Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Διαφορές που υπάγονται στην ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών. Ενεργητικά και παθητικά νομιμοποιούμενοι διάδικοι. Η αγωγή που αφορά αξίωση του ενάγοντος μισθωτού, η οποία βασίζεται σε σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους με την οποία αναγνωρίστηκε υποχρέωση του εναγομένου προς καταβολή οφειλομένων λόγω της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, δηλαδή σύμβαση που έχει συναφθεί με αφορμή τη σύμβαση εργασίας, εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών. Η εναγόμενη, υπογράφοντας σχετική έγγραφη υπεύθυνη δήλωση προς την ενάγουσα, κατέστη ειδική διάδοχος άλλης εταιρίας, υπεισερχόμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την παροχή εργασίας της ενάγουσας στην τελευταία. Αζήμια καταγγελία σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Υπερημερία εργοδότη. Αποζημίωση απόλυσης. Ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και διακρίσεις. Υπολογισμός αυτής κατά περίπτωση. Νόμιμη προσαύξηση της αμοιβής για την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 38.957,73 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός Απόφασης 166/2016
(Γενικός αριθμός κατάθεσης ………….. και αριθμός κατάθεσης δικογράφου κλήσης …………)
(Γενικός αριθμός κατάθεσης ………. και αριθμός κατάθεσης δικογράφου αγωγής ……………..)
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
Συγκροτήθηκε από τη Δικαστή Θεοδώρα Καρατσικάκη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διευθύνσεως του Πρωτοδικείου και τη Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 12 Οκτωβρίου 2015, προκειμένου να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της καλούσας – ενάγουσας: ……………………, κατοίκου …………………, η οποία παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της Δημητρίου Βλαχόπουλου.
Της καθ’ ής η κλήση – εναγόμενης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «…………………………………» και διακριτικό τίτλο «…………………….», η οποία εδρεύει στην ………………………, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Η ενάγουσα ζήτησε να γίνει δεκτή η από 24-6-2014 αγωγή της, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου με γενικό αριθμό κατάθεσης ………………… και αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ……………., και προσδιορίστηκε να συζητηθεί στις 27.01.2015. Κατά τη δικάσιμο αυτή η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε λόγω των βουλευτικών εκλογών και επαναφέρθηκε με την από 30.1-2015 και με γενικό αριθμό έκθεσης κατάθεσης …………… και αριθμό κατάθεσης δικογράφου …………… κλήση, για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ο πληρεξούσιος δικηγόρος της καλούσας-ενάγουσας παραστάθηκε στο ακροατήριο, ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις της.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθμ. ………../26.6.2014 και ………../5.2.2015 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Χαλκίδας Βασιλείου I. Καραπά, που προσκομίζει και επικαλείται η καλούσα- ενάγουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 24.6.2014 αγωγής και της από 30.1.2015 κλήσης αντίστοιχα, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την παραπάνω δικάσιμο, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στην εναγομένη. Η τελευταία, όμως, δεν εμφανίστηκε στη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από σειρά του πινακίου και συνεπώς, πρέπει να δικαστεί ερήμην (άρθρα 226, 271 παρ. ι ΚΠολΔ). Ωστόσο, το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 270 παρ. 1 ΚΠολΔ).
I. Κατά το άρθρο 663 του ΚΠολΔ, υπάγονται στη διαδικασία των εργατικών διαφορών και δικάζονται, κατά το άρθρο 16 περ. 2 του ίδιου Κώδικα, από το Μονομελές Πρωτοδικείο και αν η αξία του αντικειμένου της διαφοράς είναι άνω των 120.000 ευρώ, οι διαφορές από παροχή εξαρτημένης εργασίας, ή και από οποιαδήποτε άλλη αιτία με αφορμή την παροχή της εργασίας αυτής μεταξύ των εργαζομένων ή των διαδόχων τους ή εκείνων που κατά νόμο έχουν δικαίωμα από την παροχή της εργασίας τους και των εργοδοτών ή των διαδόχων τους. Μεταξύ των διαφορών αυτών είναι και εκείνες των μισθωτών κατά των εργοδοτών τους ή του διαδόχου των που αφορούν κάθε αξίωση, η οποία συναρτάται με την. εργασιακή σχέση, δηλαδή απαραίτητη προϋπόθεση υπαγωγής των διαφορών αυτών στην εν λόγω ειδική διαδικασία είναι η παροχή από τον εργαζόμενο εξαρτημένης εργασίας (πηγάζουσα είτε από σύμβαση είτε από απλή εργασιακή σχέση), από την οποία ή εξ αφορμής της προέκυψε η σχετική διαφορά. Μάλιστα, οι αξιώσεις που αφορούν τις εν λόγω διαφορές υπάγονται στην προαναφερθείσα διαδικασία ανεξαρτήτως από το εάν πηγάζουν από την εργατική νομοθεσία ή από τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου. Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 16 περ. 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι με τη διαδικασία των εργατικών διαφορών ενάγουν και ενάγονται και οι διάδοχοι του εργαζομένου ή του εργοδότη. Η διάταξη δεν κάνει διάκριση μεταξύ διαδόχων και συνεπώς περιλαμβάνονται τόσοι οι καθολικοί, όσο και οι ειδικοί διάδοχοι των δύο πλευρών. Μάλιστα, ειδικός διάδοχος του εργοδότη είναι και εκείνος που αναδέχεται να πληρώσει στον μισθωτό τις αποδοχές ή άλλες συναφείς οφειλές του πρώτου (εργοδότη) στο δεύτερο, που αφορούν τη σχέση εξαρτημένης εργασίας (βλ. ΕφΑθ 8741/1991 ΕλλΔνη 1993 164, ΕφΑθ 8860/1991 αδημ, πρβλ ΑΠ 1503/1987 ΕΕργΔ 1988 1078, ΑΠ 877/1973 ΝοΒ 22 356, ΕφΑθ 5629/2006 ΕλλΔνη 2007 276). Εξάλλου, η αγωγή που αφορά αξίωση του ενάγοντος μισθωτού, η οποία βασίζεται σε σύμβαση αιτιώδους αναγνωρίσεως χρέους (άρθρα 361 σε συνδυασμό με 648 επ. του ΑΚ), με την οποία αναγνωρίστηκε υποχρέωση του εναγομένου προς καταβολή οφειλομένων λόγω της σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, δηλαδή σύμβαση που έχει συναφθεί με αφορμή τη σύμβαση εργασίας, εκδικάζεται κατά τις διατάξεις της ειδικής διαδικασίας των εργατικών διαφορών (βλ. ΕφΠειρ1/2014, α’ δημοσίευση στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 15077/1988 ΕλλΔνη 1990 1048).
II. Κατά τη διάταξη του άρθρου ι παρ. 3 ΚΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1082/1980, δώρα εορτών καταβάλλονται ολόκληρα εφόσον η σχέση εργασίας των μισθωτών με τον υπόχρεο εργοδότη διήρκεσε χωρίς διακοπή καθ’ όλη τη χρονική περίοδο που ορίζεται για κάθε περίπτωση που είναι για το δώρο Πάσχα από 1 Ιανουαρίου μέχρι 30 Απριλίου και για το δώρο Χριστουγέννων από 1η Μαΐου μέχρι 30 Δεκεμβρίου κάθε έτους. Εάν όμως διήρκεσε η εργασιακή σχέση μικρότερο χρονικό διάστημα, μέσα στα χρονικά όρια που αναφέρθηκαν, τότε καταβάλλεται σαν δώρο Χριστουγέννων ποσό ίσο με τα 2/25 του μηνιαίου μισθού ή 2 ημερομίσθια ανάλογα με τον συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 19ημερο χρονικό διάστημα διαρκείας της εργασιακής σχέσεως και σαν δώρο Πάσχα ποσό ίσο με το 1/15 του μισού μηνιαίου μισθού ή 1 ημερομίσθιο, ανάλογα με το συμφωνημένο τρόπο αμοιβής για κάθε 8ημερο χρονικό διάστημα της εργασιακής σχέσεως. Για κάθε χρονικό διάστημα μικρότερο του 19ημέρου ή του 8ημέρου αντίστοιχα δικαιούνται ανάλογο κλάσμα (ΑΠ 1425/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 2 πε ρ. γ’ του άρθρου 3 της ΚΥΑ 19040/1981 για τον υπολογισμό των επιδομάτων εορτών στις τακτικές αποδοχές περιλαμβάνεται, μεταξύ άλλων και το επίδομα αδείας. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση το δώρο εορτών πρέπει να είναι προσαυξημένο με την αντίστοιχη αναλογία του επιδόματος αδείας. Η προσαύξηση αυτή υπολογίζεται στα δώρα εορτών μία φορά το χρόνο, ή στο δώρο εορτών Χριστουγέννων, ή στο δώρο εορτών Πάσχα, ανάλογα με το πότε χορηγήθηκε (ΑΠ 690/1978 ΕΕΔ 1978.818, ΕφΘεσ 1130/1978 Αρμ 1998.719). Για τον συνυπολογισμό της αναλογίας του επιδόματος αδείας σε ένα από τα επιδόματα εορτών, αυτό προσαυξάνεται με το συντελεστή (0,5 /12) 0,04166.
III. Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 3198/1955 η αξίωση για καταβολή ή συμπλήρωση της αποζημίωσης απολύσεως υπόκειται σε εξάμηνη αποσβεστική προθεσμία (βλ. ΑΠ 274/2009 ΧρΙΔ 2010.64, ΕφΑθ 1928/2009 ΕλλΔνη 51.189, Ι. Κουκιάδη, Εργατικό δίκαιο, γ’ έκδ., 2005, σελ. 737-739, Στ. Βλαστό, Ατομικές εργασιακές σχέσεις, 2005, σελ. 1324). Επ’ αυτής εφαρμόζεται αναλόγως η διάταξη του άρθρου 260 ΑΚ (βλ. άρθρο 279 ΑΚ), ήτοι διακόπτεται όταν ο εργοδότης αναγνωρίσει την αξίωση του μισθωτού με οπουδήποτε τρόπο (βλ. ΕφΑθ 392/2009 ΕλλΔνη 50.1478, 1481-1482, ΕφΔωδ 86/2005 Βάση Νομικών Δεδομένων «Νόμος», ΕφΛαρ 47/2001 Δικογραφία 2001.77, ΕφΘεσ 2430/2000 Αρμεν 2001.1076, Λ. Ντάσιο, Εργατικό δικονομικό δίκαιο, Τόμος Α/Ι, Ημίτομος ΙΙ, έκδ. 5η, 1999§490 σελ. 776). Έκτοτε, αρχίζει νέα αποσβεστική προθεσμία κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 270 παρ. 1 AΚ (έτσι κατ’ αποτέλεσμα ΕφΔωδ 86/2005 όπ.π., η οποία, πάντως, εκ προφανούς παραδρομής δέχεται ότι η προθεσμία «…ανεστάλη κατά το διάστημα μέχρι το τέλος Οκτωβρίου 1999….» βλ. επίσης ΑΠ 755/1974 ΝοΒ 1975.318, με την οποία κρίθηκε ότι η ταυτόχρονη με την καταγγελία αναγνώριση δεν γίνεται σε κρίσιμο χρόνο και δεν ασκεί έννομη επιρροή, θέτοντας, συνεπώς, ως αφετηρία της προθεσμίας το χρονικό σημείο της αναγνώρισης), μη εφαρμοζόμενης της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, αφού η αποζημίωση απολύσεως δεν συνιστά αξίωση από μισθούς ή άλλες αμοιβές και έξοδα του εργαζομένου, ώστε να εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο των περιπτώσεων 6 και 17 του άρθρου 250 ΑΚ (βλ. Στ. Βλαστό, όπ.π., σελ. 1330). Κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/1997 η καταγγελία της εργασιακής σχέσεως από τον εργοδότη θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως, έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση και έχει καταχωρηθεί η απασχόληση του απολυομένου στο τηρούμενο για το ΙΚΑ μισθολόγιο ή έχει ασφαλισθεί ο απολυόμενος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι τυπική δικαιοπραξία, αφού αυτή επί ποινή ακυρότητας πρέπει να γίνει εγγράφως, δηλαδή η δήλωση βουλήσεως του εργοδότη περί καταγγελίας της εργασιακής συμβάσεως πρέπει να περιβληθεί τον τύπο του ιδιωτικού εγγράφου και το τελευταίο αυτό να εγχειρισθεί, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, στον απολυόμενο, ώστε να μπορεί να λάβει γνώση του περιεχομένου του. Επίσης, ότι η καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία), ανεξαρτήτως από το λόγο που την προκάλεσε, πρέπει να συνοδεύεται με την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως στον απολυόμενο (ΑΠ 182/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το ποσό της αποζημίωσης που οφείλεται καθορίζεται από το νόμο με βάση τα έτη προϋπηρεσίας του απολυόμενου μισθωτού στον τελευταίο εργοδότη του, δηλαδή, του εργοδότη από την υπηρεσία του οποίου απολύεται. Για τον υπολογισμό της αποζημίωσης αυτής ως τακτικές αποδοχές υπαλλήλου σύμφωνα με το άρθρο 3 § 2 του ν. 2112/1920 θεωρούνται ο μισθός όπως και κάθε άλλη παροχή εφόσον δίδεται αντί μισθού, όπως παροχές σε είδος, προμήθεια κ.λ.π. Επομένως στις τακτικές αποδοχές του μισθωτού που αποτελούν τη βάση για τον υπολογισμό της αποζημιώσεως συμπεριλαμβάνεται η αναλογία από τα επιδόματα εορτών και το επίδομα αδείας (ΑΠ 1142/1979 ΔΕΝ 1980. 253, ΑΠ 546/1999 ΔΕΝ 1999. 1042). Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι η αναλογία του επιδόματος εορτών και αδείας, με αναγωγή των αντιστοίχων ποσών τους σε μηνιαίες αποδοχές, δηλαδή 1/2 μισθός ως επίδομα αδείας + 1/2 μισθός ως επίδομα Πάσχα + 1 μισθός ως επίδομα Χριστουγέννων: 12 μήνες = 1/6 των αποδοχών. Το ποσό δε το οποίο προκύπτει μετά τον ανωτέρω υπολογισμό προστίθεται στις μηνιαίες αποδοχές, οι οποίες λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αποζημίωσης απολύσεως (ΑΠ 72/1998 ΔΕΝ 54.597, ΑΠ 999/1982 ΕΕΔ 42/315). Οπωσδήποτε δεν έχει υποχρέωση ο εργοδότης να καταβάλει αποζημίωση όταν η λύση της σύμβασης εργασίας οφείλεται σε οικειοθελή αποχώρηση (παραίτηση) του μισθωτού (ΑΠ1636/1983, ΔΕΝ1995 σελ. 812). Σύμφωνα δε με το άρθρο 4 του ν. 3198/1955 ορίζεται ότι εάν διά της καταγγελίας τάσσηται η υπό του άρθρ. 1 του ν. 2112/1920 ως ούτος ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, προβλεπομένη προθεσμία προκειμένου μόνον περί υπαλλήλων, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλη εις τον απολυόμενον, άμα τη εκπνοή της προθεσμίας ταύτης, το ήμισυ της προβλεπομένης υπό του ως άνω Νόμου αποζημιώσεως διά την περίπτωσιν της απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας. Της αυτής ως άνω αποζημιώσεως δικαιούνται και υπάλληλοι, αποχωρούντες της εργασίας τη συγκατάθεσει του εργοδότου αυτών, διαρκούντος του χρόνου της προμηνύσεως. Στο άρθρο 74 παρ. 2 Β του ν. 3863/2010 όπως το εδάφιο Β’ είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 17 παρ.5β Ν.3899/2010, ΦΕΚ A 212/17.12.2010, προτού αυτό αντικατασταθεί με την υποπ. ΙΑ 12 της παρ.. ΙΑ περ.1 του Ν.4093/2012 (ΦΕΚ A 222/12-11-2012) ορίζεται ότι σύμβαση μισθωτού με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, διάρκειας πέραν των δώδεκα (12) μηνών, δύναται να καταγγελθεί κατόπιν προηγούμενης έγγραφης προειδοποίησης του εργοδότη ως εξής: α) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δώδεκα (12) μήνες έως δύο (2) χρόνια, προειδοποίηση ενός (1) μηνός πριν την απόλυση, β) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δύο (2) χρόνια συμπληρωμένα έως πέντε (5) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση δύο (2) μηνών πριν την απόλυση, γ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από πέντε (5) χρόνια συμπληρωμένα έως δέκα (10) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση τριών (3) μηνών πριν την απόλυση, δ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δέκα (10) χρόνια συμπληρωμένα έως δεκαπέντε (15) χρόνια, απαιτείται προειδοποίηση τεσσάρων (4) μηνών πριν την απόλυση, ε) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από δεκαπέντε (15) χρόνια συμπληρωμένα έως είκοσι (20), απαιτείται προειδοποίηση πέντε (5) μηνών πριν τη λύση της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας, στ) Για υπαλλήλους που έχουν υπηρετήσει από είκοσι (20) χρόνια συμπληρωμένα και άνω, απαιτείται προειδοποίηση έξι (6) μηνών πριν τη λύση της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας. Εργοδότης ο οποίος δεν κάνει χρήση της δυνατότητας έγγραφης προειδοποίησης καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των νόμων 2112/1920 (ΦΕΚ 67 Α’) και 3198/1955 (ΦΕΚ 98 Α’). Εργοδότης που προειδοποιεί εγγράφους τον εργαζόμενο κατά τα ανωτέρω, καταβάλλει στον απολυόμενο την αποζημίωση, που προβλέπεται από τις οικείες διατάξεις των νόμων 2112/1920 και 3198/1955 για τα χρόνια εργασίας που έχει συμπληρώσει ο απολυόμενος, σε περίπτωση καταγγελίας κατόπιν προειδοποίησης. Εξάλλου, ενόψει της εφαρμογής της παραγράφου 3 του άρθρου 74 του ν. 3863/2010 η αποζημίωση λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας όταν υπερβαίνει τις αποδοχές δύο (2) μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση μέρος της αποζημίωσης που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο (2) μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο (2) μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο. Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. Από το συνδυασμό του άρθρου αυτού προς τα άρθρα 340, 341, 345 και 346ΑΚ, προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών ο εργοδότης οφείλει τόκους για μεν το μέρος της αποζημίωσης μέχρι των αποδοχών των 2 μηνών από την απόλυση του υπαλλήλου (ΑΠ1185/1990 ΔΕΝ 48. 554), για δε το υπόλοιπο ποσό, από τη λήξη κάθε διμηνιαίας δόσεως, δηλαδή από τότε που έγινε ληξιπρόθεσμο το χρέος και αν ακόμη η αγωγή για αποζημίωση ασκήθηκε πριν από τη λήξη του (ΕφΑθ4598/1994). Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/55, κάθε αξίωση μισθωτού που πηγάζει από άκυρη καταγγελία της σχέσης εργασίας, είναι απαράδεκτη εφόσον η σχετική αγωγή δεν κοινοποιηθεί εντός τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από τη λύση της σχέσης εργασίας. Στην ως άνω τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία (άρθρο 279 ΑΚ), που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο (άρθρο 280 ΑΚ), υπόκειται κάθε αξίωση του μισθωτού που πηγάζει από την για οποιονδήποτε λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της αορίστου χρόνου εργασιακής σχέσης από τον εργοδότη (ΑΠ 404/08, ΑΠ 1619/06). Αφετηρία της ως άνω προθεσμίας αποτελεί ο χρόνος λύσης της εργασιακής σύμβασης, που επέρχεται με την καταγγελία και είναι, όπως προαναφέρθηκε, ο χρόνος που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της -εργαζόμενος, λήγει δε αυτή, με την παρέλευση ολόκληρης της ημέρας του τελευταίου μήνα, η οποία αντιστοιχεί σε αριθμό με την ημέρα που άρχισε (άρθρο 243 ΑΚ). Αν στην καταγγελία έχει οριστεί μεταγενέστερος χρόνος λύσης της εργασιακής σύμβασης (καταγγελία με προθεσμία), η τρίμηνη προθεσμία αρχίζει, όχι από το χρόνο που έλαβε χώρα η καταγγελία, αλλά από το χρόνο λήξης της προθεσμίας (ΑΠ 1398/86 ΔΕΝ 1987.701, Ζερδελή, Το δίκαιο της καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, 1995, αριθ. 848, 849), ενώ, τέλος, αν η αποζημίωση υπερβαίνει τους μισθούς έξι μηνών και συντρέχουν οι προϋποθέσεις καταβολής της σε δόσεις η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία αρχίζει από το χρονικό σημείο κατά το οποίο έγινε απαιτητή κάθε δόση και ισχύει αυτοτελώς για καθεμία από αυτές (ΟλΑΠ 39/02 ΕλλΔ-νη 2003.118, ΟλΑΠ 211/65 No 13.1147» ΑΠ 81/10, ΑΠ 25/91 ΔΕΝ 1993.581, ΑΠ320/85 ΕΕργΔ 1986.120, ΕφΑθ 10035/99 ΕλλΔνη 2003.538, Ζερδελή ό.π, αριθμ. 474, Ντάσιο ΕργΔικ 5η έκδ. σελ. 754, Βλαστό, Η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας 1990 σελ. 1267). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 2 του ν. 3198/55» η κατά το ν. 2112/20 αποζημίωση υπαλλήλου, που απολύεται χωρίς προμήνυση αν δεν υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, καταβάλλεται κατά την ημέρα που λύεται η εργασιακή σχέση. Αν υπερβαίνει τις αποδοχές έξι μηνών, ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλει κατά την απόλυση τα μέχρι των αποδοχών έξι μηνών μέρος της, το δε υπόλοιπο σε τριμηνιαίες δόσεις, καθεμία από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη των αποδοχών τριών μηνών, εκτός αν υπολείπεται προς εξόφληση μικρότερο ποσό, η πρώτη δε δόση είναι καταβλητέα την επομένη της συμπλήρωσης τριμήνου από την απόλυση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 5 παρ. 3 του ιδίου νόμου, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την αντικατάσταση της, με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 2556/97, η καταγγελία της εργασιακής σχέσης θεωρείται έγκυρη εφόσον έχει γίνει εγγράφως και έχει καταβληθεί η οφειλόμενη αποζημίωση. Η καθυστέρηση δόσης της αποζημίωσης, από τις κατά την παρ. ι εδ. β’ του άρθρου 2 οφειλόμενες, συνεπάγεται την ακυρότητα της καταγγελίας (ΑΠ 1160/07, ΑΠ 918/06 ΝοΒ 2007.684, ΑΠ 1290/01 ΕΕργΔ 2003.13), η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται με τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης (ΑΠ 918/2006, ό.π, ΑΠ 1290/2001 ό.π.). Στην περίπτωση της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ο εργοδότης οφείλει την ημέρα που θα παύσει να αποδέχεται τις υπηρεσίες του μισθωτού να του καταβάλει την οφειλόμενη αποζημίωση (άρθρο 5§3 ν. 3198/1955 όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2§4 ν. 2556/1997). Αν δεν καταβληθεί η αποζημίωση η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης. Τα ίδια ισχύουν και επί ακύρου σύμβασης εργασίας (άρθρα 1 §2, 5 §3, 6§ 1, 8, 9 § 1 ν· 3198/1955). Η αποζημίωση αυτή οφείλεται στον εργαζόμενο αμέσως από το νόμο. Στην περίπτωση δε της άκυρης σύμβασης εργασίας ο εργαζόμενος δικαιούται μόνο την αποζημίωση απόλυσης δεν δικαιούται όμως μισθούς υπερημερίας ούτε λόγω ακυρότητας της καταγγελίας (ΑΠ363/2015, Α’ δημοσίευση στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής. Αν όμως, ο εργαζόμενος προς τον οποίο απευθύνεται η καταγγελία αρνείται να εισπράξει την προσηκόντως προσφερόμενη αποζημίωση τότε ο εργοδότης οφείλει σε εύλογο χρόνο να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού αυτής στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. Ως εύλογος χρόνος θεωρείται αυτός που απαιτείται κατά τη συναλλακτική πείρα (άρθρο 288 ΑΚ), για τη συντέλεση των διατυπώσεων παρακατάθεσης της αποζημίωσης, για τη σχετική δε κρίση λαμβάνονται υπόψη, κατά περίπτωση η συμπεριφορά του εργαζομένου ή άλλες ειδικές συνθήκες που δικαιολογούν την καθυστέρηση (ΑΠ 918/06 ό.π., ΑΠ1290/01 ό.π., ΑΠ 585/88 ΔΕΝ 1988, 1239, Ζερδελή, ό.π., αριθμ. 454, ΕφΑ058/2011, Δ/ΝΗ 2011, σελ. 1442).
IV. Σύμφωνα με το Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ A 222/12.11.2012) για την «Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 – Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016» και συγκεκριμένα στην υποπαράγραφο ΙΑ.12 για την αποζημίωση απόλυσης ιδιωτικών υπαλλήλων με σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου της παραγράφου ΙΑ για τις ρυθμίσεις για τον ΟΑΕΔ- ασφαλιστικές και συνταξιοδοτικές διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Εργασίας, κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας του άρθρου πρώτου του προαναφερόμενού νόμου ορίζεται ότι : 2. Από την έναρξη ισχύος του παρόντος η παράγραφος 1 του άρθρου 3 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει, αντικαθίσταται ως εξής: «3.1. Εργοδότης που παραμελεί την υποχρέωση προειδοποίησης για καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου ιδιωτικού υπαλλήλου οφείλει να καταβάλει στον απολυόμενο υπάλληλο αποζημίωση απόλυσης ως κατωτέρω, εκτός αν οφείλεται μεγαλύτερη αποζημίωση βάσει σύμβασης ή εθίμου ως εξής:
ΠΙΝΑΚΑΣ ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΕΩΝ ΥΠΑΛΛΗΛΩΝ
Χρόνος υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη Ποσό αποζημίωσης
1 έτος συμπλ. έως 4 έτη 2 μηνών
4 έτη συμπλ. έως 6 έτη 3 μηνών
6 έτη συμπλ. έως 8 έτη 4 μηνών
8 έτη συμπλ. έως 10 έτη 5 μηνών
10 έτη συμπλ. 6 μηνών
11 έτη συμπλ. 7 μηνών
12 έτη συμπλ. 8 μηνών
13 έτη συμπλ. 9 μηνών
14 έτη συμπλ. 10 μηνών
15 έτη συμπλ. 11 μηνών
16 έτη συμπλ. και άνω 12 μηνών»
Ο υπολογισμός της ως άνω αποζημίωσης γίνεται με βάση τις τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης. Το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955 (Α’ 98) εξακολουθεί να ισχύει. Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 10 του άρθρου 34 του ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α ΦΕΚ Α 18/25-01-2013 με έναρξη ισχύος από 19/11/2012 όπως ορίζεται στη παρ. 3 του άρθρου 49 του αυτού νόμου), ορίζεται ότι ειδικά για ιδιωτικούς υπαλλήλους με σχέση εργασίας αορίστου χρόνου, που ήδη απασχολούνται και έχουν συμπληρώσει στον ίδιο εργοδότη προϋπηρεσία άνω των δεκαεπτά (17) ετών, «καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης επιπλέον της προβλεπόμενης στην προηγούμενη περίπτωση αποζημίωσης». Για 17 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 1 μηνός αποζημίωση, για 18 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 2 μηνών αποζημίωση, για 19 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 3 μηνών αποζημίωση, για 20 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 4 μηνών αποζημίωση, για 21 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 5 μηνών αποζημίωση, για 22 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 6 μηνών αποζημίωση, για 23 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 7 μηνών αποζημίωση, για 24 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 8 μηνών αποζημίωση, για 25 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 9 μηνών αποζημίωση, για 26 έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 10 μηνών αποζημίωση, για τη έτη προϋπηρεσίας συμπληρωμένα 11 μηνών αποζημίωση, για 28 έτη προϋπηρεσίας και άνω 12 μηνών αποζημίωση. Για τον ανωτέρω υπολογισμό λαμβάνονται υπόψη: i) ο χρόνος προϋπηρεσίας που είχε συμπληρώσει ο υπάλληλος κατά τη δημοσίευση του παρόντος ανεξάρτητα από το χρόνο απόλυσης του, και ii) οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης που δεν υπερβαίνουν το πόσο των δύο χιλιάδων (2.000) ευρώ. Σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεύτερου εδαφίου του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί, λαμβάνονται υπόψη για τον ανωτέρω υπολογισμό οι τακτικές αποδοχές του τελευταίου μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης, με την επιφύλαξη του δευτέρου εδαφίου της παραγράφου 1 του άρθρου 5 του ν. 3198/1955.
V. Σύμφωνα με το άρθρο 8 του ν. 3846 /2010 ΦΕΚ A’66/11-5-2010, του οποίου η ισχύς αρχίζει από την ημέρα δημοσίευσής του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζεται ότι η εργασία που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος κατά παράβαση του πενθημέρου εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο προσαυξημένο κατά 30%. Δεν υπάγονται στη διάταξη αυτή οι απασχολούμενοι σε ξενοδοχειακές και επισιτιστικές επιχειρήσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, με την ένδικη αγωγή, κατ’ εκτίμηση του δικογράφου της, η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 17.11.1997 στο Περιστέρι Αττικής προσελήφθη από την εναγομένη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως υπάλληλος, στην επιχείρηση που διατηρούσε η τελευταία με πλήρες ωράριο και πενθήμερο εβδομαδιαίο σύστημα εργασίας και συμφωνημένο ημερομίσθιο 48,00 ευρώ μικτά. Ότι από τις 9.1.2014 και έως τις 24.2.2014, η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της σε άλλη επιχείρηση την «……………………» παρέχοντας τις υπηρεσίες της προσηκόντως σε αυτήν και συγκεκριμένα σε κατάστημα της τελευταίας. Ότι η ενάγουσα από τις 24.2.2014, πλέον προσέφερε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη έως και την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, που έγινε από την τελευταία στις 31.3.2014. Ότι η εναγομένη αναδέχθηκε να πληρώσει στην ενάγουσα τις αποδοχές ή άλλες συναφείς οφειλές της «…………………» στην τελευταία, που αφορούν τη σχέση εξαρτημένης εργασίας δυνάμει σχετικής έγγραφης υπεύθυνης δήλωσης. Ότι από το Φεβρουάριο του 2013 έως και τον Μάρτιο του 2014, οπότε η εναγόμενη την απέλυσε άκυρα, χωρίς να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση, προσέφερε την εργασία της καθημερινά και κατά τα Σάββατα. Ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της έγινε χωρίς να προβεί η εναγομένη σε προηγούμενη ενημέρωση και χωρίς να της καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Ότι από την πρόσληψή της προσέφερε την εργασία της προσηκόντως, αλλά η εναγομένη της οφείλει το επίδομα Πάσχα και αδείας του έτους 2011, το επίδομα Χριστουγέννων 2011, το επίδομα Πάσχα και επίδομα άδειας 2012, το επίδομα Χριστουγέννων 2012, το επίδομα Πάσχα 2013 και επίδομα άδειας 2013, το επίδομα Χριστουγέννων 2013, αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014. Ότι επίσης κατά το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως 31.3.2014 εργάστηκε για 92 Σάββατα. Ζητεί δε, επικαλούμενη κυρίως την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας της και επικουρικά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ύστερα από παραδεκτό μερικό περιορισμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής της από καταψηφιστικό σε εν μέρει έντοκο – αναγνωριστικό, τόσο με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, όσο και με σχετική αναφορά στις έγγραφες προτάσεις της (κατ’ άρθρα 223 εδ. β’ και 295 παρ. 1 σε συνδυασμό με 591 αρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ), να αναγνωριστεί η για τον ανωτέρω λόγο ακυρότητα της καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να αποδέχεται την εργασία της από την επίδοση της εκδοθησόμενης αποφάσεως και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης στην εκτέλεση της απόφασης. Ζητεί δε να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να της καταβάλει το ποσό των 17.023,99 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας και 5.740,80 ευρώ ως νόμιμη προσαύξηση της αμοιβής της για την προσφερόμενη εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, να υποχρεωθεί δε καταψηφιστικά να της καταβάλει το ποσό των 25.234,47 ευρώ για δεδουλευμένους μισθούς και επιδόματα, εντόκως από τότε που έκαστη αξίωση κατέστη απαιτητή, άλλως από την επίδοση της αγωγής. Επικουρικά και σε περίπτωση που κριθεί ότι κατόπιν νόμιμης καταγγελίας, έχει λυθεί η σύμβαση εργασίας της, ζητεί να της καταβάλει η εναγομένη το ποσό των 16.800 ευρώ ως αποζημίωση απολύσεως και επιπλέον την αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας έτους 2014 και επίδομα άδειας έτους 2014, εντόκως από την 31.3.2014, άλλως από την επίδοση της αγωγής και έως την εξόφληση. Επίσης ζητεί να της χορηγήσει η εναγομένη πιστοποιητικό εργασίας της όπου να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της καθώς και η διαγωγή της και να απειληθεί σε βάρος της χρηματική ποινή ύψους 500 ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσης στην εκτέλεση της απόφασης. Τέλος, ζητεί να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική της δαπάνη. Με το περιεχόμενο αυτό και αιτήματα, η ένδικη αγωγή παραδεκτά φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι αρμόδιο καθ’ ύλην και κατά τόπο (άρθρα 7, 9,10,14 παρ. 2, 16 παρ. 2, 25 ΚΠολΔ) για να δικαστεί κατά τη διαδικασία των άρθρων 663 – 676 ΚΠολΔ, όσον αφορά το αίτημα περί καταβολής δεδουλευμένων, καθώς έχει εμπροθέσμως ασκηθεί όσον αφορά το αίτημα περί αναγνώρισης της ακυρότητας της εκ μέρους της εναγομένης καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, κατ’ άρθρο 6 παρ. 1 του ν. 3198/55, δοθέντος ότι η καταγγελία έγινε στις 31-3-2014 και η ένδικη αγωγή κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο τούτο στις 25-6-2014 (ΑΠ 617/77 ΕΕργΔ 1977. 580. ΑΠ 215/76 ΕΕργΔ .1976. 542. ΑΠ 237/58 ΕΕργΔ 1958. 518. Δημ. Ζερδελή. Το Δίκαιο της Καταγγελίας της Σύμβασης Εξαρτημένης Εργασίας, έκδ, 1995. παρ. 312. σελ. 184 -185). Είναι δε αυτή επαρκώς ορισμένη κατά την διάταξη του άρθρου 216 παρ. ια του ΚΠολΔ και νόμιμη, τόσο ως προς την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και το αίτημα επιδικάσεως μισθών υπερημερίας όσο και ως προς της επικουρική βάση για την αξίωση καταβολής της νόμιμης αποζημιώσεως απολύσεως, καθώς και ως προς την αντικειμενικώς σωρευόμενη αξίωση της καταβολής των δεδουλευμένων μισθών της, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 361, 471, 648, 651, 653, 655, 656, 330, 334, 349, 350, 340, 345, 346 ΑΚ, 68, 69 παρ. 1 περ. α’ [ως προς το αίτημα της επιδίκασης μισθών υπερημερίας και για το χρονικό διάστημα μετά τη συζήτηση της αγωγής, αφού με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η εναγόμενη εταιρία απέκρουσε την παροχή εργασίας από αυτή (βλ. ΑΠ641/2008, δημοσίευση σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ752/2007, ΕλλΔνη 2007, σελ. 807, ΑΠ597/2006, δημοσίευση στην ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)], 70,176, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 947 ΚΠολΔ, καθώς και σε εκείνες που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της παρούσας, δοθέντος ότι ο άκυρα απολυθείς μισθωτός, έχει το επιλεκτικό δικαίωμα να αξιώσει αντί των μισθών υπερημερίας, τη νόμιμη αποζημίωση, στην περίπτωση καταγγελίας της αορίστου χρόνου σύμβασης εργασίας, διότι μόνο στη σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, η άσκηση αγωγής για αποζημίωση σημαίνει σιωπηρή παραίτηση από το δικαίωμα προσβολής της. καταγγελίας για ακυρότητα, οπότε η άκυρη καταγγελία ισχυροποιείται (βλ. Λεων. Ντάσιου Εργατικό Δικονομικό Δίκαιο, εκδ. 1999 σελ.893). Ωστόσο το αίτημα περί κηρύξεως της εκδοθησομένης αποφάσεως προσωρινά εκτελεστής τυγχάνει μετά την ως άνω τροπή του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε εν μέρει έντοκο αναγνωριστικό, εν μέρει απορριπτέο ως μη νόμιμο καθώς μόνο οι καταψηφιστικές αποφάσεις κηρύσσονται προσωρινά εκτελεστές. Μη νόμιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο είναι και το επικουρικό αγωγικό αίτημα που ερείδεται στις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθόσον η αξίωση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επιβοηθητική, με την έννοια ότι μπορεί να ασκηθεί μόνο αν λείπουν ή αν είναι ανίσχυρες οι προϋποθέσεις της αξίωσης από σύμβαση ή αδικοπραξία, γιατί, σε αντίθετη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει λόγος για ανυπαρξία ή ελαττωματικότητα της νόμιμης αιτίας (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 16/2008, ΑΠ 923/2007 ΝΟΜΟΣ), εν προκειμένω δε η ενάγουσα δεν επικαλείται τυχόν ακυρότητα της εργασιακής της σύμβασης. Επομένως, η αγωγή, θα πρέπει, κατά το μέρος της που κρίθηκε νόμιμη, να εξετασθεί, περαιτέρω, και από την άποψη της ουσιαστικής βασιμότητας της, δεδομένου ότι για το παραδεκτό του επικουρικού της αιτήματος, αυτό δεν υπερβαίνει την καθ’ ύλη αρμοδιότητα του Ειρηνοδικείου (71 ΕΙΣΝΚΠΟΛΔ συνδυαστικά με άρθρο 14 ΚΠΟΛΔ), ενώ για το παραδεκτό του κυρίου αιτήματός της, έχει καταβληθεί το απαιτούμενο τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ τα με αριθμούς Σειράς A ……….., …………… και ……………. αγωγόσημα και το με Άρ. Π…………/12-10·2015 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΑ, νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, για το καταψηφιστικώς αιτούμενο ποσό που υπερβαίνει το ποσό της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (71 ΕΙΣΝΚΠΟΛΔ, 14 ΚΠολΔ), καθώς μετά και το νόμιμο περιορισμό του αιτήματος από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, κατ’ άρθρο 21 του ν. 4055/2012 που τροποποίησε την παράγραφο 3 του άρθρου η του ν.δ. 1544/1942 (Α’ 189) η οποία είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α’ 165) σύμφωνα με την οποία οι αναγνωριστικές αγωγές στην προκείμενη διαδικασία δεν υπόκεινται σε δικαστικό ένσημο.
Από την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας, …………., που εξετάστηκε με την επιμέλεια της ενάγουσας στο ακροατήριο, η οποία περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του δικαστηρίου τούτου, καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκομίζει και επικαλείται νόμιμα η ενάγουσα, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : η ενάγουσα στις 17.11.1997 προσελήφθη από την εναγομένη, η οποία διατηρεί επιχείρηση με αντικείμενο το εμπόριο υφασμάτων, δυνάμει εξαρτημένης σχέσης εργασίας αορίστου χρόνου και προσέφερε τις υπηρεσίες της σε ένα από τα καταστήματα της εναγομένης επί της οδού …………………………….., υπό καθεστώς πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας, με το νόμιμο ωράριο εργασίας ημερησίως και αντί ημερομισθίου που ανερχόταν σε ποσό 40 ευρώ. Σε εκτέλεση της σύμβασης η ενάγουσα προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της στην εναγομένη. Στη συνέχεια, στις 9 Ιανουαρίου 2012, η ενάγουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της με την ίδια ειδικότητα που εργαζόταν και στην εναγομένη, στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «………………….», σε κατάστημα της τελευταίας στο ………………., χωρίς ωστόσο να υπογραφεί νέα ατομική σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την τελευταία αυτή επιχείρηση. Εξάλλου, η προαναφερόμενη μεταφορά της ενάγουσας ήταν εν γνώσει της εναγομένης η οποία, στις 24.2.2014 επανέφερε την ενάγουσα στην εργασία της στο κατάστημα της εναγομένης στην οδό …………………………….., όπου και συνέχισε να εργάζεται με την ίδια πάντοτε ειδικότητα έως και τις 31-3-2014, οπότε και απολύθηκε. Ωστόσο, η εναγομένη για το χρονικό διάστημα από 9.1.2012 έως και 24.2.2014 που δεν παρείχε η ενάγουσα την εργασία της σε αυτήν, αναδέχθηκε να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές ή άλλες, συναφείς οφειλές της «…………………..» στην τελευταία, που αφορούσαν δικαιώματα και υποχρεώσεις υπέρ της ενάγουσας και προέκυπταν από την μεταφορά της τελευταίας στην εναγομένη μετά την, κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, παροχή εργασίας της ενάγουσας στην προαναφερόμενη εργοδότρια επιχείρηση, υπογράφοντας προς τούτο σχετική έγγραφη υπεύθυνη δήλωση προς την ενάγουσα (βλ. σχετικά με αριθμούς 2 και 3 νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα). Συνεπώς, η εναγομένη με την δήλωσή της αυτή, κατέστη ειδικός διάδοχος της «………………» υπεισερχόμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την παροχή εργασίας της ενάγουσας στην τελευταία αυτή επιχείρηση. Στις 31.3.2014, όμως, καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της εγγράφως από την εναγομένη, χωρίς η τελευταία να της καταβάλει την νόμιμη αποζημίωσή της, γεγονός που αποδεικνύεται από την νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από 31.3.2014 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της (βλ. σχετικό με αριθμό νομίμως επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από την ενάγουσα, το οποίο υπογράφεται από εκπρόσωπο της εναγομένης υπό την εταιρική επωνυμία), όπου η ενάγουσα δηλώνει εγγράφως ότι δεν έλαβε την νόμιμη αποζημίωσή της. Επομένως, κατ’ άρθρο 5 παρ. 3 του ν. 3198/1955 η γενόμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη και η εναγομένη που δεν αποδεχόταν τις υπηρεσίες της ενάγουσας έχει καταστεί υπερήμερη σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 349 και 350 του ΑΚ, υποχρεούται δε στην πληρωμή των αποδοχών της από την ημέρα της άκυρης απόλυσης (ΑΠ1418/2008, 1269/2009, 341/2011, σελ. 118, υποσημείωση 140, Νομοθεσία Εργατική και Ασφαλιστική, Κ.Δ. Λαναρά) όπως και να απασχολεί την ενάγουσα πραγματικά στην ίδια θέση που την απασχολούσε. Περαιτέρω, ενόψει ότι οι αποδοχές της κατά το χρόνο απόλυσής της δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαιναν το ποσό των 40 ευρώ ημερησίως, σύμφωνα και με όσα κατέθεσε, μετά λόγου γνώσεως η μάρτυρας της ενάγουσας, ……………, η οποία δεν είχε συμφέρον από τη συγκεκριμένη δίκη. Συνεπώς, τον Μάρτιο του 2014 ο μισθός που θα ελάμβανε η ενάγουσα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης ανέρχεται σε ποσό [40 ευρώ το ημερομίσθιο χ 25 ημερομίσθια ανά μήνα =] 1000 ευρώ. Επομένως για το χρονικό διάστημα από την επομένη της ημέρας της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, την 1η .4.2014 έως και τις 31.3.2015 που αιτείται με την αγωγή της η ενάγουσα, η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των [1.000 ευρώ χ 12 μήνες=] 12.000 ευρώ, πλέον των επιδομάτων εορτών και αδείας (ΑΠ597/2006, 1165/2007, 203/2009, 268/2009, ΕΕΔ 2009, σελ.616] και συγκεκριμένα α) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2014 για το χρονικό διάστημα από 1η.4.2014 έως 30.4.2014, το ποσό των [1 ημερομίσθιο για 8 ημέρες εργασίας ή 3,75 ημερομίσθια, ήτοι 3,75 ημερομίσθια χ 40 ευρώ το ημερομίσθιο = 150 ευρώ, πλέον της αναλογίας του επιδόματος άδειας 150 ευρώ χ 0,04166=6,249, ήτοι] 156,25 ευρώ, β) για επίδομα άδειας του έτους 2014 το ποσό των [13 ημερομίσθια χ 40 ευρώ=] 520 ευρώ, γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2014 το ποσό των [25 ημερομίσθια χ 40 ευρώ = 1000 ευρώ πλέον της αναλογίας επιδόματος άδειας, 1000 ευρώ χ 0,04166= 41,66] 1041,66 ευρώ, δ) για αναλογία επιδόματος Πάσχα 2015 για το χρονικό διάστημα από 1.1.2015 έως τις 31.3.2015 το ποσό των [ 1 ημερομίσθιο για 8 ημέρες εργασίας ή 11,25 ημερομίσθια χ 40 ευρώ = 450 ευρώ, πλέον της αναλογίας του επιδόματος άδειας 0,04166 ευρώ, ήτοι 0,04166 χ 450 ευρώ= 18,747 ευρώ, 18,747+450=] 468,747 ευρώ. Επομένως, η εναγομένη πρέπει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των [12.000 + 156,25 + 520 + 1.041,66 + 468,747 = ] 14.186,66 ευρώ. Το προαναφερόμενο ποσό των επιδομάτων εορτών δικαιούται να λάβει η ενάγουσα κατά τις ακόλουθες διακρίσεις : α) για μεν τα επιδόματα άδειας και Χριστουγέννων έτους 2014, νομίμως εντόκως από την επομένη της 31ης.12.2014, β) από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής για το επίδομα Πάσχα 2014, γ) από την επομένη της 30ης .4.2015 για το επίδομα Πάσχα 2015, δ) για τις αντίστοιχες αποδοχές υπερημερίας για τους μήνες Απρίλιο, Μάιο και Ιούνιο του 2014 από της επιδόσεως της αγωγής καθώς αυτές επιδικάσθηκαν κατ’ άρθρο 69 παρ. ια του ΚΠΟΛΔ και δεν ήταν ληξιπρόθεσμες κατά το χρόνο άσκησης της υπό κρίση αγωγής (26.6.2014), ενώ ε) για τους μήνες Ιούλιο 2014 έως Μάρτιο του 2015, από την 1η του επόμενου μήνα από εκείνον που αφορούν (άρθρα 341, 345, 655 ΑΚ), καθώς νόμιμος τόκος οφείλεται από την παρέλευση της αντίστοιχης δήλης ημέρας καταβολής (ΟλΑΠ 3940/2002 Α’ Δημοσίευση στην ΤΝΠ «Νόμος», ΑΠ 945/2001 ΕΕργΔ 2002.168). Περαιτέρω, η ενάγουσα αν και προσέφερε προσηκόντως τις υπηρεσίες της στην εναγομένη, η τελευταία δεν της έχει καταβάλει τις δεδουλευμένες αποδοχές της για το χρονικό διάστημα από το Φεβρουάριο του 2013 έως και τον Μάρτιο του 2014, ήτοι για 14 μήνες με συνέπεια να της οφείλει το ποσό των [1.000 ευρώ χ 14 μήνες=] 14.000 ευρώ. Εξάλλου, η εναγομένη δεν της έχει καταβάλει και τα επιδόματα εορτών και αδείας των ετών 2011, 2012, 2013 και 2014, ήτοι: α) για επίδομα Πάσχα 2011, εξακολουθεί να της οφείλει το ποσό των [15 ημερομίσθια χ 40 ευρώ= 600 ευρώ, πλέον της αναλογίας του επιδόματος αδείας ήτοι 600 ευρώ χ 0,04166 = 25 ευρώ, 600 ευρώ + 25 ημ. = ] 625 ευρώ, β) για επίδομα άδειας 2011, της οφείλει το ποσό των [13 ημερομίσθια χ 40 ευρώ =] 520 ευρώ, γ) για επίδομα Χριστουγέννων 2011, της οφείλει το ποσό των [25 ημερομίσθια χ 40 ευρώ = 1000 ευρώ, πλέον της αναλογίας του επιδόματος άδειας 1000 ευρώ χ 0,04166 = 41,66, 1.000 + 41,66 = ] 1.041,66 ευρώ, δ) για επίδομα Πάσχα 2012, της οφείλει το ποσό των [15 ημερομίσθια χ 40 ευρώ = 600 ευρώ, πλέον της αναλογίας επιδόματος άδειας 600 ευρώ χ 0,04166 = 25 ευρώ, 600 ευρώ + 25 ημ. = ] 625 ευρώ, ε) για επίδομα άδειας του 2012 της οφείλει το ποσό των [13 ημερομίσθια χ 40 ευρώ=] 520 ευρώ, στ) για επίδομα Χριστουγέννων 2012 της οφείλει το ποσό των [25 ημερομίσθια χ 40 ευρώ = 1000 ευρώ, πλέον της αναλογίας επιδόματος αδείας, 1000 ευρώ χ 0,04166 = 41,66 ευρώ, 1000 + 41,66 = ] 1.041,66 ευρώ, ζ) για επίδομα Πάσχα 2013 της οφείλει το ποσό των [15 ημερομίσθια χ 40 ευρώ = 600 ευρώ, πλέον της αναλογίας επιδόματος άδειας 600 ευρώ χ 0,04166 = 25 ευρώ, 600 ευρώ + 25 ημ.= ] 625 ευρώ, η) για επίδομα άδειας 2013 της οφείλει το ποσό των [13 ημερομίσθια χ 40 ευρώ=] 520 ευρώ, θ) για επίδομα Πάσχα 2014 και για το χρονικό διάστημα από 1.1.2014 έως 31.3-2014 της οφείλει το ποσό των [ για 90 ημέρες εργασίας αντιστοιχούν 11,250 ημερομίσθια, ήτοι 11,25 X 40 ευρώ = 450 ευρώ, πλέον της αναλογίας του επιδόματος άδειας 0,04166 χ 450 ευρώ = 18,747 ευρώ, 450 + 18,747 = ] 468,747 ευρώ. Επομένως, συνολικά για δεδουλευμένες αποδοχές της οφείλει το ποσό των [14.000 + 625 + 520 + 1.041,66 + 625 + 520 + 1.041,66 + 625 + 520 + 468,747 = ] 19.987,07 ευρώ. Περαιτέρω, αποδείχθηκε όμως, ότι η ενάγουσα παρείχε την εργασία της και κατά τα Σάββατα καθ’ όλο το χρονικό διάστημα από 1.6.2010 έως και τις 31.3.2014, χωρίς να αμείβεται και συνεπώς η εναγομένη θα πρέπει να της καταβάλει το ημερομίσθιό της προσαυξημένο κατά 30% για την εργασία της κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας, ήτοι: για 92 Σάββατα [46 μήνες χ 2 Σάββατα = 92, 92 χ 40 ευρώ = 3.680 ευρώ, 3.680 χ 30% = 1.104 ευρώ, 3.680 + 1.104 = ] 4.784 ευρώ, νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα για την οποία οφειλόταν το κάθε επιμέρους ποσό αυτών, ήτοι από το τέλος του κάθε μήνα στον οποίο παρασχέθηκε η εν λόγω εργασία, διότι αυτά οφείλονται κατά νόμο ως αντάλλαγμα για την παροχή εργασίας και αποτελούν γι’ αυτό μισθό υπό την έννοια των άρθρων 648 και 655 του ΑΚ, (βλ. Λ. Σαξώνη, Τοκοφορία εργατικών διαφορών, ΕΕργΔ 59, 97, X. Γκούτου, Σχόλιο υπό την ΑΠ 1790/1999, ΔΕΝ 56, 305, ΑΠ 1682/2000, ΔΕΝ 57, 892, ΕφΑθ 244/2003, ΕλλΔνη 2003, 1004, ΕφΑθ 7/2003, ΕλλΔνη 2003, 839). Συνακόλουθα, η αγωγή πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως προς την κύρια βάση της ως ουσία βάσιμη και να αναγνωριστεί ότι η από 31.3.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας είναι άκυρη και να υποχρεωθεί η εναγομένη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, να αναγνωριστεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των [12.000 + 156,25 + 520 +1041,66 + 468,747 = ] 14186,66 ευρώ ως αποδοχές υπερημερίας καθώς και το ποσό των 4.784 ευρώ ως αμοιβή για την παρεχόμενη εργασία της κατά τα Σάββατα, σε σύνολο 18.970,66 ευρώ, να καταδικαστεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των [ 14.000 + 625 + 520 +1.041,66 + 625 + 520 + 1.041,66 + 625 + 520 + 468,747 =] 19.987,07 ευρώ, νομιμοτόκως από τότε που έκαστο κονδύλιο κατέστη απαιτητό κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις. Περαιτέρω, κατά παραδοχή του αντίστοιχου, παρεπομένου αιτήματος της αγωγής, πρέπει να απειληθεί χρηματική ποινή σε βάρος της εναγομένης ύφους 200 ευρώ για κάθε παράβαση της απόφασης που αφορά την απασχόληση της ενάγουσας από την εναγομένη. Εξάλλου, ως προς το παρεπόμενο αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί εν μέρει προσωρινά εκτελεστή, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, γιατί η επιβράδυνση της εκτέλεσης είναι δυνατό να προκαλέσει σημαντική ζημία στην ενάγουσα, οι απαιτήσεις της οποίας απορρέουν από παροχή εξαρτημένης εργασίας (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 ε’ του ΚΠολΔ). Επιπλέον, πρέπει να οριστεί το νόμιμο παράβολο ερημοδικίας σε περίπτωση που ασκηθεί από την ερημοδικασθείσα εναγομένη ανακοπή ερημοδικίας (άρθρα 673, 509 παρ 2, 501 παρ. 1, 502 παρ.1 και 505 παρ. 2 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της ενάγουσας πρέπει να επιβληθούν στο σύνολό τους σε βάρος της εναγομένης, παρά τη μερική ήττα της, καθόσον το μέρος που απορρίφθηκε από την αγωγή είναι ελάχιστο και δεν έδωσε αφορμή να αυξηθούν τα έξοδα (άρθρα 178 παρ. 2 και 191 παρ. 2. του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό της παρούσας απόφασης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην της εναγομένης.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η από 31.3.2014 καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας εκ μέρους της εναγομένης είναι άκυρη.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας.
ΑΠΕΙΛΕΙ κατά της εναγόμενης χρηματική ποινή ποσού διακοσίων (200) ευρώ για κάθε ημέρα μη αποδοχής των υπηρεσιών της ενάγουσας.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των δέκα οκτώ χιλιάδων εννιακοσίων εβδομήντα ευρώ και εξήντα έξι λεπτών (18.970,66), με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό διακρίσεις.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ογδόντα επτά ευρώ και επτά λεπτών του ευρώ (19.987,07 ευρώ), με τους νόμιμους τόκους όπως αναλυτικά καθορίζεται παραπάνω για κάθε επιμέρους κονδύλιο που συναπαρτίζει το ποσό αυτό.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την αμέσως προηγούμενη διάταξή της προσωρινά εκτελεστή κατά το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της. ενάγουσας σε βάρος της εναγομένης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των επτακοσίων ογδόντα (780) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύτηκε στην Αθήνα, στις 18 Ιανουαρίου 2016, σε έκτακτη και δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία της ενάγουσας και του πληρεξουσίου δικηγόρου της.
