βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίαςΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1790/2013

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Δεδικασμένο. Έννοια και έκταση αυτού. Όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήταν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως και συνεπώς το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αργότερα μεταγενέστερης αγωγής με την οποία διώκεται η καταψήφιση ή αναγνώριση της αυτής απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο, από το δεδικασμένο. Ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος απόληψης μισθών υπερημερίας. Απορριπτέα καθώς ο ενάγων όχι μόνο δεν παρέλειψε από κακοβουλία να βρει αλλού εργασία και ειδικότερα σε θέση ανάλογη αυτής που απασχολούνταν στην εναγόμενη, αλλά αντίθετα εξάντλησε κάθε δυνατότητα εύρεσης εργασίας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 55.791,16 Ευρώ.

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ 1790/2013

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

(Ειδική Διαδικασία Εργατικών διαφορών)

(Αριθμός κατάθεσης αγωγής …../…../2012)

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Μαγδαληνή Σακέτου, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε η Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Ιωάννα Βέττου.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια και στο ακροατήριό του την 24η Απριλίου 2013 για να δικάσει την με αριθμό κατάθεσης …../…../2012 αγωγή, μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ….. ….. του ….., κατοίκου ….. Αττικής, οδός ….. αρ. …, ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημήτριου Βλαχόπουλου που κατέθεσε έγγραφες προτάσεις.

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία “…..’’ που εδρεύει στη ….., και διατηρεί υποκατάστημα στην Αθήνα (οδός …..) και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων της δικηγόρων Μιχαήλ Χατζηκυριάκου και Παναγιώτη Μουντζουρώνη που κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν προφορικώς τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις έγγραφες προτάσεις τους.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 321 ΚΠολΔ, όσες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση είναι τελεσίδικες και αποτελούν δεδικασμένο, κατά το άρθρο 322 παρ. 1α ΚΠολΔ το δεδικασμένο εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα που κρίθηκε, αν η απόφαση έκρινε οριστικά για μία έννομη σχέση που έχει προβληθεί με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση συμψηφισμού, κατά το άρθρο 324 ΚΠολΔ, δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων μόνο για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία, κατά το άρθρο 325 περ. 1 ΚΠολΔ, το δεδικασμένο ισχύει υπέρ και κατά των διαδίκων και κατά το άρθρο 331 ιδίου Κώδικα, το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κύριου ζητήματος, αν το δικαστήριο ήταν καθ’ ύλη αρμόδιο να αποφασίσει για τα παρεμπίπτοντα αυτά ζητήματα (ΑΠ 218/2007 δημ. Νόμος). Ειδικότερα, από τον συνδυασμό των άρθρων 324 και 330 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δεδικασμένο καλύπτει εξ ολοκλήρου τον δικανικό συλλογισμό βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επιδίκου εννόμου σχέσεως, και συγκεκριμένα καλύπτει όχι μόνο το κριθέν δικαίωμα, δηλ. την έννομη σχέση που έχει διαγνωσθεί, αλλά και την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή με την απόφαση υπό την έννοια των περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της εννόμου σχέσεως, καθώς και την νομική αιτία, δηλ. τον νομικό χαρακτηρισμό που το δικαστήριο έδωσε στα πραγματικά περιστατικά υπάγοντας τα στην οικεία διάταξη νόμου. Ειδικότερα, όταν ζητούνται μισθοί υπερημερίας η τελεσίδικη μεταξύ των αυτών διαδίκων απόφαση επί αγωγής με το ίδιο αντικείμενο για τον ίδιο ή προγενέστερο χρόνο παράγει δεδικασμένο ως προς τα διαγνωσθέντα ζητήματα που ήταν αναγκαία για την στήριξη του διατακτικού της αρχικής αποφάσεως (ΑΠ 1331/2001 αδημ., ΑΠ1613/1997 ΕΕργΔ 58.663, ΑΠ 364/1995 ΕΕργΔ 55.676) και συνεπώς το Δικαστήριο, που επιλαμβάνεται αργότερα μεταγενέστερης αγωγής με την οποία διώκεται η καταψήφιση ή αναγνώριση της αυτής απαίτησης για χρονικό διάστημα επόμενο εκείνου για το οποίο προηγουμένως επιδικάστηκε αυτή, δεσμεύεται, εφόσον δεν επήλθε μεταβολή του νομικού καθεστώτος υπό το οποίο κρίθηκε ήδη η απαίτηση για τον προγενέστερο χρόνο, από το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 1/2003 ΕΕργΔ 2003.1272, ΟλΑΠ 10/2002 ΑΠ 1613/97 ΕΕργΔ 1999.663, ΑΠ 364/95 ΔΕΝ 1995.925, ΑΠ 1099/1993 ΕλΔ 35.1552). Το δεδικασμένο αυτό καλύπτει και τις ενστάσεις από τα άρθρα 656 παρ. 2 και 281 ΑΚ που μπορεί να προτείνει ο εργοδότης αλλά μόνο για το χρονικό διάστημα που αφορούσε η πρώτη αγωγή (ΑΠ 1224/1990 ΕΕργΔ 1990.131).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει στην υπό κρίση αγωγή του, ότι προσλήφθηκε και παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 19-5-2003, ως προϊστάμενος του τμήματος διανομής και ότι, η εναγομένη στις 27-10-2008 προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του μετακινώντας τον, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη, ήτοι στην θυγατρική της εταιρία «…..», χωρίς τη συναίνεσή του και σε θέση απλού τεχνικού (από τη θέση του προϊσταμένου τμήματος που κατείχε), όπως διαγνώστηκε με την υπ. αριθμ. 4893/2012 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών μετά από άσκηση σχετικής αγωγής από μέρους του. Ότι με την ίδια ως άνω απόφαση επιδικάστηκαν, μεταξύ άλλων, σε βάρος της εναγομένης μισθοί υπερημερίας τους οποίους αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Ότι η εναγομένη αρνείται μέχρι σήμερα (κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής) να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του και συνεπώς δεν έχει αρθεί η υπερημερία της. Ότι η εναγομένη του οφείλει, τους μηνιαίους μισθούς του για το χρονικό διάστημα από 27-10-2009 έως 26-12-2012, αφαιρουμένου του ποσού των 8.036,75 ευρώ που έλαβε ως μισθό από την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία «…..» στην οποία εργάστηκε από 6-6-2011 έως 30-12-2011, καθώς και τις διαφορές που προκύπτουν από τις αποδοχές και τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας της ως άνω περιόδου που θα λάμβανε αν απασχολούνταν στην εναγομένη. Με βάση τα ως άνω, ο ενάγων ζητά, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 63.679,61 ευρώ, για μισθούς υπερημερίας και διαφορές αποδοχών, δώρων εορτών και επιδομάτων αδείας του ως άνω χρονικού διαστήματος, εντόκως από τότε που κάθε κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή και να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη.

Με αυτό το περιεχόμενο και αυτά τα αιτήματα, η υπό κρίση αγωγή, αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, που είναι καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο (άρ. 14 παρ.2. 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 και 663, 664 ΚΠολΔ), κατά τη διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρ. 663 επ. ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 349, 345, 648, 651, 652, 653, 655, 656 (όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 4139/2013), 669, 7 Ν. 2112/1920, των άρθρων 4 και 6 της από 26-1-1977 ΕΓΣΣΕ, που κυρώθηκε με τον ν. 549/1977 (άρθρο 8) και του άρθρου 3 § 16 του ν. 4504/1966 (επίδομα αδείας), 1 παρ. 1, 2 και 3 ΥΑ 19040/1981, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του Ν. 1082/1980, 5 παρ. 2 Ν. 133/1975, 1 παρ.1 Ν. 435/1976, 1 παρ.2 Ν. 1082/1980, υπ’ αριθμ. 95/1949 διεθνής σύμβαση περί προστασίας του ημερομισθίου, που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955 (επίδομα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα), καθώς και στις διατάξεις των άρθρων 176 επ, 907, 908 § 1 περ. ε’ ΚΠολΔ. Συνεπώς, η υπό κρίση αγωγή, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη και παραδεκτή, πρέπει, να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία, καθότι, καταβλήθηκε το απαιτούμενο για το αντικείμενό της τέλος δικαστικού ενσήμου (βλ. τα υπ’ αριθμ. ….., ….., ….., …../2013 αγωγόσημα που προσκομίζει νομίμως ο ενάγων) που αφορά στο καταψηφιστικό της αίτημα που ξεπερνά την αρμοδιότητα Ειρηνοδικείου, δεδομένου ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 17 του Ν 2479/1997 που τροποποίησε το άρθρο 71 ΕισΝΑΚ δεν απαιτείται τέτοιο για τα αγωγικά κονδύλια αρμοδιότητος Ειρηνοδικείου.

Το δικαίωμα του εργαζομένου να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, υπόκειται, όπως κάθε άλλο δικαίωμα, στους περιορισμούς του άρθρου 281 ΑΚ, δηλαδή απαγορεύεται η άσκησή του αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Τέτοια υπέρβαση υπάρχει όταν ο εργαζόμενος παραμένει θεληματικά άνεργος, αποφεύγοντας αδικαιολόγητα και κακόβουλα να επιδιώξει την εξεύρεση άλλης εργασίας, την οποία μπορεί να ανεύρει και να παράσχει ευχερώς, κατά το διάστημα της υπερημερίας του εργοδότη του, για να εισπράττει από αυτόν, χωρίς να εργάζεται, τους μισθούς υπερημερίας. Για να θεωρηθεί δηλαδή καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος του εργαζομένου να ζητήσει μισθούς υπερημερίας, απαιτείται δόλια και κακόβουλη αποφυγή της απασχολήσεώς του, και δεν αρκεί ότι δεν βρήκε άλλη εργασία από αμέλεια. Για να είναι όμως ορισμένη η σχετική ένσταση του εργοδότη πρέπει αυτός να αναφέρει την εργασία, την οποία αυτός μπορούσε να εκτελέσει, χωρίς να είναι απαραίτητο να προσδιορίζεται συγκεκριμένη επιχείρηση και τους λόγους για τους οποίους είναι κακόβουλη η μη απασχόλησή του αλλού, καθώς και την ωφέλεια που θα αποκόμιζε. Τα ίδια στοιχεία πρέπει να αναφέρονται και στην απόφαση του δικαστηρίου, για να είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Τέλος το γεγονός και μόνο ότι ο εργαζόμενος κατά το χρόνο της υπερημερίας του εργοδότη απασχολήθηκε για ορισμένο διάστημα σε άλλον εργοδότη δεν αποκλείει την καταχρηστική άσκηση της αξίωσης για μισθούς υπερημερίας ως προς το υπόλοιπο διάστημα (ΑΠ 142/2007 δημ. Νόμος, ΑΠ 1052/1980 ΝοΒ 1981,484 και σε Εργατικό δίκαιο Ζερδελή, σελ. 800).

Εν προκειμένω, η εναγόμενη με της νομίμως κατατεθείσες προτάσεις της και με προφορική δήλωση του πληρεξουσίου της δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, αρνήθηκε την υπό κρίση αγωγή και περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι ο εναγόμενος ασκεί καταχρηστικά το επίδικο δικαίωμα του καθότι μπορούσε να βρει εργασία στον κλάδο διανομής εμπορευμάτων (χειρισμός της διαδικασίας διανομής εμπορευμάτων), λαμβάνοντας αποδοχές ανάλογες με αυτές που λάμβανε από την εναγομένη, ωστόσο παρέλειψε να βρει άλλη εργασία από κακοβουλία και δόλια προσπάθεια να πλουτίσει σε βάρος της. Ο ισχυρισμός αυτός της εναγομένης συνιστά ορισμένη και νόμιμη ένσταση στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ’ ουσία. Τέλος, σημειώνεται ότι τυγχάνει άνευ αντικειμένου το αίτημα της εναγομένης να επιδείξει ο ενάγων τις φορολογικές του δηλώσεις των οικονομικών ετών 2010, 2011, 2012 καθώς και την απάντηση της εταιρίας με την επωνυμία “…..” κατόπιν της υπ’ αριθμ. …../19-4-2013 εισαγγελικής παραγγελίας, ώστε να προκύψουν τα εισοδήματα του ενάγοντα για το επίδικο χρονικό διάστημα και η τυχόν παροχή από μέρους του μισθωτών υπηρεσιών στην ως άνω εταιρία ή σε άλλους εργοδότες, δεδομένου ότι ο ενάγων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του φακέλου της δικογραφίας προσκομίζει τα ως άνω έγγραφα τα οποία επικαλείται με το δικόγραφο της προθήκης αντίκρουσης του.

Από τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που δόθηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις υπ’ αριθμ. …../26-1-2010 …../26-1-2010, …../29-1-2010 και …../20-2-2010 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων του ενάγοντα, που δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, οι οποίες αν και δόθηκαν ενόψει άλλης δίκης (που αφορούσε την υπ’ αρ. κατάθεσης …../…../2008 αγωγή του ενάγοντα κατά της εδώ εναγομένης) λαμβάνονται υπόψη και στην παρούσα δίκη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 399/2009 δημ. Νόμος), την υπ’ αριθμ. …../26-4-2013, ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον του Συμβολαιογράφου Κιλκίς Θεμιστοκλή Μανασή και την υπ’ αριθμ. …../26-4-2013, ένορκη βεβαίωση που δόθηκε ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, επίσης των μαρτύρων του ενάγοντα, οι οποίες (ένορκες βεβαιώσεις) ελήφθησαν μετά από νομότυπη κλήτευση της εναγομένης (βλ. την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ’ αριθμ. …../25-4-2013, έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Κωνσταντίνου Β. Λεράκη) και αποτελούν παραδεκτό αποδεικτικό μέσο, παρά το γεγονός ότι λήφθηκαν μετά την συζήτηση της υποθέσεως καθότι δόθηκαν προς απόκρουση των ισχυρισμών και ενστάσεων που προτείνονται το πρώτον με τις προτάσεις της εναγομένης και όχι προς απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών του ενάγοντα (άρθρα 237 παρ. 3, 591 παρ.1 ΚΠολΔ. βλ. ΑΠ 605/2001 ΕλλΔνη 2002.110), καθώς και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ο ενάγων προσλήφθηκε και παρείχε την εργασία του στην εναγόμενη ανώνυμη εταιρία με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου από τις 19-5-2003, ως προϊστάμενος του τμήματος διανομής, η δε εναγομένη στις 27-10-2008 προέβη σε μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του μετακινώντας τον, υπό καθεστώς δανεισμού υπηρεσιών, σε τρίτο εργοδότη, ήτοι στην θυγατρική της εταιρία «…..», χωρίς τη συναίνεσή του και σε θέση απλού τεχνικού (από τη θέση του προϊσταμένου τμήματος που κατείχε). Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατόπιν ασκήσεως σχετικής αγωγής από μέρους του ενάγοντος κατά της εδώ εναγομένης τα ως άνω διαγνώστηκαν τελεσιδίκως δυνάμει της υπ. αριθμ. 4893/2012 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, εκ της οποίας λόγω της ταυτότητας των διαδίκων υπό την αυτή ιδιότητα παρισταμένων και ταυτότητας ιστορικής και νομικής αιτίας, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, παράγεται ως προς αυτά δεδικασμένο που δεσμεύει το δικάζον Δικαστήριο. Με την ίδια ως άνω απόφαση επιδικάστηκαν, μεταξύ άλλων, σε βάρος της εναγομένης μισθοί υπερημερίας τους οποίους αυτή υποχρεώθηκε να καταβάλει στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 27-10-2008 έως 26-10-2009. Εξάλλου, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη αρνείται μέχρι σήμερα (κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αγωγής) να αποδεχθεί τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντα και να του καταβάλλει τους μηνιαίους μισθούς του, αλλά ούτε και προέβη σε νέα καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας, και συνεπώς δεν έχει αρθεί η υπερημερία της. Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι ο ενάγων καταχρηστικά ασκεί το επίδικο δικαίωμα του, δεδομένου ότι όπως προέκυψε από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως σε συνδυασμό με τις καταθέσεις των μαρτύρων του ενάγοντα που περιέχονται στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις αυτός (ενάγων) όχι μόνο δεν παρέλειψε από κακοβουλία να βρει αλλού εργασία και ειδικότερα σε θέση ανάλογη αυτής που απασχολούνταν στην εναγόμενη, αλλά αντίθετα εξάντλησε κάθε δυνατότητα εύρεσης εργασίας (επιχείρησε να εργαστεί ακόμα και στη θέση του πωλητή στην ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία “…..“ στην οποία παρείχε δοκιμαστικά εργασία άνευ αποδοχών για λίγες ημέρες τελικώς όμως δεν προσλήφθηκε) στη μόνη δε εργασία που τελικώς απασχολήθηκε με σχέση εξαρτημένης εργασίας ήταν ως υπάλληλος στην εταιρία με την επωνυμία “…..”, όπου εργάστηκε κατά το χρονικό διάστημα από 6-6-2011 έως 30-12-2011 λαμβάνοντας ως μισθό το συνολικό ποσό των 8.036,75 ευρώ (βλ. σχετικά την προσκομιζόμενη από 31-12-2011 βεβαίωση αποδοχών της ως άνω εταιρίας). Σημειώνεται δε ότι ο υποβιβασμός του ενάγοντος σε θέση υποδεέστερη αυτής που κατείχε αρχικώς, κατόπιν της ως άνω βλαπτικής μεταβολής των όρων της συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας του από την εναγομένη, αποτελεί σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, στοιχείο που δυσχεραίνει της εύρεση εργασίας σε άλλο εργοδότη και μάλιστα σε θέση ανάλογη αυτής που