιεχόμενο των «αντιρρήσεων» και την εν γένει συστηματική της ρύθμιση. Ειδικότερα, στη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 10 του ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι στην κατάσταση δικαιούχων, επί της οποίας ασκούνται οι αντιρρήσεις, περιλαμβάνονται όσοι αναφέρονται στα υπό στοιχεία α-γ στοιχεία, εφόσον έχουν επαληθευθεί οι απαιτήσεις τους. Επομένως, οι όποιες αντιρρήσεις προβάλλονται με την ως άνω ανακοπή αφορούν στην επαλήθευση. Πλην όμως η επαλήθευση ακολουθεί την αναγγελία και, συνεπώς, αν δεν έχει χωρήσει πρώτα αναγγελία δεν μπορεί να έχει λάβει χώρα επαλήθευση. Επιπλέον, για τους σκοπούς της συγκεκριμένης διάταξης το περιεχόμενο των αντιρρήσεων μπορεί να είναι παράπονο των ασφαλισμένων κατά της απόρριψης ή της εν μέρει παραδοχής της απαίτησής τους, ή παράπονο οποιουδήποτε ενδιαφερομένου κατά της παραδοχής του ασφαλισμένου. Αυτό σημαίνει ότι η αποδοχή της προβολής αιτήματος εκπρόθεσμης αναγγελίας στο πλαίσιο της ανακοπής του άρθρ. 10 παρ. 3 ν.δ. 400/1970 δεν θα αφορούσε εν προκειμένω σε επαλήθευση («αντιρρήσεις») επί της ήδη υπάρχουσας Κατάστασης Δικαιούχων Απαιτήσεων, αλλά σε εισαγωγή νέων απαιτήσεων σε αυτήν, μεταβάλλοντας την ειδικότερη αποστολή που υπηρετεί η συγκεκριμένη ρύθμιση. Τα ανωτέρω ενισχύονται και από το γεγονός ότι στο Πτωχευτικό Δίκαιο, οι διατάξεις του οποίου, κατ’ άρθρ. 179 ΠτΚ, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και επί ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ρυθμίζεται αντίστοιχα στη διαδικασία της πτώχευσης το θέμα της προβολής αντιρρήσεων κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης των απαιτήσεων με τη διάταξη του άρθρου 95 ΠτΚ. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ωστόσο, στην έννοια των αντιρρήσεων δεν περιλαμβάνεται και η περίπτωση της εκπρόθεσμης αναγγελίας των απαιτήσεων στην πτωχευτική διαδικασία, αφού γι` αυτήν υπάρχει ειδική πρόβλεψη. Ειδικότερα, με τη διάταξη του άρθρού 92 παρ. 1 ΠτΚ προβλέπεται ότι : «Πιστωτές που δεν ανήγγειλαν την απαίτησή τους μέσα στη νόμιμη προθεσμία, ώστε να μετάσχουν στην επαλήθευση, μπορούν με ανακοπή και δικά τους έξοδα να ζητήσουν την επαλήθευσή της από το πτωχευτικό δικαστήριο, που δικάζει κατά τη διαδικασία του άρθρ. 54». Επομένως, διαχωρίζεται η περίπτωση της προβολής αντιρρήσεων κατά της επαληθεύσεως των απαιτήσεων από αυτήν της μη αναγγελίας των απαιτήσεων. Σύμφωνα με τα παραπάνω, για τον δικαιούχο ασφάλισης ζωής που δεν ανήγγειλε την απαίτησή του στον εκκαθαριστή ή δεν ανήγγειλε εμπροθέσμως δεν χωρεί η ανακοπή του άρθρ. 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, χωρεί, όμως, η ανακοπή της διάταξης του άρθρου 92 ΠτΚ, συμπληρωματικώς εφαρμοζομένου και στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης. Αυτό είναι, καταρχήν, δογματικά ορθό, δεδομένου ότι σε δύο παρόμοιες συλλογικές διαδικασίες με παρεμφερείς και σε κάποια σημεία τους όμοιους σκοπούς, όπως είναι η πτώχευση και η ασφαλιστική εκκαθάριση, δεν νοείται στην πρώτη να παρέχεται η δυνατότητα στον πιστωτή, που δεν ανήγγειλε εμπρόθεσμα την απαίτησή του, να την αναγγείλει, ώστε να συμμετάσχει στην πτωχευτική διαδικασία, ενώ στη δεύτερη να μην προβλέπεται τέτοια δυνατότητα για τον ασφαλισμένο που δεν ανήγγειλε την απαίτησή του, με αποτέλεσμα αυτός να βρίσκεται τελικά σε δυσμενέστερη θέση, κινδυνεύοντας να χάσει κάθε δυνατότητα ικανοποίησης, αν παρέλθει η προθεσμία που τάχθηκε στο πλαίσιο μιας διαδικασίας, που κινήθηκε λόγω της αφερεγγυότητας του οφειλέτη. Άλλωστε, μια τέτοια διάκριση δεν θα μπορούσε να στηριχθεί σε κανέναν απολύτως λόγο. Ωστόσο, για τη συμπληρωματική εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρ. 92 παρ. 1 ΠτΚ και στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης θα πρέπει να ληφθεί υπόψη όλο το νομοθετικό πλαίσιο που ισχύει για την ασφαλιστική εκκαθάριση, ώστε η άσκηση μιας τέτοιας ανακοπής να μην αποτελέσει τροχοπέδη ιδίως για τις ταχύτατες διαδικασίες που προβλέπονται για την περαίωσή της, ( Συγκεκριμένα, η ανακοπή του άρθρ. 92 ΠτΚ δικάζεται, κατ’ άρθρ. 54 ΠτΚ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 741 επ. ΚΠολΔ) από το πτωχευτικό δικαστήριο, που κατ’ άρθρ. 53 ΠτΚ είναι το πολυμελές πρωτοδικείο που κήρυξε την πτώχευση. Εντούτοις, στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, αυτή αποτελεί στάδιο που επέρχεται αναγκαστικά μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης για παράβαση νόμου, καθώς και σε περίπτωση λύσης του νομικού προσώπου ασφαλιστικής επιχείρησης, στην οποία έχει απαγορευθεί η ελεύθερη διάθεση περιουσιακών στοιχείων (άρθρ. 12 α παρ. 1 ν.δ. 400/1970). Η δε ανάκληση της άδειας λειτουργίας της ασφαλιστικής επιχείρησης δεν διατάσσεται από κάποιο δικαστήριο, αλλά λαμβάνει χώρα μετά από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Εποπτείας Ιδιωτικής Ασφάλισης. Συνεπώς, στην περίπτωση της ασφαλιστικής εκκαθάρισης δεν υπάρχει αντίστοιχη έννοια με αυτήν του πτωχευτικού δικαστηρίου». Ωστόσο : α) με τη διάταξη του άρθρου 12 α παρ.6 ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι : «Με τη θέση της επιχείρησης σε ασφαλιστική εκκαθάριση οι εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων με πρωτοβουλία των δικαιούχων ασφαλίσματος ή του επόπτη εκκαθάρισης και του εκκαθαριστή ή του επόπτη πτώχευσης και του συνδίκου. Εκκρεμείς διαφορές στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας εισάγονται, με κλήση οποιουδήποτε νομιμοποιουμένου, στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης ανεξάρτητα από το ποσό» και β) με τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 3 ν.δ. 400/1970 ορίζεται ότι : «Αντιρρήσεις κατά της πιο πάνω κατάστασης ασκούνται με ανακοπή στο μονομελές πρωτοδικείο της έδρας της επιχείρησης μέσα σε σαράντα πέντε ημέρες από την τελευταία δημοσίευση και εκδικάζονται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων». Δηλαδή, για τις δίκες που προκύπτουν κατά τη διαδικασία της ασφαλιστικής εκκαθάρισης ασφαλιστικής επιχείρησης ο νομοθέτης θέλησε να υπάρχει αρμοδιότητα του μονομελούς πρωτοδικείου της έδρας της επιχείρησης και προέβλεψε την εκδίκασή τους με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ως, κατά τεκμήριο, ταχεία διαδικασία, προκειμένου να περατωθεί γρήγορα η ασφαλιστική εκκαθάριση και να ικανοποιηθούν οι προνομιακώς ασφαλισμένοι από την ασφαλιστική τοποθέτηση. Συνεπώς, θα πρέπει η ανακοπή, που ασκείται από τους ασφαλισμένους που δεν ανήγγειλαν εμπρόθεσμα τις απαιτήσεις τους, να θεωρείται ως ανακοπή της διάταξης του άρθρ. 92 παρ. 1 ΠτΚ, συμπληρωματικά εφαρμοζομένης λόγω μη ύπαρξης παρόμοιας ρύθμισης στο ν.δ. 400/1970, μόνο όταν ασκείται εντός της προβλεπομένης από το τελευταίο άρθρο προθεσμίας. Μια ανακοπή κατά κατάστασης δικαιούχων από ασφαλισμένο, που δεν είχε προηγουμένως αναγγελθεί, μπορεί να γίνει αντιληπτή, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου, και ως ανακοπή του άρθρ. 92 ΠτΚ, εφόσον, βέβαια, ανταποκρίνεται στους όρους της διάταξης αυτής, διότι ο ασφαλισμένος προβάλλει την αξίωσή του έναντι του εκκαθαριστή και με τον περιορισμό ότι ισχύει για το μέλλον και δεν θίγει ό,τι ήδη έγινε (ΜονΠρΑθ 537/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, βλ. και την από 12 – 4 – 2016 Γνωμοδότηση του Γ.Δ. Τριανταφυλλάκη, Καθηγητή Νομικής στο Α.Π.Θ.).

Με την υπό κρίση από 14-1-2019 (υπ’ αριθμ. κατάθ. …./2019) ανακοπή, ο ανακόπτων ……………… ζητεί, για τους λόγους που εκθέτει στο δικόγραφο της ανακοπής, να αναγνωρισθεί δικαιούχος απαιτήσεων ασφάλισης (αποζημίωση ένεκα ασφάλισης αστικής ευθύνης αυτοκινήτου) για το συνολικό ποσό των 1.037.585,15 ΕΥΡΩ, πλέον τόκων και εξόδων, ώστε οι εν λόγω απαιτήσεις του να επαληθευθούν και να συμπεριληφθούν στον πίνακα των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση της καθής η αίτηση υπό ασφαλιστική εκκαθάριση τελούσα ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «…………………», προκειμένου αυτός (ανακόπτων) να μετάσχει σε κάθε διανομή του προϊόντος της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, ικανοποιούμενος σύμφωνα με τα οριζόμενα στις διατάξεις του Ν 4364/2016. Η υπό κρίση ανακοπή δεν αποτελεί ανακοπή του άρθρ. 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, καθόσον ο ανακόπτων δεν έχει αναγγείλει τις απαιτήσεις του στο πλαίσιο της ασφαλιστικής εκκαθάρισης της καθής η ανακοπή, αλλά αποτελεί ανακοπή βάσει του άρθρου 92 παρ. 1 ΠτΚ, η οποία εισάγεται καθύλην και κατά τόπον αρμοδίως προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, προκειμένου να εκδικασθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρ. 683 επ. ΚΠολΔ, βλ. και όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της παρούσας). Επιπροσθέτως, η υπό κρίση ανακοπή είναι αρκούντως ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 3 του ν.δ. 400/1970, 235, 239, 242 και 248 Ν 4364/2016, οι οποίες, κατ’ άρθρ. 179 ΠτΚ, εφαρμόζονται αναλογικά και συμπληρωματικά και για την ανακοπή του άρθρου 92 παρ. 1 ΠτΚ (βλ. ΜονΠρΑΘ 537/2018 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ σε συνδυασμό με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας). Πρέπει, επομένως, να εξετασθεί περαιτέρω για την ουσιαστική της βασιμότητα.

Από όλα τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομίμως προσκομίζουν και επικαλούνται, πιθανολογούνται τα εξής : Στις 4-3-2015 ο ανακόπτων ………….. θέλησε να μεταφέρει τον υιό του …………….., που τότε υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό, από την οικία τους ……………. στο Πέραμα, προκειμένου ο τελευταίος να επιβιβασθεί σε πλοίο που Θα τον μετέφερε στη Σαλαμίνα, όπου βρίσκεται ο Ναύσταθμος του Πολεμικού Ναυτικού, στον οποίο υπηρετούσε τη στρατιωτική θητεία του. Ο ανακόπτων, ως οδηγός της υπ’ αριθμ. κυκλ. ………… δίκυκλης μοτοσικλέτας, έχοντας ως συνοδηγό τον υιό του, ξεκίνησε από την οικία του στις 06 : 30 π.μ., κινούμενος με ταχύτητα 40 χιλιομέτρων / ώρα, και περί ώρα 06 : 40 π.