Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022
Περίληψη: Σερβιτόροι. Αμοιβή με ποσοστά. Συμπληρωματική αμοιβή σε περίπτωση μη συμπλήρωσης του κατώτατου ημερομισθίου. Μη καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών. Μη χορήγηση της νόμιμης άδειας αναψυχής μέσα στο ημερολογιακό έτος στο οποίο αντιστοιχεί. Η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Αν ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως αλλά ο εργοδότης δεν την χορήγησε, αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής απασχόλησης. Εργασία κατά την έκτη ημέρα της εβδομάδας επί πενθημέρου. Εργασία κατά την Κυριακή και τη νύχτα. Αποζημίωση απόλυσης. Αδικαιολόγητος πλουτισμός. Ένσταση εξόφλησης. Στοιχεία για το ορισμένο αυτής. Πρέπει να αναφέρεται το ποσό που καταβλήθηκε, η αιτία και ο χρόνος καταβολής. Απαράδεκτο επειδή δεν προβλήθηκε προφορικά. Εξαναγκασμός εργαζόμενου σε ανεπιφύλακτη υπογραφή καταγγελίας της σύμβασης. Επιδικάζει στην εργαζόμενη το συνολικό ποσό των 47.375,87 Ευρώ.
Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS
ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ
Αριθμός απόφασης: 17/2019
ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή, Σωτηρία Ψυράκη, Πρωτοδίκη, η οποία ορίσθηκε από τον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα, Αναστασία Μπαμπαλούκα.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 29η Νοεμβρίου 2017, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΥΣΑΣ: ……. ……. του ……. και ήδη, μετά από πολιτογράφηση, ……. ……. του ……., Α.Φ.Μ. ……., κατοίκου Αθηνών, οδός ……., αριθμός …, η οποία κατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Δημήτριου Βλαχόπουλου του Γεωργίου – Μιχαήλ (ΑΜ/ΔΣΑ: 29922), κατοίκου Αθηνών, επί της οδού 28ης Οκτωβρίου, αριθμός 95, που προσκόμισε το με στοιχεία ……/2017 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, και
ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ομόρρυθμης εταιρείας, με την επωνυμία «……., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, Α.Φ.Μ. ……., η οποία εδρεύει στην Αθήνα, επί της οδού ……., αριθμός …, κατέθεσε προτάσεις και παραστάθηκε στο ακροατήριο δια του πληρεξούσιου δικηγόρου της, Βασιλείου Μιχάλαρου του Αναστασίου (ΑΜ/ΔΣΑ: 17073), κατοίκου Αθηνών, επί της οδού Σίνα, αριθμός 38, που προσκόμισε το με στοιχεία …../2017 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Η ενάγουσα ζητεί να γίνει δεκτή η από 07.10.2015 και με γενικό αριθμό κατάθεσης ……./08.10.2015 (αριθμός κατάθεσης δικογράφου: ……./2015) αγωγή της κατά της εναγομένης, δικάσιμος για τη συζήτηση της οποίας ορίσθηκε, αρχικά, η 25η Φεβρουάριου 2016 και κατόπιν διαδοχικών αναβολών η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής και εγγράφηκε στο πινάκιο (αριθμός πινακίου ….).
ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΖΗΤΗΣΗ της αγωγής, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν, να γίνουν δεκτά, όσα αναφέρονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού και στις προτάσεις τους.
ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Οι σερβιτόροι των καφενείων, ζαχαροπλαστείων, μπαρ, ουζερί, αναψυκτηρίων κ.λπ. αμείβονται με ποσοστά σε βάρος των πελατών, που ήδη καθορίζονται με τη διάταξη του άρθρου 54 του ν. 2224/1994, στο οποίο άρθρο παραπέμπει η ΔΑ 18/1994, ενώ πριν από την ισχύ του άνω νόμου, τα ποσοστά αυτά καθορίζονταν με αγορανομικές διατάξεις. Με τη ΔΑ 102/1984 και για τους αμειβόμενους με ποσοστά έχει καθιερωθεί ως κατώτατο όριο ημερομισθίου το κατώτατο όριο ημερομισθίου ανειδίκευτου εργάτη (χωρίς επιδόματα), το εκάστοτε καθοριζόμενο από τις ΕΓΣΣΕ. Αν, συνεπώς, ο αμειβόμενος με ποσοστά σερβιτόρος δεν συμπληρώσει το κατώτατο άνω βασικό ημερομίσθιο, δικαιούται συμπληρωματικής αμοιβής, δηλαδή τη διαφορά, μέχρι του άνω κατώτατου ημερομισθίου (ασφαλείας) του ανειδίκευτου εργάτη (ΑΠ 115/1997, ΔΕΝ 1999. 358, ΑΠ 1361/1992, ΔΕΝ 1993. 306, ΕφΘεσ 547/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η κατηγορία των άνω σερβιτόρων, δηλαδή αυτή που αμείβεται με ποσοστά, τυγχάνει διαφορετικής μεταχείρισης στα επιδόματα εορτών και άδειας, στην αποζημίωση απόλυσης και στην αμοιβή υπερεργασίας και παράνομων υπερωριών. Στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβαλλόμενων, προς σύναψη ενοχικών δικαιοπραξιών (361 ΑΚ), ο σερβιτόρος μπορεί να συνάψει με τον εργοδότη του σύμβαση, με την οποία θα προβλέπεται διαφορετικός τρόπος αμοιβής του, από αυτόν που προαναφέρθηκε. Δηλαδή, μπορεί να συμφωνήσει να αμείβεται, αντί με ποσοστά, με μισθό ή ημερομίσθιο ή με μικτό σύστημα. Αυτό δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διάταξη νόμου, αντίθετα, μάλιστα, ενισχύεται από την παράγραφο 6 της διάταξης του άρθρου 54 του ν. 2224/1994, σύμφωνα με την οποία «ευνοϊκότεροι όροι αμοιβής που καθορίζονται με συλλογικές συμβάσεις, κανονισμούς εργασίας, όρους ατομικών συμβάσεων εργασίας, υπερισχύουν των ρυθμίσεων του νόμου αυτού». Όταν υπάρχει τέτοια σύμβαση, που προβλέπει καταβολή στον σερβιτόρο μισθού ή ημερομισθίου, ό,τι προεκτέθηκε για τους σερβιτόρους που αμείβονται με ποσοστά δεν ισχύει (ΕφΘεσ 547/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Οι αμειβόμενοι με συμβατικό μισθό ή ημερομίσθιο σερβιτόροι,, δικαιούνται και αμοιβή υπερεργασίας και αμοιβή με αποζημίωση, για τις παράνομες υπερωρίες, που υπολογίζονται με βάση τον μισθό ή ημερομίσθιό τους. Επίσης, τα δώρα εορτών και τις αποδοχές και το επίδομα άδειας τα δικαιούνται, όπως οι λοιποί μισθωτοί, υπολογιζόμενα και αυτά με το μισθό ή ημερομίσθιό τους. Όλοι οι μισθωτοί, που αμείβονται με μισθό ή με ημερομίσθιο, δικαιούνται από τους πάσης φύσης εργοδότες τους επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Όταν ο μισθωτός αμείβεται με ημερομίσθιο δικαιούται: α) για δώρο Χριστουγέννων 25, πράγματι, καταβαλλόμενα ημερομίσθια, αν απασχολήθηκε από 01η Μαΐου μέχρι 31η Δεκεμβρίου ή 2 ημερομίσθια, για κάθε 19ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής του σχέσης, αν δεν απασχολήθηκε ολόκληρο το άνω 8μηνο και β) για δώρο Πάσχα 15, πράγματι, καταβαλλόμενα ημερομίσθια, αν απασχολήθηκε από 01η Ιανουαρίου μέχρι 30η Απριλίου ή 1 ημερομίσθιο για κάθε 8ήμερο χρονικό διάστημα διάρκειας της εργασιακής του σχέσης, αν δεν απασχολήθηκε ολόκληρο το άνω 4μηνο (άρθρα 1 παρ. 1 και 2 του ν. 1082/1980 και 1 παρ. 1-3 και 3 παρ. 1 και 2 της ΚΥΑ 19041/80). Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1, 2 παρ. 1, 3 παρ. 1, 4 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως η παρ. 1 του άρθρου 2 αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 1346/1983, η παρ. 1 του άρθρου 4 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966 και η παρ. 1 του άρθρου 5 συμπληρώθηκε με την προσθήκη εδαφίου δια του άρθρου 3 του ν.δ. 3755/1957, συνάγονται τα ακόλουθα: Σε όλους τους μισθωτούς (πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, για τις οποίες δεν πρόκειται ενταύθα), οι οποίοι παρέχουν εξαρτημένη εργασία, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα, είτε με έγκυρη σύμβαση είτε με απλή σχέση εργασίας, πρέπει να χορηγείται μέσα σε κάθε ημερολογιακό έτος άδεια αναψυχής (ή “ανάπαυσης”), με τις συνήθεις αποδοχές. Η άδεια αυτή, που αποκαλείται “κανονική άδεια”, για να ξεχωρίζει από άλλες μορφές αδείας, αποβλέπει αφενός στη διατήρηση της σωματικής και ψυχικής ευεξίας των εργαζομένων και αφετέρου στη δυνατότητα συμμετοχής ενός εκάστου στα αγαθά του ελευθέρου χρόνου. Το δικαίωμα στην άδεια αναψυχής, που απορρέει, ευθέως, εκ του νόμου, και δεν εξαρτάται από την ουσιώδη ή μη, ανάλωση των παραγωγικών δυνάμεων του εργαζόμενου, υφίσταται, ανεξάρτητα προς το αν ο τελευταίος ζήτησε ή όχι τη χορήγηση της άδειας από τον εργοδότη. Ο εργοδότης πρέπει, σε κάθε περίπτωση, να χορηγήσει την άδεια, την οποία ο εργαζόμενος δικαιούται, μέσα στο ημερολογιακό έτος, για το οποίο πρόκειται και, παράλληλα, να καταβάλει τις αποδοχές των ημερών αδείας, σαν ο εργαζόμενος να είχε δουλέψει κανονικά. Εάν για οποιοδήποτε λόγο δεν καταστεί εφικτή η χορήγηση της άδειας, αυτουσίως (in natura), μέσα στο ημερολογιακό έτος, στο οποίο αυτή αντιστοιχεί, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Τότε, ο εργοδότης οφείλει, ως υποκατάστατο της άδειας, να καταβάλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές, τις οποίες θα κατέβαλε, εάν ο τελευταίος είχε λάβει την άδεια αναψυχής, αυτουσίως. Εάν, πέραν τούτου, η μη χορήγηση της άδειας μπορεί να αποδοθεί σε πταίσμα του εργοδότη (ακόμη και σε ελαφριά αμέλεια), αυτός οφείλει, ως αστική ποινή υπέρ του εργαζόμενου, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Το πταίσμα του εργοδότη τεκμαίρεται, όταν αποδειχθεί ότι ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια, αυτουσίως, αλλά ο εργοδότης απέφυγε να τον ικανοποιήσει (ΑΠ 1050/2018, ΑΠ 902/2017, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επιπρόσθετα, με τη διάταξη του άρθρου 4 του ν. 2874/ 2000, ως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν. 3385/2005 και ισχύει από την 01η Οκτωβρίου 2005 ορίσθηκε “1. Σε επιχειρήσεις, στις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας έως σαράντα (40) ώρες την εβδομάδα, ο εργαζόμενος μπορεί να απασχολείται πέντε (5) επιπλέον ώρες την εβδομάδα, κατά την κρίση του εργοδότη (υπερεργασία). Οι ώρες αυτές υπερεργασίας (41η, 42η, 43η, 44η, 45η ώρα) αμείβονται με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 25% και δεν συνυπολογίζονται στα επιτρεπόμενα, σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις, όρια υπερωριακής απασχόλησης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, η, σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, υπερεργασία ανέρχεται σε οκτώ (8) ώρες την εβδομάδα. 