κατείχε στην εναγομένη. Συνεπώς, απορριπτόμενης της περί των αντιθέτων ενστάσεως της εναγομένης, αποδείχθηκε ότι αυτή οφείλει στον ενάγοντα, λόγω της υπερημερίας της, τους μηνιαίους μισθούς του για το χρονικό διάστημα από 27-10-2009 έως 26-12-2012, καθώς και τα δώρα εορτών και επιδόματα αδείας της ως άνω περιόδου που θα λάμβανε αυτός αν απασχολούνταν στην εναγομένη, υπολογιζόμενων με βάση το μηνιαίο μισθό που ελάμβανε κατά το χρόνο που η εναγομένη κατέστη υπερήμερη εργοδότρια ο οποίος ανέρχονταν (όπως έκρινε η ως άνω τελεσίδικη απόφαση από το δεδικασμένο της οποίας ως προς το στοιχείο αυτό δεσμεύεται το Δικάζον Δικαστήριο) σε 1.435,09 ευρώ μηνιαίως και ειδικότερα: α) για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 27-10-2009 έως 26-12-2012 το ποσό των 54.533,42 ευρώ (38 μήνες X 1.435,09 μηνιαίως) νομιμοτόκως από τη δήλη ημέρα καταβολής του μισθού και δη από την πρώτη ημέρα κάθε επόμενου μήνα από αυτόν που αφορά (άρθρο 655 εδ. α ΑΚ), β) για αναλογία επιδόματος Χριστουγέννων του έτους 2009 το ποσό των 414,97 ευρώ (1.435,09/25= 57,47 X 2 ημερομίσθια για κάθε 19ημερο εργασίας X 3,47 19ήμερα = 398,38 X + προσαύξηση 0,04166 από το συνυπολογισμό του επιδόματος άδειας), γ) για επίδομα Πάσχα του έτους 2010 το ποσό των 747,43 ευρώ (1.435,09/2 + προσαύξηση 0,04166 από το συνυπολογισμό του επιδόματος άδειας), δ) για επίδομα αδείας του έτους 2010 το ποσό των       717,54 ευρώ (1.435,09/2), ε) για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2010 το ποσό των 1.494,87 ευρώ (1.435,09 + προσαύξηση 0,04166 από το συνυπολογισμό του επιδόματος άδειας), στ) για επίδομα Πάσχα του έτους 2011 το ποσό των 747,43 ευρώ (1.435,09/2 + προσαύξηση 0,04166 από το συνυπολογισμό του επιδόματος άδειας), ζ) για επίδομα αδείας του έτους 2011      το ποσό των 717,54 ευρώ (1.435,09/2), η) για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2011 το ποσό των 1.494,87 ευρώ (1.435,09 + προσαύξηση 0,04166 από το συνυπολογισμό του επιδόματος άδειας), θ) για επίδομα Πάσχα του έτους 2012 το ποσό των 747,43 ευρώ (1.435,09/2 + προσαύξηση 0,04166 από το συνυπολογισμό του επιδόματος άδειας), ι) για επίδομα αδείας του έτους 2012 το ποσό των 717,54 ευρώ (1.435,09/2) και κ) για επίδομα Χριστουγέννων του έτους 2012 το ποσό των 1.494,87 ευρώ (1.435,09 + προσαύξηση 0,04166 από το συνυπολογισμό του επιδόματος άδειας), νομιμοτόκως από το τέλος του έτους που αφορά για το επίδομα αδείας, από την επομένη της 31ης Δεκεμβρίου του έτους που αφορά, για το δώρο Χριστουγέννων, και από την επομένη της Μεγάλης Τετάρτης του έτους που αφορά για το δώρο Πάσχα (αρθρ. 341, 345 ΑΚ) {άρθρα 4 παρ. 1 και 8 του ΑΝ 539/1945, όπως η τελευταία παράγραφος προστέθηκε με το άρθρο 1 παρ. 3 του ΝΔ 4547/1966, και 3 παρ. 1 του Ν 4504/1966 για τη δήλη ημέρα καταβολής των ως άνω επιδομάτων εορτών και αδείας (βλ. ΟλΑΠ 39 και 40/2002 ΕΕργΔ 1482 και 1479 αντίστοιχα)} και συνολικά για τις παραπάνω αιτίες το ποσό των 63.827,91 ευρώ. Ως εκ των άνω η υπό κρίση αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως βάσιμη και κατ’ ουσία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 55.791,16 ευρώ (63.827,91 μείον 8.036,75 ευρώ ήτοι του ποσού που έλαβε ο ενάγων, κατά τα ως άνω, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από την εργασία του σε άλλο εργοδότη, αφαίρεση στην οποία προβαίνει ο ίδιος ο ενάγων με το δικόγραφο της υπό κρίση αγωγής του), με τον νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επιμέρους οφειλόμενο ποσό κατέστη απαιτητό κατά τα ανωτέρω, μέχρι την εξόφληση. Το αίτημα για την κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής πρέπει να γίνει δεκτό εν μέρει διότι η επιβράδυνση της εκτέλεσης θα επιφέρει κατά την κρίση του Δικαστηρίου σημαντική ζημία στον ενάγοντα (άρθρο 908 §1 εδ.ε’ ΚΠολΔ), ενώ τέλος μέρος από τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος πρέπει να επιβληθούν σε βάρος της εναγομένης λόγω της ήττας της (άρθρα 178 και 191 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την αγωγή.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ την εναγόμενη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ποσό των πενήντα πέντε χιλιάδων επτακοσίων ενενήντα ενός ευρώ και δέκα έξι λεπτών (55.791,16 ευρώ), με τον νόμιμο τόκο από τότε που το κάθε επιμέρους οφειλόμενο ποσό, όπως εκτίθεται στο σκεπτικό της παρούσας, κατέστη απαιτητό, μέχρι την εξόφληση.

ΚΗΡΥΣΣΕΙ την απόφαση ως προς την παραπάνω καταψηφιστική της διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των τριάντα χιλιάδων ευρώ (30.000,00 ευρώ).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, στο ακροατήριό του και σε έκτακτη δημόσια αυτού συνεδρίαση την 10-7-2013.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies