Τελευταία ενημέρωση: 14 Οκτωβρίου 2022

Περίληψη: Αγωγή εργαζομένου για την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας σύμβασης εργασίας από τον εργοδότη και την επιδίκαση οφειλόμενων δεδουλευμένων αποδοχών, αμοιβών και αποζημιώσεων λόγω υπερεργασίας και υπερωρίας, μισθών υπερημερίας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω προσβολής προσωπικότητας. Καταγγελία σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου. Για την εγκυρότητά της απαιτείται να είναι έγγραφη και να γίνει καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης. Προϋποθέσεις ανάκλησης της καταγγελίας. Δικαιώματα εργαζομένου σε περίπτωση άκυρης απόλυσης. Ορισμένο αγωγής εργαζομένου για νόμιμη αποζημίωση λόγω υπερεργασίας και υπερωριακής απασχόλησης του. Από τις αποδείξεις προέκυψε πως η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ήταν άκυρη λόγω μη πλήρους καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης. Κρίση ότι πραγματοποιήθηκε υπερεργασία και υπερωριακή απασχόληση. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 37.131,18 Ευρώ.

Δημοσιευμένη σε: Τράπεζα Νομικών Πληροφοριών NOMOS

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

ΑΡΙΘΜΟΣ ΑΠΟΦΑΣΗΣ

1873/2020

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Αποτελούμενο από τη Χριστίνα Ζευγώλη, Πρωτοδίκη, την οποία όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών και από τη Γραμματέα Βασιλική Αργυροπούλου.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 11η.02.2020 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

ΤΟΥ ΕΝΑΓΟΝΤΟΣ: ……….. του …………, κατοίκου ……….. Αττικής (οδός ……….. αρ. …..), ο οποίος παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του πληρεξούσιου δικηγόρου του Δημητρίου Βλαχόπουλου, ο οποίος κατέθεσε το υπ’ αριθμ. Π……./11.02.2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α. και

ΤΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΗΣ: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «………………» και το διακριτικό τίτλο «……………», που εδρεύει στην …….. (οδός ………., αριθμ. ….), όπως νόμιμα εκπροσωπείται, η οποία παραστάθηκε στο ακροατήριο μετά του νόμιμου εκπροσώπου της ……………, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Άννα Κωνσταντοπούλου, η οποία κατέθεσε το υπ’ αριθμ. Π………/14.02.2020 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων του Δ.Σ.Α.

Ο ενάγων ζητεί να γίνει δεκτή η από 11.07.2019 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία αυτού του Δικαστηρίου, με αριθμό κατάθεσης ……./……../2019, η συζήτηση της οποίας προσδιορίστηκε, κατόπιν αναβολής, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και εγγράφηκε στο οικείο πινάκιο (…).

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων, αφού ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους, ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις που κατέθεσαν.

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 168, 648, 669 ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1, 5 του Β.Δ. από 16.07.1920 και 5 του Ν. 3198/1955, συνάγεται ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση. Η καταγγελία αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια, σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη, από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της, εργαζόμενος, κατά το άρθρο 167 ΑΚ. Μετά την περιέλευσή της στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη, έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου, αφού η ανάκληση έχει νομική ενέργεια μόνο αν γίνει προηγουμένως ή ταυτοχρόνως με την καταγγελία (άρθρο 168 ΑΚ). Περαιτέρω, η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων (έγγραφο και καταβολή αποζημίωσης), είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ’ υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (180 ΑΚ). Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης, που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού, καθίσταται υπερήμερος (άρ. 349, 350 ΑΚ) και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του. Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει, κατά το άρθρο 656 ΑΚ, τους μισθούς του, είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 ή από το Β.Δ. από 16.07.1920 αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο ίδιο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα, εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλει επικουρικά (άρ. 219 ΚΠολΔ), για την περίπτωση δηλαδή απόρριψης του πρώτου (ΑΠ 359/2015 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ).