2. Η πέραν των σαράντα πέντε (45) ωρών την εβδομάδα απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παραγράφου 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης. Για όσους εργαζομένους ισχύει σύστημα εργασίας έξι (6) εργασίμων ημερών την εβδομάδα, υπερωριακή απασχόληση θεωρείται η εργασία πέραν των σαράντα οκτώ (48) την εβδομάδα. Σε κάθε περίπτωση διατηρούνται σε ισχύ οι ρυθμίσεις για το νόμιμο ημερήσιο ωράριο εργασίας. 3. Μισθωτοί, απασχολούμενοι υπερωριακά, δικαιούνται για κάθε ώρα νόμιμης υπερωρίας και μέχρι τη συμπλήρωση εκατόν είκοσι (120) ωρών ετησίως αμοιβή ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%. Η αμοιβή για την πέραν των εκατόν είκοσι (120) ωρών, ετησίως, νόμιμη υπερωριακή απασχόληση είναι το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 75%. 4. Κάθε ώρα υπερωρίας, για την πραγματοποίηση της οποίας δεν τηρούνται οι προβλεπόμενες από τον νόμο διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης, χαρακτηρίζεται εφεξής ως κατ` εξαίρεση υπερωρία. 5. Για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωρίας ο μισθωτός δικαιούται αποζημίωση ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο, προσαυξημένο κατά 100%”. Από την τελευταία αυτή διάταξη (τόσο υπό την αρχική, όσο και υπό την ισχύουσα διατύπωση) σαφώς συνάγεται ότι η αξίωση αμοιβής της “υπερεργασίας” ή της “ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης” και της παράνομης υπερωρίας στηρίζεται, ευθέως, στον νόμο και όχι στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις (ΕφΠειρ 103/2013, ΕφΛαρ 233/2012, ΕφΠειρ 573/2012, ΕφΠειρ 572/2009 δημοσιευμένες σε ΤΝΠ ΙΣΟΚΡΑΤΗΣ). Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 74 παρ. 10 του ν. 3863/2010, η οποία ισχύει από 15.07.2010 (άρθρο 76 του ν. 3863/2010), το ωρομίσθιο της υπερεργασίας και της υπερωριακής εργασίας μειώθηκε, ως ακολούθως: α) για τις ώρες της υπερεργασίας (δηλαδή από την 41η έως και την 45η ώρα εκάστης εβδομάδας επί πενθήμερης εβδομάδας εργασίας και συμβατικό ωράριο 40 ωρών εβδομαδιαίως), η οφειλόμενη προσαύξηση ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, β) για τις ώρες της νόμιμης υπερωρίας μέχρι τη συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως ανέρχεται σε ποσοστό 40% και για την πέραν των 120 ωρών ετησίως σε ποσοστό 60% και γ) για κάθε ώρα κατ` εξαίρεση υπερωριακής εργασίας η δικαιούμενη αποζημίωση του εργαζομένου ορίζεται σε ποσοστό 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου. Επισημαίνεται ότι για τη συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί όχι η ημερήσια, αλλά η εβδομαδιαία απασχόληση των μισθωτών και, μάλιστα, εκείνη που πραγματοποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας, χωρίς να ενδιαφέρει η υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου, ενώ για τη συνδρομή της υπερωριακής εργασίας, λαμβάνεται υπόψη όχι η εβδομαδιαία, αλλά η ημερήσια εργασία, υπό την έννοια ότι υφίσταται υπερωριακή εργασία, όταν ο μισθωτός απασχοληθεί πέραν των οκτώ (8) ωρών ημερησίως ή πέραν των εννέα (9) ωρών ημερησίως (υπό τους όρους του άρθρου 6 της από 26.7.1975 ΕΣΣΕ, η οποία κυρώθηκε με το άρθρο μόνο του ν. 133/1975), έστω και αν με την υπεραπασχόληση αυτή δεν πραγματοποιείται υπέρβαση του οριζόμενου από τον νόμο ανώτατου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, αφού δεν χωρεί συμψηφισμός της ημερήσιας υπερωριακής εργασίας με τις λιγότερες ώρες εργασίας ή με την πραγματοποιηθείσα εργασία σε άλλη εργάσιμη ημέρα της ίδιας εβδομαδιαίας περιόδου. Αντιθέτως, για να υπάρχει υπερεργασία, πρέπει να υπάρχει υπέρβαση του εβδομαδιαίου ωραρίου και δεν ενδιαφέρει η μεμονωμένη υπέρβαση του ημερήσιου ωραρίου (ΑΠ 615/2008, ΑΠ 338/2008, ΑΠ 101/2008, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 804/2003, ΕλλΔνη 45.141, ΑΠ 1253/2002, ΕλλΔνη 44. 163, ΑΠ 1207/2002, ΕλλΔνη 44. 162, ΕφΠειρ 933/2003, ΕλλΔνη 45. 544). Επίσης, η εργασία του μισθωτού υπό το καθεστώς της πενθήμερης εβδομαδιαίας εργασίας κατά το Σάββατο αποτελεί υπερωριακή εργασία, μόνο αν υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο ημερήσιας απασχόλησης. Η επί 8ωρο εκούσια ή εξαναγκασμένη παροχή εργασίας κατά την ημέρα αυτή, ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης, λόγω εξάντλησης του πενθήμερου, απαγορευόμενη από κανόνα δημόσιας τάξης είναι άκυρη και γεννά απαίτηση απόδοσης της ωφέλειας του εργοδότη από την παροχή μιας τέτοιας εργασίας, κατά τις αρχές του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Η ωφέλεια συνιστάται στις αποδοχές που ο εργοδότης θα κατέβαλλε σε άλλον μισθωτό, τον οποίο θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ίδιες συνθήκες. Η ωφέλεια αυτή δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις νόμιμες αποδοχές για τους εργαζόμενους που έχουν τα τυχόν απαιτούμενα προσόντα, εκτός από τα επιδόματα που οφείλονται στις προσωπικές περιστάσεις του απασχοληθέντος, και δη λόγω γάμου, τέκνων, πολυετούς υπηρεσίας και προϋπηρεσίας, εφόσον αυτές δεν θα συνέτρεχαν, αναγκαία, στο πρόσωπο του δυνάμενου να προσληφθεί εγκύρως (ΑΠ 1985/2017, ΑΠ 1420/2015, ΑΠ 1208/2013, ΑΠ 175/2013, ΑΠ 192/2011, ΑΠ 1413/2009 , ΑΠ 1519/2008 ΑΠ 66/2007, ΑΠ 678-679/2004, ΑΠ 1253/2002 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το καθεστώς, όμως, αυτό διαφοροποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 3846/2010, που ισχύει από 11.5.2010, ημερομηνία δημοσίευσης του νόμου (ΦΕΚ Α’ 66/11.5.2010), σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 35 του ίδιου νόμου, και ορίζει ότι “η εργασία, που παρέχεται την έκτη ημέρα της εβδομάδος, κατά παράβαση του συστήματος πενθήμερης εργασίας, ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις, αμείβεται με το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο, προσαυξημένο κατά 30%” (ΑΠ 315/2017, ΑΠ 1985/2017, ΕφΑθ 2870/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Η εργασία κατά την έκτη ημέρα επί πενθημέρου, και μετά την εν λόγω νομοθετική παρέμβαση, παραμένει παράνομη και, συνεπώς, άκυρη. Ο παράνομος χαρακτήρας της, άλλωστε, επιβεβαιώνεται από τη φράση του νομοθέτη «ανεξάρτητα από τις προβλεπόμενες κυρώσεις», φράση που δεν θα είχε λόγο ύπαρξης, αν επρόκειτο περί νόμιμης απασχόλησης. Κατά συνέπεια, ορθότερο θα ήταν να γίνεται λόγος για «αποζημίωση» και όχι «αμοιβή» της συγκεκριμένης απασχόλησης (Λεβέντης/Παπαδημητρίου, Ατομικό εργατικό Δίκαιο, σελ. 430, ΜΠρΠατρ 594/2018, ΜΠρΑθ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Περαιτέρω, η διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 3755/1957 “περί αυξήσεως αναδρομικώς των αποδοχών των μισθωτών, τροποποιήσεως και συμπληρώσεως του ν. 3239/1955 και άλλων διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας κ.λπ.”, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 435/1976, ορίζει, ως προς την προσαύξηση του 75% για παροχή εργασίας κατά τις Κυριακές και αργίες, ότι αυτή οφείλεται ανεξαρτήτως του κύρους της συμφωνίας απασχόλησής τους, δηλαδή ακόμη και αν η απασχόληση είναι παράνομη. Ενόψει των ανωτέρω, για την παροχή υπερωριακής εργασίας κατά την Κυριακή, η αμοιβή υπολογίζεται με βάση το ωρομίσθιο της Κυριακής, το οποίο περιέχει την προσαύξηση του 75%. Από δε τις διατάξεις της 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας, όπως ερμηνεύθηκε με την 25825/1951 απόφαση των ίδιων υπουργών, του άρθρου 2 παρ. 1 ν.δ. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 παρ. 1 ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του β.δ. 748/1966, προκύπτει ότι αν ο εργαζόμενος απασχοληθεί, νόμιμα ή παράνομα, κατά την Κυριακή, δικαιούται να λάβει, για τις ώρες που απασχολήθηκε, προσαύξηση 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και εφόσον η απασχόλησή του υπερβαίνει τις 5 ώρες, αναπληρωματική ανάπαυση, διάρκειας 24 συνεχόμενων ωρών, σε άλλη ήμερα της εβδομάδας που ακολουθεί. Επίσης οι αμειβόμενοι με μηνιαίο μισθό, αν τύχουν αναπληρωματικής ανάπαυσης, κατά τα ανωτέρω, δεν δικαιούνται, εκτός από την ανωτέρω προσαύξηση, άλλης αμοιβής για την απασχόλησή τους την Κυριακή. Αν, όμως, ο εργοδότης δεν παράσχει στον εργαζόμενο συνεχή 24ωρη ανάπαυση σε άλλη εργάσιμη ημέρα της εβδομάδας και τον απασχολήσει όλες τις εργάσιμες ημέρες που ακολουθούν την Κυριακή, τότε η απασχόληση κατά μία ημέρα των εργάσιμων αυτών ημερών (πέντε η έξι ανάλογα) είναι παράνομη ως αντικείμενη σε δημόσιας τάξης διάταξη, και ο εργοδότης έχει υποχρέωση, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, να αποδώσει στον εργαζόμενο την ωφέλεια που αποκόμισε από την παράνομη αυτή απασχόληση, ανερχόμενη στο 1/25 του νόμιμου μισθού του (ΑΠ 2117/2017, ΑΠ 506/2017, ΑΠ 1317/2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Τέλος, σύμφωνα με τη με αριθμό 18310/1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών, “στους πάσης φύσεως μισθωτούς των επιχειρήσεων και εργασιών γενικά, συνεχούς ή μη λειτουργίας, εάν απασχολούνται κατά τις νυχτερινές ώρες” – ήτοι από την 10η βραδινή μέχρι την 6η πρωινή- “καταβάλλονται οι εκάστοτε κανονικές αποδοχές, αυξημένες κατά 25%”. Η προσαύξηση αυτή καταβάλλεται σε όλους τους εργαζόμενους, κατά τις νυχτερινές ώρες, άσχετα αν η εργασία τους παρέχεται καθόλο το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νύχτας ή μόνο σε μέρος αυτού, υπολογίζεται δε επί του νομίμου μισθού, στον οποίο περιλαμβάνονται και τα κάθε είδους επιδόματα. Εάν η παροχή της νυχτερινής εργασίας συμπέσει με ημέρα Κυριακή ή εξαιρέσιμης εορτής, η προσαύξηση που καταβάλλεται ανέρχεται σε ποσοστό 75% επί του νομίμου μισθού (ΑΠ 441/2014, ΕφΑθ 2870/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Στην προκείμενη περίπτωση, η ενάγουσα με την υπό κρίση αγωγή της ιστορεί ότι την 24η Οκτωβρίου 2011 προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκμεταλλεύεται εστιατόριο (ψητοπωλείο – πιτσαρία – ταχυφαγείο) επί της οδού ……., αριθμός …, στην Αθήνα, με έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, αόριστου χρόνου, προκειμένου όπως παρέχει τις υπηρεσίες της ως σερβιτόρα, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οχτώ ώρες ημερησίως, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών, ποσού 867,25 ευρώ. Ότι, παρά τους προαναφερόμενους όρους της σύμβασής της η εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησής της σε αυτή, της επέβαλε να εργάζεται και τις επτά ημέρες την εβδομάδας (πλην της Κυριακής του Πάσχα) από τις 17:00 έως τις 02:00, χωρίς να της καταβάλει αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, χωρίς να της χορηγεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να της καταβάλλει αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου και της Κυριακής αλλά και για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ότι, πέραν των ανωτέρω, η αντίδικός της ουδέποτε κατέβαλε σε αυτή επιδόματα εορτών και αδείας, δεν της χορήγησε την ετήσια άδεια αναψυχής της, παρά την υποβολή εκ μέρους της σχετικής αίτησης, αλλά ούτε και της κατέβαλλε αποζημίωση για τη μη ληφθείσα εκ μέρους της άδεια αυτή, επιπρόσθετα δε την απασχόλησε και σε ημέρες αργίας, χωρίς την καταβολή προσαύξησης για την εργασία της αυτή, ενώ, παράλληλα, της δεν της κατέβαλε τις δεδουλευμένες αποδοχές της του μήνα Αυγούστου του έτους 2012. Ότι την 11η Σεπτεμβρίου 2013 λύθηκε η σύμβαση εργασίας της με την εναγομένη, ακολούθως δε, η τελευταία, τη 18η Οκτωβρίου 2013 την επαναπροσέλαβε και συνέχισε να την απασχολεί με το ίδιο εργασιακό καθεστώς, έως την 08η Απριλίου 2015, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, δίχως την ταυτόχρονη καταβολή της εκ του νόμου προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσής της, εξαναγκάζοντάς τη να υπογράψει, ανεπιφύλακτα, το έγγραφο της καταγγελίας της, με την απειλή ότι σε διαφορετική περίπτωση δεν θα της χορηγούσε αντίγραφο για την εγγραφή της στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού. Ότι, ειδικότερα, εκ των ανωτέρω αιτιών η εναγομένη της οφείλει το ποσό των 2.023,58 ευρώ που αντιστοιχεί στη μη καταβληθείσα σε αυτή αποζημίωση απόλυσής της, το ποσό των 867,25 ευρώ που αντιστοιχεί στις μη καταβληθείσες σε αυτή δεδουλευμένες της αποδοχές για τον μήνα Αύγουστο του έτους 2012, το ποσό των 8.013,41 ευρώ για αποδοχές αδείας, αποζημίωση, λόγω μη χορήγησης ετήσιας άδειας αναψυχής και επίδομα αδείας, των ετών 201, 2012, 2013, 2014 και 2015, το ποσό των 4.661,80 ευρώ για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα των ετών 2011, 2012, 2013, 2014, 2015, το ποσό των 5.460 ευρώ ως αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, κατά το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 11.09.2013 και από 18.10.2013 έως 08.04.2015, το ποσό των 10.257,98 ευρώ ως αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για την παροχή εργασίας 8 ωρών επί 175 Σάββατα, καθόλη της διάρκεια της εργασίας της στην εναγομένη, καθώς και ως αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για παροχή μίας ώρας παράνομης υπερωρίας, κατά την ημέρα του Σαββάτου και επί 175 Σάββατα, καθόλη τη διάρκεια της εργασίας της στην εναγομένη, το ποσό των 11.790,52 ευρώ ως προσαύξηση για την απασχόλησή της κατά την ημέρα της Κυριακής, ως αποζημίωση, λόγω στέρησης της εβδομαδιαίας ανάπαυσης και ως προσαύξηση για την παράνομη υπερωριακή απασχόλησή της επί μία ώρα κατά την ως άνω ημέρα, το ποσό των 379,11 ευρώ ως προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή εργασίας σε 21, συνολικά, ημέρες αργίας και το ποσό των 4.430,91 ευρώ ως προσαύξηση για την εργασία της, κατά τη διάρκεια της νύχτας, ως τα ανωτέρω αναφερόμενα ποσά προσδιορίζονται ειδικότερα στο αγωγικό δικόγραφο. Ότι, επικουρικά, και για την περίπτωση που η σύμβαση εργασίας της ήθελε τυχόν κριθεί άκυρη, η εναγομένη της οφείλει τα ανωτέρω ποσά, με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις, δεδομένου ότι τα ποσά αυτά θα κατέβαλε σε έτερο μισθωτό που θα απασχολούσε με έγκυρη σύμβαση εργασίας, υπό τις αυτές συνθήκες εργασίας, με αποτέλεσμα να έχει εξοικονομήσει την αντίστοιχη δαπάνη, καθιστάμενη, τοιουτοτρόπως, πλουσιότερη, αδικαιολόγητα. Με βάση τα ανωτέρω αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά και κατόπιν παραδεκτής τροπής μέρους των αγωγικών αιτημάτων από καταψηφιστικά σε έντοκα αναγνωριστικά που έλαβε χώρα με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της ενάγουσας, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, η οποία καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου και επαναλήφθηκε, με τις νομότυπα και εμπρόθεσμα, επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις του (άρθρα 223, 294 επ. και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), η επιτιθέμενη διάδικος ζητεί, κυρίως, με βάση τη σύμβαση εργασίας της και τον νόμο και, επικουρικά, σύμφωνα με τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις: α. να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει το ποσό των 5.460 ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή της για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, το ποσό των 10.257,98 που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της, κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των 11.790,52 ευρώ που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της κατά την ημέρα της Κυριακής και το ποσό των 379,11 ευρώ ως προσαύξηση για την απασχόλησή της σε ημέρες αργίας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα έκαστου μήνα, εντός του οποίου παρείχε την εργασία αυτή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, β. να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει το ποσό των 2.023,58 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης, με τον νόμιμο τόκο από την ημεροχρονολογία της καταγγελίας της σύμβασής της, δηλαδή από την 08η Απριλίου 2015, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 867,25 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, με τον νόμιμο τόκο από την 31η Αυγούστου 2012, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 8.013,41 ευρώ για αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επίδομα αδείας, με τον νόμιμο τόκο από την 31η Δεκεμβρίου του έτους εντός του οποίου έπρεπε να του είχε χορηγηθεί η άδεια, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 4.661,80 για επιδόματα εορτών, με τον νόμιμο τόκο από την 30η Απριλίου έκαστου έτους για το επίδομα εορτών Πάσχα και από την 31η Δεκεμβρίου έκαστου έτους για το επίδομα εορτών Χριστουγέννων, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, το ποσό των 4.430,91 ευρώ, ως προσαύξηση αμοιβής για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, με τον νόμιμο τόκο από την τελευταία ημέρα έκαστου μήνα, εντός του οποίου παρείχε την εργασία αυτή, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση, γ. να υποχρεωθεί η εναγομένη να της χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, αλλά και η διαγωγή της, με την απειλή σε βάρος της χρηματικής ποινής 500 ευρώ για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την ως άνω υποχρέωσή της, δ. να κηρυχθεί η απόφαση που θα εκδοθεί προσωρινά εκτελεστή και ε. να καταδικασθεί η αντίδικός της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων.
Με το παραπάνω περιεχόμενο και αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή παραδεκτά εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, το οποίο είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρθρα 7, 9,10,12 παρ. 1,13,16 αρ. 2, 25 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 664 – 676 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την κατάργησή τους με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο του ν. 4335/2015 (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ν. 4335/2015, σύμφωνα με το οποίο οι ισχύουσες διατάξεις για τις ειδικές διαδικασίες των άρθρων 591-645 ΚΠολΔ, όπως οι τελευταίες τροποποιήθηκαν με τις διατάξεις του ως άνω νόμου, εφαρμόζονται για τις κατατεθειμένες από 01ης Ιανουαρίου 2016 αγωγές, στις οποίες δεν περιλαμβάνεται η κρινομένη που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου αυτού την 07η Οκτωβρίου 2015 και η άσκησή της ολοκληρώθηκε δια της επίδοσης αντιγράφου της στην εναγομένη την 08η Οκτωβρίου 2015, όπως αποδεικνύεται από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα με αριθμό ……./08.10.2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη)], είναι δε επαρκώς ορισμένη, ενώ, αναφορικά με το αίτημα επιδίκασης του ποσού των 2.023,58 ευρώ, ως αποζημίωσης απόλυσης, έχει ασκηθεί εντός της προβλεπόμενης από τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955 εξάμηνης αποσβεστικής προθεσμίας, δεδομένου ότι, κατά τα ιστορούμενα στο αγωγικό δικόγραφο, η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας έλαβε χώρα την 08η Απριλίου 2015 και η άσκηση της ένδικης αγωγής ολοκληρώθηκε δια της επίδοσης αντιγράφου αυτής στην εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, την 08η Οκτωβρίου 2015, ως ήδη εκτίθεται ανωτέρω. Περαιτέρω, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 241, 242, 340, 341, 345, 346, 361, 648, 653, 655, 659, 669 παρ. 2, 678, 904 επ. ΑΚ, 2, 5 παρ. 1, 6 παρ. 2, του ν. 3198/1955, 3 παρ. 1 και 2 του ν. 2112/1920 (ως προς την αποζημίωση απόλυσης), 1 παρ. 1, 2 και 3 του ν. 1082/80,1 παρ. 1, 2 και 3, 3 παρ. 1, 6, 10 παρ. 1 της 19040/1981 ΚΥΑ Οικονομικών και Εργασίας (επιδόματα εορτών), 1 του ν. 3385/2005, ως αντικαταστάθηκε με την παρ. 10 άρθρου 74 ν. 3863/2010 (ως προς την παροχή υπερεργασίας και παράνομης υπερωρίας), 8 του ν. 3846/2010 (ως προς την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου), 1, 3, 4, 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920, 1, 2, 5 παρ. 1, 9 του β.δ. της 16/18.7.1920,1, 2, 5 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 9 του ν. 3198/1955, άρθρο μόνον της υπ’ αρ. 8900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας «περί καθορισμού αυξημένης αμοιβής εις τους εργαζομένους εν γένει κατά τις Κυριακές και εορτές» (ΦΕΚ Β’ 15), όπως ερμηνεύτηκε με τη με αριθμό 25825/1951 απόφαση των ίδιων Υπουργών, του άρθρου 2 του ν.δ. 3755/1957, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 2 του ν. 435/1976, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 1, 3, 4 παρ. 1, 9 και 10 του β.δ. 748/1966 (προσαύξηση για εργασία κατά τις Κυριακές και εορτές), 2 παρ. 1 του ν. 539/1945, όπως η παρ. 1 είχε αντικατασταθεί με την παρ. 1 άρθρ. 13 του ν. 3227/2004 και αντικαταστάθηκε και πάλι με την παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3302/2004, 2, 5 παρ. 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 3 του ν.δ. 3755/1957 και 5 παρ. 5 του ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ν. 1346/1983 (αποδοχές αδείας), 3 παρ. 16 του ν. 4504/1966 (επίδομα αδείας), με αριθμό 18310/1946 απόφαση των Υπουργών Εργασίας και Οικονομικών (ως προς την εργασία, κατά τη διάρκεια της νύχτας), 68, 70,176,191 παρ. 2, 218, 219, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’, 910 αρ. 4 και 946 παρ. 1 ΚΠολΔ. Όσον αφορά την επικουρική βάση της αγωγής που στηρίζεται στις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις είναι νόμιμη μόνο ως προς τις αξιώσεις που θεμελιώνονται, απευθείας, στις διατάξεις των άρθρων 904 επ., και όχι ως προς εκείνες που θεμελιώνονται, απευθείας, στον νόμο, όπως την αποζημίωση απόλυσης, τα επιδόματα (δώρα) εορτών, την άδεια, τις αποδοχές αδείας, το επίδομα αδείας, την προσαύξηση επί του καταβαλλόμενου ημερομισθίου για παρασχεθείσα παράνομη υπερωριακή απασχόληση (ΑΠ 1148/2004, ΔΕΝ 61. 444, ΑΠ 735/2003, ΕΕργΔ 2005. 38, ΑΠ 1402/2002, ΕλλΔνη 44. 164, ΕφΔωδ 193/2004, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 8537/2003, ΕλλΔνη 46. 1543, ΕφΑθ 5422/2003, ΕλλΔνη 45. 226, ΕφΘεσ 388/2003, ΕφΠειρ 273/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4606/2001, ΕλλΔνη 44. 532, ΕφΠατρ 277/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), την προσαύξηση ποσοστού 75% για την εργασία του τις Κυριακές και αργίες (ΑΠ 141/1989, ΕλλΔνη 193. 2004, ΕφΘεσ 388/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4606/2001, ΕλλΔνη 44. 532, ΕφΠατρ 277/2000, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 5180/1998, ΕλλΔνη 40. 1144), την προσαύξηση 25% για την παροχή νυκτερινής εργασίας (ΕφΔωδ 193/2004, ΕφΘεσ 388/2003, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 4606/2001, ΕλλΔνη 44. 532) την προσαύξηση 30% για την παροχή εργασίας, κατά την ημέρα του Σαββάτου, δεδομένου ότι τα ανωτέρω δικαιούνται όχι μόνοι οι μισθωτοί οι απασχολούμενοι σε κάποιον εργοδότη με έγκυρη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας, αλλά και οι προσφέροντες τις υπηρεσίες τους, βάσει άκυρης σύμβασης εργασίας, δηλαδή με απλή σχέση εργασίας. Τέλος, όσον αφορά το αίτημα για την επιδίκαση τόκων από τη δήλη ημέρα καταβολής κάθε επιμέρους αιτούμενου κονδυλίου είναι νόμιμο μόνο για τα ποσά που αποτελούν μισθό, τόσο κυριολεκτικά όσο και υπό την ευρεία έννοια του νόμου, όπως και για τα επιδόματα δώρων εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, αποδοχές και επίδομα αδείας, ενώ είναι μη νόμιμο για τα ποσά που μπορούν να ζητηθούν απευθείας με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, καθώς και για τα ποσά που δεν απορρέουν από τη νόμιμη παροχή εργασίας, ήτοι στην προκειμένη περίπτωση για την εργασία της ενάγουσας τις Κυριακές ή τις αργίες, αφού αυτή δεν αποτελεί νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και, συνεπώς, δεν ορίζεται από τον νόμο δήλη ημέρα καταβολής της και ως εκ τούτου οι τόκοι για τις απαιτήσεις αυτές αρχίζουν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής (ΜΠρΑθ 481/2016, ΜΠρΑμαλ 132/2013, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Το αυτό ισχύει και για την προσαύξηση της αποζημίωσης αδείας και της εργασίας τις Κυριακές και κατά την ημέρα του Σαββάτου, καθόσον έχουν τον χαρακτήρα της αστικής ποινής (ΜΠρΑθ 481/2016, ο.π.). Πρέπει, επομένως, η αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να ερευνηθεί, περαιτέρω, και ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι, μετά τον μερικό περιορισμό του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, αφενός μεν δεν είναι αναγκαία η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου για το καταψηφιστικό αντικείμενο της αγωγής, ενόψει του ότι αυτό (μετά το εν μέρει περιορισμό) δεν υπερβαίνει κατά ποσό το όριο της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου (20.000 ευρώ), σύμφωνα με το άρθρο 71 του ΕισΝΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 1 ΚΠολΔ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 2 του ν. 3994/2011, και αφετέρου, ως εκ του χρόνου συζήτησης της υπό κρίση αγωγής (ήτοι μετά τις 02-04-2012, χρόνο έναρξης ισχύος του άρθρ. 21 του Ν. 4055/2012), δεν είναι, πλέον, αναγκαία η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου ούτε για το αναγνωριστικό αντικείμενο της αγωγής (άρθρο 7 Ν.Δ. 1544/1942, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση με το άρθρο 21 του ν. 4055/2012).
Η εναγομένη, με τις, νομότυπα και εμπρόθεσμα, επί της έδρας κατατεθείσες προτάσεις της, ομολογεί (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ) την αγωγή ως προς την πρόσληψη της ενάγουσας με σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, την ειδικότητά της, τον χρόνο πρόσληψή της, τους όρους της εργασιακής της σύμβασης, περί απασχόλησής της επί πέντε ημέρες την εβδομάδα και επί οχτώ ώρες ημερησίως, την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου, καθώς και το ύψος των μηνιαίων αποδοχών της και, κατά τα λοιπά, αρνείται αυτή, και ζητεί την απόρριψή της και την καταδίκη της αντιδίκου της στην καταβολή των δικαστικών της εξόδων (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, η εναγομένη, με τις, νομότυπα και εμπρόθεσμα, κατατεθείσες προτάσεις της ισχυρίζεται ότι έχει εξοφλήσει την αντίδικό της ως προς τις απαιτήσεις για δεδουλευμένες αποδοχές, την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου και τα επιδόματα εορτών και αδείας. Ο ανωτέρω ισχυρισμός, δια του οποίου επιχειρείται να προβληθεί η προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 416 ΑΚ ένσταση εξόφλησης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, προεχόντως, διότι η εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, ουδέποτε προέβαλε αυτόν, προφορικά, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, προκειμένου όπως καταχωρισθεί στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ως απαιτείται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 591 ΚΠολΔ, ενώ, σε κάθε περίπτωση, διότι τυγχάνει απολύτως αόριστος (άρθρο 262 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η εναγομένη ουδόλως προσδιορίζει ως όφειλε, ποιο ποσό κατέβαλε στην αντίδικό της, για ποια εκ των πλειόνων, αντικειμενικά σωρευόμενων στο αυτό δικόγραφο, αγωγικών αξιώσεών της, και πότε, ως απαιτείται για το ορισμένο του σχετικού εκ μέρους της ισχυρισμού (ΑΠ 558/2008, ΑΠ 1086/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
Από την εκτίμηση των περιεχόμενων στα ταυτάριθμα με την απόφαση αυτή πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων, ……. ……. του ……. και ……. ……. του ……., που εξετάσθηκαν με επιμέλεια της ενάγουσας και της εναγομένης, αντίστοιχα, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, από τις περιεχόμενες στις προτάσεις της εναγομένης ομολογίες μέρους των εκτιθέμενων στην αγωγή πραγματικών περιστατικών, ως ειδικότερα εκτίθεται κατωτέρω, που συνιστούν πλήρη απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητάς τους (άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ), από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με αριθμό ……./28.11.2017 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα, ……. ……. του ……., που λήφθηκε, με επιμέλεια της ενάγουσας, ενώπιον της Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν, νομότυπης και εμπρόθεσμης, κλήτευσης της εναγομένης (421, 422 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), ως τούτο αποδεικνύεται από την, επίσης, επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από την ενάγουσα με αριθμό ……./23.11.2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Λεράκη, της από 22.11.2017 κλήσης, καθώς και από όλα, ανεξαιρέτως, τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, τα οποία το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του, είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336 παρ. 3, 339, 395 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ), μερικά από τα οποία μνημονεύονται, στη συνέχεια, και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους, χωρίς να παραλείπεται κανένα, κατά την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς, έστω και αν δεν γίνεται μνεία σε καθένα από αυτά χωριστά (ΑΠ 1856/2009, ΑΠ 139/2009, ΑΠ 641/2006, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Την 24η Οκτωβρίου 2011 η ενάγουσα, ……. ……. του ……. και ήδη, μετά από πολιτογράφηση, ……. ……. του ……., προσλήφθηκε από την εναγόμενη εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη, η οποία εκμεταλλεύεται εστιατόριο (ψητοπωλείο – πιτσαρία – ταχυφαγείο) επί της οδού ……., αριθμός …., στην Αθήνα, με έγκυρη σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, αόριστου χρόνου, προκειμένου όπως παρέχει τις υπηρεσίες της ως σερβιτόρα, απασχολούμενη επί πέντε ημέρες την εβδομάδα (Δευτέρα έως Παρασκευή) και επί οχτώ ώρες ημερησίως, έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών, ποσού 867,25 ευρώ (ως τα ανωτέρω, συνομολογούνται από την εναγομένη και ως εκ τούτου θεωρούνται πλήρως αποδεικνυόμενα, κατά τη διάταξη του άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η ενάγουσα γεννήθηκε το έτος 1981 και κατάγεται από την Αλβανία, είναι δε κάτοχος των με αριθμούς ……./23.10.2010 και ……./18.12.2012 αδειών διαμονής για παροχή εξαρτημένης εργασίας της Αποκεντρωμένης Περιφέρειας Αττικής, της τελευταίας τούτων διάρκειας έως την 14η Νοεμβρίου του έτους 2021. Επιπλέον, η ενάγουσα, κατά τη διάρκεια της εργασιακής της σύμβασης, εφοδιάσθηκε με το από 12.11.2012 πιστοποιητικό υγείας, ως εργαζόμενης σε κατάστημα υγειονομικού ενδιαφέροντος (άρθρο 1 ΥΑ ΥΙγ/ΓΠ/οικ 35797 απόφαση του Υπουργού Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ΦΕΚ Β’1199/11.04.2012), δια του οποίου ο ιατρός, ……. ……., πιστοποιεί ότι η ενάγουσα, αφού υποβλήθηκε στις προβλεπόμενες εξετάσεις, βρέθηκε να μην πάσχει από κάποιο λοιμώδες ή μεταδοτικό νόσημα για τη δημόσια υγεία και ως εκ τούτου μπορεί να εργασθεί σε κατάστημα, εργαστήριο ή επιχείρηση υγειονομικού ενδιαφέροντος, για τα επόμενα πέντε έτη από την ημερομηνία έκδοσης του ανωτέρω εγγράφου. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι, εφόσον, μετά την απόκτηση του ως άνω πιστοποιητικού υγείας και της τελευταίας εκ των ανωτέρω αναφερόμενων άδειας διαμονής με δικαίωμα πρόσβασης στην εργασία, εξακολούθησε η λειτουργία της επίδικης σχέσης εργασίας, θεωρείται ότι επικυρώθηκε, σιωπηρά, η, αρχικά, άκυρη σύμβαση εργασίας, παράγουσα, έκτοτε, τα αποτελέσματά της, σαν να ήταν εξαρχής έγκυρη, σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 183 ΑΚ (ΑΠ 65/2009, ΝοΒ 2009, σελ. 1166, ΑΠ 91/2000, ΕλλΔνη 2000, σελ. 1008, ΕφΛαμ 55/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Την 11η Σεπτεμβρίου 2013 λύθηκε η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας με την εναγομένη, ακολούθως δε, η τελευταία, τη 18η Οκτωβρίου 2013 την επαναπροσέλαβε και συνέχισε να την απασχολεί με το ίδιο εργασιακό καθεστώς, έως την 08η Απριλίου 2015, οπότε κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, δίχως την ταυτόχρονη καταβολή της εκ του νόμου προβλεπόμενης αποζημίωσης απόλυσής της, εξαναγκάζοντάς την να υπογράψει, ανεπιφύλακτα, το έγγραφο της καταγγελίας της, με την απειλή ότι, σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα της χορηγούσε αντίγραφο για την εγγραφή της στον Οργανισμό Απασχόλησης Εργατικού Δυναμικού (ως τούτο, δηλαδή το γεγονός ότι η ενάγουσα απολύθηκε, χωρίς την ταυτόχρονη καταβολή του ποσού της, κατά νόμο, προβλεπόμενης για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αποζημίωσης, αποδεικνύεται τόσο από την κατάθεση του εξετασθέντος, με επιμέλεια της ενάγουσας, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, μάρτυρα, όσο και από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα, …… ……). Συνεπώς, εκ της ανωτέρω αιτίας η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες της αποδοχές x 2 μήνες, δεδομένου του χρόνου της προϋπηρεσίας της + 1/6 η αναλογία των επιδομάτων εορτών και αδείας=) 2.023,58 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, δηλαδή από την 09η Απριλίου 2015 και μέχρι την εξόφληση. Ομοίως, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ουδέποτε κατέβαλε στην ενάγουσα και οφείλει μέχρι σήμερα σε αυτή τις δεδουλευμένες αποδοχές της του μήνα Αυγούστου του έτους 2012, ποσού 867,25 ευρώ, ποσό το οποίο και οφείλει να της καταβάλει, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Σεπτεμβρίου 2012 μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι, παρά τους προαναφερόμενους όρους της επίδικης σύμβασης εργασίας, η εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, καθόλη τη διάρκεια της απασχόλησης της ενάγουσας σε αυτή, της επέβαλε να εργάζεται και τις επτά ημέρες την εβδομάδας (πλην της Κυριακής του Πάσχα) από τις 17:00 έως τις 02:00, χωρίς να της καταβάλει αμοιβή και επ’ αυτής προσαύξηση για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, χωρίς να της χορηγεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης και χωρίς να της καταβάλλει αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για την εργασία της κατά την ημέρα του Σαββάτου και της Κυριακής, αλλά και για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, παράλληλα δε, ουδέποτε κατέβαλε σε αυτή επιδόματα εορτών και αδείας, δεν της χορηγούσε την ετήσια άδεια αναψυχής της, παρά την υποβολή εκ μέρους της σχετικής αίτησης (το αίτημα υποβαλλόταν περί τον μήνα Μάιο έκαστου έτους), αλλά ούτε και της κατέβαλλε αποζημίωση για τη μη ληφθείσα εκ μέρους της άδεια αυτή, επιπρόσθετα δε την απασχόλησε και σε ημέρες αργίας, χωρίς την καταβολή προσαύξησης για την εργασία της αυτή. Ότι, ειδικότερα, εκ των ανωτέρω αιτιών η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα τα κάτωθι ποσά: Α. Αποδοχές αδείας, αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής και επίδομα αδείας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα αιτείτο τη χορήγηση ετήσιας άδειας αναψυχής και η εναγομένη, υπαίτια, δεν της τη χορηγούσε, παράλληλα δε δεν της κατέβαλε τις αποδοχές αδείας και το επίδομα που αντιστοιχούσαν στον χρόνο προϋπηρεσίας της σε αυτή, η τελευταία της οφείλει: α. i. το ποσό των [(867,25 ευρώ ο μισθός της ενάγουσας : 25 ήμερες =) 34,69 ευρώ το ημερομίσθιο x 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης x 2 μήνες εργασίας εντός του έτους 2011 =) 138,76 ευρώ ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2011, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2012 και μέχρι την εξόφληση, ii. το ποσό των (138,76 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσας κατά το έτος 2011 x 100% η προσαύξηση =) 138,76 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2011, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, iii. το ποσό των (34,69 ευρώ το ημερομίσθιο της ενάγουσας x 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης x 2 μήνες εργασίας εντός του έτους 2011 =) 138,76 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2011, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2012 και μέχρι την εξόφληση, β. i. το ποσό των 867,25 ευρώ (έναν μηνιαίο μισθό, δεδομένο ότι η ενάγουσα είχε συμπληρώσει ένα έτος συνεχούς εργασίας στον ίδιο εργοδότη) ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2012, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2013 και μέχρι την εξόφληση, ii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσας, κατά το έτος 2012 x 100% η προσαύξηση =) 867,25 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2012, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, iii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2012, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2013 και μέχρι την εξόφληση, γ. i. το ποσό των [(867,25 ευρώ ο μισθός της ενάγουσας : 25 ήμερες =) 34,69 ευρώ το ημερομίσθιο x 2 ημερομίσθια για κάθε μήνα απασχόλησης x 11 μήνες εργασίας εντός του έτους 2013 =) 763,18 ευρώ ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2013, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2014 και μέχρι την εξόφληση, ii. το ποσό των (763,18 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσας κατά το έτος 2013 x 100% η προσαύξηση =) 763,18 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2013, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, iii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2013, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2014 και μέχρι την εξόφληση, δ. i. το ποσό των 867,25 ευρώ ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2014, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, ii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι αποδοχές αδείας της ενάγουσας κατά το έτος 2014 x 100% η προσαύξηση =) 867,25 ευρώ ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα ετήσια άδεια αναψυχής, εντός του έτους 2014, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, iii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2014, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, ε. i. το ποσό των 867,25 ευρώ (έναν μηνιαίο μισθό), ως αποδοχές ετήσιας άδειας αναψυχής του έτους 2015, με τον νόμιμο τόκο από την 09η Απριλίου 2015, επόμενη ημέρα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1659/2012, ΜΠρΑθ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ii. το ποσό των (867,25 ευρώ οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας : 2 =) 433,63 ευρώ ως επίδομα αδείας του έτους 2015, με τον νόμιμο τόκο από την 09η Απριλίου 2015, επόμενη ημέρα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας (ΑΠ 1659/2012, ΜΠρΑθ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και μέχρι την εξόφληση. Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των (138,76 + 138,76+ 138,76 + 867,25 + 867,25 + 433,63 + 763,18 + 763,18 + 433,63 + 867,25 + 867,25 + 433,63 + 867,25 + 433,63 =) 8.013,41 ευρώ. Επισημαίνεται ότι, κατά τον προσδιορισμό των ανωτέρω απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της εναγομένης, δεν συνυπολογίζονται στην έννοια των τακτικών αποδοχών αυτής οι προσαυξήσεις για την εργασία της, κατά τη διάρκεια των Κυριακών των αργιών και της νύχτας, καθώς και η αμοιβή της για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, καθότι η επιτιθέμενη διάδικος δεν υποβάλει σχετικό αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Β. Επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα. Δεδομένου ότι αποδεικνύεται ότι η εναγομένη δεν κατέβαλε στην ενάγουσα τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, καθόλη τη διάρκεια της εργασίας της σε αυτή, οφείλει να της καταβάλει τα κάτωθι ποσά: α. για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2011, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε από 24.10.2011 έως 31.12.2011 το ποσό των (34,69 ευρώ το ημερομίσθιο της ενάγουσας x 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες εργασίας εντός του χρονικού διαστήματος από 24.10.2011 έως 31.12.2011 x 3,63 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξανόμενο με την αναλογία του επιδόματος αδείας, εξ 1,04166 =) 262,34 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2012 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, β. για επίδομα Πάσχα του έτους 2012, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου 2012, το ποσό των (μισός μηνιαίος μισθός 433,63 ευρώ, προσαυξανόμενος με την αναλογία του επιδόματος αδείας, εξ 1,04163 =) 451,69 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Μαΐου 2012 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, γ. για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2012, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Μαΐου 2012 έως 31.12.2012, το ποσό των (ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξανόμενος με την αναλογία επιδόματος αδείας εξ 1,04166 =) 903,38 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2013 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, δ. για επίδομα Πάσχα του έτους 2013, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου 2013, το ποσό των (μισός μηνιαίος μισθός 433,63 ευρώ, προσαυξανόμενος με την αναλογία του επιδόματος αδείας εξ 1,04163 =) 451,69 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Μαΐου 2013 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ε. για αναλογία επιδόματος εορτών Χριστουγέννων έτους 2013, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε από 01.05.2013 έως 11.09.2013 και από 18.10.2013 έως 31.12.2013, το ποσό των (34,69 ευρώ το ημερομίσθιο της ενάγουσας x 2 ημερομίσθια για κάθε 19 ημέρες εργασίας εντός του χρονικού διαστήματος από 01.05.2013 έως 11.09.2013 και από 18.10.2013 έως 31.12.2013 x 11 δεκαεννιαήμερα και το γινόμενο προσαυξανόμενο με την αναλογία του επιδόματος αδείας, εξ 1,04166 =) 794,97 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2014 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, στ. για επίδομα Πάσχα του έτους 2014, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Ιανουαρίου έως 30 Απριλίου 2014, το ποσό των (μισός μηνιαίος μισθός 433,63 ευρώ, προσαυξανόμενος με την αναλογία του επιδόματος αδείας εξ 1,04163 =) 451,69 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Μαΐου 2014 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, ζ. για επίδομα εορτών Χριστουγέννων του έτους 2014, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλο το χρονικό διάστημα από 01η Μαΐου 2014 έως 31.12.2014, το ποσό των (ένας μηνιαίος μισθός, προσαυξανόμενος με την αναλογία επιδόματος αδείας εξ 1,04166 =) 903,38 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 01η Ιανουαρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και η. για αναλογία επιδόματος εορτών Πάσχα 2015, δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2015 έως 08.04.2015, το ποσό των (ένα ημερομίσθιο εκ 34,69 ευρώ για κάθε οχτώ ημέρες εργασίας κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2015 έως 08.04.2015 x 12,25 οχταήμερα και το γινόμενο προσαυξανόμενο με την αναλόγια επιδόματος αδείας εξ 1,04166 =) 442,66 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την 09η Απριλίου 2015, επόμενη ημέρα της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας και μέχρι την πλήρη και ολοσχερή εξόφληση. Συνεπώς, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα για τις ανωτέρω αιτίες το συνολικό ποσό των (262,34 + 451,69 + 903,38 + 451,69 + 794,97 + 451,69 + 903,38 + 442,66 =) 4.661,80 ευρώ. Επισημαίνεται ότι, κατά τον προσδιορισμό των ανωτέρω απαιτήσεων της ενάγουσας κατά της εναγομένης, δεν συνυπολογίζονται στην έννοια των τακτικών αποδοχών αυτής οι προσαυξήσεις για την εργασία της κατά τη διάρκεια των Κυριακών των αργιών και της νύχτας, καθώς και η αμοιβή της για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, καθότι η επιτιθέμενη διάδικος δεν υποβάλει σχετικό αίτημα (άρθρο 106 ΚΠολΔ). Γ. Παροχή υπερεργασίας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της εργασίας της στην εναγομένη εργάσθηκε, καθ` υπέρβαση του από τον νόμο προβλεπόμενου ωραρίου εργασίας της και, ειδικότερα, παρείχε τις υπηρεσίες της, εργαζόμενη επί 45 ώρες την εβδομάδα (κατά τις εργάσιμες ημέρες αυτής πάντοτε), χωρίς να λαμβάνει από την εργοδότριά της την αμοιβή για την εργασία της και την επ’ αυτής προβλεπόμενη προσαύξηση (20%), η τελευταία οφείλει να της καταβάλει το ποσό των (5,20 ευρώ το ωρομίσθιο της ενάγουσας + 1,04 ευρώ η προσαύξηση εξ 20%= 6,24 x 875 ώρες εργασίας =) 5.460 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα εκείνου, εντός του οποίου παρασχέθηκε κάθε επιμέρους καθ’ υπέρβαση του ωραρίου υπερεργασία και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Δ. Αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση για την εργασία της ενάγουσας κατά την ημέρα του Σαββάτου και για την παροχή παράνομης υπερωρίας κατά την ίδια ημέρα. Δεδομένου ότι η ενάγουσα εργάσθηκε καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας της όλες τις ημέρες του Σαββάτου, δηλαδή συνολικά 175 Σάββατα, κατά το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 11.09.2013 και από 18.10.2013 έως 08.04.2015, από τις 17:00 έως τις 02:00 της επόμενης ημέρας, δηλαδή επί εννιά ώρες κατά την ημέρα του Σαββάτου (από τις 17:00 έως τις 24:00), δίχως να λαμβάνει για την εργασία της αυτή αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση, εκ ποσοστού 30%, και, επιπλέον, εκ ποσοστού 80% για την εργασία της πέραν των οχτώ ωρών, η εναγομένη της οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες: α. για την εργασία της κατά τις πρώτες οχτώ ώρες κατά την ημέρα του Σαββάτου το ποσό των (34,69 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο της ενάγουσας + 10,41 ευρώ η προσαύξηση εκ 30% = 45,1 ευρώ x 175 Σάββατα =) 7.892,50 ευρώ, πλην, όμως, η ενάγουσα αιτείται το ποσό των 7.891,98 ευρώ, το οποίο και πρέπει να της επιδικασθεί (άρθρο 106 ΚΠολΔ), με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, καθόσον ως προς την αξίωση αυτή δεν τάσσεται εκ του νόμου δήλη ημέρα καταβολής (ΑΠ 796/2011, ΑΠ 1174/2006, ΑΠ 235/2004, ΑΠ 234/2004, ΕφΑνΚρητ 58/2014, ΜΠρΑθ 291/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), και β. για την παροχή εργασίας μίας ώρας πέραν της οχτάωρης εργασίας της κατά την ημέρα του Σαββάτου που συνιστά παράνομη υπερωρία, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα το ποσό των [(5,20 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 1,56 ευρώ η προσαύξηση 30% για την εργασία κατά την ημέρα του Σαββάτου =) 6,76 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο κατά την ημέρα του Σαββάτου + 5,41 ευρώ η προσαύξηση του καταβαλλόμενου ωρομισθίου εξ 80% για την παροχή παράνομης υπερωρίας κατά την ημέρα του Σαββάτου = 12,17 ευρώ x 175 ώρες =] 2.129,75 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Συνεπώς, συνολικά, εκ των ανωτέρω αιτιών η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των (7.892,50 +2.129,75 =) 10.021,73 ευρώ. Ε. Αμοιβή για εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, λόγω μη χορήγησης ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης, προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου για την παροχή εργασίας κατά την ημέρα της Κυριακής και προσαύξηση εκ ποσοστού 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου για την παροχή παράνομης υπερωρίας κατά την ημέρα της Κυριακής. Δεδομένου ότι η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της σύμβασης εργασίας της εργάσθηκε και κατά τις ημέρες της Κυριακής (πλην των Κυριακών του Πάσχα), παρέχοντας τις υπηρεσίες της από τις 17:00 έως 02:00 της επόμενης ημέρας, δηλαδή επί εννιά ώρες κατά την ημέρα της Κυριακής (από τις 17:00 έως τις 24:00), χωρίς να λαμβάνει αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, καθώς και την προβλεπόμενη εκ του νόμου προσαύξηση για την εργασία κατά την ημέρα της Κυριακής, εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου, και την προβλεπόμενη εκ του νόμου προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωρίας, εκ ποσοστού 80% επί του καταβαλλόμενου ωρομισθίου, πλέον της προσαύξησης εκ ποσοστού 75%, η εναγομένη της οφείλει για τις ανωτέρω αιτίες: α. κατά το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, χωρίς τα προσωποπαγή επιδόματα, ανερχόταν, σύμφωνα με την ισχύουσα Ε.Γ.Σ.Σ.Ε. στο ποσό των 30,06 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο στο ποσό των 4,51 ευρώ, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο στο ποσό των 34,69 ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο στο ποσό των 5,20 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε επί 16 συνολικά Κυριακές και επί εννέα ώρες κάθε Κυριακή, αιτία για την οποία της οφείλεται: i. για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (34,69 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο x 16 ημέρες κατά τις οποίες στερήθηκε το δικαίωμα χορήγησης ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης =) 555,04 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, ii. για προσαύξηση λόγω απασχόλησης κατά την ημέρα της Κυριακής το ποσό των [(30,06 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 75% =) 22,545 ευρώ x 16 ημέρες Κυριακής =] 360,72 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και iii. για την επί μία ώρα εργασία της πέραν του οκταώρου κατά την ημέρα της Κυριακής που συνιστά παράνομη υπερωρία το ποσό των (5,20 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 3,38 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου + 6,86 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 80% λόγω παροχής παράνομης υπερωρίας και το άθροισμα πολλαπλασιαζόμενο επί δεκαέξι συνολικά ώρες παράνομής υπερωριακής εργασίας=) 247,04 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και β. κατά το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 μέχρι την καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας την 08η Απριλίου 2015, χωρίς το χρονικό διάστημα από 12.09.2013 έως 17.10.2013, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο υπαλλήλου, με ηλικία ανώτερη των 25 ετών, δίχως τα προσωποπαγή επιδόματα, ανερχόταν, σύμφωνα με την Π.Υ.Σ. 6/2012, στο ποσό των 23,44 ευρώ, το νόμιμο ωρομίσθιο στο ποσό των 3,52 ευρώ, το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο στο ποσό των 34,69 ευρώ και το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο στο ποσό των 5,20 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε επί 156, συνολικά, Κυριακές και επί εννέα ώρες κάθε Κυριακή, αιτία για την οποία της οφείλεται: i. για αποζημίωση λόγω μη χορήγησης αναπληρωματικής ημέρας ανάπαυσης το ποσό των (34,69 ευρώ το καταβαλλόμενο ημερομίσθιο x 156 ημέρες, κατά τις οποίες στερήθηκε το δικαίωμα χορήγησης ημέρας αναπληρωματικής ανάπαυσης =) 5.411,64 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την εξόφληση, ii. για προσαύξηση, λόγω απασχόλησης κατά την ημέρα της Κυριακής το ποσό των [(23,44 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 75% =) 17,58 ευρώ χ 156 ημέρες Κυριακής =] 2.742,48 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την πλήρη εξόφληση, και iii. για την επί μία ώρα εργασία της πέραν του οκταώρου κατά την ημέρα της Κυριακής που συνιστά παράνομη υπερωρία το ποσό των (5,20 ευρώ το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο + 2,64 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 75% επί του νόμιμου ωρομισθίου + 6,27 ευρώ η προσαύξηση εκ ποσοστού 80% λόγω παροχής παράνομης υπερωρίας και το άθροισμα πολλαπλασιαζόμενο επί 156, συνολικά, ώρες παράνομής υπερωριακής εργασίας=) 2.201,16 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την πλήρη εξόφληση. Συνεπώς, εκ των ανωτέρω αιτιών, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (555,04 + 360,72 + 247,04 + 5.411,64 + 2.742,48 + 2.201,16 =) 11.518,08 ευρώ. ΣΤ. Προσαύξηση για παροχή εργασίας σε ημέρες αργίας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα, καθόλη τη διάρκεια της λειτουργίας της επίδικης σύμβασης εργασίας, εργάσθηκε και σε ημέρες αργίας, χωρίς να λαμβάνει την προβλεπόμενη αποζημίωση και επ’ αυτής προσαύξηση εκ ποσοστού 75% για την εργασία της αυτή, η εναγομένη να της καταβάλει: α. για το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, στο ποσό των 30,06 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε τόσο την ημέρα της 28ης Οκτωβρίου 2011 όσο και την ημέρα της 25ης Δεκεμβρίου 2011, ώστε της οφείλεται το ποσό των (30,06 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 2 ημέρες x 75% =) 45,09 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015 και μέχρι την εξόφληση, και β. για το χρονικό διάστημα από 14.02.2012 έως 08.04.2015, οπότε το νόμιμο ημερομίσθιο ανερχόταν, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, στο ποσό των 23,44 ευρώ, η ενάγουσα εργάσθηκε την 25η Μαρτίου 2012, τη Δευτέρα του Πάσχα 2012, την 01η Μαΐου 2012, τη 15η Αυγούστου 2012, την 28η Οκτωβρίου 2012, την 25η Δεκεμβρίου 2012, την 25η Μαρτίου 2013, τη Δευτέρα του Πάσχα 2013, την 01η Μαΐου 2013, τη 15η Αυγούστου 2013, την 28η Οκτωβρίου 2013, την 25η Δεκεμβρίου 2013, την 25η Μαρτίου 2014, τη Δευτέρα του Πάσχα 2014, την 01η Μαΐου 2014, τη 15η Αυγούστου 2014, την 28η Οκτωβρίου 2014, την 25η Δεκεμβρίου 2014 και την 25η Μαρτίου 2015, δηλαδή, συνολικά 19 ημέρες αργίας, ώστε της οφείλεται το ποσό των (23,44 ευρώ το νόμιμο ημερομίσθιο x 19 ημέρες x 75% =) 334,02 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την εξόφληση, Συνεπώς, συνολικά, η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα εκ της ανωτέρω αιτίας το ποσό των (45,09 + 334,02 =) 379,11 ευρώ. Ζ. Προσαύξηση για παροχή εργασίας κατά τη διάρκεια της νύχτας. Δεδομένου ότι η ενάγουσα, καθόλη τη διάρκεια λειτουργίας της σύμβασης εργασίας της, εργάσθηκε μετά τις 22:00 και έως τις 02:00, δηλαδή επί τέσσερις ώρες κατά τη διάρκεια της νύχτας, χωρίς να της καταβληθεί η προβλεπόμενη από τον νόμο προσαύξηση για την εργασία της αυτής εκ ποσοστού 25%, η εναγομένη οφείλει να της καταβάλει: α. για το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το νόμιμο ωρομίσθιο της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 4,51 ευρώ, η ενάγουσα απασχολήθηκε επί (113 ημέρες x 4 ώρες ημερησίως) 452 ώρες μετά τις 22:00, ώστε της οφείλεται το ποσό των (4,51 το νόμιμο ωρομίσθιο x 452 ώρες x 25% η προσαύξηση =) 509,63 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την εξόφληση, και β. για το χρονικό διάστημα από 24.10.2011 έως 13.02.2012, οπότε, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, το νόμιμο ωρομίσθιο της ενάγουσας ανερχόταν στο ποσό των 3,52 ευρώ, η ενάγουσα απασχολήθηκε επί (1.114 ημέρες x 4 ώρες ημερησίως) 4.456 ώρες μετά τις 22:00, ώστε της οφείλεται το ποσό των (3,52 το νόμιμο ωρομίσθιο x 4.456 ώρες x 25% η προσαύξηση =) 3.921,28 ευρώ, με τον νόμιμο τόκο από την επόμενη ημέρα της επίδοσης της αγωγής, δηλαδή από την 09η Οκτωβρίου 2015, και μέχρι την εξόφληση. Συνεπώς, εκ της ανωτέρω αιτίας η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (509,63 +3.921,28 =) 4.430,91 ευρώ. Άπαντα τα ανωτέρω αποδεικνύονται τόσο από την ένορκη κατάθεση του εξετασθέντος, με επιμέλεια της ενάγουσας, κατά τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο, μάρτυρα, …….. …….., όσο και από την ένορκη βεβαίωση της μάρτυρα, …….. …….., η μαρτυρία των οποίων έχει βαρύνουσα σημασία, δεδομένου ότι αμφότεροι υπήρξαν εργαζόμενοι της εναγομένης, κατά το κρίσιμο, εν προκειμένω, χρονικό διάστημα της εργασίας της επιτιθέμενης διαδίκου, ώστε είναι σε θέση να επιβεβαιώσουν τους ισχυρισμούς της, όπως και, πράγματι, έπραξαν, έχοντας προσωπική γνώση επί των αποδεικτέων θεμάτων, σε αντίθεση με τη μαρτυρία του εξετασθέντος με επιμέλεια της εναγομένης, κατά τη συζήτηση της αγωγής, μάρτυρα, ο οποίος ουδεμία γνώση είχε αναφορικά με τις συνθήκες εργασίας της ενάγουσας, όπως, άλλωστε, δήλωσε και ο ίδιος, εξεταζόμενος. Τέλος, το κύριο αίτημα της ενάγουσας για χορήγηση από την εναγόμενη πιστοποιητικού εργασίας, περί του είδους, της διάρκειας και της ποιότητας της εργασίας της, καθώς και περί της διαγωγής της, αποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμο, καθότι η εναγομένη, κακόβουλα, αρνείται να χορηγήσει αυτό στην ενάγουσα.
Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να γίνει εν μέρει δεκτή ως και ουσιαστικά βάσιμη, κατά την κυρίως προβαλλόμενη αγωγική βάση της, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (5.460 + 10.021,73 + 11.518,08 + 379,11 =) είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα οχτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (27.378,92 ευρώ) και ειδικότερα το ποσό των πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα (5.460) ευρώ που αντιστοιχεί στην αμοιβή της για την εκ μέρους της παροχή υπερεργασίας, το ποσό των δέκα χιλιάδων είκοσι ενός ευρώ και εβδομήντα τριών λεπτών (10.021, 73 ευρώ) που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της, κατά την ημέρα του Σαββάτου, το ποσό των έντεκα χιλιάδων πεντακοσίων δεκαοχτώ ευρώ και οχτώ λεπτών (11.518,08 ευρώ) που αντιστοιχεί στην αποζημίωσή της για την εργασία της κατά την ημέρα της Κυριακής και το ποσό των τριακοσίων εβδομήντα εννέα ευρώ και έντεκα λεπτών (379,11 ευρώ) ως προσαύξηση για την απασχόλησή της σε ημέρες αργίας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των (2.023,58 + 867,25 + 8.013,41 + 4.661,80 + 4.430,91 =) δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (19.996,95 ευρώ) και ειδικότερα το ποσό των δύο χιλιάδων είκοσι τριών ευρώ και πενήντα οχτώ λεπτών (2.023,58 ευρώ) ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των οχτακοσίων εξήντα επτά ευρώ και είκοσι πέντε λεπτών (867,25 ευρώ) για δεδουλευμένες αποδοχές του μήνα Αυγούστου του έτους 2012, το ποσό των οχτώ χιλιάδων δεκατριών ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (8.013,41 ευρώ) ως αποδοχές αδείας, αποζημίωση μη ληφθείσας άδειας και επίδομα αδείας, το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων εξακοσίων εξήντα ενός ευρώ και ογδόντα λεπτών (4.661,80 ευρώ) για επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το ποσό των τεσσάρων χιλιάδων τετρακοσίων ευρώ και ενενήντα ενός λεπτών (4.430,91 ευρώ), ως προσαύξηση αμοιβής για την εργασία της κατά τη διάρκεια της νύχτας, άπαντα δε τα ανωτέρω ποσά, με τον νόμιμο τόκο κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις και μέχρι την πλήρη εξόφληση, να υποχρεωθεί η εναγομένη, με την απειλή χρηματικής ποινής, ποσού εκατό (100) ευρώ για κάθε ημέρα μη συμμόρφωσής της με την ανωτέρω υποχρέωσή της (ΚΠολΔ 946 παρ. 1), να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας, στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας της, αλλά και η διαγωγή της, να κηρυχθεί η απόφαση αυτή εν μέρει προσωρινά εκτέλεση, λόγω και της φύσης των επιδικαζόμενων κονδυλίων, ως εργατικών απαιτήσεων από την είσπραξη των οποίων η ενάγουσα εξαρτά τον βιοπορισμό της (άρθρα 907 και 908 παρ. 1 περ. ε’ ΚΠολΔ), καθώς και να καταδικασθεί η εναγομένη στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της ενάγουσας, αναλόγως της έκτασης της νίκης και της ήττας της και κατόπιν υποβολής σχετικού εκ μέρους της τελευταίας αιτήματος (άρθρα 106, 178 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της απόφασης αυτής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΔΙΚΑΖΕΙ, αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τα ως απορριπτέα κριθέντα.
ΔΕΧΕΤΑΙ, εν μέρει, την αγωγή.
ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΙ ότι η εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των είκοσι επτά χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα οχτώ ευρώ και ενενήντα λεπτών (27.378,92 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των δεκαεννέα χιλιάδων εννιακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και ενενήντα πέντε λεπτών (19.996,95 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο, κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης αυτής διακρίσεις, και μέχρι την πλήρη εξόφληση.
ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση, εν μέρει, προσωρινά εκτελεστή, κατά την αμέσως ανωτέρω αναφερόμενη διάταξή της, για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.
ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, να χορηγήσει στην ενάγουσα πιστοποιητικό εργασίας περί του είδους, της διάρκειας και της ποιότητας της εργασίας της, καθώς και περί της διαγωγής της.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, σε χρηματική ποινή, ποσού εκατό (100) ευρώ, για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής της στην αμέσως παραπάνω διάταξη.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την εναγομένη, νόμιμα εκπροσωπουμένη, στην καταβολή μέρους των δικαστικών εξόδων της αντιδίκου της, το ύψος του οποίου ορίζει στο ποσό των χιλίων εξακοσίων (1.600) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίστηκε και δημοσιεύτηκε, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα, χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξουσίων δικηγόρων τους, την 04η Ιανουαρίου 2019.
