Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Σύμβαση εργασίας χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή – διατρήτριας. Μικτό σύστημα αμοιβής. Καταβολή μηνιαίου μισθού και κατ’ αποκοπήν αμοιβής ανάλογης με τον αριθμό των ψηφιακών καταχωρίσεων. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Φύση αυτής και διάκριση από τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου. Έννοια «σπουδαίου λόγου». Προϋποθέσεις εγκυρότητας αυτής. Στοιχεία ορισμένου αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της επιδίκασης μισθών υπερημερίας. Στοιχεία ορισμένου αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή οιωνδήποτε άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας. Στοιχεία ορισμένου αγωγής αδικαιολόγητου πλουτισμού (904 ΑΚ), με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη. Προϋποθέσεις γένεσης ευθύνης για αδικοπραξία. Δεν αποδείχθηκε ότι η πρόσληψη της ενάγουσας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη, είτε λόγω της φύσης των παρεχόμενων υπηρεσιών της, είτε λόγω της διαρκούς και όχι εποχιακής λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας και ότι η τελευταία προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση ορισμένου χρόνου, αποσκοπώντας στην καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης και στον πορισμό της αποζημίωσης απόλυσης. Άκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ελλείψει συνδρομής σπουδαίου λόγου και επιπλέον καταχρηστική και συνακόλουθα άκυρη καθώς οφείλεται στη διεκδίκηση δικαιωμάτων από την εργαζόμενη ενώπιον της Επιθεώρησης εργασίας. Επιδίκαση μισθών υπερημερίας. Επιδίκαση διαφορών δεδουλευμένων αποδοχών και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, αμοιβής για υπερεργασία και αμοιβής, αποζημίωσης για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 8.432,25 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης
142/2010
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΑΠΟΤΕΛΟΥΜΕΝΟ από την Δικαστή Ελευθερία Κολοβού, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Προϊστάμενος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τον Γραμματέα Παναγιώτη Ηλιάδη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του την 11η Νοεμβρίου του έτους 2009 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ των :
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ : ………… του ……….., κατοίκου …….., οδός …………, αριθμός ….. (……….), την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Δημήτριος Βλαχόπουλος, Δικηγόρος Αθηνών (AM ΔΣΑ 29922), που κατέθεσε προτάσεις.
ΤΩΝ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Της Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία «……………», που εδρεύει στην ……… Αττικής, οδός ………., αριθμός ….. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) …………. του ………, κατοίκου ……… Αττικής, οδός …….., αριθμός ……, οι οποίοι κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του οικείου πινακίου δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 15.12.2008 και με γενικό αριθμό καταθέσεως ……../2008 και αριθμό καταθέσεως δικογράφου ……../2008 αγωγή, η οποία προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της ενάγουσας, αφού ανέπτυξε τους ισχυρισμούς της, ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις της.
ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις με αριθμούς ………./08.01.2009 και ………/08.01.2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Η. Λυκιαρδόπουλου, τις οποίες νομίμως επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους εναγόμενους (άρθρα 122 παρ. 1, 123, 124 παρ. 1, 126 παρ. 1, 127 παρ. 1δ’, 136 παρ. 2, 591 παρ. 1 περ. α’ του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του από το άρθρο 19 του νόμου 2915/2001 και ισχύει από 01.01.2002, κατ’ άρθρο 15 του νόμου 2943/2001). Οι τελευταίοι όμως δεν εμφανίστηκαν στη δικάσιμο αυτή κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά που ήταν γραμμένη στο πινάκιο (βλ. τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου) και συνεπώς πρέπει να δικαστούν ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να είναι όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 672 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 659 του Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η χρονική διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε, αρχικά ή μεταγενέστερα, ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό της σύμβασης (ΑΠ 62/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της. Η σύμβαση αυτή παύει αυτοδικαίως, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 του Α.Κ., όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται καταγγελία της και καταβολή αποζημιώσεως. Αντίθετα, σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου είναι εκείνη της οποίας η διάρκεια ούτε ορίστηκε ρητά, ούτε προκύπτει από το είδος ή το σκοπό της εργασίας. Εξάλλου, με τα άρθρα 1 και 8 παρ. 3 του νόμου 2112/1920, όπως αυτός τροποποιήθηκε με το νόμο 4538/1930 και ερμηνεύτηκε αυθεντικά με το άρθρο 11 του αναγκαστικού νόμου 547/1937, αναγνωρίζεται το δικαίωμα των υπαλλήλων που συνδέονται με τον εργοδότη τους με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου να τύχουν της προστασίας των διατάξεων του νόμου αυτού για την καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους (έγγραφη καταγγελία, καταβολή αποζημίωσης), εφόσον ο καθορισμός των συμβάσεων εργασίας τους με ορισμένη χρονική διάρκεια δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης, αλλά τέθηκε σκοπίμως προς καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης. Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις του νόμου 2112/1920, συνάγεται ότι ο καθορισμός ορισμένης χρονικής διάρκειας στη σύμβαση εργασίας είναι δικαιολογημένος από τη φύση αυτής, όταν όχι μόνο η σύμβαση, ως εκ του είδους και του σκοπού της εργασίας, έχει χαρακτήρα σύμβασης ορισμένου χρόνου, αλλά και όταν η διάρκειά της υπαγορεύεται από αποχρώντα λόγο αναγόμενο ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, όπως λ.χ. ανάγκες του εργοδότη, εποχιακή λειτουργία της επιχείρησης. Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, η κατάρτιση συμβάσεων ορισμένου χρόνου δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε σκόπιμα για να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις για καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου. Αντίθετα, αν η συνομολόγηση ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογείται από τη φύση της σύμβασης ή τις ανάγκες της επιχείρησης, όπως συμβαίνει και όταν η εκτελούμενη εργασία ικανοποιεί πάγιες και τακτικές ανάγκες του εργοδότη και μετά την πάροδο του χρόνου της αρχικής σύμβασης καταρτίσθηκαν διαδοχικές συμβάσεις ορισμένου χρόνου, οι διαδοχικές αυτές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου θεωρούνται ως μία ενιαία σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, γιατί καταρτίσθηκαν προκειμένου να καταστρατηγηθούν οι διατάξεις περί υποχρεωτικής καταγγελίας της εργασιακής σχέσης (ΑΠ 669/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1278/2001 ΕΕργΔ 62.1369, ΑΠ 1143/2000 ΕλλΔνη 2001.1311, ΕφΘεσ 3007/2004 Αρμ 2005.386, ΕφΘεσ 1001/2003 Αρμ 2003.1646, ΕφΠειρ 468/2003 ΔΕΕ 2003.1097, ΕφΘεσ 1792/1999 Αρμ 2000.519, ΕφΘεσ 1989/1997 Αρμ 1997.1042). Κάτι τέτοιο όμως δεν συμβαίνει στις περιπτώσεις που ο καθορισμός του ορισμένου χρόνου διάρκειας της σύμβασης γίνεται, είτε λόγω ρητής πρόβλεψης του νόμου, είτε για το συμφέρον του ίδιου του εργαζόμενου, είτε εξαιτίας του είδους και του σκοπού της εργασίας, είτε για λόγους υπαγορευόμενους από τις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης του εργοδότη κατά τα άνω. Στις περιπτώσεις αυτές, η σύμβαση εργασίας δεν καθίσταται αορίστου χρόνου από μόνο το γεγονός ότι, ο εργαζόμενος χρησιμοποιήθηκε ή χρησιμοποιείται για εκτέλεση εργασίας, που εξυπηρετεί μόνιμες λειτουργικές ανάγκες του εργοδότη (ΟλΑΠ 1807/1986 ΕΕργΔ 46.336, ΑΠ 680/2001 ΕλλΔνη 42.1593, ΑΠ 295/1994 ΕΕργΔ 54.1015, ΕφΘεσ1403/2001 Αρμ 2001.951, ΕφΘεσ 2046/1999 Αρμ 2000.59, Ντάσιος Λεωνίδας, «Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο», έκδοση 4η, τόμος Α ΙΙ, σελ. 487). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 672 του Α.Κ. προκύπτει ότι, όταν ο εργοδότης, χωρίς να τηρήσει την προθεσμία της λήξεώς της, καταγγείλει τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς σπουδαίο λόγο, η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ότι δεν έγινε (άρθρα 174, 180 ΑΚ), με αποτέλεσμα να εξακολουθεί να υφίσταται η εργασιακή σύμβαση. Σπουδαίο λόγο καταγγελίας αποτελούν τα περιστατικά εκείνα – ακόμη και μεμονωμένα – τα οποία, ανεξαρτήτως της προέλευσής τους ή της ύπαρξης υπαιτιότητας, καθιστούν, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή για τον καταγγέλλοντα τη συνέχιση της σύμβασης μέχρι την κανονική της λήξη, για τον προσδιορισμό, δε, του σπουδαίου λόγου συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης. Τα περιστατικά μπορεί να είναι και τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει στη σφαίρα ποιου από τα δύο μέρη γεννήθηκαν. Τέτοιος λόγος συντρέχει και όταν επήλθε κλονισμός της σχέσεως εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλόμενων, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν ο μισθωτός παραβαίνει την υποχρέωση πίστεως έναντι του εργοδότη, αλλά και σε κάθε άλλη περίπτωση κατά την οποία, λόγω συνδρομής ορισμένων περιστατικών, τα οποία μπορεί να ανάγονται και στο πρόσωπο ή τις σχέσεις του εργοδότη, ή συνέχιση της εργασιακής σχέσεως αποβαίνει, βάσει των παραπάνω αντικειμενικών κριτηρίων, μη ανεκτή από αυτόν (ΟλΑΠ 858/1984 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 62/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ1170/1995 ΕλλΔνη 38.91, ΑΠ 980/1993 ΕλλΔνη 36.163). Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 672, 674 και 656 εδ. α’ του Α.Κ. προκύπτει ότι η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, είναι ανίσχυρη και ο εργοδότης, εφόσον αρνείται να δεχθεί την προσφερόμενη από τον μισθωτό εργασία, θεωρείται υπερήμερος και οφείλει μισθούς (υπερημερίας) του υπολειπομένου, μέχρι τη λήξη της σύμβασης χρόνου (ΑΠ 166/1997 ΕλλΔνη 38.1559, ΑΠ 474/1994 ΔΕΝ 52.406, ΑΠ 336/1993 ΕλλΔνη 35.403, ΕφΑθ 258/1998 ΕλλΔνη 39.635). Παράλληλα, αν ο σπουδαίος λόγος συνίσταται στην αθέτηση από τον εργοδότη των συμβατικών ή νόμιμων όρων εργασίας ο καταγγείλας εργαζόμενος δικαιούται αποζημιώσεως, η οποία μπορεί να συνίσταται στο διαφυγόν κέρδος του, δηλαδή τους μισθούς που προσδοκούσε με πιθανότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ότι θα εισέπραττε μέχρι και το χρόνο της συμβατικής λήξεως της συμβάσεως εργασίας. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για να γεννηθεί αξίωση αποζημιώσεως υπέρ του εργαζομένου που κατήγγειλε την σύμβαση εργασίας απαιτείται να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις : α) η σύμβαση εργασίας να είναι ορισμένου χρόνου, β) να υπάρχει καταγγελία για σπουδαίο λόγο, συνιστάμενο σε αθέτηση της συμβάσεως και γ) η αθέτηση της συμβάσεως να προέρχεται από το καταγγελλόμενο μέρος (ΑΠ 1623/2002 ΕλλΔνη 44.750, ΕφΑθ 3121/2007 ΕλλΔνη 2009.225, Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 2009, σελ. 300). Επίσης, αν ο σπουδαίος λόγος για τον οποίο ο εργοδότης έκανε την καταγγελία οφείλεται σε μεταβολή των προσωπικών ή των περιουσιακών του σχέσεων, το δικαστήριο μπορεί, κατά την κρίση του, να επιδικάσει στον εργαζόμενο εύλογη αποζημίωση (ΑΠ 1533/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), το ύψος της οποίας καθορίζεται με βάση τις ειδικές συνθήκες, όπως η οικονομική κατάσταση εργοδότη και εργαζομένου, ο υπολειπόμενος χρόνος διάρκειας και της σύμβασης καθώς και η ειδικότερη φύση του σπουδαίου λόγου για τον οποίο έγινε η καταγγελία (ΕφΑθ 9694/1991 ΕλλΔνη 1993.198). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 167, 168, 648 παρ. 1, 669 παρ. 2 του Α.Κ., 1 και 3 του νόμου 2112/1920 και 5 παρ. 1 και 3 του νόμου 3198/1955, όπως η τελευταία αντικαταστάθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του νόμου 2556/1997, προκύπτει ότι για την εγκυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πρέπει να τηρηθεί έγγραφος τύπος, να καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, εφόσον η απασχόληση του εργαζομένου έχει υπερβεί τους δύο μήνες και να καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυόμενου στα τηρούμενα μητρώα για το Ι.Κ.Α. ή να έχει ασφαλιστεί ο απολυόμενος. Η καταβολή της αποζημιώσεως πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, ενώ η μη καταβολή ολόκληρης της αποζημιώσεως, άλλως η καταβολή ελλιπούς αποζημιώσεως συνεπάγεται το δικαίωμα του μισθωτού να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει μισθούς υπερημερίας (ΑΠ 339/2000 ΕΕργΔ 2001.658, ΑΠ 1165/1999 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Λαναράς Κωνσταντίνος, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 2003, σελ. 102). Αν ο εργαζόμενος, προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία, αρνείται να εισπράξει την προσηκόντως προσφερόμενη αποζημίωση, τότε ο εργοδότης οφείλει σε εύλογο χρόνο να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρα 427, 431 του Α.Κ.). Ως εύλογος χρόνος θεωρείται αυτός που απαιτείται κατά τη συναλλακτική πείρα (άρθρο 288 του Α.Κ.) για τη συντέλεση των διατυπώσεων παρακατάθεσης της αποζημιώσεως, για τη σχετική, δε, κρίση λαμβάνονται υπόψη κατά περίπτωση η συμπεριφορά του εργαζομένου ή άλλες ειδικές συνθήκες που δικαιολογούν την καθυστέρηση (ΑΠ 918/2006 ΝοΒ 2007.684). Για το κύρος της καταγγελίας δεν απαιτείται η κοινοποίηση στον απολυόμενο του σχετικού γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης, αλλά απλώς η παράλειψή της είναι ενδεχόμενο να δημιουργήσει ευθύνη του εργοδότη προς αποζημίωση του μισθωτού για τη ζημία που υπέστη από την παράλειψη. Αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί στον απολυόμενο ή, στην περίπτωση άρνησής του, δεν κατατεθεί δημοσίως εντός ευλόγου χρόνου, η καταγγελία είναι, όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του νόμου 3198/1955, άκυρη (ΑΠ 93/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 876/2004 ΔΕΝ 60.1538, ΑΠ 1640/2003 ΕλλΔνη 45.759). Η εκ των υστέρων καταβολή της αποζημιώσεως δεν καθιστά έγκυρη την καταγγελία (ΑΠ1290/2001 ΕλλΔνη 43.131), η οποία θεωρείται άκυρος αφότου έγινε και η υπερημερία που επήλθε ως συνέπεια αυτής μόνο με νέα έγκυρη καταγγελία μπορεί να αρθεί (ΕφΑθ 2392/2005 ΔΕΕ 2005.1335, ΕφΘεσ 91/2007 Αρμ 2007.415). Η άσκηση του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του Α.Κ., δηλαδή της μη υπερβάσεως των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση, δε, των ορίων αυτών καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 του Α.Κ. Η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη είναι άκυρη, ως καταχρηστική, όταν γίνεται για οικονομικοτεχνικούς λόγους, δηλαδή για την αναδιοργάνωση της επιχειρήσεως του εργοδότη που καθιστά αναγκαία τη μείωση του προσωπικού και την αναδιοργάνωση των υπηρεσιών ή τμημάτων της επιχειρήσεως, που επιβάλλονται από συγκεκριμένες οικονομικές συνθήκες, τις οποίες αντιμετωπίζει η επιχείρηση για να ανταπεξέλθει στη διαφαινόμενη οικονομική κρίση, εφόσον οι λόγοι αυτοί είναι προσχηματικοί και υποκρύπτουν πράγματι μίσος, εμπάθεια ή κακοβουλία ή όταν είναι πραγματικοί, αλλά δεν έγινε επιλογή των απολυομένων με αντικειμενικά κριτήρια, υπηρεσιακά ή κοινωνικά, η σχετική, δε, απόφαση του εργοδότη δεν ελέγχεται από τα δικαστήρια, ελέγχεται όμως αφενός ο αιτιώδης σύνδεσμος της επιλογής αυτής και της καταγγελίας συγκεκριμένου εργαζομένου, ως έσχατου μέσου αντιμετωπίσεως των προβλημάτων της επιχειρήσεως και αφετέρου ο τρόπος επιλογής του εν λόγω εργαζομένου ως απολυτέου, η οποία (επιλογή) πρέπει να πραγματοποιείται με αντικειμενικά κριτήρια, όπως δηλαδή επιβάλλουν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 561/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 573/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1420/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1689/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) καθώς επίσης και όταν υπαγορεύεται από ταπεινά ελατήρια που δεν εξυπηρετούν τον σκοπό του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις που η καταγγελία οφείλεται σε εμπάθεια, μίσος ή έχθρα ή σε λόγους εκδικήσεως, συνεπεία προηγηθείσας νόμιμης, αλλά μη αρεστής στον εργοδότη, συμπεριφοράς του εργαζομένου, όπως είναι και η ανάπτυξη από τον εργαζόμενο νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης, που είναι αντίθετη προς τα συμφέροντα της επιχείρησης του εργοδότη. Σε περίπτωση που η καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρα 174, 180 του Α.Κ.) και ο εργοδότης καθίσταται υπερήμερος έναντι του εργαζομένου, του οποίου δεν αποδέχεται την εργασία, υποχρεούμενος να του καταβάλει κατά τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 κα 656 του Α.Κ. τις αποδοχές του για το διάστημα της υπερημερίας του (ΑΠ 1825/1999 ΕλλΔνη 41.1014). Ως αποδοχές νοούνται ο μηνιαίος μισθός και οι πάσης φύσεως πρόσθετες αποδοχές, εφόσον οι εν λόγω πρόσθετες αποδοχές έχουν μισθολογικό χαρακτήρα, τις οποίες κατέβαλλε ο εργοδότης στο μισθωτό σταθερά και μόνιμα, κατά μήνα, κατά το χρόνο της πραγματικής εργασίας του και τις οποίες ο τελευταίος με πιθανότητα θα ελάμβανε αν ο εργοδότης αποδεχόταν τις υπηρεσίες του. Παρέπεται δε, ότι αναγκαίο περιεχόμενο της ιστορικής βάσεως της αγωγής του μισθωτού, με την οποία προβάλλονται αξιώσεις για επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποτελεί, μεταξύ άλλων, και η αναφορά του ύψους του νόμιμου ή συμβατικού μισθού καθώς και των τυχόν λοιπών πρόσθετων παροχών μισθολογικού χαρακτήρα (ΑΠ 389/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, σε περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας ο μισθωτός δικαιούται, είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει την καταβολή μισθών υπερημερίας για χρονικό διάστημα και μετά την άσκηση της αγωγής και μέχρι την συζήτηση της, καθόσον στην περίπτωση αυτή το επίδικο δικαίωμα δεν είναι μελλοντικό, αλλά ήδη απαιτητό στο σύνολό του, αφού κρίσιμος χρόνος για τη διαπίστωση του άμεσα απαιτητού ή μη χαρακτήρα του επιδίκου δικαιώματος είναι ο χρόνος της πρώτης συζήτησης στο ακροατήριο (ΕφΠειρ 437/1996 ΔΕΕ 56.686), είτε ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική και τάσσεται υπέρ αυτού, να θεωρήσει έγκυρη την καταγγελία και να ζητήσει εντός εξαμήνου από αυτή, κατ’ άρθρο 6 παρ. 2 εδ. α’ του νόμου 3198/1955, το οποίο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως (ΟλΑΠ 31/2003 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 624/2008 δημοσίευση’ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1247/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 882/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1619/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1209/2005 ΧρΙΔ 2006.173) την νόμιμη αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής προς συνεκδίκαση και τα δύο αιτήματα (άρθρο 218 Κ.Πολ.Δ.), εφόσον το δεύτερο εξ αυτών προβάλλεται επικουρικά (άρθρο 219 Κ.Πολ.Δ.) και για την περίπτωση απορρίψεως του πρώτου, διότι είναι μεταξύ τους αντιφατικά (ΑΠ 1278/2001 ΕΕργΔ 2003.941, ΕφΠειρ 117/2003 ΔΕΕ 2003.1248). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του νόμου 3198/1955, κάθε αξίωση μισθωτού, η οποία πηγάζει από άκυρη καταγγελία συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, είναι απαράδεκτη, εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τριμήνου ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της συμβάσεως. Η προθεσμία αυτή, η οποία είναι αποσβεστική και ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΟΛΑΠ 1338/1985 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 624/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1435/2002 ΕλλΔνη 2003.165, ΑΠ 998/2001 ΕλλΔνη 2003.167, ΕφΔωδ 86/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) και αποσκοπεί στην ανάγκη ταχείας άρσης κάθε αβεβαιότητας σχετικά με το κύρος της καταγγελίας εργασιακής σχέσης και στην εκκαθάριση εντός συντόμου χρονικού διαστήματος των αξιώσεων των εργαζομένων, που πηγάζουν από τυχόν άκυρη καταγγελία, ώστε να μη δημιουργούνται δυσβάστακτες συνέπειες για τον εργοδότη. Όταν, δε, παρέλθει άπρακτη η εν λόγω αποκλειστική προθεσμία, επέρχεται απόσβεση του δικαιώματος προσβολής της καταγγελίας για ακυρότητα (ΟλΑΠ 1338/1985 ΝοΒ 1986.1574). Η προαναφερόμενη διάταξη έχει εφαρμογή σε κάθε καταγγελία της σχέσης εργασίας, είτε αορίστου, είτε ορισμένου χρόνου και από οποιαδήποτε παράβαση και αν προέρχεται η ακυρότητα, δηλαδή έχει εφαρμογή όχι μόνο για τους μισθωτούς, που υπάγονται στις ρυθμίσεις του ως άνω νόμου και για ακυρότητα της καταγγελίας λόγω παραβάσεως των διατάξεών του, αλλά και στις περιπτώσεις ακυρότητας της καταγγελίας λόγω παραβάσεως άλλων διατάξεων ή και κανονισμών του εργοδότη, που έχουν ισχύ νόμου. Έτσι, η αγωγή του μισθωτού πρέπει να κοινοποιηθεί εντός της ανωτέρω προθεσμίας, η οποία αρχίζει από την επομένη της ημέρας, που έλαβε χώρα η καταγγελία με την περιέλευσή της στο μισθωτό και λήγει με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό και ημέρα με εκείνη που άρχισε κατά το άρθρο 243 του Α.Κ. (ΑΠ 404/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, τα χρονικά όρια εργασία των μισθωτών έχουν καθορισθεί με ειδικές διατάξεις δημοσίας τάξεως, με την έννοια ότι αποτελούν τα ελάχιστα όρια προστασίας των εργαζομένων και ως εκ τούτου με ατομική σύμβαση εργασίας, συλλογική σύμβαση εργασίας, διαιτητική απόφαση ή άλλη κανονιστική πράξη νομοθετικής ή συμβατικής ισχύος μπορούν να περιορισθούν, όχι όμως και να ξεπερασθούν χωρίς την τήρηση της διαδικασίας για τη νομιμότητα της υπερωριακής απασχόλησης. Ειδικότερα, με το άρθρο 3 της 26.02.1975 ΕΓΣΕΕ (ΥΑ 11400/1975), που κυρώθηκε με το νόμο 133/1975, το ισχύον τότε ωράριο των οκτώ (8) ωρών ημερησίως και σαράντα οκτώ (48) εβδομαδιαίως μειώθηκε από την 01.07.1975 σε σαράντα πέντε (45) ώρες εβδομαδιαίως, ενώ με το άρθρο 6 της ΔΑ 6/1979 (ΥΑ 11282/1979), που κυρώθηκε με το νόμο 1082/1980, μειώθηκαν οι σαράντα πέντε (45) ώρες σταδιακά ως εξής : από την 01.10.1979 σε σαράντα τέσσερις (44) ώρες, από την 01.10.1980 σε σαράντα τρεις (43) ώρες, από την 01.101.1981 σε σαράντα δύο (42) ώρες εβδομαδιαίως και στη συνέχεια με το άρθρο 9 της ΔΑ 1/1982, που κυρώθηκε με το νόμο 1346/1983 το ωράριο μειώθηκε από την 01.01.1982 σε σαράντα μία (41) ώρες εβδομαδιαίως. Ακολούθως, με το άρθρο 6 της από 14.02.1984 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 15770/84 ΦΕΚ 81, ΔΕΝ 1984.155) η εβδομαδιαία διάρκεια εργασίας των μισθωτών όλης της χώρας ορίστηκε από την 01.01.1984 σε σαράντα (40) ώρες, χωρίς μείωση του μισθού ή του ημερομισθίου, το οποίο ισχύει και σήμερα. Το γενικώς ισχύον από την 01.01.1984 μέχρι σήμερα ωράριο είναι οι σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, το οποίο έχει καθιερωθεί με την από 14.02.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε και ως εκ τούτου χαρακτηρίζεται ως συμβατικό ωράριο. Προς το συμβατικό ωράριο αντιδιαστέλλεται το «νόμιμο» ωράριο, εκείνο δηλαδή που έχει καθιερωθεί με νόμο ή άλλο νομοθέτημα. Η υπέρβαση του συμβατικού ωραρίου συνιστά, είτε πρόσθετη εργασία, όταν αφορά απασχόληση πέραν του τυχόν μικρότερου των σαράντα (40) ωρών συμβατικού ωραρίου και μέχρι σαράντα (40) ώρες, είτε υπερεργασία ή ιδιότυπη υπερωρία μέχρι την 31.03.2001 και ιδιόρρυθμη υπερωρία από την 01.04.2001 και εφεξής, όταν αφορά απασχόληση πέραν των σαράντα (40) ωρών και μέχρι του νομίμου ωραρίου είτε υπερωρία όταν αφορά απασχόληση πέραν του νομίμου ωραρίου. Επίσης, από το άρθρο 1 παρ. 2 του νόμου 435/1976 προκύπτει ότι η απασχόληση του μισθωτού κατά το μέρος που υπερβαίνει το ανώτατο όριο διάρκειας της εργασίας κατά τη μονάδα του χρόνου, που έχει ορισθεί με διάταξη νόμου ή με κανονιστική διοικητική πράξη κατά νόμιμη εξουσιοδότηση, συνιστά, εφόσον δεν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 3 του νομοθετικού διατάγματος 515/1970 ή άλλη νόμιμη εξαίρεση, παράνομη υπερωρία, για την οποία ο μισθωτός έχει τις απαιτήσεις που αναφέρονται σε αυτή. Ειδικότερα, όταν ισχύει, το σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, τότε βάσει της από 04.02.1984 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που κηρύχθηκε εκτελεστή με την Υ.Α. 11770/20.03.1984 (Φ.Ε.Κ Β’ 81/84) και τα άρθρα 3 της από 26.2.1975 Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, που κυρώθηκε με το νόμο 133/1975, 6 παρ. 2 της 6/1979 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών, που κυρώθηκε με το νόμο 1082/1980, και την 1/1982 απόφαση του ίδιου Διαιτητικού Δικαστηρίου, που κυρώθηκε με το νόμο 1346/1983 για την απασχόληση πέραν των σαράντα (40) ωρών οφείλεται για κάθε ώρα απασχολήσεως μέχρι του ανωτάτου νομίμου ωραρίου εβδομαδιαίας εργασίας το καταβαλλόμενο (συμφωνημένο, άλλως το νόμιμο) ωρομίσθιο (ΟλΑΠ 4/1999 ΔΕΝ 1999.279), προσαυξανόμενο κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα, για την αμοιβή, δε, της απασχολήσεως πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως τη συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλαδή για την υπερεργασία γίνεται παραπομπή στο άρθρο 9 της 1/1982 αποφάσεως του Δ.Δ.Δ.Δ. Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1346/1983. Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, ως προς τη συνδρομή υπερωριακής εργασίας λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερησία εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ ωρών ημερησίως, έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του από το νόμο ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερησίας υπερωρίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ιδίας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντίθετα, ως προς τη συνδρομή υπερεργασίας, υπό την ανωτέρω έννοια, κριτήριο αποτελεί όχι η ημερησία, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού και μάλιστα εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας. Στην εβδομαδιαία όμως αυτή εργασία δεν υπολογίζεται η εργασία σε ημέρα αναπαύσεως, εις τρόπον ώστε η υπερεργασία νοείται σε σχέση με τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας και δεν αφορά τις ημέρες της εβδομαδιαίας αναπαύσεως, κατά τις οποίες εργάστηκε ο μισθωτός και η κατά τις οποίες εργασία αντιμετωπίζεται αυτοτελώς και όχι σε συσχετισμό με το, αναφερόμενο στις εργάσιμες ημέρες, όριο της εβδομαδιαίας απασχολήσεως του μισθωτού (ΟλΑΠ 387/1969, ΑΠ 967/1998 ΔΕΝ 55.363, ΑΠ 1017/2003 ΕΕργΔ 62.1277, ΕφΘεσ 706/2004 ΔΕΕ 2004.1299). Επίσης, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 16 παρ. 2 του νόμου 435/1976, 6 παρ. 3 της από 26.2.1975 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 11400/1975), 6 της από 24.2.1984 ΕΓΣΣΕ (ΥΑ 11770/ 1984) και της ΔΔΔΔ Αθηνών 1/1982, που κυρώθηκε με το άρθρο 29 του νόμου 1340/1983, η εργασία του μισθωτού κατά τις ημέρες της Κυριακής και του Σαββάτου, της τελευταίας ως έκτης ημέρας της εβδομάδος υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομάδας εργασίας, δεν αποτελεί υπερεργασιακή ή υπερωριακή εργασία και για το λόγο αυτό η εργασία κατά τις ημέρες αυτές δεν συνυπολογίζεται στην εβδομαδιαία εργασία για τον υπολογισμό της αμοιβής τυχόν υπερεργασίας και υπερωριών (ΑΠ 33/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 3125/2007 ΔΕΕ 2008.622). Επομένως, αν ο μισθωτός απασχολούμενος μετά την 01.01.1984 δεν υπερβεί κατά τις ημέρες αυτές το συμβατικό εβδομαδιαίο όριο των 40 ωρών δεν δικαιούται την οικεία πρόσθετη αμοιβή (ωρομίσθιο επαυξημένο κατά 25%), διότι δεν έχει πραγματοποιήσει υπερεργασία. Το ίδιο συμβαίνει και όταν ο χρόνος της εβδομαδιαίας εργασίας έχει υπερβεί το όριο των ωρών λόγω απασχολήσεως του μισθωτού την Κυριακή ή άλλη ημέρα αναπαύσεως, αφού οι ώρες της εργασίας αυτής για την οποία υφίσταται ειδική και αυτοτελής νομοθετική πρόνοια, δεν συναριθμούνται με τις ώρες των εργασίμων ημερών της ιδίας εβδομάδας στις οποίες και μόνο αποβλέπει η ρύθμιση της υπερεργασίας (ΑΠ 882/1998 ΕλλΔνη 40.606, ΑΠ 119/1997 ΕλλΔνη 38.1554, ΑΠ 1164/1995 ΕλλΔνη 38.823, ΑΠ 1017/1995 ΔΕΝ 1995.1364, ΕφΠατρ 1182/2003 ΑχαικΝομ 2004.452, ΕφΑθ 810/2001 ΕλλΔνη 2001.1381, ΕφΘεσ 101/2001 ΔΕΕ 2002.319). Επομένως, αφού η υπερεργασία υπολογίζεται μόνο επί εβδομαδιαίας βάσεως, η εργασία, που παρέχει μισθωτός, υπαγόμενος στο σύστημα της πενθήμερης εβδομαδιαίας απασχολήσεως, πέραν του πενθημέρου αυτού, δεν συνιστά σε καμιά περίπτωση υπερεργασία, ενώ, δοθέντος ότι η υπερωρία κρίνεται όχι μόνο επί εβδομαδιαίας, αλλά και επί ημερήσιας βάσεως, μπορεί η εν λόγω εργασία αυτοτελώς λαμβανόμενη για κάθε μια από τις υπόλοιπες δύο ημέρες της εβδομάδας (έκτη και έβδομη), να συνιστά υπερωρία, αν υπερβαίνει για κάθε μια από αυτές το γενικό νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας, ήτοι το οκτάωρο. Η αντίθετη λύση ως προς το τελευταίο ζήτημα θα μπορούσε να οδηγήσει σε, μη ανεκτά λογικώς, ανεπιεική για το μισθωτό αποτελέσματα (ΑΠ 795/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1673/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1622/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 679/2001 ΔΕΝ 2002/1628, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 2003.162, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 54.17, ΕφΘεσ 584/2005 ΔΕΕ 2006.89, ΕφΔωδ 141/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, Λαναρά Κωνσταντίνου, «Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική», έκδοση 2003, σελ. 403). Από την 01.04.2001, μετά το νόμο 2874/2000 η υπερεργασία καταργείται και η απασχόληση πέρα των 40 ωρών και μέχρι 43 εβδομαδιαίως θεωρείται ως ιδιόρρυθμη υπερωρία, νόμιμη και επιτρεπτή, η οποία αμείβεται με το επιβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50% για τις πρώτες εκατόν είκοσι (120) ώρες ετησίως και κατά 75% για τις επόμενες ώρες (άρθρο 4 του νόμου 2874/2000). Αν η υπερωρία είναι παράνομη, για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης, ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλόμενου ωρομισθίου (δηλαδή προσαύξηση 150% του ωρομισθίου), σύμφωνα με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 101/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Συνεπώς, υπερωρία εξακολουθεί να αποτελεί και η υπέρβαση του ανωτάτου ωραρίου εργασίας της ημέρας, το οποίο και μετά την 01.04.2001, ελλείψει άλλης ειδικής ρύθμισης, εξακολουθεί να είναι το οκτάωρο (Χαλαμάνη Α., «Η υπερωριακή απασχόληση των μισθωτών», ΔΕΝ 2001.41, Πετίνη X., ΔΕΝ 2002. 508). Η εργασία του μισθωτού κατά την Κυριακή ή το Σάββατο ως έκτη ή έβδομη ημέρα υπό το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, εφόσον δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο ημερήσιας απασχόλησης δεν συνυπολογίζεται για τον προσδιορισμό των ωρών ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης ή υπερωριακής εργασίας (ΑΠ 615/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1207/2002 ΕλλΔνη 44.162, ΑΠ 1253/2002 ΕλλΔνη 44.163, ΑΠ 679/2001 ΔΕΝ 2002.1628, ΑΠ 24/2000 ΔΕΝ 2000.851, ΑΠ 882/1998 ΔΕΝ 2000.378, ΑΠ 119/1997 ΔΕΝ 1998.17, ΕφΑθ 7675/2005 ΕλλΔνη 2006.1475). Από τη 01.10.2005, οπότε τέθηκε σε ισχύ ο νόμος 3385/2005, σε επιχειρήσεις στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος “μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού Θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από το νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής κατ’ εξαίρεση υπερωρία και ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 100%. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αρ. 4 και 216 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων τα οποία απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκή και ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία δεν μπορεί να συμπληρωθεί ούτε με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β’ του Κ.Πολ.Δ. παρέχει μεν στον ενάγοντα την ευχέρεια να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι, όμως, και να αναπληρώσει εκείνους οι οποίοι λείπουν και αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Με βάση την πιο πάνω διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 του Κ.Πολ.Δ. ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις του να συμπληρώσει, κατά την συζήτηση της υποθέσεως, την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει την νομική αοριστία αυτής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση των περιστατικών που απαιτούνται κατά το νόμο για την γένεση του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1056/2002 ΕλλΔνη 45.84, ΑΠ 167/2002 ΕλλΔνη 43.1348, ΑΠ 1363/1998 ΕλλΔνη 39.325). Ειδικότερα, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την αναγνώριση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και της επιδίκασης μισθών υπερημερίας αποτελεί η αναφορά της σύμβασης ή η σχέσης εργασίας, του χρόνου της καταρτίσεως της συμβάσεως, του ύψους του συμβατικού ή νόμιμου μισθού, καθώς και των τυχόν λοιπών πρόσθετων παροχών μισθολογικού χαρακτήρα (ΑΠ 389/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), του είδους της παρασχεθείσης εργασίας, των όρων της παροχής και του χρόνου για τον οποίο οφείλονται (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα και για κάθε ένα από τα επίδικα κεφάλαια, χωριστά και όχι συγκεντρωτικά, στο σύνολό τους, ώστε όχι μόνο ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της τυχόν αξιώσεως μη δεδουλευμένων, μη δικαιουμένων ή υπέρογκων για κάθε ένα είδος εργασίας ποσών, αλλά και από την απόφαση του δικαστηρίου που θα αποτελέσει δεδικασμένο, να μπορεί ευχερώς να συναχθεί ποια ακριβώς κατ’ είδος και ποσό, διαφορά κατήχθη ενώπιον του και σε ποια έκταση αυτή έγινε αποδεκτή, ώστε εξαιτίας του δεδικασμένου να μην μπορεί αυτή να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης (ΑΠ 180/1988 ΕλλΔνη 29.1659, ΑΠ 639/1988 ΔΕΝ 45.470, ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΑθ 7640/1986 ΕλλΔνη 28.1262). Αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της δεν απαιτείται. Αν ο εργοδότης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, επικαλεστεί κατ’ ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητά της αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι όροι του άρθρου 527 του Κ.Πολ.Δ. Ο μισθωτός έχει βέβαια τη δυνατότητα να επικαλεστεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που τη θεμελιώνουν με το δικόγραφο της αγωγής «καθ’ υποφοράν», οπότε πρόκειται για εκ προοιμίου αντένσταση κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη περί καταγγελίας της σύμβασης. Έτσι, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος έχει τη δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώνει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα, επικαλούμενος νέους λόγους ακυρότητας ή διαφορετικούς από αυτούς που περιέχονται στην αγωγή, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Εάν όμως ο εργαζόμενος περιλάβει στην αγωγή του και αυτοτελές αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, ή ασκήσει μόνο αναγνωριστική της ακυρότητας της καταγγελίας αγωγή, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, χωρίς να είναι δυνατή μια μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, διόρθωση της αοριστίας ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, γιατί έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα, κατ’ άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ., η βάση της αγωγής (ΑΠ 624/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Επίσης, για το ορισμένο της αγωγής, η οποία έχει ως αίτημα την καταβολή δεδουλευμένων μισθών ή άλλων παροχών που οφείλονται από την έγκυρη σύμβαση εργασίας σύμφωνα με το άρθρο 648 του Α.Κ. και τις ισχύουσες εκάστοτε κανονιστικές διατάξεις των συλλογικών συμβάσεων εργασίας ή διαιτητικών αποφάσεων, όπως επιδόματα εορτών, αποδοχές και επιδόματα αδείας, αμοιβή για παρασχεθείσα υπερεργασία και νόμιμη ή παράνομη υπερωριακή εργασία, είναι η σύμβαση ή η σχέση εργασίας, ο χρόνος της καταρτίσεως της συμβάσεως, ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, που μπορούν να προκύψουν, είτε με αριθμητικό υπολογισμό βάσει όσων εκτίθενται στην αγωγή, είτε από τα εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας (ΕφΑθ 3155/2008), το είδος της παρασχεθείσης εργασίας, οι όροι της παροχής και ο χρόνος για τον οποίο οφείλονται (ΑΠ 2016/2207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), ο συμβατικός ή νόμιμος μισθός, η διάρκεια της εβδομαδιαίας και καθ’ εκάστη ημέρα απασχολήσεως, τα στοιχεία που είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό της εφαρμοστέας συλλογικής σύμβασης εργασίας ή διαιτητικής απόφασης, οπότε στην επίκληση αυτών και των εννόμων συνεπειών τους εμπεριέχεται και η επίκληση της ιδιότητας των διαδίκων ως μελών των οικείων συνδικαλιστικών οργανώσεων και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές του εργοδότη, επαρκώς προσδιορισμένα και για κάθε ένα από τα επίδικα κεφάλαια, χωριστά και όχι συγκεντρωτικά, στο σύνολό τους, ώστε όχι μόνο ο εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της τυχόν αξιώσεως μη δεδουλευμένων, μη δικαιουμένων ή υπέρογκων για κάθε ένα είδος εργασίας ποσών, αλλά και από την απόφαση του δικαστηρίου που θα αποτελέσει δεδικασμένο, να μπορεί ευχερώς να συναχθεί ποια ακριβώς κατ’ είδος και ποσό, διαφορά κατήχθη ενώπιον του και σε ποια έκταση αυτή έγινε αποδεκτή, ώστε εξαιτίας του δεδικασμένου να μην μπορεί αυτή να αποτελέσει αντικείμενο νέας δίκης (ΑΠ 2016/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 184/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 66/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1710/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 199/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1351/2004 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1164/1998 ΕλλΔνη 40.329, ΑΠ 180/1988 ΕλλΔνη 29.1659, ΑΠ 639/1988 ΔΕΝ 45.470, ΕφΑθ 5882/2007 ΕλλΔνη 2008.261, ΕφΑθ 3156/2002 ΔΕΕ 2003.88, ΕφΘεσ 1249/1999 ΔΕΝ 56.378, ΕφΘεσ 1481/1991 ΕΕργΔ 51.177, ΕφΑθ 7640/1986 ΕλλΔνη 28.1262). Τα στοιχεία αυτά δεν είναι ανάγκη να διατυπώνονται στο δικόγραφο της αγωγής με πανηγυρικό τρόπο και τυποποιημένες εκφράσεις, αλλά αρκεί λογικώς να συνάγονται από το όλο κείμενο της αγωγής, το οποίο ο ενάγων μπορεί, έως τη συζήτησή της να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει, εφόσον δεν μεταβάλλεται η βάση της (άρθρο 224 του Κ.Πολ.Δ.) με τις προτάσεις της συζητήσεως (ΑΠ 548/2000 ΕΕργΔ 2001.803, ΕφΘεσ 584/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠειρ 300/2001 ΕΕργΔ 2001.659). Αντιθέτως, για το ορισμένο της ανωτέρω αγωγής δεν απαιτείται να αναφέρονται σε αυτή οι νόμιμες κρατήσεις που έγιναν ή πρέπει να γίνουν επί των αξιούμενων οικείων χρηματικών ποσών, διότι ο εργοδότης υποχρεούται από το νόμο να παρακρατεί ορισμένα ποσά από το μισθό, για την καταβολή τους στους οργανισμούς κυρίας ή επικουρικής ασφαλίσεως, όπως το Ι.Κ.Α. και το Τ.Ε.Α.Μ. (άρθρα 26 παρ. 5 του αναγκαστικού νόμου 1846/1951, 22 και 32 του νόμου 2084/1997 και εκτελεστικές υπουργικές αποφάσεις), καθώς και για το φόρο μισθωτών υπηρεσιών, χαρτόσημο εξοφλήσεως μισθού, πλην όμως τα ποσά αυτά δεν αποτελούν αντικείμενο της δίκης για τις αποδοχές και δεν αφαιρούνται από το δικαστήριο που επιδικάζει οφειλόμενες στο σύνολό τους ή κατά ένα μέρος τους δεδουλευμένες αποδοχές ή μισθούς υπερημερίας, αλλά παρακρατούνται από τον εργοδότη κατά την εκτέλεση της αποφάσεως και αποδίδονται στους τρίτους δικαιούχους καθώς επίσης και τα καταβληθέντα έναντι των αγωγικών αξιώσεων χρηματικά ποσά, εφόσον το γεγονός τούτο πρέπει να επικαλεστεί κατ’ ένσταση (άρθρο 416 του Α.Κ.) ο εναγόμενος, κατά του οποίου προβάλλεται με την αγωγή η σχετική αξίωση, ο χρόνος από του οποίου αρχίζει η υπερεργασία και η υπερωρία κάθε ημέρα, αφού αυτός ορίζεται από το νόμο, ούτε η ανάγκη η οποία παρέστη για την εκτέλεση της και το πρόσωπο από το οποίο δόθηκε η σχετική εντολή (ΑΠ 2018/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 140/2000 ΕλλΔνη 41.966, ΕφΠειρ 994/2207 , ΕΝαυτΔικ 2007.385, ΕφΠειρ 892/2002 ΕΝΔ 30.437, ΕφΠειρ 1239/1996 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. για να γεννηθεί ευθύνη προς αποζημίωση από αδικοπραξία απαιτείται: α) συμπεριφορά παράνομη, η οποία μπορεί να συνίσταται είτε σε θετική ενέργεια είτε σε παράλειψη, ο δε χαρακτηρισμός της παραλείψεως ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρεώσεως για επιχείρηση της ενέργειας που παραλείφθηκε, η οποία μπορεί να προκύπτει είτε από διάταξη νόμου που επιβάλλει την επιχείρηση συγκεκριμένης ενέργειας είτε από δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, β) συμπεριφορά υπαίτια, δηλαδή δόλος ή αμέλεια του δράστη, που συνίσταται, κατ’ άρθρο 330 του Α.Κ., στη μη καταβολή εκ μέρους εκείνου της επιμέλειας που απαιτείται στις συναλλαγές, γ) ζημία και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας, η οποία υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, χωρίς να εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου, το επιζήμιο αποτέλεσμα, (ΑΠ 294/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1961/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 415/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 889/2000 ΕλλΔνη 2001.387). Η αθέτηση υποχρέωσης από προϋφιστάμενη ενοχή δεν συνιστά αδικοπραξία και δεν γεννά αξίωση για αποκατάσταση ηθικής βλάβης. Μπορεί όμως η αθέτηση της σύμβασης να αποτελεί συνάμα και αδικοπραξία, εφόσον η πράξη ή παράλειψη του οφειλέτη αυτή καθαυτή διαπραττόμενη, χωρίς την προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών, είναι παράνομη, ως αντίθετη στην επιβαλλόμενη από το σύνολο του θετικού δικαίου και τους σκοπούς του, υποχρέωση ασφάλειας και προστασίας των άλλων και στο γενικό καθήκον να μην ζημιώνει κάποιος υπαίτια τον άλλο (ΟλΑΠ 967/1973 ΝοΒ 22.505, ΑΠ1600/2002 ΕλλΔνη 2003.768, ΑΠ 1538/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 836/2002 ΕλλΔνη 2993.983, ΑΠ 754/1990 ΝοΒ 39.1097, ΕφΑθ 8091/2002 ΕλλΔνη 2004.257, ΕφΑθ 3906/2002 ΕλλΔνη 2003.224, ΕφΑθ 4806/1992 ΕλλΔνη 34.132, Γεωργιάδη Απ. – Σταθόπουλου Μιχ., «Αστικός Κώδιξ – Κατ’ Άρθρο Ερμηνεία – Ειδικό Ενοχικό», άρθρο 914, σελ. 816). Ειδικότερα, από τις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 281, 648, 672 του Α.Κ., και 5 παρ. 1 και. 22 παρ. 1 του Συντάγματος, συνάγεται ότι, αν η καταγγελία συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη συντελέστηκε υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπολήψεως αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία), ιδιαίτερα, δε, όταν μειώνεται η επαγγελματική του αξία και η υπόληψη του (ΑΠ 282/2009 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 596/1999 ΕλλΔνη 2000.92, ΑΠ 1026/1993 ΕΕργΔ 1995.829, ΑΠ 1076/1985 ΕΕργΔ 1986.475, ΕφΑθ 8925/2006 ΔΕΕ 2007.232, ΕφΑθ 5592/1999 ΕλλΔνη 2000.1402, ΕφΘεσ 112/1997 ΔΕΝ 1997.613, Ζερδελή, «Το Δίκαιο της καταγγελίας», αρ. 961) ή όταν εξαιτίας αυτής ματαιώνεται η αξιοποίηση της ειδικότητάς του ή παρεμποδίζεται η απόκτησή της ή επέρχεται ηθική μείωση του μη απασχολουμένου που εκτίθεται στα μάτια των συναδέλφων του ή του κοινωνικού περιβάλλοντος του, ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί σε άρση της προσβολής και την παράλειψη της στο μέλλον καθώς επίσης και να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το δε ποσό της ηθικής βλάβης προσδιορίζει το Δικαστήριο, κατ’ εύλογη κρίση, λαμβάνοντας υπ’ όψιν όλες τις συντρέχουσες περιστάσεις, τον τρόπο, όπως τη βαρύτητα της προσβολής, το χρόνο και τη διάρκειά της, την υπαιτιότητα και το βαθμό της, το είδος της εργασίας και τη θέση του εργαζόμενου στην επιχείρηση του εργοδότη, τη μεγαλύτερη ή μικρότερη δημοσιότητα της προσβολής, αλλά και τη συμπεριφορά του εργαζομένου καθώς και την περιουσιακή κατάσταση, τόσον αυτού, όσον και του εργοδότη (ΑΠ 1730/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 542/1999 ΕλλΔνη 41.92, ΑΠ 161/1997 ΔΕΝ 53.763, ΑΠ 2581/1992 ΝοΒ 92.583, ΜΠρΑθ 211/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 1139/2007 ΕλλΔνη 2007.885). Σημειώνεται ότι η μη καταβολή από τον εργοδότη στον εργαζόμενο δεδουλευμένων αποδοχών δεν συνιστά αδικοπραξία (ΑΠ 574/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1436/2002 ΕλλΔνη 45.757, ΕφΠειρ .982/2005 ΠειρΝομ 2005.507, ΕφΘεσ 584/2005 ΔΕΕ 2006.89, ΕφΑθ 5486/2000 ΕλλΔνη 42.788). Τέλος, το άρθρο 904 του Α.Κ. ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου, έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η σύμβαση αποτελεί νόμιμη αιτία κατά το άρθρο 361 του Α.Κ. και εφόσον αυτή είναι ισχυρή, κάθε συμβαλλόμενος μπορεί να απαιτήσει τα δικαιώματα του από τη σύμβαση. Επομένως, στοιχείο του πραγματικού κάθε απαιτήσεως αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι, εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αιτίας, βάσει της οποίας έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα εργαζόμενο ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου εργοδότη, για να είναι ορισμένη η αγωγή, θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ. τα περιστατικά που συνιστούν τον λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εργοδότη δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 του Κ.Πολ.Δ.), υπό τη ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης, δεν απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα (ΟΛΑΠ 22/2003 ΕλλΔνη 2003.1261, ΟλΑΠ 23/2003 ΝοΒ 2004.1179). Η αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη έχει επιβοηθητικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι αν η αγωγή στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί αφού υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων δύναται να αξιώσει τις αξιώσεις του από αυτές και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική βάση του πλουτισμού (ΑΠ 2019/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 923/2007 ΧρΙΔ 2008.121). Αξίωση κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού προς αναζήτηση των παροχών που τυχόν καταβλήθηκαν, μπορεί να ασκηθεί, αν η σύμβαση είναι άκυρη ή ανίσχυρη ή εάν ανατραπούν τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιαδήποτε λόγο. Τα πραγματικά όμως περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα, το ανίσχυρο ή την ανατροπή της σύμβασης, τα οποία συνιστούν τη βάση της αγωγής του αδικαιολογήτου πλουτισμού, πρέπει να τα επικαλείται ο ενάγων με την αγωγή του, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο σύμφωνα με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ, διαφορετικά η αγωγή είναι απαράδεκτη, ένεκα της αοριστίας της (ΑΠ 1056/2002 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1457/2001 ΕλλΔνη 2002.1690, ΑΠ 1322/1996 ΕλλΔνη 1997.1045, ΕφΑθ 5617/2007 ΕλλΔνη 2008.1523).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση αγωγή, η ενάγουσα εκθέτει ότι τυγχάνει κάτοχος διπλώματος Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οικονομικών από το Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης ………, γνωρίζει την αγγλική γλώσσα καθώς και το χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή και έχει προϋπηρεσία, ως υπάλληλος, σε μεγάλες επιχειρήσεις. Ότι την 11η Ιουνίου του έτους 2008 προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη, η οποία δραστηριοποιείται επαγγελματικά στο χώρο της πληροφορικής και αναλαμβάνει την ψηφιοποίηση, δηλαδή την μετατροπή σε ηλεκτρονική μορφή εγγράφων του δημοσίου και μεγάλων ασφαλιστικών οργανισμών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να παρέχει την εργασία της ως χειρίστρια ηλεκτρονικού υπολογιστή – διατρήτρια. Ότι ως αμοιβή για την εργασία της συμφωνήθηκε μικτό σύστημα πληρωμής, δηλαδή καταβολή του μηνιαίου μισθού, που προβλέπεται από τις εκάστοτε ισχύουσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας των εργαζομένων σε επιχειρήσεις πληροφορικής και επιπλέον αμοιβή κατ’ αποκοπή, για κάθε έγγραφο που μετέτρεπε σε ψηφιακή μορφή, η οποία συμφωνήθηκε στο ποσό των 0,042 ευρώ ανά καταχώρηση, εφόσον ο συνολικός αριθμός καταχωρισθέντων εγγράφων που επιτύγχανε ανά μήνα υπερέβαινε τις 14.000, αλλά όχι τις 19.999 και στο ποσό των 0,053 ευρώ ανά καταχώρηση, εφόσον ο συνολικός αριθμός καταχωρισθέντων εγγράφων που επιτύγχανε ανά μήνα υπερέβαινε τις 20.000. Ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης παρείχε την εργασία της στην πρώτη εναγόμενη με συνέπεια και ευσυνειδησία από της προσλήψεως της και μέχρι την 8η Σεπτεμβρίου του έτους 2008 στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στη ……….. Αττικής και ότι η πρώτη εναγόμενη, ενεργώντας κατά παράβαση των συμφωνηθέντων, ουδέποτε της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα αμοιβή, ούτε το αναλογούν σε εκείνη επίδομα αδείας, οι δε μηνιαίες αποδοχές της υπολείπονταν των νομίμων. Ότι κατά το χρονικό διάστημα 9η Σεπτεμβρίου του έτους 2008 έως την 17η Οκτωβρίου του έτους 2008 παρείχε την εργασία της εντός του υποκαταστήματος ΙΚΑ – ΕΤΑΜ της περιοχής …….., όπου μετατέθηκε από την πρώτη εναγόμενη και ότι η τελευταία εξακολούθησε να μην καταβάλει σε εκείνη τις νόμιμες αποδοχές της, ενώ επιπλέον τροποποίησε μονομερώς και κατά τρόπο αυθαίρετο την συμφωνία ως προς το ποσό της κατ’ αποκοπή αμοιβή της, το οποίο όρισε εφεξής σε 0,0007 ευρώ ανά πληκτρολόγηση. Ότι την 30η Σεπτεμβρίου του έτους 2008 η πρώτη εναγόμενη παρέδωσε σε εκείνη (ενάγουσα), λόγω των διαρκών διαμαρτυριών της για την παράλειψη γνωστοποίησης των όρων της ατομικής σύμβασης εργασίας της και για τη μη παροχή εξοφλητικών αποδείξεων πληρωμής, ένα έντυπο, το οποίο δεν έφερε χρονολογία και από το οποίο προέκυπτε ότι η πρώτη των εναγομένων είχε αναγγείλει την πρόσληψη της σε χρόνο μεταγενέστερο του πραγματικού, ότι δεν την είχε ασφαλίσει για το διαδραμόν χρονικό διάστημα στο ΙΚΑ-ΕΤΑΜ και ότι υπολόγιζε την αμοιβή της με βάση την Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, στην οποία προβλέπονται χαμηλότερες νόμιμες αποδοχές. Ότι προσέφυγε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, με σκοπό την προάσπιση των δικαιωμάτων της και ότι την 17η Οκτωβρίου του έτους 2008, δηλαδή πριν από τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, που είχε ορισθεί για την 30η Οκτωβρίου του ιδίου έτους, η πρώτη εναγόμενη της κοινοποίησε έγγραφο, με το οποίο την επέπληττε για πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και την μετακίνησε από το ΙΚΑ – ΕΤΑΜ της πόλης ………., όπου παρείχε την εργασία της, σε ένα απομονωμένο γραφείο, κείμενο στις εγκαταστάσεις της στη ……… Αττικής, εγγύς του χώρου εργασίας του δευτέρου των εναγομένων, όπου την παρατηρούσε διαρκώς με κλειστό κύκλωμα τηλεόρασης. Ότι με εξώδικη δήλωση της προς την πρώτη των εναγομένων διαμαρτυρήθηκε για τις παράνομες πράξεις και παραλείψει εκείνης και ζήτησε την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της και ότι σε απάντηση της ανωτέρω εξωδίκου διαμαρτυρίας της η πρώτη εναγόμενη της κοινοποίησε την 22α Οκτωβρίου και την 24η Οκτωβρίου του έτους 2008 έγγραφες επιπλήξεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης των καθηκόντων της. Ότι την 31η Οκτωβρίου του έτους 2008 ο δεύτερος των εναγομένων, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης από αυτούς, την κάλεσε (ενάγουσα) στο γραφείο του και ότι αρχικά διαμαρτυρήθηκε έντονα για την προσφυγή της στην Επιθεώρηση Εργασίας και στη συνέχεια προέβη σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της είναι άκυρη, διότι δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος και δεν της καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και καταχρηστική, διότι υπαγορεύθηκε από λόγους εκδίκησης προς το πρόσωπό της, λόγω των καταγγελομένων από εκείνη στις αρμόδιες αρχές, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στην υπό κρίση αγωγή. Ότι λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της η πρώτη των εναγομένων, αρνούμενη την αποδοχή των νομίμως και προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών της, κατέστη υπερήμερη και ενέχεται έναντι της στην καταβολή μισθών υπερημερίας για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών καθώς και στα αναλογούντα σε εκείνη επιδόματα εορτών (δώρα) Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2008 και 2009 αντίστοιχα και αδείας του έτους 2009, ποσού δέκα έξι χιλιάδων εννιακοσίων σαράντα οκτώ ευρώ και πενήντα ενός λεπτών (16.948,51 ευρώ), ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται στην υπό κρίση αγωγή. Ότι σε περίπτωση που κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της η πρώτη των εναγομένων εξακολουθεί να της οφείλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, η οποία βάσει του χρόνου απασχόλησης της και των μηνιαίων αποδοχών της πριν από την καταγγελία ανέρχεται στο ποσό των χιλίων τετρακοσίων είκοσι ευρώ και ενενήντα τεσσάρων λεπτών (1.420,94 ευρώ), άλλως και για την περίπτωση που κριθεί ότι η σύμβαση εργασίας της ήταν ορισμένου χρόνου η πρώτη εναγόμενη της οφείλει, εφόσον δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος για τη λύση αυτής και δεν την βαρύνει (ενάγουσα) υπαιτιότητα, τις αποδοχές της για τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2008, οπότε έληγε η σύμβαση της, καθώς και την αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων του έτους 2008, ποσού τριών χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (3.525,69 ευρώ), άλλως της οφείλει το ανωτέρω ποσό ως εύλογη αποζημίωση, αφού δεν φέρει ευθύνη για τη λύση – της σύμβασης. Ότι η πρώτη των εναγομένων εξακολουθεί να της οφείλει για διαφορές αποδοχών του χρονικού διαστήματος από την 11.06.2008 έως την 31.10.2008 το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων τριάντα επτά ευρώ και δέκα επτά λεπτών (3.237,17 ευρώ), για επίδομα αδείας του έτους 2008 το ποσό των τετρακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (487,20 ευρώ) και ότι σε όλο το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία της στην πρώτη εναγόμενη εργάσθηκε 47,5 ώρες εβδομαδιαίως και ως εκ τούτου η τελευταία της οφείλει για υπερεργασία και για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση του ποσό των χιλίων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (1.182,19 ευρώ), ως αυτό αναλυτικά υπολογίζεται για έκαστο των ανωτέρω κονδυλίων στην κρινόμενη αγωγή. Ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και ειδικότερα η παράλειψη των εναγομένων να της καταβάλλουν τις νόμιμες αποδοχές της, με σκοπό να την εξαναγκάσουν σε παραίτηση και να καρπωθούν το ποσό της αποζημίωσης, η αποπομπή της από την εργασίας και η υποβολή σε βάρος της, την προτεραία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, έγκλησης για συκοφαντική δυσφήμηση προσέβαλλαν βαρύτατα την προσωπικότητα της, προκάλεσαν σε εκείνη αισθήματα απόγνωσης, ανασφάλειας και απελπισίας, αφού στερήθηκε αφενός της χαράς της απασχόλησης και αφετέρου των εσόδων για την αξιοπρεπή διαβίωση της και ως εκ τούτου δικαιούται χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Με βάση αυτό το ιστορικό ζητά να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ως χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή – διατρήτριας, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) για κάθε παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης της, να απειληθεί σε βάρος του δευτέρου των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους για κάθε παράβαση της ανωτέρω διάταξης, να υποχρεωθεί η πρώτη των εναγομένων, ως ενεχόμενη έναντι της από την μεταξύ τους συμβατική σχέση, άλλως κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, εξοικονομώντας τη δαπάνη που θα κατέβαλε σε άλλο μισθωτό, των ιδίων προσόντων, τον οποίο θα προσλάμβανε και θα απασχολούσε υπό τις αυτές περιστάσεις και ο πλουτισμός της σώζεται, άλλως κατά τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες, για τις ανωτέρω αναφερόμενες αιτίες το ποσό των είκοσι μια χιλιάδων οκτακοσίων πενήντα πέντε ευρώ και επτά λεπτών (21.855,07), ήτοι: α) ποσό 16.948,51 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας, λόγω ακύρου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας χρόνου, άλλως και επικουρικώς το ποσό των 1.420,94 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως, άλλως και επικουρικώς, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η σύμβαση εξηρτημένης εργασίας που τη συνδέει με την πρώτη εναγόμενη είναι ορισμένου χρόνου, το ποσό των 3.525,69 ευρώ, για αποδοχές υπερημερίας λόγω ακύρου καταγγελίας, άλλως και επικουρικώς το ποσό των 3.525,69 ευρώ για εύλογη αποζημίωση λόγω πρόωρης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, β) ποσό 3.237,17 ευρώ για διαφορές μεταξύ καταβλητέων και καταβληθεισών αποδοχών, γ) ποσό 487,20 ευρώ για επίδομα αδείας, δ) ποσό 1.182,19 ευρώ για υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση, με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που κάθε επιμέρους αξίωση κατέστη ληξιπρόθεσμη και απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλέγγυα και σε ολόκληρον έκαστος να της καταβάλλουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000 ευρώ) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, επιφυλασσόμενη ως προς το ποσό των σαράντα τεσσάρων ευρώ (44 ευρώ), προκειμένου να παραστεί ως πολιτικώς ενάγουσα ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την σε βάρος της διάπραξη της ποινικά κολάσιμης πράξης της συκοφαντικής δυσφήμησης, με το νόμιμο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και να καταδικασθούν οι εναγόμενοι στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων. Με το ανωτέρω περιεχόμενο και αιτήματα η κρινόμενη αγωγή παραδεκτά εισάγεται ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι υλικά και τοπικά αρμόδιο (άρθρα 1, 2, 7, 9 εδ. α’, 10, 11 αριθμ. 7, 12, 13, 16 αριθμ. 2, 25 παρ. 2, 664 του Κ.Πολ.Δ. – βλ. σχετ. ΕφΑθ 922/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ) για να συζητηθεί κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, η αγωγή ως προς το κεφάλαιο της αναγνώρισης της καταγγελίας της σύμβασης και της καταβολής μισθών υπερημερίας έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα, δηλαδή εντός της τρίμηνης αποκλειστικής προθεσμίας που τάσσει ο νόμος (άρθρο 6 παρ. 1 εδ. α’ του νόμου 3198/1955) για την προσβολή του κύρους της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, το οποίο ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, καθόσον η καταγγελία έλαβε χώρα την 31.10.2008 και η υπό κρίση αγωγή, ασκήθηκε νομότυπα, κατ’ άρθρο του 215 του Κ.Πολ.Δ., με κατάθεση δικογράφου στη γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου, την 18η Δεκεμβρίου του έτους 2008 και επίδοση επικυρωμένου αντιγράφου αυτής στους εναγόμενους την 8η Ιανουαρίου του έτους 2009 (βλ. με αριθμούς ……../08.01.2009 και ………/08.01.2009 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Η. Λυιααρδόπουλου). Περαιτέρω, η κρινόμενη αγωγή, είναι επαρκώς ορισμένη ως προς όλα τα αιτήματα της, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της προκύπτει ότι διαλαμβάνει άπαντα τα υπό του νόμου αξιούμενα στοιχεία για τη δικαστική εκτίμηση της και συγκεκριμένα διαλαμβάνει αναφορά της σύμβασης εργασίας που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων, του χρόνου της καταρτίσεως της συμβάσεως, του είδους της παρασχεθείσης εργασίας από την ενάγουσα, των όρων παροχής της εργασίας της, των συνθηκών υπό τις οποίες έλαβε χώρα η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της και των πραγματικών περιστατικών στα οποία θεμελιώνεται η ακυρότητα της καταγγελίας και η καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος της πρώτης εναγομένης, των παράνομων και υπαίτιων ενεργειών των εναγομένων από τις οποίες προσβλήθηκε η προσωπικότητα της, του χρονικού διαστήματος για το οποίο οφείλονται και τα περιστατικά από τα οποία προκύπτουν οι αντίστοιχες, για τις παραπάνω αιτίες, οφειλές της πρώτης εναγομένης – εργοδότριας, απάντα, δε, τα ανωτέρω επαρκώς προσδιορισμένα. Περαιτέρω, η υπό κρίση αγωγή είναι νόμιμη, ως προς την κύρια βάση της, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας και σε αυτές των άρθρων 57, 59, 174, 178, 180, 281, 288, 297, 299, 349 παρ. 1, 350, 351, 480 επ., 914, 926, 932 του Α.Κ., 29 του ΕισΝΑΚ, 23 παρ. 2 του νόμου 1264/1982, 2, 3, 7, 8 και 9 του νόμου 1876/1990, 1 παρ. 1 του νόμου 1082/1980, 1 του νόμου 3385/2005, 1 παρ. 1 περ. α’ και β’, 2 και 3 περ. α’ και β’ της με αριθμό 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, άρθρο 1 του νόμου 539/1945, όπως ισχύει μετά την τροποποίηση του με το άρθρο 1 του νόμου 1346/1983 και με το άρθρο 13 παρ. 1 του νόμου 3327/2004 και την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 3302/2004, 3 του νόμου 4504/1966 και 62, 63, 68, 70, 176 και 191 παρ. 2, 216, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910, 946, 1047 του Κ.Πολ.Δ. (βλ. για τη νομική θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, να υποχρεωθεί ο εργοδότης να απασχολεί πραγματικά τον εργαζόμενο με την καταδίκη του σε χρηματική ποινή, στο εν λόγω άρθρο 946 του Κ.Πολ.Δ. – ΑΠ 1167/1999 ΕΕργΔ 2001.731, ΑΠ 446/1988 ΕλλΔνη 1989.71, ΕφΑθ 3239/2001 ΔΕΕ 2002.87, ΕφΘεσ 2010/2001 Αρμ 2001.1386), πλην του επικουρικού αιτήματος αυτής για επιδίκαση του ποσού των τριών χιλιάδων πεντακοσίων είκοσι πέντε ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (3.525,69 ευρώ), ως εύλογη αποζημίωση λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, εφόσον κριθεί ότι επρόκειτο για σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι οι διατάξεις των άρθρων 673 και 674 του Α.Κ., δυνάμει των οποίων ο εργαζόμενος μπορεί να αξιώσει αποζημίωση από τον εργοδότη θέτουν ως αναγκαία προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη σπουδαίου λόγου για την καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου του εργαζόμενου, την συνδρομή του οποίου η ενάγουσα αρνείται κατηγορηματικά (βλ. 16η σελίδα της κρινόμενης αγωγής). Ακολούθως, η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα αξιώνει να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη στην καταβολή των ανωτέρω αναφερόμενων κονδυλίων βάσει των διατάξεων για τις αδικοπραξίες, πλην του κονδυλίου της ηθικής βλάβης, ελέγχεται απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη, διότι η παράλειψη της πρώτης εναγομένης να καταβάλλει στην ενάγουσα τις νόμιμες αποδοχές της δεν θεμελιώνει, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην ανωτέρω νομική σκέψη, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της και συνακόλουθα δεν θεμελιώνει αδικοπρακτική ευθύνη της. Επίσης, η επικουρική βάση της αγωγής, με την οποία η ενάγουσα αξιώνει τα ανωτέρω αναλυτικά αναφερόμενα ποσά κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ελέγχεται απορριπτέα προεχόντως ως αόριστη, διότι από την επισκόπηση του περιεχομένου της συνάγεται ότι δεν διαλαμβάνει μνεία των πραγματικών περιστατικών, από τα οποία προκύπτει η ακυρότητα της μεταξύ εκείνης και της πρώτης εναγομένης συναφθείσης σύμβασης και επιπλέον ως νομικά .αβάσιμη, διότι στηρίζεται στα ίδια περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από τη μεταξύ των διαδίκων σύμβαση και ως εκ τούτου λόγω του επικουρικού χαρακτήρα της αξίωσης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού υπάρχει έγκυρη σύμβαση η ενάγουσα δύναται να αξιώσει τις απαιτήσεις της από αυτή και δεν μπορεί, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, να προσφύγει στην επικουρική βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Επομένως, η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της, δοθέντος ότι για το αντικείμενο αυτής έχει καταβληθεί, για το αξιούμενο καταψηφιστικό ποσό που υπερβαίνει το όριο της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (άρθρα 14 του Κ.Πολ.Δ. και 71 του ΕισΝΚΠολΔ., όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 6 παρ. 17 του νόμου 2479/1997), το αναλογούν τέλος δικαστικού ενσήμου με τις υπέρ τρίτων προσαυξήσεις (βλ. τα με αριθμούς ………, ………. και ……….. – ΣΕΙΡΑ Α’ αγωγόσημο με τα επ’ αυτών επικολληθέντα ένσημα υπέρ του Ταμείου Προνοίας Δικηγόρων Αθηνών και του Ταμείου Νομικών).
Από την κατάθεση του μάρτυρος ……….. του …………., που εξετάσθηκε ενόρκως (άρθρο 408 παρ. 2 και 3 του Κ.Πολ.Δ.) στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του (άρθρο 410 του Κ.Πολ.Δ.), από όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, μερικά από τα οποία μνημονεύονται παρακάτω και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά από αυτά και έστω και αν δεν πληρούν τους όρους του νόμου, ως αποδεικτικά μέσα (άρθρο 671 παρ. 1 του Κ.Πολ,Δ.), δηλαδή έγγραφα άκυρα, ανεπικύρωτα, αχρονολόγητα, ιδιωτικά ανυπόγραφα, τα οποία δεν έχουν καταρχήν, αποδεικτική ισχύ υπέρ του εκδότη του, σύμφωνα με τα άρθρα 443 και 447 του Κ.Πολ,Δ., δεν παύουν όμως να έχουν τα τυπικά χαρακτηριστικά του εγγράφου, να είναι υποστατά ως έγγραφα, μη συνοδευόμενα από επίσημη μετάφραση (ΕφΠειρ 844/2005 ΕλλΔνη 2006.1102) και ως εκ τούτου να αποτελούν αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, με την έννοια που στον όρο αυτό δίνει το άρθρο 671 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. τα οποία λαμβάνονται υπόψη στην ως άνω διαδικασία των εργατικών διαφορών, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, διότι δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων (ΟλΑΠ 15/2003 ΕλλΔνη 2003.937, ΑΠ 405/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 691/207 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1563/2006, ΑΠ 2064/2006 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1595/2005 ΝοΒ 2006.405) και από όλη εν γένει την διαδικασία αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πρώτη των εναγομένων είναι ανώνυμη εταιρία, η οποία εκπροσωπείται από τον δεύτερο των εναγομένων, εδρεύει στην πόλη της ……… του νομού Αττικής και έχει ως αντικείμενο δραστηριότητας την παροχή υπηρεσιών πληροφορικής και ειδικότερα την ψηφιοποίηση εγγράφων, δηλαδή την μετατροπή αυτών σε ηλεκτρονική μορφή, τα οποία της παραδίδονται από το Δημόσιο και από μεγάλους ασφαλιστικούς οργανισμούς. Η ενάγουσα τυγχάνει απόφοιτος Λυκείου, κάτοχος από του έτους 2000 διπλώματος Διοίκησης Επιχειρήσεων και Οικονομικών από το Ινστιτούτο Επαγγελματικής Κατάρτισης ……… και γνωρίζει το χειρισμό ηλεκτρονικού υπολογιστή («πακέτο» Microsoft Office, εφαρμογή Eurofasma, Internet και τυφλό σύστημα πληκτρολόγησης). Την 24η Ιουνίου του έτους 2008 η ενάγουσα προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, λήγουσα την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2008, για να προσφέρει τις υπηρεσίες της ως υπάλληλος, με την ειδικότητα της χειρίστριας ηλεκτρονικού υπολογιστή – διατρήτριας, στα δε καθήκοντα της εργασίας της ήταν η άντληση πληροφοριών από χειρόγραφα ή μηχανογραφημένα έντυπα διαφόρων τύπων (φορολογικές δηλώσεις – έντυπο Ε9, αναλυτικές περιοδικές δηλώσεις εργοδοτών στο Ι.Κ.Α.) και η μετατροπή τους σε ψηφιακή μορφή, δια πληκτρολογήσεως και καταχωρίσεως των απαιτουμένων στοιχείων στις οικείες ψηφιακές φόρμες, ώστε να καταστούν κατανοητά και αναγνώσιμα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή. Κατά το χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας συμφωνήθηκε ότι εκείνη θα παρέχει την εργασία της στην πρώτη εναγόμενη καθημερινά από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ωράριο από 07:00 έως 15:00 και ότι η αμοιβή της για την παρεχόμενη εργασία της θα γίνεται με μικτό σύστημα, δηλαδή με την καταβολή μηνιαίου μισθού, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην εκάστοτε ισχύουσα για το είδος εργασίας της συλλογική σύμβαση εργασίας και αμοιβής κατ’ αποκοπή, σε συνάρτηση με την αριθμό των καταχωρισθέντων από εκείνη εγγράφων ανά μήνα και συγκεκριμένα ορίσθηκε ότι εάν ο συνολικός αριθμός καταχωρισθέντων εγγράφων ανά μήνα υπερέβαινε τις δέκα τέσσερις χιλιάδες (14.000), αλλά όχι τις δέκα εννέα χιλιάδες εννιακόσιες ενενήντα εννέα (19.999) θα της καταβάλλονταν το ποσό των 0,042 ευρώ ανά καταχώριση, ενώ εάν ο συνολικός αριθμός των καταχωρισθέντων εγγράφων υπερέβαινε τις είκοσι χιλιάδες (20.000) θα της καταβάλλονταν το ποσό των 0,053 ευρώ ανά καταχώριση. Η κρίση του Δικαστηρίου για τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα για το χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας και τη φύση της σύμβασης της, ως εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ενισχύεται από την επισκόπηση : α) της από 08.07.2008 κατάστασης απασχολούμενων στην πρώτη των εναγομένων μισθωτών, που φέρει την με αριθμό πρωτοκόλλου ……./2008 θεώρηση του Τμήματος Κοινωνικής Επιθεώρησης ………., από την οποία προκύπτει ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε με την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου την 24.06.2008 και ότι η πρόσληψη της αναγγέλθηκε στον Ο.Α.Ε.Δ. την 27.06.2008, β) της αναγγελίας όρων ατομικής σύμβασης εργασίας, που φέρει την υπογραφή της ενάγουσας, η γνησιότητα της οποίας δεν αμφισβητήθηκε, και την σφραγίδα της πρώτης εναγόμενης – εργοδότριας και υπογραφή του νομίμου εκπροσώπου αυτής, από την οποία προκύπτει ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε την 24.06.2008 με σύμβαση ορισμένου χρόνου και γ) του λογαριασμού ασφάλισης της ενάγουσας στο Ι.Κ.Α., από τον οποίο προκύπτει ότι η ενάγουσα ασφαλίστηκε από την πρώτη εναγόμενη για το χρονικό διάστημα από τον Ιούνιο του έτους 2008 έως το Σεπτέμβριο του ιδίου έτους και ότι η ασφάλιση της είναι για έξι (6) ημέρες. Εξάλλου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προέκυψε ότι η πρόσληψη της ενάγουσας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ήταν αναγκαία και επιβεβλημένη, είτε λόγω της φύσης των παρεχόμενων υπηρεσιών της, είτε λόγω της διαρκούς και όχι εποχιακής λειτουργίας της πρώτης εναγόμενης ανώνυμης εταιρίας και ότι η τελευταία προσέλαβε την ενάγουσα με σύμβαση ορισμένου χρόνου, αποσκοπώντας στην καταστρατήγηση των διατάξεων για την υποχρεωτική καταγγελία της υπαλληλικής σύμβασης και στον πορισμό της αποζημίωσης απόλυσης. Επομένως, ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι προσλήφθηκε από την πρώτη εναγόμενη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία συνήφθη την 11η Ιουνίου του έτους 2008, δεν αποδείχθηκε και πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι σε εκτέλεση της ανωτέρω σύμβασης η ενάγουσα παρείχε την εργασία της στην πρώτη εναγόμενη με συνέπεια, ευσυνειδησία και υπευθυνότητα, ενεργώντας σύμφωνα με τις συμβατικές υποχρεώσεις της, αρχικά στις εγκαταστάσεις της εργοδότριας επιχείρησης στη ……….. Αττικής και από την 9η Σεπτεμβρίου του έτους 2008 στο κατάστημα του ασφαλιστικού φορέα ΙΚΑ – ΕΤΑΝ, στην περιοχή του ………., που είχε συμφωνηθεί ως τόπος παροχής της εργασίας της (βλ. γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας). Παρά ταύτα, η πρώτη εναγόμενη υπήρξε ασυνεπής στην εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων και συγκεκριμένα δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το σύνολο των δεδουλευμένων αποδοχών της, παρά το γεγονός ότι εκείνη παρείχε την εργασία της καθημερινά, από Δευτέρα έως Παρασκευή, με ωράριο από 06:45 έως 16:15, δηλαδή καθ’ υπέρβαση του συμφωνηθέντος ωραρίου και επετύγχανε σε μηνιαία βάση σημαντικό αριθμό καταχωρήσεων, ξεπερνώντας σε ορισμένες περιπτώσεις, σύμφωνα με όσα θα αναφερθούν κατωτέρω, τον αριθμό των είκοσι χιλιάδων (20.000) καταχωρισθέντων εγγράφων. Συνεπεία τούτου, η ενάγουσα προσέφυγε την 10η Οκτωβρίου του έτους 2008 στην Επιθεώρηση Εργασία ………… και κατέθεσε αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς με αντικείμενο οφειλές δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Ιουνίου, Ιουλίου, Αυγούστου, Σεπτεμβρίου και Οκτωβρίου του έτους 2008, επιδόματος αδείας του έτους 2008 και λόγω υπερωριακής απασχόλησης. Η συζήτηση της εργατικής διαφοράς ορίσθηκε για την 31η Οκτωβρίου του έτους 2008, ημέρα Παρασκευή και ώρα 09:00 και ο δεύτερος των εναγόμενων, νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης από αυτούς κλήθηκε να παραστεί σε αυτή την 10η Οκτωβρίου του έτους 2008, οπότε κατατέθηκε η αίτηση της ενάγουσας. Την 17η Οκτωβρίου του έτους 2008 η πρώτη εναγόμενη γνωστοποίησε στην ενάγουσα την μεταβολή εκ νέου του τόπου παροχής της εργασίας της, η οποία υποχρεώθηκε εφεξής να προσφέρει τις υπηρεσίες της στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης και ταυτόχρονα παρέδωσε στην ενάγουσα έγγραφη επίπληξη, με την οποία της καθιστούσε γνωστό ότι η κατ’ εξακολούθηση απουσία της από την εργασία της, που έλαβε χώρα την 01.10.2008, την 08.10.2008 και την 14.10.2008, χωρίς άδεια του προϊσταμένου της, χωρίς προηγούμενη ενημέρωση της διοίκησης και χωρίς να δικαιολογηθεί η αναγκαιότητα των απουσιών, συνιστά παραβίαση των όρων της σύμβασης της και την κάλεσε να τηρεί εφεξής πιστά το υποχρεωτικό ωράριο και τους συμβατικούς όρους απασχόλησης και να προσκομίσει τα δικαιολογητικά των ημερών απουσίας της (βλ. την από 17.10.2008 έγγραφη επίπληξη μισθωτού). Σε απάντηση του ανωτέρω εγγράφου η ενάγουσα απέστειλε στην πρώτη εναγόμενη την από 20.10.2008 εξώδικη απάντηση – διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση, η οποία επιδόθηκε στην τελευταία καθώς και στο Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης ………… Αττικής την 22.10.2018 (βλ. τις με αριθμούς ……../22.10.2008 και ………../22.10.2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Αθανασίου Η. Λυκιαρδόπουλου), με την οποία αρνήθηκε στο σύνολο του το περιεχόμενο του εγγράφου της έγγραφης επίπληξης, ισχυριζόμενη ότι είναι ανυπόστατο και απηχεί την προσπάθεια της πρώτης εναγόμενης να της προσάψει πλημμελή συμπεριφορά κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της λόγω της προηγούμενης προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας, διαμαρτυρήθηκε για τη μη καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της καθώς και για την παράλειψη της πρώτης εναγόμενης να της καταβάλει τις νόμιμες αποδοχές και τις αναλογούσες σε εκείνη προσαυξήσεις λόγω παροχής εργασίας πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου και την κάλεσε να απόσχει εφεξής της αντισυμβατικής, παράνομης και κακόπιστης συμπεριφοράς της και να προβεί σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση των ληξιπρόθεσμων αξιώσεων της (βλ. την από 20.10.2008 εξώδικη απάντηση – διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση της ενάγουσας). Την 22α Οκτωβρίου του έτους 2008 η πρώτη εναγόμενη παρέδωσε στην ενάγουσα νέα έγγραφη επίπληξη, την οποία η τελευταία αρνήθηκε να παραλάβει, από την επισκόπηση της οποίας προκύπτει ότι διαμαρτύρονταν για αδιαφορία εκείνης (ενάγουσας) κατά την εκτέλεση της εργασίας της, παράβαση των συμβατικών όρων απασχόλησης της, πλημμελή εκτέλεση των καθηκόντων της και καθυστερημένη προσέλευση στο χώρο εργασίας της, με συνέπεια την μειωμένη χρονικά διάρκεια της απασχόλησης της και την κάλεσε να τηρεί εφεξής πιστά το υποχρεωτικό ωράριο και τους υπόλοιπους συμβατικούς όρους απασχόλησης και να λειτουργεί στα πλαίσια της οργανωτικής δομής της εταιρίας, αναφέροντας ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης της θα προβεί σε καταγγελία της σύμβασης εργασίας της (βλ. την από 22.10.2008 επίπληξη μισθωτού). Ακολούθως, την 24η Οκτωβρίου του έτους 2008 η πρώτη των εναγομένων παρέδωσε στην ενάγουσα νέα έγγραφη επίπληξη, που εκείνη αρνήθηκε να υπογράψει, με την οποία διαμαρτύρονταν για την εργασιακή συμπεριφορά της ενάγουσας, για την αδικαιολόγητη καθυστέρηση κατά την προσέλευση στην εργασία της, παρά τις σχετικές επιπλήξεις, με αποτέλεσμα να απασχολείται λιγότερες ώρες από το υποχρεωτικό ωράριο και για την παρουσία της στο χώρο εργασίας της, χωρίς να παρέχει ουσιαστική εργασία, αλλά αναμένοντας την παρέλευση του ωραρίου προκειμένου να αποχωρήσει (βλ. την από 24.10.2008 έγγραφη επίπληξη μισθωτού). Την 30η Οκτωβρίου ο δεύτερος των εναγομένων, ενεργώντας ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης από αυτούς, αιτήθηκε την αναβολή της συζήτηση της εργατικής διαφοράς λόγω κωλύματος του, το σχετικό, δε, αίτημα του έγινε δεκτό και η συζήτηση της εργατικής διαφοράς αναβλήθηκε για την 20.11.2008, ημέρα Πέμπτη και ώρα 11:30. Την 31η Οκτωβρίου του έτους 2008, οπότε η ενάγουσα προσήλθε στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγόμενης προς εργασίας, κλήθηκε από τον δεύτερο των εναγομένων στο γραφείο του, ο οποίος της γνωστοποίησε την λύση της σύμβασης εργασίας της λόγω της προσφυγής της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Παράλληλα, κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα η από 30.10.2008 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, στο σχετικό, δε, έγγραφο αναφέρονταν ότι η καταγγελία ήταν απόρροια της άρνησης συμμόρφωσης εκείνης στις συμβατικές υποχρεώσεις της και ειδικότερα της κατ’ εξακολούθηση και παρά τις διαρκείς επιπλήξεις αδικαιολόγητης απουσίας από την εργασία της, χωρίς άδεια του προϊσταμένου ή της διοίκησης, ενώ παράλληλα επιφυλάχθηκε (πρώτη εναγόμενη) να ασκήσει κάθε νόμιμο δικαίωμα της για την αποκατάσταση της θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας (βλ. αντίγραφο της από 30.10.2008 καταγγελίας σύμβασης εργασίας και της επ’ αυτής σημείωση του δικαστικού επιμελητή Παναγιώτη Πάζιου). Συνεπεία των ανωτέρω, η ενάγουσα προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου γνωστοποίησε την λύση της σύμβασης εργασίας της, χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και ορίσθηκε, λόγω κωλύματος του πληρεξουσίου δικηγόρου της, νέα ημέρα συζήτησης της εργατικής διαφοράς η 18.11.2008, ημέρα Τρίτη και ώρα 10:30. Κατά τη συζήτηση της εργατικής διαφοράς, που έλαβε χώρα την ανωτέρω ημερομηνία, δεν επιτεύχθηκε συμβιβαστική επίλυση αυτής, λόγω της διάστασης απόψεων μεταξύ των διαδίκων ως προς τις συνθήκες της μεταξύ τους εργασιακής σχέσης, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν ανωτέρω, ο δε δεύτερος των εναγομένων γνωστοποίησε στην Επιθεωρήτρια Εργασίας ότι έχει καταθέσει ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση σε βάρος της ενάγουσας για τις αξιόποινες πράξεις της απάτης, απόπειρας εκβίασης και συκοφαντικής δυσφήμησης (βλ. το με αριθμό …./10.10.2008 δελτίο εργατικής διαφοράς και την από 30.10.2008 μήνυση των εναγομένων). Εν προκειμένω πρέπει να αναφερθεί ότι η ενάγουσα κατέθεσε την 22α Ιανουαρίου του έτους 2009 ενώπιον του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών μήνυση σε βάρος του δευτέρου των εναγομένων και κατά παντός υπευθύνου για τη διάπραξη σε βάρος της των ποινικά κολάσιμων πράξεων της συκοφαντικής δυσφήμησης, ψευδούς καταμήνυσης, ψευδορκίας, απάτης και μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών (βλ. αντίγραφο της από 22.01.2009 μήνυσης). Από τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας ήταν απόρροια της προσφυγής εκείνης στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας ……….., με σκοπό να προασπίσει τα νόμιμα δικαιώματα της για καταβολή από την πρώτη εναγόμενη – εργοδότρια της των δεδουλευμένων αποδοχών της καθώς και της αμοιβής που της αναλογούσε για τις ώρες απασχόλησης της πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται αφενός από την κατάθεση του επ’ ακροατηρίω εξετασθέντος μάρτυρος, ο οποίος έχει άμεση και ιδία αντίληψη, διότι απασχολήθηκε στην πρώτη εναγόμενη την ίδια χρονική περίοδο με την ενάγουσα και ανέφερε ότι η ενάγουσα προσλήφθηκε σαν χειριστής ηλεκτρονικού υπολογιστή, ότι η αμοιβή της συνίστατο στην καταβολή σταθερού μισθού και στην καταβολή bonus, ποσού 0,043 ευρώ ανά κομμάτι μέχρι τις 14.000 εγγραφές και 0,053 ευρώ σε περίπτωση υπέρβασης αυτών, ότι η εταιρία έδινε στην ενάγουσα έναντι της αμοιβής της και της υπόσχονταν ότι θα εξοφληθεί την επόμενη φορά, ότι ο δεύτερος εναγόμενος εξοργίσθηκε μετά την προσφυγή της (ενάγουσας) στην Επιθεώρηση Εργασίας και ότι, απολύθηκε λόγω της ανωτέρω προσφυγής της και αφετέρου από την χρονική εγγύτητα εκδήλωσης των διαμαρτυριών της πρώτης εναγόμενης για τον τρόπο άσκησης των εργασιακών καθηκόντων της ενάγουσας, δοθέντος ότι αυτές εκδηλώθηκαν χρονικά αμέσως μετά την καταγγελία της στην Επιθεώρηση Εργασίας. Αντιθέτως, πλημμελής συμπεριφορά της ενάγουσας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της και παράβαση των όρων της σύμβασης εργασίας της που είχε συνάψει με την πρώτη εναγόμενη δεν αποδείχθηκε. Επομένως, εφόσον δεν αποδείχθηκε αντισυμβατική συμπεριφορά της ενάγουσας η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της από την πρώτη των εναγομένων είναι, ελλείψει συνδρομής σπουδαίου λόγου, άκυρη, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος της αγωγής ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας καθώς και τα παρεπόμενα αιτήματα αυτής περί απειλής σε βάρος της (πρώτης εναγόμενης) χρηματικής ποινής πεντακοσίων ευρώ (500 ευρώ) και προσωπικής σε βάρος του δευτέρου των εναγομένων προσωπική κράτηση διάρκειας ενός (1) έτους για κάθε παράβαση της ανωτέρω διάταξης προβάλλονται αλυσιτελώς, αφού μετά την πάροδο του συμφωνηθέντος χρόνου, δηλαδή της 31ης Δεκεμβρίου του έτους 2008, η σύμβαση εργασίας μεταξύ των διαδίκων έληξε και πρέπει να απορριφθούν. Περαιτέρω, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας η πρώτη εναγόμενη – εργοδότρια, αρνούμενη την αποδοχή των νομίμως και προσηκόντως προσφερομένων υπηρεσιών της, κατέστη υπερήμερη και ενέχεται έναντι της στην καταβολή μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την επομένη της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της μέχρι την 31η Δεκεμβρίου του έτους 2008, οπότε θα παρήρχετο ο συμβατικός χρόνος. Επομένως, η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και ενενήντα λεπτών (2.435,90 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (1.217,95 ευρώ μηνιαίες αποδοχές [814,85 ευρώ μηνιαίες αποδοχές για χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών – διατρητές, με προϋπηρεσία 0 – 3 έτη, κατά το χρονικό διάστημα από την 01.09.2008 έως την 31.12.2008, σύμφωνα με τη με αριθμό 11/29.05.2008 διαιτητική απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική από την 06.06.2008 με τη με αριθμό 51871/2440/11.07.2008 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης [ΦΕΚ Β’ 1448/23.07.2008] + 122,23 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας [15%] + 280,87 ευρώ μέσος μηνιαίος όρος κατ’ αποκοπή αποδοχών = 1.217,95 ευρώ] X 2 μήνες = 2.435,90 ευρώ), κατά παραδοχή του σχετικού επικουρικού αιτήματος της αγωγής ως ουσιαστικά βάσιμου. Το αίτημα της αγωγής να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη σε καταβολή μισθών υπερημερίας για χρονικό διάστημα δώδεκα (12) μηνών, άλλως στην καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, διότι δεν αποδείχθηκε, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι η μεταξύ των διαδίκων συμβατική σχέση είχε τα χαρακτηριστικά της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αλλά ορισμένου χρόνου, στην δε προβλεπόμενη από το άρθρο 672 του Α.Κ. καταγγελία, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 3 παρ. 1 του νόμου 2112/1920, ούτε εκείνη του άρθρου 5 παρ. 3 του νόμου 3198/1955, που αναφέρονται στην περίπτωση της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας αορίστου χρόνου και αξιώνουν για το κύρος αυτής την τήρηση του έγγραφου τύπου και τη σύγχρονη καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης (ΕφΠειρ 320/2003 ΔΕΕ 2003.1359). Περαιτέρω, η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα λόγω της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, τα αναλογούντα σε εκείνη επιδόματα αδείας και εορτών (δώρο) Χριστουγέννων του έτους 2008 και συγκεκριμένα : α) για αναλογία επιδόματος αδείας του έτους 2008 το ποσό των τετρακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (487,20 ευρώ) ήτοι: (1.217,95 ευρώ μηνιαίες αποδοχές : 25 = 48,72 ευρώ X 10 [10 ημερομίσθια για πέντε μήνες απασχόλησης {άρθρα 5 παρ. 4 του νόμου 539/1945, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 1 παρ. 3 του νόμου 1346/1983 και 3 του νόμου 4504/1966} – βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., σελ. 375] = 487,20 ευρώ) και β) για αναλογία επιδόματος εορτών (δώρο) Χριστουγέννων του έτους 2008 το ποσό των χιλίων διακοσίων εξήντα έξι ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (1.266,72 ευρώ) ήτοι: (1.217,95 ευρώ μηνιαίες αποδοχές : 25 = 48,72 ευρώ X 26 [208 ημέρες του χρονικού διαστήματος από 24.06.2008 έως 31.12.2008 : 8 = 26 – (άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου 1082/1980 και 1 παρ. 1 περ. α’, 2 και 5 περ. α’ της με αριθμό. 19040/1981 απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας} βλ. σχετ. Λαναράς Κωνσταντίνος, ό.π., σελ. 541] = 1.266,72 ευρώ), πλην όμως θα της επιδικασθεί το αιτούμενο με την αγωγή (άρθρα 106, 11 του Κ.Πολ.Δ.) ποσό των χιλίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (1.089,79 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία προέκυψε ότι η νόμιμη αμοιβή της ενάγουσας ανέρχονταν : α) για το χρονικό διάστημα από 24.06.2008 έως 31.08.2008 στο ποσό των δύο χιλιάδων τριάντα τεσσάρων ευρώ και δύο λεπτών (2.034,02 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (789,58 ευρώ μηνιαίες αποδοχές για χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών – διατρητές, με προϋπηρεσία 0-3 έτη, κατά το χρονικό διάστημα από την 01.01.2008 έως την 31.08.2008, σύμφωνα με τη με αριθμό 11/29.05.2008 διαιτητική απόφαση για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας, που κηρύχθηκε γενικά υποχρεωτική από την 06.06.2008 με τη με αριθμό 51871/2440/11.07.2008 απόφαση του Υπουργού Απασχόλησης [ΦΕΚ Β’ 1448/23.07.2008] + 118,44 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας [15%] = 908,02 ευρώ μηνιαίως X 2 μήνες = 1.816,04 ευρώ + 217,98 ευρώ [908,02 ευρώ : 36,33 ευρώ ημερομίσθιο X 6 ημέρες = 217,98 ευρώ] = 2.034,02 ευρώ) και β) για το χρονικό διάστημα από 01.09.2008 έως 31.10.2008 στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων εβδομήντα τεσσάρων ευρώ και δέκα έξι λεπτών (1.874,16 ευρώ) ήτοι : (814,85 ευρώ μηνιαίες αποδοχές για χειριστές ηλεκτρονικών υπολογιστών – διατρητές, με προϋπηρεσία 0-3 έτη, κατά το χρονικό διάστημα από την 01.09.2008 έως την 31.12.2008, σύμφωνα με την ανωτέρω διαιτητική απόφαση + 122,23 ευρώ επίδομα ανθυγιεινής εργασίας – 937,08 ευρώ X 2 μήνες = 1.874,16 ευρώ). Παρά ταύτα, η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα για το μήνα Ιούνιο το ποσό των τριακοσίων ευρώ (300 ευρώ), για το μήνα Ιούλιο, οπότε πραγματοποίησε είκοσι έξι χιλιάδες εξακόσιες (26.600) καταχωρίσεις το ποσό των χιλίων ευρώ (1.000 ευρώ), για το μήνα Αύγουστο το ποσό των τετρακοσίων ευρώ (400 ευρώ) και για το μήνα Σεπτέμβριο, οπότε πραγματοποίησε τετρακόσιες ενενήντα οκτώ χιλιάδες τριακόσιους πέντε (498.305) δακτυλισμούς το ποσό των εξακοσίων δύο ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (602,91 ευρώ), ενώ το μήνα Οκτώβριο, οπότε πραγματοποίησε διακόσιες σαράντα έξι χιλιάδες εννιακόσιους εξήντα δύο (246.962) δακτυλισμούς δεν έλαβε καμία αμοιβή. Συνεπεία τούτου, η εναγομένη εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα : α) για το μήνα Ιούλιο του έτους 2008 το ποσό των χιλίων ενενήντα επτά ευρώ και ογδόντα τεσσάρων λεπτών (1.097,84 ευρώ) ήτοι: (2.097,84 ευρώ [908,02 ευρώ + 1.189,82 ευρώ {19.999 καταχωρίσεις X 0,042 ευρώ = 839,96 ευρώ + 6.601 καταχωρίσεις X 0,053 ευρώ = 349,86 ευρώ} = 2.097,84 ευρώ] – 1.000 ευρώ 1.097,84 ευρώ), β) για το μήνα Αύγουστο του έτους 2008 το ποσό των πεντακοσίων οκτώ ευρώ και δύο λεπτών (508,02 ευρώ) ήτοι: (908,02 ευρώ – 400 ευρώ = 508,02 ευρώ), γ) για το μήνα Σεπτέμβριο του έτους 2008 το ποσό των εξακοσίων ογδόντα δύο ευρώ και ενενήντα οκτώ λεπτών (682,98 ευρώ) ήτοι : (937,08 ευρώ + 348,81 ευρώ [498.305 X 0,0007 = 348,81 ευρώ] = 1.285,89 ευρώ – 602,91 ευρώ = 682,98 ευρώ) και δ) για το μήνα Οκτώβριο του έτους 2008 το ποσό των χιλίων εκατόν εννέα πέντε ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (1.109,95 ευρώ ) ήτοι: (937,08 ευρώ + 172,87 ευρώ [246.962 X 0,0007 = 172,87 ευρώ] = 1.109,95 ευρώ), ενώ για το μήνα Ιούνιο του έτους 2008 δεν προέκυψε διαφορά υπέρ της ενάγουσας. Επομένως, η πρώτη εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα για την ανωτέρω αιτία το ποσό των τριών χιλιάδων τριακοσίων ενενήντα οκτώ ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (1.097,84 ευρώ + 508,02 ευρώ + 682,98 ευρώ + 1.109,95 ευρώ = 3.398,79 ευρώ), πλην όμως θα της επιδικασθεί το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων τριάντα επτά ευρώ και δέκα επτά λεπτών (3.237,17 ευρώ). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα σε όλο το χρονικό διάστημα που παρείχε την εργασία στην πρώτη εναγόμενη απασχολήθηκε καθημερινά με ωράριο από 06:45 έως 16:15, πλην όμως η τελευταία ουδέποτε της κατέβαλε την αμοιβή για τις νόμιμες προσαυξήσεις για την εργασία που παρείχε πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου. Συνεπεία τούτου, η πρώτη εναγόμενη εξακολουθεί να οφείλει στην ενάγουσα : α) για υπερεργασία κατά το χρονικό διάστημα από 24.06.2008 έως 31.08.2008 το ποσό των τριακοσίων σαράντα ευρώ και πενήντα λεπτών (340,50 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (5,45 ευρώ ωρομίσθιο [908,02 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 6/25 = 217,92 : 40 = 5,45 ευρώ] + 25% προσαύξηση εκ 1,36 ευρώ = 6,81 ευρώ X 5 ώρες εβδομαδιαίως = 34,05 ευρώ εβδομαδιαίως X 10 εβδομάδες του χρονικού διαστήματος από 24.06.2008 έως 31.08.2008 = 340,50 ευρώ), β) για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα από 24.06.2008 έως 31.08.2008 το ποσό των διακοσίων εβδομήντα δύο ευρώ και πενήντα λεπτών (272,50 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (5,45 ευρώ ωρομίσθιο [908,02 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 6125 = 217,92 : 40 = 5,45 ευρώ] + 100% προσαύξηση εκ 5,45 ευρώ = 10,90 ευρώ X 2,5 ώρες εβδομαδιαίως = 27,25 ευρώ Χ10 εβδομάδες του χρονικού διαστήματος από 24.06.2008 έως 31.08.2008 = 272,50 ευρώ), γ) για υπερεργασία κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2008 έως 31.10.2008 το ποσό των τριακοσίων δέκα έξι ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (316,35 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (5,62 ευρώ ωρομίσθιο [937,08 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 6/25 = 224,89 : 40 = 5,62 ευρώ] + 25% προσαύξηση εκ 1,41 = 7,03 ευρώ X 5 ώρες εβδομαδιαίως = 35,15 ευρώ εβδομαδιαίως X 9 εβδομάδες του χρονικού διαστήματος από 01.09.2008 έως 31.10.2008 = 316,35 ευρώ) και δ) για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα από 01.09.2008 έως 31.10.2008 το ποσό των διακοσίων πενήντα δύο ευρώ και ενενήντα λεπτών (252,90 ευρώ) ήτοι αναλυτικά : (5,62 ευρώ ωρομίσθιο [937,08 ευρώ μηνιαίες αποδοχές X 6/25 = 224,89 : 40 = 5,62 ευρώ] + 100% προσαύξηση εκ 5,62 ευρώ = 11,24 ευρώ X 2,5 ώρες εβδομαδιαίως = 28,10 ευρώ X 9 εβδομάδες του χρονικού διαστήματος από 01.09.2008 έως 31.10.2008 = 252,90 ευρώ). Επομένως, η πρώτη εναγόμενη οφείλει στην ενάγουσα για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των χιλίων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (340,50 ευρώ + 272,50 ευρώ + 316,35 ευρώ + 252,90 ευρώ = 1.182,25 ευρώ), πλην όμως θα της επιδικασθεί το αιτούμενο με την αγωγή ποσό των χιλίων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (1.185,19 ευρώ). Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας υπό τις συνθήκες που έλαβε χώρα, οι οποίες εκτέθηκαν αναλυτικά ανωτέρω, επέφερε αμφισβήτηση της επάρκειας και της επαγγελματικής ικανότητας εκείνης και είχε δυσμενή αντίκτυπο στο εργασιακό, οικογενειακό και ευρύτερο κοινωνικό και φιλικό της περιβάλλον, γεγονός που προκάλεσε σε εκείνη έντονα συναισθήματα πικρίας και απογοήτευσης. Επομένως, από την ανωτέρω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά των εναγομένων, λαμβανομένων υπόψη των μεθοδεύσεων που μετήλθαν για την απόδοση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας σε αντισυμβατική συμπεριφορά της, η τελευταία προσβλήθηκε στην προσωπικότητα της και στην ειδικότερη έκφανση της υπολήψεως της, υπό την έννοια του αγαθού ονόματος και της εκτιμήσεως, που βασίζεται στην κοινωνική αξία του προσώπου, δηλαδή την αξία που έχει (η ενάγουσα) με βάση τις ιδιότητες και ικανότητες της για την εκπλήρωση των ιδιαίτερων κοινωνικών και επαγγελματικών της έργων. Επομένως, εφόσον η ενάγουσα προσβλήθηκε στην προσωπικότητα της δικαιούται για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη χρηματικής ικανοποίησης, το ύψος, δε, της αποζημίωσης αυτής ανέρχεται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη της βαρύτητας της προσβολής και της διάρκειας της, των περιστάσεων υπό τις οποίες έλαβε χώρα η λύση της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, του βαθμού του πταίσματος του δευτέρου εναγομένου, της προσωπικότητας της ενάγουσας και της περιουσιακής κατάστασης των διαδίκων, στο ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ευρώ), κατά παραδοχή της σχετικής αγωγικής αξίωσης ως εν μέρει βάσιμης κατ’ ουσίαν. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η κρινόμενη αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 31.10.2008 σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου της ενάγουσας, να υποχρεωθεί η πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα : α) για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 01.11.2008 έως την 31.12.21008 το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και ενενήντα λεπτών (2.435,90 ευρώ), με το νόμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, β) για αναλογία επιδόματος αδείας του έτους 2008 το ποσό των τετρακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (487,20 ευρώ), με το νόμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, γ) για αναλογία επιδόματος εορτών (δώρο) Χριστουγέννων του έτους 2008 το ποσό των χιλίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (1.089,79 ευρώ), με το νόμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, δ) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων τριάντα επτά ευρώ και δέκα επτά λεπτών (3.237,17 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω ποσού από την επόμενη ημέρα που κατέστη απαιτητό, ήτοι από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση (άρθρο 655 Α.Κ. – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 39 – 40/2002 ΕλλΔνη 2003.118, ΑΠ .945/2001 ΕΕργΔ 2002.168, ΕφΙωαν 14/2007 ΕΕργΔ 2007/473 ΑρχΝ 2007.298, ΕφΠειρ 555/2006 ΔΕΕ 2006.1179), μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και ε) για την παροχή υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης το ποσό χιλίων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (1.182,25 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο έκαστος, να καταβάλουν στην ενάγουσα για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης /της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη, κατά το μέρος που αφορά την πρώτη εναγόμενη και κατά το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000) ευρώ, κατά μερική παραδοχή του νόμιμου, κατ’ άρθρα 907 και 910 αριθμός 4 του Κ.Πολ.Δ. παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής, ενώ η μη εκτέλεση, μέχρι την τελεσιδικία, της διάταξης της παρούσας απόφασης, περί καταβολής της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, δεν πιθανολογήθηκε ότι θα προκαλέσει σημαντική ζημία σε εκείνη. Οι εναγόμενοι, που ηττήθηκαν εν μέρει, πρέπει να καταδικασθούν, στην πληρωμή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, κατ’ αποδοχή του σχετικού αιτήματος της ως βάσιμου και κατ’ ουσίαν (άρθρα 106, 178 παρ. 1, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της παρούσας. Τέλος, πρέπει να καθορισθεί το παράβολο ερημοδικίας, για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας από τους εναγόμενους (άρθρο 505 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ, όπως ισχύει μετά την αντικατάσταση του με το άρθρο 3 παρ. 16 του Ν. 2207/1994 – βλ. σχετ. ΟλΑΠ 15/2001 ΝοΒ 2002.678, ΑΠ 1058/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των εναγομένων.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για καθένα από τους εναγομένους για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα όσα κριθέντα απορριπτέα στο σκεπτικό της παρούσας.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι είναι άκυρη η εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης από 31 Οκτωβρίου του έτους 2008 καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου της ενάγουσας.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την πρώτη εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα : α) για μισθούς, «υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από την 01.11.2008 έως την 31.12.21008 το ποσό των δύο χιλιάδων τετρακοσίων τριάντα πέντε ευρώ και ενενήντα λεπτών (2.435,90 ευρώ), με το νόμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, β) για αναλογία αδείας του έτους 2008 το ποσό των τετρακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και είκοσι λεπτών (487,20 ευρώ), με το νόμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, γ) για αναλογία επιδόματος εορτών (δώρο) Χριστουγέννων του έτους 2008 το ποσό των χιλίων ογδόντα εννέα ευρώ και εβδομήντα εννέα λεπτών (1.089,79 ευρώ), με το νόμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, δ) για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών το ποσό των τριών χιλιάδων διακοσίων τριάντα επτά ευρώ και δέκα επτά λεπτών (3.237,17 ευρώ), με το νόμιμο τόκο για κάθε επιμέρους κονδύλιο του ανωτέρω ποσού από την επόμενη ημέρα που κατέστη απαιτητό, ήτοι από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά η κάθε επιμέρους μηνιαία αξίωση, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως και ε) για την παροχή υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης το ποσό χιλίων εκατόν ογδόντα δύο ευρώ και δέκα εννέα λεπτών (1.182,19 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση εν μέρει προσωρινά εκτελεστή ως προς την ανωτέρω καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ευρώ).
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τους εναγομένους, αλληλέγγυα και σε ολόκληρο έκαστο, να καταβάλουν στην ενάγουσα το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής, μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους εναγομένους στην καταβολή μέρους της δικαστικής δαπάνης της ενάγουσας, το ύψος της οποίας ορίζει σε τετρακόσια πενήντα ευρώ (450 ευρώ).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριό, του σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση του την 20 ΙΑΝ 2010, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και του πληρεξουσίου δικηγόρου της ενάγουσας.
