Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022
Περίληψη: Εργατικό ατύχημα. Υποχρέωση των εργοδοτών να τηρούν τα νόμιμα μέτρα ασφάλειας και υγιεινής για την ασφαλή απασχόληση του προσωπικού. Παραβίαση αυτών έστω και από αμέλεια που επέφερε αιτιωδώς εργατικό ατύχημα υπαλλήλου, γεννά υποχρέωση αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης. Προέκυψε πως το εργατικό ατύχημα επήλθε από αποκλειστική υπαιτιότητα και δη αμέλεια της εναγόμενης που δεν τηρούσε τα κατάλληλα μέτρα ασφαλείας για την εργασία του προσωπικού. Επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης του ενάγοντος. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 5.000,00 Ευρώ.
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ
1673/2020
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΟΥΜΕΝΟ από τη Δικαστή Κωνσταντίνα Καραμπογιά, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και το Γραμματέα Θεόδωρο Βλαχάκη.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του στις 22 Νοεμβρίου 2019 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ :
ΤΟΥ ΚΑΛΟΥΝΤΟΣ-ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ : …….., ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου (Α.Μ./Δ.Σ.Α. 29922).
ΤΩΝ ΚΑΘ’ ΩΝ Η ΚΛΗΣΗ-ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ : 1) Της ιδιωτικής κεφαλαιουχικής εταιρίας με την επωνυμία «………………..» και τον διακριτικό τίτλο «…………….», που εδρεύει στο …………… Αττικής, επί της οδού ……………… αριθμ. …….. και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2) της …………………. του ………………, κατοίκου ……………. Αττικής, επί της οδού …………… αριθμ. ………. ή ……….. Αττικής, επί της οδού ………… αριθμ. ….., οι οποίες δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η 25.04.2019 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με γενικό αριθμό κατάθεσης ………/2019 και αύξ. αριθμ. έκθ. κατάθ. δικογρ. ……../2019 και προσδιορίστηκε αρχικά για τη δικάσιμο της 10ης.06.2019, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε. Ήδη η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με την από 11.06.2019 κλήση του ενάγοντος, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου τούτου με Γ.Α.Κ. ………../2019 και Ε.Α.Κ. ………/2019, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε αρχικά η 02.09.2019 και μετ’ αναβολή αυτή που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, και γράφτηκε στο πινάκιο.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ο πληρεξούσιος δικηγόρος του ενάγοντος ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του και ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου και στις έγγραφες προτάσεις του.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις υπ’ αριθμ. ………… και ………../03.05.2019 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, τις οποίες ο ενάγων νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 25.04.2019 και με αριθμό καταθέσεως …………/……../2019 αγωγής, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 10ης.06.2019, κατά την οποία η συζήτηση της υπόθεσης ματαιώθηκε, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις εναγόμενες (άρθρα 110 παρ. 2, 122 παρ. 1, 123, 124, 126 παρ. 1 εδ. α’ και γ’, 128 παρ. 1-3 και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω, από τις υπ’ αριθμ. ……… και …………./01.07.2019 εκθέσεις επίδοσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή, τις οποίες ο ενάγων νόμιμα επικαλείται και προσκομίζει, αποδεικνύεται ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 11.06.2019 και με αριθμό κατάθεσης ………/………/2019 κλήσης του ενάγοντος, με την οποία επαναφέρεται προς συζήτηση η ως άνω αγωγή ως προς αμφότερες τις εναγόμενες, με πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 02ας.09.2019, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε γα τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, με αναγραφή της στο πινάκιο, η οποία ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στις εναγόμενες (άρθρα 110 παρ. 2, 122 παρ. 1,123,124,126 παρ. 1 εδ. α’ και γ’, 128 παρ. 1-3, 226 παρ. 4 εδ. δ’ και 591 παρ. 1 του ΚΠολΔ). Ωστόσο, οι τελευταίες δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά τη δικάσιμο αυτή, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε κατά τη σειρά του οικείου πινακίου, και, συνεπώς, πρέπει να δικαστούν ερήμην (άρθρο 271 παρ. 2 εδ. α’ και 591 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 1 του Ν. 551/1915 «περί ευθύνης προς αποζημίωσιν των εξ ατυχημάτων εν τη εργασία παθόντων εργατών ή υπαλλήλων», όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. της 24.07/25.08.1920 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 38 εδαφ. α’ του ΕισΝΑΚ, ως ατύχημα από βίαιο συμβάν, το οποίο επήλθε κατά την εκτέλεση της εργασίας ή εξ αφορμής αυτής σε εργάτη ή υπάλληλο των εργασιών ή επιχειρήσεων που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ίδιου νόμου (εργατικό ατύχημα), θεωρείται κάθε βλάβη, η οποία είναι αποτέλεσμα βίαιης και αιφνίδιας επενέργειας εξωτερικού αιτίου, άσχετου μεν με τη σύσταση του οργανισμού του παθόντος και τη βαθμιαία φθορά του από τις συνθήκες της εργασίας, αλλά συνδεόμενου οπωσδήποτε με αυτή λόγω της εμφάνισής του κατά την εκτέλεσή της ή εξ αφορμής αυτής, δηλαδή θα πρέπει το αίτιο, στο οποίο οφείλεται το εργατικό ατύχημα, να μην ανάγεται αποκλειστικά στην οργανική ή παθολογική προδιάθεση του παθόντος και το οποίο, συνεπώς, δεν θα συνέβαινε χωρίς την εργασία και τις περιστάσεις εκτέλεσής της (ΟλΑΠ 1287/1986 ΝοΒ 35. 1605, ΑΠ 675/2016, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 460/2010, ΑΠ 963/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Εξάλλου, από τα άρθρα 914 και 932 του ΑΚ και 1 και 16 του Ν. 551/1915, προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα δικαιούται να εγείρει την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσει πλήρη αποζημίωση, μόνο όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία, στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τήρησης των διατάξεων αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημίωσης για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται για αυτή μόνο οι γενικές διατάξεις (ΑΠ 330/2017, ΑΠ 133/2016, ΑΠ 80/2016 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο παθών διατηρεί την αξίωσή του για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία κρίνεται πάντοτε κατά το κοινό δίκαιο (άρθρα 914, 922, 932 του ΑΚ) κατά του εργοδότη και του προσώπου που προστήθηκε από αυτόν, όταν το ατύχημα οφείλεται σε πταίσμα αυτών (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 1085/2008, ΑΠ 1600/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), γιατί η πιο πάνω απαλλαγή των υπαιτίων από κάθε υποχρέωσή τους για αποζημίωση, δηλαδή για αξίωση εντελώς περιουσιακού χαρακτήρα, δεν καλύπτει και την περιλαμβανόμενη σε αυτή ως άνω αξίωση για χρηματική ικανοποίηση, αφού καμία παροχή χορηγούμενη από το ΙΚΑ δεν μπορεί να δικαιολογήσει τον αποκλεισμό της εν λόγω διαφορετικής φύσης αξίωσης, η επιδίκαση ή μη της οποίας εξαρτάται από την εύλογη κρίση του δικαστηρίου (ΟλΑΠ 1117/1986 ΕΕργΔ 46.71, ΑΠ 1085/2008, ΑΠ 1600/2005 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Για να δικαιούται ο παθών σε εργατικό ατύχημα χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αρκεί να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν, με την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, δηλαδή αρκεί να συντρέχει οποιαδήποτε αμέλεια αυτών και όχι μόνο η ειδική αμέλεια ως προς την τήρηση των όρων ασφάλειας του άρθρου 16 παρ. 1 του Ν. 551/1915 (ΟλΑΠ 18/2008, ΑΠ 181/2016, ΑΠ 757/2015, ΑΠ 561/2015, ΑΠ 182/2015, ΑΠ 225/2014, ΑΠ 2008/2013, ΑΠ 723/2012, ΑΠ 937/2011, ΑΠ 814/2011, ΑΠ 260/2011, ΑΠ 412/2008, ΑΠ 1168/2007 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφού η αξίωση χρηματικής ικανοποίησης της ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης τους, κατά τα άρθρα 299 και 932 του ΑΚ, είναι διαφορετικής φύσης και δεν καλύπτεται από την απαλλαγή τους από κάθε υποχρέωση για αποζημίωση ή από την ειδική αποζημίωση κατά τον Ν. 551/1915, που αφορούν αξιώσεις καθαρά περιουσιακού χαρακτήρα (ΟλΑΠ 1117/1986 ΕΕργΔ 46. 71, ΑΠ 139/2014, ΑΠ 19/2014, ΑΠ 1858/2011, ΑΠ 855/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης για την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, που αποτελεί μη περιουσιακή ζημία, από τραυματισμό προσώπου σε εργατικό ατύχημα, είναι : (α) η ύπαρξη εργασιακής σχέσης μεταξύ του παθόντος και του υπόχρεου εργοδότη, (β) ο τραυματισμός του εργαζομένου κατά την εκτέλεση της εργασίας του ή εξ αφορμής αυτής, (γ) παράνομη και ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη) του εργοδότη ή των προστηθέντων του, (δ) υπαιτιότητα (πταίσμα), που περιλαμβάνει τον δόλο και την (οποιοσδήποτε μορφής) αμέλεια, αμέλεια δε ειδικότερα υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλ. που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του και (ε) πρόσφορη αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος. Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 145/2014, 1361/2013, ΑΠ 114/2012 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων από αυτόν μπορεί να θεμελιωθεί, στην περίπτωση αυτή, και στο ότι δεν τηρήθηκαν από αυτούς, οι διατάξεις ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών, που επιβάλλουν όρους υγιεινής και ασφάλειας, για τη διαφύλαξη της υγείας, της σωματικής ακεραιότητας και της ζωής των εργαζομένων, σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις είτε σύμφωνα με τους παραπάνω νόμους, διατάγματα ή κανονισμούς που προβλέπουν τα μέτρα αυτά. Ειδικότερα, πταίσμα, κατά τις γενικές διατάξεις, θεμελιώνεται και από τη μη τήρηση των διατάξεων του άρθρου 662 του ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι ο εργοδότης οφείλει να διαρρυθμίζει τα σχετικά με την εργασία και με τον χώρο της, καθώς και τα σχετικά με τη διαμονή, τις εγκαταστάσεις και τα μηχανήματα ή εργαλεία, έτσι ώστε να προστατεύεται η ζωή και η υγεία του εργαζομένου, καθόσον η παράβαση και μόνο της διάταξης αυτής και της με αυτήν καθιερούμενης γενικής υποχρέωσης πρόνοιας του εργοδότη, που έχει ως συνέπεια τη βλάβη του σώματος ή της υγείας του εργαζομένου συνιστά, με την προϋπόθεση ότι οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη κλπ, αδικοπραξία (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 1116/2011, ΑΠ 127/2011, ΑΠ 47/2010 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επίσης, θεμελιώνεται τέτοιο πταίσμα από τη μη τήρηση των ακόλουθων διατάξεων: Α) Του άρθρου 42 παρ. 1, 5, 6, 7 και 8 του Ν. 3850/2010 («Κύρωση του Κώδικα νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων»), κατά το οποίο: «1. Ο εργοδότης υποχρεούται να εξασφαλίζει την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων ως προς όλες τις πτυχές της εργασίας και να λαμβάνει μέτρα που να εξασφαλίζουν την υγεία και ασφάλεια των τρίτων. 5. Στο πλαίσιο των ευθυνών του ο εργοδότης λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης των επαγγελματικών κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων. 6. Ο εργοδότης υποχρεούται: α)… β)… γ) να επιβλέπει την ορθή εφαρμογή των μέτρων υγείας και ασφάλειας των εργαζομένων. 7. Ο εργοδότης εφαρμόζει τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 5, βάσει των ακόλουθων γενικών αρχών πρόληψης: α) αποφυγή των κινδύνων, β) εκτίμηση των κινδύνων που δεν μπορούν να αποφευχθούν, γ) …, δ) αντικατάσταση του επικινδύνου από το μη επικίνδυνο ή το λιγότερο επικίνδυνο, ε) προγραμματισμός της πρόληψης με στόχο ένα συνεκτικό σύνολο που να ενσωματώνει στην πρόληψη την τεχνική, την οργάνωση της εργασίας, τις συνθήκες εργασίας, τις σχέσεις μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων και την επίδραση των παραγόντων του περιβάλλοντος στην εργασία, στ) καταπολέμηση των κινδύνων στην πηγή τους, ζ) προτεραιότητα στη λήψη μέτρων ομαδικής προστασίας σε σχέση με τα μέτρα ατομικής προστασίας, η) προσαρμογή στις τεχνικές εξελίξεις και θ) παροχή των κατάλληλων οδηγιών στους εργαζομένους. Β) Των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ. 6, 7 παρ. 1 περ. στ’, 10, σε συνδυασμό με το Παράρτημα II παρ. 9.1, Παράρτημα ΙΙΙ παρ. 2.3 του Π.Δ. 396/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρήση από τους εργαζόμενους εξοπλισμών ατομικής προστασίας κατά την εργασία σε συμμόρφωση προς την οδηγία του Συμβουλίου 89/656/ΕΟΚ», κατά τα οποία «Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, ως εξοπλισμός ατομικής προστασίας νοείται κάθε εξοπλισμός τον οποίο ο εργαζόμενος πρέπει να φορά ή να φέρει κατά την εργασία, για να προστατεύεται από ένα ή περισσότερους κινδύνους για την ασφάλεια και την υγεία του, καθώς και κάθε συμπλήρωμα ή εξάρτημα του εξοπλισμού που εξυπηρετεί αυτό το σκοπό» (άρθρο 2 παρ. 1). «Οι εξοπλισμοί ατομικής προστασίας χορηγούνται από τον εργοδότη δωρεάν στους εργαζόμενους και πρέπει να προορίζονται για προσωπική χρήση. …» (άρθρο 4 παρ. 6). «Ο εργοδότης οφείλει να λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα για την προστασία της ασφάλειας και της υγείας των εργαζομένων, συμπεριλαμβανομένων των δραστηριοτήτων πρόληψης κινδύνων, ενημέρωσης και κατάρτισης, καθώς και της δημιουργίας της απαραίτητης οργάνωσης και της παροχής των αναγκαίων μέσων εφαρμόζοντας υποχρεωτικά κατά σειρά τις πιο κάτω διαδικασίες: … στ) Χορήγηση κατάλληλου και κατάλληλα συντηρημένου εξοπλισμού ατομικής προστασίας (άρθρο 7 παρ. 1).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων, με την υπό κρίση αγωγή του, εκθέτει ότι την 06η.05.2015 προσελήφθη από την πρώτη εναγομένη εταιρία, νόμιμη εκπρόσωπος της οποίας είναι η δεύτερη εξ αυτών, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως λαντζέρης. Ότι στις 26.06.2018 υπέστη εργατικό ατύχημα, και ότι ειδικότερα ενώ προσπαθούσε να ασφαλίσει το επάνω μέρος μίας πόρτας, ώθησε με το δεξί χέρι του τον σύρτη, ο οποίος κόλλησε λόγω κακής συντήρησης, με αποτέλεσμα αυτό (δεξί χέρι) να ολισθήσει και να έρθει το μικρό δάκτυλό του σε επαφή με την ακάλυπτη φτερωτή του ανεμιστήρα του ψυκτικού θαλάμου, που βρίσκεται δίπλα στο σύρτη. Ότι από το προαναφερόμενο εργατικό ατύχημα αυτός υπέστη τραυματισμό, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στο δικόγραφο της αγωγής του. Με δεδομένα τα προαναφερόμενα πραγματικά περιστατικά, ο ενάγων, ζητεί να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ποσό ύψους 35.000 ευρώ ως αποζημίωση για την ηθική βλάβη που έχει υποστεί από το ένδικο εργατικό ατύχημα, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την πλήρη εξόφληση. Επίσης, ζητεί την προσωπική κράτηση της δεύτερης εναγομένης διάρκειας ενός έτους, ως μέσο εκτέλεσης της εκδοθησομένης απόφασης, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστούν οι εναγόμενες στη δικαστική του δαπάνη.
Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα η ένδικη αγωγή, παραδεκτά και αρμόδια, καθ’ ύλην και κατά τόπον (άρθρα 7, 9, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 22 και 25 παρ. 2 του ΚΠολΔ), εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, για να δικαστεί κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρα 591, 614 αρ. 3, 621-622 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015, καθώς η υπό κρίση αγωγή κατατέθηκε στη Γραμματεία του παρόντος Δικαστηρίου στις 25.04.2019). Είναι δε νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 346, 361, 648, 662, 330, 914, 932 του ΑΚ, τις διατάξεις του Π.Δ. 395/1994 «Ελάχιστες προδιαγραφές ασφάλειας και υγείας για τη χρησιμοποίηση εξοπλισμού εργασίας από τους εργαζόμενους κατά την εργασία τους σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/655/ΕΟΚ» και του Ν. 1568/1985 «Υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων», 176, 1047 και 908 παρ. 1 στ. δ’ του ΚΠολΔ. Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω και ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της. Σημειώνεται ότι ο ενάγων δεν υποχρεούται στην καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (βλ. τη διάταξη του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 551/1915, όπως κωδικοποιήθηκε με το β.δ. 24.07/25.08.1920, το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθ. 8 του ΕισΝΚΠολΔ, ότι «τα πληρεξούσια, τα επιδοτήρια, τα αντίγραφα κλπ. γράφονται επί απλού χάρτου και δεν υποβάλλονται εις άλλο τέλος», όπως είναι και το βάσει του Ν. ΓΠΝ/1912 επικολλώμενο ή προσαρτώμενο δικαστικό ένσημο, ήτοι από την εν λόγω διάταξη συνάγεται ότι οι αγωγές, με τις οποίες διώκεται αποζημίωση του, από ατύχημα στην εργασία του, παθόντος εργάτη ή υπαλλήλου, δεν υποβάλλονται σε τέλος δικαστικού ενσήμου και για την ταυτότητα του νομικού λόγου, δεν υποβάλλονται σε τέλος δικαστικού ενσήμου ούτε οι αγωγές επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης από εργατικό ατύχημα, αφού συντρέχει ο ίδιος δικαιολογητικός λόγος απαλλαγής από την καταβολή του τέλους αυτού, βλ. ΑΠ 691/2006 ΕΕργΔ 2006. 1151 με σχόλια, αντιστοίχως, Στ. Βλαστού και Αντ. Ταμπάκη και ΔΕΝ 2006.1374, με σημ. I. Πίκουλα, ΕφΔυτΜακ 36/2007 Αρμ. 2008. 936, ΕφΝαυπλ 456/2002 ΕΕργΔ 2003. 480, ΕφΑθ 11116/1996 ΕΕργΔ 1997. 1126).
Από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, που εξετάστηκε, επιμελεία του ενάγοντος, νόμιμα στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339 και 395 του ΚΠολΔ) αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η πρώτη εναγόμενη εταιρία με την επωνυμία «…………» και τον διακριτικό τίτλο «…………….», νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι η δεύτερη εναγομένη, έχει ως αντικείμενο, μεταξύ άλλων, την παροχή υπηρεσιών τροφοδοσίας συνεστιάσεων-εκδηλώσεων (catering) σε επαγγελματικούς χώρους και την πώληση τυποποιημένων προϊόντων (βλ. την υπ’ αριθμ. πρωτ. ……………/05.02.2018 ανακοίνωση του τμήματος ΓΕΜΗ του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθήνας και το προσκομιζόμενο καταστατικό της πρώτης εναγομένης εταιρίας). Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας της προσέλαβε τον ενάγοντα στις 06.05.2015 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργαστεί ως λαντζέρης με ωράριο εργασίας 08:30 έως 15:10 για έξι ημέρες την εβδομάδα, Δευτέρα έως Σάββατο, έναντι μισθού ύψους 586,08 ευρώ μικτά (βλ. προσκομιζόμενη γνωστοποίηση όρων ατομικής σύμβασης εργασίας σε συνδυασμό με τον από 20.08.2018 Λογαριασμό Ασφαλισμένου ΕΦΚΑ). Στο ισόγειο του πίσω μέρους της εγκατάστασης της πρώτης εναγόμενης εταιρίας, όπου εργαζόταν ο ενάγων, υπάρχει μία ορθογώνια αίθουσα επιφανείας 80 τ.μ. περίπου, εντός της οποίας έχουν τοποθετηθεί τρεις μεγάλοι ψυκτικοί θάλαμοι. Δίπλα στους ως άνω θαλάμους και εντός της αίθουσας έχει κατασκευαστεί μία μικρότερη αίθουσα επιφανείας 5 τ.μ. περίπου, εντός της οποίας έχουν τοποθετηθεί οι εξωτερικές μονάδες των ψυκτικών θαλάμων, που αποτελούνται από διάφορα μηχανήματα. Η πρόσβαση στη μικρή αίθουσα γίνεται από μία θύρα πλάτους 140 εκ. περίπου, τοποθετημένη στην εξωτερική πλευρά του κτιρίου. Η θύρα αυτή είναι μεταλλική και αποτελείται από δύο φύλλα, που ανοίγουν προς τα έξω. Το ένα από τα δύο φύλλα (το αριστερό, κοιτάζοντας από την εξωτερική πλευρά) σταθεροποιείται και ασφαλίζει με μεταλλικούς σύρτες-πύρους στο επάνω και το κάτω μέρος της κάσας και το δεύτερο (δεξί) κλείνει επάνω στο πρώτο και κλειδώνει με κοινή κλειδαριά οικιακού τύπου. Επί του αριστερού φύλλου της θήρας είναι τοποθετημένοι δύο βιομηχανικού τύπου ανεμιστήρες με μεταλλικές φτερωτές-λεπίδες, οι οποίες χρησιμεύουν στην ανανέωση του αέρα εντός της μικρής αίθουσας και στη μείωση της θερμοκρασίας, που αναπτύσσεται ενός αυτής από τη λειτουργία των ψυκτικών μηχανημάτων. Οι ανεμιστήρες αυτοί έχουν διάμετρο περίπου 30 εκ. και είναι τοποθετημένοι στο επάνω μέρος του φύλλου της θήρας σε αντίστοιχες οπές, σε ύψος 2 μ. περίπου και δεν διαθέτουν από την εσωτερική πλευρά προστατευτική διάταξη αποφυγής ατυχημάτων (μεταλλικό ή άλλου είδους πλέγμα-κάλυμμα), με αποτέλεσμα οι λεπίδες τους να είναι απολύτως εκτεθειμένες (βλ. προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Στις 26.06.2018 και περί ώρα 11:30 π.μ. ο ενάγων, κατ’ εντολήν της δεύτερης εναγομένης, καθάριζε την αίθουσα, όπου βρίσκονται τα ψυκτικά μηχανήματα. Αφού εκτέλεσε την ως άνω εργασία και ενώ βρισκόταν ακόμη εντός της αίθουσας, έκλεισε το αριστερό φύλλο της πόρτας και ασφάλισε το κάτω μέρος αυτής με τον σύρτη. Στη συνέχεια, επιχείρησε να ασφαλίσει και το επάνω μέρος ωθώντας με το δεξί χέρι του τον σύρτη προς τα επάνω. Ωστόσο, ο σύρτης, λόγω κακής συντήρησής του από την εναγομένη εταιρία, δεν λειτούργησε σωστά, με αποτέλεσμα να χρειαστεί να ασκήσει μεγάλη πίεση, προκειμένου να εισέλθει το άκρο του εντός της οπής, που βρίσκεται στην κάσα. Ενώ, λοιπόν, ο ενάγων πίεζε με δύναμη τον σύρτη προς τα επάνω, το δεξί του χέρι ολίσθησε, με αποτέλεσμα το μικρό του δάκτυλο να έρθει σε επαφή με την ακάλυπτη φτερωτή του ανεμιστήρα, που βρίσκεται δίπλα στον σύρτη. Εκ του ανωτέρω περιστατικού, ο ενάγων υπέστη θλαστικό τραύμα ραχιαίας επιφάνειας μικρού δακτύλου δεξιού χεριού. Έγινε συρραφή του τραύματος στα ΤΕΠ, τοποθετήθηκε παλαμιαίος γυψονάρθηκας και συστήθηκε τακτική παρακολούθηση στα Εξωτερικά Ιατρεία. Κατά τις επανεξετάσεις διαπιστώθηκε εμμένουσα δυσκαμψία της εγγύς φαλαγγοφαλαγγικής του δακτύλου και προγραμματίστηκε χειρουργική αποκατάσταση της δυσκαμψίας. Πράγματι, την 01.10.2018 έγινε αρθρόλυση και τεντόλυση υπό τοπική αναισθησία. Στις 18.10.2018 αφαιρέθηκαν τα ράμματα και 01.11.2018 συνταγογραφήθηκε πρόγραμμα κινησιοθεραπείας και φυσικοθεραπείας (βλ. τις υπ’ αριθμ. πρωτ. ……./30.12.2018, 01.11.2018, 30.11.2018 ιατρικές γνωματεύσεις του ………………., Επίκουρου Επιμελητή Β’ της Α’ Χειρουργικής Κλινικής «….», το από 01.10.2018 εξιτήριο από το ως άνω νοσηλευτικό ίδρυμα και τις από 06.07.2018 και 27.08.2018 ιατρικές γνωματεύσεις των Χειρουργών ορθοπεδικών ………… και ………….. στο «…….»). Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι η πρώτη εναγομένη εταιρία, νόμιμος εκπρόσωπος της οποίας είναι η δεύτερη εναγομένη, δεν είχε τηρήσει τα εκ του νόμου απαιτούμενα μέτρα ασφαλείας, ήτοι δεν είχε χορηγήσει στον ενάγοντα εξοπλισμό ατομικής προστασίας, όπως προστατευτικά γάντια, ώστε να μπορεί να προστατέψει τα άκρα του κατά την εκτέλεση της ανατεθείσας σ’ αυτόν εργασίας, δεν είχε φροντίσει να συντηρήσει τον σύρτη που ασφαλίζει τη θύρα, ώστε αυτός να μην σκουριάσει, αλλά κυρίως να τοποθετήσει προστατευτικό κάλυμμα στη φτερωτή του ψυκτικού μηχανήματος. Κατόπιν αυτών, στο πρόσωπο της δεύτερης εναγομένης, υπεύθυνης νομίμου εκπροσώπου της πρώτης εναγομένης εταιρίας, συντρέχει ειδική αμέλεια στην πρόκληση του ενδίκου εργατικού ατυχήματος, αφού παρέλειψε να λάβει τα αναγκαία μέτρα ασφαλείας τηρώντας τους προβλεπόμενους όρους και τις ισχύουσες ως άνω διατάξεις περί ασφαλείας των εργαζομένων στην επιχείρησή της (ΑΠ 1776/2012, ΕφΑΘ 1602/2004 Λογιστής 2012. 267). Σύμφωνα, λοιπόν, με τα προεκτεθέντα, ο ενάγων από το ένδικο ατύχημα και τον συνεπεία αυτού τραυματισμό του υπέστη ηθική βλάβη. Το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη, μεταξύ άλλων, τις πιο πάνω συνθήκες του ατυχήματος, το είδος, την ένταση και την έκταση της σωματικής του βλάβης, τις ιατρικές εξετάσεις και τη χειρουργική επέμβαση, στις οποίες υποβλήθηκε, την εξέλιξη της υγείας του, τον πόνο που δοκίμασε, τη σωματική και ψυχική ταλαιπωρία, στην οποία υποβλήθηκε κατά τη διάρκεια της θεραπείας του, τον χρόνο κατά τον οποίο αδυνατούσε να εργαστεί, αλλά και τη στενοχώρια που δοκίμασε από τις παραπάνω αιτίες, τον βαθμό του πταίσματος της πρώτης και της δεύτερης των εναγομένων, την κοινωνική, οικονομική και προσωπική κατάσταση των μερών, και τις εν γένει περιστάσεις, όπως εκτιμώνται με βάση τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής (ΑΠ 195/2008 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 132/2006 Αρμ 2006. 757), κρίνει ότι πρέπει να επιδικαστεί σε αυτόν το εύλογο ποσό των 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη. Το ποσό αυτό, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι εύλογο (άρθρο 932 του ΑΚ), δηλαδή ανάλογο με τις ως άνω συγκεκριμένες περιστάσεις της ένδικης περίπτωσης, αλλά και σύμφωνο με την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), όπως η αρχή αυτή εξειδικεύεται με την πιο πάνω διάταξη του άρθρου 932 του ΑΚ για τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, δεδομένου ότι μετά τη χειρουργική επέμβαση, που έλαβε χώρα στο μικρό δάκτυλο του δεξιού χεριού του ενάγοντος με τοπική αναισθησία και το πρόγραμμα φυσιοθεραπειών, που ακολούθησε, δεν αποδείχτηκε ότι η βλάβη που υπέστη δεν αντιμετωπίστηκε επιτυχώς ή ότι αυτός πρέπει να συνεχίσει να υποβάλλεται σε συνεχείς εξετάσεις ή ότι συνεχίζει να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται με το δικόγραφο της αγωγής του ή ότι έχει καταστεί ανίκανος προς εργασία, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας απόδειξης (βλ. ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης). Κατ’ ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων, πρέπει η ένδικη αγωγή να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, να υποχρεωθούν οι εναγόμενες, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον (άρθρα 926 εδαφ. α’ και 481 του ΑΚ), να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των 5.000 ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής (άρθρο 346 του ΑΚ). Το παρεπόμενο αγωγικό αίτημα περί κήρυξης της απόφασης προσωρινώς εκτελεστής, πρέπει, να γίνει εν μέρει δεκτό ως και βάσιμο στην ουσία του, δεδομένου ότι, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, είναι δυνατόν από την καθυστέρηση της εκτέλεσης της απόφασης να προξενηθεί σημαντική ζημιά στον ενάγοντα και επειδή συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο, λαμβανομένου υπόψη ότι πρόκειται για απαίτηση από εργατικό ατύχημα (άρθρα 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ του ΚΠολΔ), σύμφωνα με τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Το δε αίτημα του ενάγοντος να διαταχθεί η προσωπική κράτηση της δεύτερης εναγομένης ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης, πρέπει απορριφθεί ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν, διότι δεν κρίνεται επιβεβλημένη η επιβολή της ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης, καθόσον δεν αποδείχθηκε αφερεγγυότητα αυτής, ούτε προσπάθεια απόκρυψης περιουσιακών της στοιχείων ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που να καθιστούν σκόπιμη την απαγγελία αυτού του μέσου εκτέλεσης, από τη δε ερημοδικία της δεν μπορεί να συναχθεί το αντίθετο, καθόσον επίκληση των στοιχείων αυτών δεν γίνεται στην αγωγή. Τέλος, πρέπει οι εναγόμενες, λόγω της μερικής ήττας τους, να καταδικαστούν σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος (άρθρο 178 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να οριστεί το νόμιμο παράβολο για τις ερήμην δικασθείσες εναγόμενες, σε περίπτωση άσκησης ανακοπής ερημοδικίας από αυτές κατά της παρούσας απόφασης (άρθρα 673, 591, 501, 502 παρ. 1 και 505 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ ερήμην των εναγομένων.
ΟΡΙΖΕΙ το παράβολο ανακοπής ερημοδικίας στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ για την κάθε μία.
ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ τις εναγόμενες, ευθυνόμενες αλληλεγγύως και εις ολόκληρον, να καταβάλουν στον ενάγοντα το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ με τον νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση προσωρινώς εκτελεστή ως προς την αμέσως προηγούμενη καταψηφιστική της διάταξη κατά το ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τις εναγόμενες να καταβάλουν μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση, χωρίς την παρουσία των διαδίκων ή των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, στις 05.11.2020.