Ο ενάγων, με την κρινόμενη αγωγή του, με την οποία παραιτείται από το δικόγραφο της από 10.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης ……../……/2019 αγωγής του, εκθέτει ότι την 27η.03.2012 προσλήφθηκε από την εναγόμενη, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να απασχοληθεί ως οδηγός φορτηγών αυτοκινήτων Γ’ κατηγορίας, με το ωράριο και με το συμφωνηθέντα μισθό, όπως ειδικότερα αναφέρει. Ότι, παρά το γεγονός ότι το αντικείμενο της εργασίας του ήταν η εκτέλεση δρομολογίων μεταφοράς των εμπορευμάτων της εναγομένης σε διάφορους προορισμούς εντός και εκτός Αττικής, από την έναρξη της απασχόλησής του, του ανατέθηκαν και καθήκοντα φορτοεκφόρτωσης των εμπορευμάτων, τα οποία εκτελούσε παράλληλα με τα αρχικά συμφωνηθέντα καθήκοντά του, εντός του καθημερινού ωραρίου εργασίας του. Ότι εργάσθηκε στην εναγόμενη μέχρι την 24η.01.2019, ότε η τελευταία κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση εργασίας του, με προειδοποίηση τριών μηνών. Ότι την 29η.03.2019 η εναγόμενη του κοινοποίησε την από 27.03.2019 εξώδικη δήλωση ανάκλησης της από 24.01.2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του. Ότι ο ίδιος, με την από 05.04.2019 εξώδικη δήλωσή του, δήλωσε στην εναγομένη την πρόθεσή του να συνεχίσει να εργάζεται στη επιχείρησή της και μετά την 24η.04.2019, πλην όμως η τελευταία δεν ανταποκρίθηκε. Ότι την 24η.04.2019 η εναγομένη του κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης, υπολειπόμενη της νόμιμης. Ότι, καθ’ όλη τη διάρκεια της απασχόλησής του στην εναγομένη, εργαζόταν πέραν του νόμιμου ωραρίου του καθημερινά, χωρίς η εναγομένη να του καταβάλει τις αποδοχές του για υπερεργασία, κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία και πρόσθετη εργασία. Ότι η καταγγελία της ως άνω σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη, διότι η καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης είναι ελλιπής, άλλως καταχρηστική, καθόσον έλαβε χώρα υπό τις περιστάσεις και συνθήκες που ειδικότερα εκθέτει, με συνέπεια να του οφείλονται αποδοχές υπερημερίας. Ότι, ένεκα της συμπεριφοράς της εναγομένης, υπέστη ηθική βλάβη λόγω της απαξίωσής του ως εργαζομένου και ως ανθρώπου. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητεί, κατόπιν περιορισμού του αγωγικού κονδυλίου, που αφορά τις αποδοχές υπερημερίας, στο ποσό των 4.059,86 ευρώ, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 24.04.2019 μέχρι και 23.01.2020, και κατ’ επιτρεπτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής του, που αφορά τη χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό (άρ. 223, 294, 295 παρ. 1, 297 και 591 παρ. 1 εδ. α’ του ΚΠολΔ), με τις προτάσεις και με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρίσθηκε στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, με απόφαση, η οποία θα κηρυχθεί προσωρινά εκτελεστή: i) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 24.01.2019 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, ii) να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ποσό των 786,06 ευρώ για δεδουλευμένες αποδοχές, το ποσό των 50.077,50 ευρώ για αμοιβή και αποζημίωση υπερεργασίας και κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας, το ποσό των 9.868 ευρώ για πρόσθετη εργασία, το ποσό των 404,76 ευρώ για αποδοχές μη ληφθείσας άδειας και το ποσό των 4.059,86 ευρώ για αποδοχές υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 24.04.2019 μέχρι και 23.01.2019, νομιμότοκα από την ημέρα που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό, άλλως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του, iii) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να του καταβάλει το ποσό των 10.000 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπέστη από την άκυρη απόλυσή του, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και ίν) να καταδικαστεί η εναγομένη στη δικαστική του δαπάνη. Επικουρικά, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι έγκυρη, ο ενάγων ζητεί i) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το υπόλοιπο της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης, ήτοι το ποσό των 611,10 ευρώ, νομιμότοκα από την 24η.04.2019, άλλως από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του και ii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του χορηγήσει πιστοποιητικό εργασίας στο οποίο να βεβαιώνεται το είδος, η διάρκεια και η ποιότητα της εργασίας του καθώς και η διαγωγή του, με την απειλή χρηματικής ποινής 300 ευρώ σε βάρος της εναγομένης για κάθε ημέρα άρνησής της να συμμορφωθεί με την ως άνω διαγνωσθησόμενη υποχρέωσή της.

Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 7, 9, 10, 14 παρ. 2, 16 αρ. 2, 25 παρ. 2 και 621 ΚΠολΔ), κατά την προκείμενη ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρ. 614 αρ. 3), δεδομένου ότι η αρχική αγωγή του ενάγοντος (από 10.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης ……./……/2019 αγωγή) έχει ασκηθεί εντός της αυτεπάγγελτα λαμβανόμενης υπόψη από το Δικαστήριο τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρ. 6 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, ως προς το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της από 24.01.2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος καθώς και ως προς το αγωγικό κονδύλιο των αποδοχών υπερημερίας λόγω της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη υπ’ αριθμ. ……./16.04.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Κωνσταντίνου Λεράκη, η επίδοση της υπό κρίση αγωγής συντελέστηκε εντός της παραπάνω αποσβεστικής προθεσμίας από την επικαλούμενη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του. Περαιτέρω, η αγωγή είναι ορισμένη, ήτοι ως προς όλα τα αγωγικά αιτήματα, διότι περιέχει όλα τα κατά νόμο αναγκαία στοιχεία για την ιστορική της θεμελίωση (άρ. 216 παρ. 1 ΚΠολΔ), απορριπτόμενου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της εναγομένης. Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι σε κανένα σημείο της αγωγής δεν εξειδικεύεται ο χρόνος έναρξης και λήξης του συμβατικού οκτάωρου ωραρίου του ενάγοντος, επισημαίνεται ότι δεν απαιτείται η αναφορά του χρόνου έναρξης και λήξης της παρεχόμενης υπερωριακής εργασίας και γενικότερα του χρόνου έναρξης και λήξης της ημερήσιας εργασίας ανά ημέρα απασχόλησης, διότι κρίσιμο είναι εάν η διάρκεια απασχόλησης του μισθωτού, κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, υπερέβη και για πόσες ώρες το νόμιμο ημερήσιο (ή το συμβατικό εβδομαδιαίο επί υπερεργασίας) ωράριο εργασίας των μισθωτών της κατηγορίας του ενάγοντος και όχι το πότε άρχισε και το πότε τελείωσε η εργασία του μισθωτού (ΑΠ 232/2018 Τ.Ν.Π. ΝΟΜΟΣ). Επίσης, η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 340, 341, 345 και 346 ΑΚ, Ν. 1876/1990, 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Α.Ν. 539/1945, 1 παρ. 1 του Ν. 1346/1983, 3 του Ν.Δ. 3755/1957, 1 του Ν. 3302/2004, 1 παρ. 1-5 του Ν. 3385/2005, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 5 παρ. 1 και 3 και 6 του Ν. 3198/1955, 68, 70, 176, 191 αρ. 2, 907, 908 παρ. 1 περ. ε’ και 910 περ. 4 ΚΠολΔ, πλην α) του παρεπόμενου αιτήματος της αγωγής για κήρυξη της απόφασης προσωρινά εκτελεστής, ύστερα από τον παραπάνω περιορισμό μέρους του αιτήματος της από καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό, το οποίο κατέστη μη νόμιμο και συνεπώς απορριπτέο, κατά το αντίστοιχο μέρος του, αφού η αναγνωριστική απόφαση δεν μπορεί να αποτελέσει εκτελεστό τίτλο, διότι αναγνωριστικές ή διαπλαστικές δικαστικές αποφάσεις δεν επιτρέπεται να κηρυχθούν προσωρινά εκτελεστές (ΕφΑθ 3702/1986 ΕλλΔ/νη 1986.706, ΕφΑθ 2273/75 Αρμ 29.675) και β) του παρεπόμενου αιτήματος επιδίκασης τόκων επί των διωκόμενων αμοιβών και προσαυξήσεων κατ’ εξαίρεση υπερωριακής εργασίας από τότε που εκείνες κατέστησαν απαιτητές, το οποίο είναι απορριπτέο ως μη νόμιμο, δοθέντος ότι αφενός μεν δεν τίθεται από το νόμο οποιαδήποτε δήλη ημέρα καταβολής τους (ΑΠ 233/2004 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), αφετέρου δε ο ενάγων δεν επικαλείται σχετική όχληση της εναγομένης. Πρέπει, επομένως, η αγωγή να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα, δεδομένου ότι για το παραδεκτό της συζήτησης έχει καταβληθεί το ανάλογο τέλος δικαστικού ενσήμου με τις νόμιμες επιβαρύνσεις για το καταψηφιστικό της αίτημα, που αφορά το ποσό άνω των 20.000 ευρώ, ήτοι του ορίου της υλικής αρμοδιότητας του Ειρηνοδικείου, κατ’ άρθρο 71 ΕισΝΚΠολΔ (βλ. το προσκομιζόμενο υπ’ αριθμ. ………….. e-παράβολο δικαστικού ενσήμου αγωγής).