μ. βρισκόταν στη διασταύρωση της οδού Αναπαύσεως με την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου στη Δραπετσώνα, με κατεύθυνση προς την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου. Στο συγκεκριμένο σημείο η οδός Αναπαύσεως διέρχεται από κατοικημένη περιοχή, το όριο ταχύτητας είναι 50 χιλιόμετρα / ώρα, έχει ένα ρεύμα κυκλοφορίας (από την οδό Αγίου Δημητρίου προς την οδό Μεγάλου Αλεξάνδρου) και διασταυρώνεται με την οδό Ελευθερίου Βενιζέλου, η οποία ομοίως έχει ένα ρεύμα κυκλοφορίας (από την οδό Αδριανού προς την οδό Εθνικής Αντιστάσεως) σχηματίζοντας σταυροειδή διασταύρωση (+), στην οποία η προτεραιότητα ρυθμίζεται με φωτεινούς σηματοδότες, που είναι τοποθετημένοι τόσο στην οδό Αναπαύσεως, όσο και στην οδό Αδριανού. Κατά τον ίδιο χρόνο η ………………….. οδηγούσε το υπ’ αριθμ. κυκλ. ………………. αυτοκίνητο – το οποίο ανήκε στην κυριότητα του ……………… και ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική ευθύνη, για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, στην καθής η ανακοπή ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία «……..», που κατά την παρούσα συζήτηση τελεί σε ασφαλιστική εκκαθάριση – επί της οδού Ελευθερίου Βενιζέλου με κατεύθυνση την οδό Εθνικής Αναπαύσεως. Περί ώρα 06 : 40 π.μ. το ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλ. ………………. αυτοκίνητο βρισκόταν σταματημένο στην προαναφερομένη διασταύρωση, λόγω του ερυθρού σηματοδότη που βρισκόταν επί της πορείας του. Όταν άναψε ο πράσινος σηματοδότης η …………… ξεκίνησε το εν λόγω όχημα που οδηγούσε και εισήλθε στη διασταύρωση. Κατά την ίδια στιγμή ο ανακόπτων, παρόλο που είχε ερυθρό σηματοδότη στην πορεία του, εισήλθε στη διασταύρωση και συγκρούσθηκε με το ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλ. ………….. αυτοκίνητο. Ειδικότερα, το εμπρόσθιο μέρος της προαναφερομένης μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ανακόπτων προσέκρουσε στην αριστερή πλευρά του ως άνω αυτοκινήτου, ενώ αυτός (ανακόπτων) εκτινάχθηκε και έπεσε στο οδόστρωμα, με αποτέλεσμα να τραυματισθεί σοβαρά. Όπως πιθανολογήθηκε, αποκλειστικός υπαίτιος για την επέλευση της προπεριγραφείσας σύγκρουσης ήταν ο ανακόπτων, ο οποίος, οδηγώντας αμελώς, προκάλεσε το εν λόγω ατύχημα. Συγκεκριμένα, ο ανακόπτων, αν και όφειλε να οδηγεί συνετά, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του (άρθρ. 12 παρ. 1 Ν 2696/1999), εντούτοις εκινείτο σε ισόπεδο κόμβο εντός κατοικημένης περιοχής (άρθρ. 19 παρ. 3 Ν 2696/1999) με ταχύτητα 40 χιλιόμετρα / ώρα, παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη που είχε στην πορεία του και παραλείποντας να παραχωρήσει προτεραιότητα στο όχημα της ………………… (άρθρ. 6 Ν 2696/1999), με αποτέλεσμα την πρόκληση του προπεριγραφομένου ατυχήματος. Αν, όμως, ο ανακόπτων ήταν επιμελής στην οδήγησή του, τότε, βλέποντας ότι προσεγγίζει σε ισόπεδη διάβαση, θα μείωνε την ταχύτητά του, θα είχε κατά νου να ελέγξει τους φωτεινούς σηματοδότες και, αφού διεπίστωνε το ερυθρό χρώμα στην πορεία του, θα παραχωρούσε προτεραιότητα στα άλλα αυτοκίνητα, με συνέπεια να μην επερχόταν η προπεριγραφείσα σύγκρουση. Τα παραπάνω δέχθηκε η υπ’ αριθμ. 2047/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία αυτοκινητικών διαφορών), η οποία απέρριψε την από 18-8 -2015 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ……/2015) αγωγή του ανακόπτοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ειδικότερα, με την αγωγή αυτή ο ανακόπτων ισχυρίσθηκε ότι αποκλειστικά υπαίτια για την προπεριγραφείσα σύγκρουση είναι η …………., οδηγός του ως άνω υπ’ αριθμ. κυκλ. ………… αυτοκινήτου, και ζήτησε να υποχρεωθεί η καθής η ανακοπή ασφαλιστική εταιρία, στην οποία ήταν ασφαλισμένο το εν λόγω αυτοκίνητο, να του καταβάλει 2.100 ΕΥΡΩ, που αντιστοιχούν στις δαπάνες του για την πρόσληψη οικιακής βοηθού μέχρι τις 23 – 3 – 2015, προκειμένου να αυτοεξυπηρετείται, καθόσον, μετά το ατύχημα, κατέστη ανίκανος προς τούτο, τα ποσό των 250 και των 300 ΕΥΡΩ κάθε μήνα μέχρι τις 23-12-2034, που θα αναγκάζεται να καταβάλλει αντιστοίχως για αγορά αναλώσιμων παραϊατρικών ειδών και για δαπάνη βελτιωμένης διατροφής, και το ποσό των 42.000 ΕΥΡΩ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον βαρύτατο τραυματισμό του κατά την εν λόγω σύγκρουση. Η ως άνω υπ’ αριθμ. 2047/2017 απόφαση, αφού έκρινε ότι ο ανακόπτων είναι αποκλειστικά υπαίτιος για την προπεριγραφείσα σύγκρουση, απέρριψε την προμνησθείσα αγωγή του ανακόπτοντος ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ, απεναντίας, έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη τη συνεκδικαζομένη από 10 – 10 – 2015 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ……/2015) αντίθετη αγωγή του …………….., που αφορούσε το ίδιο ζημιογόνο συμβάν. Κατά της αποφάσεως αυτής ο ανακόπτων έχει ασκήσει την από 12-3-2018 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ……../2018) έφεσή του ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, η οποία συζητήθηκε στις 10 – 1 – 2019. Περαιτέρω, στις 23 – 2 – 2018 η Επιτροπή Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων (Ε.Π.Α.Θ.) της Τράπεζας της Ελλάδος, με την υπ’ αριθμ. …./23-2-2018 (Φ.Ε.Κ. …./23.2.2018) απόφασή της, αποφάσισε την οριστική ανάκληση της άδειας της καθής η ανακοπή ασφαλιστικής εταιρίας και τη θέση της σε ασφαλιστική εκκαθάριση, με την απαγόρευση της ελεύθερης διάθεσης του συνόλου των περιουσιακών της στοιχείων, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν 4364/2016. Επίσης, διορίσθηκε ασφαλιστική εκκαθαρίστρια της καθής η ανακοπή η ………….., η οποία στις 23-3-2018 δημοσίευσε σε πέντε ημερήσιες, πανελλαδικής κυκλοφορίας, εφημερίδες πρόσκληση για τις αναγγελίες απαιτήσεων από ασφάλιση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 242 παρ. 2 εδ. α’ Ν 4364/2016. Ο ανακόπτων έπρεπε να αναγγείλει τις απαιτήσεις του εντός προθεσμίας τεσσάρων μηνών από την ημέρα αυτή, ήτοι μέχρι τις 23-7-2018, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 240 παρ. 1 Ν 4364/2016. Όμως, λόγω των σοβαρών προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισε εξαιτίας του τραυματισμού του κατά την προπεριγραφείσα σύγκρουση, τα οποία μέχρι την παρούσα συζήτηση έχουν επιδεινωθεί, δεν ανήγγειλε την απαίτησή του εντός της ανωτέρω προθεσμίας, προκειμένου να καταταγεί στην κατάσταση της καθής η ανακοπή με τους δικαιούχους απαιτήσεων από ασφάλιση. Παρόλα αυτά, όπως προεκτέθηκε, ο ανακόπτων ασκεί παραδεκτώς και νομίμως την υπό κρίση ανακοπή με βάση τη διάταξη του άρθρου 92 παρ. 1 ΠτΚ, για την οποία εφαρμόζονται αναλογικά και συμπληρωματικά οι διατάξεις τόσο του Ν 4364/2016, όσο και του ν.δ. 400/1970. Με αυτήν, δε, την ανακοπή ο ανακόπτων ζητεί να συμπεριληφθεί στον πίνακα (κατάσταση) των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση της καθής η ανακοπή τελούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας, προκειμένου να μετάσχει σε κάθε διανομή του προϊόντος της ασφαλιστικής εκκαθάρισης, για το ποσό των 1.037.585,15 ΕΥΡΩ, πλέον τόκων και εξόδων, αναλυόμενο σε 698.436,09 ΕΥΡΩ για δαπάνες αποκλειστικής νοσοκόμου – οικιακής βοηθού για το χρονικό διάστημα από 25 – 5 – 2015 μέχρι 23 – 12 – 2034, σε 93.047,86 ΕΥΡΩ για δαπάνες αναλώσιμων και παραϊατρικών ειδών για το χρονικό διάστημα από έτος 2015 μέχρι έτος 2034, σε 7.200 ΕΥΡΩ για δαπάνες λήψης βελτιωμένης διατροφής κατά το έτος 2015 και σε 150.000 ΕΥΡΩ ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από τον βαρύτατο τραυματισμό του κατά την προπεριγραφείσα σύγκρουση. Όμως, το παρόν Δικαστήριο, εκτιμώντας το υφιστάμενο αποδεικτικό υλικό, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως (άρθρ. 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), άγεται στη δικανική πεποίθηση ότι οι απαιτήσεις του ανακόπτοντος από το προπεριγραφόμενο αυτοκινητικό ατύχημα δεν πρέπει να συμπεριληφθούν στον πίνακα των δικαιούχων απαιτήσεων από ασφάλιση της καθής η ανακοπή τελούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας. Όπως προεκτέθηκε, πιθανολογήθηκε ότι το προπεριγραφόμενο ζημιογόνο συμβάν προκλήθηκε από υπαιτιότητα του ανακόπτοντος και όχι από υπαιτιότητα της οδηγού του υπ’ αριθμ. …………… αυτοκινήτου, το οποίο κατά το χρόνο επέλευσης αυτού (ζημιογόνου συμβάντος) ήταν ασφαλισμένο στην καθής η ανακοπή ασφαλιστική εταιρία. Δηλαδή, δεν πιθανολογήθηκε ότι εν προκειμένω έχει γεννηθεί η υποχρέωση της τελευταίας να αποζημιώσει τον ανακόπτοντα για τις ζημίες που υπέστη εξαιτίας του προπεριγραφομέγου ζημιογόνου συμβάντος. Αυτά, άλλωστε, δέχθηκε και η ανωτέρω υπ’ αριθμ. 2047/2017 απόφαση, η οποία, αφού έκρινε ότι η προπεριγραφείσα σύγκρουση προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του ανακόπτοντος, απέρριψε ως ουσιστικά αβάσιμη την από 18-8-2015 (υπ’ αριθμ. κατάθ. ………./2015) αγωγή του τελευταίου κατά της καθής η ανακοπή. Κατόπιν τούτου, πιθανολογήθηκε ότι εν προκειμένω δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση για τον ανακόπτοντα, καθόσον οι αξιώσεις του, που σχετίζονται με τις ανωτέρω επίδικες απαιτήσεις του, όχι μόνο δεν επιδικάσθηκαν με δικαστική απόφαση, αλλά, απεναντίας, απορρίφθηκαν με δικαστική απόφαση και, συνεπώς, κατά την παρούσα συζήτηση επιδέχονται αμφισβήτηση. Κατ’ επέκταση, πιθανολογήθηκε ότι εν προκειμένω δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις, που ορίζουν οι αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη της παρούσας διατάξεις του Ν 4364/2016 και του ν.δ. 400/1970 – εφαρμοζόμενες αναλογικά και συμπληρωματικά στην υπό κρίση ανακοπή του άρθρου 92 παρ. 1 ΠτΚ – προκειμένου να καταχωρηθούν και επαληθευθούν στον πίνακα (κατάσταση) δικαιούχων από ασφάλιση της καθής η ανακοπή τελούσας σε ασφαλιστική εκκαθάριση ασφαλιστικής εταιρίας οι ανωτέρω επίδικες απαιτήσεις του ανακόπτοντος, συνολικού ύψους 1.037.585,15 ΕΥΡΩ (για όλα τα παραπάνω βλ. και όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη της παρούσας). Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει η υπό κρίση ανακοπή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να συμψηφισθούν εν όλω μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα λόγω του δυσερμήνευτου των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν (άρθρ. 179 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ κατ’ αντιμωλίαν των διαδίκων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την ανακοπή.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ εν όλω τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα στις 7/3/2019, χωρίς να είναι παρόντες οι διάδικοι ή οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies