Τελευταία ενημέρωση: 16 Μαΐου 2022

Περίληψη: Στάδιο εκκαθάρισης εταιρίας. Ικανότητα της εταιρίας να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Η λύση της εναγομένης δεν συνιστά λόγο βιαίας διακοπής της δίκης, καθώς, παρά τη λύση της, διατηρείται η νομική προσωπικότητά της και εξακολουθεί να εκπροσωπείται νομίμως από τον εκκαθαριστή της. Νόμιμη προσαύξηση για εργασία κατά τα Σάββατα, αμοιβή υπερεργασίας και αποζημίωση για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και για μη ληφθείσα άδεια. Υπολογισμός αμοιβών. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 15.410,47 Ευρώ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1468/2019

(Αρ. Κατ. ……../………/2016)

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

 Συγκροτήθηκε από τον Δικαστή Κωνσταντίνο Σπυράκο, Πρωτoδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Δεκεμβρίου 2018 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: …………….., κατοίκου ……………., με ΑΦΜ ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Της εναγόμενης: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «……………………………», που εδρεύει στην …………………… και εκπροσωπείται νόμιμα, για λογαριασμό της οποίας παραστάθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ευάγγελος Σαλαμάρας, μόνον για να γνωστοποιήσει, ως λόγο βίαιης διακοπής της δίκης, τη λύση της εναγομένης και την εκκαθάρισή της, εν συνεχεία δε αποχώρησε και δεν την εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 21.12.2016 αγωγή του, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού με αριθμό κατάθεσης …………/……../2016, προσδιορίσθηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 10.5.2017 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.

Ο Πληρεξούσιος Δικηγόρος του ενάγοντος ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθ. 72, 777, 778 και 784 εδ. 2 ΑΚ, 62 και 286 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η διάλυση του νομικού προσώπου της προσωπικής εταιρίας, από οποιοδήποτε λόγο και αν επήλθε, δεν θίγει την ικανότητα της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και της έννομης σχέσεως της δίκης, ούτε και επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρίας λογίζεται υφιστάμενη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς τον σκοπό της εκκαθάρισης. Ειδικότερα, με την εκκαθάριση της ομόρρυθμης ή της ετερόρρυθμης εταιρίας που λύθηκε, η οποία (εκκαθάριση) αποσκοπεί στην περάτωση των νομικών σχέσεων που προήλθαν από τη σύσταση και τη λειτουργία της εταιρίας και ήταν εκκρεμείς κατά το χρόνο της λύσης της, η νομική προσωπικότητα της δεν παύει να υφίσταται προτού εξοφληθούν οι απαιτήσεις και οι υποχρεώσεις της. Εφεξής, η εταιρία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθαρίσεως δεν μπορεί να αποκλειστεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρίας. Το στάδιο της εκκαθαρίσεως δεν παύει πριν εξοφληθούν όλες οι υποχρεώσεις της εταιρίας και αν μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθαρίσεως διαπιστωθεί ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρίας, αναβιώνει η εκκαθάριση, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθαρίσεως, διότι, στην πραγματικότητα, δεν έχει πραγματοποιηθεί ο σκοπός της εκκαθαρίσεως και δεν έχει περατωθεί αυτή, συνεχίζεται δε η εκπροσώπηση της λυθείσης εταιρίας από τους εκκαθαριστές. Κατά το στάδιο της εκκαθαρίσεως φορέας των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων της εταιρίας είναι το νομικό πρόσωπο αυτής, το οποίο κινεί τις σχετικές δίκες εκπροσωπούμενο από τον εκκαθαριστή. Τέλος, κατά τη διάρκεια της νομικής καταστάσεως της εκκαθαρίσεως η εταιρία διατηρεί το δικαίωμα επί της επωνυμίας της, χωρίς να είναι αναγκαία η προσθήκη σ’ αυτή ότι η εταιρία τελεί υπό εκκαθάριση, πράγμα το οποίο συνηθίζεται μεν στις συναλλαγές, δεν προβλέπεται όμως από καμία διάταξη και συνεπώς η παράλειψη της προσθήκης αυτής δεν καθιστά, άκυρες τις ενεργούμενες από τους εκκαθαριστές δικαστικές και εξώδικες πράξεις (βλ. σχετικά ΑΠ 1427/2000 ΕλλΔνη 42. 707, ΕφΛαρ 140/2017, ΔΕΕ 2018.211, ΕφΑΘ 531/2013, Δ/νη 2014.474, ΕφΑΘ 46/2005 ΕΕμπΔ 2006. 330, ΕφΑΘ 793/2002 ΕλλΔνη 45. 238).

Από τη με αριθμό ……………/’29.12.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, που ο ενάγων νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο στις 10.5.2017, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, με σημείωση στο πινάκιο (άρθρ. 241 παρ. 1 ΚΠολΔ), για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη. Για λογαριασμό της τελευταίας, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, εμφανίσθηκε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Ευάγγελος Σαλαμάρας για να γνωστοποιήσει ότι η εναγομένη λύθηκε και έχει εκκαθαριστεί και ζήτησε τη βίαιη διακοπή της δίκης, εν συνεχεία δε αποχώρησε και δεν την εκπροσώπησε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης. Σύμφωνα, όμως, με όσα αναπτύσσονται στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η λύση της εναγομένης δεν συνιστά λόγο βιαίας διακοπής της δίκης, καθώς, παρά τη λύση της, διατηρείται η νομική προσωπικότητά της και εξακολουθεί να εκπροσωπείται νομίμως από τον εκκαθαριστή της. Επομένως, η εναγομένη που δεν εκπροσωπήθηκε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης από πληρεξούσιο δικηγόρο, όταν εκφωνήθηκε από το πινάκιο με τη σειρά που ήταν γραμμένη, και συνεπώς, εν όψει του ότι η αναβολή της υπόθεσης με απλή σημείωση στο πινάκιο επέχει θέση κλήτευσης όλων των διαδίκων (άρθρ. 226 παρ. 4 εδαφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ – ΑΠ 365/2012 ΤΝΠ Νόμος), πρέπει να δικαστεί ερήμην. Το Δικαστήριο, ωστόσο, πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 621 παρ. 2 εδαφ. β’ ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρ. τέταρτο του άρθρου 1 Ν. 4335/2015).

Με την κρινόμενη αγωγή του, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρία στις 2.11.2013 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, πλήρους απασχόλησης, για να εργασθεί ως πωλητής στο κατάστημα υποδημάτων που διατηρούσε η τελευταία, αντί μηναίου μισθού 644,69 ευρώ. Ότι παρά τη συμφωνία του με την εναγομένη, περί οκτάωρης πενθήμερης εργασίας, αυτός εργαζόταν επί έξι ημέρες την εβδομάδα και επί 50 ώρες εβδομαδιαίως (7 ώρες ημερησίως Δευτέρα, Τετάρτη Σάββατο και 12 ώρες κάθε Τρίτη, Πέμπτη Παρασκευή. Ότι την 30.6.2016 ή εναγόμενη εταιρία προέβη σε τακτική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του, από την οποία αποχώρησε αυτός στις 31.8.2016. Ότι κατά το ανωτέρω διάστημα της απασχόλησής του, η εναγομένη συστηματικά δεν του κατέβαλε τις τακτικές αποδοχές του, όπως επίσης και τις αμοιβές του για εργασία του κατά τα Σάββατα, υπερεργασία και κατ’ εξαίρεση υπερωρία, τα έτη 2014 και 2015 ενώ δεν του χορήγησε, από υπαιτιότητά της και παρά το ότι ο ενάγων τη ζήτησε, τη νόμιμη άδειά του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ζητά να υποχρεωθεί η εναγόμενη εταιρία να του καταβάλει με απόφαση προσωρινά εκτελεστή τα ποσά των (α) 11,604,42€ για δεδουλευμένους μισθούς του, διαστήματος από 11ου 2013 – 11ου 2015, (β) 640,87€ για την αμοιβή του για την υπερεργασία, (γ) 8.651,77€ για την κατ’ εξαίρεση υπερωριακή του απασχόληση, (δ) 4.859,95 για την απασχόλησή του κατά τα Σάββατα και (στ) 1.283,24€ για αποδοχές μη ληφθέντος υπολοίπου αδείας ετών 2014 και 2015, πλέον προσαύξησης 100%, επίσης ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας κατ’αρθρ. 678 ΑΚ και να καταδικαστεί σε χρηματική ποινή 500€ για κάθε ημέρα καθυστέρησης χορήγησης του πιστοποιητικού αυτού, καθώς και να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης τα δικαστικά έξοδά του. Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [16 παρ.2 και 25 παρ.2 ΚΠολΔ], κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών, διαφορών, εφαρμοζομένων και των ειδικότερων ρυθμίσεων που αφορούν στις εργατικές διαφορές (άρθρα 591, 614 § § 1 και 3 και 621 ΚΠολΔ), και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648, 649, 653, 655, 669 678 του ΑΚ [για τις δεδουλευμένες αποδοχές και το πιστοποιητικό εργασίας], 2 παρ.1 & 5 παρ.5 του Α.Ν.539/1945 και 3 παρ.16 Ν.4504/1966 [για τις αποδοχές αδείας], αρθρ. 8 Ν. 3846/2010 [για την εργασία σε ημέρες Σαββάτου], των Ν.3385/2005 και Ν.3863/2010 [για την υπερωριακή εργασία], και των άρθρων 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, 907, 908, 946 και 176 ΚΠολΔ [ως προς τα παρεπόμενα αιτήματα] με τη σημείωση ότι το αίτημα τοκοφορίας ως προς τα αιτούμενα ποσά για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή απασχόληση και εργασία σε ημέρες Σαββάτου είναι νόμιμο για το διάστημα από την επίδοση της αγωγής (ΟλΑΠ 39-40/2002 ΕλλΔνη 44.118, ΑΠ 233/2004 ΕΕργΔ 2004.856, ΑΠ 360/2002 ΔΕΝ 2002.1315, Σ. Βλαστός, Ατομικό Εργατικό Δίκαιο, 2012, σελ. 262) όπως και το αίτημα επιδίκασης προσαύξησης (αστικής ποινής) λόγω μη χορήγησης ημερών αδείας, το οποίο είναι νόμιμο για το διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής (ΑΠ 1240/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Πρέπει, επομένως, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι έχει καταβληθεί το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου όπως προκύπτει από το με αριθμό ……………. e-παράβολο της ΓΓΠΣ σε συνδυασμό με το 31.12.2018 αποδεικτικό πληρωμής μέσω ALPHA Web Banking.

Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρα απόδειξης, που νόμιμα εξετάστηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει ο ενάγων, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται στη συνέχεια και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 139/2009 ΤΝΠ Νόμος), αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη εταιρεία, η οποία, διατηρούσε κατάστημα πώλησης υποδημάτων, την 2.11.2013 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να εργαστεί ως πωλητής, αντί μηνιαίου μισθού 644,69 ευρώ, για πενθήμερη οκτάωρη απασχόληση. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι δεν του είχαν καταβληθεί οι μισθοί του χρονικού διαστήματος από τον 11° του 2013, οπότε προσλήφθηκε, έως τον 11° του 2015 (πλην ελάχιστων μηνών, ήτοι 6ου , 7ου του 2014 και 1ου, 2ου, 3ου,7ου και 8ου του 2015 για τους οποίους) δεν αποδεικνύεται βάσιμος, αφού από ουδέν αποδεικτικό στοιχείο προκύπτει και δη από την όλως ασαφή και αντιφατική κατάθεση της, επίσης εργαζομένης στο κατάστημα κατά το ανωτέρω διάστημα, μάρτυρα απόδειξης, η οποία κατέθεσε ότι «είχαμε μια μικρή… εγώ είχα μια μικρή καθυστέρηση .. .ο …… μου είχε πει ότι δεν πληρωνόταν…» και επομένως το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο επιδίκασης δεδουλευμένων αποδοχών πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι, παρά τα ως άνω συμφωνηθέντα, ο ενάγων, κατ’ εντολή της εργοδότριάς του και παρείχε την εργασία του από την πρόσληψή του μέχρι και τις 31.8.2016, επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως, ήτοι και το Σάββατο, και επί 7 ώρες ημερησίως τις ημέρες Δευτέρας, Τετάρτης και Σαββάτου (από ώρα 09.00 – 16.00) και επί 12 ώρες κατά τις λοιπές ημέρες (Τρίτη, Πέμπτη, Παρασκευή 09.00 – 21.00) ήτοι επί 50 ώρες εβδομαδιαίως (πλέον Σαββάτου), πραγματοποιώντας, με τον τρόπο αυτό μία ώρα υπερεργασίας και εννέα ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας εβδομαδιαίως. Για την απασχόληση αυτή, πέραν του συμβατικού και νομίμου ωραρίου του και για την εργασία του σε ημέρες Σαββάτου, ο ενάγων δεν έλαβε τις αναλογούσες αμοιβές και επομένως του οφείλονται, για το παραπάνω διάστημα της απασχόλησής του, ήτοι από 2.11.2013 έως 31.8.2015 (i) για 138 ώρες υπερεργασίας το ποσό των 640,87 ευρώ [644,69€ οι μηνιαίες αποδοχές : 25 = 25,79 € ημερομίσθιο χ 6/40 = 3,87€ ωρομίσθιο + 20% = 4,64 € χ 138 ώρες], (2) για 1.242 ώρες κατ’ εξαίρεση υπερωρίας, το ποσό των 8.651,77€ [644,69€ οι μηνιαίες αποδοχές : 25 = 25,79 € ημερομίσθιο χ 6/40 = 3,87€ ωρομίσθιο + 80% = 6,97 € χ 1.242 ώρες], (iii) για 966 ώρες εργασίας σε ημέρες Σαββάτου ως 6ης ημέρα της εβδομάδας σε καθεστώς πενθήμερης απασχόλησης το ποσό των 4.859,95 € [644,69€ οι μηνιαίες αποδοχές : 25 = 25,79 € ημερομίσθιο χ 6/40 = 3,87€ ωρομίσθιο + 30% = 5,03 € χ 966 ώρες]. Επίσης αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν έλαβε ολόκληρη την άδεια που δικαιούταν κατά τα έτη 2014 και 2015, καθώς η εναγομένη του χορήγησε 10 ημέρες λιγότερες κάθε έτος, από υπαιτιότητά της μολονότι ο ενάγων υπέβαλε κατ’ επανάληψη το σχετικό αίτημα λήψης της άδειάς του, και ως εκ τούτου του οφείλεται ποσό 644,69 ευρώ για το 2014 [644,69 / 20 ημέρες συνολική άδεια X 10 ημέρες υπόλοιπο + 100%] και το ποσό των 613,99 ευρώ για το 2015 [644,69 / 21 ημέρες συνολική άδεια X 10 ημέρες υπόλοιπο + 100%]. Κατ’ ακολουθίαν πρέπει η κρινόμενη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 15.410,47 ευρώ, ήτοι ποσό 640,87 ευρώ για υπερεργασία, ποσό 8.651,77 ευρώ για κατ’ εξαίρεση υπερωρία, ποσό 4.859,95 ευρώ για εργασία κατά σε ημέρα Σαββάτου και ποσό 1.257,88 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσης άδειας και προσαύξηση αυτών, με τον νόμιμο τόκο ως προς τα ποσά που αφορούν στην υπερεργασία από την πρώτη του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορά έκαστη αξίωση (άρθρα 655, 341 παρ.1, 345 εδαφ. α’ ΚΠολΔ), ως προς τα ποσά που αντιστοιχούν στην κατ’ εξαίρεση υπερωρία, στην εργασία κατά ημέρες Σαββάτου και στην προσαύξηση 100% των αποδοχών μη ληφθείσης αδείας από την επίδοση της αγωγής (ΟλΑΠ 40/2002 ΕΕργΔ 2002.1478, ΑΠ 602/2014, ΑΠ 1649/2012, ΑΠ 1134/2010, ΑΠ 201/2008 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ Νόμος) και όσον αφορά στις αποδοχές αδείας από την 1η Ιανουαρίου του επομένου έτους εκείνου στο οποίο αφορούν. Το παρεπόμενο αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, ως προς την ως άνω καταψηφιστική διάταξη, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτό ως βάσιμο και από ουσιαστική άποψη, σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό, διότι το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο, συνιστάμενοι στη σημαντική ζημία που θα επιφέρει στον ενάγοντα η επιβράδυνση της εκτέλεσης της απόφασης, εν όψει και της φύσης της διαφοράς ως εργατικής (άρθρο 910 περ. 4 ΚΠολΔ) ενώ πρέπει να γίνει δεκτό το αίτημα του ενάγοντος να του χορηγήσει η εναγομένη πιστοποιητικό, από το οποίο να προκύπτει το είδος, η χρονική διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του, να υποχρεωθεί δε η τελευταία προς τούτο με την απειλή χρηματικής ποινής 500 ευρώ σε περίπτωση άρνησης χορήγησή του. Τέλος, η εναγομένη πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της μερικής ήττας της, σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρ. 178 παρ. 1 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό ενώ πρέπει να οριστεί παράβολο ερημοδικίας σε περίπτωση που ήθελε ασκήσει κατά της παρούσας απόφασης το ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας (αρθ.502παρ.1, 505παρ.2, 591, 614 περ.3 και 621επ.ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζοντας ερήμην της εναγόμενης.

Ορίζει παράβολο ανακοπής ερημοδικίας ύψους διακοσίων (200,00) ευρώ.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων τετρακοσίων δέκα ευρώ και σαράντα επτά λεπτών (15.410,47 €), με τον νόμιμο τόκο, κατά τις διαλαμβανόμενες στο σκεπτικό της παρούσας διακρίσεις, μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση.

Κηρύσσει την απόφαση ως προς την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική διάταξη εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, κατά το ποσό των πέντε χιλιάδων ευρώ (5.000€).

Υποχρεώνει την εναγομένη, να χορηγήσει στον ενάγοντα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να πιστοποιείται, ότι εργάσθηκε στην επιχείρηση της, το είδος, η χρονική διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του.

Απειλεί σε βάρος της εναγομένης χρηματική ποινή ύψους πεντακοσίων ευρώ (500€), σε περίπτωση άρνησής της να συμμορφωθεί με την αμέσως ανωτέρω διάταξη.

Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος της εναγομένης εταιρείας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακόσιων (300,00) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση στις 18-7-2019.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies