άδειες εργαζόμενουαπόλυσηοφειλή δεδουλευμένωνΜονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών 1891/2017

Τελευταία ενημέρωση: 13 Μαΐου 2022

Περίληψη: Ακυρότητα καταγγελίας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω μη καταβολής αποζημίωσης. Επιδίκαση δεδουλευμένων αποδοχών και αποδοχών υπερημερίας. Μη χορήγηση της νόμιμης άδειας αναψυχής μέσα στο ημερολογιακό έτος στο οποίο αντιστοιχεί. Η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική. Αν ο εργαζόμενος ζήτησε να του χορηγηθεί η άδεια αυτουσίως αλλά ο εργοδότης δεν την χορήγησε, αυτός οφείλει, ως αστική ποινή, προσαύξηση 100% επί των αποδοχών αδείας. Επιδικάζει στον εργαζόμενο το συνολικό ποσό των 24.700,63 Ευρώ.

ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

ΤΜΗΜΑ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ

Αριθμός απόφασης 1891/2017

ΤΟ ΜΟΝΟΜΕΛΕΣ ΠΡΩΤΟΔΙΚΕΙΟ ΑΘΗΝΩΝ

Συγκροτήθηκε από το Δικαστή Γεώργιο Βώττη, Πρωτοδίκη, τον οποίο όρισε ο Πρόεδρος του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών, και από τη Γραμματέα Αναστασία Καραγγελή.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 25 Μαΐου του έτους 2017 για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του ενάγοντος: …………….., κατοίκου ………………, ο οποίος εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βλαχόπουλο.

Του εναγόμενου: …………………, κατοίκου ………………, ο οποίος εμφανίσθηκε στο Δικαστήριο με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αριστοτέλη Μερεκούλια.

Ο ενάγων ζητά να γίνει δεκτή η από 16.10.2015 αγωγή του, η οποία κατατέθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου ………./………./2015, προσδιορίστηκε για τη δικάσιμο της 11.3.2016 και κατόπιν αναβολής για τη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της απόφασης αυτής, και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατά τη συζήτηση της ως άνω υπόθεσης, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι των διαδίκων ανέπτυξαν τους ισχυρισμούς τους και ζήτησαν να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται στα πρακτικά και στις προτάσεις τους.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 1 και 5 παρ.1 του Ν.2112/ 1920 σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 5 και 7 του Ν.3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου έχει το χαρακτήρα μονομερούς αναιτιώδους δικαιοπραξίας και χωρεί ελεύθερα, εκτός αν περιοριστεί με συμφωνία των μερών ή με διάταξη νόμου. Η άσκηση όμως του σχετικού δικαιώματος, είτε του εργοδότη είτε του εργαζομένου, δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη αλλά υπόκειται στους περιορισμούς που προβλέπονται από τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, της οποίας η παράβαση επάγεται απόλυτη ακυρότητα της καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης, που θεωρείται σαν να μην έγινε σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 174 και 180 του ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή ο καταγγέλλων εργοδότης που αρνείται να δεχθεί τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του εργαζομένου καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται να εκπληρώσει τα οριζόμενα από τις διατάξεις των άρθρων 349,350 και 656 του ΑΚ. Ειδικώς κατά τη διάταξη του άρθρου 656 εδ.α’ ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 61 του Ν.4139/2013 [ΦΕΚ Α’ 74/20.3.2013] και σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ.1 του αυτού νόμου [διόρθωση σφαλμάτων ΦΕΚ Α’ 92/19.4.2013] καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις «Αν ο εργοδότης έγινε υπερήμερος ως προς την αποδοχή της εργασίας ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική απασχόλησή του, καθώς και το μισθό για το διάστημα που δεν απασχολήθηκε». Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι, σε αντίθεση με τα μέχρι τότε κρατούντα [Ολ.ΑΠ 9/2011], επί υπερημερίας του εργοδότη ως προς την αποδοχή της εργασίας, περίπτωση που συντρέχει μεταξύ άλλων και επί δικαστικής αναγνώρισης της ακυρότητας προηγηθείσας καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, ο εργαζόμενος αποκτά άμεσο δικαίωμα να απαιτήσει την πραγματική του απασχόληση, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει, εφόσον ασκεί το εν λόγω δικαίωμα δικαστικώς, πρόσθετα περιστατικά τα οποία σε συγκεκριμένη υπόθεση καθιστούν καταχρηστική ή προσβλητική την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται την εργασία του μετά την απαγγελία της ακυρότητας [ΑΠ 770/2016 Τ.Ν.Π. «Νόμος»]. Στην προκείμενη περίπτωση, ο ενάγων εκθέτει ότι προσλήφθηκε από τον εναγόμενο την 1.4.2014 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να απασχοληθεί ως φορτοεκφορτωτής στην επιχείρηση εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων που εκμεταλλευόταν ο εργοδότης του με μικτό μηνιαίο μισθό 838,32€. Αναφέρει, ακόμη, ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του εναγομένου έως τις 6.10.2014, οπότε ο εργοδότης του σταμάτησε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς όμως να του καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Διατείνεται, επίσης, ότι ο εναγόμενος εργοδότης του κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του στις 16.7.2015, χωρίς όμως να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Υποστηρίζει, επιπλέον, ότι ο εναγόμενος εργοδότης του δεν του χορήγησε την άδεια του έτους 2014, μολονότι την ζήτησε με τρόπο σαφή και πειστικό. Ισχυρίζεται, επιπλέον, ότι κατά το χρονικό διάστημα από την 1.4.2014 έως τις 6.10.2014 αφενός πραγματοποιούσε σε καθημερινή βάση μία [1] ώρα υπερεργασίας, και αφετέρου εργαζόταν κάθε Σάββατο και Κυριακή, χωρίς να λαμβάνει προς τούτο την δικαιούμενη αμοιβή του. Με βάση το ιστορικό αυτό, ο ενάγων ζητά [Α] να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από 16.7.2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του, [Β] να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να του καταβάλει με απόφαση προσωρινά εκτελεστή τα ποσά των (ί) 29.580,28€ για δεδουλευμένες αποδοχές και μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1.4.2014 έως 31.12.2016, ii) 804,79€ για αποζημίωση μη ληφθείσας αδείας, (iii) 814,86€ ως αμοιβή για την υπερωριακή του απασχόληση, (iν) 1.059,32€ ως αμοιβή για την έκτακτη εργασία του κατά τις ημέρες του Σαββάτου, και (ν) 1.242,54€ ως αμοιβή για την έκτακτη εργασία του κατά τις ημέρες της Κυριακής, και όλα τα παραπάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη ληξιπρόθεσμο και απαιτητό, [Γ] να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής σε βάρος του ποσού 500€ για κάθε ημέρα μη απασχόλησής του, [Δ] να καταδικασθεί ο εναγόμενος εργοδότης του σε προσωπική κράτηση διάρκειας ενός [1] έτους για κάθε παράβαση της απόφασης, και [Ε] να καταδικασθεί ο εναγόμενος στα δικαστικά του έξοδα. Με το περιεχόμενο και τα αιτήματα αυτά, η αγωγή παραδεκτά και αρμοδίως εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου [14 παρ.2 & 22 ΚΠολΔ], κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, και είναι ορισμένη και νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα σκέψη, καθώς και σε εκείνες των άρθρων 648, 649, 653, 655, 669 και 904 του ΑΚ, και των Ν.3385/2005 και Ν.3863/2010 [για τις δεδουλευμένες αποδοχές, την υπερωριακή εργασία και την εργασία κατά τις ημέρες του Σαββάτου], της 8.900/1946 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Εργασίας [για την εργασία κατά τις μέρες της Κυριακής], 2 παρ.1 & 5 παρ.5 του Α.Ν. 539/1945 και 3 παρ.16 Ν.4504/1966 [για τις αποδοχές και τα επιδόματα αδείας], 1 παρ.1 και 2 του Ν.1082/1980 και 1 παρ.1 & 2, 2, 3 παρ.1 και 6 της 19.040/1981 Κ.Υ.Α. Οικονομικών και Εργασίας [για τα δώρα εορτών], 1 και 3 του Ν.2112/1920, 2, 5 παρ.1 και 3 και 6 παρ.1 του Ν.3198/1955 [για τους μισθούς υπερημερίας], και των άρθρων 340, 341, 345 και 346 του ΑΚ, 907, 908, 946 &176 ΚΠολΔ [ως προς τα παρεπόμενα αιτήματα], εκτός από το αίτημα του ενάγοντος να απειληθεί κατά του εναγομένου προσωπική κράτηση διάρκειας ενός [1] έτους, ως μέσο εκτέλεσης της απόφασης, αναφορικά με τα κονδύλια επιδίκασης χρηματικών ποσών, διότι δεν προβλέπεται η ως άνω απειλή για την υποχρέωση καταβολής χρηματικών απαιτήσεων [άρθρα 946, 947, & 951 ΚΠολΔ]. Κατόπιν τούτων η αγωγή πρέπει να εξετασθεί, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη, εάν είναι βάσιμη και από ουσιαστική άποψη.

ΙΙ. Από την εκτίμηση (i) των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, ήτοι του ……………… του ……………… και της …………………….., που δόθηκαν νομίμως στο ακροατήριο και περιέχονται στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, και (ii) του συνόλου των εγγράφων, που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδείχτηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Ο ενάγων προσλήφθηκε από τον εναγόμενο την 1.4.2014 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου για να απασχοληθεί ως φορτοεκφορτωτής στην επιχείρηση εμπορίας γαλακτοκομικών προϊόντων που εκμεταλλευόταν ο τελευταίος με μικτό μηνιαίο μισθό 838,32€. Ο ισχυρισμός του ενάγοντος για την πραγματοποίηση εκ μέρους του υπερωριακής εργασίας και έκτακτης εργασίας του κατά τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, κατά το χρονικό διάστημα από 1.4.2014 έως 6.10.2014, δεν αποδείχτηκε από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας. Βέβαια, ο μάρτυρας απόδειξης αναφέρει ότι ο ενάγων πραγματοποιούσε ανελλιπώς υπερωριακή εργασία σε καθημερινή βάση και ότι εργαζόταν όλες τις ημέρες του Σαββάτου και της Κυριακής, χωρίς όμως να εξειδικεύει για ποιο λόγο ήταν επιτακτική και αναγκαία η πραγματοποίηση της υπερωριακής και έκτακτης εργασίας, ενώ παράλληλα όσα αυτός καταθέτει δεν ενισχύθηκαν από κάποια κρίσιμη έγγραφη απόδειξη, και κατά συνέπεια δεν κρίνονται πειστικά και δεν παρέχουν αξιοπιστία στο Δικαστήριο τούτο. Επιπροσθέτως, αποδείχτηκε ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στην επιχείρηση του εναγομένου έως τις 6.10.2014, οπότε ο εργοδότης του έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του, χωρίς όμως να του καταγγείλει τη σύμβαση εργασίας του. Ακολούθως, και δη στις 16.7.2015 ο εναγόμενος εργοδότης κατήγγειλε εγγράφως τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, χωρίς όμως να του καταβάλει την νόμιμη αποζημίωση απόλυσης. Κατόπιν τούτων, καθίσταται σαφές ότι η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται ως μηδέποτε γενομένη, και εξ αυτού του λόγου ο εναγόμενος, ο οποίος αρνείται να αποδεχτεί τις πραγματικές και προσήκουσες υπηρεσίες του ενάγοντος, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη [άρθρα 349, 350 & 656 ΑΚ], και έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα τις αποδοχές, τις οποίες εκείνος θα ελάμβανε, σύμφωνα με την εργασιακή σύμβαση και το νόμο, εάν δεν μεσολαβούσε η άρνηση του εργοδότη του να αποδεχτεί τις υπηρεσίες του. Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να λάβει για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7.10.2014 έως 31.12.2016 [συμπεριλαμβανομένων και των δώρων εορτών και των επιδομάτων αδείας] το ποσό των είκοσι τριών χιλιάδων τετρακοσίων σαράντα ενός ευρώ και τριάντα επτά λεπτών [26.407,08€ (838,32€ x 31 ½ ) – 2.965,71€(το ποσό που έλαβε ο ενάγων κατά το χρονικό διάστημα της υπερημερίας τoυ απασχολούμενος σε έτερους εργοδότες) = 23.441,37€]. Περαιτέρω, αποδείχτηκε ότι ο εναγόμενος οφείλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.4.2014 έως 6.10.2014 το ποσό των χιλίων διακοσίων πενήντα εννέα ευρώ και είκοσι έξι λεπτών [1.259,26€]. Τέλος, το κονδύλιο του ενάγοντος να του επιδικασθεί προσαύξηση 100% επί των αποδοχών άδειας του, ως αστική ποινή, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμο, καθόσον δεν αποδείχτηκε από κάποιο ασφαλές αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας ότι ο ενάγων είχε αιτηθεί την άδειά του από τον εναγόμενο και ο τελευταίος αρνήθηκε υπαιτίως να του τη χορηγήσει.

III. Συνακόλουθα, η αγωγή πρέπει να γίνει μερικώς δεκτή και [i] να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 16.7.2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου, [ii] να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος με την απειλή εναντίον του χρηματικής ποινής εκατό ευρώ [100€] και προσωπικής κράτησης διάρκειας δέκα [10] ημερών για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την υποχρέωσή του, [iii] να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα για δεδουλευμένες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.4.2014 έως 6.10.2014 και για μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 7.10.2014 έως 31.12.2016 το ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ευρώ και εξήντα τριών λεπτών [24.700,63€] με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, ήτοι οι μισθοί υπερημερίας από την επομένη της τελευταίας ημέρας κάθε μήνα εντός του οποίου κατέστησαν ληξιπρόθεσμοι και απαιτητοί, τα δώρα Πάσχα και Χριστουγέννων αντίστοιχα από τις 30 Απριλίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους στο οποίο αφορούν, και τα επιδόματα αδείας από την 31η Δεκεμβρίου εκάστου έτους στο οποίο αφορούν. Η απόφαση πρέπει να κηρυχθεί μερικά προσωρινά εκτελεστή, καθόσον αποδείχτηκαν εξαιρετικοί λόγοι προς τούτο. Μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του εναγομένου, κατά το λόγο της νίκης και ήττας των διαδίκων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

-Δικάζει με παρόντες τους διαδίκους.

-Δέχεται μερικά την αγωγή.

-Αναγνωρίζει την ακυρότητα της από 16.7.2015 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας του ενάγοντος εκ μέρους του εναγομένου.

-Υποχρεώνει τον εναγόμενο να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος, στη θέση που ο τελευταίος κατείχε κατά την πρόσληψή του, με την απειλή σε βάρος του [εναγομένου] χρηματικής ποινής εκατό ευρώ [100€] και προσωπικής κράτησης διάρκειας δέκα [10] ημερών για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσης προς την υποχρέωσή του.

-Κηρύσσει την απόφαση μερικά προσωρινά εκτελεστή ως προς την προαναφερόμενη καταψηφιστική της διάταξη, ήτοι ως προς την υποχρέωση του εναγομένου να αποδέχεται τις προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος.

-Υποχρεώνει τον εναγόμενο ……………….. να καταβάλει στον ενάγοντα …………………. το συνολικό ποσό των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων επτακοσίων ευρώ και εξήντα τριών λεπτών [24.700,63€] με το νόμιμο τόκο υπερημερίας κατά τα οριζόμενα στο ιστορικό της απόφασης.

-Κηρύσσει την απόφαση μερικά προσωρινά εκτελεστή ως προς την προαναφερόμενη καταψηφιστική της διάταξη, ήτοι για το ποσό των επτά χιλιάδων οκτακοσίων ευρώ [7.800€].

-Επιβάλλει μέρος των δικαστικών εξόδων του ενάγοντος σε βάρος του εναγομένου, το ύψος των οποίων ορίζει στο ποσό των επτακοσίων πενήντα ευρώ [750€].

-Κρίθηκε, αποφασίσθηκε και δημοσιεύθηκε σε έκτακτη δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Νοεμβρίου του 2017 χωρίς την παρουσία των διαδίκων και των πληρεξούσιων δικηγόρων τους.

Χρησιμοποιούμε cookies για να κάνουμε ακόμα καλύτερη την εμπειρία σας στο site μας και για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική λειτουργία της ιστοσελίδας μας. Επιλέγοντας «Αποδοχή» παρέχετε τη συγκατάθεση σας για τη χρήση των cookies, σύμφωνα με την πολιτική μας. View more
Αποδοχή Cookies