Από την εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης (ενός από κάθε πλευρά), που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο αυτού του Δικαστηρίου, οι οποίες περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του εν λόγω Δικαστηρίου, από την υπ’ αριθμ. …/25.09.2019 ένορκη βεβαίωση της ………… του ………. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Δέσποινας Α. Κατσιγιάννη, μετά από νομότυπη και προ δύο (2) εργάσιμων ημερών κλήτευση της εναγομένης, κατ’ άρ. 422 ΚΠολΔ, (βλ. την υπ’ αριθμ. ………/20.09.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κωνσταντίνου Β. Λεράκη), από τις υπ’ αριθμ. ……., …….., ……….., ……../24.09.2019, ….., ………., ………./25.09.2019 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιο της Ειρηνοδίκη Αθηνών, μετά από νομότυπη και προ δύο (2) εργάσιμων ημερών κλήτευση του ενάγοντος, κατ’ άρ. 422 ΚΠολΔ, (βλ. την υπ’ αριθμ. …………/20.09.2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Αχιλλέα Π. Μαργιόλα, καθώς και από όλα τα έγγραφα, που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, λαμβανομένων υπόψη είτε προς άμεση απόδειξη (άρθρα 436 επ. ΚΠολΔ), είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (άρθρα 336, 395 ΚΠολΔ), αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη την 27η.03.2012, δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου πλήρους απασχόλησης, προκειμένου να απασχοληθεί σ’ αυτή με την ειδικότητα του οδηγού φορτηγών αυτοκινήτων Γ’ κατηγορίας, όντας κάτοχος της υπ’ αριθμ. …………/28.03.2011 άδειας οδήγησης φορτηγών οχημάτων (κατηγορίας C) καθώς και σχετικού πιστοποιητικού υγείας, στην εγκατάστασή της στην ………, η οποία βρίσκεται επί της οδού ……….. αρ. …. Η εναγομένη αποτελεί ανώνυμη εταιρία με αντικείμενο δραστηριότητας την επεξεργασία, τυποποίηση και το χονδρικό εμπόριο κατεψυγμένων τροφίμων, κυρίως αλιευμάτων και νωπών προϊόντων, έχοντας ευρύ πελατολόγιο (περίπου 2.000 πελάτες σε όλη την Ελλάδα). Το δίκτυο των πελατών της αποτελείται αφενός από εστιατόρια – ταβέρνες σε όλη την Ελλάδα, στα οποία η διανομή των προϊόντων γίνεται, κατόπιν τηλεφωνικής παραγγελίας, με τα φορτηγά της εταιρίας, αφετέρου από μεμονωμένους πελάτες, οι οποίοι προσέρχονται στο χώρο των ψυγείων της εταιρίας και αγοράζουν επί τόπου τα προϊόντα της επιλογής τους. Κατά την πρόσληψη του ενάγοντος, συμφωνήθηκε ότι αυτός θα εργάζεται στην εναγομένη με την παραπάνω ειδικότητα, έχοντας ως κύριο καθήκον την εκτέλεση των δρομολογίων μεταφοράς των εμπορευμάτων της εναγομένης σε διάφορους προορισμούς εντός και εκτός Αττικής (κυρίως στην Εύβοια και την Πελοπόννησο). Για την εκτέλεση των καθηκόντων του χρησιμοποιούσε τα φορτηγά αυτοκίνητα της εναγόμενης. Το ωράριό του συμφωνήθηκε οκτάωρο ημερησίως με πενθήμερο σύστημα εργασίας, ήτοι σαράντα ώρες εβδομαδιαίως, και ο μισθός του συμφωνήθηκε ότι θα ανέρχεται στο ποσό των 1.011,90 ευρώ μικτά, ήτοι 850 ευρώ καθαρά. Από την έναρξη της εργασίας του στην εναγομένη, ο ενάγων απασχολείτο πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου του, ενώ παράλληλα εκτελούσε και πρόσθετα καθήκοντα φορτοεκφόρτωσης των εμπορευμάτων. Όπως προκύπτει από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, ο ενάγων, ο οποίος εκτελούσε κατά κύριο λόγο δρομολόγια στην επαρχία, προσερχόταν, κατά τις εργάσιμες ημέρες (Δευτέρα – Παρασκευή), στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στις 06.00 π.μ. και, αφού φόρτωνε τα εμπορεύματα στο φορτηγό ψυγείο, ξεκινούσε το δρομολόγιο που είχε προγραμματιστεί. Επισημαίνεται ότι την εργασία της φόρτωσης των εμπορευμάτων στο φορτηγό ψυγείο την εκτελούσε ο ίδιος ο ενάγων, καθώς οι εργάτες που απασχολεί η εναγομένη έβγαζαν τα προς μεταφορά προϊόντα από το θάλαμο παρασκευής – επεξεργασίας μέχρι τη ράμπα, όπου είχε προσεγγίσει το φορτηγό, και στη συνέχεια μόνος του ο οδηγός, ο οποίος γνώριζε το ακριβές δρομολόγιο της ημέρας, τα τοποθετούσε στο φορτηγό ανάλογα με τη σειρά που θα παραδίδονταν και κατ’ επέκταση θα εξάγονταν από το φορτηγό. Ομοίως και κατά την παράδοση των εν λόγω προϊόντων, μόνος του ο οδηγός προέβαινε στην εκφόρτωση αυτών, καθόσον η είσοδος μέσα στο χώρο του φορτηγού ψυγείου προϋποθέτει υγειονομικό πιστοποιητικό, το οποίο δεν διέθεταν οι πελάτες της εναγομένης ή το προσωπικό αυτών, ώστε να εισέλθουν στο χώρο του φορτηγού ψυγείου. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται ότι, κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, συμφωνήθηκε είτε ρητά, είτε σιωπηρά ότι αυτός θα εκτελεί και εργασίες φορτοεκφόρτωσης, πέραν του κύριου καθήκοντος του, που ήταν η οδήγηση των φορτηγών, ούτε άλλωστε τέτοια συμφωνία προέκυψε μεταγενέστερα. Με βάση, λοιπόν, την ως άνω σύμβαση εργασίας ο ενάγων απασχολείτο στην εναγομένη περί τις δέκα (10) ώρες ημερησίως, ήτοι κατά δύο (2) ώρες ημερησίως πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου του και κατά δέκα (10) ώρες εβδομαδιαίως πέραν του συμφωνηθέντος ωραρίου του. Η υπέρβαση του συμφωνηθέντος ημερήσιου ωραρίου προκύπτει άλλωστε και από την ίδια τη φύση της εργασίας του, καθόσον, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, λόγω του ότι η εναγομένη, όπως προαναφέρθηκε, διαθέτει ευρύ πελατολόγιο (περίπου 2.000 πελάτες σε όλη την Ελλάδα) και μεγάλο δίκτυο διανομής, ήταν ανέφικτη η καθημερινή εξυπηρέτηση των πελατών από τους τρεις (3) οδηγούς που ασχολούνταν, συμπεριλαμβανομένου του εναγομένου, κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, εντός του ωραρίου εργασίας τους. Ακολούθως, αποδεικνύεται ότι ο ενάγων την 23η.01.2019 προσέφυγε στην Επιθεώρηση Εργασίας (Τμήμα Κοινωνικής Επιθεώρησης Εργασιακών Σχέσεων Δυτ. Τομέα Αθηνών) και υπέβαλε έγγραφη αίτηση για τη διενέργεια εργατικής διαφοράς, με αντικείμενο την καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης μη ληφθείσας αδείας πέντε ημερών του έτους 2018 καθώς και την καταβολή αμοιβής υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας και πρόσθετης εργασίας. Την επόμενη ημέρα (24.01.2019) η εναγομένη κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος με προειδοποίηση τριών (3) μηνών, παραδίδοντάς του το από 24.01.2019 έγγραφο καταγγελίας. Στο ως άνω έγγραφο αναφερόταν ότι η λύση της σύμβασης εργασίας θα επέλθει μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριών (3) μηνών, ήτοι την 24η.04.2019, ότε και θα του καταβληθεί η αποζημίωση (1.750 ευρώ). Την 28η.01.2019 ο ενάγων προσέφυγε εκ νέου στην Επιθεώρηση Εργασίας, όπου κατήγγειλε εγγράφως ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του έγινε εκδικητικά, καθόσον είχε προηγηθεί η αρχική προσφυγή του για τη διεκδίκηση των ως άνω κονδυλίων. Στη συνέχεια, και ενώ ο ενάγων εξακολουθούσε να εργάζεται στην εναγομένη υπό το προαναφερθέν καθεστώς όσον αφορά τα χρονικά όρια εργασίας, πλην όμως με μειωμένο μισθό (749,88 ευρώ μικτά αντί του συμφωνηθέντος ποσού των 1.011,90 ευρώ μικτά), η εναγομένη την 29η.03.2019 του κοινοποίησε την από 27.03.2019 εξώδικη δήλωση ανάκλησης της από 24.01.2019 καταγγελίας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, άλλως σύναψη νέας σύμβασης εργασίας. Ο ενάγων απάντησε με την από 05.04.2019 εξώδικη απάντηση – διαμαρτυρία – πρόσκληση και δήλωση, η οποία κοινοποιήθηκε αυθημερόν στην εναγομένη, και με την οποία εκδήλωσε την επιθυμία του να συνεχίσει να εργάζεται στην επιχείρηση της εναγομένης και μετά την 24η.04.2019, υπό την προϋπόθεση της συμμόρφωσης της εναγομένης στην εργατική νομοθεσία ως προς τις οφειλόμενες ως άνω αποδοχές του. Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγομένη ουδέν έπραξε ως προς την καταβολή των οφειλόμενων ποσών στον ενάγοντα και την 24η.04.2019, ημερομηνία παρέλευσης της προθεσμίας των τριών (3) μηνών της προειδοποίησης, του κατέβαλε την αποζημίωση απόλυσης, η οποία ωστόσο είχε υπολογιστεί όχι με βάση τον καταβαλλόμενο μισθό του, ήτοι το ποσό των 1.011,90 ευρώ μικτά, αλλά με βάση το ποσό των 750 ευρώ μικτά, με αποτέλεσμα να υπολείπεται της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης και ως εκ τούτου να καθίσταται η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος άκυρη. Επομένως, ο ενάγων δικαιούται ως διαφορά μεταξύ καταβληθεισών και συμφωνημένων αποδοχών του το συνολικό ποσό των 786,06 ευρώ [1.011,90 – 749,88 = 262,02 X 3 μήνες (Ιανουάριος – Μάρτιος 2019)]. Επίσης, ο ενάγων δικαιούται για την υπερεργασία που πραγματοποίησε, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 μέχρι 09.04.2014, το συνολικό ποσό των 9.105 ευρώ [250 εβδομάδες X 5 ώρες = 1.250 ώρες X 6,07 ωρομίσθιο (1.011,90 X 0,006) = 7.587,50 ευρώ + 20%] και για κατ’ εξαίρεση υπερωρία που πραγματοποίησε, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 μέχρι 09.04.2014, το συνολικό ποσό των 13.657,50 ευρώ [250 εβδομάδες X 5 ώρες = 1.250 ώρες X 6,07 ωρομίσθιο (1.011,90 X 0,006) = 7.587,50 ευρώ + 80%], απορριπτόμενου του αιτούμενου ποσού κατά το υπερβάλλον ως ουσιαστικά αβάσιμου. Περαιτέρω, για την πρόσθετη εργασία της φορτοεκφόρτωσης που πραγματοποιούσε ο ενάγων καθημερινά για δύο (2) ώρες ημερησίως, κατά το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 μέχρι 31.01.2019, πρέπει να του καταβληθεί από την εναγομένη το ποσό των 9.432 ευρώ [240 εβδομάδες X 5 ημέρες X 2 ώρες = 2.400 ώρες X 3,93 ευρώ ωρομίσθιο (26,18 ωρομίσθιο εργατοτεχνίτη άνω των 25 ετών X 6 : 40)] και για την πρόσθετη εργασία της φορτοεκφόρτωσης που πραγματοποιούσε ο ενάγων καθημερινά για δύο ώρες ημερησίως, κατά το χρονικό διάστημα από 01.02.2019 μέχρι 09.04.2019, πρέπει να του καταβληθεί από την εναγομένη το ποσό των 436 ευρώ [10 εβδομάδες X 5 ημέρες X 2 ώρες = 100 ώρες X 4,36 ευρώ ωρομίσθιο (29,04 ωρομίσθιο εργατοτεχνίτη άνω των 25 ετών X 6 : 40)], συνολικά δε για τις ως άνω αιτίες πρέπει να του καταβληθεί το ποσό των 9.868 ευρώ (9.432 + 436). Επιπλέον, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 404,76 ευρώ για μη ληφθείσα άδεια πέντε (5) ημερών του έτους 2018, κατ’ άρ. 5 παρ. 1 του Ν. 539/1945 (1.011,90 : 25 X 5 + 100%). Ακολούθως, ο εσφαλμένος, κατά τα προαναφερθέντα, υπολογισμός της αποζημίωσης απόλυσης καθιστά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος άκυρη. Η εναγομένη έχει, επομένως, καταστεί υπερήμερη εργοδότρια έναντι του ενάγοντος και υποχρεούται να του καταβάλει τους οφειλόμενους μισθούς υπερημερίας που ο ενάγων αιτείται για το χρονικό διάστημα από 24.04.2019 μέχρι και 23.01.2020, ήτοι το ποσό των 4.059,86 ευρώ [242,88 ευρώ για αποδοχές μηνός Απριλίου 2019 (6 ημερομίσθια X 40,48 ευρώ έκαστο) + 1.011,90 ευρώ για αποδοχές μηνός Μαΐου 2019 + 762,30 ευρώ για αποδοχές μηνός Ιουνίου 2019 (1.011,90 ευρώ – 249,60 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 231,90 ευρώ για αποδοχές μηνός Ιουλίου 2019 (1.011,90 ευρώ μηνιαίος μισθός – 780,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 231,90 ευρώ για αποδοχές μηνός Αυγούστου 2019 (1.011,90 ευρώ μηνιαίος μισθός – 780,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 231,90 ευρώ για αποδοχές μηνός Σεπτεμβρίου 2019 (1.011,90 ευρώ μηνιαίος μισθός – 780,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 231,90 ευρώ για αποδοχές μηνός Οκτωβρίου 2019 (1.011,90 ευρώ μηνιαίος μισθός – 780,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 231,90 ευρώ για αποδοχές μηνός Νοεμβρίου 2019 (1.011,90 ευρώ μηνιαίος μισθός – 780,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 231,90 ευρώ για αποδοχές μηνός Δεκεμβρίου 2019 (1.011,90 ευρώ μηνιαίος μισθός – 780,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 115,95 ευρώ για επίδομα αδείας 2019 (505,95 ευρώ – 390,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 390,41 ευρώ για επίδομα Χριστουγέννων 2019 (1.054,06 ευρώ – 663,65 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού) + 185,60 ευρώ για αποδοχές μηνός Ιανουάριου 2020 (20 ημερομίσθια χ 40,48 ευρώ έκαστο = 809,60 ευρώ – 624,00 ευρώ που έλαβε από την εργασία του αλλαχού). Από το ανωτέρω ποσό πρέπει να αφαιρεθεί το ποσό των 1.750 ευρώ, που καταβλήθηκε στον ενάγοντα ως αποζημίωση απόλυσης, δεκτής γενόμενης της νομίμως προβληθείσας από την εναγομένη ένστασης συμψηφισμού (άρ. 440 και 441 ΑΚ). Κατά συνέπεια, η εναγομένη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 2.309,86 ευρώ (4.059,86 – 1.750). Επισημαίνεται ότι, όπως αναφέρθηκε στη νομική σκέψη στην αρχή της παρούσας, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση ο παραλήπτης της, εργαζόμενος, κατά το άρθρο 167 ΑΚ. Μετά την περιέλευσή της δε στον εργαζόμενο δεν μπορεί να γίνει ούτε ανάκληση αυτής από τον εργοδότη, έστω και με τη συναίνεση του εργαζόμενου. Κατά συνέπεια, η επιχειρηθείσα από την εναγομένη ανάκληση της από 24.01.2019 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι μη νόμιμη. Τέλος, εξαιτίας της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, προσβλήθηκε η προσωπικότητά του τόσο ως ανθρώπου όσο και ως εργαζομένου, καθόσον προκλήθηκε σ’ αυτόν έντονη ψυχική ταλαιπωρία και εκτέθηκε στο επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον. Δικαιούται, συνεπώς, ο ενάγων χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την παράνομη και αντισυμβατική συμπεριφορά της εναγομένης και συγκεκριμένα λόγω της άκυρης απόλυσής του, το ύψος της οποίας ανέρχεται κατά την εύλογη κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 1.000 ευρώ.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, αφού απορριφθεί α) η νομίμως προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, κατ’ άρ. 281 ΑΚ, ως μη νόμιμη, δεδομένου ότι τα επικαλούμενα προς επιστήριξή της πραγματικά περιστατικά -και αληθή υποτιθέμενα- δεν αρκούν για να οδηγήσουν σε κρίση περί άσκησης του αγωγικού δικαιώματος κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του και β) η νομίμως προβληθείσα από την εναγομένη ένσταση παραγραφής, καθότι η παραγραφή των ένδικων αξιώσεων, που αφορούν το χρονικό διάστημα από 01.01.2014 μέχρι και 16.04.2014, έχει διακοπεί με την κατάθεση της από 10.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης ………./………../2019 αγωγής του ενάγοντος, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η υπό κρίση αγωγή και ως ουσιαστικά βάσιμη και i) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 24.01.2019 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης, ii) να υποχρεωθεί η εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριάντα έξι χιλιάδων εκατόν τριάντα ενός ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (786,06 + 9.105 + 13.657,50 + 9.868 + 404,76 + 2.309,86 = 36.131,18), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του, ειδικά δε όσον αφορά το ποσό της αμοιβής για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της από 10.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης ………/……./2019 αγωγής του και iii) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του. Όσον αφορά στην κήρυξη της παρούσας απόφασης προσωρινά εκτελεστής το Δικαστήριο κρίνει ότι συντρέχει εξαιρετικός προς τούτο λόγος και η καθυστέρηση στην εκτέλεση θα προκαλέσει σημαντική ζημία στον ενάγοντα και το σχετικό αίτημα πρέπει να γίνει δεκτό ως εν μέρει βάσιμο στην ουσία του. Τέλος, αφού απορριφθεί το αίτημα για επίδειξη των εγγράφων που αιτείται ο ενάγων, διότι αυτά προσήχθησαν με επίκληση από την εναγομένη και όσα δεν προσήχθησαν δεν ασκούν επιρροή στη συγκεκριμένη υπόθεση, πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του ενάγοντος στην εναγομένη λόγω της ήττας της τελευταίας, τα οποία, όμως, θα επιβληθούν μειωμένα, κατά τα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό της απόφασης, καθόσον η αγωγή έγινε δεκτή κατά ένα μέρος της (αρ. 176, 180 αρ. 3, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει κατ’ αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει ό,τι στο σκεπτικό κρίθηκε απορριπτέο.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή.

Αναγνωρίζει την ακυρότητα της από 24.01.2019 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους της εναγομένης.

Υποχρεώνει την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριάντα έξι χιλιάδων εκατόν τριάντα ενός ευρώ και δεκαοκτώ λεπτών (36.131,18), με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του, ειδικά δε όσον αφορά το ποσό της αμοιβής για κατ’ εξαίρεση υπερωριακή εργασία, νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της από 10.04.2019 και με αριθμό κατάθεσης ………/…../2019 αγωγής του.

Κηρύσσει την ως άνω καταψηφιστική διάταξη προσωρινά εκτελεστή για το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ.

Αναγνωρίζει την υποχρέωση της εναγομένης να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των χιλίων (1.000), νομιμότοκα από την επομένη της επίδοσης της υπό κρίση αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του.

Καταδικάζει την εναγομένη σε μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.

Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του 10-12-2020 με απόντες τους διαδίκους και τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies